Τετάρτη 4 Αυγούστου 2021

Σαν σήμερα το 1958: Γρανίτα και χωνάκι, λαός και Κολωνάκι

Στις 4 Αυγούστου 1958 διαβάζουμε στη θεατρική στήλη της εφημερίδας Έθνος:

Η Ρένα Βλαχοπούλου εις το θέατρο "Ριάλτο" από της Παρασκευής
Η Ρένα Βλαχοπούλου που επέστρεψεν προχθές από την Αίγυπτο--όπου εγνώρισε μοναδική επιτυχίαν [Σημείωση του Rena Fan: διαβάστε εδώ]--έκλεισε συμφωνία και θα εμφανισθή από της προσεχούς Παρασκευής στο "Ριάλτο" όπου θ' αποδώση εις την ωραίαν επιθεώρησιν "Γρανίτα και χωνάκι" καινούργια τραγούδια του δημοφιλούς συνθέτου Ιωσήφ Ριτσιάρδη. Εκτός από την εμφάνισιν της τόσο δημοφιλούς αυτής βεντέττας του θεατρικού τραγουδιού η επιθεώρησις του θεάτρου της Κυψέλης θ' αποκτήση και ένα καινούργιο χορευτικόν του Γιάννη Φλερύ και της Λίντας Άλμα, καθώς επίσης και μερικά καινούργια νούμερα, που θ' αναφέρωνται εις τα θέματα της διεθνούς επικαιρότητος.
Έθνος, 4-8-1958


Η επιθεώρηση Γρανίτα και χωνάκι (Λαός και Κολωνάκι) (ο υπότιτλος της παρένθεσης εγκαταλείφθηκε σύντομα, αλλά επανήλθε αργότερα ως τίτλος κινηματογραφικής ταινίας και τραγουδιού με συντελεστές της παράστασης) είχε ξεκινήσει τις παραστάσεις της στις 31 Μαΐου 1958. Την παρουσίαζε ο θίασος Νίκου Σταυρίδη-Καίτης Ντιριντάουα-Κώστα Χατζηχρήστου με σύμπραξη της Πόπης Άλβα και του Αλέκου Λειβαδίτη (την επιχείρηση είχαν αναλάβει ο Χατζηχρήστος, η Ντιριντάουα και ο Τάκης Μακρίδης). Τα κείμενά της είχαν γράψει οι Γιώργος Γιαννακόπουλος, Κώστας Νικολαΐδης και Γιώργος Οικονομίδης. Τα σκηνικά υπέγραψε ο Στέλιος Δόξας, τα κοστούμια ο Γ. Μαυρομάτης και τις χορογραφίες και τη σκηνοθεσία ο Γιάννης Φλερύ.

"Ο πόλεμος του διαστήματος" ήταν ο τίτλος του φινάλε της επιθεώρησης
Γρανίτα και χωνάκι (Λαός και Κολωνάκι)

Παραδόξως ο θίασος δεν διέθετε "ρενομέ" τραγουδίστρια και τον ρόλο της ρομαντζιέρας ανέλαβε η ανερχόμενη τότε Άννα Μαντζουράνη, που είχε σπουδάσει τραγούδι. Τραγουδούσε, πριν το φινάλε, το "Κάθε βράδυ τέτοια ώρα" με θέμα του τον καημό μιας παλιάς τροτέζας. Σύμφωνα με τον Αχιλλέα Μαμάκη, ωστόσο, το τραγούδι δεν είχε "πολλήν τύχην διότι παραδόξως η Άννα Μαντζουράνη δεν απέδωσεν" ("Αντιθέτως εσημείωσαν πολλήν επιτυχίαν η Μαίρη Λίντα με τον συνθέτην λαϊκών τραγουδιών Χιώτην"--τραγουδούσαν το "Απόψε καίγομαι"). Μια μέρα πριν ανακοινωθεί στον Τύπο η έκτακτη συνεργασία της Ρένας με τον θίασο, γράφτηκε ότι ο Ιωσήφ Ριτσιάρδης παρέδωσε στον θίασο δυο νέα τραγούδια, το "Ιστορία μιας αγάπης" και το "Τσιγγάνικο". Υποθέτω, λοιπόν, ότι αυτά τα τραγούδια ερμήνευσε τελικά η Ρένα Βλαχοπούλου και όχι η Άννα Μαντζουράνη.


Η Ρένα εμφανίστηκε στο Ριάλτο για έναν μήνα, από τις 8 Αυγούστου μέχρι τις 7 Σεπτεμβρίου. Δυστυχώς η έναρξη των εμφανίσεών της συνέπεσε με μια επταήμερη απεργία των εφημερίδων, οπότε δεν καλύφθηκε από τον Τύπο. Το Γρανίτα και χωνάκι, πάντως, συνέχισε την επιτυχημένη πορεία του μέχρι το τέλος του Σεπτέμβρη και ήταν η μία από τις δυο μεγάλες επιθεωρησιακές επιτυχίες της σεζόν εκείνης--η άλλη ήταν το Ό,τι θέλει η γυναίκα στο θέατρο Ακροπόλ, το οποίο, όπως έχουμε πει ξανά, συνεχίστηκε και τη χειμερινή περίοδο, ενισχυμένο με τη συμμετοχή της Ρένας Βλαχοπούλου.

Το "Κουαρτέτο Φουκαραζόνε" ήταν ένα από τα καλύτερα της παράστασης

Ας κλείσουμε όμως την ανάρτηση με τους στίχους της έναρξης του Γρανίτα και χωνάκι.
Γρανίτα και χωνάκι
λαός και Κολωνάκι
γι' αυτές τις δυο χαρές τις δροσερές,
γρανίτα και χωνάκι
λαός και Κολωνάκι
για μια σταλιά δροσιά κάνουν ουρές.

Κι η ζέστη αν ανεβεί
μ' αυτή μας τη ρεβύ,
θα δροσιστείς, κοσμάκη,
γρανίτα και χωνάκι,
λαός και Κολωνάκι.
Όλα τα κορίτσια
με την αλογοουρίτσα
το χωνάκι τώρα πια τα συγκινεί.
Έχει γλύκα τόση
που 'χει ο κόσμος παλαβώσει
κι ο παππούς το κρύβει από την εγγονή!

Λόγω της επιτυχίας της, η "πεντάδα του Ριάλτο"
δέχτηκε αρκετές προτάσεις για τον χειμώνα...

Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Τρίτη 3 Αυγούστου 2021

Σαν σήμερα το 1963: Με την Άννα Μαντζουράνη;

Στις 3 Αυγούστου 1963 διαβάζουμε στη θεατρική στήλη της εφημερίδας Τα Νέα:

Η ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ;
Η Άννα Μαντζουράνη, η οποία μαζί με τον συνθέτη Μενέλαο Θεοφανίδη θα παρουσιάση των χειμώνα μουσικές κωμωδίες στο θέατρο "Διάνα", επρότεινε στην Ρένα Βλαχοπούλου να συνεργασθή με τον θίασό της. Οι συζητήσεις έχουν προχωρήσει και πιθανολογείται υπογραφή συμβολαίων λίαν προσεχώς, αν και εν τω μεταξύ η Βλαχοπούλου εδέχθη κατεπείγουσα πρότασι του Μπουρνέλλη να συνεργασθή τον χειμώνα στο "Ακροπόλ".
Τα Νέα, 3-8-1963

Ο... κατεπείγων χαρακτήρας της πρότασης του Βασίλη Μπουρνέλλη στη Ρένα έπιασε τόπο, αφού τρεις μόλις μέρες μετά η Ρένα υπέγραψε συμβόλαιο με τον επιχειρηματία του Ακροπόλ. Σίγουρα η οικονομική προσφορά που δέχτηκε η Ρένα από τον Μπουρνέλλη δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με την προσφορά που θα της έκανε η Άννα Μαντζουράνη. Ίσως πάλι η δαιμόνια Κερκυραία να αντιλήφθηκε ότι το εγχείρημα της Μαντζουράνη δεν είχε πολλές ελπίδες... 


Η Άννα Μαντζουράνη είχε αποφασίσει να αναβιώσει το είδος της μουσικής κωμωδίας στο θέατρο Διάνα και κάλεσε για συμπαραστάτες της δυο μάστορες του είδους, τον συνθέτη (και δάσκαλό της) Μενέλαο Θεοφανίδη και τον συγγραφέα Δημήτρη Γιαννουκάκη, ο οποίος είχε υπογράψει τη διασκευή του κειμένου της εξαιρετικά επιτυχημένης μουσικής κωμωδίας Μ' αγαπά, δεν μ' αγαπά το 1949. Η συμπαθέστατη ηθοποιός, που ανέλαβε και την επιχείρηση του θιάσου, δήλωσε στις εφημερίδες ότι αναζητά έργα σαν το Μ' αγαπά, δεν μ' αγαπά ή το κατοχικό Αλάτι και πιπέρι (στο οποίο επίσης είχε βάλει το χεράκι του ο Γιαννουκάκης) για να προτείνει και πάλι στο αθηναϊκό κοινό τη μουσική κωμωδία ως μια εναλλακτική πρόταση ψυχαγωγίας. Δυστυχώς η Μαντζουράνη δεν τα κατάφερε, παρά τη συνδρομή του Μενέλαου Θεοφανίδη (που είχε ήδη επιχειρήσει δύο φορές να αναστήσει τη μουσική κωμωδία στο ίδιο θέατρο τις σεζόν 1956-57 και 1957-58 με συνεργάτη τον Νίκο Σταυρίδη--και τη δεύτερη σεζόν και τη Ρένα Βλαχοπούλου--με αποτελέσματα απλώς συμπαθητικά), του αδελφού του Ηρακλή Θεοφανίδη και καλών ηθοποιών όπως ο Κούλης Στολίγκας, η Μαρίκα Κρεββατά και η Σοφία Βερώνη. Ο θίασος παρουσίασε ως πρώτο έργο τον Οκτώβριο το Ο έρωτας είν' η ζωή μας του Δημήτρη Γιαννουκάκη, ενώ τον Νοέμβριο παρουσίασε μια διασκευή της κωμωδίας Δεν θα τα πάρεις μαζί σου των Κάουφμαν και Χαρτ. Το κοινό δεν ανταποκρίθηκε και ο θίασος διαλύθηκε στο τέλος Νοεμβρίου. Λίγες μέρες αργότερα τον διαδέχτηκε στη σκηνή του Διάνα ο θίασος του Δημήτρη Παπαμιχαήλ με τα Οργισμένα νιάτα του Όσμπορν.

Χαρτάκι στα παρασκήνια μάλλον του θεάτρου Μετροπόλιταν,
το καλοκαίρι του 1960. Στο καρέ η Ρένα Βλαχοπούλου
(που παράλληλα δέχεται τις περιποιήσεις της κομμώτριας),
η Άννα Μαντζουράνη, η Έλσα Ρίζου και μια ηθοποιός
της οποίας την πλάτη δεν αναγνωρίζω δυστυχώς...

Η Ρένα Βλαχοπούλου και η Άννα Μαντζουράνη είχαν ήδη συνεργαστεί αρκετές φορές σε επιθεωρήσεις στα θέατρα Ακροπόλ, Ριάλτο, Μετροπόλιταν, ενώ συνεργάστηκαν ξανά και στο Κοτοπούλη-Ρεξ τη σεζόν 1972-73. Συναντήθηκαν επίσης στον κινηματογράφο, στις ταινίες Η ζηλιάρα και Της πολιτσμάνας το κάγκελο, παραγωγές της εταιρίας Καραγιάννης-Καρατζόπουλος (η Μαντζουράνη ήταν παντρεμένη με τον Αντώνη Καρατζόπουλο), όπου διακρίνει κανείς μια ωραία χημεία ανάμεσα στις δύο καλλιτέχνιδες.

Ρένα Βλαχοπούλου και Άννα Μαντζουράνη στην ταινία του Κώστα Καραγιάννη
Της πολιτσμάνας το κάγκελο (1980)

Αν και η Μαντζουράνη είχε σπουδάσει στη σχολή μουσικού θεάτρου του Τάκη Μουζενίδη και διακρίθηκε πρώτα στις επιθεωρήσεις του θεάτρου Ακροπόλ (όπου, βέβαια, είχε την υποστήριξη του Βασίλη Μπουρνέλλη με τον οποίο συνδέονταν ερωτικά), έχει μείνει στη μνήμη μας και για τις ερμηνείες της σε ρόλους δραματικών αποχρώσεων στις ταινίες Θανάση, σφίξε κι άλλο το ζωνάρι και Μάθε, παιδί μου, γράμματα του Θόδωρου Μαραγκού (για τη δεύτερη τιμήθηκε και με το βραβείο Α' γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης). Η Άννα Μαντζουράνη πέθανε από καρκίνο στα 56 της χρόνια.

