Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικολακοπούλου Λίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικολακοπούλου Λίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

"Η γυνή να φοβήται τον άνδρα" στο θέατρο "Κιβωτός"

Μέρες που έρχονται, ίσως αποφασίσετε να πάτε στο θέατρο. Δεν έχω δει πολλές παραστάσεις φέτος, αλλά από τις ελάχιστες που είδα μέχρι στιγμής, θα σας προτείνω το έργο Η γυνή να φοβήται τον άνδρα, ένα αγαπημένο έργο του ελληνικού θεάτρου, που έχουμε όλοι/ες αγαπήσει χάρη στην κινηματογραφική του διασκευή και που θέλησαν να μας θυμίσουν φέτος στο θέατρο "Κιβωτός" ο Γιάννης Μπέζος και η Ναταλία Τσαλίκη. Εκτός από το γεγονός ότι πρόκειται για μια εξαιρετική παράσταση, έχει και μια πολύ μικρή δόση από... Ρένα Βλαχοπούλου, οπότε επιβάλλεται να σας την παρουσιάσω.

Ο Γιώργος Τζαβέλλας έγραψε την τρίπρακτη αυτή κωμωδία το 1959 για τον Βασίλη Λογοθετίδη και την Ίλια Λιβυκού και λίγα χρόνια αργότερα τη μετέφερε ο ίδιος στον κινηματογράφο με τον Γιώργο Κωνσταντίνου και τη Μάρω Κοντού στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Η κλασική ιστορία του γκρινιάρη και κακότροπου Αντωνάκη που ταλαιπωρεί χρόνια ολόκληρα τη σύντροφό του Ελενίτσα, με την οποία συζεί χωρίς να την έχει παντρευτεί, επέτρεψε στον Γιώργο Τζαβέλλα να κάνει ένα καίριο κοινωνικό σχόλιο την εποχή που παίχτηκε/προβλήθηκε το έργο. Η υπόληψη της αστεφάνωτης γυναίκας, η καταπίεση του σατράπη συζύγου, οι συνθήκες διαβίωσης στα σπίτια της εποχής, η ανοικοδόμηση είναι θέματα που μάλλον δεν αφορούν το σημερινό κοινό--ή αφορούν μόνον ως ανάμνηση τους/τις θεατές μεγαλύτερης ηλικίας. Ο λόγος του Γιώργου Τζαβέλλα, όμως, είναι ζωντανός και μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού ακόμα και στην εποχή του ΔΝΤ...

Ο Γιάννης Μπέζος σκηνοθέτησε το έργο με πολλή αγάπη και πολύ κέφι. Δεν είναι εύκολη υπόθεση το ανέβασμα ενός τέτοιου έργου, γιατί το μεγάλο κοινό το γνωρίζει πολύ καλά από την κινηματογραφική του διασκευή και έχει σίγουρα ταυτίσει τους βασικούς ρόλους με τους/τις ηθοποιούς της ταινίας. Επιπλέον, η κινηματογραφική εκδοχή έχει διάφορα ατού, όπως την εναλλαγή των χώρων, τη χρήση του φλας μπακ που λειτουργεί υπέρ του κειμένου (και εξαφανίζει τις αδυναμίες της τρίτη πράξης του έργου) και βέβαια την αυθεντικότητα της εποχής που περιγράφει. Ωστόσο, η παράσταση του Μπέζου ξεπερνά τα εμπόδια και το αποτέλεσμα αφήνει στους/στις θεατές μια γλύκα, ένα άρωμα νοσταλγίας χωρίς τα στοιχεία του κακώς εννοούμενου "ρετρό" αλλά με φρεσκάδα και ζωντάνια.


Αυτό το αποτέλεσμα οφείλεται πρώτα-πρώτα στους/στις ταλαντούχους ηθοποιούς. Ο Γιάννης Μπέζος έχει διανθίσει τον χαρακτήρα του δύστροπου Αντωνάκη με άφθονες πινελιές του προσωπικού του χιούμορ και έτσι κερδίζει το γέλιο μα και τη συμπάθεια του κοινού για τον ρόλο που υποδύεται, δικαιώνοντας και τον ήρωα του Τζαβέλλα και τη δική του υποκριτική τέχνη. Είναι κωμικός όταν πρέπει και συγκινητικός όποτε χρειάζεται. Η Ναταλία Τσαλίκη είναι αφοπλιστική ως Ελενίτσα. Δεν τη συμπαθείς μόνον επειδή ο ρόλος της (το θύμα ενός σατράπη) είναι αβανταδόρικος: η ευαισθησία της, η υπομονή της, το παράπονό της, τα ξεσπάσματά της--δειλά στην αρχή, δυναμικά στη συνέχεια--σου επιβάλλονται χάρη στο βλέμμα της, τις κινήσεις της, και βέβαια τον λόγο της.


Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι πλασιώνεται από έναν ικανότατο θίασο. Η Φαίδρα Δρούκα είναι απολαυστική ως... κουμπαρομπεμπέκα. Ο Παύλος Ορκόπουλος χαρίζει το κύρος του στον ρόλο του Χαράλαμπου και δίπλα του ο Γιώργος Ψυχογιός και ο Γιάννης Στόλλας συμπληρώνουν το τρίο των φίλων του Αντωνάκη με αμεσότητα και κέφι. Το τρίο των δυναμικών συζύγων τους αποτελείται από τη Βαλέρια Κουρούπη, την Ελένη Σιδερά και τη Λήδα Καπνά που γεμίζουν τη σκηνή με τον δυναμισμό και την τσαχπινιά τους. Αποτελεσματικοί είναι, τέλος, η Γιάννα Παπαγεωργίου (στον ρόλο της Παγώνας, της υπηρέτριας με τη συγκινητική αφοσίωση στην Ελενίτσα), ο Άγγελος Μπούρας (στον ρόλο του Θεμιστοκλή, του αδελφού της Ελενίτσας) και ο Δημήτρης Κανέλλος (στους ρόλους του αστυφύλακα και του εργάτη που γκρεμίζει το σπίτι του Αντωνάκη και της Ελενίτσας).

Ένας σημαντικός παράγοντας της επιτυχίας της παράστασης είναι τα τραγούδια που έγραψαν η Λίνα Νικολακοπούλου και η Δήμητρα Γαλάνη. Είναι συχνό φαινόμενο τα τελευταία χρόνια, όταν παρουσιάζονται έργα που αγαπήσαμε μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο, αυτά να διανθίζονται με τραγούδια της εποχής εκείνης. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, αυτό σπάνια εξυπηρετούσε το έργο καθώς τα τραγούδια έμπαιναν σφήνα σε σκηνές γλεντιού (που συνήθως δεν υπήρχαν στο αρχικό κείμενο), θυμίζοντας τις αντίστοιχες σκηνές των παλιών ελληνικών ταινιών (μοναδική ίσως εξαίρεση το ανέβασμα της Θείας από το Σικάγο, το 2006 στο θέατρο "Ήβη", όπου η Άννα Παναγιωτοπούλου που διασκεύασε το έργο και ο Σιδερής Πρίντεζης που είχε τη μουσική επιμέλεια επέλεξαν τραγούδια εποχής που έδεναν οργανικά με το κείμενο και συνέβαλλαν στην εξέλιξη του έργου). Όταν, μάλιστα, το Η γυνή να φοβήται τον άνδρα, παρουσιάστηκε τη σεζόν 2000-2001 στο θέατρο "Βέμπο" με τον Γιώργο Παρτσαλάκη και τη Μαρία Τζομπανάκη, σε μια καλή παράσταση των επιχειρήσεων Β. Λιβαδά που σκηνοθέτησε η Σμαρούλα Γιούλη, ακούγονταν αρκετά τραγούδια του '50 και του '60 σαν "μουσικό διάλειμμα" (κυρίως στο γλέντι που ακολουθούσε τον γάμο του Αντωνάκη και της Ελενίτσας). Ο Γιάννης Μπέζος απέφυγε αυτήν την τακτική και ζήτησε από τη Δήμητρα Γαλάνη και τη Λίνα Νικολακοπούλου να γράψουν καινούρια τραγούδια ειδικά για την παράσταση. Το αποτέλεσμα είναι πέντε τραγούδια με πανέμορφη μουσική της Γαλάνη και εμπνευσμένους στίχους της Νικολακοπούλου που δένουν με το έργο και ερμηνεύονται θαυμάσια από τους/τις ηθοποιούς του θιάσου (υποθέτω ότι υπεύθυνη για τη διδασκαλία των τραγουδιών ήταν η Μελίνα Παιονίδου--για την οποία εκφράζονται ευχαριστίες στο πρόγραμμα--, παλιά συνεργάτιδα του Μπέζου από το θρυλικό Βίρα τις άγκυρες του Εθνικού Θεάτρου).

Δίχως βέβαια να μετατρέπουν το έργο σε μιούζικαλ ή μουσική κωμωδία, τα τραγούδια αυτά (χορογραφημένα έξοχα από τη Δάφνη Σταυροπούλου--που είναι και η βοηθός σκηνοθέτη της παράστασης--και ενορχηστρωμένα από τον Χρήστο Αλεξάκη) συμβάλλουν στην εξέλιξή του, φορτίζοντας ή αποφορτίζοντας κατάλληλα την ατμόσφαιρα. Το συγκινητικό "Φλυτζάνι" με την Τσαλίκη και τη Δρούκα, το τραγούδι "Του Μιχαλάκη" με το κουαρτέτο των ανδρών (Μπέζος-Ορκόπουλος-Ψυχογιός-Στόλλας) και η "Σούζα" με το δυναμικό τρίο των γυναικών (οι Κουρούπη-Σιδερά-Καπνά έξοχες ως άλλες Andrews Sisters ή Τρίο Σταρ), το γλυκό ντουέτο Μπέζου-Τσαλίκη "Η γυνή να φοβήται τον άνδρα" και το reprise του στο φινάλε του έργου με όλον τον θίασο πρέπει οπωσδήποτε να καταγραφούν σε ένα CD single που θα διατίθεται στο θέατρο "Κιβωτός" με το πρόγραμμα του έργου, για να συνοδεύουν με τη μελωδικότητα και την ευαισθησία τους τους/τις θεατές στα σπίτια τους...

