Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουζάκης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουζάκης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Ιουνίου 2021

Σαν σήμερα το 1973: Στο Σίδνεϊ...

Στις 26 Ιουνίου 1973 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Το Εθνικό Βήμα του Σίδνεϊ ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο σχετικά με το συγκρότημα The Zorba Song and Dance Company επικεφαλής του οποίου ήταν η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Φώτης Μεταξόπουλος με τη Νάντια Φοντάνα και ο Τζίμης Μακούλης. Το συγκρότημα περιόδευσε σε διάφορες πόλεις της Αυστραλίας, όπου υπήρχε ελληνικό στοιχείο. Έτσι έδωσε παραστάσεις στην Αδελαΐδα στις 15 Μαΐου, στη Μελβούρνη από τις 17 Μαΐου ως τις 3 Ιουνίου και στην Καμπέρα στις 5 Ιουνίου. Τέλος το συγκρότημα έφτασε στο Σίδνεϊ, όπου ήταν προγραμματισμένο να δώσει παραστάσεις από τις 7 Ιουνίου έως την 1η Ιουλίου. Ωστόσο, όπως ανακοινώθηκε, ο θίασος επέσπευσε την αναχώρησή του κατά μία εβδομάδα, προκειμένου να δώσει παραστάσεις και στην Κύπρο (αν και, όπως θα δούμε παρακάτω, πιθανότατα η ζήτηση των εισιτηρίων δεν ήταν η αναμενόμενη).


Ο Φώτης Μεταξόπουλος, η Νάντια Φοντάνα είχαν ήδη επισκεφτεί την Αυστραλία δύο χρόνια νωρίτερα, το 1971, με ένα αντίστοιχο συγκρότημα επικεφαλής του οποίου ήταν ο Ντίνος Ηλιόπουλος. Το χορευτικό ζευγάρι είχε πάρει πολύ καλές κριτικές και ο Μεταξόπουλος μόνταρε ένα καινούριο πρόγραμμα το οποίο είχε σκοπό να παρουσιάσει την εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας αλλά και του ένδοξου παρελθόντος της. Βασικό ρόλο στο πρόγραμμα είχε λοιπόν το 18μελές μπαλέτο που θα παρουσίαζε και ελληνικούς παραδοσιακούς αλλά και χορούς--για αυτόν λόγο συμμετείχαν και δύο δεξιοτέχνες του μπουζουκιού, ο Σπύρος Λιώσης και ο Γ. Χατζηθωμάς. Συνέπραττε επίσης ο κωμικός Μπάμπης Ανθόπουλος. Μαζί με την ορχήστρα του Γιώργου Μουζάκη τα μέλη του συγκροτήματος ήταν περίπου σαράντα.

Με τρεις φωτογραφίες της Ρένας από δημοφιλείς ταινίες της
και μια φωτογραφία του Τζίμη Μακούλη με τον Duke Ellington
διαφήμισε την άφιξη του συγκροτήματος το περιοδικό
The Elizabethan Trust News
(που ήταν και το όνομα του καλλιτεχνικού οργανισμού
που διοργάνωσε την περιοδεία αυτή)

Τα δελτία τύπου που στάλθηκαν στον αυστραλιανό και ελληνοαυστραλιανό Τύπο έλεγαν τα εξής για τη Ρένα (διότι το blog αυτό, όταν θέλει, γίνεται δίγλωσσο!...):
Undoubtedly, the star of the show is Rena Vlahopoulou, a talented and zany commedienne--a combination of Lucille Ball and Carol Channing. Miss Vlahopoulou is a star; immensely popular, she is mobbed by enthusiastic fans wherever she goes. For the past thirteen years she has been the leading attraction of Athens' famous Kotopouli Theatre.
Δεν ξέρω αν πρόκειται για λάθος ή παραπληροφόρηση του ατόμου που συνέταξε το συγκεκριμένο κείμενο, πάντως η Ρένα εμφανιζόταν μόλις δύο χρόνια στο Κοτοπούλη, ενώ το μόνο θέατρο στο οποίο θα μπορούσαμε να πούμε ότι εμφανίστηκε επί 13 χρόνια (και πάλι όχι συνεχόμενα) ήταν το Ακροπόλ...

Άφιξη στην Αυστραλία:
Γιώργος Μουζάκης, Φώτης Μεταξόπουλος, Ρένα Βλαχοπούλου, Νάντια Φοντάνα
Ενδεχομένως πίσω τους βρίσκεται ο Smith, αγνώστων λοιπών στοιχείων,
που ήταν ο εκπρόσωπος της εταιρίας που διοργάνωσε τη συγκεκριμένη περιοδεία
Φωτογραφία από το βιβλίο του Ιάσονα Τριανταφυλλίδη
Γιώργος Μουζάκης: Βίρα τις άγκυρες
(εκδ. Άγκυρα, 2001)

Η δημοσιογράφος Jacqueline Rees της εφημερίδας Canberra Times κάλυψε την άφιξη του συγκροτήματος στην πόλη και παρουσίασε ένα ρεπορτάζ από τη συνέντευξη Τύπου. Παραθέτω επίσης κάποια αποσπάσματα επίσης στην αγγλική γλώσσα γιατί αν μεταφραστούν θα χαθεί κάτι από τον τρόπο με τον οποίο η δημοσιογράφος παρουσιάζει τις καλλιτέχνιδες και τους καλλιτέχνες από την Ελλάδα. Γράφει λοιπόν ότι τα δύσκολα ελληνικά ονόματα (Μουζάκης, Μεταξόπουλος, Χατζηθωμάς) "roll off the tongue or stick on it somewhere back near the larynx depending on which side of the interviewing table you sit"... Και στη συνέχεια ασχολείται με τη Ρένα Βλαχοπούλου:
Wearing a long red woolen robe and curling up like a kitten is comedienne Rena Vlahopoulou, a native of Corfu, which the Greeks call Kerkira.
Her curriculum vitae says she is Greece's answer to Lucille Ball and Carol Channing, that she has starred in more than 100 films [Σημείωση του Rena Fan: πόσο υπερβολικό--αλλά τι καλά που θα 'τανε αν ήταν αληθινό!] and for 13 years has been star of Athens' famous Kotopouli Theatre.
She announces that she has no record of all this. "I'm not interested about the past. I am only for what happens tomorrow".
She adds that most of her work has been in Athens because "they" have kept her there and just as you are sharpening your shorthand, it emerges she is referring to her audiences.
Her conversation bubbles on, in Greek and in English, while fellow principal Jimmy Makoulis elaborates on his own achievements. (...)
The Cranberra Times, 5-6-1973


Η Ρένα Βλαχοπούλου σε ένα από τα νούμερά της
και ο Μπάμπης Ανθόπουλος στο νούμερα "Ο Ντιρλαντάς"

Ο Μακούλης προέβλεψε ότι δύσκολα ένα τέτοιο συγκρότημα σαν το The Zorba Song and Dance Company θα μπορέσει να επισκεφτεί ξανά την Αυστραλία λόγω των υπέρογκων εξόδων και πρόσθεσε ότι το όνομα Ζορμπάς επιλέχτηκε επειδή συμβολίζει κάθε τι ελληνικό για τους ανθρώπους εκτός Ελλάδας. "Δεν υπάρχει κανένας πολιτικός υπαινιγμός παρόλο που είναι επίσης ο τίτλος του μουσικού θέματος που συνέθεσε ο Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος ζει εξόριστος στο Παρίσι. Η πολιτική συζήτηση αποφεύγεται" γράφει η Reeves και συμπληρώνει για τον Μακούλη πως με εξαιρετικά διπλωματικό τρόπο κλείνει τη συζήτηση λέγοντας πως η Ελλάδα παραμένει ο "νούμερο ένα" προορισμός διακοπών στην Ευρώπη... 




Οπότε, ας δούμε τι έγραψε σαν σήμερα ο Άγγελος Κουραίος, στη στήλη του "Το χρονικό" στην εφημερίδα Το Εθνικό Βήμα για τις παραστάσεις του συγκροτήματος αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο τις υποδέχτηκε το ελληνικό κοινό του Σίδνεϊ...

Ο "Ζορμπάδες"
Μια εβδομάδα νωρίτερα από ότι [sic] είχε διαφημισθή φεύγει το συγκρότημα των "Ζορμπάδων" από την Αυστραλία.
Ο λόγος ή μάλλον η δικαιολογία είναι ότι πρέπει να παν και στην Κύπρο. Αυτό μπορεί να είναι και σωστό, αλλά γεγονός παραμένει ότι θα έμεναν στο Σύδνεϋ αν είχαν την αναμενόμενη από τους οργανωτάς του συγκροτήματος επιτυχία.
Πράγματι το κοινό δεν ανταπεκρίθη όπως έπρεπε. Χλιαρό ήταν το ενδιαφέρον. Πολλοί θέλαν να παν αλλά όλο και το ανέβαλαν και δεν πήγαν. Σαν τον παγκαδόρο που δεν είναι σίγουρος για το "μπέττι" του, λυπάται και τα λεφτά και τελικά λέει "κρίμα, δεν πρόλαβα". 
Έτσι από αρκετούς θα ακούσουμε ότι δεν πρόλαβαν να παν στους Ζορμπάδες--ενώ θα ήθελαν!
Ας δούμε τώρα γιατί δεν είχαν την οικονομική επιτυχία που περίμεναν και αν καλλιτεχνικά άξιζε να την έχουν.
Πρώτα-πρώτα πρέπει να ξεχωρίσω ότι μιλάμε για το Ελληνικό κοινό. Γιατί εάν επρόκειτο οι Ζορμπάδες να περιμένουν κοσμοσυρροή Αυστραλών δεν υπήρχε λόγος ούτε να ξεκινήσουν.
Ελάχιστοι είναι οι Αυστραλοί που έχουν ενδιαφέρον για Ελληνικά πράγματα και εν πάση περιπτώση [sic] αν ποτέ έχουν την όρεξη και στα μπουζούκια πηγαίνουν και άλλες Ελληνικές εκδηλώσεις έχουν δη στο Σύδνεϋ. Δεν είναι λοιπόν τρομερή αττραξιόν οι Ελληνικοί χοροί και μουσική γι' αυτούς.
Όσο για τα χορευτικά του Μεταξόπουλου τέτοια έχουν ευκαιρίες να δουν ακόμα και στο T.V.
Το θέαμα λοιπόν ήταν αποκλειστικά για Έλληνες. Αυτό έπρεπε να είχαν στο νου οι οργανωτές. Και βάση [sic] του Ελληνικού στοιχείου και κανόνιζαν την πορεία τους.
Τι πρόσφερε τώρα στον Ελληνισμό αυτό το συγκρότημα;
Όχι σπουδαία πράγματα βέβαια αλλά ΑΡΚΕΤΑ για να το δη κανείς μια φορά.
Όπως ζούμε εμείς εδώ σήμερα μακρυά από τα Ελληνικά Θέατρα και σπάνιες άλλες τέτοιες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις σε επαγγελματικό επίπεδο, το θέαμα ήταν καλό--για μια φορά τον χρόνο, επαναλαμβάνω.
Μας πρόσφερε τη Ρένα Βλαχοπούλου από κοντά (γι' αυτούς που την έχουν γνωρίση και αγαπήση στον κινηματογράφο).
Η καλλιτέχνιδα αυτή ψημμένη στο επάγγελμα και με πολύ ταλέντο δεν χρειάζεται ειδική παρουσίαση. Άξιζε να πάη να την δη κανείς. Έστω κι αν πού και πού έπεφτε σε καμμιά κοινοτυπία. Βρισκόταν σε περιοδεία, το κοινό τής ήταν άγνωστο όπως και το επίπεδό του.
Ο Μπάμπης Ανθόπουλος στο γνωστό ρόλο του Ντιρλαντά έκανε τον κόσμο να γελάση. Ίσως του χρειαζόταν ακόμη ένα σκετς.
Αλλά δεν πρόκειται φυσικά να κάνω κριτική για τον καθένα τώρα. Δεν είναι αυτός ο σκοπός του σημειώματος. 
Βέβαια θα τονίσω ότι ιστορικά ο "τεκές" του Μεταξόπουλου δεν στέκει. Γιατί δεν ήταν οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία που τον έφεραν ή τουλάχιστον δεν ήταν αυτοί οι κουτσαβάκηδες. Όλοι μας ξέρουμε ότι ο κουτσαβακισμός, δηλαδή το μακρύ ζωνάρι (που το απλώναν οι μάγκες στο δρόμο να το πατήση κανείς και να γίνει καυγάς), το μισοφορεμένο σακάκι, το μυτερό παπούτσι, το καβουράκι και η κάμα ήταν φρούτα γνωστά στις αρχές του αιώνος στην Αθήνα.
Είχε δε τόσο παραγίνη το κακό που η Κυβέρνηση ανέθεσε σ' ένα δυναμικό αξιωματικό, τον Μπαϊρακτάρη, να τους συμμορφώση. Πράγμα που έκανε με μεγάλη επιτυχία. Γι' αυτό όμως θ' ασχοληθούμε άλλη φορά.
Λοιπόν ας μη ρίχνουμε την αμαρτία και γι' αυτό στους πρόσφυγες. Αρκετά άλλα τους έχουμε φορτώση. 
Και ακόμη θα ήθελα να πω κάτι για το μπαλλέτο. 
Ας φορούσαν οι τσολιάδες μακρύτερες φουστανέλλες--δεν ήταν ανάγκη να μας δείχνουν συνεχώς τα καλοθρεμμένα πισινά τους οι νεαροί--και οι κοπέλλες λιγότερα φορέματα και πιο κοντά.
Να μας δείχναν δηλαδή περισσότερο σώμα και λιγότερο χορό δεν θα έβλαπτε [Σημείωση του Rena Fan: εξωφρενικό δεν ακούγεται;]. Και μεις θα μπορούσαμε να τις δούμε καλλίτερα και κείνες να κουρασθούν λιγότερο.
Ας το έχουν υπόψιν τους την άλλη φορά.
Τελειώνοντας τώρα ερχόμαστε στο γιατί δεν πήγαν οι πολλοί Έλληνες να δουν το συγκρότημα.
Ρωτούσε ο ένας τον άλλον αν αξίζει, αν είναι καλό κ.τ.λ. Μου θύμισαν εκείνους τους συμπατριώτες μας που έρχονται να αγοράσουν ένα λεξικό και ρωτάν:
--Μα είναι καλό; Θέλω το καλλίτερο. Τις έχει όλες τις λέξεις μέσα;
Άνθρωποι που δεν ξέρουν ούτε τις μισές λέξεις στη δική τους γλώσσα θέλουν ένα λεξικό με ΟΛΕΣ τις λέξεις της Αγγλικής ενώ δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσουν πάνω από 200-300 σε όλη τους τη ζωή. Τι να τους πης;
Έτσι και με τους Ζορμπάδες. Θέλουν ένα ΤΕΛΕΙΟ συγκρότημα για να δώσουν τα Πέντε τους δολλάρια, ενώ δίνουν πενήντα χωρίς συζήτηση για ένα οποιοδήποτε μετριώτατο θέαμα σε μια από τις διάφορες εκδηλώσεις της κοινωνικής μας ζωής εδώ.
Να πη κανείς ότι έχουν μπουχτίση να βλέπουν Βλαχοπούλου, Ανθόπουλο, Μακούλη, Μεταξόπουλο, να ακούνε Μουζάκη κάθε μέρα ή άλλα συγκροτήματα από τα οποία είναι γεμάτη η Αθήνα και να ζητάν κάτι περισσότερο, κομμάτια να γίνη. 
Αλλά στη ξηρασία που μας δέρνει να ζητάμε "καλύτερο" τη στιγμή που κάθε δυο χρόνια βλέπουμε--αν δούμε--κανένα υποφερτό πάει πολύ.
Στο κάτω-κάτω με 5 δολλάρια τι θέλετε να δούμε; Αν φέρναν τον αφρό της Καλλιτεχνικής Ελλάδας με 50 δολλάρια μήπως θα πήγαινε κανείς να τους δη;
Κακά τα ψέμματα φίλοι. Δεν είναι το συγκρότημα που δεν ήταν τέλειο και δεν τράβηξε κόσμο. Είναι που ο κόσμος μας έχει τέτοια πνευματική οκνηρία και έλλειψη αισθήματος που μόνο με ένα θέαμα συγκινείται: Τον φάκελλο της Παρασκευής...
ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΟΥΡΑΙΟΣ
Το Εθνικό Βήμα, 26-6-1973

Για να πάρουμε μια ιδέα για το ποιες ελληνικές ταινίες
παίζονταν στις αυστραλιανές αίθουσες τον Ιούλιο του 1973



Τι κοινοτοπίες να έλεγε η Ρένα στο νούμερό της; Μια ερασιτεχνική ηχογράφηση μιας πρόβας από το αρχείο του Φώτη Μεταξόπουλου διασώζει κάποιους από τους στίχους που τραγουδούσε πάνω στη μουσική του "Μέτοικου" του Ζορζ Μουστακί:

Δώρα σας έφερα πολλά,
άλλα καλά κι άλλα τρελά,
απ' τη γλυκιά Ελλάδα.
Ένα κουτί με σκορδαλιά,
με λίγη φέτα και ελιά
και λίγη φασολάδα.
Σας έφερα και παστουρμά
τζατζίκι και ρετσίνα
και μια αυλόπορτα παλιά
με ανθισμένη αμυγδαλιά
απ' την παλιά Αθήνα...

Ακόμα όμως και όταν τραγουδά τέτοιες κοινοτυπίες, η φωνή της είναι πάντα τόσο όμορφη... 

Για την ιστορία, την ίδια εκείνη περίοδο βρισκόταν στο Σίδνεϊ για εμφανίσεις ο Στέλιος Βαμβακάρης με συνοδό του. Στο πλευρό του η Ρία Γαλάνη "με τα κοντά σορτς"...





 

Ευχαριστίες στη φίλη Ειρήνη Πολυδώρου και στους φίλους Γιάννη Δαρόπουλο και Σιδερή Πρίντεζη για τη βοήθεια που μου πρόσφεραν για αυτή την ανάρτηση...

  
Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.


Σάββατο 24 Απριλίου 2021

Σαν σήμερα το 1954: Στην εκπομπή "Το θέατρο στο μικρόφωνο" του Αχιλλέα Μαμάκη

Στις 24 Απριλίου 1954 ο Αχιλλέας Μαμάκης, στη σαββατιάτικη στήλη του "Τα θεατρικά νέα εικονογραφημένα", στην εφημερίδα Έθνος, "διαφήμισε" το περιεχόμενο της εκπομπής του Το θέατρο στο μικρόφωνο που θα μεταδιδόταν από το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας την επόμενη μέρα, Κυριακή του Πάσχα.
Εις την αυριανήν ειδικήν πασχαλινήν εκπομπήν "Το θέατρο στο μικρόφωνο", που θα μεταδοθή ως συνήθως εις τας 1.15' την μεσημβρίαν από το Εθνικόν Πρόγραμμα, εκτός από το άλλο πανηγυρικόν περιεχόμενον, θ' ακουσθούν εις πρώτην εκτέλεσιν δύο καινούργια ωραιότατα τραγούδια του Μουζάκη από την επιθεώρησιν "Όσα παίρνει ο άνεμος" με την οποίαν θ' ανοίξη εντός του Μαΐου το Περροκέ. Θα τ' αποδώση η Μάγια Μελάγια. Επίσης η Ρένα Βλαχοπούλου, μετά εξάμηνον απουσίαν από τας Αθήνας, θα τραγουδήση άλλες μελωδίες του Μουζάκη εις την ιδίαν εκπομπήν. Εις την φωτογραφίαν ο μοντέρνος συνθέτης Μουζάκης φωτογραφούμενος μαζί με την Ρένα Βλαχοπούλου και την Μάγια Μελάγια κατά την χθεσινήν ηχογράφησιν της εκπομπής.  
Έθνος, 24-4-1954

Ρένα Βλαχοπούλου, Γιώργος Μουζάκης, Μάγια Μελάγια,
στους ραδιοθαλάμους του ΕΙΡ στο Ζάππειο, στην ηχογράφηση
της πασχαλινής εκπομπής της σειράς εκπομπών 
του Αχιλλέα Μαμάκη 
Το θέατρο στο μικρόφωνο.
Η φωτογραφία πρωτοδημοσιεύτηκε στο 
Έθνος στις 24-4-1954
και αναδημοσιεύτηκε στο φωτογραφικό λεύκωμα

Βασικά Θεατής. Ελληνικό Θέατρο 1950-1960
με φωτογραφίες από το αρχείο του Κ. Μεγαλοκονόμου
(εκδ. Τόπος, 2008)

Αν και έχουν διασωθεί αρκετά αποσπάσματα από τις εκπομπές του Αχιλλέα Μαμάκη, ανάμεσά τους και τραγούδια με τη φωνή της Ρένας Βλαχοπούλου (τα έχει μεταδώσει κατά καιρούς ο Σιδερής Πρίντεζης από τις συχνότητες του Δεύτερου και του Τρίτου Προγράμματος), η συγκεκριμένη εκπομπή μάλλον δεν σώζεται. Κρίμα, θα πρέπει να ήταν πολύ όμορφη αυτή η ραδιοφωνική συνύπαρξη των τριών σπουδαίων ονομάτων του ελαφρού μας τραγουδιού. Βέβαια, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Μάγια Μελάγια και ο Γιώργος Μουζάκης είχαν ήδη συνεργαστεί στο θέατρο Ακροπόλ, το καλοκαίρι του 1952, στις επιθεωρήσεις Βασίλισσα της νύχτας και Να τι θα πει Αθήνα που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Σ' αυτές η Ρένα, πότε μόνη και πότε μαζί με τη Μελάγια και την Καίτη Μπελίντα, ερμήνευσε αρκετά τραγούδια του συνθέτη. Δυστυχώς δεν δισκογραφήθηκε κανένα από αυτά με τη φωνή της. Την ίδια χρονιά όμως ηχογράφησε για τη δισκογραφία το τραγούδι του Μουζάκη Άλα Κάλα Κούμπα. Πάντως, για την ανάρτηση αυτή διάλεξα ένα όμορφο μπιγκίν του συνθέτη που ερμήνευε η Ρένα Βλαχοπούλου μαζί με την Μπελίντα στην επιθεώρηση Να τι θα πει Αθήνα το '52, και τελικά πέρασε στη δισκογραφία με τη φωνή της Μάγιας Μελάγια: "Σ' αγαπώ τόσο πολύ". Ποιος ξέρει, ίσως η Ρένα να το τραγούδησε μαζί με τη Μελάγια σε εκείνη την πασχαλιάτικη εκπομπή του Αχιλλέα Μαμάκη...



Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Τρίτη 25 Αυγούστου 2020

Σαν σήμερα στις 1966: Σκούπα και φαράσι

Στις 25 Αυγούστου 1966 τρεις αθηναϊκές εφημερίδες έγραψαν για την τελευταία πρεμιέρα του καλοκαιριού του 1966, δηλαδή για την πρεμιέρα της επιθεώρησης Σκούπα και φαράσι που δόθηκε την προηγούμενη μέρα, στις 24 Αυγούστου 1966 στο θέατρο Μετροπόλιταν.

Τα Νέα, 24-8-1966

Τα Νέα, σχετικά λακωνικά, έγραψαν:

Χθες το βράδυ δόθηκε με επιτυχία η πρεμιέρα της νέας επιθεωρήσεως των Γ. Γιαννακόπουλου-Κ. Νικολαΐδη-Γ. Μουζάκη "Σκούπα και φαράσι" στο Μετροπόλιταν, από τον θίασο Ρένας Βλαχοπούλου, Γιώργου Κωνσταντίνου, Γιάννη Βογιατζή. Στη νέα ρεβύ τραγουδούν η Βλαχοπούλου, ο Βογιατζής και η Έλσα Λάμπο και χορεύουν ο Φώτης Μεταξόπουλος, η Νάντια Φοντάνα και μπαλέτο.

 Τα Νέα, 25-8-1966 

Η Απογευματινή όμως διαφωνούσε:

Η χθεσινή πρεμιέρα του "Μετροπόλιταν" εδόθη με πολύ (sic) προχειρότητα. Συγκεκριμένα η παράστασις επαρουσιάσθη εις τους θεατάς ελλιπής. λόγω της απουσίας του τραγουδιστού Γ. Βογιατζή και την (sic) μη εκτέλεσι του σκετς των κ.κ. Γ. Βογιατζή-ηθοποιού και Γ. Κωνσταντίνου  ως επίσης και όλου του φινάλε της επιθεωρήσεως. Μετά το πέρας (;) της παραστάσεως οι θεαταί--οι πλείστοι των οποίων δεν το... αντελήφθησαν--διεμαρτυρήθησαν εντονώτατα, δημιουργήσαντες μικροεπεισόδια. 

 Απογευματινή, 25-8-1966

Η Απογευματινή δεν διευκρίνισε βέβαια αν αυτό συνέβη και στις δύο παραστάσεις ή μόνο σε μια από τις δύο. Πάντως ο (Γιάννης) Φερμάν(ογλου) στη Βραδυνή επισήμανε τις ατέλειες της πρεμιέρας πιο κομψά:

Παρ' ότι άγουρη, σε εντελώς μοντέρνα γραμμή και (sic) πολλήν επικαιρότητα η νέα επιθεώρησις των κ.κ. Γ. Γιαννακόπουλου-Κ. Νικολαΐδη "Σκούπα και φαράσι" που παρουσιάζει από χθες το "Μετροπόλιταν" αποτελεί την έκπληξιν της καλοκαιρινής περιόδου. 

Με νούμερα που ξεφεύγουν από την συνηθισμένη ρουτίνα της επιθεωρήσεως όπως την: "Αράπικη διαμαρτυρία" με τον Γ. Κωνσταντίνου με ευρωπαϊκή φινέτσα [που] ως... νέγρος διαμαρτύρεται για τη γνωστή σατιρική μελωδία του Ζαμπέτα, τα "Θύματα της απεργίας" με ένα έκτακτο Γιάννη Βογιατζή και τα "Πολιτικά νανουρίσματα" με την πολυσύνθετη Ρένα Βλαχοπούλου ως νταντά που ψάλλει τα εξ αμάξης κατά του Α. Παπανδρέου και του Μ. Θεοδωράκη. Η ίδια εχειροκροτήθη ακόμη με πολλή διάθεσι σε ένα παραστατικό τραγούδι με τον τίτλο "Αθήνα του 66" που θα επιβληθή ασφαλώς σύντομα σαν μία από τις ωραιότερες δημιουργίες της τραγουδιστικής καρριέρας της. Συναρπάζουν απ' αρχής μέχρι τέλους οι μελωδίες του Γ. Μουζάκη καθώς και δύο πονεμένα τραγούδια του, που ερμηνεύει όπως πάντα η εξαίρετη Έλσα Λάμπο.

Με πολλή φαντασία τέλος, το θεαματικό γκαγκστερικό χορευτικό του Φώτη Μεταξόπουλου με την Νάντια Φοντάνα και το ξένο μπαλλέτο του που αβαντάρεται από άφθονα φωτιστικά εφφέ, δικαιολογημένα απέσπασε τα περισσότερα χειροκροτήματα της χθεσινής πρεμιέρας.

Βραδυνή, 25-8-1966 

Δεν ανακάλυψα ακόμα κάποια κριτική από τον αντικαραμανλικό τύπο, για να ξέρω αν τουλάχιστον το νούμερο της Ρένας Βλαχοπούλου ήταν μονόπλευρο όπως αφήνει να εννοηθεί η κριτική της φιλοκαραμανλικής Βραδυνής (η προηγούμενη επιθεώρηση που ανέβηκε πάντως στο "Μετροπόλιταν" εκείνο το καλοκαίρι με τίτλο Ο γάιδαρος του Χότζα είχε ικανοποιήσει τον κριτικό της Αυγής Στ. Δρομάζο). Πάντως στη βιογραφία της Ρένας (Βίβα Ρένα, εκδόσεις Άγκυρα, 2002), ο Μάκης Δελαπόρτας διασώζει δυο τετράστιχα από τα "Πολιτικά νανουρίσματα". Ένα για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή:

Παναγιά μου ένα μωρό
που ήταν λίγο ζωηρό
και το κάναν ντάτσι ντάτσι
κι έφυγε αλλού να κάτσει.

Κι ένα για τον Ανδρέα Παπανδρέου:

Οπαλάκια, οπαλάκια
στέλνει στην ΕΔΑ φιλάκια,
οπαλάκια, οπαλούκια
μην πηδάς πολλά παλούκια.
Βλαχοπούλου-Βογιατζής-Κωνσταντίνου στο Σκούπα και Φαράσι.
Τα σκηνικά της παράστασης ήταν του Γιώργου Ανεμογιάννη.
Από την έκδοση
Θέατρο '66 του Θ. Κρίτα



Όσο για το τραγούδι "Αθήνα του '66" δεν είναι άλλο από το πασίγνωστο "Βουαλά η Αθήνα" που όντως έχει μείνει στην ιστορία ως ένα από τα ωραιότερα τραγούδια της τραγουδιστικής καριέρας της Ρένας Βλαχοπούλου--καθώς κυκλοφόρησε και σε δίσκο 45 στροφών μαζί με το τραγούδι "Ο παράς" που τραγουδούσε η Ρένα στην ταινία Η βουλευτίνα. Η δισκογραφημένη εκδοχή είναι λίγο διαφορετική από την εκδοχή που τραγουδούσε η Ρένα στη σκηνή του Μετροπόλιταν (είναι διαφορετικό το πρώτο μισό της δεύτερης στροφής--έχει διασωθεί μια ραδιοφωνική ηχογράφηση αυτής της εκδοχής) και ακόμα πιο διαφορετική από την εκδοχή που δημοσίευσε στο βιβλίο του Πάμε Παρασκήνιο; ο Γιώργος Λαζαρίδης (και υποθέτω την αντέγραψε από το πρόγραμμα της παράστασης που δυστυχώς δεν έχω στα χέρια μου). Η δισκογραφημένη εκδοχή είναι η εξής:

Αθήνα καινούρια, του κόσμου καμάρι,
τραγούδι του ήλιου, της νύχτας φεγγάρι.
Θεότρελη πόλη με ξένους πολλούς
και δυο εκατομμύρια ντόπιους τρελούς.
Σαν να'ναι παγόνι, φτερούγες απλώνει.
Στο σούνιο αρχίζει, στη Θήβα τελειώνει.
Και οι κάτοικοί της οι πρωτεουσιάνοι
που είναι απ' τα Κιούρκα, Σουφλί και Κοζάνη
και μένουν Αγάμων, Κανάρη και Σίνα
Γαστούνη Λαμία, βουαλά η Αθήνα.

Γλεντζέδικια πόλη, της νύχτας βεντέτα,
με τον Παρθενώνα και με του Ζαμπέτα.
Κυρίες του κόσμου με μάγκες en frac
Τα σπάν' και ζητούν τον Αράπη τον black.
Περφέκτια, Σελέκτια, και σνομπ και Σουσούδες
και μ' άδειες τις τσάντες οι κουμκανατζούδες.
Και οι Αθηναίες, δυο πόντους φουστίτσα
και μοιάζουν τσολιάδες από την Καρδίτσα.
Κι η νύχτα γεμάτη μ' αρώματα φίνα
γαρδένια, τζατζίκι, βουαλά η Αθήνα!

Και η δεύτερη στροφή όπως την τραγουδούσε η Ρένα στη σκηνή του Μετροπόλιταν:

Κομψή πολιτεία, κομψές συνοικίες
με δυόμισι πάρκα και τρεις ακακίες.
Σουβλάκια, καϊμάκια, μπαράκια τρε σικ,
σε κάθε τετράγωνο δέκα μπουτίκ.
Αστέρια, Κουίντες, Δη Ροκς, Κάβο Ντ' Όροι
με κούρσες φλορίντες γυρίζουν οι φλώροι.
Και οι Αθηναίες... κτλ.

 

Απογευματινή, 1-9-1966

Εκτός από τα "Πολιτικά νανουρίσματα" και το "Βουαλά η Αθήνα", η Ρένα Βλαχοπούλου είχε δύο ακόμα εμφανίσεις στο Σκούπα και φαράσι (ειρήσθω εν παρόδω, ο τίτλος αναφερόταν στο γεγονός ότι "σκούπα και φαράσι" ήταν αυτό που χρειαζόταν στα πολιτικά πράγματα του τόπου): συμμετείχε στο Φινάλε του Α' μέρους (που δεν παίχτηκε το βράδυ της πρεμιέρας) που είχε τίτλο "Ελληνικές παγοδρομίες": σε αυτό όλος ο θίασος με ιμπρεσάριο τον Γιώργο Κωνσταντίνου πήγαινε να καταλάβει το Στάδιο και να δώσει μια παράσταση τύπου "Holiday on Ice". Στο τέλος η Ρένα Βλαχοπούλου χόρευε ένα εξωφρενικό ταγκό με τον Φώτη Μεταξόπουλο.

Από το βιβλίο του Μ. Δελαπόρτα Βίβα Ρένα,
εκδόσεις Άγκυρα, 2002


Και, τέλος, στο δεύτερο μέρος, η Ρένα και όλος ο θίασος έπαιζαν στο σκετς "Κολιάτσου-Παγκράτι"--βρίσκονταν όλοι/ες μαζί σε ένα λεωφορείο που εκτελούσε αυτή τη διαδρομή και συνέβαιναν διάφορα κωμικοτραγικά...

Τα Νέα, 13-8-1966

Απογευματινή, 26-8-1966


Τέλος, για την ιστορία, ένα απόσπασμα από το νούμερο "Μεσάνυχτα και κάτι" που εκτελούσαν η Κατερίνα Γώγου και ο Αλέκος Τζανετάκος (οι οποίοι νομίζω πως ήταν ζευγάρι και στη ζωή εκείνη την περίοδο). Υποδύονταν δυο δημοσιογράφους που ασχολούνταν με την κίνηση της νυχτερινής Αθήνας. Τους παρακάτω στίχους διέσωσε ο... συνάδελφός τους Άγγελος Μηλιάδης στη... συνονόματη στήλη της Απογευματινής "Μεσάνυκτα και κάτι--Η νυκτερινή ζωή της Αθήνας" (26-8-1966).

Μεσάνυχτα και κάτι
κανείς δεν κλείνει μάτι.
Τη νύχτα όλοι χαίρονται ξανά.
Μια Τζάγκουαρ μαρσάρει,
ρολάρει μια Φερράρι
κι η κοσμική Αθήνα ξεκινά.

Αθηναία, Σίλβερ Χάουζ, Κάβο Ντ' Όρο,
Πλαίη μπόυς, ζιγκολό, λιμοκοντόροι.
Και στα κέντρα οι Μερσέντες κι οι Οπελάρες
ξεφορτώνουν και κοντές και κοπελάρες.
Βουλιαγμένες, Βάρκιζες και Καλαμάκια
τα γερά πηρούνια πέφτουν σαν καμάκια.
Κι οι κοψές κυρίες πέφτουν σαν μαινάδες
στα σπληνάντερα και στις μακαρονάδες.

Απογευματινή, 20-8-1966



Κυριακή 16 Αυγούστου 2020

Σαν σήμερα το 1952: Να τι θα πει Αθήνα!

Στις 16 Αυγούστου 1952 η εφημερίδα Τα Νέα δημοσίευσε μια κριτική για την επιθεώρηση Να τι θα πει Αθήνα που παιζόταν στο τότε θερινό θέατρο Ακροπόλ από τις 9 Αυγούστου. Στην επιθεώρηση εμφανίζονταν τρεις τραγουδίστριες: η Ρένα Βλαχοπούλου, η Καίτη Μπελίντα και η Μάγια Μελάγια. 

Από την εφημερίδα Έθνος

Αλλά περισσότερες πληροφορίες για τον θίασο και την παράσταση νομίζω ότι θα μας δώσει το κείμενο της κριτικής των Νέων.

Το ΕΛΑΦΡΟ ΘΕΑΤΡΟ

"ΝΑ ΤΙ ΘΑ ΠΗ ΑΘΗΝΑ"

ΣΤΟ "ΑΚΡΟΠΟΛ"

Το θέατρον Ακροπόλ στάθηκε τυχερό με την νέα επιθεώρησή του. Το νέο έργο των κ.κ. Ασημακοπούλου, Σπυροπούλου, Παπαδούκα, χωρίς να είναι το καλύτερο της συμπαθούς συγγραφικής τριάδος, είναι αναντίρρητα μια επιθεώρηση με δροσιά, πνεύμα και άφθονα κωμικά ευρήματα. Κυρίως όμως αποτελεί μια προσπάθεια--μια προσπάθεια που επέτυχε--επανόδου στα παληά επιθεωρησιακά μοτίβα, σ' εκείνα που είχαν δώσει το ιδιαίτερο χρώμα στις Αθηναϊκές επιθεωρήσεις των προπολεμικών χρόνων και τις έκαμαν τόσο αγαπητές στο ευρύ κοινό. Στην προσπάθειά τους να συναγωνισθούν τον μεγάλο ανταγωνιστή τους, τον κινηματογράφο, οι Έλληνες θεατρικοί επιχειρηματίες κατέφυγαν στη μίμηση του Παρισινού θεάματος. Μια μίμηση που τις περισσότερες φορές ήταν κακότεχνη και που πάντα λόγω των τεραστίων εξόδων των σκηνογραφιών είχε τον αντίκτυπό της στην τιμή του εισιτηρίου. Έτσι φθάσαμε στο σημερινό εισιτήριο των 22.000 δραχμών που αν όχι τίποτε άλλο, εστέρησε την μεγάλη μάζα του κοινού από την δυνατότητα να πηγαίνη στα κεντρικά θέατρα και διέκοψε την επαφή τού κατεξοχήν λαϊκού θεάματος με τις λαϊκές τάξεις που άλλοτε αποτελούσαν τον μεγάλο ενισχυτή των ταμείων των επιθεωρησιακών θεάτρων (σημείωση του Rena Fan: το εισιτήριο στα συνοικιακά θέατρα κόστιζε γύρω στις 6.000 δραχμές).

Από το παραστράτημα αυτό θέλησαν να ξεφύγουν οι τρεις συγγραφείς ξαναδίνοντας μια επιθεώρηση που να έχη όλα τα προτερήματα της παληάς. Δηλαδή όλο το Ελληνικό χρώμα και πνεύμα. Το πέτυχαν αυτό ή όχι; Τα θερμά χειροκροτήματα των θεατών της πρεμιέρας που συνεχίζονται και στις κατοπινές παραστάσεις μαρτυρούν πως η προσπάθεια απέδωσε καρπούς. Πραγματικά, η νέα επιθεώρηση "Να τι θα πη Αθήνα" ανεβασμένη με πλούτο σκηνογραφιών και με την προσοχή που οι θεατρικές επιχειρήσεις  του κ. Βασ. Μπουρνέλλη εσυνήθισαν πάντοτε το αθηναϊκό κοινόν, προσφέρει τρεις εξαιρετικά ευχάριστες ώρες και προβλέπεται ότι θα κρατήση για αρκετό καιρό το πρόγραμμα του θεάτρου της οδού Ιπποκράτους.

Αλλά οι τρεις συγγραφείς ηυτύχησαν να δουν το έργο να παίζεται από ένα θίασο στον οποίο μετέχουν αριστείς του μουσικού μας θεάτρου. Η μοναδική κ. Καίτη Ντιριντάουα, η εξαιρετική κ. Ρένα Ντορ, η τόσον λαμπρά εξελισσομένη κ. Ρένα Βλαχοπούλου, η πάντοτε άψογη κ. Καίτη Μπελίντα, οι εκλεκτές καλλιτέχνιδες κυρίες Μπέμπα Δόξα, Σπ. Βρανά και Μάγια Μελάγια, οι κ.κ. Βασίλης Αυλωνίτης, Κούλης Στολίγκας, Γιώργος Γαβριηλίδης--τρεις κορυφαίοι του μουσικού θεάτρου--με τους κ.κ. Ν. Βασταρδή, Ν. Ρίζο και Λάκη Σκέλα έδωσαν όλο τον ενθουσιασμό των και όλη την τέχνη των για να ολοκληρωθή το ωραίο θέαμα του "Ακροπόλ". Κοντά σ' αυτούς αξίζει να αναφερθούν για την αξιοπρόσεκτη συμβολή τους οι κυρίες Ντόλυ Φλύσκο, Νανά Γκάτση, Ρένα Γαλάνη, Άννυ Μπωλ και οι κ.κ. Αθ. Κεδράκας, Ράλλης Αγγελίδης και Μάκης Λειβαδάς. 

Εις την επιτυχίαν της νέας επιθεωρήσεως εκτός από την αναμφισβήτητη σκηνοθετική συμβολή του κ. Απ. Γαβριηλίδη συνέβαλαν κατά πολύ και οι ωραιότατες αληθινά χορευτικές συνθέσεις της κ. Έλλης Ζουρούδη που τις απέδωσε τόσο χαριτωμένα η πρώτη χορεύτρια του θεάτρου δις Αλέκα Νικολαΐδου, του μπαλέτου της Σχολής Ζουρούδη. Η μουσική του κ. Γ. Μουζάκη εξαιρετικά καλή.

Ι.ΜΑΝΩΛ.

Τα Νέα, 16-8-1952 


Το θέατρο Ακροπόλ είχε ανεβάσει ως πρώτο έργο του καλοκαιριού εκείνου την επίσης επιτυχημένη επιθεώρηση Βασίλισσα της νύχτας (και πάλι με κείμενα της "συμπαθούς τριάδας" και μουσική Γ. Μουζάκη), σκηνικά του Μάριου Αγγελόπουλου και σκηνοθεσία του Τάκη Μουζενίδη. 

Από την εφημερίδα Έθνος (7-6-1952)

Στο Να τι θα πει Αθήνα, εκτός από τον σκηνοθέτη άλλαξε και ο σκηνογράφος: ο Στέλιος Δόξας φιλοτέχνησε τις σκηνογραφίες που μάλλον ήταν λιγότερο πολυτελείς από το προηγούμενο έργο, ή τουλάχιστον δεν κατάφερναν να επισκιάσουν τα κείμενα της νέας επιθεώρησης: γιατί ο στόχος των συντελεστών ήταν να παρουσιάσουν μια επιθεώρηση που θα γοητεύει με το σατιρικό πνεύμα της και όχι με τον σκηνικό της πλούτο. Στο Να τι θα πει Αθήνα εμφανίστηκε επιπλέον η Καίτη Ντιριντάουα, διαλεχτή πρωταγωνίστρια του μουσικού θεάτρου που αποχώρησε νωρίς από τις θεατρικές σκηνές.

Η Ντιριντάουα με τον κομπέρ Νίκο Βασταρδή
σ' ένα νούμερο που σατίριζε τη μόδα των καλλιστείων.
Από την εφημερίδα
Έθνος (13-9-1952)

Όσο για την "τόσον λαμπρά εξελισσομένη" Ρένα Βλαχοπούλου, είχε αρκετές εμφανίσεις στο έργο αυτό. Λίγο μετά την έναρξη, εμφανιζόταν σε ένα ντουέτο με την Καίτη Μπελίντα που είχε τίτλο "Βουνό και Ακρογυάλι". Έχει διασωθεί μέρος των στίχων του και μια καθόλου καθαρή φωτογραφία που ωστόσο σας την παρουσιάζω για να πάρουμε μια ιδέα από το έργο.

--Του βουνού την ομορφιά,
δεν έχει άλλη ζωγραφιά.
--Και δεν έχει χώρα άλλη
της Ελλάδος τ' ακρογιάλι.
--Στα χωριά του τις βραδιές
βλέπεις κεντητές ποδιές.
--Ακροθαλασσιές με χάρη
και βαρκούλες άσπροι γλάροι.
--Έχουν και τα δυο δροσιά,
ράχη κι ακροθαλασσιά.
--Το βουνό με βλαχοπούλες,
το νησί με ψαροπούλες.


Μπελίντα-Βλαχοπούλου στο ντουέτο
"Βουνό κι ακρογυάλι"
Από την εφημερίδα Έθνος (23-8-1952)

Στη συνέχεια, στη μέση της πρώτης πράξης οι τρεις τραγουδίστριες του θιάσου Βλαχοπούλου-Μπελίντα-Μελάγια παρουσίαζαν την τριφωνία "Τσάι-καφές-ζάχαρη" (πολύ θα ήθελα να διάβαζα τους στίχους της, αλλά...). Και αμέσως πριν το φινάλε, Βλαχοπούλου και Μπελίντα τραγουδούσαν το "Σ' αγαπώ τόσο πολύ", περίφημο τραγούδι που ερμήνεσε η Μάγια Μελάγια σε δίσκους. Η ίδια η Μελάγια τραγουδούσε αμέσως μετά το αρχοντορεμπέτικο "Της γυναίκας η καρδιά" (υπάρχουν μαρτυρίες ότι οι άλλες δυο τραγουδίστριες δεν αποχωρούσαν από τη σκηνή και τη συνόδευαν στο ρεφραίν, αλλά αυτό δεν είναι σίγουρο ότι συνέβαινε...).

Το εξώφυλλο της παρτιτούρας
την πολύτιμη συλλογή του ΕΛΙΑ
Μπελίντα-Βλαχοπούλου
στο
Να τι θα πει Αθήνα
Από Τα Νέα (28-8-1952) 


 

Η Ρένα Βλαχοπούλου είχε μια εμφάνιση και στο φινάλε του έργου, το οποίο παρουσίαζε εκσυγχρονισμένους όλους τους τύπους της παλιάς αθηναϊκής επιθεώρησης (όπως διαβάζω στην κριτική του Έθνους): τον Νιόνιο και τη Μαντίνα των Παναθηναίων, την Τσιγγάνα του Πανοράματος, το Ευζωνάκι των Πολεμικών Παναθηναίων και άλλες παραδοσιακές επιθεωρησιακές μορφές. Παρόλο που ο Γιάννης Χριστόπουλος, στη σελίδα του "Μουσικό θέατρο" στο Facebook, παρουσίασε την παρακάτω φωτογραφία ως προερχόμενη από τη Βασίλισσα της Νύχτας, κάποια από τα κοστούμια που βλέπω μοιάζουν να ανταποκρίνονται στην περιγραφή του φινάλε του Να τι θα πει Αθήνα (άλλωστε σύμφωνα με την περιγραφή της παραπάνω φωτογραφίας από τη Βασίλισσα της Νύχτας, εκείνο το φινάλε εκτιλυσσόταν σε ένα καράβι, το οποίο αποτυπώνεται και στο σκηνικό). Σε πρώτο πλάνο η πρωταγωνίστρια Καίτη Ντιριντάουα. Η Ρένα Βλαχοπούλου διακρίνεται δεξιά του Εύζωνα. Δυστυχώς δεν μπορώ να καταλάβω ποιαν υποδύεται. Κάθε πρόταση/γνώμη δεκτή!

Φωτογραφία από τη σελίδα Μουσικό Θέατρο 
του Γιάννη Χριστόπουλου

Το Να τι θα πει Αθήνα παίχτηκε επίσης για δύο μήνες, μέχρι τις αρχές του Οκτώβρη του 1952. Ήταν από ό,τι φαίνεται ένα από τα καλά δείγματα του τι θα πει "επιθεώρηση" που κοιτούσε με σεβασμό στο παρελθόν και σατίριζε με κέφι το παρόν. Κρίμα που η επιθεώρηση σήμερα έχει μόνο παρελθόν και καθόλου παρόν...

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Μάγια Μελάγια

Το 2014 φεύγει παίρνοντας μαζί του ένα από τα τελευταία στελέχη του παλιού μουσικού θεάτρου και του ελαφρού τραγουδιού. Η Μάγια Μελάγια, εκρηκτική τραγουδίστρια της επιθεώρησης και της πίστας στα χρόνια του '50 και του '60, πέθανε χτες στα 86 της χρόνια.

 

Η Μελάγια ήταν τρίτη ξαδέλφη της Ρένας Βλαχοπούλου (αν θυμάμαι καλά, η γιαγιά της Μάγιας και  ο παππούς της Ρένας ήταν πρώτα ξαδέλφια) αλλά κυρίως υπήρξε φίλη της και συνεργάτιδά της σε δυο διαφορετικές περιόδους της καριέρας της. Επτανησιώτισσες και οι δυο, τις ένωνε το ταπεραμέντο, το χιούμορ και η αγάπη για τη μουσική, αλλά σαφώς το στυλ τους ήταν διαφορετικό: η Μελάγια ήταν στα χρόνια του '50 ένα sex symbol, το αντίπαλον δέος της Ζωζώς Σαπουντζάκη στην πίστα. Μάλιστα, την εποχή που η Σαπουντζάκη ήταν γνωστή ως "Βασίλισσα της Νύχτας", η Μάγια χρίστηκε από τον συνάδελφό της Τώνη Μαρούδα "Αυτοκράτειρα της Νύχτας"--τίτλος που την έκανε να ξεκαρδίζεται στα γέλια και να αυτοσαρκάζεται...

φωτογραφία από τον δίσκο Μάγια Μελάγια, ο θρύλος (Έβδομη διάσταση, 1994)

Το ξεκίνημα...
Η Μάγια Μελάγια γεννήθηκε πιθανότατα το 1928. Το πραγματικό της όνομα ήταν Μελπομένη Τσιριγώτη. Ζούσε με τη μητέρα της και τη μικρότερη αδελφή της σε μια αυλή απέναντι από το Στάδιο. Εκεί στην αυλή τραγουδούσε μαζί με άλλα κοριτσόπουλα της γειτονιάς και κάποια μέρα στο τέλος της Κατοχής, το καλοκαίρι του 1944, την άκουσε μια γειτόνισσα που ήταν μητέρα του Βέρειου, του επιχειρηματία του βαριετέ Πεύκα, και είχε συνεπώς μια κάποια γνώση του καλλιτεχνικού κόσμου. Η κυρία Βερείου είπε λοιπόν στην κυρία Τσιριγώτη:

--Κυρία Μαρία, η κορούλα σας έχει ωραία φωνή, δεν τη στέλνετε στα ταλέντα;
--Τι είν' αυτό;
--Να, διαγωνισμός ταλέντων, πού ξέρεις, μπορεί να έρθει πρώτη!"
--Έχει και λεφτά;
--Αν βγει πρώτη, έχει και λεφτά

Και έτσι, η νεαρή Μελπομένη πήρε μέρος στον εβδομαδιαίο διαγωνισμό των ταλέντων στο άλλο μεγάλο βαριετέ της εποχής, την Όαση. Τραγούδησε το "Αχ βρε γκρινιάρικο, παραπονιάρικο, μόνο η κακία θα σου μείνει..." και από το τρακ ξεχνά τα λόγια και βάζει τις φωνές στην κυρά-Μαρία: "Μαμά, μαμά, τα λόγια ξέχασα!" Κι όμως, ήρθε πρώτη! "Στους στραβούς ο μονόφθαλμος" αστειευόταν η ίδια το 1985 στη συνέντευξη που έδωσε στη Σπεράντζα Βρανά (για το βιβλίο Επιθεώρηση, καψούρα μου). Πάντως πέρα από τον αυτοσαρκασμό, η Βρανά γράφει πως η Μελάγια δεν είχε ποτέ επίγνωση της αξίας της, όχι μόνο την εποχή που ξεκίνησε αλλά και την εποχή που μεσουρανούσε στη νυχτερινή Αθήνα. Ίσως γιατί, όπως έλεγε, ποτέ δεν είχε σκεφτεί να γίνει επαγγελματίας τραγουδίστρια. Ήθελε να τελειώσει το σχολείο και να βρει ένα καλό παιδί να παντρευτεί...




Μετά την πρωτιά στον διαγωνισμό λοιπόν, η Μάγια προσλαμβάνεται για να ανοίγει το πρόγραμμα της Όασης. Μεροκάματο 5 (δραχμές, χιλιάδες ή εκατομμύρια λόγω του πληθωρισμού; ούτε κι η ίδια δεν θυμόταν) που πότε το έπαιρνε, πότε δεν το έπαιρνε... Μετά την Όαση φεύγει για τουρνέ με τον Φίλωνα Αρία ως Μάνια Τσιριγώτη. Στη συνέχεια ακολουθεί άλλη μια τουρνέ με τον Ορέστη Λάσκο που γίνεται ο νονός της. Μέσα στο λεωφορείο που τους πήγαινε σε κάποια πιάτσα της λέει:  "Δεν είναι όνομα αυτό, ρε παιδί μου, για τραγουδίστρια, είσαι πολύ όμορφη και πρέπει όμορφο να'ναι και το όνομά σου. Το βρήκα! Μάγια Μελάγια!" Το μάγια σημαίνει στα αιγυπτιακά νερό και το μελάγια είναι ένα είδος μαντιλιού που φορούν οι Αιγύπτιες στο κεφάλι. Με αυτή την αιγυπτιακή λοιπόν αύρα αρχίζει η νεαρή τραγουδίστρια να ανεβαίνει τα σκαλιά της επιτυχίας.

Φωτογραφία από το πρόγραμμα της παράστασης Χαρούμενη Ελλάδα 
του θεάτρου Παπαϊωάννου (χειμώνας 1948-49)

Την πρώτη της επίσημη αθηναϊκή εμφάνιση ως ρομαντζιέρα την πραγματοποίησε το καλοκαίρι του 1947 στο θέατρο Λυρικόν της Γ΄ Σεπτεμβρίου αντικαθιστώντας τη Σοφία Βέμπο στον θίασο των Άσσων (Μαυρέας-Μακρής-Κοκκίνης-Φιλιππίδης-Αυλωνίτης) που είχε τον χειμώνα παρουσιάσει στο Κεντρικόν τη μεγάλη επιθεωρησιακή επιτυχία Ελλάδα μου, κουράγιο! Αν και δεν έχω διασταυρώσει ακόμα την πληροφορία ότι η Μελάγια αντικατέστησε τη Βέμπο σε ήδη παιζόμενο έργο του θιάσου, μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι είναι η τραγουδίστρια της επιθεώρησης Να τι θέλει ο λαός που ανεβαίνει στο Λυρικόν τον Μάιο του 1947. Η νεαρή τραγουδίστρια ξεχωρίζει αμέσως και κερδίζει κολακευτικές κριτικές παρόλο που έχε κληθεί να αντικαταστήσει το μεγαθήριο Βέμπο. Αμέσως της γίνονται προτάσεις για εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα και ξεκινά από ένα κοσμικό κέντρο της Κηφισιάς για να συνεχίσει τον χειμώνα του 1947-48 στο Χάνι του Γιούλη της οδού Κεφαλληνίας--κέντρο στο οποίο σύχναζε ο καλλιτεχνικός κόσμος της εποχής.
Στο θέατρο Παπαϊωάννου, μάλλον το φθινόπωρο του 1948. 
Η Μάγια Μελάγια πρώτη από δεξιά. Διακρίνονται ακόμα η Πόπη Άλβα, 
η Μπέμπα Δόξα, η Νανά Γκάτση και η Σπεράντζα Βρανά. 
Φωτογραφία από το βιβλίο της Σπ. Βρανά Τολμώ (εκδ. Εξάντας)

Το καλοκαίρι του 1948 η Μελάγια είναι η τραγουδίστρια του θεάτρου Σαμαρτζή όπου παρουσιάζεται η επιθεώρηση Γαλάζιες φλόγες με τον Αλέκο Λειβαδίτη και τον Κούλη Στολίγκα και από εκεί περνάει στις θεατρικές επιχειρήσεις του Βασίλη Μπουρνέλλη όπου παραμένει με μικρά διαλείμματα μέχρι το 1954: Θέατρο Παπαϊωάννου τον χειμώνα, θέατρο Ακροπόλ το καλοκαίρι. Τίτλοι επιθεωρήσεων στις οποίες τραγουδούσε αλλά έπαιρνε μέρος και σε ομαδικά νούμερα ή στο φινάλε: Γελάτε χωρίς βέτο, Θέλω να χορεύω, Χαρούμενη Ελλάδα, Δώδεκα και πέντε, Τριάντα το δολλάριο. Στις επιχειρήσεις του Μπουρνέλλη γνωρίζεται με τη Σπεράντζα Βρανά και τις συνδέει μια στενή φιλία μέχρι τον θάνατο της Σπεράντζας το 2009. Εκεί επίσης συνδέεται ερωτικά και με τον συνθέτη Γιώργο Μουζάκη και ζουν έναν παθιασμένο έρωτα που κρατά αρκετά χρόνια αλλά περιορίζει και κάπως τις επαγγελματικές της επιλογές (ίσως επειδή ο συνθέτης τη ζήλευε). Εκεί όμως θα συνεργαστεί για πρώτη φορά και με τη Ρένα Βλαχοπούλου.

Η διανομή της επιθεώρησης Χαρούμενη Ελλάδα. Βλέπουμε ότι η Μάγια Μελάγια 
τραγουδά δυο τραγούδια πριν το φινάλε της παράστασης
 ("(Δεν) θέλω" και "Πώς μ' έχεις μπλέξει")
 αλλά παίζει και στο νούμερο "Γεγονότα στην Κίνα" μαζί με τον Κώστα Δούκα 
(με αναφορές στην Κίνα αλλά και στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο...)

Τραγούδι του Κώστα Γιαννίδη από την επιθεώρηση Δώδεκα και πέντε 
της τριάδας που από όσο γνωρίζω δεν δισκογραφήθηκε με τη φωνή της Μάγιας Μελάγια


Ο θίασος του Ακροπόλ το καλοκαίρι του 1952: 
η Μάγια Μελάγια διακρίνεται στην κάτω σειρά, πέμπτη από δεξιά. 
Η Ρένα Βλαχοπούλου στην επάνω σειρά, τρίτη από αριστερά.
(φωτογραφία από το βιβλίο της Σπ. Βρανά Τολμώ, εκδ. Εξάντας, 1981)

Οι μεγάλες επιτυχίες
Το καλοκαίρι του 1952 στο θέατρο Ακροπόλ ανεβαίνουν οι επιθεωρήσεις Η βασίλισσα της νύχτας και Να τι θα πει Αθήνα των Γιώργου Ασημακόπουλου-Βασίλη Σπυρόπουλου-Παναγιώτη Παπαδούκα με μουσική του Γιώργου Μουζάκη. Επικεφαλής του θιάσου οι Καίτη Ντιριντάουα, Βασίλης Αυλωνίτης, Ρένα Ντορ, Κούλης Στολίγκας, Μπέμπα Δόξα και Γιώργος Γαβριηλίδης. Ανερχόμενα στελέχη του η Σπεράντζα Βρανά, ο Νίκος Ρίζος κι ο Νίκος Βασταρδής. Τραγουδίστριες του θιάσου η Ρένα Βλαχοπούλου, η Καίτη Μπελίντα και η Μάγια Μελάγια, οι οποίες πέρα από τα τραγούδια που ερμηνεύουν ξεχωριστά έχουν και μια κοινή εμφάνιση: στην επιθεώρηση Να τι θα πει Αθήνα η Ρένα και η Μπελίντα τραγουδούν ντυμένες σαν σιορ Διονύσιος και Αντζουλίνα τραγουδούν ντουέτο (πιθανότατα το τραγούδι του Μουζάκη "Αυτός ο έρωτας" και αμέσως μετά εμφανίζεται η Μελάγια και οι τρεις τους τραγουδούν το περίφημο αρχοντορεμπέτικο "Βρε παιδιά, δεν έχει μπέσα της γυναίκας καρδιά".

Βλαχοπούλου-Μπελίντα-Μελάγια τραγουδούν "Της γυναίκας η καρδιά" στο Ακροπόλ, 
το 1952. Φωτογραφία από το βιβλίο του Μ. Δελαπόρτα Βίβα Ρένα (Άγκυρα, 2002)



Με αυτό το τραγούδι ξεκινά μια χαριτωμένη σχέση ανάμεσα στη Ρένα και τη Μελάγια: η Μάγια περνά στη δισκογραφία τραγούδια που η Ρένα τραγουδά στη σκηνή. Έτσι μετά το "Της γυναίκας η καρδιά" που κυκλοφορεί σε δίσκους με τη Μελάγια (αλλά και την Μπελίντα), η Μελάγια ηχογραφεί το περίφημο μπιγκίν "Σ' αγαπώ τόσο πολύ" που τραγουδούσε η Ρένα στη σκηνή του Ακροπόλ, στην ίδια εκείνη επιθεώρηση. Και στα κατοπινά χρόνια θα συμβεί αυτό με άλλες δυο επιτυχίες της Ρένας: η Μάγια θα δισκογραφήσει και το ιστορικό "Κάνε μου τέτοια" του Μ. Θεοφανίδη (που η Ρένα τραγουδούσε στην επιθεώρηση του Βέμπο Σουσουράδα το 1954 και που ευτυχώς το ηχογράφησε και η ίδια σε δίσκους) και την υπέροχη "Παλιά γειτονιά" του Μουζάκη (που η Ρένα τραγουδούσε στην επιθεώρηση του Ακροπόλ Τζώννηδες και κάου-μπόυ τη σεζόν 1955-56 και δυστυχώς σήμερα διασώζεται με τη φωνή της Ρένας μόνο μισό χάρη στα αρχεία του παλιού ΕΙΡ). Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι γιατί η Ρένα δεν δισκογράφησε τα δυο τραγούδια του Μουζάκη: ίσως να είναι θέμα εταιριών (Μουζάκης και Μελάγια ηχογραφούν πιο συχνά στην Columbia) αλλά ίσως ο συνθέτης να προτιμούσε η Μελάγια ως αγαπημένη του, αλλά και  ως στενή του συνεργάτιδα στα κέντρα, να ηχογραφεί τα δικά του τραγούδια. 


Έτσι στη δισκογραφία της (περισσότερα από 40 τραγούδια στις 78 στροφές) κυριαρχούν οι συνθέσεις του Γιώργου Μουζάκη: "Θέλω να τα σπάσω", "Κοίτα ρε τι έπαθα", "Το μονοπάτι" (που πρωτοτραγούδησε η Μπελίντα στο θέατρο), "Χειμώνιασε, χειμώνιασε", "Είχαμε πει πως θα γεράσουμε μαζί", "Αντίο" (ντουέτο με τον Νάσο Πατέτσο), "Τα πιο όμορφά μας χρόνια" (ντουέτο με τον Σώτο Παναγόπουλο), "Η βαλίτσα", "Αυτό το μάμπο" (τα δύο τελευταία πρωτοτραγούδησε φυσικά η Σπεράντζα Βρανά στην ταινία Η ωραία των Αθηνών), "Δώσε" (που επίσης λάνσαρε η Βρανά στο θέατρο), ενώ γνωρίζει επιτυχία και με συνθέσεις του Μιχάλη Σουγιούλ ("Αδύνατον να κοιμηθώ", "Σ'αγαπώ και σε μισώ", "Ο καφές"), του Τάκη Μωράκη ("Όλα σπάστα και αγάπα με"), του Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου ("Άλα της", "Η φτωχοκάμαρη", "Βραδιάζει"). Η Μελάγια είναι επίσης από τις λίγες τραγουδίστριες του ελαφρού τραγουδιού που δούλεψε στα μέσα της δεκαετίας του '50 και με έναν εκπρόσωπο του λαϊκού τραγουδιού, τον Μανώλη Χιώτη: ηχογράφησε μαζί του τα τραγούδια "Σκότωσέ με", "Πολλές φορές", "Είναι αργά", "Να γλιτώσουμε κι οι δύο", "Είναι αργά", και "Ζιγκουάλα" (αργότερα, στα χρόνια του '60, ηχογράφησε στη Νότιο Αφρική κάποια ακόμα λαϊκά τραγούδια των Βασίλη Τσιτσάνη, Γιώργου Κατσαρού και Τόλη Βοσκόπουλου, τα οποία κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα το 1988 και το 1994). Και βέβαια, στα χρόνια του '50, όπως και άλλα μεγάλα ονόματα του ελαφρού τραγουδιού, η Μάγια Μελάγια ηχογραφεί τραγούδια και στους ραδιοθαλάμους του ΕΙΡ, τόσο τραγούδια που έχει τραγουδήσει η ίδια σε δίσκους ("Δώσε") αλλά και επιτυχίες άλλων συναδέλφων της (μεταξύ άλλων τα "Πού θα με πας" και "Το καουμποϊκό" του Μουζάκη και ένα ντουέτο με τη Λάουρα, το "Μόνον εσύ" του Τάκη Μωράκη).

Άλλο ένα τραγούδι που δεν έχει ηχογραφηθεί "Η καφετζού": ο Κώστας Κοφινιώτης 
και ο Γιώργος Κατσαρός το εμπνεύστηκαν από την ομότιτλη ταινία με τη Γεωργία Βασιλειάδου στην οποία και το αφιερώνουν. 

Μετά τις επιχειρήσεις του Μπουρνέλλη (από τις οποίες λέγεται πως έφυγε γιατί δημιουργήθηκε μια παρεξήγηση με την Καίτη Μπελίντα που τότε ήταν η ευνοούμενη του παντοδύναμου επιχειρηματία--ωστόσο, αργότερα οι δυο τραγουδίστριες δούλεψαν και πάλι μαζί) η Μελάγια περνά το καλοκαίρι του 1954 στο θέατρο Περοκέ και στις επιθεωρήσεις Όμορφα κι ωραία και Όσα παίρνει ο άνεμος στις οποίες τραγουδά και πάλι Γιώργο Μουζάκη. Σταδιακά όμως εγκαταλείπει το θέατρο και επιλέγει να εμφανίζεται μόνο σε νυχτερινά κέντρα. Γνωρίζει ιδιαίτερη επιτυχία ως ερμηνεύτρια αρχοντορεμπέτικων αλλά και τραγουδιών γρήγορων ρυθμών που τα υποστηρίζει με τολμηρή--για τα μέτρα της εποχής πάντα...--εμφάνιση (απαραίτητο το σκίσιμο στο φόρεμα και το μεγάλο ντεκολτέ). Αν και υπάρχουν αρκετές τραγουδίστριες που κάνουν επιτυχία συνδυάζοντας την εκρηκτική ερμηνεία με την εκρηκτική εμφάνιση (όπως η Ιωάννα Άλβα και η Μπέμπα Κυριακίδου) φαίνεται πως στο είδος επικρατούν τελικά η Μελάγια και η Σαπουντζάκη--και επιλέον (και εδώ εκφράζω ίσως προσωπική προτίμηση) φαίνεται πως η Μελάγια είναι ιδιαίτερα καλή και σε πιο αργά κομμάτια που με τη βαθιά της φωνή αλλά και την ιδιαίτερη εκφραστικότητά της μπορούν να απογειωθούν--δείτε την κι ακούστε την για παράδειγμα στην ταινία Η άγνωστος όπου ερμηνεύει ένα τέτοιο τραγούδι του Τάκη Μωράκη, το "Πάρε με κοντά σου".



Ξεκινώντας από την Άγνωστο, η Μάγια Μελάγια εμφανίστηκε σε δεκατρείς ακόμα ταινίες στην περίοδο της ακμής της: σε κάποιες από αυτές έπαιζε και μικρά ρολάκια (πιο χαρακτηριστικές οι εμφανίσεις της στο Η φτώχια θέλει καλοπέραση και στο Καπετάνιος για κλάματα, όπου τραγουδά το "Δίχως κρασί, δίχως πιοτό" του Μενέλαου Θεοφανίδη). Κυρίως όμως τραγουδούσε. Θα πραγματοποιήσει κάποιες ακόμα εμφανίσεις σε ταινίες μετά από είκοσι χρόνια, αλλά για αυτές θα μιλήσουμε αργότερα. Προς το παρόν βρισκόμαστε στην εποχή της μεγάλη της ακμής.

Μάγια Μελάγια και Κώστας Χατζηχρήστος
στην ταινία Καπετάνιος για κλάματα
Φωτογραφία από τον δίσκο Μάγια Μελάγια, ο θρύλος


"Και η Μάγια Μελάγια να 'σαι..."
Η επιτυχία της Μάγιας Μελάγια είναι τεράστια. Τα τραγούδια της ακούγονται πολύ στο ραδιόφωνο, στα κέντρα όπου εμφανίζεται (Media Luz, Βράχος, Κάστρο, Σπηλιά του Παρασκευά) αλλά και στα αναψυκτήρια/βαριετέ (Άλσος, Γκρην Παρκ) γίνεται κοσμοσυρροή... Είναι τόσο μεγάλη η επιτυχία της που κάπου εκεί, στα μέσα της δεκαετίας του '50, συμβαίνει το ακόλουθο περιστατικό που έκτοτε κυκλοφορεί ως (παρά)θεατρικό ανέκδοτο. Βρισκόμαστε στην Επίδαυρο, στα πρώτα θρυλικά χρόνια των Επιδαυρίων που ο κόσμος έρχεται με κάθε μέσο να θαυμάσει τα μεγαθήρια του Εθνικού Θεάτρου. Λίγο πριν την παράσταση υπάρχει τρομερή κίνηση και οι χωροφύλακες προσπαθούν να βάλουν σε τάξη τα οχήματα. Μέσα σε ένα αυτοκίνητο βρίσκεται η Κατίνα Παξινού και κάποιοι ακόμα ηθοποιοί (Ελένη Χατζηαργύρη, Θάνος Κωτσόπουλος) που πρωταγωνιστούν στην παράσταση που θα ξεκινήσει σε λίγο αλλά έχουν για κάποιον λόγο καθυστερήσει να φτάσουν στον χώρο του θεάτρου. Ένας χωροφύλακας σταματά το αυτοκίνητο και τους λέει πως απαγορεύεται να περάσουν. "Μα είμαι η Κατίνα Παξινού, χωρίς εμένα δεν μπορεί να γίνει η παράσταση" λέει η μεγάλη ηθοποιός στον χωροφύλακα. Εκείνος επιμένει ότι δεν μπορούν να περάσουν κι εκείνη του ξαναλέει με έντονο τρόπο: "Μα είμαι η Κατίνα Παξινού!" Κι ο χωροφύλακας ατάραχος της απαντά: "Και η Μάγια Μελάγια να'σαι δεν περνάς! Έχουμε εντολές..."



Το περιστατικό αυτό το επιβεβαίωσαν στη Μάγια Μελάγια οι συνεπιβάτες της Παξινού (Χατζηαργύρη, Κωτσόπουλος) αλλά υπάρχει και... συνέχεια που τη διήγηθηκε η ίδια η Μάγια Μελάγια στον Γιώργο Παπαστεφάνου, στην εκπομπή Οι παλιοί μας φίλοι. Την επόμενη χρονιά πηγαίνει κι εκείνη στην Επίδαυρο να παρακολουθήσει μια παράσταση. Καθώς περίμενε να μπει στο θέατρο, βλέπει κάπου να στέκεται παράμερα ο Αλέξης Μινωτής. Η συντροφιά της θεωρεί πως πρέπει να του συστήσουν κι εκείνη, κάπως αμήχανη του ζητάει συγνώμη για το περιστατικό της προηγούμενης χρονιάς. Ο Μινωτής της λέει: "Μα δεν πειράζει, παιδί μου, εσένα ήξερε ο χωροφύλακας, τι να κάνουμε". Σε λίγο εμφανίζεται ένα ταξί με την Παξινού και ο Μινωτής ζητά συγνώμη από την παρέα και μπαίνει μέσα στο ταξί. Φαίνεται πως εξηγεί στην Παξινού ποια ήταν η κυρία με την οποία μιλούσε κι εκείνη κοιτά υποτιμητικά τη Μελάγια και με απαξιωτικό ύφος γυρίζει το κεφάλι της από την άλλη πλευρά. "Ε, καλά σου 'κανε ο χωροφύλακας!" λέει τότε η Μάγια Μελάγια και σκάνε όλοι/ες στα γέλια...

Στο τραπέζι ο Σοφοκλής Βενιζέλος και η γυναίκα του, ο Αριστοτέλης Ωνάσης και η Μάγια Μελάγια. Από πάνω τους ο Τώνης Μαρούδας και το Τρίο Μπελκάντο (1959). 
Φωτογραφία από τον δίσκο Μάγια Μελάγια, ο θρύλος



Η Μάγια Μελάγια συνεχίζει τη θριαμβευτική της πορεία. Στα κέντρα που τραγουδά τη χειροκροτούν εφοπλιστές, επιχειρηματίες που της στέλνουν λουλούδια, της κάνουν ακριβά δώρα (μέχρι και αυτοκίνητο!) και της τάζουν μέχρι και σπίτι εφόσον τους παντρευτεί, αλλά η ίδια, σταθερά ερωτευμένη, αρνείται. Τη χειροκροτούν όμως και διεθνείς προσωπικότητες. Την εποχή που γυριζόταν στην Ελλάδα η ταινία Το παιδί και το δελφίνι, οι πρωταγωνιστές της ταινίας (Σοφία Λώρεν, Άλαν Λαντ, Κλίφτον Γουέμπ) είναι τακτικοί θαμώνες στη "Σπηλιά του Παρασκευά" όπου εμφανίζεται η Μελάγια με μαέστρο τον Γιώργο Κατσαρό. Η Μελάγια διηγείται πως η ίδια δίδαξε στη Λώρεν το τραγούδι "Τι είν' αυτό που το λένε αγάπη" και εκείνη της πρότεινε να πάει στην Αμερική, να μάθει καλά αγγλικά και να επιχειρήσει να σταδιοδρομήσει εκεί. Η Μελάγια αρνείται, γιατί δεν την ενδιαφέρει ιδιαίτερα το θέμα καριέρα, αντίθετα έδινε περισσότερη σημασία στην προσωπική της ζωή και ήταν ικανοποιημένη με όσα απολάμβανε στην Ελλάδα. 

Μάγια Μελάγια, Σοφία Λώρεν, Τώνης Μαρούδας

Μάγια Μελάγια, Άλαν Λαντ, Κούλης Στολίγκας, Κώστας Χατζηχρήστος, Νίκος ρίζο, Γιώργος Μούτσιος 
Φωτογραφίες από τον δίσκο Μάγια Μελάγια, ο θρύλος


Τελικά όμως βρέθηκε στην Αμερική. Δούλεψε με επιτυχία στην Ελλάδα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '60 τραγουδώντας κυρίως σε κέντρα και, σπανιότερα, σε θέατρα (οι τελευταίες της εμφανίσεις σε αθηναϊκές επιθεωρήσεις πραγματοποιούνται μάλλον στα έργα του θεάτρου Περοκέ Απ' την καλή κι απ' την ανάποδη και Πύραυλοι όπου ερμηνεύει τραγούδια των Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου-Μίμη Τραϊφόρου το 1960 και στο Να τι δεν είχες Αθήνα στο θέατρο Εθνικού Κήπου το 1962 όπου τραγουδά Γιώργο Κατσαρό). Δεν θα προλάβει να ζήσει την παρακμή του ελαφρού τραγουδιού γιατί γύρω στο 1965 αποφασίζει, για προσωπικούς λόγους, να φύγει στον Καναδά. Από εκεί βρίσκεται στην Αμερική, όπου πραγματοποιεί εμφανίσεις σε κέντρα της Νέας Υόρκης και του Σικάγο--κι όπου επαναλαμβάνονται τα σκηνικά με τα λουλούδια, τα δώρα και τις προτάσεις γάμου. Στο Σικάγο όμως, στο κέντρο "Hellas Cafe" (βλ. φωτογραφία στα αριστερά) γνωρίζεται με τον Παναγιώτη Γουλάκο τον οποίο ερωτεύεται και, το 1968, τον παντρεύεται. Έζησαν μαζί μέχρι το 1978 που εκείνος πέθανε και η Μάγια Μελάγια γύρισε στην Ελλάδα. Πραγματοποιεί κάποιες εμφανίσεις σε κέντρα (Τσιν-Τσιν, Πλακιώτικο Σαλόνι, Νουί Ντ' Ατέν) αλλά δεν έχει συνέλθει ακόμα από την απώλεια του άντρα της. Σε κάποια σύντομη τουρνέ στην επαρχία παθαίνει εγκεφαλικό από τη στεναχώρια της και παρόλο που σιγά-σιγά συνέρχεται πλήρως διακόπτει τις εμφανίσεις της οριστικά.




Επανεμφανίσεις
Πραγματοποιεί όμως κάποιες σποραδικές επανεμφανίσεις στην οθόνη --σε όλα τα μέσα! Λίγα χρόνια πριν, στο τέλος της δεκαετίας του '70, πρωτοεμφανίζεται στην τηλεόραση, στη Μουσική Βραδιά του Γιώργου Παπαστεφάνου, σε ένα αφιέρωμα στα αρχοντορεμπέτικα: πρόκειται για την εκπομπή που ξανάφερε στη μόδα το αρχοντορεμπέτικο (ήταν η αφορμή μάλιστα να τα ηχογραφήσει σε δίσκο και η Βίκυ Μοσχολιού). Σ' αυτήν η Μάγια επανεκτελεί δυο παλιές επιτυχίες του Σουγιούλ, το δικό της σουξέ "Αδύνατον να κοιμηθώ" αλλά και το "Μια ζωή την έχουμε". Ο Γιώργος Παπαστεφάνου θα της αφιερώσει μια ολόκληρη εκπομπή το 1983, στη σειρά Οι παλιοί μας φίλοι. Η Μάγια Μελάγια διηγείται γλαφυρά στιγμές της καριέρας της, ενώ για εκείνη μιλούν με εξίσου γλαφυρό τρόπο ο Κώστας Χατζηχρήστος, ο Γιάννης Γκιωνάκης και η Σπεράντζα Βρανά. Στην εκπομπή αυτή (ίσως επειδή είχε μεσολαβήσει το εγκεφαλικό και η απόφασή της να μην ξανατραγουδήσει, αλλά ίσως και για να διατηρηθεί το κλίμα της εποχής που μεσουρανούσε) τα τραγούδια της ακούγονται από τις αυθεντικές ηχογραφήσεις των 78 στροφών.

"...κι η ώρα είναι τρεισήμισι..." από τη Μουσική Βραδιά του Γιώργου Παπαστεφάνου στην ΕΡΤ

Αργότερα, συμμετείχε σε πολλές τηλεοπτικές (Θυμάσαι;, Τα φώτα της ράμπας δεν σβήνουν ποτέΠυρ και Μανία) και ραδιοφωνικές (Ζωντανές ηχογραφήσεις της Σοφίας Μιχαλίτση αλλά και σε διάφορες έκτακτες εκπομπές του Αρτέμη Μάτσα) εκπομπές, σε κάποιες από τις οπόιες τραγούδησε και πάλι ζωντανά--στην εκπομπή της Μιχαλίτση τραγούδησε πολύ όμορφα το "Τι είν' αυτό που το λένε αγάπη", ενώ από τις τηλεοπτικές πιο έντονα έχει μείνει στη μνήμη μου (και στο αρχείο μου!) η εκπομπή του μακαρίτη επίσης Γιώργου Παπαδάκη "Τραγούδια για τα μάτια": εκεί τραγούδησε με τη συνοδεία του Γιώργου Κεφάλα, μέλους του θρυλικού Τρίο Κιτάρα, το "Δυο πράσινα μάτια" των Κατριβάνου-Κιούση και τα "Γλυκά μου μάτια" του Νίκου Γούναρη.


Στα χρόνια αυτά όμως η Μάγια Μελάγια επανεμφανίστηκε και ως ηθοποιός! Υπάρχει καταγραμμένη μια εμφάνισή της στην αστυνομική κινηματογραφική ταινία του Δημήτρη Σταύρακα Η παρεξήγηση, παραγωγής του 1983, με πρωταγωνιστή τον Σπύρο Φωκά (δείτε εδώ), για την οποία δεν μπορώ να πω πολλά πράγματα αφού δεν την έχω δει, μπορώ όμως να πω πολλά για τη συμμετοχή της σε δυο βιντεοταινίες με τη Ρένα Βλαχοπούλου! Δεν γνωρίζω φυσικά ποιος της πρότεινε να επανεμφανιστεί (η ίδια η Ρένα, ο παραγωγός Γιώργος Καραγιάννης;), είναι πάντως γεγονός πως το 1987 η Μάγια Μελάγια επανεμφανίζεται αποκλειστικά ως ηθοποιός: στην ταινία του Κώστα Καραγιάννη Η βασίλισσα της ρέγγας παίζει μάλλον τον μεγαλύτερο ρόλο της καριέρας της. Είναι η Σουλτάνα ή... Τατάνα (κατά τη σνομπ αφεντικίνα της Ρένα Βλαχοπούλου που θεωρεί ότι το "Σουλτάνα" είναι μπανάλ όνομα), γραμματέας της Ρένας που εμπορεύεται ρέγγες... Η Μελάγια δεν τραγουδά (όπως άλλωστε και η Ρένα) παρά μόνο ακαπέλα, μαζί με τη Ρένα, το ρεφραίν του "Ξημερώνει και βραδιάζει": "Φέρτε μου να πιω το ακριβότερο πιοτό, εγώ πληρώνω τα μάτια που αγαπώ...".
"Σε έκτακτη επανεμφάνιση η Μάγια Μελάγια" διαβάζουμε στους τίτλους 
της βιντεοταινίας Η βασίλισσα της ρέγγας
(φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.retrodb.gr)

Τραγουδά ωστόσο (όπως και η Ρένα!) στην επόμενη κοινή τους βιντεοταινία, Η μεγάλη ρεμούλα του 1989, σε σκηνοθεσία του Τάκη Βουγιουκλάκη (που--αν είναι δυνατόν να γίνουν διαβαθμίσεις σ' αυτό το είδος--είναι για μένα η καλύτερη βιντεοταινία της Ρένας). Η Ρένα υποδύεται μια παροπλισμένη τραγουδίστρια που αναγκάζεται να επιστρέψει στο επάγγελμα για να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του ανηψιού της και για αυτόν τον λόγο ζητά από τη Λουκία, παλιά της φίλη και συνάδελφο, να της βρει δουλειά στο κέντρο που τραγουδά κι εκείνη. Έτσι, στο κέντρο αυτό η Ρένα τραγουδά δυο τραγούδια και η Μάγια Μελάγια ένα, το "Μάθε λοιπόν, για μένα πια είσαι απών" σε μουσική Γιώργου Θεοδοσιάδη και στίχους Λάκη Μιχαηλίδη (λεπτομέρεια: τους ίδιους στίχους είχε τραγουδήσει σε μουσική του Ζακ Ιακωβίδη, η παλιά φίλη των δυο τραγουδιστριών, η Καίτη Μπελίντα, στη ραδιοφωνική επιθεώρηση του Λ. Μιχαηλίδη Ελάτε να γελάσουμε στις αρχές της δεκαετίας του '60)...

Ρένα Βλαχοπούλου και Μάγια Μελάγια στη βιντεοταινία Η μεγάλη ρεμούλα

Η Μάγια Μελάγια πραγματοποίησε άλλη μια εμφάνιση ως τραγουδίστρια και ηθοποιός το 1991, στην τηλεοπτική σειρά του ΑΝΤ1 Οικογένεια-Καζίνο (όπως μετονομάστηκε η Οικογένεια, η πρώτη σαπουνόπερα του ΑΝΤ1 που σκηνοθετούσαν ο Δημήτρης Ποντίκας και ο Τάκης Μελίδης). Εκεί η Μάγια Μελάγια υποδυόταν μια παλιά τραγουδίστρια που είχε δώσει τον γιο της για υιοθεσία αλλά επέστρεψε όταν εκείνος μεγάλωσε για να διεκδικήσει διακριτικά μια θέση στη ζωή του: ο τόπος συνάντησης μητέρας και γιου ήταν το πιάνο μπαρ όπου δούλευε η μητέρα. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στη Μάγια Μελάγια να τραγουδήσει σε 4-5 επεισόδια ποτ-πουρί παλιών ελαφρών τραγουδιών με τη συνοδεία του Αντώνη Τσίχλα στο πιάνο (κάποια στιγμή θα σας παρουσιάσω κάποια από αυτά...).

Η Καίτη Πάνου, ο Δημήτρης Κωνσταντάρας 
και η Μάγια Μελάγια σε εκδήλωση για την κυκλοφορία 
της βιογραφίας του Λάμπρου Κωνσταντάρα.

Τα τελευταία χρόνια
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, η Μάγια Μελάγια περιόριζε τις τραγουδιστικές της εμφανίσεις στην τηλεόραση (παρόλο που η φωνή της διατηρούνταν σε καλή κατάσταση), αλλά δεν έλεγε όχι όταν την καλούσαν να δώσει συνέντευξη είτε στην τηλεόραση είτε στο ραδιόφωνο. Σε κάποιες μάλιστα εκπομπές (πχ Οι Εντιμότατοι φίλοι μου της Σεμίνας Διγενή, Το πρώτο χαμόγελο με την Εύη Παπαδάκη) όπου εμφανιζόταν μαζί με παλιές/ούς συναδέλφισσές/ους της (όπως η Άννα Καλουτά, η Σπεράντζα Βρανά, ο Γιώργος Μουζάκης, ο Νάσος Πατέτσος, ο Γιάννης Σπάρτακος, η Μπέτυ Μοσχονά) ήταν φανερή η χημεία τους και βέβαια ξεχώριζε σε σχέση με τις/τους υπόλοιπες/ους για τον αυτοσαρκασμό της. Η Μάγια Μελάγια εμφανίστηκε επίσης και σε ένα αφιέρωμα στη Ρένα Βλαχοπούλου που παρουσίασε η εκπομπή της Άννας Δρούζα Μπορώ τον Μάιο του 2002. Και εκεί έλαμψε με το χιούμορ της και τον αυτοσαρκασμό της, ειδικά όταν έγιναν κάποιες αναφορές σε χρόνια που πέρασαν (όπως άλλωστε θα το ήθελε και η ίδια η Ρένα).

Οι Άννα Καλουτά, Σπεράντζα Βρανά, Μπέτυ Μοσχονά, 
Μάγια Μελάγια και Γιάννης Σπάρτακος 
θυμούνται την κατοχική επιτυχία της Ρένας Βλαχοπούλου 
"Το μπουμπούκι που 'χεις βάλει στα μαλλιά" 
στην εκπομπή Το πρώτο χαμόγελο με την Εύη Παπαδάκη (ΕΤ1, 1998)

Χαρακτηριστικό του αυτοσαρκασμού της για το πέρασμα του χρόνου είναι και το παρακάτω περιστατικό που διηγήθηκε η ίδια στη θρυλική εκείνη συζήτησή της με τη Σπεράντζα Βρανά (που καταγράφτηκε στο βιβλίο Επιθεώρηση καψούρα μου το 1985). Σε κάποιο σημείο διαμαρτύρονταν και οι δυο για εκείνους τους θεατές που συνήθιζαν να λένε "Σας θυμάμαι από τον καιρό που ήμουνα μικρός/ή..." και η Μάγια είπε στη Σπεράντζα:
Καλέ, έχω έναν φούρναρη εδώ κοντά στο σπίτι μου, που διάβασε το πρώτο βιβλίο σου και μια μέρα μού λέει: "Διάβασα το Τολμώ της Βρανά, είσαι φίλη της, ε; Εγώ είμαι θαυμαστής σας από το Ακροπόλ, ερχόμουνα και σας έβλεπα, τώρα εγώ είμαι στα 47, τόσο πρέπει να 'στε κι εσείς!" Βρε, το τι κουλούρια παίρνω, το τι ψωμιά παίρνω, το τι παξιμαδάκια παίρνω, έχω γίνει η καλύτερη πελάτισσά του, ας είν' καλά ο άνθρωπος...
Λίγες σελίδες μετά η Βρανά μεταφέρει κάποιες ακόμα νόστιμες ατάκες από την καθημερινότητά τους:
Να, έτσι τα πετάει τα ωραία της η Μάγια, εντελώς αυθόρμητα. Είναι τόσο αληθινή, καμιά υποκρισία, καμιά ψευτιά, κι αυτά τα νόστιμα που λέει, λες και της ξεφεύγουνε δεν το κάνει επίτηδες για να πει αστείο. (...) Μια φορά είχαμε πάει και βλέπαμε μια παράσταση, και είπα εγώ για μια νέα ηθοποιό: "Ωραία κοπέλα, αλλά τι κακόηχη φωνή που έχει, ε;" και κοίταζα τη Μάγια. "Τι φωνή! Αυτή δεν έχει ούτε φωνή ούτε ακρόαση!"
Η Μάγια Μελάγια και η Σπεράντζα Βρανά 
στα παρασκήνια του θεάτρου Εθνικού Κήπου 
όπου παιζόταν η επιθεώρηση Να τι δεν είχες Αθήνα (1962)
Φωτογραφία από το βιβλίο Επιθεώρηση, καψούρα μου (εκδόσεις Γλάρος, 1985)

Συνέχισαν να πηγαίνουν οι δυο τους στο θέατρο και να μιλούν γενναιόδωρα για τους/τις νεότερους/ες ηθοποιούς--θυμάμαι τον ενθουσιασμό τους για το Βίρα τις άγκυρες του Εθνικού Θεάτρου που σε πολλά σημεία του αναγνώρισαν στοιχεία από τις ζωές τους και τις καριέρες τους--μέχρι που η Σπεράντζα περιορίστηκε στο σπίτι της λόγω προβλημάτων με τα πόδια της. Πάντως, μου έκανε εντύπωση το ότι η Μελάγια δεν εμφανίστηκε στη μεγαλειώδη παράσταση του Σταμάτη Κραουνάκη Χ-Σκηνής στο Ηρώδειο το 2008, παρόλο που εμφανίστηκαν και η Βρανά και η Καλουτά, αν και είχαν σοβαρά προβλήματα με τα πόδια τους. Σίγουρα θα της έγινε η πρόταση, αλλά προτίμησε να παρακολουθήσει την παράσταση ως απλή θεατής (και φυσικά η Σπεράντζα Βρανά ανέφερε το όνομά της όσο τραγουδούσε το "Μονοπάτι"). Τρία χρόνια πριν όμως ο Κραουνάκης της είχε αφιερώσει ένα τραγούδι που είχε για τίτλο το όνομά της. Όταν το 2005 αποφασίστηκε να διοργανωθεί ξανά το Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης, ζητήθηκε από καταξιωμένους/ες δημιουργούς να συμμετάσχουν σε αυτό (και συγκεκριμένα στη δεύτερη βραδιά της διοργάνωσης) με ένα τραγούδι. Ο Κραουνάκης έγραψε σε συνεργασία με τον Κώστα Λειβαδά το "Μάγια Μελάγια" που ερμήνευσε η Δήμητρα Γαλάνη. Στην πλατεία ο Κραουνάκης συνόδευε την ίδια τη Μάγια Μελάγια που απολάμβανε το χειροκρότημα του κόσμου... (αργότερα το τραγούδι ηχογραφήθηκε και από τη Δήμητρα Παπίου).


Τα τελευταία χρόνια της ζωής της η Μάγια Μελάγια ζούσε σε ένα διαμέρισμα της Αγίου Μελετίου. Μετά τον θάνατο της μητέρας της πριν από δέκα περίπου χρόνια και έπειτα και της Σπεράντζας Βρανά (2009), η Μάγια Μελάγια είχε για πιο στενή της συντροφιά τη μικρότερη αδελφή της Στέλλα. Ωστόσο, το 2011 πέθανε κι εκείνη. Τον τελευταίο χρόνο της ζωής της ταλαιπωρήθηκε και πάλι από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο από το οποίο δεν συνήλθε ποτέ. Έσβησε χθες, αφήνοντας πίσω της πολλά όμορφα τραγούδια, φωτογραφίες μιας ωραίας γυναίκας γεμάτης χυμούς και κεφάτες στιγμές σε εκπομπές και ταινίες.

Όταν θ' αρχίσει η νύχτα αυτή
αργά αργά τα μάγια της να λύνει,
μες στα τραπέζια σοβαρή
κάθεται εκείνη,
Μάγια Μελάγια,
κι αργοπίνει το ελιξίριο για τη φθορά.

Κάθεται εκείνη, βελούδα άγια
μάτια που γδύνει.
Κάθεται εκείνη, φωτιές πετάει
κι όλο ζητάει
με βλέμμα αθάνατο
κι από τον θάνατο,
κι από τον θάνατο αναφορά.

. . .

Όταν τελειώσει η νύχτα αυτή,
αργά αργά
ο κόσμος μας αφήνει.
Φώτα, παιδιά, παρακαλώ,
κι ας μείνει εκείνη.

(στίχοι: Σταμάτης Κραουνάκης-Κώστας Λειβαδάς)




ΠΗΓΕΣ: Τα λόγια της ίδιας της Μάγιας Μελάγια όπως διασώθηκαν στο βιβλίο Επιθεώρηση καψούρα μου της Σπεράντζας Βρανά (εκδόσεις Γλάρος, 1985) και στην εκπομπή του Γιώργου Παπαστεφάνου Οι παλιοί μας φίλοι (ΕΡΤ, 1983). 

Για τις εμφανίσεις της Μάγιας Μελάγια στο σινεμά αντλήθηκαν πληροφορίες από την ιστοσελίδα www.retrodb.gr. Για τη δισκογραφία της αντλήθηκαν πληροφορίες από την Εκ περάτων δισκογραφία γραμμοφώνου του Δημήτρη Μανιάτη. 

Ευχαριστώ τον Σιδερή Πρίντεζη για τις πληροφορίες σχετικά με τις ραδιοφωνικές ηχογραφήσεις της Μάγιας Μελάγια και τον Παναγιώτη Φύτρα για τις πληροφορίες σχετικά με τις ηχογραφήσεις της Νοτίου Αφρικής που συμπεριλαμβάνονται στον δίσκο Μάγια Μελάγια, ο θρύλος (Έβδομη Διάσταση, 1994) τον οποίο επιμελήθηκε ο ίδιος μαζί με τον Άγγελο Κουτσούκη και από το εξώφυλλο του οποίου προέρχονται οι περισσότερες φωτογραφίες της ανάρτησης. Ο δίσκος επανακυκλοφόρησε σε CD από την ΜΒΙ με τον τίτλο Μάγια Μελάγια: το πεπρωμένο μου.