Άννα Μαντζουράνη και Ρένα Βλαχοπούλου σε κοσμική εκδήλωση...


Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2021

Σαν σήμερα το 1945: Ελεύθερες νύχτες

Στις 2 Αυγούστου 1945 δόθηκε στο θέατρο Ακροπόλ η γενική δοκιμή της επιθεώρησης των Γ. Ασημακόπουλου-Β. Σπυρόπουλου-Π. Παπαδούκα Ελεύθερες νύχτες της οποίας η πρεμιέρα δόθηκε την επόμενη μέρα. Ήταν η δεύτερη επιθεώρηση που ανέβαζε εκείνη τη σεζόν η "Μουσική Εταιρία Μαυρέα-Αυλωνίτη-θίασος Φιλιππίδη", "διά την οποίαν τόσος έγινε θόρυβος" (η πρώτη ήταν το Μπλε και άσπρο).

Την επομένη της πρεμιέρας ο Γιάννης Φερμάνογλου δημοσίευσε μια ενδιαφέρουσα κριτική-ρεπορτάζ στη Βραδυνή:

Χρόνια πολλά ασφαλώς, το μουσικό μας θέατρο θα είχε να γνωρίση πιέννα όπως η χθεσινή της νέας επιθεωρήσεως "Ελεύθερες νύχτες". Ό,τι εκλεκτότερο έχει να επιδείξη η κοσμική Αθήνα παρευρέθη στην χθεσινή πρεμιέρα του "Ακροπόλ", και τα ταμεία του θεάτρου είχαν κλείσει πολύ προ της ενάρξεως.

Όπως το "Μπλε και Άσπρο", έτσι και οι "Ελεύθερες νύχτες" δεν είνε απλώς μια επιθεώρησις. Είνε μία μεγαλοπρεπής φεερί με ονειρώδη διάκοσμον του Κλώνη, πρωτοφανή ιδίως αυτήν την φορά για το ελληνικό θέατρο, με εκθαμβωτικόν πλούτον τουαλεττών για την σημερινή εποχή, με αλλεπάλληλα "τρυκ", με συμμετρικά μπαλλέτα, με αριστείς εκτελεστάς και με αξιόλογο πνεύμα, που συναγωνίζεται θαυμάσια, όπως έλεγε χθες ένας συνάδελφος που ήλθε μόλις προ ολίγων ημερών από το Παρίσι, την τελευταία επιθεώρησι του Παρισινού θεάτρου "A.B.C.".

Από τα εξυπνότερα νούμερα της νέας αυτής δημιουργίας των κ.κ. Ασημακοπούλου-Σπυροπούλου-Παπαδούκα είνε η "Ερωτική Συμφωνία της Βάρκιζας" με τον Μαυρέαν--που είχε παραδόξως για πρώτη φορά χθες "τρακ", ίσως διότι έπαιξε με μεγάλο πυρετό--και την Μπέμπα Δόξα, "Οι δυο καρδιές" με την Ρένα Ντορ, την εκλεκτή καλλιτέχνιδα που εσκόρπισε το κέφι με το δαιμονισμένο της μπρίο, και την Δόξα, όπως επίσης και ένα ακόμη λεπτότατο νουμεράκι, το "Στο ρυθμό του γιούπι-γιούπι" με τον υπέροχο τυπίστα Κούλη Στολίγκα, που είνε ασφαλώς ο καλλιτέχνης του μέλλοντος, μαζί με την χαριτωμένη Κίτυ Άλμα που σημειώνει διαρκώς εξέλιξι και την Νανά Γκάτση, όπως και το "Ημερολόγιο μεγάλων ανδρών" με τον δημοφιλή θιασάρχη Μάνο Φιλιππίδη και την Πόπη Άλβα. Ωραιόταται αι χορευτικαί συνθέσεις, ιδιαίτερα δε το ειδύλλιο του "Φαύνου", μια μεγάλη επιτυχία του Γιάννη Φλερύ, που του δίδει την ευκαιρία να επιδείξη με το τόσο φυσικό παίξιμό του όλο το δυναμικό και πολυσύνθετο ταλέντο του, όπως επίσης και στο "Κόγκα" που αποτελεί ένα θαυμάσιο ζευγάρι μαζί με την αλματωδώς προοδεύουσα παρτεναίρ του Λίντα Άλμα. Ωραίο το φινάλε, ανεξαρτήτως όμως του πλούτου εις εμφάνισιν θα έπρεπε ίσως να είνε ακόμη καλλίτερο εις περιεχόμενο. Το σκετς δίδει φυσικά πεδίον δράσεως στην πρωταγωνίστρια του θιάσου Νανά Σκιαδά, προκαταλαμβάνει όμως τον θεατή με την εντύπωσι του προηγούμενου και χάνει εν μέρει το ενδιαφέρον του. Τα τραγούδια--το πρώτο ιδίως--και η τριφωνία, χωρίς να μειώνουν την προσωπικότητα της Ρένας Βλαχοπούλου, μπορούσαν να ήσαν καλλίτερα.

Συμπέρασμα: Για ένα τέτοιο ονειρώδες θέαμα που είνε ζήτημα αν έχει ξαναδή η Αθήνα, επιχείρησις, συγγραφείς, σκηνοθέτης και συνθέτης είνε άξιοι θερμών  συγχαρητηρίων.

Βραδυνή, 4-8-1945

Η Ρένα Βλαχοπούλου φωτογραφίζεται για το πρόγραμμα του Ακροπόλ.
Αρκετά τολμηρή πόζα για τα δεδομένα της εποχής (1945).
Φωτογραφία από το βιβλίο της Σπεράντζας Βρανά

Επιθεώρηση, καψούρα μου (εκδ. Γλάρος, 1985)

Παρόμοια καλά λόγια είχε να πει και η κριτική της Εστίας (6-8-1945) που υπογράμμισε "τον πολιτισμένον τρόπον που εδόθη η επιθεώρησις, ώστε να διερωτάται κανείς αν το ανέβασμα είχε γίνει εις τας Αθήνας. Η κουρελαρία, που ήτο μέχρι προ ολίγων ετών και είνε ακόμη διά μερικούς θιάσους το χαρακτηριστικόν του ανεβάσματος κάθε επιθεωρήσεως, αντεκαταστάθη από μίαν εξαιρετικώς πλουσίαν και καλαίσθητον παράστασιν, που διαδηλώνει και σκηνογράφου καλού την παρουσίαν και μίαν γενικωτέραν φροντίδα". Και το θέαμα που παρουσιάζει το Ακροπόλ γίνεται "όχι από τα απλώς καλλίτερα, αλλά τα σπάνια" χάρη στον σπινθηρισμό "της σατύρας, της υγιούς ευθυμίας, ενός ειλικρινούς πατριωτισμού".

Αντίθετη γνώμη είχε, λίγες μέρες αργότερα, ο Λ. Σάββας (ψευδώνυμο του Γιώργου Σεβαστίκογλου) στον Ριζοσπάστη (19-8-1945). Ενώ το Μπλε και άσπρο, η προηγούμενη επιθεώρηση, τον είχε ικανοποιήσει με την "αρκετά επίκαιρη και έξυπνη" σάτιρα, το προσεγμένο θεαματικό μέρος και το "υποφερτό" μπαλέτο,  με τις Ελεύθερες νύχτες "η προσπάθεια αυτή πισωδρομάει απ' την άποψη της σάτυρας (που παραείναι 'άκακη'), προχωρεί στο χορευτικό και τα σκηνικά και μένει στάσιμη (αντιγράφεται δηλαδή) στην παλιά, κακή φόρμα, που σαν προπατορικό αμάρτημα τυποποιεί την επιθεώρηση εδώ και χρόνια. Τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια--νούμερα, τύποι, στίχοι, ομοιοκαταληξίες, τα πάντα". Το αποτέλεσμα είναι να "πληρώνουν τη νύφη" οι θεατές αλλά και οι ηθοποιοί: "Η Ρένα Ντορ μένει η Ρένα Ντορ κι ο Μαυρέας Μαυρέας κι ο Φιλιππίδης κι ο Αυλωνίτης κι η Σκιαδά κι οι πάντες. Μόνη εξαίρεση ακόμη ο Στολίγκας, που δεν πρόλαβε να τον ισοπεδώσει η ρουτίνα". Δυστυχώς, γράφει ο Σεβαστίκογλου, η επιθεώρηση "περιορίζεται να μας παρουσιάζει κοσμαγάπητους ηθοποιούς--και τέχνη μηδέν". Έτσι όμως χάνει την ευκαιρία "να εξελιχθεί σε σπουδαίο θεατρικό είδος, δημιουργώντας ατόφιους ελληνικούς τύπους κι ελληνική παράδοση". Και όσο καλά και να είναι τα χορευτικά και τα πλούσια σκηνικά, δεν συμπληρώνουν το βασικό κενό που αφήνουν οι Ελεύθερες νύχτες, τη σάτιρα δηλαδή "της τωρινής κατάντιας μας σαν κράτος". Και κλείνει την κριτική του αναρωτώμενος: "Ως πότε θα χαραμίζεται έτσι το θεατρικό αυτό είδος που έχει την πιο πλατειά ανταπόκριση μέσα στο λαό;".

Δεν έχω ανακαλύψει τον τίτλο της τριφωνίας στην οποία συμμετείχε η Ρένα Βλαχοπούλου--ούτε τα ονόματα των δυο ηθοποιών που την πλαισίωναν. Ξέρω όμως ότι ερμήνευε το τραγούδι του Ιωσήφ Ριτσιάρδη "Σ' αγαπώ, μη μου λες να σε ξεχάσω":

Σ' αγαπώ, μη μου λες να σε ξεχάσω
γιατί δίχως εσέν' αν βρεθώ 
κι αν μια ώρα μονάχα σε χάσω
σου τ' ορκίζομαι θα τρελαθώ.

Σ' αγαπώ, μη μου λες να ξεχαστούμε
και καινούρια να χτίσω φωλιά,
μα για πες μου σαν θα χωριστούμε
πού θα βρω τα δικά σου φιλιά.

Ενώ, στην αρχή της δεύτερης πράξης, η Ρένα εμφανιζόταν σε ένα χορευτικό των Φλερύ-Άλμα με τίτλο "Ανατολή", στο οποίο υποδυόταν τη σκλάβα σ' ένα χαρέμι και τραγουδούσε την ιστορία της "Λεϊλά":

Σε μια χώρα μαγεμένη,
μακριά πολύ,
για τον έρωτα πλασμένη
στην Ανατολή,
μια μικρή χωρίς αγάπη
με καημό βαθύ
σ' έναν άπονο σατράπη
έχει σκλαβωθεί.

Μα στο σκυθρωπό χαρέμι κάθε βραδιά
η καρδούλα της πώς τρέμει--φτωχή καρδιά.
Καρτερεί τον όμορφο που θα φανεί,
μες στη νυχτιά προσμένει
για να της πει τα γλυκά
τα τραγούδια τα ερωτικά
που τα λαχταράει μυστικά.

Λεϊλά, φτωχή μου Λεϊλά
για κοίτα το φεγγάρι εκεί ψηλά
Λεϊλά, γλυκιά μου Λεϊλά
για μας τους δυο, λες, χαμογελά...

Στην επιθεώρηση εκείνη η Ρένα Ντορ και η Μπέμπα Δόξα παρουσίαζαν με μεγάλη επιτυχία το ντουέτο "Οι καρδιές εν δράσει". Η Δόξα υποδυόταν τη ρομαντική καρδιά του χθες και η Ντορ τη μοντέρνα καρδιά του σήμερα:

Δόξα: Είμαι καρδιά πλασμένη για αισθήματα
αισθήματα λεπτά, ρομαντικά.
Περιφρονώ τα πλούτη και τα χρήματα
για δυο θερμά λογάκια ερωτικά.