Φυσικά στην επιτυχία της παράστασης συμβάλλουν επίσης τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιώργου Πάτσα, πιστά στην εποχή τους και αρκετά εύγλωττα για τη ζωή των χαρακτήρων που περιβάλλουν και ντύνουν (τον Γιώργο Πάτσα βοήθησαν στα σκηνικά η Πηνελόπη Τριανταφύλλου και στα κοστούμια η Τότα Πρίτσα). Οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου ολοκληρώνουν την αρτιότητα αυτής της παραγωγής της "Ελληνικής Θεαμάτων".

Τώρα θα μου πείτε, πού κολλάει η Ρένα Βλαχοπούλου σε όλα αυτά; Για να το ανακαλύψετε πρέπει να μπείτε στην αίθουσα του θεάτρου "Κιβωτός" περίπου ένα τέταρτο πριν ξεκινήσει η παράσταση. Αμέσως μόλις χτυπήσει το πρώτο κουδούνι, αρχίζουν να ακούγονται από τα μεγάφωνα τραγούδια της περιόδου 1953-1964 (υπεύθυνος για την επιλογή τους είναι προφανώς ο Σιδερής Πρίντεζης, για τον οποίο επίσης εκφράζονται ευχαριστίες στο πρόγραμμα) που δημιουργούν την κατάλληλη ατμόσφαιρα και αποτελούν την καλύτερη εισαγωγή στην παράσταση αυτή, όχι μόνο επειδή είναι... συνομήλικα του έργου, αλλά επειδή "φωτίζουν" κάποιες από τις πτυχές του: τα "Γλυκά μου μάτια" και το "Για τις γυναίκες ζούμε" με τον Νίκο Γούναρη, το "Με σένα αρχίζει η ζωή" και το "Κορόιδα όλοι άντρες" με την Καίτη Μπελίντα, η "Σκλάβα" με την Τζένη Βάνου και--η στιγμή που ο Rena Fan... αγαλλιάζει--το "Σατράπη μου" με τη Ρένα Βλαχοπούλου. 

Μπορεί για το τρίτο κουδούνι και την έναρξη της παράστασης να επιλέχτηκε η "Σκλάβα" (ίσως επειδή είναι πιο γνωστό τραγούδι ή ίσως επειδή η ποιότητα της ηχογράφησης είναι καλύτερη), νομίζω όμως ότι το τραγούδι της Ρένας περιγράφει με ακρίβεια τα συναισθήματα της ταλαιπωρημένης Ελενίτσας και γι' αυτόν τον λόγο επέλεξα να σας το θυμίσω "ντύνοντας" με αυτό μια σειρά από φωτογραφίες της Μαριλένας Σταφυλίδου που προέρχονται από το πρόγραμμα της παράστασης. (Αν θέλετε να μαθετε περισσότερα για την ιστορία αυτού του τραγουδιού, διαβάστε τη σχετική ανάρτηση...)



Αν θέλετε λοιπόν να δείτε μια εξαιρετική παράσταση που θα σας γεμίσει με γλύκα και ίσως και αισιοδοξία, πηγαίνετε στο θέατρο "Κιβωτός" για να χαρείτε το Η γυνή να φοβήται τον άνδρα. Δεν είναι σημερινό έργο, αλλά είναι σημερινή η ανάγκη μας να πιστέψουμε στον καλό μας εαυτό. Νομίζω ότι το έργο του Γιώργου Τζαβέλλα και η παράσταση του Γιάννη Μπέζου συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση...

Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

Σοφία Βέμπο-Μίμης Τραϊφόρος


Ο Μάρτιος είναι μήνας θύμησης για ένα θρυλικό ζευγάρι του ελληνικού μουσικού θέατρου: Σοφία Βέμπο-Μίμης Τραϊφόρος. Δυο θυελλώδεις άνθρωποι που έζησαν μια θυελλώδη ζωή και καθόρισαν σε μέγιστο βαθμό τη φυσιογνωμία του μουσικού θεάτρου και του ελαφρού τραγουδιού. Και τους δυο τους θυμόμαστε τον Οκτώβριο, λόγω της ταύτισής τους με το πολεμικό τραγούδι του ’40. Αντιδρούμε όμως σ’ αυτή την άδικη—αν και σπουδαία—ταύτιση και, εφόσον η Βέμπο πέθανε στις 11 Μαρτίου του 1978 και ο Τραϊφόρος την ακολούθησε είκοσι χρόνια αργότερα, σαν σήμερα, στις 28 Μαρτίου του 1998, και επιπλέον εφόσον και οι δυο τους έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην καριέρα της Ρένας Βλαχοπούλου, επιβάλλεται τούτο το blog να τους θυμηθεί.

Σοφία Βέμπο
Η Σοφία Βέμπο γεννήθηκε το 1910 στην Καλλίπολη της Θράκης (αν και αμφισβητούνται τόσο το έτος όσο και ο τόπος γέννησης) αλλά μεγάλωσε στον Βόλο. Μετά από διάφορες δουλειές που έκανε ως νεαρή κοπέλα, ξεκίνησε την τραγουδιστική της καριέρα το 1933, αρχικά στο ζαχαροπλαστείο «Αστόρια» της Θεσσαλονίκης και αμέσως μετά στο θέατρο «Κεντρικόν» της Αθήνας. Το αληθινό της όνομα ήταν Μπέμπο, και ως Έφη Μπέμπο έγραψε τις πρώτες της σελίδες στην θεατρική και τραγουδιστική μας ιστορία. Πριν εμφανιστεί η Βέμπο οι τραγουδίστριες του ελαφρού τραγουδιού προέρχονταν από τον χώρο του λυρικού θεάτρου και οι ερμηνείες τους θύμιζαν τις οπερατικές ερμηνείες. Αν και τον δρόμο τον είχε προλειάνει η σπουδαία πολύπλευρη καλλιτέχνιδα Σωτηρία Ιατρίδου, η Βέμπο θεωρείται ουσιαστικά η πρώτη ελληνίδα ντιζέζ: τραγουδίστρια δηλαδή όχι μόνο με σπουδαία φωνή αλλά και με μεγάλη εκφραστικότητα. Αν και πολλές ντιζέζ είχαν μόνο μεγάλη εκφραστικότητα, η Βέμπο είχε πραγματικά και μια εξαιρετική φωνή, που δεν έμοιαζε με καμιά άλλη ως τότε: δεν ήταν σοπράνο, είχε αντίθετα μια βαθειά φωνή που ξένισε αρχικά και θεωρήθηκε «αντρική». Στις πρώτες της θεατρικές εμφανίσεις παρουσιαζόταν ως η «τσιγγάνα Έφη Μπέμπο»—αφενός γιατί η ίδια έδωσε την έμπνευση στη συνθέτρια Λόλα Βώτη να της γράψει «τσιγγάνικα» τραγούδια και αφετέρου γιατί η διαφορετικότητά της έπρεπε να πάρει έναν χαρακτηρισμό εξωτικό...

Πολύ σύντομα θα αρχίσει η δισκογραφική της καριέρα, που θα την κάνει γνωστή σε όλο το πανελλήνιο, πριν ακόμα αρχίσει να περιοδεύει και πριν αρχίσει να λειτουργεί ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών που θα βάλει τη φωνή της στα σπίτια όλης της Ελλάδας. Κατακτά την πρώτη θέση στο μουσικό θέατρο και το τραγούδι—θέση που τη μοιράζεται μόνο με τη Δανάη Στρατηγοπούλου. Οι δυο τους έχουν εντελώς διαφορετικές καταβολές (η Δανάη κατάγεται από λόγιο περιβάλλον και έχει σπουδάσει μουσική, η Βέμπο από πιο λαϊκή οικογένεια και είναι αυτοδίδακτη) και τελικά θριαμβεύουν και σε διαφορετικούς χώρους: η Βέμπο με συνοδεία ορχήστρας στις σκηνές των θεάτρων και η Δανάη με την κιθάρα της στην πίστα και το βαριετέ. Υπήρξαν και κάποιες φήμες ότι τις χώριζε μια δήθεν αντιπαλότητα, ωστόσο αυτό δεν ήταν αληθές: «Μαρ’ συ;», έλεγε στη Δανάη η Βέμπο με τη χαρακτηριστική βολιώτικη προφορά της νιότης της, «Να ‘ρθω να με μάθεις τραγούδι;». Δεν πήγε ποτέ όμως και αυτό ίσως να στάθηκε η αιτία (μαζί βέβαια και με κάποια προσωπικά της προβλήματα που είχαν αντίκτυπο στην υγεία της) για τη φθορά της φωνής της που παρουσιάστηκε σχετικά σύντομα. Πάντως, οι δυο τους ήταν φίλες και η Δανάη τις έδωσε αρκετές σωστές συμβουλές που τη βοήθησαν στην καριέρα της.

Η Βέμπο θριαμβεύει στα χρόνια του μεσοπολέμου κυρίως με ταγκό που γράφουν για εκείνη συνθέτες όπως ο Κώστας Γιαννίδης («Αφήστε με να πιω», «Ζητώ να σε ξεχάσω», «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ο μόνος»), ο Μιχάλης Σουγιούλ («Κάτι με τραβά κοντά σου», «Άσε τον παλιόκοσμο να λέει»), ο Ιωσήφ Ριτσιάρδης («Χειμώνας») αλλά και με εξαιρετικά βαλς του Κώστα Γιαννίδη («Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα», «Κάποιο μυστικό»). Η βαθειά φωνή της δίνει την έμπνευση για «αμαρτωλά» τραγούδια όπως το «Πριν το κορμί μου το ποτίσει η κοκαΐνη, το ποτό και η βρωμιά», και ανατολίτικα όπως η «Ζεχρά», αλλά πολύ σύντομα θα πρωτοστατήσει (και θα την ακολουθήσουν και οι υπόλοιπες) στα δημοτικοφανή τραγούδια («Στη Λάρισα βγαίνει ο αυγερινός», «Ο Γιάννος κι η Παγώνα»).

Η προσφυγοπούλα
Το 1937-38 πρωταγωνιστεί στην πρώτη της ταινία, την Προσφυγοπούλα που γυρίζει ο Τόγκο Μιζράχι στην Αίγυπτο. Πρόκειται για μια από τις ταινίες της λεγόμενης αιγυπτιακής περιόδου του ελληνικού κινηματογράφου, που γυρίστηκαν στα υπερσύγχρονα τότε στούνιο του Καΐρου και λέγεται ότι οι περισσότερες από αυτές ήταν άρτιες τεχνικώς αλλά μετριότατες καλλιτεχνικώς. Βλέποντας την Προσφυγοπούλα σήμερα (φαίνεται ότι είναι η μόνη ταινία αυτής της περιόδου που διασώθηκε), μας δημιουργούνται ανάμεικτα συναισθήματα, αλλά πιστεύω ότι η ζυγαριά γέρνει προς τα θετικά. Μπορεί το σενάριο να είναι κοινότυπο και η σκηνοθεσία σχεδόν ανύπαρκτη, ωστόσο υπάρχουν αρκετά προτερήματα που την καθιστούν μοναδική. Πρώτα από όλα, είναι η πρώτη ελληνική ταινία με σύγχρονο ήχο και είναι ουσιαστικά η πρώτη οπτικοακουστική καταγραφή αυθεντικού φυσικού διαλόγου στην ελληνική γλώσσα (έστω και αν πρόκειται για διαλόγους ενός σεναρίου). Έπειτα διασώζεται η παρουσία του μεγάλου πρωταγωνιστή της ελληνικής οπερέττας Μάνου Φιλιππίδη (πατέρα του Αντρέα Φιλιππίδη) που χάθηκε πρόωρα μετά τον πόλεμο. Ακόμα, έχουμε την πρώτη ολοκληρωμένη κατάθεση ελληνικής κινηματογραφικής μουσικής από τον σπουδαίο Κώστα Γιαννίδη (η μουσική επένδυσή του χαρακτηρίζεται από εξαιρετική ακρίβεια, συνέπεια και ευαισθησία). Και, τέλος, έχουμε τη νεανική παρουσία της μεγάλης Σοφίας Βέμπο. Αν και η φθορά του φιλμ παρουσιάζει κάπως αλλοιωμένη τη φωνή της, είναι ντοκουμέντα ανυπολόγιστης αξίας οι τραγουδιστικές της σκηνές (στις οποίες τραγουδάει ζωντανά, αφού το play back μάλλον δεν είχε... ανακαλυφθεί ακόμα!). Αλλά και στον υποκριτικό τομέα, η αυτοδίδακτη Βέμπο τα καταφέρνει μια χαρά.

Το 1940 αλλάζει για πάντα τη ζωή όλων των Ελλήνων. Αλλά είναι ιδιαίτερα σημαδιακό και για τη Σοφία Βέμπο. Αφενός θα γίνει η φωνή ενός ολόκληρου λαού τραγουδώντας τα πολεμικά τραγούδια που τη φέρνουν στην επικαιρότητα κάθε Οκτώβρη. Αφετέρου, θα ενώσει τη ζωή της με τη ζωή του Μίμη Τραϊφόρου και αυτό θα έχει θετικές συνέπειες για την καριέρα της και, μάλλον, αρνητικές για την προσωπική της ζωή.

Μίμης Τραϊφόρος
Ο Μίμης Τραϊφόρος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1912. Ήταν γόνος πολυμελούς οικογένειας και αγωνίστηκε σκληρά για να τη στηρίξει οικονομικά μέχρι να γίνει γίνει γνωστός στους καλλιτεχνικούς κύκλους ως ο νέος ανερχόμενος κονφερανσιέ του βαριετέ. Μετά τις σπουδές του στο Εθνικό Θέατρο προσπαθεί να ορθοποδήσει στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Μαθητής του μεγάλου Αττίκ και... απόφοιτος της «Μάντρας» του, ο Τραϊφόρος θα γίνει σύντομα ο πιο δημοφιλής κομφερανσιέ στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’30. Βασίλειό του είναι η περίφημη «Όασις» του Ζαππείου. Τα πλήθη συρρέουν να χειροκροτήσουν τα πρώτης τάξης νούμερα που εξασφαλίζει ο επιχειρηματίας Αντώνης Ζερβός, τα οποία όμως μπορούν να «εξαφανιστούν» αν δεν τα προλογίσει με θέρμη και με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο ο λαοφιλής Τραϊφόρος. Κάποιο βράδυ του Αυγούστου του 1940, ο Τραϊφόρος θα παρουσιάσει στο πολυπληθές κοινό του βαριετέ «μια θεοκουκλάρα που όταν την ακούς, νομίζεις ότι ακούς συναυλία αηδονιών: η Ρένα Βλαχοπούλου που μας ήρθε από την Κέρκυρα. Στο πιάνο θα τη συνοδέψει ο μαέστρος Μυρογιάννης. Στο σπίτι της το βράδυ θα τη συνοδέψω εγώ!». Το λογοπαίγνιο αυτό ποτέ δεν έγινε πραγματικότητα (η Βλαχοπούλου ήταν ήδη παντρεμένη τότε) αλλά ξεκίνησε έτσι η συνεργασία των δυο καλλιτεχνών που στάθηκε σημαδιακή για τη Ρένα.

Ένα βράδυ στην «Όαση» ο Τραϊφόρος θα συγκρουστεί με τη Σοφία Βέμπο, που πήγε να παρακολουθήσει το πρόγραμμα. Έτσι, θα ξεκινήσει ανάμεσά τους μια κόντρα που θα σταματήσει με την κήρυξη του πολέμου, όταν Βέμπο-Τραϊφόρος συνεργάζονται για πρώτη φορά στις πολεμικές επιθεωρήσεις του θεάτρου «Μοντιάλ». Στον θίασο ανήκει και η νεαρή τραγουδίστρια Ρένα Βλαχοπούλου, η οποία δεν έχει χρήματα για να ράψει φόρεμα για τις εμφανίσεις της και γι’ αυτό της ράβουν ένα «άσπρο φόρεμα με ροζ δαντελίτσες» η Σοφία Βέμπο και η ηθοποιός Λίτσα Λαζαρίδου—το θυμόταν αυτό με ευγνωμοσύνη η Βλαχοπούλου μέχρι το τέλος. Με το νέο της φόρεμα λοιπόν η Κερκυραία τραγουδίστρια, που αποτελεί το «πουλέν» του Τραϊφόρου, τραγουδάει κάθε βράδυ τους πρώτους πολεμικούς στίχους που έγραψε ο μέχρι τότε κονφερανσιέ: «Πατρίδα, πατρίδα, Ελλάδα δοξασμένη, κανείς δεν θα σ’ αγγίξει τη γη την τιμημένη». Η Βέμπο προσέχει τους στίχους αυτούς και ζητά από τον Τραϊφόρο να της γράψει ένα πολεμικό τραγούδι πάνω στους στίχους της «Ζεχράς». Σε χρόνο ρεκόρ εκείνος της παραδίδει τον νέο εθνικό ύμνο των Ελλήνων, τα «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά», η Βέμπο γοητεύεται και αρχίζει ο ταραχώδης έρωτάς τους.

Ο Τραϊφόρος γράφει αδικαιολόγητα πολλά πολεμικά τραγούδια (οι εταιρίες δίσκων θέλουν να κερδίσουν χρήματα με όποιον τρόπο μπορούν...), κυρίως για τη φωνή της Βέμπο. Θα γράψει όμως και ένα για τη Ρένα Βλαχοπούλου που είχαμε την... ευτυχία να δισκογραφηθεί και να φτάσει στις μέρες μας («Πήγαινε κι όταν θα ‘ρθεις» σε μουσική του Κώστα Γιαννίδη). Η Βέμπο, η Βλαχοπούλου και όλες οι τραγουδίστριες τραγουδούν παντού: στο θέατρο, στο ραδιόφωνο, στα νοσοκομεία για τους τραυματίες. Κάνουν ό,τι μπορούν για να εμψυχώσουν τον άμαχο πληθυσμό. Δυστυχώς όμως οι νίκες του ελληνοϊταλικού πολέμου θα δώσουν τη θέση τους στη γερμανική εισβολή στη χώρα μας και τα πολεμικά τραγούδια του ’40 θάβονται με πικρία στη μνήμη των Ελληνίδων και των Ελλήνων. Η Βέμπο συνεχίζει να τραγουδάει στα αθηναϊκά θέατρα μέχρι το καλοκαίρι του ‘42 με πολλά προβλήματα. Οι κατακτητές κάνουν ό,τι μπορούν για να της απαγορέψουν να εμφανίζεται και να θυμίζει στο κοινό τις ένδοξες στιγμές της νίκης. Είναι πλέον φανερό ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει και να δουλεύει στην Αθήνα και έτσι καταφεύγει στη Μέση Ανατολή, όπου την ακολουθεί λίγο αργότερα ο Τραϊφόρος. Με βασικούς τους συνεργάτες τον συνθέτη Λεό Ραπίτη και την Αλίκη Βέμπο, το ζευγάρι παρουσιάζει αμέτρητες επιθεωρήσεις στην Αλεξάνδρεια και το Κάιρο και προσφέρει τα έσοδα στον ελληνικό στρατό. Θα παραμείνουν στην Αίγυπτο μέχρι και το 1946, ενώ η επιστροφή τους θα ξεσηκώσει θύελλα ενθουσιασμού στην καλλιτεχνική Αθήνα.

Στα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου η Βέμπο θα προσπαθήσει να δώσει το δικό της μήνυμα συμφιλίωσης συντασσόμενη όμως με την πλευρά του Εθνικού Στρατού. Αυτό δεν την εμποδίζει να έρθει σε κόντρα με τη Φρειδερίκη σχετικά με κάποιες φιλανθρωπικές κινήσεις υπέρ των στρατιωτών. Ηχογραφεί δυο επίκαιρα τραγούδια που κακώς οι σημερινοί ραδιοφωνικοί παραγωγοί μεταδίδουν κάθε Οκτώβρη (μια δραματική διασκευή του «Πού να ‘σαι τώρα»—για τα παιδιά που μετακινήθηκαν στις ανατολικές χώρες—και μια νέα εκδοχή του «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά» με τίτλο «Η φανέλα του Στρατιώτη»). Ωστόσο, αν πρέπει να θυμόμαστε κάποια ερμηνεία της από αυτά τα χρόνια είναι το «Κάνε κουράγιο, Ελλάδα μου», στο οποίο γίνεται αναφορά στους συμμάχους που «μας τα λέγαν κάθε βράδυ απ’ τα Λονδίνα τους»: ο στίχος αυτός θα ενοχλήσει τους Άγγλους και σύντομα το τραγούδι θα απαγορευτεί. Επανακυκλοφορεί έπειτα από λίγο καιρό με την αναπόφευκτη αναφορά στους «Γράμμους και τα Βίτσια» (εκδοχή που ευτυχώς ακούγεται σπανιότερα σήμερα).

Σύντομα η Βέμπο θα εγκαταλείψει τις εμφυλιακές διαμάχες και θα ταξιδέψει στην Αμερική, όπου τραγουδώντας για τους ομογενείς αλλά και για το αμερικανικό κοινό (αποσπά θριαυμβευτικές κριτικές για το ρεσιτάλ της στο Carnegie Hall) συγκεντρώνει χρήματα για να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο της όνειρο: ένα θέατρο που θα φέρει το όνομά της. Όσο η Βέμπο βρίσκεται στην Αμερική, ο Τραϊφόρος της γράφει το «Ας ερχόσουν για λίγο» που μελοποιεί ο Μιχάλης Σουγιούλ και τραγουδά μοναδικά η Δανάη, αλλά ταυτόχρονα μπαινοβγαίνει σε ερωτικές περιπέτειες που εξοργίζουν τη Βέμπο και αρχίζουν να επηρεάζουν την υγεία της.

Το θέατρο "Βέμπο"
Το όνειρο του θεάτρου «Βέμπο» γίνεται πραγματικότητα το καλοκαίρι του 1950. Η πρώτη επιθεώρηση που ανεβαίνει εκεί τιτλοφορείται Βίρα τις Άγκυρες και αλλάζει για πάντα την ιστορία του ελαφρού μουσικού θεάτρου καθώς η Βέμπο (μαζί με τον αδελφό της, Τζώρτζη Βέμπο, που αναλαμβάνει τα οικονομικά της επιχείρησης, μερικές φορές σε βάρος της υγείας και της προσωπικής ευτυχίας της αδελφής του) επενδύει πολλά χρήματα και ανεβάζει τον πήχυ για τους παραγωγούς του μουσικού θεάτρου—μόνον ο Βασίλης Μπουρνέλλης στο θέατρο «Ακροπόλ» μπορεί να τη συναγωνιστεί. Ο Σταμάτης Φασουλής θυμάται πάντα πόσο τον σημάδεψε αυτή η παράσταση, στην οποία η Βέμπο τραγουδούσε, μεταξύ άλλων, το πρώτο αρχοντορεμπέτικο τραγούδι της, τη θρυλική «Ταμπακέρα». Στα χρόνια του ’50 η Βέμπο θα τραγουδήσει κι άλλα θρυλικά αρχοντορεμπέτικα στις καλοκαιρινές επιθεωρήσεις του θεάτρου της («Χαράμι», «Χαστούκι», «Όλα ρημάδια»)—τους χειμώνες εξακολουθεί να περιοδεύει στην Ελλάδα και το εξωτερικό για να ενισχύει το ταμείο των θεατρικών επιχειρήσεων της οικογένειάς της.

Σ’ αυτή τη δεκαετία θα γυρίσει και δυο ακόμα ταινίες που θα διασώσουν για πάντα την επιβλητική της παρουσία. Στη Στέλλα του Μιχάλη Κακογιάννη θα αφήσει για πάντα το στίγμα της στον ρόλο της Μαρίας, της ιδιοκτήτριας του «Παράδεισου» όπου τραγουδάει η Στέλλα. Ως Μαρία τραγουδά δυο κορυφαία τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι: «Το φεγγάρι είναι κόκκινο» και, κυρίως, «Ο Μήνας έχει δεκατρείς» δείχνοντας πόσο ωραία μπορούσε να τραγουδήσει λαϊκή μουσική. Ήθελε πολύ να τραγουδήσει Τσιτσάνη, και κατάφερε να ηχογραφήσει μόνο ένα τραγούδι του, κι αυτό στην Αμερική, αφού οι ελληνικές δισκογραφικές εταιρίες δεν επέτρεπαν τότε να μπλέκονται «ελαφροί» και «ρεμπέτες». Και πέρα από το τραγούδι της όμως, είναι εντυπωσιακή η γενικότερη παρουσία της στη Στέλλα—χρωστάμε ευγνωμοσύνη στον Μιχάλη Κακογιάννη που την έπεισε να παίξει στην ταινία αυτή. Συντομότερη είναι η εμφάνισή της στη Στουρνάρα 288 του Ντίνου Δημόπουλου. Πρόκειται για μεταφορά της ομώνυμης θεατρικής επιτυχίας του θεάτρου «Βέμπο», όπου πραγματοποιεί μια γλυκύτατη εμφάνιση ως ηλικιωμένη τραγουδίστρια αλλά και μια πιο εντυπωσιακή ως σύγχρονη ντίβα του τραγουδιού. Το έργο αυτό ήταν μια επιτυχημένη προσπάθεια του Τραϊφόρου να ανανεώσει το επιθεωρησιακό είδος. Στη δεκαετία του ’50 γραφει και σκηνοθετεί αδιάκοπα εντυπωσιακές επιθεωρήσεις κυρίως αλλά και μουσικές ηθογραφίες που αποσπούσαν θερμές κριτικές και βραβεία.

Σε μια από αυτές τις επιθεωρήσεις του θεάτρου «Βέμπο» που τιτλοφορείται Διπλοπενιές, το καλοκαίρι του 1954, θα κάνει το υποκριτικό της ντεμπούτο η Ρένα Βλαχοπούλου, χάρη στην επιμονή του Μίμη Τραϊφόρου που διέκρινε το ξεχωριστό κωμικό της ταλέντο. Το νούμερο «Άλα πασά μου» απογειώνει την καριέρα της Ρένας Βλαχοπούλου (διαβάστε περισσότερα εδώ). Η κορυφαία Βέμπο καμαρώνει την Κερκυραία τραγουδίστρια και—πλέον και—ηθοποιό που μάλιστα ηχογραφεί δυο τραγούδια της («Σ' αγαπώ και μ' αρέσει η ζωή» και «Κάποιος, κάπου, κάποτε») ενώ, πράγμα σπάνιο για τη Βέμπο, ηχογραφεί κι εκείνη ένα τραγούδι της Ρένας, το «Ομόνοια Πλας». Η Ρένα Βλαχοπούλου συνεργάζεται ξανά με το θέατρο «Βέμπο» δυο χρόνια μετά, στην επιθεώρηση Ρωμιός (η Βέμπο επρόκειτο να εμφανιστεί στο έργο αυτό, αλλά οι περιοδείες της την κράτησαν τελικά στο εξωτερικό και έτσι η Βλαχοπούλου παρέμεινε η βασική τραγουδίστρια του Ρωμιού). Θα περάσουν 20 χρόνια μέχρι να εμφανιστεί ξανά η Ρένα Βλαχοπούλου στο θέατρο «Βέμπο», αλλά τότε πλέον η επιχείρηση θα έχει περάσει στα χέρια του Βαγγέλη Λιβαδά. Η Ρένα Βλαχοπούλου θα θυμάται όμως πάντα με γλύκα τη σπουδαία αυτή καλλιτέχνιδα και γυναίκα—και καλή μαγείρισσα, που πάντα έφερνε μεζέδες στον θίασο.


Γενικά η Βέμπο αγαπούσε πολύ τα μέλη των θιάσων της—με εξαίρεση τις νεαρές καλλιτέχνιδες που έμπλεκαν σε ερωτικές περιπέτειες με τον Τραϊφόρο. Βασικός συγγραφέας και σκηνοθέτης όλων των έργων που ανεβαζε το θέατρο «Βέμπο», ο Τραϊφόρος βρισκόταν συνεχώς περιτριγυρισμένος από πειρασμούς στους οποίους συνήθως ενέδιδε. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να παθαίνει συχνούς νευρικούς κλονισμούς η Βέμπο και να καταφεύγει στο αλκοόλ. Δεν δίσταζε μάλιστα να επιτεθεί στις νεαρές κοπέλες που διεκδικούσαν τον Τραϊφόρο—η Σπεράντζα Βρανά διηγείται σ’ ένα βιβλίο της πώς την έδειρε κάποια φορά που νόμιζε πως κάτι έτρεχε ανάμεσά τους, αλλά τελικά της ζήτησε συγνώμη. Η κατάσταση χειροτέρευε από τη συμπεριφορά του επιχειρηματία αδελφού της που επέμενε να ελέγχει τις καλλιτεχνικές της κινήσεις για να επωφελείται ο ίδιος. Η Βέμπο βρισκόταν πάντα διχασμένη ανάμεσα στην αγάπη της για τον Τραϊφόρο (τον λάτρευε παρά τις αταξίες του) και στην αγάπη για την οικογένειά της. Πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο για τη Βέμπο να νιώθει ότι ενώ για έναν ολόκληρο λαό ήταν σύμβολο μιας μεγάλης πολεμικής νίκης, στην πραγματικότητα πάλευε σε ενα περιβάλλον διαρκών συγκρούσεων που οδηγούσαν στην επιδείνωση της υγείας της. Ακούγοντας τις ηχογραφήσεις της από το 1957 ως το 1963, διαπιστώνει κανείς τη φθορά της φωνής της. Τραγούδια όπως το «Για σένα» του Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου ή τα «Κόκκινα φανάρια» του Μενέλαου Θεοφανίδη μας φέρνουν μια Βέμπο κουρασμένη αλλά πάντα εκφραστική και ευαίσθητη. Στα χρόνια του '60 αραιώνει τις εμφανίσεις της. Το θέατρό της που συνεχίζει να παρουσιάζει επιτυχημένες επιθεωρήσεις που γράφει πάντα ο Μίμης Τραϊφόρος (Γαργάλατα, Άλλος για το Καστρί, Η Αθήνα που έφυγε κι η Αθήνα που ήρθε) σε κάποιες από τις οποίες εμφανίζεται και η ίδια τραγουδώντας κουρασμένα αλλά γοητευτικά ποτ-πουρί των παλιών της επιτυχιών. Εξίσου γοητευτική είναι και σε ένα από τα τελευταία τραγούδια που ηχογράφησε στο τέλος της δεκαετίας του '60, το «Λίγο το φως του μα ακόμα δεν βασίλεψε, ο έρωτάς μας που κι ο έρωτας τον ζήλεψε» του Ζακ Ιακωβίδη. Σχεδόν αυτοβιογραφικοί στίχοι του Τραϊφόρου για τη σχέση του με τη Βέμπο. Όπως είχε δηλώσει ο βιογράφος και πιστός της φίλος Ανδρέας Μαμάης στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη, ο Τραϊφόρος επίσης τη λάτρευε, αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί στους πειρασμούς και αυτό την πλήγωνε όλο και περισσότερο. Μπορεί να ήταν σπουδαίος ποιητής (και μοναδική του μούσα η Βέμπο), ως σύζυγος όμως αποδείχτηκε ανάξιος της σπουδαίας αυτής γυναίκας.

Προς το τέλος
Στα χρόνια της δικτατορίας η Βέμπο πραγματοποιεί ελάχιστες εμφανίσεις, ανάμεσά τους και μια θριαμβευτική αποχαιρετιστήρια συναυλία στο «Παλαί ντε Σπορ» της Θεσσαλονίκης (τελικά εμφανίστηκε άλλες δυο φορές στο θέατρο μετά από αυτή τη συναυλία). Μια από αυτές τις εμφανίσεις όμως δεν της έκανε καλό: σε κάποια επέτειο της δικτατορίας κάνει το λάθος να συμμετάσχει, όπως και άλλοι/ες καλλιτέχνες/ιδες, σε μια χουντική φιέστα στο Καλλιμάρμαρο. Οι συνταγματάρχες θέλουν να εκμεταλλευτούν την ταύτισή της με το έπος του ’40 και τη βάζουν να τραγουδήσει το «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά» πλαισιωμένη από τσολιάδες, στο γνωστό κιτς πνεύμα που θα επικρατούσε σε ανάλογες εκδηλώσεις τα επόμενα έξι χρόνια. Αν και η ίδια δεν συμμετείχε ξανά σε αντίστοιχη φιέστα, η εμφάνιση εκείνη, μαζί με το πολεμικό τραγουδιστικό της προφίλ, οδήγησε σε άδικους συσχετισμούς της Βέμπο με τη χούντα και την άκρα δεξιά (σ’ αυτό συνέτεινε και το ότι ακροδεξιοί οπαδοί συχνά χρησιμοποιούσαν σε πολιτικές συγκεντρώσεις τους τραγούδια της—και πολεμικά και ερωτικά!). Άλλωστε υπήρξαν κι άλλοι καλλιτέχνες που έκαναν το σφάλμα να συμμετάσχουν στη φιέστα της πρώτης επετείου της δικτατορίας (ανάμεσά τους ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Βίκυ Μοσχολιού—οι δυο τους τραγουδούν έναν από τους «ύμνους» της χούντας που γράφτηκαν για την επέτειο—ο Γιώργος Ζαμπέτας, η Μαρινέλλα, η Ρένα Ντορ και, φευ, η Ρένα Βλαχοπούλου—αν και για τις δυο τελευταίες δεν το έχω ακόμα εξακριβώσει, και πρέπει να πω ότι στα σχετικά επίκαιρα που υπάρχουν στο Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο δεν εμφανίζονται σε κάποιο πλάνο) και για κάποιους/ες από αυτούς/ές φαίνεται ότι είναι πιο εύκολο να ξεχαστούν τα λάθη τους—προφανώς και λόγω πρότερου έντιμου βίου. Λίγα χρόνια αργότερα η Σοφία Βέμπο—που το θέατρό της έγινε στόχος επιθέσεων στην περιόδο των Ιουλιανών όταν με την επιθεώρηση Γαργάλατα είχε σαφώς πάρει θέση υπέρ του Γεωργίου Παπανδρέου—δεν θα διστάσει να συγκρουστεί με τον Πατακό και τους ανθρώπους του όταν προσπαθούν να επιβάλουν τη λογοκρισία τους. Και τελικά, στέκεται στο ύψος του ονόματος και της ιστορίας της με την ηρωική της στάση στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, όταν δεν διστάζει να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού της, στη συμβολή των οδών Στουρνάρη και Πατησίων, για να περιθάλψει δεκάδες τραυματισμένων φοιτητών/τριών που έντρομοι/ες καταφεύγουν εκεί. Από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Πολυτεχνείου το μήνυμα φτάνει παντού: «Στο σπίτι της κυρίας Βέμπο, Στουρνάρα 23, έχει στηθεί πρόχειρος σταθμός πρώτων βοηθειών»...

Μετά τη μεταπολίτευση η Σοφία Βέμπο ζει τα τελευταία χρόνια της ζωής της παρέα με τον Τραϊφόρο και με λιγοστούς/ές φίλους/ες, ταλαιπωρημένη σωματικά και ψυχολογικά. Η διάθεσή της βελτιώθηκε για λίγο καιρό όταν ανακοινώθηκε ότι επρόκειτο να γυριστεί ταινία με θέμα τη ζωή της, αλλά το σχέδιο ναυάγησε κι εκείνη βυθίστηκε ξανά στην κατάθλιψη. Μια τηλεοπτική εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού έχει διασώσει, ωστόσο, το ταμπεραμέντο και το κέφι της, ακόμα και σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια, όταν τραγουδάει για χάρη μαθητών/τριών στο σαλόνι του σπιτιού της (και με τη συνοδεία του Ανδρέα Μαμάη στο πιάνο) το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του» και τη «Χωριάτα». Πέθανε το ξημέρωμα της 11ης Μαρτίου 1978. Ο θάνατός της ανακοινώθηκε με έκτακτες εκδόσεις των εφημερίδων και στην κηδεία της, παρόλο που ήταν Καθαρά Δευτέρα, συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου για να αποθεώσει τη μοναδική αυτή γυναίκα και τραγουδίστρια στην τελευταία της αυλαία.

Μετά τον θάνατό της, ο Μίμης Τραϊφόρος ασχολήθηκε με συγκινητική αφοσίωση με την επανέκδοση των ηχογραφήσεών της και τη διατήρηση της μνήμης της. Κάποια στιγμή παντρεύτηκε την εξαιρετική τραγουδίστρια Κρύσταλ Τσίχλα και, όπως έγραφε η Δανάη Στρατηγοπούλου (κάποτε, όταν βρίσκονταν κι οι δυο στη Μάντρα του Αττίκ, παρά λίγο να δημιουργηθεί ειδύλλιο ανάμεσά τους), με τη νέα του γυναίκα νοσταλγούσαν διαρκώς την παλιά... Ο ίδιος ο Τραϊφόρος θυμόταν πάντα με αγάπη τη Ρένα Βλαχοπούλου που τους ένωσαν τόσες επιτυχίες και τόνιζε πάντα ότι η Βλαχοπούλου δεν ξεχνούσε πόσα του όφειλε για τα δυο της ντεμπούτα, το τραγουδιστικό και το υποκριτικό. Κάποια στιγμή θέλησε να του το ανταποδώσει και έτσι ζήτησε από τον Ηλία Μαροσούλη να καλέσει τον μεγάλο επιθεωρησιογράφο για να συμμετάσχει στη συγγραφή της επιθεώρησης που θα ανέβαινε στο «Δελφινάριο» το καλοκαίρι του 1983. Πράγματι ο Τραϊφόρος συνεργάζεται με τον Ναπολέοντα Ελευθερίου και τον Λάκη Μιχαηλίδη και διαπιστώνει ότι πλέον δεν μπορεί να εγκλιμαστιστεί στο νέο πνεύμα και ήθος της επιθεώρησης—ο τίτλος του έργου, Μας πρήξανε τα ούμπαλα, αρκεί για να το διαπιστώσει κανείς... Βλαχοπούλου και Τραϊφόρος συνεχίζουν να συναντιούνται και να επιβεβαιώνουν την αγάπη και την αλληλοεκτίμησή τους σε διάφορες τιμητικές εκδηλώσεις και πρεμιέρες μέχρι τα πρώτα χρόνια του ’90. Στη συνέχεια αντιμετωπίζουν κι οι δυο τους σοβαρά προβλήματα υγείας. Η Ρένα περιορίζεται στο σπίτι της και ο Τραϊφόρος βρίσκεται σε κάποιο οίκο ευγηρίας παραπονούμενος ότι τελικά οι παλιοί του συνεργάτες τον ξέχασαν. Ο πιστός υπηρέτης του θεάτρου και του τραγουδιού, σβήνει τα ξημερώματα της 28ης Μαρτίου 1998, μια μέρα μετά τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου.

Βίρα τις Άγκυρες
Το βράδυ της 28ης Μαρτίου 1998 βρέθηκα στο θέατρο «Κοτοπούλη-Ρεξ», όπου εκείνη τη σεζόν το Εθνικό Θέατρο παρουσίαζε το υπερθέαμα των Θανάση Παπαθανασίου-Μιχάλη Ρέππα και Σταμάτη Φασουλή Βίρα τις άγκυρες, παράσταση που τιμούσε την επιθεώρηση και τους ανθρώπους της. Ο τίτλος της παρέπεμπε στην ιστορική πρώτη παράσταση του θεάτρου «Βέμπο» που άλλαξε την ιστορία του είδους, ενώ δυο από τους χαρακτήρες του έργου παρέπεμπαν στο θρυλικό ζευγάρι Βέμπο-Τραϊφόρος: η τραγουδίστρια Σμάρω Μπιζάνη και ο σύζυγός της και συγγραφέας Μάκης Αλεβίζος. Τους δυο ρόλους έπαιξαν απολαυστικά η Νατάσα Μανίσαλη και ο Νίκος Γαροφάλλου. Ειδικά η Μανίσαλη, ως άλλη Βέμπο, γοήτευε το κοινό τραγουδώντας και σαρώνοντας με την πληθωρική της παρουσία τη σκηνή του «Ρεξ». Εκείνο το βράδυ του Μαρτίου δεν έγινε, βέβαια, καμιά αναφορά στον θάνατο του Τραϊφόρου πριν από την παράσταση, ωστόσο στη σκηνή που η Μπιζάνη/Μανίσαλη/Βέμπο μεταμορφώνεται από τραγουδίστρια της «Ζεχρά» με ανατολίτικη φορεσιά σε τραγουδίστρια του «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά» με παραδοσιακή ελληνική φορεσιά ο κόσμος χειροκρότησε αυθόρμητα, αποτίοντας έτσι έστω και εν αγνοία του φόρο τιμής στον συγγραφέα, ποιητή και στιχουργό. Μπορεί όλος εκείνος ο πατριωτισμός του ’40 να είναι ξεπερασμένος και αδικαιολόγητος σήμερα, ωστόσο η ενθουσιώδης αντίδραση του κοινού όσες φορές είδα την υπέροχη εκείνη παράσταση (αντίδραση που επαναλαμβανόταν και λίγα λεπτά αργότερα με την εμφάνιση ανταρτών στη σκηνή) δείχνει ότι στη συνείδηση του κοινού η παρουσία της Βέμπο, με τη βοήθεια και των στίχων του Τραϊφόρου, είναι καταλυτικά δεμένη με μια σημαντική στιγμή της ελληνικής ιστορίας.

Η Βέμπο γνώρισε την πλατιά αποδοχή όχι μόνο από το μεγάλο κοινό αλλά και από τους/τις συναδέλφους της και τους ανθρώπους της τέχνης γενικότερα. Όλοι/ες μίλησαν και μιλούν με καλά λόγια για εκείνη, από τον Μανώλη Καλομοίρη, τον Αττίκ και τη Δανάη, μέχρι τον Βασίλη Τσιτσάνη, τη Δήμητρα Γαλάνη και τη Μαρινέλλα. Οι δυο τελευταίες τραγούδησαν τραγούδια της και σε δίσκους και σε ζωντανές εμφανίσεις. Η Μαρινέλλα μάλιστα αφιέρωσε έναν ολόκληρο δίσκο της στα τραγούδια της Βέμπο, ενώ η Δήμητρα Γαλάνη μαζί με τη Χαρούλα Αλεξίου τής αφιέρωσαν δυο εξαιρετικές συναυλίες που πραγματοποιήθηκαν στο Ηρώδειο τον Ιούνιο του 2006, στο πλαίσιο του ανανεωμένου Φεστιβάλ Αθηνών, με την επιμέλεια της Λίνας Νικολακοπούλου. Οι πιο πρόσφατες επανεκτελέσεις τραγουδιών της Βέμπο έγιναν από τη Δήμητρα Γαλάνη («Σε μισώ» των Θ. Παπαδόπουλου-Α. Σακελλάριου-Χρ. Γιαννακόπουλου, τραγούδι που η Γαλάνη πρωτοτραγούδησε στο Ηρώδειο και έκλεψε την παράσταση μαζί με τον «Άνθρωπό μου» που ερμήνευσε εντυπωσιακά η Χαρούλα Αλεξίου) και από τον Δώρο Δημοσθένους («Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα» των Κ. Γιαννίδη-Β. Σπυρόπουλου-Π. Παπαδούκα»).

Ωστόσο, το αφιέρωμα αυτό θα ήθελα να το ολοκληρώσω με τους υπέροχους στίχους που έγραψε για τη Βέμπο ο Ηλίας Κατσούλης. Τους μελοποίησε ο Νότης Μαυρουδής και τους τραγούδησε με ευαισθησία ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας στον δίσκο Carte Postale. Ο Κατσούλης κατάφερε να μπει βαθιά μέσα στην ψυχή της Βέμπο και να δώσει ανάγλυφα αυτό που μάλλον συνέβαινε μέσα της τα τελευταία χρόνια της ζωής της: από τη μια ο απόηχος μιας ένδοξης ταύτισης με το έθνος και τον πόλεμο του '40, από την άλλη η αληθινή Σοφία κρυμμένη στο βάθος του χρόνου, να χαμογελά θλιμμένη, αναλογιζόμενη τις αμέτρητες μάχες της προσωπικής της ζωής και τις ατυχίες της...
Άρωμα από δάφνη
Στη νύχτα πάλι χάνεται η μέρα
καπνός σε ασημένια ταμπακέρα
Φλερτάρουν δυο ποτήρια στο τραπέζι
κι εγώ παλιό ραδιόφωνο που παίζει.

Τριαντάφυλλο λικέρ στο μπουκάλι
στων ματιών σου μεθάω τη ζάλη
κι απ' το βάθος του χρόνου κρυμμένη
η Σοφία γελάει δακρυσμένη...

Επέτειος του σαράντα στο σχολείο
Ελλάδος παρελθόν και μεγαλείο.
Γιορτές σαν μουσική στο ίδιο τέμπο
μα πάντα μένει ροκ μόνο η Βέμπο.

Σε ένα άρωμα πικρό από δάφνη
η ψυχή μου ρωτάει κι όλο ψάχνει
αν η τύχη γεννά ατυχία
κι αν η δόξα σημαίνει ευτυχία.

Από παλιό ραδιόφωνο εκπέμπω
τραγούδια με το αίσθημα της Βέμπο
γεμίζει από έρωτα το σπίτι
Γιαννίδη, Τραϊφόρο και Ραπίτη.

Τριαντάφυλλο λικέρ στο μπουκάλι
στων ματιών σου μεθάω τη ζάλη
κι απ' το βάθος του χρόνου κρυμμένη
η Σοφία γελάει δακρυσμένη...


ΠΗΓΕΣ
Οι βιογραφίες της Σοφίας Βέμπο που έγραψαν ο Μίμης Τραϊφόρος και ο Ανδρέας Μαμάης.

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2008

Να η "Ομόνοια Πλας"!


Συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης η σημερινή, καθώς το Βήμα μας δίνει την ευκαιρία να θυμηθούμε την ιστορία ενός ακόμα θρυλικού τραγουδιού της Ρένας Βλαχοπούλου: στην κασετίνα αυτής της εβδομάδας (η ενδέκατη στη σειρά) υπάρχει το «Ομόνοια Πλας» που δόθηκε χτες αλλά και το «Είσαι το μεγάλο μου αμόρε» που θα δοθεί την Παρασκευή.

Το «Ομόνοια Πλας» υπήρξε ίσως η σημαντικότερη επιθεωρησιακή επιτυχία της Ρένας Βλαχοπούλου, τουλάχιστον στη μετά το 1951 καριέρα της (καθώς πριν το 1951 το μεγαλύτερο σουξέ της ήταν σίγουρα το «Θα σε πάρω να φύγουμε» που επίσης από σκηνή θεάτρου το πρωτοτραγούδησε, στα χρόνια της Κατοχής). Το «Ομόνοια Πλας» ανήκει σε εκείνα τη μεγάλη ομάδα θεατρικών τραγουδιών που είχαν ως θέμα τους την Αθήνα. Πολλές τραγουδίστριες της επιθεώρησης τραγούδησαν τέτοια «αθηναϊκά» τραγούδια, αλλά τα περισσότερα τα είπαν η Σοφία Βέμπο και η Ρένα Βλαχοπούλου. Μάλιστα, το «Ομόνοια Πλας» κυκλοροφόρησε σε δίσκο ταυτόχρονα και με τις δυο: ανήκαν σε διαφορετικές δισκογραφικές εταιρίες (στην Columbia και στην Odeon αντίστοιχα), και η κάθε εταιρία ήθελε να εκμεταλλευτεί τη μεγάλη απήχηση αυτού του τραγουδιού στο κοινό. Λόγω της μεγάλης απήχησης που είχε η Σοφία Βέμπο, πολλοί πιστεύουν ότι το «Ομόνοια Πλας» ήταν δικό της τραγούδι. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια, το τραγούδι αυτό ερμηνεύτηκε πρώτη φορά από τη Ρένα Βλαχοπούλου. Είναι απλώς ένα από τα ελάχιστα τραγούδια που η Σοφία Βέμπο δέχτηκε να πει σε δεύτερη εκτέλεση. Συνήθως άλλες τραγουδίστριες έλεγαν τα τραγούδια που εκείνη ερμήνευε πρώτη.

Ας δούμε όμως την ιστορία του «Ομόνοια Πλας». Αμέσως μετά τη μεγάλη επιτυχία που γνώρισε η Ρένα Βλαχοπούλου στην επιθεώρηση του θεάτρου Βέμπο Σουσουράδα, στην οποία θριάμβευσε το καλοκαίρι του 1954 τόσο ως τραγουδίστρια (με τα τραγούδια «Αθήνα ξελογιάστρα» και «Σατράπη μου») όσο και ως ηθοποιός (με το «Κάνε μου τέτοια»διαβάστε σχετικά στην προηγούμενη ανάρτηση), συνεργάστηκε με το θέατρο «Κυβέλης» και τον εταιρικό θίασο που εγκαταστάθηκε εκεί για τη χειμερινή περίοδο 1954-55: Μαρίκα Κρεβατά, Σπεράντζα Βρανά, Κώστας Χατζηχρήστος, Κούλης Στολίγκας, Σοφία Βερώνη, Κώστας Δούκας, Γιώργος Γαβριηλίδης, Πόπη Άλβα, το χορευτικό ζευγάρι Γιάννης Φλερύ-Λίντα Άλμα, ο τραγουδιστής Νάσος Πατέτσος και αρκετοί ακόμα ηθοποιοί. Συνθέτης και μαέστρος ο Μενέλαος Θεοφανίδης. Ο θίασος ανέβασε τρία έργα: εναρκτήριο της σεζόν η επιθεώρηση Το τραγούδι της Αθήνας της σπουδαίας τριάδας Γιώργος Ασημακόπουλος-Βασίλης Σπυρόπουλος-Παναγιώτης Παπαδούκας που ανέβηκε στις 28 Οκτωβρίου 1954. Προσέξτε τη διαφήμιση του θεάτρου Κυβέλης στις εφημερίδες: το όνομα της Ρένας Βλαχοπούλου (όπως και των Φλερύ-Άλμα) βρίσκεται σε ειδικό πλαίσιο ξεχωριστά από τον υπόλοιπο θίασο: «και η μεγάλη βεντέτα της εποχής ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ». Η Ρένα έχει και πάλι κατακτήσει την πρώτη θέση στο μουσικό θέατρο και το τραγούδι, μια πρωτιά που είχε ίσως χάσει λόγω της πολύχρονης απουσίας της στο εξωτερικό (1946-51), αλλά που μέσα σε τρία χρόνια σιγά-σιγά ξανακατέκτησε: δεν είναι πλέον η κατοχική «Βασίλισσα της Τζαζ», αλλά είναι η «μεγάλη βεντέτα της εποχής».


Η Ρένα Βλαχοπούλου στο νούμερο
"Τι να κάνω στην Αθήνα"
από την επιθεώρηση
Το τραγούδι της Αθήνας

Στην επιθεώρηση αυτή η Ρένα είχε τρεις εμφανίσεις, σύμφωνα με το πρόγραμμα: το σόλο «Τι να κάνω στην Αθήνα», το δεύτερο νούμερο της καριέρας της, στο οποίο έπαιζε τον… εαυτό της, μια Κερκυραία δηλαδή που έρχεται στην Αθήνα και σχολιάζει τα παράξενα της πρωτεύουσας, μια εμφάνιση με όλον τον θίασο στο φινάλε που είχε τίτλο «Το ελληνικό τσίρκο» και φυσικά την τραγουδιστική της εμφάνιση, το τραγούδι «Ομόνοια Πλας», που όπως θυμάται η ίδια σε συνέντευξη που έδωσε στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη (περιοδικό Δίφωνο, Μάιος 1997), το τραγουδούσε μπροστά σε ένα σκηνικό που γύριζε και έδειχνε την Ομόνοια. Οι στίχοι του τραγουδιού περιγράφουν γλαφυρά την εικόνα της Ομόνοιας της δεκαετίας του ’50.
Σαν την Πλας Πιγκάλ από χρόνια
μια πλατεία πολύ κεντρική
στην Αθήνα μας είναι η Ομόνοια
που είναι η φήμη της ιστορική
Σε κάθε γωνία επτά καφενεία

καρέκλες με κόσμο γεμάτες
και ταξί που ψαρεύουν πελάτες
Κομψοί και ωραίοι, πολίσμαν τροχαίοι
πεντ’ έξι παλιές μπυραρίες
καυγαδάκια στις αφετηρίες
Καμπαρέ με jazz band και belles femmes

με ταμπέλες που λένε welcome
Τι ρυθμός και ζωή και κοσμοσυρροή
μέρα νύχτα και ως το πρωί.
Και τα ανθοπωλεία σειρά στην πλατεία
τριάντα περίπτερα πλάι
κι από κάτω Μετρό που περνάει
Πιο εκεί, κουλουρτζή, ο ταμπλάς

Να η Ομόνοια Πλας.


Μια πλατεία παλιά όλο χάρη

όλοι οι δρόμοι οδηγούν προς τα εκεί
Και μαζεύονται και οι φαντάροι
το απόγευμα την Κυριακή.
Πλατεία κοκέτα, χαλιά σε πακέτα,
τσατσάρες, στυλό και λαχεία
και χαζοί από την επαρχία.
Δυο μέτρα πιο κάτω, πολύ ορεξάτο
perfum ενα γύρω σκορπίζει
το ντονέρ το κεμπάπ που γυρίζει.
Και αργά από κάποιο στενό
για βολτίτσα προβάλλει ο Ζανό.
Τι ρθυμός και ζωή και κοσμοσυρροή
μέρα νύχτα και ως το πρωί.
Και πριν ξημερώσει, ξενύχτηδες τόσοι
περνούνε να παν για το σπίτι
ενώ το πρώτο τραμ σκάει μύτη.
Πιο εκεί, κουλουρτζή, ο ταμπλάς
Να η Ομόνοια Πλας.


Η Ρένα Βλαχοπούλου στο τραγούδι
"Ομόνοια Πλας" στο θέατρο Κυβέλης, 1954

Μάστορες του είδους, οι τρεις συγγραφείς και στιχουργοί: από τις πιο ωραίες και ζωντανές περιγραφές της αθηναϊκής πραγματικότητας που γράφτηκαν ποτέ για τραγούδι… Υπάρχουν όλα μέσα, από τον γύρο και το "μετρό" μέχρι τον ομοφυλόφιλο που βγαίνει για «βόλτα» (αξίζει να σημειωθεί ότι ο τραγούδι αυτό έχει διασκευαστεί και στα «καλλιαρντά», μια πολύ ενδιαφέρουσα διασκευή που δημοσιεύτηκε στο Δίφωνο προ ετών).

Η «Ομόνοια Πλας» γνώρισε τεράστια επιτυχία. Τόσο η ηχογράφηση της Ρένας όσο και η ηχογράφηση της Βέμπο ακούστηκαν πολύ στην εποχή τους. Το τραγούδι τραγουδήθηκε πολύ στα κέντρα της εποχής, έφτασε μέσα από το ραδιόφωνο σε όλη την Ελλάδα (και ας μην αφορούσε πολύ τους «χαζούς από την επαρχία») και η καριέρα του συνεχίστηκε και μετά το τέλος των παραστάσεων της επιθεώρησης Το Τραγούδι της Αθήνας.

Το δεύτερο έργο εκείνης της σεζόν στο θέατρο Κυβέλης ήταν μια μουσική κωμωδία του Μενέλαου Θεοφανίδη με τίτλο Ραντεβού στο Καμπαρέ που είχε ήδη παρουσιαστεί σε περιοδεία και είχε γίνει και ταινία την προηγούμενη χρονιά με τίτλο Νύχτες της Αθήνας, στην οποία πρωταγωνιστούσαν οι Κούλης Στολίγκας, Καλή Καλό, Κώστας Χατζηχρήστος, Κώστας Μανιατάκης, Ρένα Στρατηγού, Μαίρη Νικολαϊδου κ. ά. Στο θέατρο Κυβέλης τον ρόλο της Αφροδίτης (που στην ταινία έπαιζε η Καλή Καλό) ανέλαβε η Ρένα Βλαχοπούλου: ήταν η μοιραία γυναίκα που ξελόγιαζε μπαμπά και γιο, τον Κούλη Στολίγκα και τον Κώστα Χατζηχρήστο αντίστοιχα. Το έργο ξεκίνησε τις παραστάσεις του στις 18 Δεκεμβρίου, ενώ λίγες μέρες αργότερα η Ρένα ξεκίνησε παράλληλα εμφανίσεις και στο νυχτερινό κέντρο «Παπαγάλος» της Φωκίωνος Νέγρη επικεφαλής μεγάλου προγράμματος και με τη συνοδεία της ορχήστρας του Βαγγέλη Κανελίδη (πατέρα της σπουδαίας Αλέκας Κανελλίδου). Το 1954 έφτανε στο τέλος του και ήταν σίγουρα η χρονιά της Ρένας: στην καλλιτεχνική ανασκόπηση της χρονιάς που δημοσιεύτηκε στα Νέα στις 31 Δεκεμβρίου 1954 διαβάζουμε:

Μεταξύ των πλέον αξιοσημειώτων που παρουσίασε το λήγον έτος εις τον τομέα του μουσικού θεάτρου αναφέρουμε την καθιέρωσιν της κ. Ρένας Βλαχοπούλου ως βασικής πρωταγωνίστριας της επιθεωρήσεως και της μουσικής κωμωδίας.

Το Ραντεβού στο Καμπαρέ συνέχισε τις παραστάσεις του ολόκληρο τον Ιανουάριο του 1955, ωστόσο δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία, ίσως επειδή (όπως λέει και η Σπεράντζα Βρανά στο βιβλίο της Τα μπουλούκια, το θέατρο κι εγώ) αφενός είχε ξαναπαιχτεί και αφετέρου το είδος της μουσικής κωμωδίας δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές. Σύντομα λοιπόν, στις 9 Φεβρουαρίου 1955 το διαδέχτηκε η νέα επιθεώρηση των νέων συγγραφέων Ναπολέοντα Ελευθερίου-Κώστα Νικολαϊδη-Ηλία Λυμπερόπουλου που είχε τίτλο Ομόνοια Πλας, πολύ λογικό εφόσον πρωταγωνίστριά της ήταν η πρώτη ερμηνεύτρια του πολύ επιτυχημένου αυτού τραγουδιού. Εκτός από ένα ντουέτο με τον Κώστα Χατζηχρήστο με τίτλο «Απόψε καίω τον ντουνιά» (νούμερο που σύμφωνα με κριτική του Μάριου Πλωρίτη ήταν μια ατυχής μίμηση του θριαμβευτικού «Κάνε μου τέτοια» του προηγούμενου καλοκαιριού) και το νέο της τραγούδι «Να η Αθήνα» (πάλι αθηναϊκό τραγούδι που όμως πέρασε στη δισκογραφία μόνο με τη φωνή της Σοφίας Βέμπο αυτή τη φορά!), η Ρένα συμμετείχε με όλον τον θίασο στο φινάλε του έργου που είχε τίτλο «Ομόνοια Πλας» και, βασισμένο στους στίχους του τραγουδιού, παρουσίαζε όλους τους τύπους της πλατείας Ομονοίας (στη φωτογραφία βλέπουμε τον Κώστα Χατζηχρήστο ως αστυνομικό, αρκετά χρόνια πριν τον Ηλία του 16ου!). Η επιθεώρηση Ομόνοια Πλας παίχτηκε με «εξαιρετική επιτυχία» όπως έγραφε ο Τύπος της εποχής ολόκληρο τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του 1955. Σημειώθηκε μάλιστα και μια απόπειρα λογοκρισίας γιατί η Ελληνική Αστυνομία μάλλον θίχτηκε από τον τρόπου που παρουσιαζόταν ο αστυφύλακας στο φινάλε του έργου, απόπειρα που αποδοκιμάστηκε έντονα. Τελικά οι παραστάσεις ολοκληρώθηκαν στις 31 Μαρτίου, νωρίτερα από ό,τι προβλεπόταν λόγω διαφωνίας του θιάσου με τον επιχειρηματία.


Βλαχοπούλου-Χατζηχρήστος
στο φινάλε της επιθεώρησης
Ομόνοια Πλας που προκάλεσε
απόπειρα λογοκρισίας...

Η πορεία του τραγουδιού «Ομόνοια Πλας» όμως δεν σταμάτησε τότε. Το τραγούδι ακουγόταν για πολλά χρόνια ακόμα σε πολλές επιθεωρήσεις, συνήθως διασκευασμένο ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε νούμερου. Μια επιθεώρηση του Περοκέ μάλιστα, που ανέβηκε λίγα χρόνια αργότερα, είχε τον τίτλο Ομόνοια Πλατς Πλουτς, πετυχημένη αναφορά στο συντριβάνι που κοσμούσε πλέον την πλατεία. Οι ηχογραφήσεις του τραγουδιού με τη Ρένα και τη Βέμπο επανακυκλοφόρησαν αρκετές φορές στις 33 στροφές και σε CD. Η ίδια η Ρένα τραγούδησε εκ νέου το τραγούδι στον μεγάλο της δίσκο Θα σε πάρω να φύγουμε (βλ. προηγούμενη ανάρτηση) με περισσότερο μπρίο και με μεγαλύτερη εκφραστικότητα από ό,τι στην πρώτη της εκτέλεση. Επίσης, εκτός από τη Ρένα, το τραγούδησαν η Μαρινέλλα στον δίσκο Η Μαρινέλλα σε τραγούδια της Βέμπο και η Ντόρις Σπίνουλα στον δίσκο της Ομόνοια Πλας που περιείχε αποκλειστικά συνθέσεις του Μενέλαου Θεοφανίδη (ανάμεσά τους και ο «Σατράπης μου»).
Πολλές φορές διασκευές του τραγουδιού τραγουδούσε και η ίδια η Ρένα στις επιθεωρήσεις που εμφανιζόταν. Ο Λάκης Μιχαηλίδης στο βιβλίο του Έτσι γράφεται η επιθεώρηση παρουσιάζει μια διασκευή που έγραψαν ο ίδιος και ο Γιάννης Καλαμίτσης με θέμα τον… Μαρξ και, σύμφωνα με τον συγγραφέα, τραγουδιόταν από τη Ρένα στην επιθεώρηση Έξω η Ελλάδα από το Κιάτο στο θέατρο «Ορφέας» το 1984-85, τριάντα χρόνια μετά την πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού.
Λίγα χρόνια αργότερα η Ρένα τραγούδησε μία ακόμα διασκευή της «Ομόνοιας Πλας» στην επιθεώρηση του Γιώργου Κωνσταντίνου Οι τελευταίοι ΠΑΣΟΚράτορες που ανέβηκε στο θέατρο «Καλουτά» την περίοδο 1988-89. Αυτή τη φορά η εικόνα της Ομόνοιας που παρουσιαζόταν ήταν πιο αποκαρδιωτική:

Σε κάθε γωνία επτά καφενεία
γεμάτη η πλατεία αλητεία
τραβεστί, τεμπελιά κι ανεργία.
Αμάξια σεργιάνι, το νέφος ντουμάνι
να σου ‘ρχεται να κάνεις φόνο.
Τα σουβλάκια μας μάραναν μόνο.
Και αφίσες στους δρόμους πολλές.
Να ψηφίσεις ξανά κι ο λαός δεν ξεχνά
και αέρα πουλάνε μπανάλ.
Χοροί, καλλιστεία και δίχως αστεία
τη μέρα και μία ληστεία
μηχανάκια, φρικιά κι αηδία.
Έχει γίνει που λες η Ελλάς
μια Ομόνοια Πλας.

Στο θέατρο "Καλουτά" τραγουδώντας
την Ομόνοια Πλας του 1989

Λίγα χρόνια αργότερα, με αυτό το τραγούδι, η Ρένα Βλαχοπούλου ολοκλήρωσε την επιθεωρησιακή της καριέρα. Το τραγούδησε (με τους πρωτότυπους στίχους του) στην επιθεώρηση του Ακροπόλ Για την Ελλάδα ρε γαμώτο—100 χρόνια επιθεώρηση, την περίοδο 1992-93 (και στο Ράδιο Σίτυ της Θεσσαλονίκης, το Πάσχα του 1993, που ήταν και η τελευταία φορά που την είδα εγώ στη σκηνή): στο δεύτερο μέρος της επιθεώρησης ο θίασος παρουσίαζε ένα ημίωρο αφιέρωμα στα τραγούδια της ελληνικής επιθεώρησης και ένα από αυτά μας το ξαναθύμιζε η πρώτη του ερμηνεύτρια, ένα χρόνο πριν εγκαταλείψει για πάντα το θεατρικό σανίδι…


Η Ρένα Βλαχοπούλου και ο... κουλουρτζής
της Ομόνοιας! Θέατρο Ακροπόλ, 1992-93.

Ωστόσο το τραγούδι αυτό δεν είναι γραφτό να σταματήσει να μας απασχολεί. Τον Ιούνιο του 2006 το ανανεωμένο Φεστιβάλ Αθηνών παρουσιάζει στο Ηρώδειο, έπειτα από πρόταση του προέδρου του Γιώργου Λούκου, ένα αφιέρωμα στη Σοφία Βέμπο. Ερμηνεύτριες η Χάρις Αλεξίου και η Δήμητρα Γαλάνη. Υπεύθυνη για το πρόγραμμα η Λίνα Νικολακοπούλου η οποία αποφασίζει να προσθέσει και τη δική της πινελιά στο θρυλικό τραγούδι αλλάζοντας τη δεύτερη στροφή ως εξής:

Του Βαρώτσου ο Δρομέας λαγός.
Σου χρειάζεται πια ξεναγός.
Τι γλυκιά αντηλιά, τι τσιμεντοφωλιά
να ‘ν’ του δήμου ή του δήμιου δουλειά;
Με φόντο το Χόντο κοιτάζεις στο βρόντο
μια σκιά λίγη να βρεις του κάκου.
Πάει, έφυγε και του Μπακάκου.
Μην κοιτάς μπας και σου ‘ρθει νταμπλάς
Να η Ομόνοια Πλας.

Η Χάρις Αλεξίου ξεσήκωσε θύελλα χειροκροτημάτων τραγουδώντας αυτούς τους στίχους και τις δυο βραδιές στο Ηρώδειο. Και η καριέρα του «Ομόνοια Πλας» συνεχίστηκε φέτος, όλον τον χειμώνα στην Αθηναϊδα, καθώς αυτή την τελευταία διασκευή του τραγουδιού από τη Νικολακοπούλου ερμήνευε απολαυστικά κάθε βράδυ στην παράσταση του Σταμάτη Κραουνάκη Πόσο σ’ αγαπώ επιθεώρηση η πληθωρική Ελεάννα Καραντινού συνοδευόμενη από την υπόλοιπη Σπείρα-Σπείρα (και υποθέτω θα το ερμηνεύει και στη θερινή βερσιόν της παράστασης όλο το καλοκαίρι). Μάλιστα ο τρόπος που κινούνταν η Ελεάννα τραγουδώντας το «Ομόνοια Πλας», αγανακτισμένη, κρατώντας το ένα παπούτσι της στο χέρι, (μου) θύμιζε έντονα τη Ρένα Βλαχοπούλου σε αρκετές θεατρικές εμφανίσεις της τα τελευταία χρόνια. Ίσως να ‘ταν τυχαίο, ίσως πάλι όχι…

Αυτή ήταν η ιστορία ενός ακόμα θρυλικού τραγουδιού της Ρένας Βλαχοπούλου που μας χάρισε το Βήμα χτες. Το επόμενο τραγούδι, το «Είσαι το μεγάλο μου αμόρε» που θα υπάρχει στο CD της Παρασκευής δεν θα μας απασχολήσει πάρα πολύ, γιατί την Παρασκευή θα γιορτάσουμε μια πολύ σημαντική επέτειο… Κατά κάποιον τρόπο ο Ιούλιος είναι ο μήνας της Ρένας Βλαχοπούλου. Περισσότερα όμως στο… επόμενο!

Προς το παρόν, δείτε και ακούστε τη Ρένα Βλαχοπούλου να τραγουδάει το "Ομόνοια Πλας" στο θέατρο Ακροπόλ στις αρχές του 1993: