Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οπερέτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οπερέτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Μαρτίου 2021

Σαν σήμερα το 1943: Εκτάκτως "Ο κύριος Σεραφείμ" για τον Γεώργιο Δράμαλη

Στις 28 Μαρτίου 1943, στις 10.45 το πρωί, δόθηκε μια έκτακτη πρωινή παράσταση της οπερέτας του Θεόφραστου Σακελλαρίδη Ο κύριος Σεραφείμ προς τιμήν του μεγάλου πρωταγωνιστή Γεώργιου Δράμαλη. Στην παράσταση συμμετείχε, μεταξύ άλλων, η Ρένα Βλαχοπούλου.

Ο Γεώργιος Δράμαλης στα νιάτα του.
Φωτογραφία από ανάρτηση
του συλλέκτη Αντώνη Ευθυμίου στο Facebook

Ο κύριος Σεραφείμ είχε παιχτεί με μεγάλη επιτυχία νωρίτερα εκείνη τη σεζόν, για έναν μήνα, από τις 9 Ιανουαρίου ως τις 9 Φεβρουαρίου 1943, στο πλαίσιο των αναβιώσεων παλιών οπερετών του Σακελλαρίδη από τον θίασο των αδελφών Καλουτά-Μίμη Κοκκίνη-Κυριάκου Μαυρέα και τις επιχειρήσεις του κομμωτή Κώστα Χαμαράκη. Όπως έχουμε πει ξανά, εκείνη τη σεζόν οι παλιές οπερέτες του Σακελλαρίδη που παρουσίαζε ο συγκεκριμένος θίασος γνώριζαν μεγάλη επιτυχία, δημιουργώντας ελπίδες πως το είδος αυτό, που λίγο πριν τον πόλεμο έδινε την εντύπωση ότι θα χανόταν, θα εξακολουθούσε να προσελκύει το ενδιαφέρον του κοινού--ελπίδες που τελικά διαψεύστηκαν μεταπολεμικά. Οι κριτικές για τον Κύριο Σεραφείμ τόνιζαν ότι η επιτυχία του νέου ανεβάσματος (το έργο είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά το 1925 με μέτρια επιτυχία από τη Ροζαλία Νίκα και με θριαμβευτική επιτυχία λίγο αργότερα από τη Ζωζώ Νταλμάς και τον Μάνο Φιλιππίδη) οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στη φινέτσα της Μαρίας Καλουτά (η Άννα δεν έπαιζε σε αυτό το έργο) και στην ικανότητα των σπουδαίων κωμικών Μαυρέα και Κοκκίνη να δημιουργούν σπαρταριστούς τύπους. Εμφανίζονταν ακόμα ο δημοφιλής τενόρος Κώστας Μανιατάκης, η "διαρκώς προοδεύουσα νέα καλλιτέχνις Έλλη Κονδυλάκη" (ευνοούμενη του επιχειρηματία), η Λέλα Πατρικίου και το χορευτικό ζευγάρι Γιάννης Φλερύ-Λίντα Άλμα.

Οι θιασάρχες του θεάτρου Απόλλων: Μίμης Κοκκίνης,
Μαρία Καλουτά, Άννα Καλουτά,
Κυριάκος Μαυρέας και ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης
στη διαφήμιση της επιθεώρησης
Κιβωτός του Νώε
που ανέβηκε νωρίτερα τη σεζόν 1942-43 

Μετά τον Κύριο Σεραφείμ ο θίασος του θεάτρου Απόλλων παρουσίασε με εξίσου μεγάλη επιτυχία την καινούρια οπερέτα του Σακελλαρίδη Έγκλημα στα παρασκήνια, ένα σύγχρονο έργο απολύτως εναρμονισμένο με το μουσικό ύφος της τζαζ που χαλούσε κόσμο εκείνη τη σεζόν (με πρωθιέρεια τη Ρένα Βλαχοπούλου!). Εκτάκτως όμως το πρωί της 28ης Μαρτίου τα σκηνικά που φιλοτέχνησε ο Βακαλό για τον Κύριο Σεραφείμ στήθηκαν και πάλι στη σκηνή του Απόλλωνα για να δοθεί η έκτακτη αυτή πρωινή παράσταση τα έσοδα της οποίας θα δίνονταν στον παλιό πρωταγωνιστή Γεώργιο Δράμαλη. Ο Δράμαλης, με λαμπρό παρελθόν στο ελαφρό μουσικό θέατρο, είχε αναγκαστεί να τερματίσει την καριέρα του το 1937 λόγω της τύφλωσής του. Στα σχεδόν τριάντα χρόνια της σταδιοδρομίας του είχε συνεργαστεί αρχικά με τον θίασο οπερέτας του Γιάννη Παπαπαϊωάννου και αργότερα με τις/τους Έλσα Ένκελ, Σπύρο Πατρίκιο, Ζωζώ Νταλμάς, Μαρίκα Κρεβατά και Παρασκευά Οικονόμου. Κόρη του ήταν η πρωταγωνίστρια της επιθεώρησης και μετέπειτα εκφωνήτρια του ΕΙΡ (και για ένα διάστημα σύζυγος του Νίκου Σταυρίδη) Ξένη Δράμαλη. Ο Δράμαλης πέθανε το 1959.


Στην πρωινή παράσταση του Κυρίου Σεραφείμ συμμετείχαν εκτάκτως η Ρένα Βλαχοπούλου και το Τρίο Μουτσάτσος (Φώτης Πολυμέρης και Γιώργος και Χαραλάμπος Μαλλίδης). Προφανώς η έκτακτη αυτή σύμπραξη δεν σχετιζόταν με την οπερέτα του Σακελλαρίδη, αλλά ήταν μια ανεξάρτητη τραγουδιστική εμφάνιση (είτε πριν την οπερέτα είτε στο διάλειμμα) που λειτουργούσε ως ένας επιπλέον πόλος έλξης του κοινού (η Ρένα είχε μόλις στεφθεί Βασίλισσα της Τζαζ!...), ώστε να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο ο παλαίμαχος πρωταγωνιστής.  



Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2021

Σαν σήμερα το 1943: Έτσι είν' η ζωή

Στις 10 Φεβρουαρίου 1943 δόθηκε στο θέατρο Παπαϊωάννου η τελευταία παράσταση της μουσικής ηθογραφίας των Δημήτρη Ευαγγελίδη και Κώστα Γιαννίδη Έτσι είν' η ζωή. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την Πρωτοχρονιά από τον θίασο Πέτρου Κυριακού-Ορέστη Μακρή-Καίτης Βερώνη, με καλλιτεχνικό διευθυντή τον Άγγελο Μαυρόπουλο (σύζυγο της Καίτης Βερώνη), έκτακτη συμμετοχή του Γιάννη Πρινέα και "ειδική εμφάνιση" της Σοφίας Βερώνη (αδελφής της Καίτης). Η Σοφία κλήθηκε να αντικαταστήσει την Ηώ Παλαιολόγου, η οποία είχε διαφωνίες με τους θιασάρχες σχετικά με τον ρόλο που της ανατέθηκε και ζήτησε να απαλλαγεί από την υποχρέωση να εμφανιστεί στο συγκεκριμένο έργο του θιάσου. Η Σοφία Βερώνη εμφανιζόταν ήδη στο θέατρο Απόλλων που παρουσίαζε με μεγάλη επιτυχία αναβιώσεις παλιών οπερετών, αλλά αποδεσμεύτηκε από εκεί για να συμπράξει με τον θίασο της αδελφής της. Ρομαντζιέρα του θεάτρου Παπαϊωάννου ήταν η Ρένα Βλαχοπούλου, που όπως έχουμε πει πολλές φορές, εμφανιζόταν ταυτόχρονα και στις επιθεωρήσεις που παρουσιάζονταν στο θέατρο Πάνθεον.


Ο Σώτος Πετράς έγραψε στη Βραδυνή πως το Έτσι είν' η ζωή ήταν ένα έργο με αξιώσεις που θα μπορούσε να ανήκει και στο ρεπερτόριο των θιάσων πρόζας (άλλωστε, φαίνεται πως τα τραγούδια του Κώστα Γιαννίδη δεν ήταν τόσο πολλά όσο σε άλλες μουσικές ηθογραφίες και οπερέτες--το επισήμανε ο Αχιλλέας Μαμάκης στα Αθηναϊκά Νέα). Για τον Αχιλλέα Μαμάκη ήταν, απλώς, ένα "συμπαθητικό στο είδος του" έργο, ενώ ο Θ-ς επισήμανε στην Ακρόπολη πως ο Ευαγγελίδης πέτυχε τον διπλό στόχο "και η πλατεία να τέρπεται και η γαλαρία να ενθουσιάζεται"--όμως θεώρησε πως το έργο περιείχε κάποιους εκτός τόπου και χρόνου "λυρισμούς". Το Έτσι είν' η ζωή ήταν περισσότερο κωμωδία με εμβόλιμες συγκινητικές σκηνές παρά δράμα. Δεν στάθηκε δυνατό να εντοπίσω την υπόθεσή του, αλλά με βάση τα ρεπορτάζ καταλαβαίνω ότι εκτυλίσσεται σε μια πλακιώτικη αυλή (το καλόγουστο σκηνικό του Μάριου Αγγελόπουλου θύμιζε Εθνικό Θέατρο, έγραψε ο Αθανάσιος Σαράφης στον Πρωινό Τύπο) και βασικός ήρωας ήταν ο Πέτρος Κυριακός, που εμφανιζόταν πλέον στον ρόλο ενός ώριμου ερωτευμένου αγνού ανθρώπου του λαού, του Τάσου, που είναι πονεμένος γιατί η Ρίτα, η κοπέλα που αγαπά δεν τον θέλει (ρόλος με δραματική υφή χάρη στον οποίο ο Κυριακός συγκινούσε πραγματικά το κοινό). Την υποδύεται η Καίτη Βερώνη ("σε εξαιρετική φόρμα. Περίφημη ηθοποιία που θα την εζήλευαν και καλλιτέχνιδες της πρόζας και μπρίο εξαιρετικό"--αχ, αυτή η ανάγκη να συγκρίνονται πάντα οι ηθοποιοί του μουσικού θεάτρου με τις/τους ηθοποιούς της πρόζας) που προτιμά έναν νεότερο άντρα, τον Χάρη (Άγγελος Μαυρόπουλος). Αν και θιασάρχης, ο Ορέστης Μακρής εμφανιζόταν σε έναν δευτερεύοντα ρόλο, ως, φυσικά, μεθυσμένος Καράμπελας--δίνοντας έναν έντονο ηθογραφικό τόνο στο έργο. 

Ο Ορέστης Μακρής, η Καίτη Βερώνη και η Σοφία Βερώνη
στη μουσική ηθογραφία των
Ευαγγελίδη-Γιαννίδη Έτσι είν' η ζωή
στο θέατρο Παπαϊωάννου. Η σκηνογραφία είναι του Μάριου Αγγελόπουλου.
Πολύ σπάνια έχουμε την ευκαιρία να βλέπουμε φωτογραφίες από παραστάσεις 
της Κατοχής--ιδιαίτερα έργων του μουσικού θεάτρου.
Η συγκεκριμένη δημοσιεύτηκε στο βιβλίο
Τα τραγούδια του Κώστα Γιαννίδη
(εκδ. Φίλιππος Νάκας)


Ο Γιάννης Πρινέας εμφανιζόταν στον μπουφόνικο ρόλο του Παρασκευά, ενώ το γέλιο κέρδιζε και η καρατερίστα Πόπη Μέγγουλα ως Αφροδίτη--ειδικά σε έναν γυναικοκαβγά, στο τέλος της πρώτης εικόνας, με τη νεαρότερη Ρόζα (Δίτη Λίντα). Η Σοφία Βερώνη υποδυόταν την Έλλη, έναν ρόλο που της επέβαλε μια κάπως στομφώδη απαγγελία (άγνωστο γιατί), ενώ εμφανίζονταν και οι δύο κόρες του Πέτρου Κυριακού, επιβεβαιώνοντας τους καλούς οιωνούς της πρώτης τους εμφάνισης (στο προηγούμενο έργο του θιάσου, τα Αθηναϊκά μοτίβα) για τη συνεχή εξέλιξή τους. Στην παράσταση εμφανιζόταν ακόμα ο Απόλλων Γαβριηλίδης (υπεύθυνος και για τις χορογραφίες του έργου) στον μπριλάντε ρόλο του Χρηστάκη Μποροβίνου καθώς και οι ηθοποιοί Μίστος Χαντάς και Μπαλαδήμας. 

Ο Πέτρος Κυριακός με τις κόρες του Κατερίνα και Ρίτσα
Οι τρεις του εκτελούσαν ένα τραγούδι του Γιαννίδη
στο
Έτσι είν' η ζωή ξεσηκώνοντας θύελλα χειροκροτημάτων
Φωτογραφία:
Καλλιτεχνικός Κόσμος

Στην επιτυχία του Έτσι είν' η ζωή, πάντως, συνέβαλε σε μέγιστο βαθμό η μουσική του Γιαννίδη που, σύμφωνα με τον Σαράφη, έγραψε "τραγούδια με πολύ αίσθημα και άψογα τεχνικώς"  (αν και ο Θ-ς του Πρωινού Τύπου, που χαρακτήρισε τη μουσική όπως πάντα "ετοιμοπαράδοτη προς εκλαΐκευσιν", αναγνώρισε επιρροές από τον Εντουάρντο Μπιάνκο). Η πρώτη από τις τρεις εικόνες του έργου χαρακτηρίστηκε "αρτιωτάτη", ενώ στη συνέχεια η πολυπλοκότητα του μύθου και μια χαλάρωση της δομής ζημίωναν κάπως το έργο. 