Ντορ: Είμαι καρδιά μοντέρνα και με πείσματα
ο έρωτας για μένα είναι σπορ
και έχω αρκετά διαμερίσματα
με όλα τ' απαραίτητα κομφόρ.

Το καλοκαίρι του 1952, στο θέατρο Ακροπόλ και πάλι, οι συγγραφείς φρέσκαραν το νούμερο για να το ερμηνεύσει και πάλι η Ρένα Ντορ ντουέτο με τη Ρένα Βλαχοπούλου αυτή τη φορά (στον ρόλο της ρομαντικής καρδιάς). Οι δύο Ρένες όμως δεν θέλησαν να το παίξουν, οπότε το νούμερο δόθηκε και πάλι στην Μπέμπα Δόξα αλλά και στη Σπεράντζα Βρανά, που έκανε τη "μοντέρνα καρδιά" ακόμα πιο μάγκισσα... (το νούμερο αναβίωσε η Βρανά, παρέα με τον αξέχαστο Πάνο Χατζηκουτσέλη στον ρόλο της Μπέμπας Δόξα στη ραδιοφωνική εκπομπή του 9.84 Ας επιθεωρησιολογήσουμε αλλά και στην τηλεοπτική εκπομπή της ΕΤ2 Μεγεθύνσεις...).

Η Μπέμπα Δόξα και η Σπεράντζα Βρανά ως "δυο καρδιές"
στην επιθεώρηση του θεάτρου Ακροπόλ
Να τι θα πει Αθήνα (1952).
Από το αρχείο της Μπέμπας Δόξα που φυλάσσεται
στο Τμήμα Παραστατικών Τεχνών
του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ


Τέλος αξίζει να αναφέρουμε πως είχε αρχικά ανακοινωθεί πως στις Ελεύθερες νύχτες η Ρένα Βλαχοπούλου θα εμφανιζόταν σε ένα μουσικό σκετς που θα συνδυαζόταν με κινηματογραφική προβολή, αυτό το σχέδιο όμως δεν πραγματοποιήθηκε. 

Οι Ελεύθερες νύχτες παίχτηκαν με μεγάλη επιτυχία όλη τη θερινή σεζόν του 1945, μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου--μόνο που λόγω της ξαφνικής κακοκαιρίας ο θίασος μεταφέρθηκε στον Ορφέα στα μέσα του Σεπτέμβρη. Στη συνέχεια, από τις 2 έως τις 21 Οκτωβρίου ο θίασος παρουσίασε τα καλύτερα νούμερα των επιθεωρήσεων Μπλε και άσπρο και Ελεύθερες νύχτες σε ένα ενιαίο θέαμα. Από τα τραγούδια της Ρένας αυτή η "Best of" παράσταση περιλάμβανε το "Σ' αγαπώ, μη μου λες να σε ξεχάσω" και το χορευτικό της Ανατολής...     

  

Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Κυριακή 1 Αυγούστου 2021

Σαν σήμερα το 1941: Στην Όαση και πάλι

Την 1η Αυγούστου 1941 η Ρένα Βλαχοπούλου επέστρεψε στο βαριετέ Όασις του Ζαππείου, που ήταν, όπως έχουμε ήδη πει, το πρώτο βαριετέ στο οποίο εμφανίστηκε τον Αύγουστο του 1940. 


Το καλοκαίρι του 1941 η Ρένα εμφανιζόταν αρχικά, όπως επίσης είδαμε, στο βαριετέ Πεύκα, που βρισκόταν κι αυτό στο Ζάππειο, με κονφερανσιέ τον μέγιστο Αττίκ. Στην Όαση δεν είμαι σίγουρος ποιος ήταν ο κονφερανσιέ εκείνη τη χρονιά. Ο Μίμης Τραϊφόρος, το μεγάλο όνομα της Όασης, είχε σταματήσει τη συνεργασία του με τον επιχειρηματία Αντώνη Ζερβό το προηγούμενο καλοκαίρι. Θυμάμαι τον ηθοποιό Γιώργο Γρηγορίου να λέει στον Αρτέμη Μάτσα πως εκείνος διαδέχτηκε τον Τραϊφόρο στον ρόλο του κονφερανσιέ, αλλά δεν ανέφερε αν αυτό συνέβη στο τέλος του καλοκαιριού του 1940 ή το καλοκαίρι του 1941. Πάντως ο Γρηγορίου θυμόταν ότι η νεαρή τότε Ρένα Βλαχοπούλου τον παρακάλεσε να λέει "δυο λογάκια" και για εκείνη όταν την παρουσίαζε στο κοινό (όπως άλλωστε έκανε κι ο Τραϊφόρος...), αλλά εκείνος της είπε ότι αφού είναι στο ξεκίνημά της δεν μπορεί να πει ακόμα πολλά λόγια για εκείνη. Της υποσχέθηκε ότι θα λέει περισσότερα όταν γίνει μεγάλη και τρανή--κάτι που έκανε πολλά χρόνια αργότερα, όταν συναντήθηκαν ξανά στο θέατρο Ακροπόλ. Ο Γρηγορίου εμφανίστηκε και σε κάποιες ταινίες με τη Ρένα, όπως στο Κάτι να καίει, στην πλαζ της Αγίας Τριάδας στη Θεσσαλονίκη. Όταν η Ρένα ψάχνει τον Ντίνο Ηλιόπουλο, ο Γρηγορίου είναι ο πρώτος άντρας τον οποίο ρωτάει αν τον λένε Ντίνο και εκείνος της απαντά "Όχι, κυρά μου" για να εισπράξει την αντίδρασή της: "Κερί και λιβάνι!..."

Ο Γιώργος Γρηγορίου και η Ρένα Βλαχοπούλου
στην ταινία της Φίνος Φιλμ και του Γιάννη Δαλιανίδη

Κάτι να καίει (1964)

Πάμε πίσω στο πρώτο κατοχικό καλοκαίρι. Γενικά, όπως είναι γνωστό, τα προγράμματα των βαριετέ ήταν πολύ ρευστά και εκτός του ότι γίνονταν αλλαγές στο πρόγραμμα κάθε βδομάδα ή κάθε δύο βδομάδες, γίνονταν και... μεταγραφές. Για παράδειγμα, στις 21 Ιουλίου 1941 διαβάζουμε ότι στην Όαση εμφανίζεται μεταξύ άλλων και η Κάκια Μένδρη.

Βρισκόμαστε ακόμα στο καλοκαίρι του 1941
και η αισχροκέρδεια κάποιων εμπόρων
που κρύβουν τρόφιμα
γίνεται ήδη νούμερο στα βαριετέ,
πριν ακόμα οργιάσει η μαύρη αγορά...
Τον αισχροκερδή Γιάννη Σπαρίδη
μηνύει η απολαυστική Μαρίκα Μαντινειού.


Στις 29 Ιουλίου 1941 όμως διαβάζουμε ότι η Κάκια Μένδρη έχει προστεθεί στο δυναμικό των Πεύκων, όπου η Ρένα Βλαχοπούλου είναι, πλέον, το δεύτερο όνομα (τιμητικότατη θέση για μια τόσο νέα καλλιτέχνιδα, δεδομένης μάλιστα και της μεγάλης απήχησης της "Βασίλισσας των δίσκων" Κάκιας Μένδρη).


Αλλά δυο μέρες μετά, σαν σήμερα δηλαδή, διαβάζουμε ότι η Ρένα Βλαχοπούλου προστίθεται στο δυναμικό της Όασης. Έχει ολόδικιά της διαφήμιση στις εφημερίδες:



Πάνω από τη διαφήμιση της εμφάνισης της Ρένας Βλαχοπούλου (μαζί με 20 ακόμη νούμερα) στην Όαση βλέπουμε διαφήμιση για την πρεμιέρα της οπερέτας Χριστίνα του Θ. Σακελλαρίδη που παρουσίαζε ο θίασος της Ζωζώς Νταλμάς, με σύμπραξη της Καίτης Βερώνη, στο θέατρο Λαού, στο Μεταξουργείο. Τεράστιο όνομα του προπολεμικού ελαφρού μουσικού θεάτρου η Νταλμάς, δεν κατάφερε ωστόσο το πρώτο κατοχικό καλοκαίρι να προσελκύσει το ενδιαφέρον του αθηναϊκού κοινού. Ο θίασός της παρουσίασε συνολικά επτά οπερέτες, αλλά αναγκάστηκε να διακόψει τις παραστάσεις του με μεγάλο παθητικό. Η ίδια ανηφόρισε στη Θεσσαλονίκη όπου συγκρότησε νέο θίασο, με τον οποίο έδωσε παραστάσεις επί δυόμισι χρόνια, και επανέκαμψε στη θεατρική ζωή της πρωτεύουσας την άνοιξη του 1944. 


Η Ζωζώ Νταλμάς πέθανε μάλλον ξεχασμένη, σαν αύριο, στις 2 Αυγούστου του 1988. Πιστή συντροφιά της ως το τέλος ο Αρτέμης Μάτσας και ο Δημήτρης Ιβάνωφ, ενώ τη στήριζαν οικονομικά και λίγες/-οι συνάδελφοί της, ανάμεσά τους και η Ρένα Βλαχοπούλου...

Η Ζωζώ Νταλμάς στο σπίτι της, το 1984



Σταθερός πόλος έλξης του κοινού της Όασης
η χορεύτρια Μπέλλα Σμάρω, 
που είχε δανείσει στη Ρένα το προηγούμενο
καλοκαίρι μια από τις τουαλέτες της.
Πρώτη συνάντηση της Ρένας
με το Τρίο Μουτσάτσος,
με το οποίο θα δεθεί καλλιτεχνικά
την επόμενη σεζόν...
 



Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Σάββατο 31 Ιουλίου 2021

Σαν σήμερα το 1956: Στην Αίγυπτο;

Στις 31 Ιουλίου 1956 διαβάζουμε στη θεατρική στήλη της εφημερίδας Τα Νέα:


Η ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ
Η δημοφιλής βεντέττα του ελαφρού τραγουδιού Ρένα Βλαχοπούλου δεν θα μετάσχη τελικώς στον υπό την Σοφία Βέμπο θίασο των "Συνεργαζομένων Καλλιτεχνών" κατά την χειμερινή περίοδο, μη επελθούσης συμφωνίας σε οικονομικά θέματα. Κατόπιν τούτου, η Ρένα Βλαχοπούλου προέβη σε διαπραγματεύσεις για την εμφάνισί της κατά την χειμερινή περίοδο, στο γνωστό κοσμικό κέντρο του Καΐρου "Ωμπέρζ ντε Πυραμίντ"
Τα Νέα, 31-7-1956

Τελικά η Ρένα Βλαχοπούλου δεν πήγε στην Αίγυπτο τη χειμερινή περίοδο 1956-57. Προτίμησε το θέατρο Ακροπόλ, αφού ο επιχειρηματίας Βασίλης Μπουρνέλλης τής έδωσε μια ικανοποιητική αμοιβή (το "κασέ" της είχε πλέον ανέβει...). Αντίθετα, παρά την είδηση που δημοσίευσαν την ίδια μέρα τα Νέα, ο Νίκος Σταυρίδης δεν εμφανίστηκε στο Ακροπόλ, αλλά προτίμησε να συνεργαστεί τη χειμερινή περίοδο με τον συμπατριώτη του Μενέλαο Θεοφανίδη: συγκρότησαν τον Θίασο "Ελληνική Μουσική Κωμωδία" που παρουσίασε στο θέατρο Διάνα τις μουσικές κωμωδίες Έτσι και την πιάσουμε των Τσιφόρου-Σακελλάριου, Γαμπρός με δόσεις του Δημ. Γιαννουκάκη και Πρώτη νύχτα γάμου του Μ. Θεοφανίδη (την προσπάθειά τους να διατηρήσουν ζωντανό το είδος της μουσικής κωμωδίας οι δύο Σαμιώτες συνεργάτες τη συνέχισαν και τη χειμερινή περίοδο 1957-58 με τη συνεργασία της Ρένας Βλαχοπούλου, όπως έχουμε πει αρκετές φορές).

