Αυτό το αποτέλεσμα οφείλεται πρώτα-πρώτα στους/στις ταλαντούχους ηθοποιούς. Ο Γιάννης Μπέζος έχει διανθίσει τον χαρακτήρα του δύστροπου Αντωνάκη με άφθονες πινελιές του προσωπικού του χιούμορ και έτσι κερδίζει το γέλιο μα και τη συμπάθεια του κοινού για τον ρόλο που υποδύεται, δικαιώνοντας και τον ήρωα του Τζαβέλλα και τη δική του υποκριτική τέχνη. Είναι κωμικός όταν πρέπει και συγκινητικός όποτε χρειάζεται. Η Ναταλία Τσαλίκη είναι αφοπλιστική ως Ελενίτσα. Δεν τη συμπαθείς μόνον επειδή ο ρόλος της (το θύμα ενός σατράπη) είναι αβανταδόρικος: η ευαισθησία της, η υπομονή της, το παράπονό της, τα ξεσπάσματά της--δειλά στην αρχή, δυναμικά στη συνέχεια--σου επιβάλλονται χάρη στο βλέμμα της, τις κινήσεις της, και βέβαια τον λόγο της.Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010
"Η γυνή να φοβήται τον άνδρα" στο θέατρο "Κιβωτός"
Αυτό το αποτέλεσμα οφείλεται πρώτα-πρώτα στους/στις ταλαντούχους ηθοποιούς. Ο Γιάννης Μπέζος έχει διανθίσει τον χαρακτήρα του δύστροπου Αντωνάκη με άφθονες πινελιές του προσωπικού του χιούμορ και έτσι κερδίζει το γέλιο μα και τη συμπάθεια του κοινού για τον ρόλο που υποδύεται, δικαιώνοντας και τον ήρωα του Τζαβέλλα και τη δική του υποκριτική τέχνη. Είναι κωμικός όταν πρέπει και συγκινητικός όποτε χρειάζεται. Η Ναταλία Τσαλίκη είναι αφοπλιστική ως Ελενίτσα. Δεν τη συμπαθείς μόνον επειδή ο ρόλος της (το θύμα ενός σατράπη) είναι αβανταδόρικος: η ευαισθησία της, η υπομονή της, το παράπονό της, τα ξεσπάσματά της--δειλά στην αρχή, δυναμικά στη συνέχεια--σου επιβάλλονται χάρη στο βλέμμα της, τις κινήσεις της, και βέβαια τον λόγο της.Σάββατο 28 Μαρτίου 2009
Σοφία Βέμπο-Μίμης Τραϊφόρος
Ο Μάρτιος είναι μήνας θύμησης για ένα θρυλικό ζευγάρι του ελληνικού μουσικού θέατρου: Σοφία Βέμπο-Μίμης Τραϊφόρος. Δυο θυελλώδεις άνθρωποι που έζησαν μια θυελλώδη ζωή και καθόρισαν σε μέγιστο βαθμό τη φυσιογνωμία του μουσικού θεάτρου και του ελαφρού τραγουδιού. Και
τους δυο τους θυμόμαστε τον Οκτώβριο, λόγω της ταύτισής τους με το πολεμικό τραγούδι του ’40. Αντιδρούμε όμως σ’ αυτή την άδικη—αν και σπουδαία—ταύτιση και, εφόσον η Βέμπο πέθανε στις 11 Μαρτίου του 1978 και ο Τραϊφόρος την ακολούθησε είκοσι χρόνια αργότερα, σαν σήμερα, στις 28 Μαρτίου του 1998, και επιπλέον εφόσον και οι δυο τους έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην καριέρα της Ρένας Βλαχοπούλου, επιβάλλεται τούτο το blog να τους θυμηθεί.