Η Σοφία Βερώνη σε προπολεμικό ανέβασμα
της οπερέτας
Η κοντέσσα του χορού.
Φωτογραφία από το βιβλίο του Αρτέμη Μάτσα
Μεγάλες Θεατρικές Οικογένειες
(εκδ. Πιτσιλός, 1978)

Ωστόσο, η παράσταση, που σκηνοθέτησε ο ίδιος ο Ευαγγελίδης, είχε δυο πρωτοτυπίες που τονίστηκαν από όλες τις εφημερίδες. Πρώτον, υπήρχε ένας κινηματογραφικός πρόλογος που κατατόπιζε τον  θεατή ("κινηματοληψία: Κ. Κάρπου" έγραφαν οι διαφημίσεις--διόλου ευκαταφρόνητη καινοτομία για τις δυσκολίες της Κατοχής...). Δεν εμφανίζονταν ηθοποιοί σε αυτόν. Σε μια οθόνη που κατέβαινε μπροστά από την αυλαία οι θεατές έβλεπαν τον τίτλο του έργου, τη διανομή και, μετά, το πρώτο χειρόγραφο του έργου που περιλάμβανε την αρχή του μύθου: "ενώνεται δε μία φράσις του χειρογράφου της οθόνης με την σκηνήν όπου επαναλαμβάνεται η ίδια φράσις, σταματά η προβολή της ταινίας και αρχίζει η εκτύλιξις της δράσεως του έργου" (Αθηναϊκά Νέα, 31-12-1942). Η δεύτερη πρωτοτυπία αφορούσε τη ρομαντζιέρα του θιάσου, τη Ρένα Βλαχοπούλου, η οποία στο τέλος της πρώτης εικόνας εμφανιζόταν μπροστά από την αυλαία και τραγουδούσε δυο "ωραιότατα", κατά τον Αθανάσιο Σαράφη, τραγούδια που είχαν ήδη τραγουδηθεί από τις/τους ηθοποιούς νωρίτερα: το "Έτσι είν' η ζωή" και το "Μια γυναίκα θερμή". Η ερμηνεία της μοναδικής Ρένας Βλαχοπούλου ξεκούραζε το κοινό, έγραψε ο Σώτος Πετράς, ενώ ο Θ-ς στην Ακρόπολη έγραψε ότι στο μπιζάρισμα των τραγουδιών της "πολλούς σαματάδες εγείρει κάθε βράδυ η φλογερά γαλαρία"...

Ακροστιχίδα του 1943, καθώς το Έτσι ειν' η ζωή
ήταν ο πρωτοχρονιάτικος μπουναμάς
του θεάτρου Παπαωϊάννου στο αθηναϊκό κοινό.
Στο 4 διαβάζουμε ότι η Ρένα Βλαχοπούλου θα εκτελεί
τέσσερα τραγούδια...
Διαφήμιση από τη
Βραδυνή

Πάντως οι διαφημίσεις πριν την πρεμιέρα του έργου ανέφεραν ότι η Ρένα θα τραγουδούσε δύο ακόμα τραγούδια, το "Λίγη αγάπη" και το "Το μικρό κουκλί". Πιθανώς υπήρχε η σκέψη να τα τραγουδήσει μεταξύ δεύτερης και τρίτης εικόνας, αλλά αυτό μάλλον δεν θα ήταν δυνατό λόγω των παράλληλων εμφανίσεών της στο θέατρο Πάνθεον. 

Πορτρέτο της Καίτης Βερώνη
που δημοσιεύτηκε στον
Καλλιτεχνικό Κόσμο
το καλοκαίρι του 1944

Το Έτσι είν' η ζωή παίχτηκε για 41 βραδιές, πολύ καλή επίδοση για έργο της Κατοχής. Έδωσε τη θέση του στην επιθεώρηση Η προπολεμική. Στην επιθεώρηση αυτή η Ρένα Βλαχοπούλου αντικαταστάθηκε, δεν είναι ξεκάθαρο πότε ακριβώς, από την Κάκια Μένδρη (ενώ συνέχισε κανονικά τις εμφανίσεις της στο θέατρο Πάνθεον). Η σπουδαία Μένδρη φαίνεται ότι τραγουδούσε και το "Έτσι είν' η ζωή", που συνέχισε να το τραγουδά και το καλοκαίρι του 1943 σε βαριετέ. Το γεγονός αυτό, καθώς και το εξώφυλλο της παρτιτούρας του τραγουδιού που έχει τη φωτογραφία της, έχει κάνει πολλές/πολλούς να θεωρήσουν ότι εκείνη ήταν η πρώτη ερμηνεύτρια του τραγουδιού. Ωστόσο αυτή την "πρωτιά" πρέπει να την αποδώσουμε στη Ρένα Βλαχοπούλου--ή για να είμαστε ακόμα πιο ακριβείς στις αδελφές Βερώνη που το ερμήνευαν νωρίτερα στο έργο (δεν είναι ξεκάθαρο όμως αν το τραγουδούσαν μόνες ή αν ήταν το "ανσάμπλ" του έργου...).

Η παρτιτούρα του τραγουδιού "Έτσι είν' η ζωή"
με τη φωτογραφία της Κάκιας Μένδρη.
Το τραγούδι είχε την τύχη των περισσότερων κατοχικών
τραγουδιών: δεν ηχογραφήθηκε στις 78 στροφές
όταν άνοιξε το εργοστάσιο δίσκων μετά τον πόλεμο.
Η Κάκια Μένδρη τραγούδησε ένα κουπλέ κι ένα ρεφρέν
σε έναν διαφημιστικό δίσκο της Columbia 
σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα.
Στις 33 στροφές το τραγούδησαν η Μαργαρίτα Ζορμπαλά
και η Μαρινέλλα. Σε τηλεοπτικές εκπομπές του Γιώργου Παπαστεφάνου
η Κάκια Μένδρη και η Δήμητρα Γαλάνη.
Σε ραδιοφωνική εκπομπή του Γιώργου Τσάμπρα
η Άννα Παναγιωτοπούλου, η οποία το θύμισε πρόσφατα (2006)
στο κοινό μέσα από τη θεατρική διασκευή
του έργου του Αλέκου Σακελλάριου 
Η θεία από το Σικάγο 
έπειτα από εισήγηση του μουσικού επιμελητή
της παράστασης Σιδερή Πρίντεζη.
Και βέβαια, ακόμα πιο πρόσφατα, μας το θύμισε
η Εθνική Λυρική Σκηνή στην παράσταση
Το μικρόβιο του έρωτα 

Οπότε τιμητικά και δικαιωματικά, θα πρότεινα να ακούσουμε το ρεφρέν από τις αδελφές Βερώνη, όπως το τραγούδησαν στην εκπομπή του Αρτέμη Μάτσα Τα φώτα της ράμπας δεν σβήνουν ποτέ στις αρχές του 1989, με τη συνοδεία του Μενέλαου Θεοφανίδη (συζύγου της Σοφίας Βερώνη) στο πιάνο:


Ενώ στο παρακάτω βίντεο "ένωσα" την τελευταία φορά που ακούμε τη Ρένα Βλαχοπούλου να τραγουδά, έστω ακαπέλα: στον Πρωινό καφέ του ΑΝΤ1 που την επισκέφτηκε στο σπίτι της για μια ακόμα συνέντευξη τον Ιανουάριο του 1999. Στο συγκινητικό αυτό στιγμιότυπο η Ρένα τραγουδάει το ρεφρέν στην Ελένη Μενεγάκη. Αμέσως μετά, ακούμε το υπέροχο αυτό τραγούδι από τη Δήμητρα Γαλάνη από την εκπομπή του Γιώργου Παπαστεφάνου Οι παλιοί μας φίλοι (το αφιέρωμα στον Κώστα Γιαννίδη--βλέπουμε και τον ίδιο να μιλάει στο τέλος του βίντεο...). Τα όμορφα, ανθρώπινα λόγια του τραγουδιού έχουν, νομίζω, ιδιαίτερη σημασία αν σκεφτεί κανείς ότι γράφτηκαν στην καρδιά της Κατοχής, με τον θάνατο να απειλεί τον κόσμο που παρόλα αυτά γέμιζε τις σάλες των θεάτρων... 


Η μουσική ηθογραφία Έτσι είν' η ζωή των Ευαγγελίδη-Γιαννίδη παίχτηκε ξανά σε τουρνέ, στα χρόνια του '40, από τον θίασο του Πέτρου Κυριακού. Ο Ορέστης Μακρής την παρουσίασε ξανά στην Αθήνα στο τέλος της δεκαετίας του '40 και στον Πειραιά στις αρχές της δεκαετίας του '50. Ελπίζω σε κάποιο αρχείο να βρίσκονται το κείμενο και ολόκληρη η μουσική του έργου...


Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

Σαν σήμερα το 1955: Υπερκόπωση...

Στις 3 Φεβρουαρίου 1955 η Ρένα Βλαχοπούλου δεν έπαιξε στη μουσική κωμωδία Ραντεβού στο καμπαρέ στο θέατρο Κυβέλης λόγω υπερκόπωσης. Η νέα βεντέτα του ελαφρού μουσικού θεάτρου ζήτησε από τους συνεργάτες/τις συνεργάτιδές της στον εταιρικό θίασο των Ηνωμένων Καλλιτεχνών (και τον διαχειριστή του θιάσου Τζων Αρνίδη) να απέχει από τις παραστάσεις της τελευταίας εβδομάδας για να είναι έτοιμη ενόψει της πρεμιέρας του τρίτου έργου της σεζόν που θα δινόταν στις 9 Φεβρουαρίου (η επιθεώρηση Ομόνοια Πλας). 

Ο Κώστας Μανιατάκης, η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Μενέλαος Θεοφανίδης
στις πρόβες της οπερέτας/μουσικής κωμωδίας
Ραντεβού στο καμπαρέ
στο θέατρο Κυβέλης τον Δεκέμβριο του 1954

Το Ραντεβού στο καμπαρέ ήταν η πρώτη μουσική κωμωδία στην οποία πρωταγωνίστησε η Ρένα Βλαχοπούλου. Αν και στις διάφορες αφηγήσεις του ο δημιουργός της, ο Μενέλαος Θεοφανίδης την αναφέρει ως οπερέτα, εκείνη τη σεζόν που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα διαφημίστηκε ως μουσική κωμωδία, πιθανότατα λόγω της επιτυχίας που είχε σημειώσει το είδος της μουσικής κωμωδίας στη δεκαετία του '40, κυρίως στην Κατοχή, αλλά και στο τέλος της δεκαετίας όταν ανέβηκε στο θέατρο Κοτοπούλη (Ρεξ) το Μ' αγαπά, δεν μ' αγαπά με τις αδελφές Άννα και Μαρία Καλουτά. Άλλωστε ο θίασος του θεάτρου Κοτοπούλη ήταν αυτός που καθιέρωσε τις μουσικές κωμωδίες μέσα στην Κατοχή (αρχικά με τον Δημήτρη Χορν, τον Δημήτρη Μυράτ και τη Νανά Σκιαδά στους πρώτους ρόλους). Οι αδελφές Καλουτά προσπάθησαν να κρατήσουν ζωντανό το είδος και στις αρχές της δεκαετίας του '50 (και οι επιχειρήσεις του Μπουρνέλλη έκαναν επίσης μια απόπειρα), αλλά η Σπεράντζα Βρανά, που ανήκε επίσης στον θίασο των Ηνωμένων Καλλιτεχνών, διηγείται στο βιβλίο της Τα μπουλούκια, το θέατρο κι εγώ ότι το είδος μάλλον δεν ήταν τόσο δημοφιλές πλέον, οπότε ο θίασος αναγκάστηκε να επισπεύσει το ανέβασμα του τρίτου έργου.

Διαφήμιση της πρεμιέρας του έργου

Το Ραντεβού στο καμπαρέ ήταν διασκευή στα καθ' ημάς της οπερέτας Η αγνή Σουζάνα (Die Keutsche Susanne) του Jean Gilbert. Το έργο παίχτηκε για πρώτη φορά σε περιοδεία, αν δεν κάνω λάθος, στην Αίγυπτο όπου γυρίστηκε και σε ταινία με τον τίτλο Νύχτες στην Αθήνα (προβλήθηκε στις αρχές του 1954). Πρωταγωνιστούσαν η Καλή Καλό, ο Κώστας Χατζηχρήστος, ο Κούλης Στολίγκας, ο Κώστας Μανιατάκης, η Σοφία Βερώνη, η Ρένα Στρατηγού, η Στέλλα Στρατηγού και η Μαίρη Νικολαΐδου. Η σκηνοθεσία της ταινίας ήταν του Χρήστου Σπέντζου. Σώζεται μια πολύ κακή κόπια της που σαφώς δεν μπορεί να είναι αντιπροσωπευτική της αξίας του θεατρικού έργου (άλλωστε υπάρχουν μόνο τέσσερα τραγούδια που σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν αρκετά για να χαρακτηριστεί ένα έργο οπερέτα ή έστω μουσική κωμωδία). Η κόπια αυτή προέρχεται από μεταγενέστερη προβολή της ταινίας και έχει τον τίτλο Καθυστερημένος τον έρωτα (δεν υπάρχουν καν ολόκληροι οι τίτλοι και έτσι είναι δύσκολο να αναφέρουμε όλους τους συντελεστές της, αλλά καταλαβαίνουμε ότι η εταιρία προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την αυξημένη δημοτικότητα του Χατζηχρήστου). Οι περισσότερες/-οι ηθοποιοί της ταινίας καλούνταν τώρα να επαναλάβουν τους ρόλους τους στην παράσταση του θεάτρου Κυβέλης.

Η υπόθεση του Ραντεβού στο καμπαρέ επικεντρώνεται στις ερωτικές αταξίες μιας ολόκληρης οικογένειας που αν και παρουσιάζεται ως υπόδειγμα ηθικής, ο πατέρας (Στολίγκας), ο γιος (Χατζηχρήστος), η κόρη (Βρανά) και ο γαμπρός (Μανιατάκης) βρίσκονται να γλεντούν στο καμπαρέ μαζί με κυρίες που απατούν τους συζύγους τους (Βλαχοπούλου, Βερώνη) και αρτίστες (Άννυ Μπωλ, Λιάνα Ορφανού, Ελένη Αμόρη). Οι μόνοι που παραμένουν πιστοί στα ταίρια τους είναι η μητέρα της οικογένειας (Μαρίκα Κρεβατά) και ο σύζυγος της Βερώνη (Γιάννης Ιωαννίδης). Ο νεαρός Χατζηχρήστος που θεωρείται "καθυστερημένος στον έρωτα" θα μυηθεί στα μυστικά του από τη μοιραία, παντρεμένη, κυρία Αφροδίτη--στην ταινία η Καλή Καλό, στο θέατρο Κυβέλης η Ρένα Βλαχοπούλου!... Δεν έχω εντοπίσει, ως τώρα, κριτικές για το έργο, πάντως τα θεατρικά ρεπορτάζ γράφουν ότι μεγάλο μέρος της επιτυχίας της παράστασης οφείλεται στην ερμηνεία της καινούριας βεντέτας του μουσικού θεάτρου Ρένας Βλαχοπούλου που εμφανίζεται πρώτη φορά σε κωμωδία... Στο έργο έπαιζαν ακόμα ο Γιώργος Γαβριηλίδης, ο Κώστας Δούκας, η Πόπη Άλβα, ο Τάκης Χριστοφορίδης και ο Ευάγγελος Σάκαινας και χόρευαν η Λίντα Άλμα με τον Γιάννη Φλερύ.

Η Αφροδίτη (Ρένα Βλαχοπούλου)
που αναλαμβάνει να μυήσει στον έρωτα
τον Κωστάκη (Χατζηχρήστο)
εν αγνοία του συζύγου της φυσικά...