Πρώτη επίσκεψη στις πυραμίδες. Φωτογραφία από την έκθεση
Diva Rena που διοργανώθηκε στο θέατρο Badminton το 2010
με επιμέλεια του Μάκη Δελαπόρτα και της Δέσποινας Βολίδη 

Όσο για την Αίγυπτο, στην οποία η Ρένα είχε εμφανιστεί με εξαιρετική επιτυχία τις σεζόν 1946-47 και 1953-54, την επισκέφτηκε, όπως έχουμε πει ξανά, για μια μοναδική εμφάνιση τον Ιούλιο του 1958... Πάντως έχουν διασωθεί δυο φωτογραφίες της από δυο διαφορετικές επισκέψεις της στις πυραμίδες...


Δεύτερη επίσκεψη στις πυραμίδες. Φωτογραφία από την έκθεση
Diva Rena που διοργανώθηκε στο θέατρο Badminton το 2010
με επιμέλεια του Μάκη Δελαπόρτα και της Δέσποινας Βολίδη

Για την ιστορία, να αναφέρω ότι στην ίδια σελίδα, χωρίς να "κατορθώσει" να προβληθεί ανάμεσα στις σημαντικές θεατρικές ειδήσεις της ημέρας (άλλωστε η αποχή του ζεύγους Παξινού-Μινωτή από το Φεστιβάλ Αθηνών ήταν πιο... πιασάρικη...), δημοσιεύεται ένα τρίπτυχο ειδήσεων που αφορούν τη Δανάη: πρώτον, ετοιμάζεται να αναχωρήσει για τουρνέ σε επαρχιακές πόλεις, δεύτερον, η εκπομπή Τραγούδια για λίγους του Εθνικού Προγράμματος του ΕΙΡ στη οποία λαμβάνει μέρος "αποκλειστικώς" η Δανάη θα μεταδίδεται πλέον κάθε Παρασκευή στις 10μμ (και όχι στις 8.30μμ), και, τρίτον, η Δανάη ηχογράφησε για λογαριασμό της εταιρίας Φίλιπς "μια σειρά από χωριάτικα ελληνικά τραγούδια" με μεγάλη ορχήστρα υπό τη διεύθυνση του Κώστα Γιαννίδη: επρόκειτο για ένα extended play 45άρι με τέσσερα δημοτικά τραγούδια που αποτελούσε μέρος της προσπάθειας της δισκογραφικής εταιρίας να συλλέξει τα πιο αντιπροσωπευτικά της μουσικής παράδοσης κάθε χώρας. Και όταν ο Γιαννίδης ρώτησε τη Δανάη: "Τι θα τραγουδήσεις; Αττίκ;" εκείνη του απάντησε ορθά-κοφτά: "Δημοτικά τραγούδια, φυσικά!"...


Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2021

Σαν σήμερα το 1960: Μεταπηδά στην πρόζα;

Στις 30 Ιουλίου 1960 διαβάζουμε στη θεατρική στήλη της εφημερίδας Τα Νέα:

Η ενδεχόμενη μεταπήδηση της Ρένας στην πρόζα κρίθηκε αρκετά σημαντική είδηση,
ώστε να συμπεριληφθεί, έστω και τελευταία, στις κυριότερες θεατρικές ειδήσεις 
της μέρας εκείνης...

Η ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕΤΑΠΗΔΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΖΑ;
Πληροφορούμεθα ότι στην εκλεκτή πρωταγωνίστρια του ελαφρού μουσικού θεάτρου Ρένα Βλαχοπούλου έγινε πρότασις να εμφανισθή κατά την ερχομένη χειμερινή περίοδο με κυοφορούμενο θίασο πρόζας.

Τα Νέα, 30-7-1960 


Περισσότερες λεπτομέρειες για τον κυοφορούμενο θίασο έδωσε η ίδια στήλη δύο μέρες αργότερα:

ΕΥΘΥΜΙΟΥ, ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ,
ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ, ΓΙΟΥΛΗ ΣΤΟ ΚΥΒΕΛΗΣ;
Σήμερα το μεσημέρι θα διευκρινισθή οριστικά αν το θέατρο Κυβέλης θα συνεχίση τη λειτουργία του ως θέατρο ή αν θα μετατραπή σε κινηματογράφο.
Στην περίπτωση που θα μείνη θέατρο από τους θιάσους που το διεκδικούν φέρεται ως επικρατέστερος θίασος κωμωδίας με επικεφαλής τους Χρήστο Ευθυμίου, Νίκο Σταυρίδη, Διονύση Παπαγιαννόπουλο, Ρένα Βλαχοπούλου και Σμαρούλα Γιούλη.
Εφ' όσον του παραχωρηθή το θέατρο της πλατείας Συντάγματος, ο θίασος θα αρχίση τις παραστάσεις του τον Οκτώβριο με κωμωδία Αλ. Σακελλάριου-Χρ. Γιαννακόπουλου, που θα γραφή ειδικώς για τους πέντε πρωταγωνιστάς-συνθιασάρχας.
Τα Νέα, 1-8-1960

Και ενώ η προοπτική δημιουργίας ενός τέτοιου θιάσου σε έργο αυτών των συγγραφέων φαινόταν άκρως ενδιαφέρουσα, δύο μέρες αργότερα διαβάζουμε και πάλι στα Νέα ότι το εγχείρημα ναυαγεί "λόγω υπερβολικών οικονομικών αξιώσεων του θεατρώνου Κ. Θεοδωρίδη, ο οποίος εζήτησε ως εφ' άπαξ το ποσόν των 100.000 δραχμών καταβλητέον αμέσως μετά την υπογραφή των συμβολαίων". Ωστόσο, το θέατρο Κυβέλης δεν θα λειτουργούσε ούτε ως κινηματογράφος επειδή ο Θεοδωρίδης (σύζυγος της Κυρίας Κυβέλης) είχε και πάλι υπερβολικές αξιώσεις από τον ενδιαφερόμενο επιχειρηματία Μανιάτη, καθώς ζήτησε να παραμείνουν δικά του τα μηχανήματα του κινηματογράφου μετά τη λήξη του συμβολαίου...

Ρένα Βλαχοπούλου και Χρήστος Ευθυμίου
συνθιασάρχες στο Ακροπόλ
τη χειμερινή σεζόν 1964-65.
Φωτογραφία από το βιβλίο της Σπεράντζας Βρανά
Επιθεώρηση, καψούρα μου
(εκδ. Γλάρος, 1985)

Τελικά η Ρένα Βλαχοπούλου συνεργάστηκε με τον Χρήστο Ευθυμίου σε επιθεωρήσεις τέσσερα χρόνια αργότερα (και για δύο χρόνια) και με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο στο σινεμά πέντε χρόνια αργότερα. Με τον Νίκο Σταυρίδη είχε ήδη συναντηθεί αρκετές φορές, ενώ και με τη Σμαρούλα Γιούλη είχε συνυπάρξει όταν εκείνη ήταν παιδάκι σε μουσικά πρωινά της Κατοχής και αργότερα για δύο εβδομάδες στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά... Πάντως, αν τελικά πραγματοποιούνταν αυτή η συνεργασία, ενδεχομένως η πορεία της Ρένας στο θέατρο να ήταν διαφορετική, αφού θα δοκιμαζόταν σε πρόζα σε μια φάση της καριέρας της στην οποία ακόμα διαμορφωνόταν η υποκριτική της ταυτότητα και μπορεί να της ανοίγονταν και άλλοι δρόμοι. Βέβαια, είχε ήδη νιώσει τις γλύκες της επιθεώρησης (καλύτερες αμοιβές, λιγότερη κούραση), οπότε και πάλι μπορεί να επέστρεφε στη φιλόξενη αγκαλιά της...


Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2021

Σαν σήμερα το 2004: Αυλαία

Στις 29 Ιουλίου 2004 πέθανε η Ρένα Βλαχοπούλου. Ήταν Πέμπτη, στις επτά το απόγευμα. Σήμερα συμπληρώνονται δεκαεφτά χρόνια και διάλεξα δεκαεφτά ατάκες από τις παλιές ταινίες της για να τιμήσω την επέτειο. Άλλες πιο δημοφιλείς, άλλες λιγότερο, φαντάζομαι, είναι όμως όλες τους ατάκες που κάθε φορά που βλέπω τις ταινίες, περιμένω να τις ακούσω για να χαμογελάσω. Δεν είναι πάντα κάτι πνευματώδες αυτό που λέει, αλλά έχει σημασία ο τρόπος που το λέει: αιφνιδιασμός, απορία, αυτοσαρκασμός, γκρίνια, θυμός υποδόριος που είναι έτοιμος να εκραγεί, νεύρα που συγκρατούνται με το ζόρι... Εύχομαι οι δεκαεφτά επιλογές μου να φέρουν και σε σας δεκαεφτά χαμόγελα...

Πρώτη ατάκα, από τη δεύτερη ελληνική ταινία της Ρένας Βλαχοπούλου, το Όταν λείπει η γάτα που προβλήθηκε την άνοιξη του 1962. Σενάριο Αλέκου Σακελλάριου-Χρήστου Γιαννακόπουλου και σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου. Το υπηρετικό προσωπικό ετοιμάζεται να γλεντήσει κρυφά από τα αφεντικά και η Μαριγώ αγωνιά μήπως τα αφεντικά πάρουν ένα αυτοκίνητο και επιστρέψουν από την Αίγινα, ώσπου πληροφορείται ότι η Αίγινα είναι νησί...


Η δεύτερη ατάκα προέρχεται από τη δεύτερη ταινία της Ρένας στη Φίνος Φιλμ. Ένα κορίτσι για δύο του Γιάννη Δαλιανίδη, μεταφορά της κωμωδίας των Ν. Τσιφόρου και Π. Βασιλειάδη Ερωτευτείτε παρακαλώ. Η χήρα Πολυξένη αντιδρά σε μια εκμυστήρευση του επίδοξου μνηστήρα της Προκόπη... 


Η τρίτη και η τέταρτη ατάκα είναι από το μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη Κάτι να καίει που προβλήθηκε τον Γενάρη του 1964. Η Σοφία συνομιλεί με τον ρεσεψιονίστ ενός ξενοδοχείου της Θεσσαλονίκης.





Η πέμπτη ατάκα προέρχεται επίσης από το Κάτι να καίει. Αυτή τη φορά η Σοφία επιχειρεί να απευθυνθεί σε έναν ρεσεψιονίστ άλλου ξενοδοχείου που της μιλά όμως στα γαλλικά.


Η έκτη και έβδομη ατάκα προέρχονται από την κινηματογραφική μεταφορά της Χαρτοπαίχτρας του Δημήτρη Ψαθά που προβλήθηκε τον Γενάρη του 1965. Οι συγκεκριμένες ατάκες δεν υπάρχουν στο κείμενο της θεατρικής κωμωδίας, άρα ανήκουν στον Γιάννη Δαλιανίδη. Η Αλέκα ικετεύει τη Λελέ να μείνει να παίξουν οι δυο τους "ένα ψιλούτσικο", αλλά εκείνη της λέει ότι πρέπει να φύγει γιατί το πρωί θα έρθει γυναίκα για την μπουγάδα.


Αφού φύγει η Λελέ, η Αλέκα γκρινιάζει για τη μοίρα της...


`
Περνάμε σε άλλη μια κωμωδία του Δημήτρη Ψαθά που γύρισε την άνοιξη του 1965 για τη Φίνος Φιλμ ο Γιάννης Δαλιανίδης: Φωνάζει ο κλέφτης. Η Λία τα βάζει με τον σύζυγό της Σόλωνα, ο οποίος προσπαθεί να κάνει τη βραδινή προσευχή του...


Για την ένατη ατάκα μεταφερόμαστε από τη Φίνος Φιλμ στον οργανισμό Καραγιάννης-Καρατζόπουλος. Στην ταινία Βίβα Ρένα, παραγωγή του 1967 σε σενάριο του Λάκη Μιχαηλίδη και σκηνοθεσία του Κώστα Καραγιάννη, ο Στρατάκιας λέει στην αδελφή του Ρένα ότι αν τον είχε αφήσει να συνθέσει, θα γινόταν ο "Στράους της Ελλάδος"!


Επιστρέφουμε στη Φίνος Φιλμ, για το "δέκα το καλό", την Παριζιάνα, που προβλήθηκε τον Δεκέμβρη του 1970. Μια ατάκα που δεν υπάρχει στο σενάριο της ταινίας (ευχαριστώ τον συλλέκτη Κώστα Πατσαλή για την πληροφορία), άρα πρόκειται για προσθήκη είτε της Ρένας είτε του Δαλιανίδη στις πρόβες και στο γύρισμα του πλάνου. Η Πελαγία προσπαθεί να ηρεμήσει τον Βαγγέλη που θέλει να γράψει ένα τρελό σέικ για τον απελπισμένο έρωτά του.


Την άνοιξη του 1970 προβάλλεται η ταινία που η Ρένα αγαπούσε πιο πολύ: Μια τρελή τρελή σαραντάρα, κινηματογραφική μεταφορά από τον Γιάννη Δαλιανίδη της κωμωδίας των Αλέκου Σακελλάριου-Χρήστου Γιαννακόπουλου Σαράντα και... Η ενδέκατη ατάκα προέρχεται από τον καυγά ανάμεσα στην Τζένη και τα αδέλφια της για τον κύριο Χατζηθωμά...


Την επόμενη σεζόν η Ρένα γίνεται πρώτα Η θεία μου η χίπισσα και περιμένει με λαχτάρα τα γράμματα της κόρης της που σπουδάζει στην Αμερική. Τη δωδέκατη ατάκα την απευθύνει στον ρεσεψιονίστ του ξενοδοχείου που της δίνει ένα γράμμα. 


Και στη συνέχεια γίνεται Μια Ελληνίδα στο χαρέμι: η Ρένα θρηνεί για τον πλούσιο θείο που πέθανε και μαλώνει με τις άλλες ανηψιές του για τη μοιρασιά της περιουσίας. 


Στο νούμερο δεκατέσσερα ομαδοποιώ ατάκες του μέντιουμ Ρένα Μπιμπίδου από την ίδια ταινία φυσικά...


Την επόμενη σεζόν Η κόμησσα της Κέρκυρας μας δίνει τη δέκατη πέμπτη και την δέκατη έκτη ατάκα. Η σιόρα Αγγιολίνα αμφισβητεί τις μουσικές γνώσεις του μάνατζερ ενός καλλιτεχνικού ομίλου από την Ιταλία...


 Και αργότερα συνομιλεί με τον άλλο μάνατζερ που τη ρωτά αν έχει τηλέφωνο.


Και κλείνω το αφιέρωμα στα 17 χρόνια από τον θάνατο της Ρένας με μια ατάκα από την ταινία του Αλέκου Σακελλάριου Η Ρένα είναι οφ-σάιντ. Η Ρένα ζητά από την οικιακή βοηθό της να την αφήσει μόνη με τον Αργεντινό ποδοσφαιριστή Χούλιο και τον μάνατζέρ του (ούτε αυτή η ατάκα υπάρχει στο σενάριο της ταινίας, άρα προέκυψε κατά το γύρισμα...).


Κυρία Βλαχοπούλου, για άλλη μια χρονιά "η σκέψη μου σε σας πετά", στους ρόλους σας, στις ατάκες σας, στα τραγούδια σας και σας ευχαριστώ, όπως πάντα, για τα πολύτιμα δώρα σας...


Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Τετάρτη 28 Ιουλίου 2021

Σαν σήμερα το 1976: "Στη φωλιά του ΚούΚου...ε", "Ρετρό" και άλλες επιθεωρήσεις...

Στις 28 Ιουλίου 1976 η Ρένα Βλαχοπούλου εμφανιζόταν στην επιθεώρηση Στη φωλιά του ΚούΚου...ε που είχε ανέβει στο θέατρο Παρκ στις 19 Ιουνίου. Τα κείμενά της είχαν γράψει ο Κώστας Νικολαΐδης και ο Πυθαγόρας και τη μουσική της ο Ζακ Ιακωβίδης (και ο αρχικός τίτλος της ήταν Στα σαγόνια του Λαμπρία, στη φωλιά του ΚούΚου...ε). Δεν είμαι σίγουρος για τη σειρά με την οποία πρέπει να παρουσιάσω τα ονόματα των ηθοποιών, αφού υπήρχε το εξής τερτίπι στο πρόγραμμα: αριστερά κάποια ονόματα με πρώτο του Σωτήρη Μουστάκα και δεξιά, χώρια, τα ονόματα της Ρένας Βλαχοπούλου και του Θανάση Βέγγου (και οι φωτογραφίες τους βρίσκονταν σε ένα ένθετο φύλλο, το συνήθιζε αυτό τότε ο παραγωγός Βαγγέλης Λιβαδάς). 


Και η διαφήμιση τοποθετεί το όνομα της Ρένας μόνο του, στα δεξιά, και μέσα σε συννεφάκι  με τον χαρακτηρισμό "ανεπανάληπτη", ενώ "συμμετέχει" ("εκτάκτως" σε κάποιες διαφημίσεις) ο Θανάσης Βέγγος (που άρχισε να εμφανίζεται στο έργο μία εβδομάδα μετά την πρεμιέρα, στις 26 Ιουνίου).

-

Οι δύο συγγραφείς σε δήλωσή τους προς τον Τύπο "βεβαιώνουν ότι έδωσαν όλον τον εαυτό τους για να γράψουν 'μια επιθεώρηση επίκαιρη γεμάτη πολιτική και κοινωνική σάτιρα, μ' ένα πνεύμα προοδευτικό, δίνοντας την εικόνα της σύγχρονης ζωής καυστικά, ανεπηρέαστα, αδέσμευτα και προπαντός γελαστικά'" (Τα Νέα, 19-6-1976). Κάποια από τα νούμερα της παράστασης ήταν το "Στα σαγόνια της εφορίας" με τη Ρένα Βλαχοπούλου, απαυδισμένη από τη θεατρική της ζωή και το κυνηγητό της εφορίας, αλλάζει διαρκώς επαγγέλματα, από γκαρσόνα μέχρι τροτέζα, το "Τιμάριθμε, κατέβα να φάμε" με τον Θανάση Βέγγο, ανθρωπάκι του λαού και το "Μια πλύστρα βγάζει τα άπλυτα", ένα "νούμερο καθάρσεως" με τον Γιάννη Βογιατζή, Ο Σωτήρης Μουστάκας και ένα γκρουπ τρελών στο νούμερο "Στη φωλιά του κούκου" εκτελούν μια επίκαιρη παρωδία της ομότιτλης κινηματογραφικής επιτυχίας (που είχε παρουσιαστεί και σε αθηναϊκό θέατρο λίγους μήνες νωρίτερα). Στο δεύτερο μέρος του έργου παρουσιαζόταν μια παρωδία του σίριαλ Οι δίκαιοι με ολόκληρο τον θίασο.

Από τη σελίδα του Facebook Μουσικό Θέατρο
του ηθοποιού και χορευτή Γιάννη Χριστόπουλου

Προτού σας παρουσιάσω τις κριτικές που γράφτηκαν για την παράσταση, σκέφτηκα να κάνω έναν αρκετά μεγάλο περίπατο στις επιθεωρησιακές σκηνές του καλοκαιριού του 1976. Βασικός οδηγός μου είναι κάποια ρεπορτάζ του Μπάμπη Κομνηνού στον Ταχυδρόμο, από τα οποία παρουσιάζω κάποια εκτενή αποσπάσματα. Η αίσθηση που μου δημιουργείται είναι ότι οι επιθεωρήσεις του καλοκαιριού εκείνου δεν είχαν καταφέρει να παρουσιάσουν πολύ ενδιαφέροντα κείμενα...
Δυστυχώς όμως αν κάτι λείπει από τις επιθεωρήσεις, που παίζονται φέτος καλοκαίρι στην Αθήνα, είναι ακριβώς η σημερινή πραγματικότητα. Είναι πραγματικά περίεργο, αλλά τη στιγμή που η εσωτερική και η διεθνής πραγματικότητα προσφέρουν τόσα καυτά θέματα, συγγραφείς δοκιμασμένοι, με επιτυχίες στο παρελθόν--ακόμα και μέσα στην τόσο δύσκολη για την επιθεώρηση εφταετία--φαίνεται να νοιώθουν αμηχανία μπροστά στα σημερινά προβλήματα και καταφεύγουν τις περισσότερες φορές σε δυο εύκολες λύσεις: Τη νοσταλγική αναπόληση παλιών καλών καιρών και την τηλεόραση--τον φοβερό αυτό παραμορφωτικό καθρέφτη της επικαιρότητας.
Ρετρό...
Η νοσταλγική αναπόληση, το "ρετρό" όπως το λένε σήμερα, είναι η μεγάλη μόδα της εποχής. Σε μεγάλες ή μικρές δόσεις υπάρχει σε όλες σχεδόν τις φετεινές επιθεωρήσεις. 
Ο Ορέστης Λάσκος με τους συνεργάτες του αναβιώνουν το κατοχικό βαριετέ "Αλκαζάρ" στο θέατρο "Μινώα", ενώ η επιθεώρηση που παίζεται στο "Δελφινάριο" μάς μεταφέρει 50 χρόνια πίσω, στο παλιό θέατρο Φαλήρου. "Φάληρο 1926-1976" ονομάζεται και το χορευτικό ρετρό που παρουσιάζουν στο "Αθηναϊκό Κηποθέατρο" ο Δαρζέντας με την Ντόροθυ και το μπαλέτο τους, ενώ στο ίδιο θέατρο υπάρχει και άλλη αναδρομή, με σκετσάκια αυτή τη φορά, και με αφορμή ένα παγκάκι του πάρκου που "θυμάται". Αλλά και ο Αλέκος Λειβαδίτης στο ίδιο θέατρο "θυμάται", παρέα με μια λατέρνα, η Μπελίντα, στο "Δελφινάριο" μάς θυμίζει τα παλιά τραγούδια της, στο φινάλε του θεάτρου "Μπουρνέλλη" βρίσκουμε ένα "ρετρό στο λαϊκό τραγούδι"--που ουσιαστικά δεν είναι καθόλου "ρετρό", αφού τα τραγούδια που ακούγονται δεν έπαψαν ποτέ να τραγουδιούνται, και τα νοιώθουν πολύ δικά τους και πολύ σημερινά ακόμα και οι πιο νέοι από τους θεατές.
Και η μόδα του ρετρό φτάνει σχεδόν στον παροξυσμό με το "ρετρό μετά 50 χρόνια" που παρουσιάζει ο Παράβας στο "Δελφινάριο". Το εύρημα είναι καταρχήν έξυπνο--ο Παράβας γυρίζει το 2026 στο καμαρίνι του και "θυμάται" το 1976--η ερμηνεία είναι θαυμάσια, η όλη δομή του νούμερου αριστοτεχνική και θα χειροκροτούσαμε μια πραγματική δημιουργία αν δεν ξέπεφτε ξαφνικά σε φτηνή δημαγωγία και σε ένα ακόμα φτηνότερο λιβανωτό του Καραμανλή. 
Ο Ορέστης Λάσκος και ο Μητσάρας στην πρώτη εκδοχή του "Ρετρό"
στο θέατρο Μινώα.
Πηγή:
Ταχυδρόμος, 24-6-1976

Πάντως, η πιο πετυχημένη, εμπορικά τουλάχιστον, αναβίωση του ρετρό (αυτή που αν δεν κάνω λάθος αποτέλεσε την αφετηρία για να γνωρίσει νέες δόξες το ελαφρό τραγούδι με ανατυπώσεις παλιών ηχογραφήσεων στις 33 στροφές) συνέβαινε στη σκηνή του θεάτρου Μινώα, με τη συνεργασία του Γιώργου Λαζαρίδη και του Ορέστη Λάσκου. Παρουσιάστηκαν δύο διαφορετικές εκδοχές ως δεύτερο μέρος δύο επιθεωρήσεων αντίστοιχα, Μια τρύπα στο νερό και Ο Καραγκιόζης στο Αιγαίο. Και στις δύο εκδοχές πρωτοστατούσε ο Λάσκος ως κονφερανσιέ του παλιού βαριετέ Αλκαζάρ και παρουσίαζε το πρόγραμμα μιας κατοχικής βραδιάς (του 1943 και του 1944 αντίστοιχα) και μαέστρος, βασικό συστατικό ενός τέτοιου εγχειρήματος, ήταν ο Γιώργος Νιάρχος. Στην πρώτη παράσταση αστέρια του προγράμματος ήταν η πολυτάλαντη Νινή Ζαχά, ο τενόρος Κώστας Μανιατάκης και ο θρυλικός λαϊκός κωμικός Μητσάρας. 

Η Νινή Ζαχά παίζει κλαρινέτο
στην πρώτη εκδοχή του "Ρετρό"
στο θέατρο Μινώα.
Πηγή:
Ταχυδρόμος, 24-6-1976

Παρόλο που οι κριτικές και τα ρεπορτάζ ήταν θετικότατα για τους παραπάνω μύθους του παλιού βαριετέ, υπήρχε διχογνωμία για το αν το εγχείρημα ήταν πετυχημένο. Ο  Μπ. Κομνηνός (Ταχυδρόμος, 24-6-1976) έγραψε για την πρώτη εκδοχή πως "Οι 'παρενθέσεις' με τα χωνιά και τα επαναστατικά συνθήματα, με τις εκτελέσεις και τις λαθραίες ραδιοφωνικές εκπομπές, είναι πολύ αδύνατες και επιφανειακές και δεν μπορούν να ανασυνθέσουν ούτε υπαινικτικά την 'πραγματικότητα' της εποχής. Ακόμα και όταν ο Ορέστης Λάσκος διαβάζει το ποίημά του για τον αδελφό του, που σκοτώθηκε πολεμώντας ηρωικά σε μια ναυμαχία, εκείνο που λειτουργεί περισσότερο είναι η φυσική παρουσία του Λάσκου, που 'παίζει' μπροστά στο κοινό τον αλλοτινό του εαυτό, και η συγκίνηση που παράγεται είναι κάπως εξαναγκασμένη, πλαστή". Ο δημοσιογράφος λέει πολύ καλά λόγια για τα τρία "ιερά τέρατα" (η Ζαχά "δημιουργεί μια ζωντανή σχέση με το κοινό", ο Μανιατάκης είναι "ακούραστος ερμηνευτής", ο Μητσάρας είναι ένα "γνήσιο και πληθωρικό ταλέντο πρώτου μεγέθους"), αλλά θεωρεί ότι οι επιχειρηματίες τους εκμεταλλεύονται ως εμπορεύσιμο είδος: "αυτοί, οι βετεράνοι του πάλκου θα μπορούσαν να ενταχθούν στις ζωντανές δυνάμεις του θεάτρου μας. Θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν άμεσα μαζί μας". Αλλά αντί να τους δοθούν καινούρια νούμερα και τραγούδια, αφήνονται "να εμφανίζονται μόνο με τη σφραγίδα του 'ρετρό'" χωρίς "τη δυνατότητα να δώσουν κάτι ολοκληρωμένο". Δεν τηρούνται, καταλήγει, καθόλου τα προσχήματα, με αποτέλεσμα αυτό το στρίμωγμά τους στο δεύτερο μέρος να καταντά εκμετάλλευση "προσβλητική και για τους καλλιτέχνες και για το κοινό". Ο Θόδωρος Κρητικός (Ακρόπολις, 26-5-1976) συμφωνεί ότι η αναδρομή είναι "εξαιρετικά σύντομη και σκελετώδης, έτσι που να μην έχει τελικά νόημα παρά μόνο για τους 'μυημένους'" ενώ ο Στάθης Δρομάζος (Καθημερινή, 3-6-1976) πιστεύει ότι το θέαμα στηρίζεται στη "σημερινή παρουσία των βετεράνων του είδους" και αποτελεί "υπόδειγμα σκηνικού ήθους για σήμερα και για τότε που η μοναδική σχολή των θεατρίνων ήταν το σανίδι της σκηνής".

Διαφήμιση για τη δεύτερη εκδοχή του "Ρετρό"
που παρουσιάστηκε στις 20 Αυγούστου 1976.
Το όνομα της Δανάης, δικαίως, ξεχωρίζει...

Βλέποντας πάντως την τεράστια απήχηση που είχε αυτό το σύντομο πρόγραμμα, οι συντελεστές αποφάσισαν να αυξήσουν αισθητά τη διάρκεια της δεύτερης εκδοχής, στην οποία εμφανίζονταν πάλι ο Μανιατάκης και ο Μητσάρας, αλλά την παράσταση έκλεβαν η σπουδαία κωμικός Μαρίκα Νέζερ και η κορυφαία τραγουδίστρια-μεταφράστρια-ποιήτρια Δανάη Στρατηγοπούλου (που δέχτηκε την πρόταση να εμφανιστεί στο Μινώα στη διάρκεια μιας εκπομπής του Φρέντυ Γερμανού). Εμφανιζόταν ακόμα ο κωμικός Γιώργος Νάκος. Για τη Νέζερ ήταν μια τονωτική ένεση η εμφάνισή της αυτή (διέκοψε τη συνταξιοδότησή της με χίλιους φόβους, αλλά τελικά δεν το μετάνιωσε, δείτε στο YouTube μια άλλη εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού για να πάρετε μια ιδέα του τι παρουσίαζε στη σκηνή του Μινώα), καθώς μάγευε το κοινό με την "ανεξάντλητη μιμητική της ικανότητα", όπως έγραψε ο Αλκ. Μαργαρίτης (Τα Νέα, 24-9-1976). Για τη Δανάη, που, κατά τον Μαργαρίτη, "μια πλούσια σε περιεχόμενο πνευματική ζωή στη Λατινική Αμερική μάς την επανέφερε--από απλή τραγουδίστρια--σαν μια ηθική προσωπικότητα", ήταν μια ευκαιρία να επανασυνδεθεί με το παλιό της κοινό αλλά και να συστηθεί σε ένα νεότερο, εγκαινιάζοντας μια πενταετή διαδρομή στο τραγούδι με την οποία ολοκλήρωσε την τεράστια καριέρα της ως τραγουδίστριας το 1981.

Η Δανάη τραγουδά στο "Ρετρό" του θεάτρου Μινώα
Φωτογραφία από το βιβλίο του Γιώργου Λαζαρίδη

Πάμε παρασκήνιο (εκδ. Λιβάνη)

Στο πνεύμα του ρετρό, αλλά με μια σαφέστατα διαφορετική προσέγγιση, κινήθηκε εκείνο το καλοκαίρι και το Ελεύθερο Θέατρο που παρουσίαζε στο Άλσος Παγκρατίου την επιθεώρηση Το τραμ το τελευταίο. Το "Σαν σήμερα" δεν είναι ο χώρος για να παρουσιαστεί με λεπτομέρειες το εγχείρημα της ιστορικής, πλέον, ομάδας. Θα θυμίσω μόνο πως ο στόχος ήταν η αναβίωση της δεκαετίας 1950-1960, με αφορμή τα τραγούδια της, τα λαϊκά της αναγνώσματα, ακόμα και τα προπαγανδιστικά έντυπά της, "μέσα από τις ζωντανές, τις καυτές ακόμα μνήμες, με μια διάθεση κριτική, που εμποδίζει τη νοσταλγία να γίνει κυρίαρχο στοιχείο" (Μπ. Κομνηνός, Ταχυδρόμος, 17-6-1976). Πρόσωπα ρεαλιστικά (μια μάνα, μια νοικοκυρά) μπλέκονταν με πρόσωπα φανταστικά (ο Γιώργος Θαλάσσης) και οι ηθοποιοί του Ελεύθερου Θεάτρου παρουσίαζαν τη "δικιά τους αντίληψη γι' αυτό που παίζουν" με στόχο να ενεργοποιήσουν το κοινό που θα μπορούσε να δεχτεί ή να απορρίψει αυτή την αντίληψη...

Ο Κώστας Αρζόγλου και η Άννα Παναγιωτοπούλου
στις δοκιμές της παράστασης
Το τραμ το τελευταίο.
Πηγή: Ταχυδρόμος, 17-6-1976

Ξεστράτισα ίσως αρκετά με το ρετρό ("παραδοσιακό" και "πρωτοποριακό") αλλά δεν θα μπορούσα να μην το αναφέρω αφού αποφάσισα να παρουσιάσω το επιθεωρησιακό κλίμα του καλοκαιριού του '76 για να καταλήξω στις κριτικές για τη Φωλιά του ΚούΚου... ε (η οποία, από ό,τι φαίνεται, δεν είχε καμιά αναφορά στο ρετρό). Επανέρχομαι στο ρεπορτάζ του Μπάμπη Κομνηνού στον Ταχυδρόμο, γιατί δίνει μια καλή εικόνα για τα άλλα θέματα που απασχόλησαν τις επιθεωρήσεις της σεζόν, καταλήγοντας στο έργο του Παρκ. Πρωτοστατούσε λοιπόν, εκτός από τη ρετρό διάθεση, και η τηλεόραση...

Τηλεόραση...
Όσο για την τηλεόραση, όταν γίνεται πηγή θεμάτων για διάφορα νούμερα, τα αποτελέσματα είναι τουλάχιστον θλιβερά. Κλείνοντας τα μάτια στην πραγματικότητα και αντλώντας από το υποκατάστατό της, την τηλεόραση, δεν μπορείς παρά να αναπαράγεις και να επιτείνεις τη σύγχυση. Και ακόμα να καταποντίσεις ηθοποιούς. Όπως τη Ρένα Βλαχοπούλου, που όσο και να αγωνίζεται, δεν καταφέρνει να σώσει τίποτα από το εντελώς απαράδεκτο νούμερο που της έγραψαν οι συγγραφείς του Παρκ".
Πολύ καλύτερα είναι τα πράγματα όταν η τηλεόραση γίνεται η ίδια αντικείμενο σάτιρας. Όπως συμβαίνει στο "Μπουρνέλλη" και στο "Δελφινάριο" όπου η Σούλη Σαμπάχ και η Άννα Μαντζουράνη αντίστοιχα, αφήνουν πολύ καλή εντύπωση σαν σπηκερίνες της T.V.
...Και Μεγάλη Ιδέα
Ρετρό και τηλεόραση, λοιπόν. Δηλαδή φυγή ή παραμόρφωση της πραγματικότητας. Από την οποία μένουν μόνο λίγα ψήγματα. Όπως το "εθνικόν θέμα" και η διένεξή μας με την Τουρκία. Που αντιμετωπίζεται, όμως, σχεδόν σε όλες τις επιθεωρήσεις, μέσα από το πρίσμα της "Μεγάλης Ιδέας". Το κοινό, βέβαια, δεν δείχνει να συγκινείται από συνθήματα του τύπου "θα πάρουμε την Πόλη" και "θα φτάσουμε στην Κόκκινη Μηλιά".
Από τα "εθνικά" νούμερα αυτού του είδους, τα πιο "πετυχημένα" σίγουρα η "Γκαρσόνα" της Σάσας Καστούρα στο "Κηποθέατρο" και ο "Τροχονόμος του Αιγαίου" με τον Χατζηχρήστο και όλο τον θίασο στο φινάλε του "Μπουρνέλλη". 
Όσο για την πολιτική σάτιρα, συστατικό απαραίτητο άλλοτε σε κάθε επιθεώρηση, εξαντλείται τώρα, τις περισσότερες φορές, σε μερικά αστειάκια για τα αυτιά του Παπαληγούρα, ή, το πολύ-πολύ φτάνει μέχρι ένα... υμνολόγιο του Καραμανλή, με την επανάληψη του γνωστού "μετά τον Καραμανλή τα τανκς". Αμηχανία ή "αυτοσυγκράτηση", διστακτικότητα ή "σκιά λογοκρισίας";
Όμως πέρα από μόδες και επιρροές, πέρα από αδύνατα ή και κακά, πολλές φορές, κείμενα, επιθεώρηση υπάρχει πάντα, όταν υπάρχουν ηθοποιοί που την υπηρετούν σωστά. Και, ευτυχώς, αυτό είδος δεν έχει εκλείψει από την αθηναϊκή σκηνή.
Πηγή: Ταχυδρόμος, 29-7-1976
Τη λαμπρότερη εμφάνιση, φέτος το καλοκαίρι, την κάνει αναμφισβήτητα ο μοναδικός φαντεζίστας ηθοποιός μας Ντίνος Ηλιόπουλος. Στο "Δελφινάριο", όπου εμφανίζεται, χαρίζει απολαυστικές στιγμές σαν "γιος του διαβόλου", σε ένα νούμερο που, στο γράψιμό του, συνεργάστηκε και ο ίδιος, πλουτίζοντάς το με το ιδιόρρυθμο χιούμορ του. Το ίδιο συναρπαστικός είναι και στο ντουέτο του με έναν άλλο μεγάλο κωμικό, τον Σταύρο Παράβα, στο δεύτερο μέρος της ίδιας επιθεώρησης. 
Αλλά και ο Κούλης Στολίγκας, πάλι στο "Δελφινάριο", είτε μόνος του είτε σε ντουέτο με τον Παράβα, επιβεβαιώνει το μεγάλο ταλέντο του, ενώ ο αμίμητος Τάσος Γιαννόπουλος θριαμβεύει στο "Αθηναϊκό Κηποθέατρο" σαν μπάρμπα-Γιάννης Καματερός.
Από την παλιά φουρνιά θα πρέπει να αναφέρουμε ακόμα τον Κώστα Χατζηχρήστο, που κάνει δυο εμφανίσεις στο "Μπουρνέλλη" σαν Αβέρωφ και σαν "τροχονόμος του Αιγαίου", τη Ζωζώ Σαπουντζάκη που κλέβει την παράσταση στο "Μινώα" σαν μια "κοινή της Κοινής Αγοράς", αλλά και τη Μαίρη Μεταξά στις δύο σπαρταριστές εμφανίσεις της πάλι στο "Μινώα". 
Είναι κρίμα που δυο άλλοι μεγάλοι της επιθεώρησης, ο Νίκος Σταυρίδης και ο Αλέκος Λειβαδίτης, έχουν εγκλωβιστεί σε στατικά ποζάτα νούμερα και δεν έχουν την ευκαιρία να αναπτύξουν όλες τις ικανότητές τους. Ακόμα πιο αδικημένος ο Σωτήρης Μουστάκας, που υποχρεώνεται να υπηρετήσει ένα εντελώς κακό νούμερο.
Όμως, δεν είναι μόνο οι παλιοί που αξίζουν το χειροκρότημά μας. Και η νέα γενιά έχει βγάλει επιθεωρησιακά ταλέντα, που αξίζει να αναφερθούν. Όπως η εκπληκτική Τιτίκα Στασινοπούλου, που εμφανίζεται στο "Μινώα", ο Μεθυμάκης, ο Φέρμης και η Μαντζουράνη στο "Δελφινάριο" [Σημείωση του Rena Fan: Ο Φέρμης και η Μαντζουράνη ήταν μάλλον της παλιότερης γενιάς], ο Σωτήρης Τζεβελέκος στο "Κηποθέατρο", ο Μπουγιουκλάκης και ο Δεμίρης στο "Μπουρνέλλη".
Ο Κομνηνός στη συνέχεια παρουσιάζει ξεχωριστά την κάθε επιθεώρηση του καλοκαιριού εκείνου:
"Ελληνίδες... Έλληνες...": Η επιθεώρηση του θεάτρου "Μπουρνέλλη" είναι η μόνη που στηρίζεται στην πολιτική σάτιρα. Από τον υπουργό Αμύνης κ. Αβέρωφ μέχρι τον Δήμαρχο Αθηναίων κ. Παπαθεοδώρου και από τον Σάββα του "Ελεύθερου Κόσμου" μέχρι τον Μικροπολιτικό των "Νέων", πρόσωπα και πράγματα της πολιτικής σκηνής μας, γίνονται αντικείμενα σχολιασμού. Όχι πάντα με την ίδια ευστοχία, αλλά με αρκετή τόλμη. Το πιο ισορροπημένο από τα πολιτικά νούμερα, τόσο σαν κείμενο όσο και σαν ερμηνεία, είναι ίσως το "υπάρχω... υπάρχεις... υπάρχουμε..." που αποδίδουν ο Μάκης Δεμίρης και ο Βαγγέλης Πλοιός, ζωντανεύοντας στη σκηνή τους γραφικούς ήρωες του θρυλικού "Εκείνος και εκείνος", τον Σόλωνα και τον Θωμά. Από τις καλές στιγμές, επίσης, το καραγκιοζίστικο "βεβαίως, βεβαίως" με τον Β. Μπουγιουκλάκη.
Στα θετικά στοιχεία της επιθεώρησης του "Μπουρνέλλη" θα πρέπει να αναφέρουμε ακόμη την απόλυτα παραδοσιακή δομή της, τη μουσική του βετεράνου του είδους Λυκούργου Μαρκέα, και, κυρίως, τα σκηνικά του Βαγγέλη Ολύμπιου. Ας σημειωθεί, τέλος, ότι είναι το μόνο θέατρο που έχει ακόμα πασαρέλα--και την χρησιμοποιεί.
"Πολύ ωραίο στυλ! Βεβαίως... Βεβαίως...": Και στο "Δελφινάριο" πλησιάζουμε αρκετά στην παραδοσιακή επιθεώρηση. Τα κείμενα δεν έχουν να παρουσιάσουν τίποτα το ιδιαίτερο, τα νούμερα όμως είναι σωστά στημένα και δίνουν τη δυνατότητα στους πολύ καλούς ηθοποιούς που διαθέτει ο θίασος να αναπτύξουν τις δυνατότητές του. Ο Ηλιόπουλος, ο Παράβας, ο Στολίγκας και πολλοί άλλοι δεσπόζουν με την παρουσία τους, καλύπτοντας άλλες αδυναμίες της παράστασης, όπως τα μάλλον κακόγουστα σκηνικά του Ανεμογιάννη. Ενδιαφέρουσα η μουσική δουλειά του Μιχάλη Αρχοντίδη. 
"Πού το πάμε, πού μας πάνε": Το "Αθηναϊκό Κηποθέατρο" είχε υποσχεθεί ένα φαντασμαγορικό υπερθέαμα. Οι υδάτινες αυλαίες και τα συντριβάνια έμειναν, όμως, τελικά στα λόγια. Στη θέση τους βρίσκεται ένα μόνιμο σκηνικό του Ανεμογιάννη, που σίγουρα δεν καταφέρνει να εκμεταλλευτεί και να αξιοποιήσει το φυσικό περιβάλλον του πάρκου. Όπως δεν καταφέρνουν και οι συγγραφείς να αξιοποιήσουν το ανθρώπινο δυναμικό του θιάσου τους. Επί πλέον, αφήνουν όλα τα νούμερα να τραινάρουν, ενώ έχουν ήδη εξαντληθεί τα ευρήματά τους, με αποτέλεσμα να εξαντλείται τελικά και ο θεατής.
Το ιδιαίτερο χρώμα, σ' αυτήν την επιθεώρηση, δίνουν ο Γιώργος Θεοδοσιάδης και ο Δαρζέντας, που φέρνουν με τη μουσική και τις χορογραφίες έναν τόνο ευρωπαϊκού μιούζικ χωλλ.
"Μια τρύπα στο νερό": [η επιθεώρηση] έχει μια βασική αδυναμία, που δεν μπορεί να καλύψει το ταλέντο του Εξαρχάκου, του Μιχαλόπουλου ή του Καλογήρου. Και η αδυναμία αυτή είναι η έλλειψη θεμάτων και κειμένων. Οι μόνες πραγματικά επιθεωρησιακές στιγμές είναι οι εμφανίσεις της Ζωζώς Σαπουντζάκη, της Τιτίκας Στασινοπούλου και της Μαίρης Μεταξά, η οποία, μαζί με τον Β. Σειληνό, μοιράζεται και το πιο πετυχημένο νούμερο, μια παρωδία του "Γιου του Σεΐχη". 
"Στη φωλιά του κούκου... ε": Αφήσαμε τελευταία την επιθεώρηση, που παίζεται στο θέατρο "Παρκ". Και αυτό, γιατί δύσκολα μπορούμε ακόμα και να την ονομάσουμε επιθεώρηση. Εδώ δεν μπορούμε πια να μιλήσουμε για ανυπαρξία θεμάτων και κειμένων. Υπάρχουν κείμενα--και είναι κακά. Θίγονται θέματα--αλλά με τρόπο απαράδεκτο. Δεν είναι επιτρεπτό να "σατιρίζεις" μ' αυτόν τον τρόπο την θεσμοθέτηση της δημοτικής ή την σκέψη να μπει η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση στα σχολεία [Ακτιβιστική σημείωση του Rena Fan: Από τότε συζητιόταν; Σαράντα πέντε χρόνια αργότερα και ακόμα δεν έχει μπει...]. Ούτε είναι πολιτική σάτιρα η συρραφή αλλοπρόσαλλων συνθημάτων, πότε φιλοανδρεϊκών και πότε φιλοκαραμανλικών. Δεν θα περίμενε κανένας να βρεθούν συγγραφείς που να υπογράψουν αυτά τα κείμενα και ηθοποιοί που να δεχτούν να τα παίξουν. Όπως δεν περιμέναμε μια ηθοποιός του μεγέθους της Ρένας Βλαχοπούλου να κλείσει το νούμερό της τραγουδώντας σε πλαίη μπακ, δηλαδή ανοιγοκλείνοντας το στόμα της, ενώ η φωνή της βγαίνει ηχογραφημένη από μεγάφωνο.
Βέβαια, δεν είναι η πρώτη φορά που εισβάλλει το πλαίη μπακ στην επιθεώρηση. Κι ας είναι τόσο αντίθετο στην ίδια της τη φύση, που απαιτεί την άμεση επαφή του ηθοποιού με το κοινό. Όμως, φέτος, στο "Παρκ" χρησιμοποιείται θρασύτατα και πέρα από κάθε μέτρο. Και νάταν μόνο αυτό...
Όσα ελαττώματα μπορούμε να εντοπίσουμε σκόρπια στις διάφορες επιθεωρήσεις βρίσκονται εδώ μαζεμένα. Η λεκτική χυδαιότητα και η αισθητική κακογουστιά είναι εδώ κυρίαρχα στοιχεία. Οι διαφημιστικές σφήνες--που υπάρχουν βέβαια και σε άλλα θέατρα--"πέφτουν" εδώ απροσχημάτιστα, γιατί οι συγγραφείς δεν έκαναν καν προσπάθεια να τις εντάξουν μέσα στα νούμερα.
Στο "Παρκ" εμφανίζεται και ο Θανάσης Βέγγος. Όταν είδαμε εμείς την παράσταση δεν έπαιζε ακόμα, και ελπίζαμε ότι τελικά θα κατάφερνε να απαλλαγεί από τις συμβατικές υποχρεώσεις του και να μην εμφανιστεί καθόλου. Γιατί ακόμα και αν το δικό του νούμερο είναι καλό, δεν πιστεύουμε ότι θα έπρεπε ο δημοφιλής κωμικός μας να παίζει το ρόλο του κράχτη και να παρασύρει το κοινό του σ' αυτό το ανούσιο κατασκεύασμα, που προσβάλλει και τη νοημοσύνη μας και το αισθητήριό μας.
ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ
Ταχυδρόμος, 29-7-1976


Πολύ διαφορετική πάντως ήταν η άποψη του Στάθη Δρομάζου στην Καθημερινή:
Πολλές ευχάριστες εκπλήξεις είχε η παράσταση. Τόσες που αρχίσαμε να αισιοδοξούμε πως η επιθεώρηση βγαίνει από τον κατήφορο που είχε πάρει κι ίσως ξεκαθαρίσει η "λεωφόρος της ντροπής" από τον πρόσφατο εκχυδαϊσμό του είδους. Πρώτα, τα κοστούμια και τα σκηνικά. Είναι η μοναδική φορά που βλέπουμε κοστούμια οικεία για τον θεατή, χαρούμενα, χωρίς νεοπλουτισμούς για να ξιππάσουν τον αφελή θεατή. Παράδειγμα τα κοστούμια στις "Πλύστρες" και στον "Τιμάριθμο". Η ίδια έκπληξη και στα σκηνικά. Λείψανε εκείνα τα αρχοντοχωριάτικα, τα ζαχαρωμένα "σώου", το φτηνό γούστο, που θύμιζε τα "χρυσά" που τυλίγουν τα σοκολατάκια. Υπαινικτικά σκηνικά, στο μέτρο του καλού γούστου. Παράδειγμα το θαυμάσιο σκηνικό "Στη φωλιά του κούκου". Άλλη παρατήρηση είναι τα σύνολα. Άνδρες και γυναίκες δεν αποτελούν αξιοθρήνητες "τσόντες" όπως μας συνήθιζαν. Άντρες και κοπέλλες ξέρουν να στέκωνται, ξέρουν να κινούνται και να συμβάλουν με το ρολάκι τους στο νούμερο. Μ' ένα λόγο θεατρική ευπρέπεια. Ύστερα ένα γερό σύνολο πρωταγωνιστών--νουμερίστες που ξέρουν να παίζουν επιθεώρηση. Ίσως τα κείμενα δεν είναι του ίδιου επιπέδου. Δεν τα χαρακτηρίζει η τόσο γνώριμη προχειρότητα και χυδαιότητα. Μπορεί να μην είναι όλα στο ίδιο επίπεδο. Σε πολλά βαρύνει ένα χιούμορ λιγάκι λογιωτατίστικο κι όχι τόσο λαϊκό. Αλλά το κείμενο "Στη φωλιά του κούκου" είναι υπόδειγμα επιθεωρησιακής πέννας, δοσμένο σε μια πολυμορφία του παραλογισμού της ζωής, που διασκεδάζει και απροσδόκητα σατιρίζει. Ο Σ. Μουστάκας που το απέδωσε υπήρξε δεξιοτέχνης του σανιδιού, ένας "ολοκληρωτικός" ηθοποιός. Έπαιζε με τις μούτες, τις παραλλαγές της φωνής, την κωμική κίνηση. Ταλέντο και πνευματικότητα σκόρπαγε το παίξιμό του. Εξ ίσου καλό κείμενο ο "Τιμάριθμος". Γνήσιο λαϊκό εδώ το χιούμορ, που νόμιζες ότι γράφονταν την στιγμή της παραστάσεως [Σημείωση του Rena Fan: μου κάνει εντύπωση η χρήση αυτής της γενικής από τον Δρομάζο, αλλά από την άλλη, γράφει πια στην Καθημερινή, όχι στην Αυγή...] ανάμεσα στον Βέγγο και στην πλατεία! Ο Θ. Βέγγος χαρακτηριστικός τύπος και δαιμόνιος κλόουν, έβγαλε ανάγλυφο τύπο λαϊκού οικογενειάρχη της Αθήνας μας που θα μείνη. Το κείμενο της Ρένας Βλαχοπούλου πηδούσε από θέμα σε θέμα, κι όπου ήταν σάτιρα της αθηναϊκής ζωής ήταν καλύτερο. Αλλά αρκούσε η Ρ. Βλαχοπούλου, που παίζει σε μεγάλη γκάμα φωνής, κίνησης, υποκριτικής και αυτοσχεδιασμού για να χειροκροτήσης τη "λαίδη" αυτή της επιθεωρήσεως με την αθυρόστομη γλώσσα της και με την αμεσότητα που έφτανε το παίξιμό της στην πλατεία. Η Μαρία Μπονέλλου ("Το παιδί απαιτεί"), σταθερή δύναμη της επιθεωρήσεως, σατίρισε τη "σεξουαλική αγωγή" διαμορφώνοντας δικό της τύπο με την ικανότητα που έχει να μεταμορφώνεται. Ο Γ. Βογιατζής στις "Πλύστρες" πάντα πληθωρικός να χαρίζη το γέλιο στο κοινό του. Το "Μοιχεία στόρυ", αν και πολυπαιγμένο θέμα, δόθηκε κεφάτα από τους [Νέλλη] Γκίνη, Νικ. Τσούκα Ε. Βροχοπούλου. Μάλιστα στο τέλος το κείμενο απόχτησε μια ζεστασιά. Ο Ν. Παπαναστασίου, στο "Πολύ ωραίο στυλ" με τις δύο κοπέλλες Χρ. Φιδάνη και Β. Ασίκη έκαναν μια θεατρική διακωμώδηση των πειρατικών σταθμών. Ο Ντάνος Λυγίζος  μπορούσε να αξιοποιηθή περισσότερο. Σ' όλα τα κείμενα η πολιτική σάτιρα κάπως συγκρατημένη, η κοινωνική πιο πετυχημένη, σκόρπαγε το γέλιο, και τα παράξενα της ζωής βγαίνουν με κέφι όχι για να εντυπωσιάσουν αλλά για να διασκεδάσουν. Θα είχαμε μια επιφύλαξη για τις χορογραφίες, αν και οι εκτελεστές είναι αξιόλογοι. Αφού άλλαξε όλο το κλίμα της επιθεωρήσεως, γιατί να μείνουμε στο ψευτοκλασικό μπαλλέτο, που ούτε κλασικό ούτε επιθεωρησιακό είναι. Οι χορογράφοι μας ας βρουν πιο μοντέρνες και πιο οικείες χορευτικές φόρμες για το κοινό μας. Ας βρουν ρυθμούς--όχι ψευτορομαντικούς--αλλά της σύγχρονης ζωής. Ας συγχρονισθούν οι χορογραφίες με το στόχο που έχουν τα νούμερα. Ήταν το μόνο κομμάτι που θυμίζει "σώου". Ο σολίστ Αλέξης Γεωργίου εξαίρετος. Η μουσική διακριτική, δε βάραινε, υπογραμμίζοντας τα νούμερα ή δημιουργώντας ατμόσφαιρα. Βέβαια είμαστε κάπως μακρυά από την ανανέωση της επιθεωρησιακής μουσικής. Κάτι "κινείται" στο χώρο της επιθεωρησιακής μουσικής. Κάτι "κινείται" στο χώρο της επιθεωρήσεως. Θα έχη συνέχεια; Θα έχη συνέπεια;
Στάθης Ιω. Δρομάζος
Καθημερινή, 14-7-1976

Άλλοι κριτικοί επισημαίνουν ότι συγγραφείς του Παρκ έχουν δώσει στο παρελθόν επιθεωρήσεις "πιο γεμάτες" σε πρωτοτυπία (Περσεύς Αθηναίος, Εθνικός Κήρυξ, 7-8-1976) και με καλύτερα κείμενα (Κώστας Λιναρδάτος, Βραδυνή, 26-7-1976). Παρόλα αυτά, ο Αθηναίος γράφει πως η επιθεώρηση του Παρκ είναι καλύτερη από τις υπόλοιπες επιθεωρήσεις του καλοκαιριού εκείνου, "με τα υπέρ και τα κατά της" βέβαια. Για παράδειγμα το νούμερο του Θανάση Βέγγου "παρατραβιέται και κουράζει. Θέλει κόψιμο στις πρόζες του, ώστε να μη μουρμουρίζη κανείς το 'άντε τελείωνε...'". Ο Λιναρδάτος αναφέρει επίσης το νούμερο του Βέγγου αλλά και της Ρένας Βλαχοπούλου ως παραδείγματα κειμένων "που "'ξεστρατίζουν' από το στόχο τους με αποτέλεσμα να ξεκινούν από διαφορετική αφετηρία και να καταλήγουν σε άλλο... τέρμα". Τη "νωχέλεια" των κειμένων όμως αντισταθμίζουν οι ηθοποιοί της παράστασης. Ο Βέγγος είναι "απολαυστικός και 'τραγικός' μαζί όπως μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια" (Λιναρδάτος) και "σκορπά ευθυμία" και συγκίνηση, είναι ένας διαφορετικός τυπίστας από όλους τους άλλους (Αθηναίος). Ο Σωτήρης Μουστάκας είναι "ανεπανάληπτος" (Λιναρδάτος), "καταπληκτικός νουμερίστας", "αυθόρμητος και πηγαίος", που "χαλάει τον κόσμο" με την "έμπειρη τεχνική του, με τον λόγο του, με τα 'τσαλιμάκια' του". Το κοινό "τον αγαπάει και τον χειροκροτεί, γιατί κάθε του εμφάνισι είναι κάτι νέο" και δημιουργεί "κλίμα ευθυμίας χωρίς να παρουσιάζη σημεία κόπου και βίας" (Αθηναίος). Ο Αθηναίος γράφει επίσης πως ο Γιάννης Βογιατζής είναι απολαυστικός στις "Πλύστρες", ένα από τα καλά νούμερα του έργου.

Η Ρένα Βλαχοπούλου και το τεχνικό προσωπικό του Παρκ
Φωτογραφία από το πρόγραμμα της επιθεώρησης
Στη φωλιά του ΚούΚου... ε


Όσο για τις πρωταγωνίστριες του θιάσου, η Μαρία Μπονέλλου αποσπά θετικά σχόλια από τον Αθηναίο: "είναι πραγματική θεατρίνα. Με εξαιρετικό κέφι, τσαχπινιά και γλυκειά, πικάντικη φωνούλα, λαμπρή σκηνική παρουσία, χειροκροτείται δίκαια, ερμηνεύοντας αβίαστα το νούμερό της". Ο Λιναρδάτος μάλλον συμφωνεί με τον Κομνηνό πως η Ρένα Βλαχοπούλου "η αγαπημένη του μεγάλου κοινού δεν ευτύχησε στο νούμερό της", αλλά ο Αθηναίος συμφωνεί περισσότερο με τον Δρομάζο: "Βεντέτα η Ρένα Βλαχοπούλου, ξυπνά τα πάντα με το λόγο της, τα τερτίπια της, το ασύγκριτο τραγούδι της. Βλέπει κανείς την ηθοποιό, που η σκηνή γι' αυτήν είναι το σπίτι της. Αέρινη, άνετη στις κινήσεις της, στην ερμηνεία της υπέροχη". "Με τον ίδιο τόνο και μπρίο" ερμηνεύει τόσο το "Στα σαγόνια της εφορίας" όσο και το "Κάθε μεσημέρι στην ΕΡΤ", στο οποίο "σατιρίζει τη γνωστή εκπομπή μαζί με άλλες ηθοποιούς αυτοσχεδιάζοντας, κατά τη συνήθειά της, και προσφέροντας θυμηδία".

Φωτογραφίες από το πρόγραμμα της επιθεώρησης Στη φωλιά του ΚούΚου...ε

Τέλος, ο Αλκιβιάδης Μαργαρίτης (Τα Νέα, 28-8-1976) θεωρεί πως τα μεγάλα επιθεωρησιακά ταλέντα μπορούν να στηρίξουν μια επιθεώρηση "και με ένα μέτριο κείμενο. Αλλά δεν μπορούν να κάνουν θαύματα, όταν ουσιαστικά δεν υπάρχει κείμενο". Ο κριτικός παρατηρεί πως όλοι οι επιθεωρησιογράφοι του καλοκαιριού μοιάζουν εξαντλημένοι, αλλά ο Κώστας Νικολαΐδης και ο Πυθαγόρας "έχουν εξαντληθή περισσότερο από τους ομοτέχνους τους", αφού ακόμα και ο τίτλος Στη φωλιά του ΚούΚου... ε "προδίδει την μεγάλη... εξάντληση". Οπότε πρωταγωνιστές της παράστασης, κατά τη γνώμη του, είναι ο επιχειρηματίας Βαγγέλης Λειβαδάς, "πραγματικά 'μη φεισθείς δαπανών'", ο χορογράφος/σκηνοθέτης Φώτης Μεταξόπουλος (η δουλειά του θα μπορούσε "αξιοπρεπέστατα να σταθεί σε οποιοδήποτε μεγάλο ευρωπαϊκό θέατρο του είδους") και ο σκηνογράφος/ενδυματολόγος Νίκος Πετρόπουλος (αν και η σκηνή του Παρκ είναι μικρή δεν μπορεί να αναδείξει πλήρως τη δουλειά του). Συμπαραστάτες του Μεταξόπουλου είναι η Νάντια Φοντάνα και η μουσική του Ζακ Ιακωβίδη. Και εντέλει "οι άλλοι συμμετέχοντες--ο κ. Σωτ. Μουστάκας (πολυμερέστατος καλλιτέχνης), ο κ. Γιάννης Βογιατζής (πάντοτε 'μπριόζικος'), ο κ. Ντάνος Λυγίζος (με την ραφιναρισμένη υπόκρισή του), ο κ. Νίκος Παπαναστασίου, η κ. Ρένα Βλαχοπούλου (με το καλό της τραγούδι) [σημείωση του Rena Fan: έστω και σε πλέι μπακ...], ο κ. Θανάσης Βέγγος (με την ασυγκράτητη κινητικότητά του)--μοιάζουν σαν υψηλού επιπέδου κομπάρσοι"...

Με μαγεύει τελικά το πόσο μπορεί να συγκλίνουν και να αποκλίνουν οι γνώμες των κριτικών, ειδικά για τις επιθεωρήσεις...

Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.