Η Σοφία Βέμπο γεννήθηκε το 1910 στην Καλλίπολη της Θράκης (αν και αμφισβητούνται τόσο το έτος όσο και ο τόπος γέννησης) αλλά μεγάλωσε στον Βόλο. Μετά από διάφορες δουλειές που έκανε ως νεαρή κοπέλα, ξεκίνησε την τραγουδιστική της καριέρα το 1933, αρχικά στο ζαχαροπλαστείο «Αστόρια» της Θεσσαλονίκης και αμέσως μετά στο θέατρο «Κεντρικόν» της Αθήνας. Το αληθινό της όνομα ήταν Μπέμπο, και ως Έφη Μπέμπο έγραψε τις πρώτες της σελίδες στην θεατρική και τραγουδιστική μας ιστορία. Πριν εμφανιστεί η Βέμπο οι τραγουδίστριες
του ελαφρού τραγουδιού προέρχονταν από τον χώρο του λυρικού θεάτρου και οι ερμηνείες τους θύμιζαν τις οπερατικές ερμηνείες. Αν και τον δρόμο τον είχε προλειάνει η σπουδαία πολύπλευρη καλλιτέχνιδα Σωτηρία Ιατρίδου, η Βέμπο θεωρείται ουσιαστικά η πρώτη ελληνίδα ντιζέζ: τραγουδίστρια δηλαδή όχι μόνο με σπουδαία φωνή αλλά και με μεγάλη εκφραστικότητα. Αν και πολλές ντιζέζ είχαν μόνο μεγάλη εκφραστικότητα, η Βέμπο είχε πραγματικά και μια εξαιρετική φωνή, που δεν έμοιαζε με καμιά άλλη ως τότε: δεν ήταν σοπράνο, είχε αντίθετα μια βαθειά φωνή που ξένισε αρχικά και θεωρήθηκε «αντρική». Στις πρώτες της θεατρικές εμφανίσεις παρουσιαζόταν ως η «τσιγγάνα Έφη Μπέμπο»—αφενός γιατί η ίδια έδωσε την έμπνευση στη συνθέτρια Λόλα Βώτη να της γράψει «τσιγγάνικα» τραγούδια και αφετέρου γιατί η διαφορετικότητά της έπρεπε να πάρει έναν χαρακτηρισμό εξωτικό...
Πολύ σύντομα θα αρχίσει η δισκογραφική της καριέρα, που θα την κάνει γνωστή σε όλο το πανελλήνιο, πριν ακόμα αρχίσει να περιοδεύει και πριν αρχίσει να λειτουργεί ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών που θα βάλει τη φωνή της στα σπίτια όλης της Ελλάδας. Κατακτά την πρώτη θέση στο μουσικό θέατρο και το τραγούδι—θέση που τη μοιράζεται μόνο με τη Δανάη Στρατηγοπούλου. Οι δυο τους έχουν εντελώς διαφορετικές καταβολές 
Ο Μίμης Τραϊφόρος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1912. Ήταν γόνος πολυμελούς οικογένειας και αγωνίστηκε σκληρά για να τη στηρίξει οικονομικά μέχρι να γίνει γίνει γνωστός στους καλλιτεχνικούς κύκλους ως ο νέος ανερχόμενος κονφερανσιέ του βαριετέ. Μετά τις σπουδές του στο Εθνικό Θέατρο προσπαθεί να ορθοποδήσει στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Μαθητής του μεγάλου Αττίκ και... απόφοιτος της «Μάντρας» του, ο Τραϊφόρος θα γίνει σύντομα ο πιο δημοφιλής κομφερανσιέ στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’30. Βασίλειό του είναι η περίφημη «Όασις» του Ζαππείου. Τα πλήθη συρρέουν να χειροκροτήσουν τα πρώτης τάξης νούμερα που εξασφαλίζει ο επιχειρηματίας Αντώνης Ζερβός, τα οποία όμως μπορούν να «εξαφανιστούν» αν δεν τα προλογίσει με θέρμη και με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο ο λαοφιλής Τραϊφόρος. Κάποιο βράδυ του Αυγούστου του 1940, ο Τραϊφόρος θα παρουσιάσει στο πολυπληθές κοινό του βαριετέ «μια θεοκουκλάρα που όταν την ακούς, νομίζεις ότι ακούς συναυλία αηδονιών: η Ρένα Βλαχοπούλου που μας ήρθε από την Κέρκυρα. Στο πιάνο θα τη συνοδέψει ο μαέστρος Μυρογιάννης. Στο σπίτι της το βράδυ θα τη συνοδέψω εγώ!». Το λογοπαίγνιο αυτό ποτέ δεν έγινε πραγματικότητα (η Βλαχοπούλου ήταν ήδη παντρεμένη τότε) αλλά ξεκίνησε έτσι η συνεργασία των δυο καλλιτεχνών που στάθηκε σημαδιακή για τη Ρένα.
Ένα βράδυ στην «Όαση» ο Τραϊφόρος θα συγκρουστεί με τη Σοφία Βέμπο, που πήγε να παρακολουθήσει το πρόγραμμα. Έτσι, θα ξεκινήσει ανάμεσά τους μια κόντρα που θα σταματήσει με την κήρυξη του πολέμου, όταν Βέμπο-Τραϊφόρος συνεργάζονται για πρώτη φορά στις πολεμικές επιθεωρήσεις του θεάτρου «Μοντιάλ». Στον θίασο ανήκει και η νεαρή τραγουδίστρια Ρένα Βλαχοπούλου, η οποία δεν έχει χρήματα για να ράψει φόρεμα για τις εμφανίσεις της και γι’ αυτό της ράβουν ένα «άσπρο φόρεμα με ροζ δαντελίτσες» η Σοφία Βέμπο και η ηθοποιός Λίτσα Λαζαρίδου—το θυμόταν αυτό με ευγνωμοσύνη η Βλαχοπούλου μέχρι το τέλος. Με το νέο της φόρεμα λοιπόν η Κερκυραία τραγουδίστρια, που αποτελεί το «πουλέν» του Τραϊφόρου, τραγουδάει κάθε βράδυ τους πρώτους πολεμικούς στίχους που έγραψε ο μέχρι τότε κονφερανσιέ: «Πατρίδα, πατρίδα, Ελλάδα δοξασμένη, κανείς δεν θα σ’ αγγίξει τη γη την τιμημένη». Η Βέμπο προσέχει τους στίχους αυτούς και ζητά από τον Τραϊφόρο να της γράψει ένα πολεμικό τραγούδι πάνω στους στίχους της «Ζεχράς». Σε χρόνο ρεκόρ εκείνος της παραδίδει τον νέο εθνικό ύμνο των Ελλήνων, τα «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά», η Βέμπο γοητεύεται και αρχίζει ο ταραχώδης έρωτάς τους.
Ο Τραϊφόρος γράφει αδικαιολόγητα πολλά πολεμικά τραγούδια (οι εταιρίες δίσκων θέλουν να κερδίσουν χρήματα με όποιον τρόπο μπορούν...), κυρίως για τη φωνή της Βέμπο. Θα γράψει όμως και ένα για τη Ρένα Βλαχοπούλου που είχαμε την... ευτυχία να δισκογραφηθεί και να φτάσει στις μέρες μας («Πήγαινε κι όταν θα ‘ρθεις» σε μουσική του Κώστα Γιαννίδη). Η Βέμπο, η Βλαχοπούλου και όλες οι τραγουδίστριες τραγουδούν παντού: στο θέατρο, στο ραδιόφωνο, στα νοσοκομεία για τους τραυματίες. Κάνουν ό,τι μπορούν για να εμψυχώσουν τον άμαχο πληθυσμό. Δυστυχώς όμως οι νίκες του ελληνοϊταλικού πολέμου θα δώσουν τη θέση τους στη γερμανική εισβολή στη χώρα μας και τα πολεμικά τραγούδια του ’40 θάβονται με πικρία στη μνήμη των Ελληνίδων και των Ελλήνων. Η Βέμπο συνεχίζει να τραγουδάει στα αθηναϊκά θέατρα μέχρι το καλοκαίρι του ‘42 με πολλά προβλήματα. Οι κατακτητές κάνουν ό,τι μπορούν για να της απαγορέψουν να εμφανίζεται και να θυμίζει στο κοινό τις ένδοξες στιγμές της νίκης. Είναι πλέον φανερό ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει και να δουλεύει στην Αθήνα και έτσι καταφεύγει στη Μέση Ανατολή, όπου την ακολουθεί λίγο αργότερα ο Τραϊφόρος. Με βασικούς τους συνεργάτες τον συνθέτη Λεό Ραπίτη και την Αλίκη Βέμπο, το ζευγάρι παρουσιάζει αμέτρητες επιθεωρήσεις στην Αλεξάνδρεια και το Κάιρο και προσφέρει τα έσοδα στον ελληνικό στρατό. Θα παραμείνουν στην Αίγυπτο μέχρι και το 1946, ενώ η επιστροφή τους θα ξεσηκώσει θύελλα ενθουσιασμού στην καλλιτεχνική Αθήνα.
Το όνειρο του θεάτρου «Βέμπο» γίνεται πραγματικότητα το καλοκαίρι του 1950. Η πρώτη επιθεώρηση που ανεβαίνει εκεί τιτλοφορείται Βίρα τις Άγκυρες και αλλάζει για πάντα την ιστορία του ελαφρού μουσικού θεάτρου καθώς η Βέμπο (μαζί με τον αδελφό της, Τζώρτζη Βέμπο, που αναλαμβάνει τα οικονομικά της επιχείρησης, μερικές φορές σε βάρος της υγείας και της προσωπικής ευτυχίας της αδελφής του) επενδύει πολλά χρήματα και ανεβάζει τον πήχυ για τους παραγωγούς του μουσικού θεάτρου—μόνον ο Βασίλης Μπουρνέλλης στο θέατρο «Ακροπόλ» μπορεί να τη συναγωνιστεί. Ο Σταμάτης Φασουλής θυμάται πάντα πόσο τον σημάδεψε αυτή η παράσταση, στην οποία η Βέμπο τραγουδούσε, μεταξύ άλλων, το πρώτο αρχοντορεμπέτικο τραγούδι της, τη θρυλική «Ταμπακέρα». Στα χρόνια του ’50 η Βέμπο θα τραγουδήσει κι άλλα θρυλικά αρχοντορεμπέτικα στις καλοκαιρινές επιθεωρήσεις του θεάτρου της («Χαράμι», «Χαστούκι», «Όλα ρημάδια»)—τους χειμώνες εξακολουθεί να περιοδεύει στην Ελλάδα και το εξωτερικό για να ενισχύει το ταμείο των θεατρικών επιχειρήσεων της οικογένειάς της.