Όταν η Ρένα ζήτησε να ξεκουραστεί, την αντικατέστησε στον ρόλο της Αφροδίτης η Σπεράντζα Βρανά, της οποίας τον ρόλο έπαιξε η Λιάνα Ορφανού. Πάντως, αν και η Ρένα ζήτησε να απέχει από τις παραστάσεις ολόκληρη την τελευταία εβδομάδα, επανήλθε τελικά στις τέσσερις τελευταίες παραστάσεις του Σαββατοκύριακου, 5 και 6 Φεβρουαρίου 1955... 


Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2020

Σαν σήμερα το 1941: Δουλειές με φούντες

Στις 13 Δεκεμβρίου 1941 η εφημερίδα Βραδυνή δημοσίευσε μια κριτική για τη ρεβύ-οπερέτα Δουλειές με φούντες, που έγραψαν ο Γιώργος Θίσβιος και ο Γιάννης Προκόπης σε μουσική του Γιώργου Βιτάλη. Η πρεμιέρα της είχε δοθεί από τον θίασο του Παρασκευά Οικονόμου την προηγούμενη μέρα. Στη δεύτερη πράξη της οπερέτας αυτής εμφανιζόταν και η τραγουδίστρια Ρένα Βλαχοπούλου.

Η χθεσινή πρώτη
ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΜΕ ΦΟΥΝΤΕΣ
Στην "Αλάμπρα"
Η οπερέτα "Δουλειές με φούντες", που παίχθηκε χθες εις την "Αλάμπρα" από τον θίασον Οικονόμου, είνε διασκευή ενός παλαιού έργου του Σαν Μπερνάρ, που είχε παιχθή και στον κινηματογράφο από τον Μωρίς Σεβαλιέ. Είνε ένα εξυπνότατο εργάκι, γεμάτο σπαρταριστά επεισόδια, που κρατεί το ενδιαφέρον του θεατού έως το τέλος της 3ης πράξεως και αποτελεί ένα πολύ διασκεδαστικό θέαμα.
Εις το νέο αυτό έργο ο κ. Παρασκευάς Οικονόμου, μοναδικός αρτίστας της οπερέττας, σε ένα καθαρώς οπερεττικό ρόλο--κυρίως στη δεύτερη πράξι--είνε στο στοιχείο του και εχειροκροτήθη με ενθουσιασμό, προσθέσας ούτω μία ακόμη επιτυχίαν εις τας τόσας προηγουμένας του.
Η νεαρά ηθοποιός Κίττυ Άλμα, προοδεύουσα συνεχώς, εκράτησε αρκετά ικανοποιητικά τον ρόλο της Αννούλας, πρωταγωνιστρίας του έργου, η δε δις Δώρα Πρασίνου, η οποία εξελίσσεται εις μίαν από τις καλλίτερες χορεύτριες της ελληνικής σκηνής, είχε μίαν εξαιρετικήν εμφάνισιν, όπως και η Φωφώ Λουκά, η οποία δεν έπαυσε να διατηρή το "μπριόζικο" παίξιμό της. Καλοί ακόμη εις τους ρόλους των οι κ.κ. Ε. Χέλμης, Σπαρίδης και Χρυσοχόος. Τέλος ήρεσε πάρα πολύ ένα ανέκδοτο τραγούδι του Κ. Κοφινιώτη, που ετραγούδησε η δις Ρένα Βλαχοπούλου. Η συμπαθής μουσική του μαέστρου κ. Βιτάλη, με τα σπάνια "μοτίβα" της, συμπληρώνει την επιτυχίαν του έργου.
(Γιάννης) Φ(ερμάνογλου)
Βραδυνή, 13-12-1941

Οι Δουλειές με φούντες ήταν το δεύτερο έργο που ανέβασε ο θίασος του Παρασκευά Οικονόμου τη σεζόν 1941-42. Ο δημοφιλής πρωταγωνιστής της οπερέτας στάθηκε πολύ άτυχος όμως. Ο θίασος ξεκίνησε τις παραστάσεις του στις 2 Νοεμβρίου με την οπερέττα του Δημήτρη Γιαννουκάκη Η δασκάλα του χωριού σε μουσική του Γιώργου Μυρογιάννη. Ωστόσο, ο πρώτος, ο πιο φριχτός κατοχικός χειμιώνας είχε ήδη αρχίσει. Η δραματική έλλειψη τροφίμων, η έξαρση της μαύρης αγοράς και φυσικά ο λιμός ήταν πλήγμα για τα θέατρα εκείνης της περιόδου. Τον Δεκέμβριο τα πράγματα χειροτέρευσαν ακόμα περισσότερο με το πολικό ψύχος που χτύπησε την Αθήνα, τη μεγάλη αναστάτωση στις συγκοινωνίες (τα λιγοστά τραμ σταματούσαν τα δρομολόγιά τους νωρίς το απόγευμα) και τις διακοπές του ηλεκτρικού ρεύματος (που ανάγκαζε κάποια θέατρα να μη δίνουν παραστάσεις). Κάποια θέατρα κατάφεραν να δουλέψουν, κάποια άλλα όμως όχι--και ανάμεσά τους το θέατρο Αλάμπρα. Η Δασκάλα του χωριού (η οποία αποτελεί τη βάση της ταινίας Διαγωγή μηδέν με την Έλλη Λαμπέτη, τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και τον Ντίνο Ηλιόπουλο που γυρίστηκε λίγα χρόνια αργότερα) "άντεξε" περίπου τρεις εβδομάδες. Ο θίασος έδωσε λίγες παραστάσεις στο Παλλάς Πειραιώς και στη συνέχεια επέστρεψε στη βάση του για να ετοιμάσει το δεύτερο έργο.

Για τις Δουλειές με φούντες ο θίασος ενισχύθηκε με την έκτακτη συμμετοχή δύο δημοφιλών κωμικών, του Γιάννη Σπαρίδη και της Φωφώς Λουκά και μιας νεαρής τραγουδίστριας που είχε μόλις την προηγούμενη χρονιά συστηθεί στο αθηναϊκό κοινό, της Ρένας Βλαχοπούλου. Η εμφάνιση των τριών καλλιτεχνών διαφημίστηκε τόσο πριν όσο και μετά την πρεμιέρα με μια διαφήμιση που περιείχε πολύ πετυχημένα σκίτσα τους, καθώς και σκίτσο του θιασάρχη Παρασκευά Οικονόμου.

Βραδυνή, 19-12-1941

Εκτός από τη θετική κριτική του Φ(ερμάνογλου) στη Βραδυνή, δημοσιεύτηκε άλλη μια, ανυπόγραφη (συνηθιζόταν αυτό για τις παραστάσεις του ελαφρού μουσικού θεάτρου), στην Ακρόπολη στις 16 Δεκεμβρίου. Ο συντάκτης μας έδωσε τη βασική γραμμή της υπόθεσης: μια νεαρή κοπέλα έχει συγκεκριμένες "βλέψεις" για τον έρωτα και πολιορκείται από δύο νεαρούς. Αρχικά διαλέγει τον πλούσιο που ικανοποιεί τις βλέψεις της, ωστόσο μετά από κωμικά επεισόδια, η κοπέλα θα διαλέξει τον άλλο νεαρό, τον φτωχό (που όμως φαίνεται πως στο τέλος γίνεται πλούσιος χάρη σε μια κληρονομιά). Στη δεύτερη πράξη του έργου η δράση μεταφέρεται σε ένα καμπαρέ όπου εκτελούνται διάφορα νούμερα (ανάμεσά τους και το τραγούδι που ερμήνευε η Ρένα Βλαχοπούλου)--για αυτόν τον λόγο, άλλωστε, χαρακτηρίστηκε το έργο "ρεβύ-οπερέτα" (είδος που είχε γνωρίσει μεγάλη άνθηση στα χρόνια του μεσοπολέμου).

