Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φίνος Φιλμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φίνος Φιλμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2021

Σαν σήμερα το 1969: Επιστροφή στη Φίνος Φιλμ

Στις 19 Ιουλίου 1969 οι αθηναϊκές εφημερίδες δημοσίευσαν την είδηση της επιστροφής της Ρένας Βλαχοπούλου στην εταιρία που την ανέδειξε κινηματογραφικά, τη Φίνος Φιλμ. Η εταιρία ανακοίνωσε την επιστροφή της πρωταγωνίστριας με δελτίο Τύπου που με μικρές τροποποιήσεις δημοσίευσαν το Βήμα, η Βραδυνή και το Έθνος.


Μετά δύο ετών διακοπή της συνεργασίας της με την "Φίνος Φιλμ", η Ρένα Βλαχοπούλου επανήλθε και πάλι στα στούντιο της οδού Χίου. Υπέγραψε αποκλειστικό μακροχρόνιο συμβόλαιο με τον παραγωγό κ. Φιλ. Φίνο. Εντός των ημερών, μαζί με το υπόλοιπο πρόγραμμα των ταινιών της περιόδου 1969-1970, θα ανακοινωθούν και οι ταινίες στις οποίες θα πρωταγωνιστήση η Ρένα Βλαχοπούλου.
Έθνος, 19-7-1969


Δεν γνωρίζω τους οικονομικούς όρους του συμβολαίου, αλλά σίγουρα θα ήταν δελεαστικοί για να πειστεί η Ρένα να επιστρέψει στην εταιρία. Πάντως, ήταν ευτύχημα για την υστεροφημία της η επίτευξη αυτής της συμφωνίας, αφού η τρίχρονη συνεργασία της με την εταιρία Καραγιάννης-Καρατζόπουλος μπορεί να είχε ως αποτέλεσμα αξιοπρεπείς ταινίες, σε καμία περίπτωση όμως αυτές δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τις ταινίες της Φίνος Φιλμ. Και μπορεί έναν χρόνο νωρίτερα ο Φίνος να δήλωνε ότι η εταιρία δεν είναι υπέρ των αποκλειστικών συμβολαίων, φαίνεται όμως πως στο μεταξύ ζυγίστηκαν τα... υπέρ και τα κατά και αποφασίστηκε η αποκλειστική δέσμευση της Ρένας που αποτελούσε πλέον έναν σημαντικότατο πόλο έλξης των θεατών τόσο στο θέατρο όσο και στο σινεμά (παρά τη σχετικά μέτρια εισπρακτική κίνηση της Ζηλιάρας τη σεζόν 1968-69). Το νέο συμβόλαιο πρόσθεσε επτά ταινίες στη φιλμογραφία της Ρένας Βλαχοπούλου, τρεις του Γιάννη Δαλιανίδη και τέσσερις του Αλέκου Σακελλάριου (ο οποίος επίσης επέστρεψε στην εταιρία, καθώς φαίνεται, χάρη στη Ρένα), όλες star vehicles (άλλωστε είχε μάλλον δύσει η εποχή των ομαδικών μιούζικαλ) με κορυφαία όλων, κατά την ταπεινή γνώμη του Rena Fan, την Παριζιάνα, της οποίας το γύρισμα αναγγέλθηκε έναν μήνα μετά την είδηση της επιστροφής της Ρένας στη Φίνος Φιλμ... 



Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Σάββατο 17 Απριλίου 2021

Σαν σήμερα το 1968: Μήλον της έριδος και για τους κινηματογραφικούς παραγωγούς...

Στις 17 Απριλίου 1968 η εφημερίδα Έθνος δημοσίευσε το τρίτο από τα πέντε μέρη μιας έρευνας του Ανδρέα Δεληγιάννη με τίτλο "Οδηγείται εις αφανισμόν ο ελληνικός κινηματογράφος;" Ο βασικός λόγος για τον οποίο διαφαινόταν ο αφανισμός, σύμφωνα με τους παραγωγούς, ήταν τα αποκλειστικά συμβόλαια τα οποία υπέγραφαν, ή λεγόταν ότι υπέγραφαν, οι δημοφιλείς ηθοποιοί. 


Στο πρώτο μέρος της έρευνας ο παραγωγός Τζαίημς Πάρις υποστήριξε ότι όταν οι ηθοποιοί υπογράφουν συμβόλαια των 200.000 ή 500.000 υπογράφουν και την καταδίκη τους. γιατί βάζουν το ταλέντο τους σε καλούπια. Επιπλέον οι "ελεύθεροι παραγωγοί" που έχουν καλές προθέσεις και καλά σενάρια στα χέρια τους δεν βρίσκουν πλέον ηθοποιούς να τα γυρίσουν. Στο δεύτερο μέρος της έρευνας ο Ντίμης Δαδήρας προέβλεψε ότι τα αποκλειστικά συμβόλαια θα οδηγήσουν σε οικονομικό κραχ τον ελληνικό κινηματογράφο, αφού θα οδηγούν στο διαρκώς αυξανόμενο κόστος παραγωγής των ταινιών. 

Ο Κώστας Καραγιάννης παραδέχτηκε ότι έχει υπογράψει συμβόλαια αποκλειστικής συνεργασίας με τους Λάμπρο Κωνσταντάρα, Ντίνο Ηλιόπουλο, Δημήτρη Παπαμιχαήλ, Γιάννη Βόγλη και Τζένη Ρουσσέα, αλλά δεν αρνείται τις "ανταλλαγές": για παράδειγμα επέτρεψε στον Λάμπρο Κωνσταντάρα να συνεργαστεί σε μια ταινία με τη Φίνος Φιλμ (Κάτι κουρασμένα παλικάρια) παρόλο που τελικά ζημιώθηκαν και οι δυο εταιρίες γιατί η Φίνος Φιλμ "έβγαλε" την ταινία την ίδια εβδομάδα που "έβγαλε" μια ταινία του Κωνσταντάρα και ο οργανισμός Καραγιάννης-Καρατζόπουλος. Δήλωσε πάντως πως δίνει την έγκρισή του μόνο αν μπορεί να ελέγξει το σενάριο και να είναι σίγουρος ότι η ταινία που θα γυρίσει ο ηθοποιός του με άλλη εταιρία θα έχει επιτυχία. Τόνισε πάντως ότι οι άλλοι παραγωγοί φοβούνται την άμιλλα και αν τους ζητούσε ο ίδιος έναν ηθοποιό, δεν θα του τον παραχωρούσαν.

Λάμπρος Κωνσταντάρας, Κώστας Καραγιάννης, Ρένα Βλαχοπούλου και Νίκος Ρίζος
στα γυρίσματα της ταινίας 
Βίβα Ρένα, παραγωγή του οργανισμού Καραγιάννης-Καρατζόπουλος,
 που προβλήθηκε εκείνη τη σεζόν (1967-68),
Ο Κωνσταντάρας, όπως ανέφερε ο Καραγιάννης, είχε αποκλειστικό συμβόλαιο
με την εταιρία, όχι όμως και η Ρένα Βλαχοπούλου.
Είναι η εποχή που η Ρένα αμείβεται με 350.000 δρχ. για την κάθε της ταινία
(η δεύτερη πιο ακριβοπληρωμένη ηθοποιός μετά την Αλίκη Βουγιουκλάκη
που αμειβόταν με 500.000 δρχ. την ταινία)  

Το τρίτο μέρος της έρευνας ξεκινούσε με δύο αποκαλύψεις. Πρώτον, ότι ο Κώστας Βουτσάς επιθυμούσε να "σπάσει" το συμβόλαιο αποκλειστικής συνεργασίας που είχε με τη Φίνος Φιλμ και πιθανότατα η λύση θα δινόταν στα δικαστήρια.
Δεύτερον: "Μήλον της έριδος" γίνεται η Ρένα Βλαχοπούλου. Ήδη επικρατεί η σκέψις να συμβληθούν 4-5 παραγωγοί, να συμπληρώσουν ένα άλφα ποσόν (υπέρογκο φυσικά) για ν' αποκτήσουν την Ρένα Βλαχοπούλου που, όπως φαίνεται, δεν δεσμεύεται με συμβόλαιο αποκλειστικότητος με καμμία εταιρία. Αλλά και η Βλαχοπούλου έχει, τελευταία, αφίσει να διοχετευθή στους κινηματογραφικούς κύκλους ότι θα κάνη ταινίες με όποιον παραγωγό της προσφέρει τα περισσότερα...

Έθνος, 17-4-1968 

Στο ίδιο μέρος μίλησαν ο Φιλοποίμην Φίνος και ο Γιώργος Τζαβέλλας. Ο πρώτος δήλωσε ότι στην εταιρία του οι ηθοποιοί είναι ελεύθεροι--εκτός από 3-4 ονόματα που είναι δημιουργήματα της εταιρίας του, ανάμεσά τους και ο Βουτσάς. Δήλωσε πως είναι κατά των αποκλειστικών συμβολαίων γιατί οδηγούν όντως σε αφανισμό των παραγωγών και πως δεν θα έμπαινε στη διαδικασία της "δημοπρασίας" για να πάρει ένα μεγάλο όνομα από άλλη εταιρία. Παραδέχτηκε ότι δίνει μεγάλες αμοιβές μόνο σε έναν ή δύο ηθοποιούς που είναι "εξαγωγήσιμοι", μπορούν δηλαδή να εγγυηθούν την επιτυχία μιας ταινίας στο εξωτερικό, ενώ κρατά τους άλλους σε λογικά οικονομικά επίπεδα για ταινίες που θα προβληθούν αποκλειστικά στην Ελλάδα. Ο Τζαβέλλας επίσης δήλωσε κατά των αποκλειστικών συμβολαίων που μετατρέπουν τον κινηματογράφο σε χρηματιστήριο και βλάπτουν και την καλλιτεχνική εξέλιξη των ηθοποιών, που αναγκάζονται να παίξουν ό,τι τους ζητήσει ο παραγωγός. Επισήμανε επίσης ότι τα αποκλειστικά συμβόλαια θα αποδειχτούν επιζήμια και για το θέατρο.

Στο τέταρτο μέρος της έρευνας ο Αλέκος Σακελλάριος έριξε την ευθύνη για τα αποκλειστικά συμβόλαια στους αιθουσάρχες που ζητούν από την αρχή της σεζόν να ξέρουν τα ονόματα των πρωταγωνιστών/-στριών των ταινιών που θα προβάλουν. Εξέφρασε επίσης τη γνώμη ότι το πρόβλημα των αποκλειστικών συμβολαίων θα λυθεί μόνο όταν οι εταιρίες αποφασίσουν να επενδύσουν σε καινούρια ονόματα: η ανανέωση θα τις απαλλάξει από την ανάγκη των μεγάλων σταρ.

Τέλος, στο πέμπτο μέρος της έρευνας ο σκηνοθέτης Βασίλης Μαριόλης τάχθηκε κατά των αποκλειστικών συμβολαίων γιατί ζημιώνουν παραγωγούς, ηθοποιούς και κοινό, ενώ ο Δημήτρης Νικολαΐδης τάχθηκε υπέρ των συναδέλφων του "που καλά κάνουν όσοι κερδίζουν περισσότερα" και δήλωσε πως δεν ενδιαφέρεται για το μέλλον των παραγωγών: "Αν εξαφανισθούν μερικοί, θα βγουν, οπωσδήποτε, άλλοι που ίσως να είναι καλύτεροι". Ο Γιώργος Μούτσιος επισήμανε πως τα αποκλειστικά συμβόλαια είναι μίμηση του star system της Αμερικής, αλλά αυτό που θα έπρεπε να ενδιαφέρει τους παραγωγούς και τις/τους ηθοποιούς είναι να μιμηθούν την ποιότητα των σεναρίων και τη σοβαρότητα της δουλειάς των αμερικανικών κινηματογραφικών εταιριών. Στο πέμπτο μέρος της έρευνας, τέλος, διαψεύστηκε η φήμη ότι η Ζωή Λάσκαρη αποχωρεί από τη Φίνος Φιλμ επειδή άλλη εταιρία της πρότεινε διπλάσια αμοιβή. "Ποτέ δεν πρόκειται να αποχωρισθώ την Φίνος, την εταιρία που με ανέδειξε" δήλωσε η ηθοποιός--και όντως κράτησε τον λόγο της...



Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021

Σαν σήμερα το 1994: Η οδός του Φίνου

Στις 29 Μαρτίου 1994 η εφημερίδα Τα Νέα δημοσίευσε ένα ρεπορτάζ από μια εκδήλωση που διοργάνωσε η Εταιρία Ελλήνων Σκηνοθετών προς τιμήν του Φιλοποίμενα Φίνου, του ανθρώπου που οδήγησε τον ελληνικό κινηματογράφο στην ενηλικίωσή του. Στις 28 Μαρτίου λοιπόν οι παλιές/-οί συνεργάτιδες/-τες του Φίνου συγκεντρώθηκαν στην οδό Χίου για να τιμήσουν τον άνθρωπο που τις/τους καθιέρωσε και τους χάρισε την αθανασία.

Ο Γιάννης Βογιατζής, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Μαίρη Χρονοπούλου
και η Τζέλα Βανάκου-Φίνου στην εκδήλωση για την "Οδό Φίνου"

ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΣΤΙΣ ΠΑΛΙΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ
Η οδός του Φίνου
Ο Φιλοποίμην Φίνος είναι η ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Ή, τουλάχιστον, ένα μεγάλο κομμάτι της. Κάθε χρόνος που περνάει, κάθε μέρα που φεύγει, η πεποίθηση αυτή στερεώνεται στους ανθρώπους τόσο του "παλιού" όσο και του "νέου" ελληνικού κινηματογράφου. Και κανείς δεν έχει ξεχάσει τον πρωτοπόρο παραγωγό που παρέλαβε σχεδόν ένα τίποτα και το έκανε κινηματογράφο.
Οι παλιές εγκαταστάσεις της "Φίνος Φιλ" στην οδό Χίου, κοντά στον σταθμό Λαρίσης, διατηρούνται πάντα από την κυρία Τζέλα Φίνου και τα τεχνικά εργαστήρια συνεχίζουν να παράγουν έργο. Στο κτίριο αυτό τίμησε χθες η Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών τον Φίνο. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η αδιαμφισβήτητα κορυφαία σταρ της "φίνος", αποκάλυψε μια πλακέτα που τοποθετήθηκε στον εξωτερικό τοίχο και που γράφει: "Σε αυτό το κτίριο το 1955 ο Φιλοποίμην Φίνος εγκατέστησε τη Finos Film". Και η οδός Χίου προτάθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο να μετονομαστεί σε οδό Φίνου. Το Συμβούλιο όμως δεν συνεδρίασε ακόμα για το θέμα, όμως ήδη έξω από το παλιό στούντιο εντοιχίστηκε η σχετική πινακίδα "Οδός Φιλοποίμενος Φίνου". Την κίνηση βέβαια θεώρησε πολύ βιαστική ο Γιάννης Δαλιανίδης που έφθασε χθες για να παραστεί στη σχετική τελετή. Και εκνευρίστηκε τόσο, που αποχώρησε λέοντας ότι "δεν συμφωνεί" και ότι έτσι "ρεζιλεύεται ο Φίνος".
Οι υπόλοιποι πάντως έμειναν, φίλησαν την παρούσα κ. Τζέλα Φίνου, θυμήθηκαν τα παλιά, συγκινήθηκαν και μίλησαν για τον "πατέρα" τους. Ήταν εκεί μεταξύ πολλών οι Ρένα Βλαχοπούλου, Κώστας Βουτσάς, Θανάσης Βέγγος, Μάρθα Καραγιάννη, Ζωζώ Σαπουντζάκη, Γιάννης Φλερύ, Δημήτρης Κολλάτος, Νίκος ρίζος, Κατερίνα Γιουλάκη, Τζένη Ρουσσέα, Αλέκος Τζανετάκος, Γιάννης Βογιατζής, Κώστας Κουτσομύτης, Τζόλυ Γαρμπή
Τα Νέα, 29-3-1994 

Τα Νέα, 29-3-1994

Στην εκδήλωση ήταν παρούσα, όπως ήταν φυσικό, και η δημοσιογράφος Κική Σεγδίτσα με την κάμερα της εκπομπής Πρωινός Καφές του ΑΝΤ1. Ζήτησε από κάποια από τα παλιά αστέρια του Φίνου να πουν δυο λόγια. Η Ρένα Βλαχοπούλου της είπε: "Τον ευχαριστώ πάρα πολύ καθώς και τον Γιάννη Δαλιανίδη, ο οποίος έδωσε τη γνώμη του στον κύριο Φίνο--Θεός 'σχωρέστον, τον λέω "κύριο Φίνο" γιατί πάντα ζει. Ο Φίνος ξόδευε χωρίς να κερδίζει τότε, αλλά είχε το ψώνιο και την αγάπη για το σινεμά"...

Η Ρένα Βλαχοπούλου, η Αλίκη Βουγιουκάκη
η Τζέλα Φίνου και μία συγγενής της.
7 Μέρες TV, 16-4-1994
Ο Γιάννης Φλερύ και η Ζωζώ Σαπουντζάκη
7 Μέρες TV, 16-4-1994


Ο Μίμης Πλέσσας συνοδεύει τη Μαίρη Χρονοπούλου
σε αξέχαστες επιτυχίες από τις ταινίες του Φίνου

7 Μέρες TV, 16-4-1994

Ο Κώστας Βουτσάς και οι... Γιάννης Βογιατζής
και Γιάννης Βογιατζής (πρώτα ξαδέλφια!) τραγουδούν...
7 Μέρες TV, 16-4-1994

Η μεσημεριανή εκδήλωση είχε και βραδινή συνέχεια, σε ένα κεντρικό αθηναϊκό ξενοδοχείο όπου δόθηκε δεξίωση προς τιμήν του Φίνου. Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ όμως η βραδιά δεν είχε αρκετό κέφι. Όπως έγραψε το περιοδικό 7 Μέρες TV, "τη χλιαρή ατμόσφαιρα ανέλαβαν να ζεστάνουν ο Μίμης Πλέσσας με την ορχήστρα του και πολλά ακόμα λαμπρά ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου, ενώ κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης προβλήθηκε και η ταινία του [Ντίντη] Καρύδη-Φουξ με τίτλο "Η Αθήνα του Φίνου".

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη και η Ρένα Βλαχοπούλου
συνεχίζουν ίσως μια κουβέντα που άφησαν στη μέση
πέντε μέρες νωρίτερα στο θέατρο Μπροντγουέι,
στην απονομή του "Μεταλλίου Ψαθά" στη Ρένα.
Φωτογραφία από το αρχείο του ηθοποιού και συλλέκτη Λευτέρη Λαμπράκη,
τον οποίο ευχαριστώ θερμά!
 



Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2021

Σαν σήμερα το 1966: Κριτικές για το Ραντεβού στον αέρα

Την 1η Φεβρουαρίου 1966 οι περισσότερες αθηναϊκές εφημερίδες δημοσίευσαν την κριτική τους για το τέταρτο μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη και της Φίνος Φιλμ Ραντεβού στον αέρα. Ολοκληρώνοντας, κατά κάποιον τρόπο, την ενότητα των κριτικών για τα τέσσερα πρώτα μιούζικαλ του Δαλιανίδη (τα οποία επίσης αποτελούν μια ενότητα στο έργο του αλλά και στην ιστορία του είδους) θα δούμε σήμερα τι γράφτηκε στον Τύπο για τη "φαντασμαγορική" αυτή κωμωδία (όπως δηλωνόταν στους τίτλους της ταινίας).


Στην Καθημερινή η Ροζίτα Σώκου δεν αναφέρθηκε καν στην ταινία, σημειώνοντας απλώς ότι την εβδομάδα εκείνη δεν υπήρχε λόγος να υπερηφανεύεται κανείς για την ελληνική παραγωγή. Η Εστία, ως συνήθως, γκρίνιαξε για το αποτέλεσμα. Η ανυπόγραφη κριτική της, αφού σταθεί για λίγο στα τεχνικά επιτεύγματα της ταινίας, κάνει λόγο για "ανεκδιήγητον σενάριο", "αλλοπρόσαλον σκηνοθεσίαν", "πρόχειρον χορογραφίαν", συσσωρευμένη κακογουστιά και τόσο κακή προσπάθεια αντιγραφής ξένων τρυκ με αποτέλεσμα η ταινία να "βλέπεται με δυσφορίαν από τον μέσον θεατήν". Για τις ερμηνείες γράφει: "Είναι κρίμα ότι εις ένα τόσω 'φθηνό' θέαμα χαραμίζονται η κ. Ρ. Βλαχοπούλου, η κ. Μ. Καραγιάννη και ο κ. Κ. Βουτσάς, παρά τας ανεπιτρέπτους πολλάκις υπερβολάς του'". Και καταλήγει με μια απορία: "Διατί παραχωρούνται με τόσην ευκολίαν οι χώροι των μονάδων της Β. Αεροπορίας εις μίαν ταινίαν που έχει ήρωας τρεις απειθάρχους σμηνίτας και ένα γελοίον εκπαιδευτήν;" (Γελοίος άραγε επειδή αγαπά τη Ρένα Βλαχοπούλου;... Τουλάχιστον αυτή τη φορά η Εστία δεν μίλησε για θεατρικό παίξιμο της Ρένας!).

Φωτογραφία από την πρεμιέρα της ταινίας. Μακάρι να έχει σωθεί η γιγοαντοαφίσα
με τα ζωγραφισμένα πορτρέτα των ηθοποιών, αν και πολύ αμφιβάλλω...
Από την ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ

"Υπερελαφρή, ανούσια κωμωδία" χαρακτηρίζει την ταινία ο Α. Μοσχοβάκης (Αυγή, 1-2-1966), "ασήμαντη και ανιαρή μ' όλο το χαριτωμένο αυτοσχεδιασμό της Βλαχοπούλου και του Βουτσά". Στο δε μουσικό μέρος το Ραντεβού στον αέρα "θέλγει με μερικά ζωηρά τραγουδάκια που εκτελούν η πρωταγωνίστρια και ο Γιάννης Βογιατζής". Ο Μοσχοβάκης θεωρεί πως το ελληνικό μιούζικαλ "δεν θ' αποκτήσει ποτέ ένα χαρακτήρα εφ' όσον αποφεύγει ν' αντλεί τα θέματά του από την πραγματικότητα". Ο Τ.Μ. στο Βήμα θεωρεί πως ο Δαλιανίδης, "για μια ακόμα φορά, αντιγράφει τον προ εικοσαετίας περίπου Αμερικάνικο κινηματογράφο" και πως μέχρι τώρα έχει δώσει "πιο ευσυνείδητα και καλόγουστα δείγματα εργασίας". Και συμπληρώνει: "Η ταινία έχει βέβαια και τα προσόντα της: σε ωρισμένες σκηνές, τόσο ο Κώστας Βουτσάς όσο και η Ρένα Βλαχοπούλου πραγματοποιούν θαυμάσιες στιγμές προσωπικής επιτυχίας". Είναι κρίμα που η επιτυχία και των δυο αποδίδεται μόνο στην προσωπικότητά τους. Οι καλύτερες ερμηνείες και των δύο δόθηκαν σε ταινίες του Δαλιανίδη και σε κανενός άλλου σκηνοθέτη...

Μια από τις αφίσες της ταινίας. Φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ

Η Ελευθερία Ντάνου στην Απογευματινή θεωρεί πως το Ραντεβού στον αέρα είναι μια καλή ελληνική ταινία που δεν υστερεί σε τίποτα από το προηγούμενο μιούζικαλ του Δαλιανίδη, "μια αληθινή χαρούμενη νότα και μια σταγόνα δροσιάς στο 'διψασμένο' μας μάτι". Όσο για τον θίασο του Δαλιανίδη; "Το μπρίο της Ρένας Βλαχοπούλου και η πονηρή φάτσα του κ. Βουτσά γοητεύουν. Το ωραίο τραγούδι του Γιάννη Βογιατζή, το στυλιζαρισμένο παίξιμο του δεύτερου Βογιατζή, η χαριτωμένη εμφάνισι του Ντούζου και η δροσιά των κοριτσιών Καραγιάννη, Λιάσκου, Δαλεζίου, Προκοπίου συνέβαλαν στη δημιουργία και πάλι μιας χαρούμενης ταινίας".



Κόπωση διακρίνει στη Ρένα η Μεσημβρινή και στον Δαλιανίδη το Έθνος. Η Μιρέλλα Γεωργιάδου (Μεσημβρινή,1-2-1966) βεβαιώνει το κοινό πως πρόκειται για καινούρια ταινία του Δαλιανίδη, παρά τις καταφανείς ομοιότητες με τις προηγούμενες μουσικοχορευτικές ταινίες του: τα κορίτσια του Ραντεβού μοιάζουν σαν "σιαμαίες αδελφές" με τα Κορίτσια για φίλημα και η σύνθεση των ζευγαριών "που σιγοτραγουδούν και ψευτοχορεύουν" δεν έχει ουσιαστικά αλλάξει σε σχέση με τα πρώτα δύο μιούζικαλ. Για να εντοπίσει κανείς τις διαφορές πρέπει να επιστρατεύσει "πολλή καλή θέλησι και οξεία παρατηρητικότητα": "Πρώτον: Ο κοσμοπολίτικος πρόλογος έχει μεταφερθή από την καρτποσταλική Νέα Υόρκη στο εξ' ίσου χαρτονένιο Παρίσι. Δεύτερον: Οι Βογιατζήδες έχουν γίνει δύο: Γιάννης Βογιατζής, ο με αξιώσεις ζεν πρεμιέ τραγουδιστής της μόδας, Γιάννης Βογιατζής, ο παντοτεινός παρτενέρ της Ρένας Βλαχοπούλου, ο οποίος παρουσιάζει αυτή τη φορά, όπως και η ντάμα του, καταφανή σημάδια κοπώσεως και ακεφιάς. [Σημείωση του Rena Fan: ακεφιά με μια σκηνή όπως το τραγούδι της Τζένης Σταθάτου στην Αεροπορία; Εκτός κι αν ως ακεφιά ερμηνεύονται οι δραματικές σκηνές της Ρένας που θα έπρεπε να επαινεθούν... Χώρια που κανείς/καμιά δεν αναφέρθηκε στο πώς σατιρίζει την ίδια την εικόνα της παρουσιάζοντάς την ευατή της ως αυστηρή βεντέτα]. Τρίτον: Ο Κώστας Βουτσάς εξήντλησε το ρεπερτόριο των αυτοσχεδιασμών του. Τέταρτον: Βεντέττα (η Ζωή Λάσκαρη ήταν απησχολημένη σ' άλλο πλατώ), σενάριο, διάλογοι και χιούμορ απουσιάζουν. Παρ' όλα αυτά, μας βεβαιώνουν οι κατασκευαστές της, η ταινία στοίχισε 3.500.000 δραχμές"... Όσο για το Έθνος: "ισχνό" σενάριο, "υπολογισμένες δόσεις γέλοιου, συγκινήσεως, θεάματος, μουσικής και χορού", γενικά μια "τυποποίησις" που παρά το "πολύχρωμο" και "αστραφτερό θέαμα" "αφίνη να μαντέψη κανείς την κόπωσι του δημιουργού. Πράγμα πολύ φυσικό άλλωστε, αν σκεφθούμε ότι όλα έχουν τα όριά τους, ακόμα και η γόνιμη φαντασία του Δαλιανίδη". 

Τα κορίτσια του Ραντεβού στον αέρα
Μάρθα Καραγιάννη, Ελένη Προκοπίου, Χλόη Λιάσκου
και Ρένα Βλαχοπούλου.

Φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ

Ο Γ. Μπακογιαννόπουλος πάντως (Ελευθερία, 1-2-1966) θεωρεί πως ο Δαλιανίδης παρουσιάζεται βελτιωμένος σε κάθε του ταινία και επισημαίνει: "Σ' ένα χώρο που βασιλεύει ακόμη η αγυρτεία και η άγνοια, η σταθερή κατάκτηση ενός 'μετιέ' δεν είναι κάτι που μπορεί να παραβλεφθή". Θεωρεί όμως πως η ταινία δεν είναι μιούζικαλ, αφού τα μουσικά νούμερα δεν ξεπηδούν "φυσιολογικά μέσα από την ροή του έργου, τόσο την αφηγηματική όσο και την μουσικοχορευτική" και αν κάποιος τα αντικαταστήσει με άλλα, δεν θα υπάρξουν απώλειες, αφού προστίθενται "εντελώς αυθαίρετα" σε έναν "σκόρπιο" καμβά "πανομοιότυπο" με της φάρσας. Και προσθέτει: "Το μιούζικαλ χρειάζεται αναγκαία ένα ιδιοφυή συνθέτη και ηθοποιούς που να μπορούν να παίζουν, να τραγουδούν και να χορεύουν, όπως π.χ. ο Κέλλυ, η Μακ Λαίην. Εδώ ο Βουτσάς μόνον παίζει, η Βλαχοπούλου παίζει και τραγουδά, οι κοπέλλες μόνο χορεύουν, ο Βογιατζής μόνο τραγουδά. Πώς να συνδεθούν σε ένα ενιαίο σύνολο;"

Η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Νίκος Παπαναστασίου, χορεύτριες, χορευτές και κομπάρσοι
στο Ραντεβού στον αέρα
Φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ

Μια πιο γενική, ενδιαφέρουσα, ανάλυση των φαινομένων "Δαλιανίδης" και "Φίνος Φιλμ" επιχειρεί ο Γ. Πηλιχός στα Νέα.
Ο Γιάννης Δαλιανίδης ήταν ο "άνθρωπος για όλες τις δουλειές" που χρειαζόταν η "Φίνος Φιλμ", η μόνη εταιρία στον τόπο μας που έχει ξεπεράσει το στάδιο της βιοτεχνίας (από άποψη μέσων, μόνιμου προσωπικού κλπ.) ή της ενδιάμεσης επιχείρησης (αυτής που δεν έχει δικά της μέσα παραγωγής). Η "Φίνος Φιλμ" είναι εδώ και λίγα χρόνια μια σημαντική βιομηχανική μονάδα, με ετήσιο "τζίρο" πολλών εκατομμυρίων, μια μονάδα καταδικασμένη, απ' τη συνεχώς ανελισσόμενη οικονομικο-τεχνική μορφή της, να παράγη ταινίες ακατάπαυστα.
Το πνεύμα, η πρωτότυπη έμπνευση, η καλαισθησία δεν είναι πράγματα που κυλάνε στους δρόμους, προπαντός στον "ά-σχημο" καιρό μας. Έτσι, μια βιομηχανία, που, μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει, πρέπει ν' απασχολήση το προσωπικό της, είναι υποχρεωμένη να "εγκλωβίση" τα αποδεδειγμένως αποδίδοντα στην αγορά προϊόντα της σε σταθερά καλούπια, τέτοια που η παραγωγική της επανάληψη να παρουσιάζη τις μεγαλύτερες πιθανότητες αποδοχής από μέρους της πλατείας. Στην περίπτωση της "Φίνος Φιλμ", ο πανέξυπνος Θεσσαλονικεύς, πρώην χορευτής του "Περοκέ" (κι αυτό το τελευταίο δεν το λέμε καθόλου σαν μειωτικό στοιχείο), ήταν αυτό που λένε ο "κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση". Χρειαζόταν η "τυποποίηση" του προϊόντος: αυτός την κατάφερε καλύτερα από όλους τους άλλους.
Υποθέτουμε πως ο Δαλιανίδης σκέφθηκε κάποτε: ποια "είδη" απ' όσα μας πουλάει ο ξένος κινηματογράφος "πιάνουν" στην Ελλάδα και ποια απ' αυτά μπορούμε να χειρισθούμε περίπου "αξιοπρεπώς" εμείς εδώ; Κι εμπνεόμενος απ' τα ξένα πρότυπα, έφτιαξε τη δική του θεματολογία, τα καλούπια του: μιμήθηκε έξυπνα τα πρότυπά τους, τους έδωσε μια επίφαση είτε "ελληνικής πραγματικότητας", (δες για παράδειγμα τη σειρά νεανικών ηθοπλαστικών μελοδραμάτων), είτε "ελληνικού χιούμορ" (του τρέχοντος επιπέδου των ελληνικών επιθεωρήσεων). Με σύμμαχο το τεχνικό "ραφφινάρισμα" της "Φίνος Φιλμ" ο Δαλιανίδης κατάφερε: 1) να επαναλαμβάνη ο ίδιος τον εαυτό του, με σταθερή ως τώρα εμπορική απόδοση 2) να είναι... αμίμητος. Πραγματικά όλες σχεδόν οι απόπειρες των δεκάδων Νεοελλήνων, πούχουν "δηλώσει" σεναριογράφοι, σκηνοθέτες ή παραγωγοί να υπεισέλθουν στα "μυστικά" του Δαλιανίδη και να πιάσουν κι αυτοί την "καλή", κατέληξαν σ' αποτυχία.
Χρόνια τώρα, ο σκηνοθέτης του "Κατήφορου", σε στιγμές αυτοκριτικής, υπόσχεται στον εαυτό του να βγη απ' τον φαύλο κύκλο της επανάληψης και της συνταγής, να γυρίση κάτι δικό του, πρωτότυπο, αλλοιώτικο. Θα το καταφέρη κάποτε; Ποιος ξέρει; Για την ώρα, μ' αυτό το "Ραντεβού στον Αέρα" μας σερβίρει μιαν ακόμη έκδοση του παλιού μουσικού παραμυθιού του, με τους αιώνιους νεαρούς ερωτευμένους, την αιώνια γεροντοκόρη Ρένα Βλαχοπούλου που επιτέλους παντρεύεται, τις αιώνιες απίθανες απιθανότητες, το αιώνιο "επιθεωρησιακό" φινάλε (όλος ο θίασος επί σκηνής) από το οποίο δε λείπει ούτε καν η "πασαρέλλα" των αθηναϊκών "ρεβύ". Ο κόσμος, βέβαια, γελάει με τα καμώματα της Βλαχοπούλου-κλόουν ή με τη θέα του Βουτσά μ' εσώρουχα κι ίσως-ίσως εντυπωσιάζεται απ' τις αιώνιες "ονειρώδεις" χορευτικές σκηνές, πούχει κεντήσει--κι αυτή τη φορά--ο Μανώλης Καστρινός, πάνω στην κινηματογραφική μουσική--κι αυτή τη φορά--του Μίμη Πλέσσα. Εμείς απλώς δυσανασχετούμε. Φύγαμε με την αίσθηση πως, σίγουρα, την ταινία την είχαμε ξαναδή. Ο Δαλιανίδης μας είχε για μιαν ακόμη φορά βουλιάξει στο έγχρωμο τέλμα του, απ' το οποίο πρέπει κάποτε ν' αποφασίση ο ίδιος να βγη. Αν μπορή. Για το καλό του.
Τα Νέα, 1-2-1966

Δεν ξέρω αν ο Πηλιχός και οι υπόλοιπες/-οι κριτικοί έμειναν ικανοποιημένες/-οι με την αλλαγή της συνταγής του από την επόμενη σεζόν (αλλαγή που δεν προβλέπεται να παρακολουθήσουμε εδώ στο μπλογκ, καθώς, δυστυχώς, η Ρένα Βλαχοπούλου, αποχώρησε προσωρινά από τη Φίνος Φιλμ και δεν συμμετείχε στα τρία "ελληνικού τύπου" μιούζικαλ που γύρισε ο Δαλιανίδης, στα οποία την αντικατέστησε κατά κάποιον τρόπο, με τη Μαίρη Χρονοπούλου). Οι νεότερες/-οι κριτικοί πάντως (Παναγιώτης Τιμογιαννάκης, Ιάσονας Τριανταφυλλίδης, Λυδία Παπαδημητρίου) εκτίμησαν τις αρετές των τεσσάρων πρώτων μιούζικαλ και τις προσπάθειες του Δαλιανίδη να τα "γειώσει" εποικοδομητικά στην παράδοση της ελληνικής επιθεώρησης, έχοντας για συμπαραστάτρια μιαν από τις πρωθιέρειές της. Καθώς κλείνει σήμερα αυτή η ενότητα των τεσσάρων μιούζικαλ "ευρωπαϊκού τύπου", θα παραθέσω την παρατήρηση που κάνει το Έθνος με αφορμή την ερμηνεία της Ρένας στο Ραντεβού στον αέρα: 
Η θαυμάσια "κλοουνίστικη" Ρένα Βλαχοπούλου, τόσον γοητευτική που αναρωτιέται κανείς γιατί υποδύεται την αζήτητη γεροντοκόρη...

Έθνος, 1-2-1966 

 
Η Ρένα Βλαχοπούλου στο Ραντεβού στον αέρα
Φωτογραφία από το αρχείο της Φίνος Φιλμ


Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι προϊόν προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του



 

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2021

Σαν σήμερα το 1965: Κριτικές για τα Κορίτσια για φίλημα

Στις 26 Ιανουαρίου 1965 οι αθηναϊκές εφημερίδες δημοσίευσαν τις κριτικές τους για το τρίτο μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη Κορίτσια για φίλημα (κάποιες βέβαια τις δημοσίευσαν την επομένη). Οι απόψεις των κριτικών για τα προηγούμενα δυο μιούζικαλ του σκηνοθέτη επαναλήφθηκαν σε γενικές γραμμές: πολλά καλά λόγια για το τεχνικό επίπεδο της ταινίας και λιγότερα για το καλλιτεχνικό.



Η Ροζίτα Σώκου στην Καθημερινή εντόπισε το πρόβλημα της ταινίας στη σχέση του σκηνοθέτη με την επιθεώρηση και ταυτόχρονα επιχείρησε μια αναδρομή στη σύντομη ιστορία του κινηματογραφικού μιούζικαλ στην Ελλάδα:
Το πρόβλημα του κ. Δαλιανίδη είναι ακριβώς το γεγονός ότι έχει ταλέντο στην επιθεώρηση. Έχει και πολλές ικανότητες και επειδή εις το παρελθόν απεδείχθη εμπορικός, τον βάζουν να κάμνη την μία ταινία μετά την άλλη, προφανώς χωρίς να του δίνουν, σαν την κόττα με τα χρυσά αυγά, ούτε καν τον καιρό να σκεφθή, να προετοιμάση κάτι καλύτερο, να βρη και καμμιά πρωτότυπη ιδέα. Όσοι βλέπουν για πρώτη φορά την ομάδα που σχηματίζουν η Λάσκαρη, η Λιάσκου, η Καραγιάννη, το χιούμορ της Βλαχοπούλου και το αμίμητο ταλέντο του Βουτσά, θαμπώνονται. Εμπρός μάλιστα στην τεχνική τελειότητα της τελευταίας αυτής ταινίας μένουν άναυδοι. Όσοι όμως παρακολουθούν τακτικά τον ελληνικό κινηματογράφο σημειώνουν μία καμπύλη που δεν αποτελεί πραγματική πρόοδο. Με άλλα λόγια, η ιστορία του ελληνικού "μιούζικαλ" αρχίζει από το "Μερικοί το προτιμούν κρύο". Χρώματα, κέφι, γέλιο, αλλά, σε τελευταία ανάλυση, ασύνδετη δουλειά επιθεωρησιακού επιπέδου. Ακολουθεί, από άλλη εταιρία, μία πραγματικά πρωτότυπη εργασία--αλλά σε μαύρο και άσπρο--με κεντρικό μύθο και πολλά ευρήματα καθαρώς κινηματογραφικού μοντάζ, με τίτλο "Αυτό το κάτι άλλο". Σκηνοθέτης ο Γρηγορίου. Με τον Σειληνό, την Τσιούνη, τον Κωνσταντίνου, την Φόνσου. Και έρχεται, σε άριστη φόρμα, ο Δαλιανίδης και πάλι με το "Κάτι να καίη". Οι ίδιοι ηθοποιοί του πρώτου έργου, ωραία χρώματα και, αυτή τη φορά, νόστιμη υπόθεση, όμορφα κορίτσια, κέφι, ευρήματα. Τον χειροκροτήσαμε και του ευχηθήκαμε "και εις ανώτερα" γιατί αυτός ήταν ο σωστός δρόμος. Δυστυχώς το "Κορίτσια για φίλημα" παρουσιάζει μεν τεχνική πρόοδο, αλλά στον τομέα του κινηματογράφου το βήμα είναι προς τα πίσω. Τέταρτη ταινία στα ίδια αχνάρια δίχως καμμιά προσπάθεια ανανεώσεως και με ασήμαντα γραπτά κείμενα, ξέρει καλά ο κ. Δαλιανίδης ότι δεν πρέπει πια να την κάνη. Όλα αυτά βέβαια αν κάποτε που μου μίλησε για τα μελλοντικά του σχέδια, έλεγε την αλήθεια.
Καθημερινή, 27-1-1965

Χρόνια αργότερα Σώκου και Δαλιανίδης έγιναν καλοί φίλοι--αλλά η γνώμη της για τις περισσότερες ταινίες του δεν άλλαξε... 

Απόλυτα επικεντρωμένη στη Ζωή Λάσκαρη η διαφήμιση της ταινίας
που δημοσιεύτηκε στα
Νέα το Σάββατο 23-1-1965

Ο Μάριος Πλωρίτης θεωρεί πως τα Κορίτσια για φίλημα έχουν όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα του είδους του μιούζικαλ ("χρώματα, μουσική, τουρισμός, μισόγυμνες κοπέλλες, χοροί, ρομάντζο πολλαπλές μαγνητικές εγγραφές"--ας μην ξεχνάμε ότι ήταν η πρώτη ελληνική ταινία με στερεοφωνικό ήχο, για τον οποίο δούλεψε ο ίδιος ο Φίνος στον κινηματογράφο Αττικόν και τελικά ο στερεοφωνικός ήχος ακούστηκε μόνο εκεί!) αλλά κανένα από τα εσωτερικά γνωρίσματα ("σκηνοθετική δεξιότητα, η επιφανειακή έστω σπιρτάδα του διαλόγου, η χάρη της μουσικής, η τελειότητα των χορευτικών". Όλα αυτά θα ήταν "το έντεχνο σερβίρισμα που σκεπάζει την κενότητα του εδέσματος":
Εδώ σ' εμάς, το ρομάντζο μένει γυμνό σ' όλη την ανοησία του, η "κωμωδία" δανείζεται τα κόλπα της πιο κοινότοπης φάρσας, η μουσική ωρύεται για να επιβάλη την παρουσία της [σημείωση του Rena Fan: πόσο άδικη κριτική για τον Μίμη Πλέσσα!], τα χορευτικά εκτελούνται όσο γίνεται αδέξια [άδικη κριτική και για τον Μανώλη Καστρινό, νομίζω], το "θέαμα" είναι πρωτοξάδερφος του επιθεωρησιακού "φινάλε", η σκηνοθεσία θεατρινίζει αδιάκοπα, κ' οι ηθοποιοί λαχανιάζουν για να δώσουν μπρίο στους ρόλους τους--εκτός απ' τη Ρένα Βλαχοπούλου και τον Κώστα Βουτσά, που αυτοί "ξεχειλίζουν" με το έμφυτο κέφι τους απ' την οθόνη.
Τι κρίμα, η λαμπρή πραγματικά τεχνική του Φίνου να ντύνη τόσο άπραγες μιμήσεις και τόση έλλειψη έμπνευσης και γούστου!
Ελευθερία, 27-1-1965

Η διαφήμιση τη μέρα της πρεμιέρας. Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στους μηχανικούς ήχου
της Φίνος Φιλμ που φρόντισαν, υπό την επίβλεψη του ίδιου του Φίνου, την ειδική κόπια 
με τον στερεοφωνικό ήχο που προβλήθηκε μόνο στο Αττικόν.
Ξεχωριστή αναφορά επίσης στους δίσκους Odeon που περιέχουν τα τραγούδια της Ρένας.
Στο EP oi ρενοφανατικές/-οί προς στιγμήν θα χάρηκαν πιστεύοντας την ετικέτα που έλεγε ότι η Ρένα τραγουδούσε και το "Ήρθες εσύ". Τελικά ήταν η ηχογράφηση του Αλέκου Ζαχαράκου
που το τραγουδούσε και στην ταινία
Από
Τα Νέα, 25-1-1965 

Για απομιμήσεις και δάνεια μιλάει και ο Γιώργος Πηλιχός στα Νέα:
Με το να φορέση κανείς λεοντή και να μιμηθή τη φωνή του λιονταριού, δεν σημαίνει βεβαίως ότι πείθει όλο τον κόσμο ότι είναι... λιοντάρι. Όπως δεν σημαίνει, επίσης, ότι ο Γιάννης Δαλιανίδης έγινε... Βιντσέντε Μινέλλι ή Τζιν Κέλλυ επειδή φόρεσε ένα "σακάκι" του πρώτου κι ένα "πανταλόνι" του δεύτερου. Ωστόσο, ο Γιάννης Δαλιανίδης καταφέρνει μέσα σ' αυτό το ετερόκλιτο "κοστούμι" να κυκλοφορή σχετικώς άνετα. Κι αν είχε ένα σενάριο λιγώτερο φλύαρο και περισσότερο καλογραμμένο, καθώς κι ένα-δυο ανθρώπους που να ξέρουν να χορεύουν και να τραγουδούν, θα είχε πείσει όλο σχεδόν τον κόσμο ότι είναι... "λιοντάρι". Πάντως κι έτσι όπως είναι, σίγουρα το μεγάλο κοινόν δεν πρόκειται να αντιληφθή ότι κάτω από την λαμπερή χρωματιστή "λεοντή" τούτης της ταινίας, κρύβεται ένας άνθρωπος με συμπλέγματα "λιονταριού". Με άλλα λόγια θέλουμε να πούμε πως η καινούργια ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη θα ενθουσιάση το λεγόμενο "μεγάλο κοινόν" και πιθανώς θα καταρρίψη όλα τα εισπρακτικά ρεκόρ των, μέχρι τώρα, ελληνικών ταινιών [Σημείωση του Rena Fan: δεν κατάφερε να καταρρίψει το ρεκόρ του Κάτι να καίει, αν και το πλησίασε αρκετά]. Στην ουσία όμως είναι ένα φιλμ γεμάτο από φτηνές ρεπροντυξιόν πετυχημένων σκηνών διαφόρων ξένων μουσικοχορευτικών ταινιών ("Μαύρες καλτσοδέτες" με την Ζιζή Ζανμαίρ, "Οι άνδρες προτιμούν τις ξανθιές" με την αλησμόνητη Μαίριλυν Μονρόε, "Τα κορίτσια" με τον Τζιν Κέλλυ, "Ο κύριος Μπωκαίρ" με τον Μπομπ Χοπ και τον Τζιν Κέλλυ κ.ά.), γεμάτο από φτηνό χιούμορ και άδειο από ποιότητα...
Ένα μεγάλο μέρος της εμπορικής επιτυχίας, που θα σημειώση οπωσδήποτε η ταινία, θα το χρωστάη στον Φιλ. Φίνο, που δεν τσιγγουνεύτηκε χρήματα για να πετύχη, στο τεχνικό του μέρος, το φιλμ (πλούσια ντεκόρ, ωραία χρώματα, σινεμασκοπικές διαστάσεις, διπλές μαγνητικές εγγραφές ήχου και μουσικής--αν και η μουσική είναι εκκωφαντική...--γενικά περιποιημένη τεχνική δουλειά). Όπως επίσης, ένα άλλο μέρος της εισπρακτικής επιτυχίας τους θα το οφείλουν τα "Κορίτσια" του Δαλιανίδη στο επιθεωρησιακό, μεν, αλλά μπριόζικο παίξιμο του Κώστα Βουτσά και της Ρένας Βλαχοπούλου κατ' αρχήν και της Μάρθας Καραγιάννη, της συμπαθέστατης Χλόης Λιάσκου και του Γιάννη Βογιατζή κατά δεύτερο λόγο. Η Ζωή Λάσκαρη, όταν δεν χορεύει, και ο Ανδρέας Ντούζος, όταν δεν τραγουδάει [Σημείωση του Rena Fan: και δεν τραγουδούσε ο ίδιος, αλλά ένας επαγγελματίας τραγουδιστής, ο Αλέκος Ζαχαράκος!], είναι αμφότεροι συμπαθητικοί. Στο ενεργητικό του σκηνοθέτη εγγράφονται η "στιλπνότητα" και ένας κάποιος γρήγορος ρυθμός--όχι σ' όλη τη διάρκεια του φιλμ--που χαρακτηρίζουν την ταινία. Από τα χορευτικά, το μόνο που έχει κάποια ποιότητα είναι το τρίο με τον Βουτσά, τη Λιάσκου και τον Αλ. Τζανετάκο (με τη φωτογραφική μηχανή στη Ρόδο).
Τα Νέα, 26-1-1965

Η Χλόη Λιάσκου, η Ζωή Λάσκαρη και η Μάρθα Καραγιάννη εισέρχονται
στο Αττικόν για την πρεμιέρα της ταινίας
Κορίτσια για φίλημα.
"Μ' αυτές τις κωλόγριες θα παίξω, ωρέ Γιάννη;" είπε η Ρένα Βλαχοπούλου
στον σκηνοθέτη στο πρώτο γύρισμα στην πισίνα ενός ξενοδοχείου στη Ρόδο.
Πηγή φωτογραφίας:
Απογευματινή, 26-1-1965 

Ο Α. Μοσχοβάκης της Αυγής πάντως αναγνωρίζει, εκτός φυσικά από την επιτυχία στον τεχνικό τομέα, θετικά στοιχεία στη δουλειά του χορογράφου Μανώλη Καστρινού. Κατά τα άλλα όμως, αρνητική η κριτική:
Πρώτη έγχρωμη σινεμασκοπική ελληνική ταινία με στερεοφωνικό ήχο και εξαιρετική επιτυχία από την τεχνική πλευρά. Αξίζουν συγχαρητήρια στους τεχνικούς που συνέβαλαν σ' αυτό το ωραίο αποτέλεσμα. Αλλά προς Θεού, γιατί να ντύνουμε την ανοησία με χρυσάφια; Ως πότε ο κ. Δαλιανίδης (και όχι μόνο αυτός) θα μας ταλανίζει με τις ασήμαντες ιστορίες του, που επαναλαμβάνουν πάντα η μία την άλλη και με τις πάντα ακαλαίσθητες, βάρβαρες (παρ' όλες τις ταινίες που έχει γυρίσει) γυμναστικές επιδείξεις; Ασφαλώς ένα "μιούζικαλ" (όπως το λένε, αν και δεν είναι) χρειάζεται το ελαφρό και το πικάντικο. Αλλά ελαφρό δε σημαίνει φτηνό και πικάντικο δεν σημαίνει γαργαλιστική χυδαιότητα.
Ευτυχώς, υπάρχει ο Μανώλης Καστρινός που δίνει το απαιτούμενο μάθημα με το γούστο του στις επιδέξιες χορευτικές συνθέσεις (όταν βέβαια δεν εξαναγκάζεται κι αυτός στη γενική φτήνεια, με επιθεωρησιακά "ανατολίτικα" χορευτικά).
Με δυο λόγια, η ταινία είναι μια εναλλαγή από φλύαρες θεατρικές σκηνές και χορευτικά νούμερα. Οι πρώτες είναι βαρετές, τα δεύτερα ευχάριστα με συχνά πετυχημένα τρυκ. Για τους ηθοποιούς τι να πούμε; Χάνονται στους άχαρους ρόλους τους, ακόμα και η Βλαχοπούλου, και ο Βουτσάς και ο Ντούζος και η Λιάσκου, που μόλις καταφέρνουν να παίρνουν κάποια υπόσταση με την αυθόρμητη ζωηράδα και το μπρίο τους.
Αυγή, 26-1-1965

Η Ρένα Βλαχοπούλου και η Ζωή Λάσκαρη δέχονται τις περιποιήσεις
του μακιγιέρ Νίκου Ξεπαπαδάκου και ακούν τις οδηγίες του Γιάννη Δαλιανίδη.
Η Ρένα Βλαχοπούλου κρατάει τη "χρυσή της πίπα", που όταν την έχανε, χαλούσε τον κόσμο
στο γύρισμα μέχρι να της τη βρούνε. "Φτηνή, πλαστική πίπα ήταν" θυμόταν ο φροντιστής
Παντελής Παλιεράκης. "Όχι, ήταν καλή πίπα, Ρόνσον" είπε στον Νίκο Χατζηνικολάου
η Ρένα Βλαχοπούλου το 1995... .
Φωτογραφία από το βιβλίο του Ιάσονα Τριανταφυλλίδη
Ταιινίες για φίλημα
(εκδ. Εξάντας, 2000)

Καμιά αναφορά στη Ζωή Λάσκαρη, πρώτο όνομα της ταινίας, από τον Μοσχοβάκη, αρνητική αναφορά από τον Κωστή Σκαλιώρα που μιλά για...

Μια παρεξήγηση
Πολύ φοβούμαι πως συνέβη κάποια παρεξήγηση: [τα] "Κορίτσια για φίλημα" δεν είναι, καθώς διαφημίζεται, μια μουσική κωμωδία. Είναι μάλλον μια συρραφή από επιθεωρησιακά νούμερα (ακόμα και με το κλασικό επιθεωρησιακό "φινάλε") με κορμό τους μια φάρσα, η οποία, σε οποιαδήποτε σκηνή, δεν επετρέπετο να διαρκέση περισσότερο από ένα δεκάλεπτο. Στο "μιούζικαλ", είδος δύσκολο, η μουσική αποτελεί οργανικό μέρος του συνόλου και παίζει ενεργό ρόλο στην ανάπτυξη του έργου. Εδώ το κείμενο είναι ισχνό, η μουσική κραυγαλέα και το καθένα τραβά το δρόμο του. Μ' αυτά τα δεδομένα η επιτυχία απεκλείετο. Συνέβησαν όμως κι άλλα: "χορευτικά νούμερα" χωρίς χορευτές, μια Ζωή Λάσκαρη ανέκφραστη, ένας φακός στατικός. Λυπούμαι και τα χρήματα που εδαπανήθησαν και το κέφι της Ρένας Βλαχοπούλου και την μιμική του Κώστα Βουτσά και τις έγχρωμες φωτογραφίες του κ. Καβουκίδη. Άξιζε να είχαν εξυπηρετήσει μια άλλη προσπάθεια.
Το Βήμα, 26-1-1965

Αντίθετα, πολύ ικανοποιημένος και με τη Ζωή Λάσκαρη και με την ταινία έμεινε ο Αχιλλέας Μαμάκης (που... τόλμησε να μην κάνει καμία αναφορά στη Ρένα Βλαχοπούλου!)
Καιρό είχεν ο ελληνικός Κινηματογράφος να εμφανίση μια τόσον ενδιαφέρουσα και τόσο καλογυρισμένη ταινία. Βασικό στοιχείον της ποιότητός της είναι ότι ο λαμπρός σκηνοθέτης Γιάννης Δαλιανίδης εκίνησε το επιτελείον πρωταγωνιστών και δευτεραγωνιστών κατά τρόπον, που πολλοί καλλιτέχνες παρουσιάζονται τελείως αγνώριστοι. Παράλληλα, βασικόν στοιχείον ενεργητικού του είναι το γεγονός ότι το φιλμ είναι όλο έγχρωμον και ότι υπάρχουν σκηνές όπου ο Φίνος εχρησιμοποίησε όλα τα εξαίρετα μέσα που διαθέτει διά να γυρίση σκηνές εις το ύπαιθρον. Γενικά πρόκειται για μια ποιοτική επίτευξιν ενδιαφέρουσα και συγχρόνως κάτι που δίδει την ευκαιρία στην Ζωή Λάσκαρη να εμφανίση την εξέλιξιν του καλλιτεχνικού δυναμισμού της. Παράλληλα προσελκύουν ζωηρά τον θεατήν οι άρρενες πρωταγωνισταί.
Έθνος, 26-1-1965

Γνήσια και θαρραλέα κωμικός, η Ρένα Βλαχοπούλου δεν φοβόταν ποτέ
να τσαλακώσει την εικόνα της. Εδώ με τον Κώστα Βουτσά και τον Αλέκο Τζανετάκο
Φωτογραφία
από την ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ


Θετική, λίγο πιο συγκρατημένα, αλλά θετική, είναι η γνώμη της Ειρήνης Καλκάνη στην Απογευματινή.
Επί τέλους, ο ελληνικός κινηματογράφος αρχίζει να αποκτά ποιότητα και αυτό είναι προς χαρά όλων μας. Ένα καλό δείγμα είναι και η έγχρωμη ταινία της Φίνος "Κορίτσια για φίλημα" που μας προσφέρει απλόχερα καλό θέαμα. Θέαμα καλόγουστο, πλούσιο και καλοδιαλεγμένο. Αν και το σενάριο δεν μας λέει τίποτα το νέο και το ιδιαίτερο, εν τούτοις, μόνο γιατί δικαιολογεί έξυπνα την παρουσία των τουριστικών χώρων του τόπου μας, με σκοπό την προβολήν της Ελλάδος. είναι υπέρ αυτού.
Όλη η ταινία είναι κατ' απομίμησι των αμερικανικών μουσικοχορευτικών ταινιών, που είχαμε δη κατά κόρον μετά τον πόλεμο. Βέβαια για τα ελληνικά δεδομένα είναι ένα βήμα.
Η έγχρωμη φωτογραφία του κ. Ν. Καβουκίδη εξαιρετική. Τα φωτιστικά της "εφφέ" στα χορευτικά πολύ επιτυχημένα, συμβάλλουν στην φαντασμαγορική ατμόσφαιρα. Η άνεσι και το μπρίο της κ. Ρένας Βλαχοπούλου καθώς και η εύπλαστη μορφή του Κώστα Βουτσά, όπως επίσης οι ωραίες εμφανίσεις της Ζωής Λάσκαρη, της Χ. Λιάσκου και της Μ. Καραγιάννη ολοκληρώνουν το θέαμα. Καλοί επίσης ο Ανδρέας Ντούζος, ο Γ. Βογιατζής και ο Τζανετάκος. Τα κοστούμια, το ντεκόρ του Ζέρβα και η μουσική του Μίμη Πλέσσα στο ίδιο καλό επίπεδο της ταινίας.
Ο σκηνοθέτης κ. Δαλιανίδης έδωσε δυο πολύ ευχάριστες ώρες. Οι χορογραφίες του Μανώλη Καστρινού αντιπροσωπεύουν τον εκλεκτό μας χορογράφο.
Απογευματινή, 26-1-1965

Η αφίσα της ταινίας από την ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ


Αρκετά θετική η γνώμη του Νέστορα Μάτσα που θεωρεί ότι ο Δαλιανίδης έχει ειδικευτεί στο μιούζικαλ και κινείται "σχετικώς άνετα σ΄ αυτό το χώρο, που οι Αμερικανοί είναι απλησίαστοι, ακόμη κι από τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο". Αναγνωρίζει πως φέτος ο σκηνοθέτης έθεσε μεγαλύτερο στόχο για ένα εντυπωσιακότερο θέαμα από τις προηγούμενες χρονιές και όντως προσφέρει ένα "γεύμα (...) σαφώς πιο πλούσιο". Ωστόσο το σενάριο...
...είναι πιο ισχνό και γραμμένο χωρίς φαντασία, χωρίς ευρήματα χωρίς ζεστασιά. Ο μύθος του είναι λίγος και ουσιαστικώς ξένος προς τη ρωμέικη νοοτροπία. Αλλά και το σωστό μιούζικαλ, όσο κι αν στηρίζεται στη φαντασμαγορία, δεν μπορεί να σταθή στέρεα αν δεν έχη τη σιγουριά ενός καλά οργανωμένου σεναρίου.
Κατά τ' άλλα, το φιλμ βαδίζει με τα τσαρούχια στο δρόμο της πολύ μεγάλης εμπορικής επιτυχίας, η Ρένα Βλαχοπούλου το εμπλουτίζει με το δαιμονισμένο μπρίο της, η Ζωή Λάσκαρη είναι πολύ ωραία και πολύ... αποκαλυπτικά ντυμένη, όπως κι η Μάρθα Καραγιάννη, ο Βουτσάς παίζει με πολύ κέφι κι ο Ντούζος κινείται με άνεσι στον καινούριο γι' αυτόν χώρο.
Εθνικός Κήρυξ, 26-1-1965

Ρένα Βλαχοπούλου και Περικλής Χριστοφορίδης
Φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ


Άφησα κλασικά για το τέλος την γκρινιάρα Εστία που για άλλη μια φορά ξεκινά με τις τεχνικές αρετές της ταινίας:
[Η] έγχρωμος σινεμασκοπική "Κορίτσια για φίλημα" πραγματοποιεί όντως μίαν πρόοδον, από τεχνικής απόψεως, εις τον Ελληνικόν Κινηματογράφον, με την εντυπωσιακήν φωτογραφίαν, τον πλούσιον διάκοσμον και τα ωραία χρώματά της. Δυστυχώς, όμως, πάντα ταύτα, εις χείρας σκηνοθέτου και σεναριογράφου στερουμένου πνευματικότητος και καλού γούστου, δεν αξιοποιούνται επαρκώς και η ταινία παραμένει εις τα συνήθη μέτρα του κακού Ελληνικού κινηματογράφου. Από απόψεως ηθοποιίας η κ. Βλαχοπούλου--κυριαρχούσα εις την ταινίαν--λησμονεί ότι παίζει εις τον κινηματογράφον και όχι εις το θέατρον, το ίδιο δε και οι κ.κ. Βουτσάς και Βογιατζής. Η δις Λάσκαρη συμπαθής, αλλά καλλίτερον να αποφεύγη τας χορευτικάς σκηνάς.
Εστία, 26-1-1965

Νεότεροι κριτικοί έχουν καλά λόγια να πουν για τα Κορίτσια για φίλημα: ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης θεωρεί μάλιστα πως πρόκειται για το καλύτερο μιούζικαλ του ελληνικού κινηματογράφου, ενώ, όπως έχουμε ξαναπεί, η Λυδία Παπαδημητρίου θεωρεί πως αξιοποιεί αποτελεσματικά τα στοιχεία της επιθεώρησης. Και νομίζω ότι είναι η πιο όμορφα φωτογραφημένη από όλες τις μουσικές ταινίες της Φίνος Φιλμ. Σαν σήμερα το 1977 ο δημιουργός της εταιρίας, ο Φιλοποίμην Φίνος πέθανε, χωρίς να γνωρίζει σίγουρα πόσο θα μας απασχολούσαν στο μέλλον οι ταινίες της εταιρίας του--και πόσο θα εξακολουθούσαν να αρέσουν στο κοινό. Όπως έλεγε ο ίδιος, "Στο τέλος μιλάει το πανί" και στη σύγχρονη εποχή εξακολουθούν να μιλούν για τις ταινίες του και η οθόνη της τηλεόρασης και οι οθόνες των υπολογιστών, των ταμπλετών και των κινητών τηλεφώνων...

 Ο κινηματογράφος Αττικόν ήταν ο μόνος που πρόβαλε
την κόπια με τον στερεοφωνικό ήχο. Τόσος κόπος και τόσα έξοδα
για την προβολή σε μία μόνο αίθουσα.
Αυτό έδειχνε πόσο μεγάλο ήταν το μεράκι του Φίνου!
Φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ

Ο Φιλοποίμην Φίνος με τη σύζυγό του Τζέλα.
Φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ


 

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2021

Σαν σήμερα το 1964: Κάτι να καίει...

Στις 15 Ιανουαρίου 1964 κάποιες αθηναϊκές εφημερίδες δημοσίευσαν την άποψη των κριτικών τους για το μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη Κάτι να καίει που είχε ξεκινήσει να προβάλλεται στις 13 Ιανουαρίου. Βέβαια οι περισσότερες, οι απογευματινές κυρίως, εφημερίδες δημοσίευσαν την κριτική τους την επομένη της πρεμιέρας. Η υποδοχή που επιφύλαξαν οι κριτικοί στο δεύτερο μιούζικαλ του Δαλιανίδη ήταν κάπως καλύτερη από ό,τι στο πρώτο (βλ. χθεσινό Σαν σήμερα), αλλά σε γενικές γραμμές το μοτίβο ήταν το ίδιο: μεγάλοι έπαινοι για την τεχνική αρτιότητα, συγκατάβαση ή αποδοκιμασία για το σενάριο και τη σκηνοθεσία. 

Αν και πρόκειται για την πρώτη διαφήμιση του Κάτι να καίει, οι φωτογραφίες της Ρένας Βλαχοπούλου, της Μάρθας Καραγιάννη και του Κώστα Βουτσά είναι από την ταινία Ένα κορίτσι για δύο

Είναι γεγονός πως το Κάτι να καίει ήταν πιο ολοκληρωμένο ως μιούζικαλ, καθώς είχε φινάλε και αποθέωση (το Μερικοί το προτιμούν κρύο δεν είχε) επικυρώνοντας με αυτόν τον τρόπο τη συγγένειά του με την επιθεώρηση. Επίσης παρουσίασε για πρώτη φορά στο κοινό την Έλενα Ναθαναήλ σε ηλικία μόλις 16 χρόνων. Στον δε τεχνικό τομέα, το Κάτι να καίει είχε μια σημαντική πρωτιά: ήταν η πρώτη έγχρωμη σινεμασκοπική ταινία (όχι το πρώτο σινεμασκόπ όπως γράφεται ενίοτε--και τότε γράφτηκε--, το πρώτο ήταν η ενδιαφέρουσα ταινία του Χρήστου Θεοδωρόπουλου Το μεγάλο κόλπο, aka Το μεροκάματο της ευτυχίας, σε σενάριο Ανδρέα Φραγκιά και Νίκου Βώκου) και η φωτογραφία του Νίκου Δημόπουλου για άλλη μια φορά εντυπωσίασε, οπότε όλες σχεδόν οι κριτικές ξεκινούσαν από αυτό.

Μεγάλη η προβολή της ταινίας: η διαφήμιση καταλαμβάνει
σχεδόν μισή σελίδα εφημερίδας...

Πάντως κάποιοι κριτικοί είχαν αισθητά καλύτερη γνώμη σε σχέση με την προηγούμενη σεζόν. Η "δύσκολη" Ροζίτα Σώκου, για παράδειγμα, έγραψε στην Καθημερινή: (15-1-1964) 
Με ευχάριστη έκπληξη χαιρετίζει αυτή η στήλη την πρώτη αληθινή επιτυχία του Γιάννη Δαλιανίδη, ένα έγχρωμο μουσικοχορευτικό φιλμ με δροσιά και χιούμορ, με ρυθμό και ευγένεια. Ελαττώματα που είχαμε σημειώσει στην περυσινή του--εμπορική--επιτυχία "Μερικοί το προτιμούν...", η άσχετη δηλαδή ανάμιξις επιθεωρησιακών κομματιών, εδώ έχει λείψει. Τα μουσικοχορευτικά νούμερα είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με την πλοκή και το μοντάζ πρώτης τάξεως. Ούτε μια καθυστέρησις στην αφήγηση, ούτε μια περιττή σκηνή, εκθαμβωτική η φωτογραφία του Δημόπουλου, θαύμα το χρώμα, έκτακτοι οι ηθοποιοί με επικεφαλής την Ρένα Βλαχοπούλου, τον Ντίνο Ηλιόπουλο και τον ασύγκριτο Κώστα Βουτσά που ενθουσιάζει τους πάντες. Αλλά και ο Νέγκας και η Μάρθα Καραγιάννη, και η Χλόη Λιάσκου, όλοι είναι σωστοί και συμπαθέστατοι. Η καινούρια αποκάλυψις Έλενα Ναθαναήλ είναι ωραιοτάτη παρά μια σχετική αδεξιότητα των κινήσεων που ελπίζομε να διορθωθή με τον καιρό. Θερμά συγχαρητήρια σε όσους συνεργάσθηκαν στην άρτια αυτή εργασία.
Ροζίτα Σώκου
Καθημερινή, 15-1-1964

Ο Νέστορας Μάτσας ελαφρώς φάσκει και αντιφάσκει, αφού αρχικά θεωρεί ότι η ταινία είναι μια "μεγάλη πρόοδος του κινηματογράφου μας, ένα νέο βήμα προς τα εμπρός" (Εθνικός Κήρυξ, 14-1-1964) και τα νούμερα που παρεμβάλλονται "χαρακτηρίζονται από καλό γούστο και ευρηματικότητα". Στη συνέχεια λέει ότι αν "το σενάριο ήταν κάπως πιο προσεγμένο, θα μπορούσαμε στο είδος του να το χαρακτηρίσουμε υποδειγματικό" φιλμ. Και τελικά καταλήγει πως η ταινία "πετυχαίνει κατά τον καλύτερο τρόπο το στόχο της"... Για το πρωταγωνιστικό δίδυμο γράφει: "Ο Ντίνος Ηλιόπουλος και η Ρένα Βλαχοπούλου γεμίζουν με το πληθωρικό κέφι τους τις σκηνές τους".

Στο κάτω μέρος της διαφήμισης της ταινίας διακρίνεται και η διαφήμιση του EP
με τα τέσσερα τραγούδια που ερμηνεύει η Ρένα Βλαχοπούλου στην ταινία
Το σπανιότατο σήμερα εξώφυλλο του ΕΡ δίσκου. Περιλαμβάνει τα τραγούδια
"Γλυκιά ζωή", 'Ανοιξε, άνοιξε", "Ο δρόμος είναι δύσκολος"
και "Όπου κι αν ψάξω βρίσκεσαι" (τα δύο τελευταία σε extended versions
με δεύτερη στροφή και ρεφραίν που δεν υπάρχουν στην ταινία).
Το ολοκληρωμένο sountrack κυκλοφόρησε 24 χρόνια αργότερα (με τις εκτελέσεις
των τραγουδιών όπως ακούγονται στην ταινία και χωρίς το "Άνοιξε, άνοιξε")

Η Αγλαΐα Μητροπούλου, λιγότερο αυστηρή από την προηγούμενη χρονιά, επισημαίνει πως η ταινία δεν προσφέρει κάτι καινούριο στον χώρο του μιούζικαλ, αλλά "στέκεται αξιόλογα και είναι γυρισμένη με κέφι και σε πολλά σημεία με καλό, απλό γούστο" (Ακρόπολις, 15-1-1964). Γράφει πως ο Γιάννης Δαλιανίδης "δεν έχει αφήσει να περάσουν χυδαιότητες. Έχει ακόμη μεταχειριστεί με γούστο το περιβάλλον (τις όμορφες πλαζ της Θεσσαλονίκης και την θαυμάσια διαδρομή προς την Αθήνα) και τους ηθοποιούς Ντίνο Ηλιόπουλο, Ρένα Βλαχοπούλου, την καινούργια Έλενα Ναθαναήλ, με την λαμπερή μελαχροινή ομορφιά" και τα υπόλοιπα μέλη του καστ. Σημειώνει επίσης ότι η μουσική του Μίμη Πλέσσα είναι "ευχάριστη γιατί θυμίζει γνωστές διεθνείς επιτυχίες"--απορώ πώς κανένας/καμιά δεν επισήμανε και τα τόσο ωραία (ελαφρο)λαϊκά μοτίβα του σε αυτή την ταινία.

Φωτογραφία: Έθνος, 14-1-1964

Το Έθνος (δεν είμαι σίγουρος αν την κριτική έγραψε ο Αχιλλέας Μαμάκης, δεν υπάρχει η υπογραφή του, έχω την εντύπωση ότι εκείνη την περίοδο είχε αποσυρθεί σε μεγάλο βαθμό λόγω του καρκίνου που τον ταλαιπώρησε) σημειώνει πως "ο Γιάννης Δαλιανίδης δίνει μια καινούρια απόδειξι του εξαίρετου συνθετικού του ταλέντου" και η ταινία "πιστοποιεί, για μια ακόμη φορά, το δυναμικό κινηματογραφικό ταλέντο του Ντίνου Ηλιόπουλου, της Ρένας Βλαχοπούλου και του Κώστα Βουτσά" (14-1-1964). Ο Ελ. Νταν. στην Απογευματινή (14-1-1964), δεν ξεχωρίζει καμιά ερμηνεία, αλλά γράφει πως ο "Δαλιανίδης, στην σκηνοθετική του προσπάθεια, έκανε καλή δουλειά", ωστόσο το σενάριό του είναι "παραφορτωμένο, όπως όλα τα ελληνικά σενάρια, που δεν παραλείπει τίποτε. Έρωτες, χωρισμοί, γάμοι που δεν γίνονται, χρήματα που έρχονται από την Αμερική και ένας κόσμος, που στο τέλος καταφέρνει να κάνη αυτό που επιθυμεί. Γι' αυτό το μόνο που μπορεί κανείς να κάνη είναι να αγνοήση το θέμα και να ονομάση την ταινία κινηματογραφημένο βαριετέ" (Σημείωση του Rena Fan: πόσο εύκολοι ακούγονται αφορισμοί τέτοιου είδους!...).

Νομίζω ότι ο εικονιζόμενος ηθοποιός δεν είναι ο Μπάμπης Ανθόπουλος που πραγματοποιεί
σε αυτή τη σκηνή το κινηματογραφικό του ντεμπούτο υποδυόμενος τον γκέι Ντίνο Εξαρχόπουλο
(φοράει και διαφορετικό ρούχο από τον Ανθόπουλο).
Φωτογραφία
: Έθνος, 15-1-1964

Οι κριτικοί των δυο εφημερίδων του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη ξεκινούν από τον τίτλο της ταινίας. Ο Γ. Πηλιχός στα Νέα (14-1-1964) γράφει πως "Ίσως αυτό το 'κάτι'  (...) να μη 'καίη'. Γεγονός είναι, πάντως, αυτό το 'κάτι', έστω και χωρίς μεγάλη θερμότητα, υπάρχει. Υπάρχει στην τεχνική αρτιότητα, στην έστω κατ' απομίμησιν των ξένων φιλμ σκηνοθετική ευρηματικότητα, στο υποτυπώδες αλλά που εξυπηρετεί σχεδόν σωστά τις κινηματογραφικές απαιτήσεις σενάριο, στα βελτιωμένα από αισθητικής πλευράς ντεκόρ και στα κοστούμια και τέλος υπάρχει αυτό το 'κάτι' στην κατά βάσιν σωστή διανομή και ερμηνεία των ρόλων όπως και εν μέρει στη μουσική που συνοδεύει το φιλμ. Με άλλα λόγια, αυτό το 'κάτι' του κ. Δαλιανίδη είναι μια ΤΑΙΝΙΑ, που με όλα της τα ελαττώματα (επιθεωρησιακές κουβέντες και χειρονομίες, στατικά πλάνα, θεατρικοί διάλογοι, απουσία πρωτοτυπίας σε 'καλαμπούρια' ή 'γκαγκ', χορογραφίες χωρίς φαντασία, κάποια δόσι υπερβολής σε ωρισμένες καταστάσεις κ.λ.π.) αποτελεί ένα μικρό, έστω, βήμα προόδου του ελληνικού κινηματογράφου στον τομέα της μουσικής κωμωδίας". Ο Πηλιχός ξεχωρίζει "την Έλενα Ναθαναήλ, που εκτός του ότι είναι όμορφη--βελτιωμένη έκδοσις Λολομπρίτζιτας--και με ζεστή ωραία φωνή, δείχνει να έχη και ταλέντο" και, μολονότι ξεχωρίζει τη Ρένα Βλαχοπούλου, εκφράζει και μια επιφύλαξη για "την κατάχρησι του 'μωρέ' και του 'μωρή...'".  

Αφίσα από τη Β' προβολή της ταινίας

Στο Βήμα, από την άλλη, ο Γ. Π. Σ(αββίδης) θεωρεί πως ο τίτλος "μπορούσε να είναι το σύνθημα για μια ανανεωτική προσπάθεια στον ελληνικό κινηματογράφο, του οποίου το μόνιμο κλίμα είναι χλιαρότατο" Εντοπίζει ενδιαφέρον "αποκλειστικά στον τεχνικό τομέα, στον οποίο ο κ. Γιάννης Δαλιανίδης δείχνει κάποια άνεση" και του αναγνωρίζει και "κάποια σκηνοθετική ευρηματικότητα" στη χρήση της άπλας που προσφέρει το σινεμασκόπ--ενώ το σενάριο δεν τη χρειάζεται. Συνολικά όμως κρίνει πως πρόκειται για μια "μετριότατη μουσική κωμωδία, όπου τα νόστιμα τραγουδάκια του Μίμη Πλέσσα, αντί να διασκεδάζουν την προσοχή του θεατή από την κενότητα του θέματος, αποτελούν διαρκή πηγή αμηχνίας και για τον σκηνοθέτη και για τους ηθοποιούς. Από τους τελευταίους αυτούς, ταιριάζει ν' αναφερθή μόνο η Έλενα Ναθαναήλ, της οποίας η πρώτη εμφάνισι μας επιτρέπει να της ευχηθούμε καλύτερη τύχη".


Η Εστία (14-1-1964) θεωρεί μεν ότι η ταινία είναι "τεχνικόν κατόρθωμα" αλλά "υστερεί από απόψεως σεναρίου (αφελούς... μέχρι ανοησίας) και σκηνοθεσίας, η οποία είναι ανύπαρκτος, καθ' όσον ο σκηνοθέτης, στερούμενος οιασδήποτε προσωπικής και πρωτοτύπου εμπνεύσεως αντιγράφει, και μάλιστα με καθόλου καλόν γούστον, σκηνάς από τας διαφόρους μουσικοχορευτικάς Αμερικανικάς ταινίας". Δεν ξέρω αν πρόκειται για το ίδιο άτομο που έγραψε και την κριτική του Μερικοί το προτιμούν κρύο την προηγούμενη χρονιά και είχε "θάψει" Ηλιόπουλο και Βλαχοπούλου, αλλά αυτή τη φορά έχουμε μια θετική εξέλιξη ως προς τη Ρένα, αφού "Εκ των ηθοποιών διακρίνονται η κ. Ρένα Βλαχοπούλου, η κ. Μάρθα Καραγιάννη και ο κ. Χρ. Νέγκας".

Φωτογραφία από το αρχείο της Φίνος Φιλμ

Τα καλύτερα λόγια για το πρωταγωνιστικό δίδυμο έγραψε ο Μάριος Πλωρίτης, ο οποίος όμως, αντίθετα από όλες/-ους τους άλλους, είναι πολύ συγκρατημένος για τη Ναθαναήλ (και ευτυχώς διαψεύστηκε): "Ευτυχώς υπάρχει ο ακατάσχετος Ντ. Ηλιόπουλος, με τα γνωστά αλλ' αποδοτικά 'τρυκ' του, ο Κ. Βουτσάς με το πληθωρικό κέφι του, και προπάντων η Ρένα Βλαχοπούλου με το χυμώδη σαρκασμό των πάντων, περιλαμβανομένου και του εαυτού της. Η Μ. Καραγιάννη κι η Χλ. Λιάσκου έχουν το τυπικό 'μπρίο' της ελληνικής κωμωδίας. Κι η Ε. Ναθαναήλ είναι μια πολύ νόστιμη κοπέλλα, για ακίνητες και προπάντων αμίλητες φωτογραφίες..." Για την ταινία γενικότερα συνοψίζει τις επιφυλάξεις που εξέφρασσαν και οι υπόλοιπες/-οι συνάδελφοί του:
Όλο και φουντώνουν τα ελληνικά "μιούζικαλς". Αυτό, μάλιστα, με τα ωραία χρώματά του είναι εξωτερικά 'διεθνούς επιπέδου', όπως λένε. Αλλά (τα αιώνια 'αλλά' της ελληνικής οθόνης) ενώ από την τεχνική άποψη η ταινία ευρωπαΐζει, σ' όλα τ' άλλα παραμένει κι αυτή... Βαλκάνια:
Το σενάριο έχει όλες τις απιθανοσυμβατικότητες της φαρσοκωμωδίας που στηρίζεται περισσότερο στα "αστειάκια" παρά στην κωμικότητα των καταστάσεων, η σκηνοθεσία είναι συχνά θεατρική (πόσες και πόσες φορές δεν παρατάσσει τα πρόσωπα κατά μέτωπο απέναντι στο φακό και τ' αφήνει να μιλάνε, να μιλάνε...) τα χορευτικά και τραγουδιστικά εμβόλιμα ξεφυτρώνουν σχεδόν πάντα αυθαίρετα και ξεκρέμαστα, το 'θεαματικό' μέρος είναι φτωχό (με τις επιθεωρησιακές σκάλες και τα μπαλλονάκια) και--το σπουδαιότερο--οι χορευτές είναι ελάχιστα χορευτές κι οι τραγουδιστές (εκτός από τη Ρ. Βλαχοπούλου) καθόλου τραγουδιστές. Αλλά χορός και τραγούδι είναι το Α και το Ω του μιούζικαλ κι εμείς προσπαθούμε να κάνουμε μιούζικαλ χωρίς τραγούδια και χορό (όσο "χαρούμενη" κι αν είναι η δουλειά του Μ. Πλέσσα και του Μ. Καστρινού) ήγουν σκορδαλιά χωρίς σκόρδο...
Μάριος Πλωρίτης
Ελευθερία, 16-1-1964


Στον Rena Fan δεν αρέσει το σκόρδο, αλλά αρέσουν τα μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη, με όλη την επιθεωρησιακή ατμόσφαιρα που διακρίνει το θεαματικό τους μέρος (είναι άλλωστε αυτή που τα κάνει να είναι ελληνικά και όχι απλές αντιγραφές του αμερικανικού μιούζικαλ) και, φυσικά, το ταλέντο και τη λάμψη της απαράμιλλης Ρένας Βλαχοπούλου. Και θα ευγνωμονεί πάντα τον σκηνοθέτη τους για την αθανασία που της χάρισε με αυτές τις ταινίες... 

Λίγο πριν το γύρισμα της αποθέωσης του Κάτι να καίει:
Ο Γιάννης Δαλιανίδης φροντίζει μια λεπτομέρεια του κοστουμιού της Έλενας Ναθαναήλ
υπό την... επίβλεψη της Χλόης Λιάσκου
και μια βοηθός του φροντίζει το κοστούμι της Μάρθας Καραγιάννη.
Η Ρένα Βλαχοπούλου άγνωστο πού κοιτάζει...