Σ’ αυτή τη δεκαετία θα γυρίσει και δυο ακόμα ταινίες που θα διασώσουν για πάντα την επιβλητική της παρουσία. Στη Στέλλα του Μιχάλη Κακογιάννη θα αφήσει για πάντα το στίγμα της στον ρόλο της Μαρίας, της ιδιοκτήτριας του «Παράδεισου» όπου τραγουδάει η Στέλλα. Ως Μαρία τραγουδά δυο κορυφαία τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι: «Το φεγγάρι είναι κόκκινο» και, κυρίως, «Ο Μήνας έχει δεκατρείς» δείχνοντας πόσο ωραία μπορούσε να τραγουδήσει λαϊκή μουσική. Ήθελε πολύ να τραγουδήσει Τσιτσάνη, και κατάφερε να ηχογραφήσει μόνο ένα τραγούδι του, κι αυτό στην Αμερική, αφού οι ελληνικές δισκογραφικές εταιρίες δεν επέτρεπαν τότε να μπλέκονται «ελαφροί» και «ρεμπέτες». Και πέρα από το τραγούδι της όμως, είναι εντυπωσιακή η γενικότερη παρουσία της στη Στέλλα—χρωστάμε ευγνωμοσύνη στον Μιχάλη Κακογιάννη που την έπεισε να παίξει στην ταινία αυτή. Συντομότερη είναι η εμφάνισή της στη Στουρνάρα 288 του Ντίνου Δημόπουλου. Πρόκειται για μεταφορά της ομώνυμης θεατρικής επιτυχίας του θεάτρου «Βέμπο», όπου πραγματοποιεί μια γλυκύτατη εμφάνιση ως ηλικιωμένη τραγουδίστρια αλλά και μια πιο εντυπωσιακή ως σύγχρονη ντίβα του τραγουδιού. Το έργο αυτό ήταν μια επιτυχημένη προσπάθεια του Τραϊφόρου να ανανεώσει το επιθεωρησιακό είδος. Στη δεκαετία του ’50 γραφει και σκηνοθετεί αδιάκοπα εντυπωσιακές επιθεωρήσεις κυρίως αλλά και μουσικές ηθογραφίες που αποσπούσαν θερμές κριτικές και βραβεία.
Γενικά η Βέμπο αγαπούσε πολύ τα μέλη των θιάσων της—με εξαίρεση τις νεαρές καλλιτέχνιδες που έμπλεκαν σε ερωτικές περιπέτειες με τον Τραϊφόρο. Βασικός συγγραφέας και σκηνοθέτης όλων των έργων που ανεβαζε το θέατρο «Βέμπο», ο Τραϊφόρος βρισκόταν συνεχώς περιτριγυρισμένος από πειρασμούς στους οποίους συνήθως ενέδιδε. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να παθαίνει συχνούς νευρικούς κλονισμούς η Βέμπο και να καταφεύγει στο αλκοόλ. Δεν δίσταζε μάλιστα να επιτεθεί στις νεαρές κοπέλες που διεκδικούσαν τον Τραϊφόρο—η Σπεράντζα Βρανά διηγείται σ’ ένα βιβλίο της πώς την έδειρε κάποια φορά που νόμιζε πως κάτι έτρεχε ανάμεσά τους, αλλά τελικά της ζήτησε συγνώμη. Η κατάσταση χειροτέρευε από τη συμπεριφορά του επιχειρηματία αδελφού της που επέμενε να ελέγχει τις καλλιτεχνικές της κινήσεις για να επωφελείται ο ίδιος. Η Βέμπο βρισκόταν πάντα διχασμένη ανάμεσα στην αγάπη της για τον Τραϊφόρο (τον λάτρευε παρά τις αταξίες του) και στην αγάπη για την οικογένειά της. Πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο για τη Βέμπο να νιώθει ότι ενώ για έναν ολόκληρο λαό ήταν σύμβολο μιας μεγάλης πολεμικής νίκης, στην πραγματικότητα πάλευε σε ενα περιβάλλον διαρκών συγκρούσεων που οδηγούσαν στην επιδείνωση της υγείας της. Ακούγοντας τις ηχογραφήσεις της από το 1957 ως το 1963, διαπιστώνει κανείς τη φθορά της φωνής της. Τραγούδια όπως το «Για σένα» του Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου ή τα «Κόκκινα φανάρια» του Μενέλαου Θεοφανίδη μας φέρνουν μια Βέμπο κουρασμένη αλλά πάντα εκφραστική και ευαίσθητη. Στα χρόνια του '60 αραιώνει τις εμφανίσεις της. Το θέατρό της που συνεχίζει να παρουσιάζει επιτυχημένες επιθεωρήσεις που γράφει πάντα ο Μίμης Τραϊφόρος (Γαργάλατα, Άλλος για το Καστρί, Η