Ο συντάκτης της Ακρόπολης σημειώνει πως ο θίασος καταβάλλει όλες του τις προσπάθειες για να περάσει ο θεατής ένα ευχάριστο δίωρο. Ξεχωρίζει την Κίττυ Αρσένη, που υποδύεται τη νεαρή κοπέλα "κατά τρόπον που θα τον εζήλευον πολλές παληότερες συνάδελφοί της",  και την μπριόζα Φωφώ Λουκά καθώς επίσης και το χορευτικό του Άγγελου Γριμάνη με τη Δώρα Πρασίνου. Η Δώρα Πρασίνου ήταν μια καινούρια σουμπρέτα που η επιχείρηση του θεάτρου προσπάθησε να προβάλει δημοσιεύοντας τη φωτογραφία της στις διαφημίσεις του πρώτου έργου. Ειδικά για το χορευτικό του Γριμάνη και της Πρασίνου, η Βραδυνή έγραψε λίγες μέρες μετά την πρεμιέρα ότι αποτελεί μια "εξαιρετική δημιουργία, (...) καθαρά θεατρική εργασία και δεν συγκρίνεται με τας εμφανίσεις των καμπαρέ".


Ο συντάκτης της Ακρόπολης έκρινε πως το έργο "δεν στερείται πρωτοτυπίας και δροσιάς" και η μουσική του Βιτάλη είναι "εξαιρετικώς ευχάριστος". Εντελώς διαφορετική άποψη όμως εξέφρασε ο συντάκτης του Πρωινού Τύπου Αθ(ανάσιος) Σ(αράφης) στη δική του κριτική:

ΕΙΣ ΤΗΝ "ΑΛΑΜΠΡΑΝ"
ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΜΕ ΦΟΥΝΤΕΣ
ΘΙΑΣΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Ο θίασος της Αλάμπρας έχει φαίνεται τρομεράν ατυχίαν. Εις το πρώτον έργον της ενάρξεως ενεφάνισε μία πριμαντόνταν και μία σουμπρέταν [σημείωση του Rena Fan: η Κατερίνα Λαγού και η Δώρα Πρασίνου αντίστοιχα] την μίαν χειροτέραν από την άλλην, αι οποίαι, παρ' όλην την διαφημιστικήν προσπάθειαν της επιχειρήσεως, δεν κατώρθωσαν να σταθούν. Και το έργον έπεσεν.
Τώρα εις το νέον έργον δεν υπάρχουν βέβαια τρομερές πρωταγωνίστριες, αλλ' αυτό τούτο το έργον είναι τρομερόν. Ένα συνονθύλευμα όλων των από καταβολής ελληνικών θεάτρων παιχθεισών ηθογραφιών, με τετριμμένην και αφελεστάτην υπόθεσιν και αντιγεγραμμένους πιστότατα όλους τους κλασικούς πλέον τύπους της ελληνικής ηθογραφίας. Ο πτωχός νέος που κληρονομεί αιφνιδίως εκατομμύρια, η ερωτομανής γεροντοκόρη, ο σχολαστικός καθηγητής με την υπερκαθαρεύουσαν κλπ. κλπ. Ακόμα και τα τραγούδια είναι ξεκάρφωτα εις τρόπον ώστε να διερωτάται ο θεατής τι λόγον έχουν μέσα εις το "έργον". Τα σκηνικά προχειρότατα, συντελούν και αυτά εις την θλιβεράν εντύπωσιν.
Ο θίασος Οικονόμου, ο οποίος περιλαμβάνει ομολογουμένως αρκετούς καλούς και ευσυνειδήτους ηθοποιούς, καταβάλλει κάθε προσπάθειαν διά να σώση την κατάστασιν. Αλλά ματαίως.
Αθ(ανάσιος) Σ(αράφης)
Πρωινός Τύπος, 16-12-1941
-
Και έτσι, παρά την πεποίθηση του κριτικού της Ακρόπολης πως "Το συμπαθητικό πάντως αυτό έργο πρέπει να κρατήση για πολύ καιρό το πρόγραμμα της 'Αλάμπρας'", και αυτό το έργο "έπεσε". Δεν έχει σταθεί δυνατό να διαπιστώσω πότε ολοκληρώθηκαν οι παραστάσεις του. Τον Γενάρη του '42, λόγω της έλλειψης χαρτιού, οι εφημερίδες δεν εκδίδονταν κάθε μέρα, και οι Δουλειές με φούντες άλλοτε αναφέρονται στη στήλη θεαμάτων και άλλοτε όχι. Το σίγουρο είναι ότι τον Φλεβάρη στο θέατρο Αλάμπρα παρουσιαζόταν θέαμα βαριετέ με επικεφαλής τον Ορέστη Λάσκο--και ανάμεσα στις/στους καλλιτέχνιδες/-νες που συμμετείχαν ήταν και η Ρένα Βλαχοπούλου.

Δεν γνωρίζω πολλά για τη συνέχεια της σταδιοδρομίας της Δώρας Πρασίνου, πέρα από το ότι γράφτηκε στο ΣΕΗ τον Νοέμβριο του 1942 σε ηλικία 20 χρόνων--πληροφορία από λεξικό των Ελλήνων Ηθοποιών του Θεόδωρου Έξαρχου. Επίσης διαβάσαμε για αυτήν ότι στις 31 Δεκεμβρίου 1941 οργάνωσε "κατ' οίκον" μια γιορτή "σε στενό καλλιτεχνικό κύκλο" με επικεφαλής τον θιασάρχη της Παρασκευά Οικονόμου για την κοπή "καλλιτεχνικής βασιλόπιτας".

Αξίζει να προσθέσουμε, για την ιστορία, ότι στο θιασαρχικό εκείνο εγχείρημα του Παρασκευά Οικονόμου συμμετείχαν επίσης η δημοφιλέστατη χορεύτρια Μπέλλα Σμάρω (που είχε στηρίξει τη Ρένα Βλαχοπούλου στα πρώτα της βήματα), η Πόπη Άλβα (επίσης φίλη και συνεργάτιδα της Ρένας στα μεταπολεμικά χρόνια και στις ταινίες του Φίνου), καθώς και οι Πόπη Μέγκουλα, Μαίρη Κοκκινοπούλου, Νώντας Χέλμης, Αριστείδης Χρυσοχόος, Ιωάννης Διανέλλος, Αχιλλεύς Μπλαζουδάκης, Νίκος Θηβαίος, Ι. Κανελλόπουλος, Γ. Οικονομίδης, Ν. Κουζούλης, Δ. Αϊβαλιώτης και 10μελές μπαλέτο. Ένα από τα τελευταία μπαλέτα που είδε η κατοχική Αθήνα για δύο περίπου χρόνια--αφού η πρώτη οικονομία που αποφάσισαν να κάνουν οι θεατρικοί επιχειρηματίες είχε θύματα τις χορεύτριες και τους χορευτές. Τα σκηνικά υπέγραφε ο Μελέτιος Γκοργκάκης και "ρεζισέρ" ήταν ο θιασάρχης. Μαζί με την 14μελή ορχήστρα και τους τεχνικούς, το συγκρότημα αριθμούσε σχεδόν 50 μέλη... Εξαιρετικά ριψοκίνδυνο εγχείρημα για την περίοδο της Κατοχής...

Παρασκευάς Οικονόμου
Από το βιογραφικό λεξικό του Θεόδωρου Έξαρχου
Έλληνες Ηθοποιοί "Αναζητώντας τις ρίζες"
Έτος γέννησης από 1900 μέχρι 1925
Τόμος δεύτερος (Ν-Ω)
(εκδ. Δωδώνη, 1996)

Ο Παρασκευάς Οικονόμου ίσως να αντιλήφθηκε ότι η οπερέτα βάδιζε οριστικά προς τη δύση της στην Αθήνα και αποφάσισε να μετακομίσει την επόμενη σεζόν στη Θεσσαλονίκη όπου παρέμεινε για όλη τη διάρκεια της Κατοχής (και έτσι δεν συμμετείχε στις επιτυχείς προσπάθειες αναζωπύρωσης του είδους που πραγματοποιήθηκαν στα αθηναϊκά θέατρα--από την άνοιξη του '42, άλλωστε, το αθηναϊκό θέατρο, μουσικό και πρόζας, γνώρισε μεγάλες δόξες). Μετά τον πόλεμο, όταν ήταν πια επιβεβαιωμένο ότι η παλιά οπερέτα που εκείνος υπηρέτησε πιστά δεν αφορούσε πλέον το αθηναϊκό κοινό, συνέχισε να περιοδεύει στην επαρχία, άλλοτε ως θιασάρχης (όχι πάντα με επιτυχία) και άλλοτε ως καλλιτεχνικός διευθυντής άλλων θιάσων (πχ του θιάσου της Σπεράντζας Βρανά τη σεζόν 1958-59). Πέθανε το 1987 σε ηλικία 87 ετών.






Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

Σαν σήμερα το 1940: Άδεια ασκήσεως επαγγέλματος

Στις 22 Οκτωβρίου 1940 διαβάζουμε στη θεατρική στήλη των Αθηναϊκών Νέων:
--Αύριον αναχωρεί δια Θεσσαλονίκην το συγκρότημα των αδελφών Καλουτά, εις το οποίον προσελήφθη και η νέα ντιζέζ δις Ρένα Κοτοπούλου.
--Υπό της αρμοδίας επιτροπής εχορηγήθησαν χθες προσωριναί άδειαι εις την ντιζέζ δ. Ρένα Βλαχοπούλου, εις την χορεύτρια δ. Φαλτσένγκο, εις την χορωδόν Καίτη Καρασταμάτη και εις τον χορευτήν κ. Σπύρον Νικήταν.
Έχω βάσιμους λόγους να πιστεύω ότι και η πρώτη είδηση αφορά τη Ρένα Βλαχοπούλου και όχι τη Ρένα Κοτοπούλου, καθώς στον θίασο των αδελφών Καλουτά που ξεκίνησε παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη στις 25 Οκτωβρίου του 1940 ανήκε η Βλαχοπούλου και όχι η Κοτοπούλου. Άλλωστε αυτός ήταν προφανώς ο λόγος για τον οποίο η Ρένα Βλαχοπούλου έπρεπε να πάρει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος--μέχρι τότε εμφανιζόταν μόνο σε βαριετέ και θερινούς κινηματογράφους, ενώ στο Παλλάς της Θεσσαλονίκης επρόκειτο να εμφανιστεί, ως τραγουδίστρια πάντα, σε επιθεώρηση. Σχετικά με τις εξετάσεις που θα της επέτρεπαν να πάρει την απαραίτητη άδεια είχαν γράψει τα Αθηναϊκά Νέα και στις 17 Οκτωβρίου 1940:
--Ενώπιον της ειδικής επιτροπής, και εις την αίθουσαν της σχολής Μοριάνωφ, θα εξετασθή σήμερον μία ομάς χορευτριών και χορωδών.
--Επίσης σήμερον θα εξετασθή, και συγκεκριμένως εις τα θεωρητικά μαθήματα, η ντιζέζ δις Ρένα Βλαχοπούλου, προκειμένου να της δοθή άδεια ασκήσεως επαγγέλματος.
Προφανώς η άδεια που της χορηγήθηκε αφορούσε αποκλειστικά το ελαφρό μουσικό θέατρο (επιθεωρήσεις, οπερέτες, μουσικές κωμωδίες), στο οποίο εργάστηκε για περισσότερο από τρεις δεκαετίες πριν δοκιμάσει τις δυνάμεις της στην πρόζα. Και φαίνεται ότι για να μπορέσει να εμφανιστεί σε έργο πρόζας, έπρεπε να έχει τη "Γενική άδεια ηθοποιού" που τελικά της χορηγήθηκε τριάντα χρόνια αργότερα, το 1970. Την άδεια αυτή δημοσίευσε ο Γιώργος Λαζαρίδης στο βιβλίο του Πάμε παρασκήνιο (εκδ. Νέα Σύνορα-Λιβάνη, 2000):

Ευχαριστίες στον φίλο του μπλογκ Αντώνη Ευθυμίου
για την αποστολή της εικόνας

Το πρώτο έργο πρόζας (ή τουλάχιστον έτσι το παρουσίασε ο Τύπος της εποχής, περιείχε πάντως τουλάχιστον ένα τραγούδι!) στο οποίο έπαιξε η Ρένα ήταν ο Σεΐχης της Καβάλας που αργότερα μετονομάστηκε(;) σε Παπαδόπουλος και CIA (1974), ενώ ακολούθησε η Χαρτοπαίχτρα (1975).


Για να πάμε όμως πίσω στον Οκτώβριο του 1940, πολύ θα ήθελα να ξέρω ποια ήταν τα θεωρητικά μαθήματα στα οποία εξετάστηκε  η νεαρή ντιζέζ (η οποία άλλωστε δεν τα πήγαινε και ιδιαίτερα καλά με το διάβασμα και τα μαθήματα του σχολείου!). Και βέβαια δεν μπορώ να μην σκεφτώ ότι όλα αυτά συνέβαιναν μια εβδομάδα πριν την κήρυξη του πολέμου: κανείς/καμιά δεν θα μπορούσε να φανταστεί πόσο θα άλλαζε η καθημερινότητα της Ελλάδας το επόμενο δεκαήμερο--και ειδικά η νεαρή αδειούχα καλλιτέχνιδα δεν φανταζόταν πόσο θα άλλαζε η δική της ζωή...




Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Μια οπερέττα και μια ημερίδα για την οπερέττα

Ο Βαφτιστικός του Θεόφραστου Σακελλαρίδη
και μια ημερίδα με θέμα 
Οπερέττα: Ο χαμένος θησαυρός της ελληνικής τέχνης 
στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης
 
Παραγοντισμός, αναξιοκρατία, απάτες και πατριδοκαπηλία συνθέτουν το τοπίο της κωμικής οπερέττας σε τρεις πράξεις του Θεόφραστου Σακελλαρίδη O Bαφτιστικός γραμμένο περίπου ένα αιώνα πριν. Μόνο που, στο αντι-νοσταλγικό ανέβασμα που προτείνει το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης (1,2,4 Απριλίου), αποδεικνύεται ότι εύκολα θα μπορούσε κανείς να μπερδέψει το τοπίο της συγκεκριμένης όπερας με το σημερινό σκηνικό. Ένα ανέβασμα, που πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, ως μια ακόμα ένδειξη ενός προγραμματισμού με διάθεση συνεργασιών με φορείς της πόλης. Η σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι του Αλέξανδρου Ευκλείδη, η μουσική διεύθυνση των Γιώργου Βράνο / Γιάννη Ζγούρα, η μουσική προετοιμασία του Γιάννη Zγούρα, η μουσική διδασκαλία χορωδίας της Μαρίας - Έμμας Μελιγκοπούλου και βοηθοί σκηνοθέτη οι Λητώ Τριανταφυλλίδου / Μέλα Γεροφώτη. Συμμετέχουν οι Μάρια Ντεβιτζάκη (Βιβίκα), Μέλα Γεροφώτη (Κική), Απόστολος Ζωΐδης (Χαρμίδης), Γιάννης Κοντέλλης (Ζαχαρούλης), Αλέξανδρος Ευκλείδης (Συνταγματάρχης), Στέργιος Ίλτσος (Κορτάσης) και Παναγιώτα Σωφρονιάδου (Μαρτής). Συμπράττει η Χορωδία και Ορχήστρα του Τμήματος Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Και όπως και οι προηγούμενες δράσεις της φετινής σεζόν του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, και οι παραστάσεις της οπερέττας πλαισιώνονται από παράλληλες εκδηλώσεις. Μια ημερίδα με θέμα Οπερέττα: Ο χαμένος θησαυρός της ελληνικής τέχνης (την Κυριακή 3 Απριλίου στις 11:30) με είσοδο ελεύθερη για όσους έχουν εισιτήριο της παράστασης θα ανοίξει έναν ενδιαφέροντα διάλογο.
Η ημερίδα θα καλύψει διάφορες πτυχές της ελληνικής οπερέττας, του θεατρικού είδος που κυριάρχησε μαζί με την επιθεώρηση στις ελληνικές σκηνές στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Επιστημονικός υπεύθυνος της ημερίδας είναι ο Μανώλης Σειραγάκης, λέκτορας Θεατρολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης (σας προτείνω ανεπιφύλακτα να διαβάσετε τη σχετική δίτομη μελέτη του Το Ελαφρό Μουσικό Θέατρο στη Μεσοπολεμική Αθήνα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη). Το πρόγραμμα της ημερίδας έχει ως εξής:
 
Πρώτη Συνεδρία

Γιάννης Τσελίκας, υποψήφιος διδάκτορας Boston University, διδάσκων στο Hellenic American University: Η «Κρητικοπούλα» του Σπύρου Σαμάρα – «Πρότυπο Ελληνικής Οπερέττας»

Αλέξανδρος Ευκλείδης, Διδάκτορας Θεατρολογίας, Διδάσκων Τμήματος Θεάτρου ΑΠΘ, Τμήματος Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης Παν. Μακεδονίας: Γαλλικά φαρσικά πρότυπα στις οπερέττες του Θεόφραστου Σακελλαρίδη: Οι περιπτώσεις του «Βαφτιστικού» και της «Κόρης της καταιγίδος»

Θανάσης Τρικούπης, Διδάκτορας Μουσικολογίας, Διδάσκων Τμήματος Μουσικών Σπουδών Α.Π.Θ.:Θεόφραστος Σακελλαρίδης (1883-1950): «Ο Βαφτιστικός» Δομή και ποιητικό περιεχόμενο

Κατερίνα Διακουμοπούλου-Ζαραμπούκα, Διδάσκουσα στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Παν. Μακεδονίας: Άγνωστες οπερέτες των δημιουργών της Ελληνικής Διασποράς

Δεύτερη συνεδρία

Μανώλης Σειραγάκης, Λέκτορας Θεατρολογίας Τμήματος Φιλολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης: «Χορ χόρ Αγάς», μια αρμένικη οπερέττα ταξιδεύει τον κόσμο

Παναγιώτα Κωνσταντινάκου, Υποψήφια διδάκτωρ Τμήματος Θεάτρου, Α.Π.Θ.: «Ευσυνείδητος επιμέλεια και σκηνικός πλούτος» η σκηνογραφία στη μεσοπολεμική οπερέττα

Απόστολος Πούλιος, Υποψήφιος διδάκτορας Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας ΑΠΘ: Η οπερέττα στις κατοχικές αθηναϊκές σκηνές: μια πρώτη αποτίμηση

Γεωργία Κονδύλη, Διδάκτωρ Μουσικολογίας, Διδάσκουσα Τμήματος Μουσικής Τεχνολογίας ΑΤΕΙ Κρήτης: Νέα στοιχεία για το Θίασο Οπερέττας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής



Εισιτήρια για την παράσταση του Βαφτιστικού προπωλούνται από τα εκδοτήρια του ΟΜΜΘ, καθώς και από τα εκδοτήρια του ΟΜΜΘ, στην πλατεία Αριστοτέλους αντί 20, 15 και 10 ευρώ.
Σχετικά με το ανέβασμα της οπερέττας ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος Ευκλείδης σημειώνει: «Η παράσταση αυτή του λαοφιλούς έργου του Θεόφραστου Σακελλαρίδη είναι ίσως η πρώτη που προβαίνει σε μία αποδομητική ανάγνωσή του, τοποθετώντας το στη σημερινή εποχή και υπογραμμίζοντας κάποιες πολιτικές νύξεις του. Πρόκειται, άλλωστε, για ένα έργο γραμμένο στα 1918, σε μία περίοδο κρίσης του ελληνισμού, ορισμένα από τα αίτια της οποίας αποτυπώνονται στο έργο: Παραγοντισμός, αναξιοκρατία, απάτες και πατριδοκαπηλία είναι κάποια από τα μοτίβα του κωμικού αυτού έργου, που θάβονται συνήθως κάτω από τους νοσταλγικούς ήχους των τραγουδιών ή τις φανφάρες της εθνικής ανάτασης (την οποία μοιραία ακολούθησε η Καταστροφή). Στη σημερινή συγκυρία της κρίσης, επιχειρήσαμε, μαζί με τους φοιτητές της ειδίκευσης μονωδίας του ΤΜΕΤ, να αναδείξουμε τα στοιχεία εκείνα του έργου που ανταποκρίνονται ακόμη στον κόσμο που μας περιβάλλει. Έτσι, με τα ελάχιστα υλικά μέσα που διαθέταμε, καταλήξαμε σε μια ανάγνωση αντι-νοσταλγική, που υπογραμμίζει εξίσου τα κωμικά στοιχεία, αλλά και τις πολιτικές νύξεις τού έργου, ενώ επιχειρεί να διατηρήσει τους χυμούς της νεότητας που ξεχειλίζουν απ' αυτό». Και συμπληρώνει: «Όπως κάθε μεγάλο έργο –και πιστεύω ακράδαντα πως ο Βαφτιστικός έχει τα χαρακτηριστικά ενός μεγάλου έργου– η οπερέτα αυτή αντέχει σε πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις. Φέρει πάνω της τη μνήμη όχι μόνο της εποχής που γράφτηκε, αλλά και των εποχών που μεσολάβησαν. Είναι ένα εμβληματικό έργο της ελληνικής παραγωγής κι έτσι η σύνδεσή του με εμβλήματα της ελληνικής ιστορίας είναι λογική. Η λυρική παραγωγή είναι –στο σύγχρονο δυτικό κόσμο– η κιβωτός της ιστορικής και πολιτικής μνήμης. Είναι στη διάκριση αυτών που τη διαχειρίζονται να τη δουν είτε σαν ένα νοσταλγικό κατάλοιπο, είτε σαν ένα ζωντανό οργανισμό».