Αθήνα που έφυγε κι η Αθήνα που ήρθε) σε κάποιες από τις οποίες εμφανίζεται και η ίδια τραγουδώντας κουρασμένα αλλά γοητευτικά ποτ-πουρί των παλιών της επιτυχιών. Εξίσου γοητευτική είναι και σε ένα από τα τελευταία τραγούδια που ηχογράφησε στο τέλος της δεκαετίας του '60, το «Λίγο το φως του μα ακόμα δεν βασίλεψε, ο έρωτάς μας που κι ο έρωτας τον ζήλεψε» του Ζακ Ιακωβίδη. Σχεδόν αυτοβιογραφικοί στίχοι του Τραϊφόρου για τη σχέση του με τη Βέμπο. Όπως είχε δηλώσει ο βιογράφος και πιστός της φίλος Ανδρέας Μαμάης στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη, ο Τραϊφόρος επίσης τη λάτρευε, αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί στους πειρασμούς και αυτό την πλήγωνε όλο και περισσότερο. Μπορεί να ήταν σπουδαίος ποιητής (και μοναδική του μούσα η Βέμπο), ως σύζυγος όμως αποδείχτηκε ανάξιος της σπουδαίας αυτής γυναίκας.
Μετά τον θάνατό της, ο Μίμης Τραϊφόρος ασχολήθηκε με συγκινητική αφοσίωση με την επανέκδοση των ηχογραφήσεών της και τη διατήρηση της μνήμης της. Κάποια στιγμή παντρεύτηκε την εξαιρετική τραγουδίστρια Κρύσταλ Τσίχλα και, όπως έγραφε η Δανάη Στρατηγοπούλου (κάποτε, όταν βρίσκονταν κι οι δυο στη Μάντρα του Αττίκ, παρά λίγο να δημιουργηθεί ειδύλλιο ανάμεσά τους), με τη νέα του γυναίκα νοσταλγούσαν διαρκώς την παλιά... Ο ίδιος ο Τραϊφόρος θυμόταν πάντα με αγάπη τη Ρένα Βλαχοπούλου που τους ένωσαν τόσες επιτυχίες και τόνιζε πάντα ότι η Βλαχοπούλου δεν ξεχνούσε πόσα του όφειλε για τα δυο της ντεμπούτα, το τραγουδιστικό και το υποκριτικό. Κάποια στιγμή θέλησε να του το ανταποδώσει και έτσι ζήτησε από τον Ηλία Μαροσούλη να καλέσει τον μεγάλο επιθεωρησιογράφο για να συμμετάσχει στη συγγραφή της επιθεώρησης που θα ανέβαινε στο «Δελφινάριο» το καλοκαίρι του 1983. Πράγματι ο Τραϊφόρος συνεργάζεται με τον Ναπολέοντα Ελευθερίου και τον Λάκη Μιχαηλίδη και διαπιστώνει ότι πλέον δεν μπορεί να εγκλιμαστιστεί στο νέο πνεύμα και ήθος της επιθεώρησης—ο τίτλος του έργου, Μας πρήξανε τα ούμπαλα, αρκεί για να το διαπιστώσει κανείς... Βλαχοπούλου και Τραϊφόρος συνεχίζουν να συναντιούνται και να επιβεβαιώνουν την αγάπη και την αλληλοεκτίμησή τους σε διάφορες τιμητικές εκδηλώσεις και πρεμιέρες μέχρι τα πρώτα χρόνια του ’90. Στη συνέχεια αντιμετωπίζουν κι οι δυο τους σοβαρά προβλήματα υγείας. Η Ρένα περιορίζεται στο σπίτι της και ο Τραϊφόρος βρίσκεται σε κάποιο οίκο ευγηρίας παραπονούμενος ότι τελικά οι παλιοί του συνεργάτες τον ξέχασαν. Ο πιστός υπηρέτης του θεάτρου και του τραγουδιού, σβήνει τα ξημερώματα της 28ης Μαρτίου 1998, μια μέρα μετά τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου.
Το βράδυ της 28ης Μαρτίου 1998 βρέθηκα στο θέατρο «Κοτοπούλη-Ρεξ», όπου εκείνη τη σεζόν το Εθνικό Θέατρο παρουσίαζε το υπερθέαμα των Θανάση Παπαθανασίου-Μιχάλη Ρέππα και Σταμάτη Φασουλή Βίρα τις άγκυρες, παράσταση που τιμούσε την επιθεώρηση και τους ανθρώπους της. Ο τίτλος της παρέπεμπε στην ιστορική πρώτη παράσταση του θεάτρου «Βέμπο» που άλλαξε την ιστορία του είδους, ενώ δυο από τους χαρακτήρες του έργου παρέπεμπαν στο θρυλικό ζευγάρι Βέμπο-Τραϊφόρος: η τραγουδίστρια Σμάρω Μπιζάνη και ο σύζυγός της και συγγραφέας Μάκης Αλεβίζος. Τους δυο ρόλους έπαιξαν απολαυστικά η Νατάσα Μανίσαλη και ο Νίκος Γαροφάλλου. Ειδικά η Μανίσαλη, ως άλλη Βέμπο, γοήτευε το κοινό τραγουδώντας και σαρώνοντας με την πληθωρική της παρουσία τη σκηνή του «Ρεξ». Εκείνο το βράδυ του Μαρτίου δεν έγινε, βέβαια, καμιά αναφορά στον θάνατο του Τραϊφόρου πριν από την παράσταση, ωστόσο στη σκηνή που η Μπιζάνη/Μανίσαλη/Βέμπο μεταμορφώνεται από τραγουδίστρια της «Ζεχρά» με ανατολίτικη φορεσιά σε τραγουδίστρια του «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά» με παραδοσιακή ελληνική φορεσιά ο κόσμος χειροκρότησε αυθόρμητα, αποτίοντας έτσι έστω και εν αγνοία του φόρο τιμής στον συγγραφέα, ποιητή και στιχουργό. Μπορεί όλος εκείνος ο πατριωτισμός του ’40 να είναι ξεπερασμένος και αδικαιολόγητος σήμερα, ωστόσο η ενθουσιώδης αντίδραση του κοινού όσες φορές είδα την υπέροχη εκείνη παράσταση (αντίδραση που επαναλαμβανόταν και λίγα λεπτά αργότερα με την εμφάνιση ανταρτών στη σκηνή) δείχνει ότι στη συνείδηση του κοινού η παρουσία της Βέμπο, με τη βοήθεια και των στίχων του Τραϊφόρου, είναι καταλυτικά δεμένη με μια σημαντική στιγμή της ελληνικής ιστορίας.
Η Βέμπο γνώρισε την πλατιά αποδοχή όχι μόνο από το μεγάλο κοινό αλλά και από τους/τις συναδέλφους της και τους ανθρώπους της τέχνης γενικότερα. Όλοι/ες μίλησαν και μιλούν με καλά λόγια για εκείνη, από τον Μανώλη Καλομοίρη, τον Αττίκ και τη Δανάη, μέχρι τον Βασίλη Τσιτσάνη, τη Δήμητρα Γαλάνη και τη Μαρινέλλα. Οι δυο τελευταίες τραγούδησαν τραγούδια της και σε δίσκους και σε ζωντανές εμφανίσεις. Η Μαρινέλλα
Δήμητρα Γαλάνη («Σε μισώ» των Θ. Παπαδόπουλου-Α. Σακελλάριου-Χρ. Γιαννακόπουλου, τραγούδι που η Γαλάνη πρωτοτραγούδησε στο Ηρώδειο και έκλεψε την παράσταση μαζί με τον «Άνθρωπό μου» που ερμήνευσε εντυπωσιακά η Χαρούλα Αλεξίου) και από τον Δώρο Δημοσθένους («Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα» των Κ. Γιαννίδη-Β. Σπυρόπουλου-Π. Παπαδούκα»).
Ωστόσο, το αφιέρωμα αυτό θα ήθελα να το ολοκληρώσω με τους υπέροχους στίχους που έγραψε για τη Βέμπο ο Ηλίας Κατσούλης. Τους μελοποίησε ο
Νότης Μαυρουδής και τους τραγούδησε με ευαισθησία ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας στον δίσκο Carte Postale. Ο Κατσούλης κατάφερε να μπει βαθιά μέσα στην ψυχή της Βέμπο και να δώσει ανάγλυφα αυτό που μάλλον συνέβαινε μέσα της τα τελευταία χρόνια της ζωής της: από τη μια ο απόηχος μιας ένδοξης ταύτισης με το έθνος και τον πόλεμο του '40, από την άλλη η αληθινή Σοφία κρυμμένη στο βάθος του χρόνου, να χαμογελά θλιμμένη, αναλογιζόμενη τις αμέτρητες μάχες της προσωπικής της ζωής και τις ατυχίες της...καπνός σε ασημένια ταμπακέρα
Φλερτάρουν δυο ποτήρια στο τραπέζι
κι εγώ παλιό ραδιόφωνο που παίζει.
στων ματιών σου μεθάω τη ζάλη
κι απ' το βάθος του χρόνου κρυμμένη
η Σοφία γελάει δακρυσμένη...
Ελλάδος παρελθόν και μεγαλείο.
μα πάντα μένει ροκ μόνο η Βέμπο.
η ψυχή μου ρωτάει κι όλο ψάχνει
αν η τύχη γεννά ατυχία
κι αν η δόξα σημαίνει ευτυχία.
τραγούδια με το αίσθημα της Βέμπο
γεμίζει από έρωτα το σπίτι
Γιαννίδη, Τραϊφόρο και Ραπίτη.
στων ματιών σου μεθάω τη ζάλη
κι απ' το βάθος του χρόνου κρυμμένη
η Σοφία γελάει δακρυσμένη...
Τετάρτη 16 Ιουλίου 2008
Να η "Ομόνοια Πλας"!
Συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης η σημερινή, καθώς το Βήμα μας δίνει την ευκαιρία να θυμηθούμε την ιστορία ενός ακόμα θρυλικού τραγουδιού της Ρένας Βλαχοπούλου: στην κασετίνα αυτής της εβδομάδας (η ενδέκατη στη σειρά) υπάρχει το «Ομόνοια Πλας» που δόθηκε χτες αλλά και το «Είσαι το μεγάλο μου αμόρε» που θα δοθεί την Παρασκευή.
αυτού του τραγουδιού στο κοινό. Λόγω της μεγάλης απήχησης που είχε η Σοφία Βέμπο, πολλοί πιστεύουν ότι το «Ομόνοια Πλας» ήταν δικό της τραγούδι. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια, το τραγούδι αυτό ερμηνεύτηκε πρώτη φορά από τη Ρένα Βλαχοπούλου. Είναι απλώς ένα από τα ελάχιστα τραγούδια που η Σοφία Βέμπο δέχτηκε να πει σε δεύτερη εκτέλεση. Συνήθως άλλες τραγουδίστριες έλεγαν τα τραγούδια που εκείνη ερμήνευε πρώτη.
Η Ρένα Βλαχοπούλου στο νούμερο
"Τι να κάνω στην Αθήνα"
από την επιθεώρηση
Το τραγούδι της Αθήνας
Σε κάθε γωνία επτά καφενεία
Κομψοί και ωραίοι, πολίσμαν τροχαίοι
Καμπαρέ με jazz band και belles femmes
με ταμπέλες που λένε welcome
Τι ρυθμός και ζωή και κοσμοσυρροή
Και τα ανθοπωλεία σειρά στην πλατεία
Πιο εκεί, κουλουρτζή, ο ταμπλάς
Μια πλατεία παλιά όλο χάρη
όλοι οι δρόμοι οδηγούν προς τα εκεί
Και μαζεύονται και οι φαντάροι
Δυο μέτρα πιο κάτω, πολύ ορεξάτο
Και αργά από κάποιο στενό
Τι ρθυμός και ζωή και κοσμοσυρροή
Και πριν ξημερώσει, ξενύχτηδες τόσοι
Πιο εκεί, κουλουρτζή, ο ταμπλάς
Η Ρένα Βλαχοπούλου στο τραγούδι
"Ομόνοια Πλας" στο θέατρο Κυβέλης, 1954
Μάστορες του είδους, οι τρεις συγγραφείς και στιχουργοί: από τις πιο ωραίες και ζωντανές περιγραφές της αθηναϊκής πραγματικότητας που γράφτηκαν ποτέ για τραγούδι… Υπάρχουν όλα μέσα, από τον γύρο και το "μετρό" μέχρι τον ομοφυλόφιλο που βγαίνει για «βόλτα» (αξίζει να σημειωθεί ότι ο τραγούδι αυτό έχει διασκευαστεί και στα «καλλιαρντά», μια πολύ ενδιαφέρουσα διασκευή που δημοσιεύτηκε στο Δίφωνο προ ετών).
Μεταξύ των πλέον αξιοσημειώτων που παρουσίασε το λήγον έτος εις τον τομέα του μουσικού θεάτρου αναφέρουμε την καθιέρωσιν της κ. Ρένας Βλαχοπούλου ως βασικής πρωταγωνίστριας της επιθεωρήσεως και της μουσικής κωμωδίας.
Βλαχοπούλου-Χατζηχρήστος
στο φινάλε της επιθεώρησης
Ομόνοια Πλας που προκάλεσε
απόπειρα λογοκρισίας...
Λίγα χρόνια αργότερα η Ρένα τραγούδησε μία ακόμα διασκευή της «Ομόνοιας Πλας» στην επιθεώρηση του Γιώργου Κωνσταντίνου Οι τελευταίοι ΠΑΣΟΚράτορες που ανέβηκε στο θέατρο «Καλουτά» την περίοδο 1988-89. Αυτή τη φορά η εικόνα της Ομόνοιας που παρουσιαζόταν ήταν πιο αποκαρδιωτική:
Σε κάθε γωνία επτά καφενεία
γεμάτη η πλατεία αλητεία
τραβεστί, τεμπελιά κι ανεργία.
Αμάξια σεργιάνι, το νέφος ντουμάνι
να σου ‘ρχεται να κάνεις φόνο.
Τα σουβλάκια μας μάραναν μόνο.
Και αφίσες στους δρόμους πολλές.
Να ψηφίσεις ξανά κι ο λαός δεν ξεχνά
και αέρα πουλάνε μπανάλ.
Χοροί, καλλιστεία και δίχως αστεία
τη μέρα και μία ληστεία
μηχανάκια, φρικιά κι αηδία.
Έχει γίνει που λες η Ελλάς
μια Ομόνοια Πλας.
την Ομόνοια Πλας του 1989
Η Ρένα Βλαχοπούλου και ο... κουλουρτζής
της Ομόνοιας! Θέατρο Ακροπόλ, 1992-93.
Ωστόσο το τραγούδι αυτό δεν είναι γραφτό να σταματήσει να μας απασχολεί. Τον Ιούνιο του 2006 το ανανεωμένο Φεστιβάλ Αθηνών παρουσιάζει στο Ηρώδειο, έπειτα από πρόταση του προέδρου του Γιώργου Λούκου, ένα αφιέρωμα στη Σοφία Βέμπο. Ερμηνεύτριες η Χάρις Αλεξίου και η Δήμητρα Γαλάνη. Υπεύθυνη για το πρόγραμμα η Λίνα Νικολακοπούλου η οποία αποφασίζει να προσθέσει και τη δική της πινελιά στο θρυλικό τραγούδι αλλάζοντας τη δεύτερη στροφή ως εξής:
Σου χρειάζεται πια ξεναγός.
Τι γλυκιά αντηλιά, τι τσιμεντοφωλιά
να ‘ν’ του δήμου ή του δήμιου δουλειά;
Με φόντο το Χόντο κοιτάζεις στο βρόντο
μια σκιά λίγη να βρεις του κάκου.
Πάει, έφυγε και του Μπακάκου.
Μην κοιτάς μπας και σου ‘ρθει νταμπλάς
Να η Ομόνοια Πλας.

Η Χάρις Αλεξίου ξεσήκωσε θύελλα χειροκροτημάτων τραγουδώντας αυτούς τους στίχους και τις δυο βραδιές στο Ηρώδειο. Και η καριέρα του «Ομόνοια Πλας» συνεχίστηκε φέτος, όλον τον χειμώνα στην Αθηναϊδα, καθώς αυτή την τελευταία διασκευή του τραγουδιού από τη Νικολακοπούλου ερμήνευε απολαυστικά κάθε βράδυ στην παράσταση του Σταμάτη Κραουνάκη Πόσο σ’ αγαπώ επιθεώρηση η πληθωρική Ελεάννα Καραντινού συνοδευόμενη από την υπόλοιπη Σπείρα-Σπείρα (και υποθέτω θα το ερμηνεύει και στη θερινή βερσιόν της παράστασης όλο το καλοκαίρι). Μάλιστα ο τρόπος που κινούνταν η Ελεάννα τραγουδώντας το «Ομόνοια Πλας», αγανακτισμένη, κρατώντας το ένα παπούτσι της στο χέρι, (μου) θύμιζε έντονα τη Ρένα Βλαχοπούλου σε αρκετές θεατρικές εμφανίσεις της τα τελευταία χρόνια. Ίσως να ‘ταν τυχαίο, ίσως πάλι όχι…
Αυτή ήταν η ιστορία ενός ακόμα θρυλικού τραγουδιού της Ρένας Βλαχοπούλου που μας χάρισε το Βήμα χτες. Το επόμενο τραγούδι, το «Είσαι το μεγάλο μου αμόρε» που θα υπάρχει στο CD της Παρασκευής δεν θα μας απασχολήσει πάρα πολύ, γιατί την Παρασκευή θα γιορτάσουμε μια πολύ σημαντική επέτειο… Κατά κάποιον τρόπο ο Ιούλιος είναι ο μήνας της Ρένας Βλαχοπούλου. Περισσότερα όμως στο… επόμενο!
Προς το παρόν, δείτε και ακούστε τη Ρένα Βλαχοπούλου να τραγουδάει το "Ομόνοια Πλας" στο θέατρο Ακροπόλ στις αρχές του 1993:












