Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κακίσης Σωτήρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κακίσης Σωτήρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Ιουλίου 2020

"ΜΙΚΡΕΣ ΩΡΕΣ με τη Ρένα Βλαχοπούλου": ένα κείμενο του Σωτήρη Κακίση

Τι έχει, τι είχε η Ρένα Βλαχοπούλου που δεν το 'χουνε οι άλλες, οι άλλοι; Γιατί αρέσει, γιατί άρεσε πάντα, γιατί μας αρέσει πάντα; Και γιατί τα κανάλια τα φτωχά (πλην τίμια!) τη σήμερον ημέρα (τη σήμερον νύκτα τους) παίζουν τα έργα της και τα ξαναπαίζουν, εξαντλητικά, επαναληπτικά, επιδεικτικότατα; Τι έχει, τι είχε η Βλαχοπούλου που δεν έχουν οι άλλοι σήμερα, που δεν έχουμε εμείς σήμερα; Ποιο ήταν, ποιο είναι το νακ της, το νακ εκείνης της γενιάς των θαυμάτων, εκείνης της υπέροχης γειτονιάς του χρόνου, των θαυμάτων; Πώς καταφέρνει, πώς καταφέρνουν Βλαχοπούλου και Κωνσταντάρας, και όχι μόνο, να μας κρατάνε τόσο εύκολα δικούς τους, μετά τόσα χρόνια από τις κορυφές της καριέρας τους να μας είναι τόσο προσφιλείς, τόσο συγγενείς, τόσο αγαπημένοι;

Έχουνε, έχει αυτό που δεν έχουμε, αυτό που δεν έχουν οι άλλοι σήμερα: αίσθημα. Αίσθημα!  Όπως είχε γράψει κι ο Σαββόπουλος για τον Κουν: "Και το αίσθημα του άλλου!" Δηλαδή: όντας εκείνοι, εκείνη ανθρώπινη και κανονικός άνθρωπος και τα ίδια περνώντας ακριβώς με τον υπόλοιπο κόσμο, ζώντας δίπλα τους και μέσα τους πάντα, ήξερε τι συμβαίνει, τι μας συμβαίνει, πού πονάμε, πού μας πονάει και πού μας σφάζει.

Δεν πήγε ποτέ η Βλαχοπούλου να μας πει από πάνω, ως δάσκαλος και σαν κομήτης, τα λόγια της, δεν μας έδειξε ποτέ να διαφέρει, να μην την ενδιαφέρει, να μην πονάει, να μη βρίσκεται κι αυτή μαζί μας, στον ίδιο πλανήτη πάντα, μαζί μας, από παππού, τελικά, ώς εγγονό, τρεις ζωές σχεδόν ολόκληρες!

Την κοιτάω στο γυαλί πάντα να μην είναι πουθενά, μα πουθενά αφύσικη, να μην είναι πουθενά, μα πουθενά άστοχη. Την κοιτάω, όπως κοίταζε ο Σταυρίδης τον εαυτό του, μου 'χε πει, και θαύμαζε κι ο ίδιος κατόπιν εορτής πόσο όλες του οι κινήσεις ήταν μία και μία, πώς δεν μοιάζει ποτέ εκτός έργου και ζωής, πώς δεν κινήθηκε ποτέ στην επικίνδυνη ζώνη του λυκόφωτος της αυταρέσκειας και του μέικ-μπιλίφ, πώς δεν πατήσανε ποτέ τα πονηρά μονοπάτια της κενοδοξίας, της προσωπικής ματαιοδοξίας, της απόστασης. Η Βλαχοπούλου, διάδοχος σχολής μεγάλης ηθοποιών πολύ μεγάλων, είχε να δει από Μακρή ώς Βασιλειάδου κι από Λογοθετίδη ώς Αυλωνίτη. Αυτούς πρόσεξε, αυτούς θ' αγάπησε κι αυτή, έτσι μας έκανε να την αγαπήσουμε κι εμείς εκείνη.

Τώρα θα μου πείτε: οι νεότεροι, οι αεριτζήδες, οι πλούσια τα ελέη των εκπομπών και των ευκαιριών έχοντες γιατί δεν κάνουν το ίδιο, γιατί επιμένουν αυτιστικά και ολιγόψυχα; Γιατί παίζουν όπως παίζουν, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, μακριά νυχτωμένοι από την αμεσότητα και την ουσία, από την πραγματική άνεση και τη σωτήρια ευστοχία; Πού ζούνε, πώς ζούνε; Γιατί είναι μίμοι και όχι ο εαυτός τους, γιατί μιλάνε χωρίς να εννοούν τίποτα, γιατί κινούνται σαν να μην καταλαβαίνουν τίποτα, σαν να μην είναι πουθενά; Δεν έχουν ζωές κι αυτοί σαν κι εμάς, δεν γελάνε, δεν κλαίνε, δεν στενοχωριούνται, δεν χαίρονται; Γιατί τα ισοπεδώνουν όλα με μια λογοδιάρροια αφόρητη, με ύφη απίστευτα, εκτός τόπου και χρόνου; Γιατί επιμένουν να μένουν εκτός, που λέει κι η Ελευθερία; Πού είναι αυτο το αυτοκαταστροφικό εκτός τους; Εντός τους;

Τι να σας πω; Είμαι κι εγώ θύμα της μηχανής του χρόνου! Πίσω πάω κι εγώ μαζί σας, στης Βλαχοπούλου το συγκινημένο Νησί των Θησαυρών, στων παλιών ελληνικών ταινιών εκείνο το υπέροχο (κι υπερήφανο!) εντός, όπου οι άνθρωποι είναι ανθρώπινοι, με σάρκα και οστά και υπόσταση, με ζωές ζωές, με καρδιές γκαρδιακές, εγκάρδιες. Είμαι κι εγώ πρόθυμο θύμα της μαυρόασπρης εκείνης ηρεμίας τους κι ενός κόσμου μιας άλλης διάστασης, όχι επιστημονικής φαντασίας διαφόρων μου συγχρόνων φαντασμένων, φανφαρόνων, φανατικών του Τίποτα.

Δυστυχώς, για να ησυχάσω κι εγώ από τούτο το ισοπεδωτικό σήμερα, τρέχω σαν παιδί στην Κόμισσα της Κέρκυρας, να την ακούω θέλω συνέχεια να τραγουδάει με τη φωνή της την πιο γλυκιά απ' όλες εκείνα τα λυτρωτικά Κοκορίκο, εκείνα που τα περιφρονήσαμε ίσως μια φορά κι έναν καιρό οι ανόητοι, τα τραγούδια της τα σαν παιδιά αναζωογοννητικά, τα πάντα χαρούμενα. Ευτυχώς, μπορώ κι εγώ μαζί σας να μένω μαζί της, σ' εκείνο τον πύργο της τον αρχοντικό, σ' εκείνο το φιλόξενο νησί, που μας χωράει όλους, κακούς και καλούς, σαν Ροβινσώνες στην εποχή της ευπρόσδεκτους, σαν Οικογένειά της Ροβινσώνων (προς Θεού: όχι Ελβετών: Ελλήνων, καταδικών μας!), στον ανοιχτό σ' όλους τους ανέμους και, γι' αυτό ακριβώς, ασφαλέστατο κόσμο της!

                                                    Νοέμβριος 1992


Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Playboy και αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Σωτήρη Κακίση 48 Μικρές Ώρες και Τρία Αστυνομικρά Διηγήματα (Εκδόσεις Εξάντας, 1997). Τον ευχαριστώ από καρδιάς για την άδειά του να αναδημοσιευτεί και στο μπλογκ. Μπορείτε επίσης να διαβάσετε τη συνέντευξη που πήρε ο Σωτήρης Κακίσης από τη Ρένα Βλαχοπούλου το 1983 εδώ.

Όλες οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται από το αρχείο της Φίνος Φιλμ.


Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2019

Μια συνέντευξη του Νίκου Σταυρίδη στον Σωτήρη Κακίση


«Εμείς τα ζούσαμε τα έργα που παίζαμε!»

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ: Κύριε, Σταυρίδη, έχουμε εδώ μια επιστροφή: ξαναγυρνάτε στο θέατρο, στην επιθεώρηση:
ΝΙΚΟΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ: Ήθελα να ησυχάσω πια. Να ξεκουραστώ. Αρνιόμουνα τους δημοσιογράφους. Ήθελα να ξεκουραστώ. Αλλά αρχίσανε οι τιμητικές εκδηλώσεις. Και πήγα. Στον Πειραιά. Πολύς κόσμος. Πάρα πολύς κόσμος. Αρχίσανε τώρα «Γιατί σε χάσαμε; Να βγείτε στο θέατρο, να βγείτε!», φώναζαν από κάτω ο κόσμος. Το ’να, τ’ άλλο. Ξέρω ‘γω, δίσταζα. «Να σε ξαναδούμε. Να μη σε βλέπουμε μόνο απ’ το καφεκούτι.» Καφεκούτι εννοούσαν την τηλεόραση. Η αγάπη του κόσμου. Κάθε τόσο είχα και μία συγκίνηση. Να βγαίνω έξω, να ‘ρχεται εδώ το ταξί. «Θα λέτε τ’ όνομά σας στην πιάτσα, κύριε Σταυρίδη», μου είπε ο πρόεδρος των ταξί της Κηφισιάς, «και θα ‘ρχεται αμέσως το ταξί». Γιατί εδώ δύσκολα έρχονται. Μια συμπάθεια, μια αγάπη.
Στο λεωφορείο έκανα να ρίξω το εικοσάρι και μου ‘πιανε το χέρι ο σοφέρ και μου ‘λεγε: «Όχι εσύ. Εσύ δεν κάνει». Συγκίνηση μεγάλη. Και τα ταξί δεν θέλανε λεφτά. Πήγαινα να βγάλω λεφτά, «Τι κάνεις;», μου ‘λεγε. «Ξύνεσαι;» «Όχι, αγόρι μου, να βγάλω λεφτά να σε πληρώσω.» «Όχι. Άμα σου πάρω λεφτά και το πω στα παιδιά και στη γυναίκα μου, θα θυμώσουν. Μια φωτογραφία σου θα μου δώσεις». Συγκινήσεις μεγάλες, μεγάλες συγκινήσεις.
Νίκος Σταυρίδης-Άννα Καλουτά
Πηγή φωτογραφίας: Μ. Δελαπόρτας,
Άννα Καλουτά: "Η Κυρία Επιθεώρηση", εκδόσεις Ορφέας, 2009
Σ.Κ.: Δεν είναι εύκολο να ζήσετε μακριά από εκείνους που σας αγαπάνε.
Ν.Σ.: Έτσι είναι. Και τέλος πάντων, βρέθηκε ο Νίκος ο Αθερινός και μ’ έπεισε. Με πήρε μ’ ένα αμάξι και με πήγε στο θέατρο. Μου άρεσε το θέατρο. Είναι δροσερό, όμορφο. Μεγάλο θέατρο. Τα καμαρίνια άνετα. Κάθε μέρα στέλνουνε αυτοκίνητο και με πάει και με φέρνει. Όλοι οι φίλοι μου. Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα. Έρχεται και μου κολλάει και η Άννα η Καλουτά. Άντε, Νίκο, πάμε, πάμε.
Σ.Κ.: Ε, έχει κάνει κι εκείνη δυο-τρεις επιστροφές στο θέατρο.
Ν.Σ.: Ναι, ναι, σωστά. Είπα «Κομμάτια να γίνει! Να ξεμουδιάσουμε και λιγάκι». Μου φαινόταν ότι κάτι είχα αφήσει στη μέση. Ας πάω λέω, να το τελειώσω. Και το πήρα απόφαση. Και να ‘μαστε.
Ο Νίκος Σταυρίδης ως χούλιγκαν στην επιθεώρηση Το Μινόρε της Αλλαγής, στο θέατρο Μινώα το καλοκαίρι του 1983.
Πηγή φωτογραφίας: Σ. Κακίσης,
Οι απέναντι, Εκδ. Κίνητρο, 2005
Σ.Κ.: Τι κάνετε στη σκηνή τώρα, τι παίζετε, κύριε Σταυρίδη;
Ν.Σ.: Κάνω έναν χούλιγκαν. Ξέρετε τι είναι αυτοί οι χούλιγκαν; Αυτοί που πάνε στα γήπεδα, αυτοί που έχουνε αναρχία, βέβαια, και θεό τους έχουνε την μπάλα. Βαστάνε μια αλυσίδα και φωνάζουνε «χα, χα, χα» και ΓΚΡΑΠ! Την αμολάνε την αλυσίδα, και όποιον πάρει ο Χάρος. Έναν τέτοιον κάνω. Ξεκινάω πρώτα σαν σκέτος Σταυρίδης, φτωχός, κι έρχεται και με ξελογιάζει ο κομπέρ. 
Και μου λέει θα σου δώσω τριάντα χιλιάδες. Διότι ήτανε …ιμπρεσάριος των χούλιγκαν, και περίμεναν τον αρχηγό των χούλιγκαν απ’ την Αγγλία και δεν ήρθε. Και μου λέει, «Πρέπει να τον κάνεις εσύ». Τέλος πάντων, με καταφέρνει, με ντύνει, και με πληρώνει κι από πάνω. Έχει πολύ γέλιο. Να μην το πούμε κι όλο. Λίγα σκετς έχω παίξει στη ζωή μου με τόσο γέλιο και με τόσο ωραία υπόθεση. Όλη αυτή η επιθεώρηση είναι πολύ ωραία. Τουαλέτες, μπαλέτα, πάρα πολύ ωραία.

Δ. Παπαγιαννόπουλος, Ν. Σταυρίδης, Μ. Κοντού, Δ. Σκούρα
σε ανάγνωση έργου στο θέατρο Σαμαρτζή.
Πηγή φωτογραφίας: Αρχείο Κ. Μεγαλοκονόμου, Βασικά Θεατής. Ελληνικό Θέατρο 1950-1960, εκδ. Τόπος, 2008


Σ.Κ.: Κύριε Σταυρίδη, τώρα που οι παλιοί αποσύρθηκαν ή δεν υπάρχουν πια, δεν νομίζετε ότι θα ‘χουμε προβλήματα με το «εθνικό μας είδος», την επιθεώρηση;
Ν.Σ.: Ναι, η αλήθεια είναι ότι θα ‘χουμε προβλήματα. Γιατί, ξέρετε, να σας πω ένα πράγμα: οι παλιοί ηθοποιοί όταν πιάνανε ένα ρόλο στα χέρια, δεν τον παπαγαλίζανε, να πούνε τα λόγια και να φύγουν. Καθόντουσαν να τον συζητήσουν, να βγάλουν και προπαντός τα δικά τους. Ένα πράγμα που συνήθιζα εγώ.
Ο Νίκος Σταυρίδης, η Καίτη Ντιριντάουα και μια ομάδα τσιγγάνων στην επιθεώρηση
Γαρύφαλλο στο αφτί, στο θέατρο Περοκέ το καλοκαίρι του 1956.
Πηγή φωτογραφίας: Αρχείο Κ. Μεγαλοκονόμου, 
Βασικά θεατής. Ελληνικό Θέατρο 1950-1960,  Εκδ. Τόπος, 2008

Σ.Κ.: Η πεμπτουσία της επιθεώρησης.
Ν.Σ.: Δεν είναι μόνο ν’ αποστηθίζεις. Ύστερα, σήμερα, σ’ όσες επιθεωρήσεις πήγα, είδα ότι δεν τραγουδάνε. Η επιθεώρηση συνδυάζει χορό, τραγούδι και λόγια. Τα περισσότερα νέα παιδιά δεν τραγουδάνε. Οι παλιοί ήταν σχεδόν όλοι τενοράρε. Ο Μακρής. Ο Μαυρέας. Ο Αυλωνίτης. Ο Κυριακός. Εγώ βγήκα σχεδόν τενόρος στο θέατρο. Τα τραγουδάγαμε τα νούμερα. Συμβαδίζαμε με την ορχήστρα, με την αρμονία.
Δεν είναι εύκολο το μουσικό θέατρο. Μετά, όταν παίζεις, το ρεφραίν, πρέπει να το χορέψεις. Τώρα εδώ, η Άννα Καλουτά: τι τσάμικα χορεύει, χαλάει ο κόσμος. Ε, βέβαια. Μπορεί να είναι καλοί ηθοποιοί οι νέοι, αλλά εγώ δοκιμάζω τη φωνή μου καμιά φορά, κι είναι ακόμα καμπάνα.
Σ.Κ.: Εσείς, κύριε Σταυρίδη, είσαστε άλλη πάστα. Εσείς, ο Αυλωνίτης, ο Μακρής.
Ν.Σ.: Εμάς το ταλέντο μας πλημμύριζε. Εγώ πριν βγω στην επιθεώρηση, έπαιζα οπερέτες. Έπαιξα πολλές οπερέτες. Και μετά είδα ότι είχα μια φλέβα κωμική μέσα μου. Κι άρχισα να πιάνω τα νούμερα. ΤΑ χόρευα τα νούμερα. Χόρευα μάγκικα, και τι δε χόρευα! Αμέσως πήρε δρόμο η μικρή μου καριέρα απ’ τις τουρνέ. Και πήγα στο «Θέατρο του Λαού». Κι έκανα ένα νούμερο με τον συγχωρεμένο τον Αυλωνίτη. Πρίμο, σεκόντο. Χάλαγε ο κόσμος.
Ο Νίκος Σταυρίδης, ο Μίμης Φωτόπουλος και η Γεωργία Βασιλειάδου στην ταινία Η ωραία των Αθηνών.
Πηγή φωτογραφίας: www.finosfilms.gr

Σ.Κ.: Οι νέοι καταλάβανε πια, κύριε Σταυρίδη. Και τις ταινίες σας όπου παίζονται τις κυνηγάνε.
Ν.Σ.: Ξέρετε ένα πράγμα; Το τι αισθάνομαι όταν βλέπω ταινίες μου; Τις βλέπω όλες τις ταινίες μου. Και παρατηρώ το παίξιμό μου. Την κίνηση των χεριών μου. Πώς συνταυτίζεται η ψυχή μου, το κεφάλι μου, με την κίνηση των χεριών μου. Ελεύθερα, να περπατάω, να μιλάω, να, να, να… Φυσικότατα! Και το προσέχω. Μετράω τον εαυτό μου και το βλέπω αυτό το πράμα, σ’ όλες τις ταινίες. Στα «Κίτρινα Γάντια», στο «Γαμπρό μου το Δικηγόρο», στο «Έλα στον θείο», στο «Ευτυχώς τρελάθηκα».
Πηγή φωτογραφιών: Σ. Κακίσης, Οι απέναντι, εκδ. Κίνητρο, 2002

Σ.Κ.: Προχτές η τηλεόραση είχε τους «Δοσατζήδες».
Ν.Σ. Η τηλεόραση! Και τα δύο κανάλια με τιμάνε. Μου βάζουν κάθε βδομάδα ταινίες. Αλλά δεν παίρνουμε τίποτα. Έξω οι ηθοποιοί με μία λέξη στην τηλεόραση, ξέρετε πόσα πληρώνονται; Δεν μπορείτε να φανταστείτε! Πρέπει να κάνουμε μία κίνηση να μας πληρώνουνε. Όπως έκανε κάποτε ο Αλέκος ο Αλεξανδράκης. Αλλά κι αυτός δεν κατάφερε τίποτα. Τα λεφτά τα παίρνουν οι παραγωγοί. Τότε υπογράφαμε τον βαρύ όρο, πίσω: «Και ουδεμίαν άλλην απαίτησιν έχω». Αυτά βγάζει η τηλεόραση μπροστά και δεν παίρνουμε πεντάρα. Να το παράπονό μου.
Και το άλλο: ύστερα από 44 χρόνια, στη σκηνή, βγήκα στη σύνταξη με 17 χιλιάδες…, ούτε εφ’ άπαξ ούτε τίποτα. Εδώ ο εφημεριδοπώλης και παίρνει 30-35 χιλιάδες. Εγώ με 1800 ένσημα και 44 χρόνια, παίρνω 28 χιλιάδες τώρα. Πρέπει η Πολιτεία να κάνει κάτι. Να γίνει ένας νόμος για τους παλιούς ηθοποιούς, δεν είμαστε και πολλοί. Να μας περάσουν σε μίαν άλλη κλίμακα συντάξεων. Με 1800 ένσημα! Που ήθελα 1100 κι εγώ είχα κολλήσει 1800!


Σ.Κ.: Ελπίζω να διαβάσει αυτά κάποιος αρμόδιος. Ας πούμε όμως κάτι πιο εύθυμα πράγματα: τον Ολυμπιακό τον παρακολουθείτε ακόμα;
Ν.Σ.: Τον Ολυμπιακό! Δόξα τω Θεώ, τον παρακολουθώ. Έρχονται από εδώ και με παίρνουνε και πάω κάτω. Με δουλεύουν κιόλα εκεί μέσα. «Κουρέλα» με φωνάζουνε. Οι αντίθετοι, να πούμε. Τώρα, όμως, φέτος, απεδείχθη η ομάδα γερή. Πάρα πολύ γερή. Έληξε το πρωτάθλημα δυο αγωνιστικές πριν το τέλος. Είδα στην τηλεόραση τη «φιέστα». Έδειξε και τον Αναστόπουλο. Αυτός με το τρακ που είχε για να πάρει το παπούτσι, τα ‘ριξε όλα έξω. Το πήρε όμως τελικά. Με το τρίτο πέναλτι. Όλα τα παιδιά τα λατρεύω. Τον Μητρόπουλο, τον Σαργκάνη. Αυτόν τον έφερε ο Γκόρσκι. Θα φύγει ο Γκόρσκι; Έκανε κι αυτός επιστροφή σαν και μένα. Έρχεται, φεύγει. Είχε πάρει και τη σύνταξή του στην Πολωνία.


Σ.Κ.: Κάθε δουλειά θέλει μαστόρους. Οι καλοί δεν αντικαθίστανται εύκολα.
Ν.Σ.: Έτσι είναι. Η φυσικότητα που λέγαμε που χρειάζεται στη δική μας δουλειά, ήτανε μια αβάντα που είχα εγώ. Εκεί ήμουνα εγώ καλός. Όπως είμαι στο δρόμο, είμαι και στη σκηνή. Εκεί στήριξα την επιτυχία μου επί τόσα χρόνια. Και στην ετοιμολογία μου. Μου μιλάγανε από κάτω και τους απαντούσα αμέσως.
Ο Νίκος Σταυρίδης στην πρόζα: Όταν Γυρίζουν τα Χελιδόνια του Μ. Τραϊφόρου.
Από αριστερά: Μπ. Ασημακοπούλου, Α. Μπάρκουλης, Σ. Βέμπο, Ν. Σταυρίδης, Ά. Φόνσου
Πηγή: Μ. Τραϊφόρος,
Βέμπο-Τραϊφόρος, Μια Ζωή, εκδ. Σμυρνιωτάκης, 1988

Εμείς είχαμε αντίκρισμα ζωής. Περάσαμε πολλά, πολέμους. Σήμερα είναι εύκολα τα πράγματα. Εμείς παλέψαμε σκληρά. Και κωμικοί δεν υπάρχουν πια. Έχουν αδυναμίες οι νέοι. Ίσως, σιγά σιγά, με το χρόνο, ν’ αποκτήσουνε πείρα.  Εμείς τα ζούσαμε τα έργα που παίζαμε. Πλημμύριζε το καβουράκι, μέσα μου: Το ταλέντο. Εγώ έχω παίξει και πρόζα: «Ο Δολοφόνος τα ’κανε θάλασσα», «Όταν Γυρίζουν τα Χελιδόνια». Το «Απ’ τον Ουρανό στη Γη». Γερά έργα. Που μίλαγα με το Θεό. Το «Εδήλωσα Τρελός». Να είμαι στη σκηνή δύο ώρες. Αυτό είναι. Και να είσαι ο ίδιος. Να μην είσαι άλλος στην πρώτη κι άλλος στη δεύτερη πράξη. Αυτό είναι το δύσκολο.
Αλλά το διασκεδάζαμε κιόλα. Ξέρετε ότι όταν ο επιχειρηματίας επρόκειτο να πάρει Αυλωνίτη και Σταυρίδη μαζί, το σκεφτότανε. Γιατί δεν μπορούσε να βλέπει ο ένας τον άλλο στη σκηνή: γελάγαμε. Δεν μπορούσαμε να τελειώσουμε το νούμερο. Γελάγαμε!

Ελεύθερη Γνώμη, 3-7-1983 
(Σωτήρης Κακίσης, «Οι Απέναντι», εκδόσεις Αδάμ, επανέκδοση Κίνητρο)



* * * * * * * * * * *
Σαν σήμερα, 12 Δεκεμβρίου του 1987, πέθανε ο Νίκος Σταυρίδης, και με αυτή την αφορμή αποφάσισα να αναρτήσω μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις που έδωσε. Ευχαριστώ πολύ τον Σωτήρη Κακίση, που, όπως και στο παρελθόν (διαβάστε εδώ, εδώ, εδώ και εδώ), έδωσε την άδειά του να αναδημοσιευτεί η συνέντευξη στο μπλογκ.
Η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Νίκος Σταυρίδης στην επιθεώρηση
Άλλος για το φεγγάρι, στο θέατρο Διάνα (σεζόν 1957-58).
Πηγή φωτογραφίας: Μ. Δελαπόρτας,
Βίβα Ρένα, εκδ. Άγκυρα, 2002
Ο Νίκος Σταυρίδης συνεργάστηκε αρκετές φορές με τη Ρένα Βλαχοπούλου σε κομβικές στιγμές της καριέρας της. Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1951, στο θέατρο Σαμαρτζή, στην επιθεώρηση Φεστιβάλ στην Αθήνα: η Ρένα είχε μόλις επιστρέψει από την Αμερική και επανεμφανιζόταν στο ελληνικό μουσικό θέατρο, έπειτα από απουσία έξι ετών. Άρχιζε, όπως λένε οι πηγές, σιγά-σιγά να ξαναχτίζει τη σχέση της με το κοινό, ωστόσο με τη βοήθεια του Νίκου Σταυρίδη, 3 χρόνια μετά, έδωσε μια νέα διάσταση σε αυτή τη σχέση: με τον μεγάλο κωμικό στο πλάι της, και υπό τη σκέπη της Σοφίας Βέμπο, γίνεται κωμική ηθοποιός και αποκτά το διαβατήριο για την αθανασία.
Το θέατρο Βέμπο το καλοκαίρι του 1954
Πηγή φωτογραφίας: Σελίδα Μουσικό Θέατρο (Facebook) του Γιάννη Χριστόπουλου

Ήταν το καλοκαίρι του 1954, στην επιθεώρηση Σουσουράδα των Γιώργου Γιαννακόπουλου-Μίμη Τραϊφόρου, με μουσική του Μενέλαου Θεοφανίδη. Αν και η Ρένα προσλήφθηκε αρχικά ως τραγουδίστρια στον θίασο, με την επιμονή του Τραϊφόρου και του Σταυρίδη δέχεται να παίξει στο σκετσονούμερο «Κάνε μου τέτοια»: ο Σταυρίδης της κάνει κόρτε επί σκηνής, εκείνη είναι αρχικά δειλή και άβγαλτη και τελικά υποκύπτει και οι δυο τους τραγουδούν το κλασικό «Άλα, πασά μου, κάνε μου τέτοια!» Το αποτέλεσμα στην πρεμιέρα είναι τρία μπιζ και η ομολογία του Νίκου Σταυρίδη στα παρασκήνια: «Τραϊφόρε… Με διέλυσε η κωλοκερκυραία!»
Καλώς ή κακώς το τραγούδι κυκλοφόρησε σε δίσκους με τη Ρένα και τον Πάνο Σάμη, αλλά έχει διασωθεί η παρτιτούρα στην οποία φαίνεται η εξέχουσα θέση και του Σταυρίδη στην επιτυχία του ντουέτου!
Ν. Σταυρίδης, Ρ. Βλαχοπούλου, Αλ. Λειβαδίτης και Μ. Θεοφανίδης
σε πρόβα στο θέατρο Διάνα, τη σεζόν 1957-58.
Πηγή φωτογραφίας: Αρχείο Κ. Μεγαλοκονόμου,
Βασικά Θεατής. Ελληνικό Θέατρο 1950-1960, εκδ. Τόπος, 2008 
Μετά το θέατρο Βέμπο, Σταυρίδης και Βλαχοπούλου συναντήθηκαν στο θέατρο Διάνα τη σεζόν 1957-58 (σε μια φιλότιμη προσπάθεια του Σταυρίδη και του συμπατριώτη του και φίλου του από τη Σάμο Μενέλαου Θεοφανίδη να αναστηθεί η μουσική κωμωδία—θα αναφερθούμε κάποια άλλη φορά σε αυτήν), στο Ριάλτο το καλοκαίρι του 1958 (στη μεγάλη επιτυχία Γρανίτα και χωνάκι στην οποία η Ρένα συνέπραξε εκτάκτως για έναν μήνα), στο Ακροπόλ τη σεζόν 1967-68 και στο Κοτοπούλη-Ρεξ τη σεζόν 1972-73.
Ν. Σταυρίδης-Ρ. Βλαχοπούλου σε πρώιμο γύρισμα της Ζηλιάρας.
Πηγή φωτογραφίας: Μ. Δελαπόρτας, Βίβα Ρένα, εκδ. Άγκυρα, 2002
Η επιτυχημένη συνεργασία τους παρά λίγο να αποτυπωθεί και στον κινηματογράφο, τη σεζόν 1968-69, στην ταινία του Κώστα Καραγιάννη Η ζηλιάρα. Όπως αποκαλύπτει μια φωτογραφία που δημοσίευσε ο Μ. Δελαπόρτας στο βιβλίο του Βίβα Ρένα, τα γυρίσματα της ταινίας ξεκίνησαν με τον Νίκο Σταυρίδη στο πλευρό της Ρένας. Για κάποιον λόγο όμως τελικά ο Σταυρίδης αντικαταστάθηκε από τον Γιώργο Κωνσταντίνου.

Σε κάθε περίπτωση όμως ο Νίκος Σταυρίδης θα παραμείνει στην ιστορία ως ο πρώτος θεατρικός παρτενέρ της Ρένας Βλαχοπούλου και φυσικά ως ένας τεράστιος κωμικός στην επιθεώρηση, την πρόζα και την κινηματογραφική κωμωδία…

Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

Ο Σωτήρης Κακίσης για τον Ντίνο Ηλιόπουλο

Ομολογώ πως μέμφομαι τον εαυτό μου. Δεν μου συγχωρώ που δεν προσπάθησα, όταν είχα τον τρόπο και το χώρο στα διάφορα έντυπα, να τον βρω, να του πάρω μια συνέντευξη, όπως πήρα από τον Σταυρίδη, τον Χατζηχρήστο, τη Ρένα Βλαχοπούλου μια φορά κι έναν καιρό, τον Αλέκο Σακελλάριο, και βέβαια από τον πολυαγαπημένο μου Θανάση Βέγγο.

(Για τη Σαπφώ Νοταρά, πάλι μια φορά κι έναν καιρό, προσπάθησα, το ραντεβού μας κλείστηκε με τη βοήθεια του Ματθαίου Μουντέ και του Γιώργου Μανιώτη στο Greek House θυμάμαι για ένα μεσημέρι Παρασκευής, αλλά εκείνη πήγε Πέμπτη εκεί, την παραμονή, και με περίμενε, κι ύστερα θύμωσε, και μου τηλεφώνησε εξοργισμένη, κι έτσι το πράγμα χάλασε. Κρίμα, γιατί αν ήταν σήμερα, μ' όση πείρα έχω πια αποκτήσει, θα τα'χα καταφέρει νομίζω να τη μεταπείσω, να την ξαναβρώ)...

Ο Ηλιόπουλος όμως! Βέβαια πάλι καμιά ανάγκη δεν θα 'χε το μέγιστο ταλέντο του από μια συνομιλία επιπλέον μαζί μου, για μένα όμως θα το 'θελα πολύ, να τον έβλεπα κι από κοντά για λίγο, ακόμα και στην προχωρημένη ηλικία που έπαιζε εδώ κοντά μου, στο θέατρο Ιλίσια. Ποιος ξέρει γιατί δεν το 'κανα, ποια συγκυρία δεν το επέτρεψε να γινόταν από την πλευρά μου και γι' αυτόν ό,τι έπρεπε να 'χει γίνει. Τα λέω όλ' αυτά τώρα που έχω ξαναδιαβάσει την υποδειγματική του αυτοβιογραφία με το προσωπικό του άγγιγμα παντού, με την προσπάθειά του και για χιούμορ επιπλέον του τόσου που επί τόσα χρόνια ο Ντίνος Ηλιόπουλος εντυπωσιακά διαχειρίστηκε και ξόδεψε υπέρ ημών. Όπου, στην αυτοβιογραφία αυτή τα πάντα διάφανα, σαν πίσω από αόρατο κρύσταλλο οι σκηνές της ζωής του, οι αναμνήσεις του οι ποικίλες, οι περιγραφές του οι υπέροχες, τα λόγια του τα συγκινητικά. Όπου καρδιά πάλλουσα ανθρώπου εκλεκτού, την Ελλάδα την πληγωτική και πάντα σχεδόν μητριά μας υπεραγαπούσε, λάτρευε. Όπου οι χαμένες πια μες στους μύθους τους μορφές της Μαρίκας Κοτοπούλη και της κυρίας Κατερίνας ολοζώντανες, δίπλα μας κι αυτές ξαφνικά χωρίς σινεμά, οι πριν από πολλά χρόνια του θεάτρου μας ηγερίες και κορυφαίες, οι βασίλισσες.

(Την κυρία Κατερίνα, τη μοναδική Κατερίνα Ανδρεάδη, εγώ την είδα μικρός στη σκηνή, στη Χαρτοπαίκτρα, με τη Σαπφώ Νοταρά μάλιστα στον ίδιο ρόλο της υπηρέτριας που έπαιξε και με τη Βλαχοπούλου στην ταινία, και παραήτανε καλή η αστική της χυμώδης γελοιογραφία, άλλου είδους τελείως από της Βλαχοπούλου την έντονη ταυτόχρονα και γλυκά διάχυτη λαϊκότητα).

Ο Ηλιόπουλος! Τι θαύμα κι αυτό, να είναι παντού, μα παντού καλός, και σ' έργα ασήμαντα και κακογυρισμένα. Είναι σ' αυτά φωτεινό ακρόπλωρο σε θάλασσες ενάντιές του και σε ανέμους κόντρα και συγκεχυμένους, χαρακτήρας ακριβής, σαν του Αυλωνίτη, σαν του Σταυρίδη, σαν της Βασιλειάδου, σαν του Παπαγιαννόπουλου, πάντα και παντού παραπάνω, πάντοτε το έργο τελικά αυτός, στις δικές του λιγνές πλάτες κόσμος ολόκληρος κρατημένος. Από τον Θανασάκη τον Πολιτευόμενο ως τον Ατσίδα κι από τον Κούνδουρο και τον Σακελλάριο ως τον Δημόπουλο κι όλους μετά, ήρωας ο Ηλιόπουλος και των ελάχιστων ακόμα κινήσεων του σώματός του και των χεριών, χορευτής πέρα κι από τους χορούς του στα φιλμ τους απολαυστικούς, χορευτής ολόψυχος με λάμψη του ολόγυρα τον εαυτό του τον πλήρη, ακόμα πιο πολύ εύστοχο, ακόμα πιο πολύ κάθε φορά προχωρημένο.

Παντού καλός! Σε αριθμό ταινιών αμέτρητο, σε παρουσίες οπουδήποτε τη μία καλύτερη από την άλλη. Και με τον Λόγο, όπως οι πιο επίσημοι κωμικοί, κατακάθαρο, με τις λέξεις του μία-μία της Ποίησης παιδιά, τις φράσεις του, τους τονισμούς του. Του Κλόουν αυτού του πολύ δικού μας φτερά του Ερμή πάνω του, τραγούδια και χωρίς μουσικές καλλίφωνα, γοητευτικά, με τη φωνή του κάθε στιγμή τέλεια.
Ναι. Με τη Δύσης πιο πολύ τα όπλα και την ευγενή διακριτικότητα ο Ηλιόπουλος. Αλλά χαμένης πατρίδας ελληνοπρεπέστατος μαθητής και δάσκαλος, της Αλεξάνδρειας, της Μασσαλίας, ο Ηλιόπουλος Σχολή. Όπως ο Λογοθετίδης πριν από αυτόν, Κωνσταντινούπολης εύθυμης, αλλά κι ουσιαστικής, ουσιαστικότατης, Τέχνης μας προαιώνιας, με το ταλέντο του κι εκείνος νόμιμος, λαμπρός, υπέρλαμπρος κληρονόμος.

Σημείωση του Ρένα Φαν: Σήμερα συμπληρώνονται δεκαπέντε χρόνια από τον θάνατο του Ντίνου Ηλιόπουλου (4 Ιουνίου 2001) και σκέφτηκα αντί ενός αφιερώματος--που πάντως του το χρωστώ...--να δημοσιεύσω αυτό το τόσο όμορφο κείμενο του ποιητή Σωτήρη Κακίση, που πρωτοδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα www.andro.gr τον περασμένο Νοέμβρη και συμπεριλαμβάνεται στο νέο του βιβλίο Όλο αέρα! (αισθηματικά κείμενα). Το βιβλίο, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν, περιέχει κείμενα που έγραψε ο Σωτήρης Κακίσης τα τελευταία χρόνια για τους φίλους του. Και αυτά τα κείμενα είναι σπουδαία γιατί, όπως γράφει ο Γιώργος Πανουσόπουλος στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, ο Κακίσης "φίλους δεν έχει όποιους κι όποιους. Και τους έχει όλους γύρω του. Εμάς κοντά του κι άλλους μακριά --αν και τους βλέπει κάθε μέρα... Κάποιοι είναι πολύ μακριά. Σ' άλλη πόλη, σ' άλλη χώρα, σ' άλλη ήπειρο, μέχρι και στον Παράδεισο." Έτσι από τις σελίδες του βιβλίου του περνούν ο Χατζιδάκις, ο Τσαρούχης, ο Βέγγος, ο Τζέρι Λούις, η Δέσπω Διαμαντίδου κι ο Κώστας Πασχάλης, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Μάνος Ελευθερίου, η Έλενα Ναθαναήλ, ο Γούντι Άλλεν, και βέβαια η Μαρία Κάλλας και τόσοι/ες άλλοι/ες...


Το Όλο αέρα! (αισθηματικά κείμενα) παρουσιάστηκε χτες το βράδυ στον φιλόξενο χώρο του βιβλιοπωλείου "Περιπλανήσεις" στο Μετς, με τον Σωτήρη Κακίση να βρίσκεται περικυκλωμένος από φίλους και φίλες. Η παρουσίαση άνοιξε με τον Φοίβο Δεληβοριά που διάβασε ένα κείμενό του για τον Σωτήρη Κακίση (που αποτελεί και τον επίλογο του βιβλίου), ενώ στη συνέχεια τον λόγο πήρε ο σκηνοθέτης Γιώργος Τσεμπερόπουλος και μίλησε για τη φιλία του με τον ποιητή. Ο ίδιος ο Σωτήρης Κακίσης διάβασε δυο κείμενά του ("Στον Ιόλα με τον Γαβρά" και "Ο Αμφίβολος Επισκέπτης Αργύρης Μπακιρτζής" και η βραδιά έκλεισε μουσικά με τον Φοίβο Δεληβοριά να τραγουδά ένα τραγούδι που ενώνει τους τρεις τους (Κακίση, Δεληβοριά, Τσεμπερόπουλο): το "Πες μου ποιος είναι ο εχθρός" από την ταινία Ο εχθρός μου του Γιώργου Τσεμπερόπουλου σε μουσική Άκη Δαούτη και στίχους Σωτήρη Κακίση, Γιώργου Τσεμπερόπουλου και Τάκη Συρέλλη.


Οι φωτογραφίες του Ντίνου Ηλιόπουλου με τη Ρένα Βλαχοπούλου προέρχονται από την επίσημη ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ και το αρχείο του Ρένα Φαν. Ευχαριστώ τον Σωτήρη Κακίση που μου έδωσε την άδεια να αναδημοσιεύσω το κείμενό του.

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

Μια συνέντευξη της Έλενας Ναθαναήλ στον Σωτήρη Κακίση



ΕΛΕΝΑ ΝΑΘΑΝΑΗΛ:
"Εγώ έκανα όσο πιο καλά μπορούσα τη δουλειά μου..."


συνέντευξη στον ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚΙΣΗ


(δημοσιεύτηκε στο "Symbol" του Επενδυτή τον Νοέμβριο του 1995).

Φωτογραφία του Σωτήρη Κακίση

Ζει πια εκτός των τειχών. Αν η... μισή της καρδιά στην Αθήνα βρίσκεται, η άλλη μισή στη βόρεια Εύβοια αναπνέει, στο κτήμα της, με τ' άλογά της. Η φύση της είναι η... φύση, τους ανθρώπους των πόλεων θέλει από μακριά να τους σκέφτεται, να τους αγαπάει. Όσο για το σινεμά, αυτό που μια φορά κι έναν καιρό την έκανε όνειρο όλων μας, από μακριά το κοιτάει κι αυτό, από την απόσταση μιας ζωής άλλης, εσωτερικής κι ερμητικής, μακριά από απατηλά φώτα και προβολείς άγριους. Η Έλενα Ναθαναήλ δεν δίστασε ένα πρωί στη ζωή της να κόψει χωρίς πολλά πολλά κι εκείνο το μαύρο, το λαμπρό, το λάγιο μαλλί της, το ερωτικότατο σήμα κατατεθέν της επί τόσα χρόνια. Είναι άνθρωπος των άκρων και των απόλυτων αισθημάτων, άτομο με δύναμη χαρακτήρα μεγάλη και προσωπικότητα αντισυμβατική ανέκαθεν, ανικανοποίητη πάντα.

ΕΛΕΝΑ ΝΑΘΑΝΑΗΛ: "Στην Αμερική", λέει, "υπάρχει επάγγελμα 'γιέσμαν'. Επάγγελμα κανονικότατο, επ' αμοιβή. Προσλαμβάνονται στα συνεργεία από τη διεύθυνση παραγωγής. Με σκοπό να λένε 'Ναι, σε όλα!΄ Λέει ο Σπίλμπεργκ, ας πούμε, 'Πετάει ο γάιδαρος!', 'Και βέβαια πετάει!' λένε αμέσως οι γιέσμεν. 'Πώς τολμάτε να σκεφτείτε πως δεν πετάει;' Έτσι γίνεται με όλους τους 'σημαντικούς' ανθρώπους. Τους έχουμε μάθει σ' έναν τρόπο κανακέματος, που εμένα προσωπικά μ' ενοχλεί πολύ. Δεν θέλω, βρε αδελφέ, να μου φέρονται σαν να 'μαι καθυστερημένο. Οι αυλές εμένα μ' αρρωσταίνουνε."

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ: Και βασίλισσα να 'σασταν, δεν θα τις θέλατε;
Ε.Ν.: Όχι, όχι. Ούτε βασίλισσα ήθελα να 'μουνα ούτε αυλή να έχω. Φίλους μόνο ήθελα στη ζωή μου να 'χω και -δόξα τω Θεώ- έχω. Θεωρώ τη φιλία θείο δώρο. Όλες οι άλλες ανθρώπινες σχέσεις έρχονται και παρέρχονται. Μόνο τη φιλία την επιλέγεις, την απολαμβάνεις σε διάρκεια. Δεν σου "δίνεται" η φιλία ούτε σαν συγγένεια, ούτε σαν τίποτα.

Σ.Κ.: Ούτε κληρονομείται, μάλλον, η φιλία. 
Ε.Ν.: Όχι, ευτυχώς. Σε ανέχονται οι φίλοι σου, τους ανέχεσαι, καταπληκτικά πράγματα μπορούν να συμβαίνουν σε μια φιλία. Η οποία φιλία είναι και, μέσα σε εισαγωγικά, "μια πολύ σημαντική ερωτική σχέση". Ο θαυμασμός και η αγάπη στη φιλία είναι ένας ωραίος ερωτισμός, απαλλαγμένος από σεξουαλικές ενέργειες και... παρενέργειες.


Σ.Κ.: Υπάρχει υπόγειος και... ύπουλος ερωτισμός σε κάθε φιλία μας;
Ε.Ν.: Όχι. Καθόλου υπόγειος και καθόλου ύπουλος. Απλώς όταν αγαπάς έναν άνθρωπο και τον θέλεις μαζί σου πολύ, αυτό είναι ένα είδος έρωτα. Όπως είναι και η σχέση με τη δουλειά μας, ή με οτιδήποτε αγαπάμε κι επιθυμούμε πολύ. Εγώ, παραδείγματος χάριν, έχω ερωτική σχέση με τη φύση. Έχω ερωτική σχέση με τα ζώα μου. Με τον χώρο που ζω. Εγώ "χάνομαι" μέσα σ' όλα αυτά, μου κόβεται η ανάσα. Το καταλαβαίνετε;

Σ.Κ.: Μπορεί η φιλία να κόβει ανάσες;
Ε.Ν.: Κι ανάσες, και ψυχές ολόκληρες! Αν ο φίλος σου σ' απογοητεύσει, κι εσύ να του 'χες δοθεί πολύ, κάηκες. Εν πάση περιπτώσει, όλ' αυτά της ζωής μας τα παθήματα, μαθήματα είναι πάντα, κι εγώ, εν κατακλείδι, έχω εδώ κι αρκετό καιρό πάρει τις αποφάσεις μου.
Σ.Κ.: Που είναι;
Ε.Ν.: Έχω επιλέξει τους ανθρώπους καταρχήν. Και οι άνθρωποί μου πια είναι πάρα πολύ λίγοι. Γιατί, σας το ξανάπα, νομίζω κάποτε, έχω πολύ μικρή αγκαλιά, που δεν χωράει εκατό άτομα, ούτε πενήντα. Θέλω μαζί μου ανθρώπους που να μην παίζουν θέατρο. Που ό,τι σκέπτονται το λένε. Που ενοχλούν όταν πρέπει να ενοχλήσουν. Δεν μπορώ πια τα συμπλεγματικά άτομα. Η ζωή είναι απλή. Κι εκτός από απλή, είναι και πολύ σύντομη, γι' αυτό δεν μας "παίρνει" να μπλεκόμαστε στα δίχτυα των κομπλεξισμών.


Σ.Κ.: Λίγη ευγένεια, βέβαια, καλό κάνει.
Ε.Ν.: Άλλο ευγένεια και καλοί τρόποι, άλλο διακριτικότητα, και άλλο η αλήθεια. Εμένα δεν μ' ενδιαφέρει να παίζω την καλή. Δεν μ' ενδιαφέρει να πλακώνω τις ευγένειες και τα, κατά συνθήκην έστω, ψεύδη. Κουράζομαι, βαριέμαι, υποτιμάω και σιχαίνομαι τον εαυτό μου έτσι. Όπως βαριέμαι πια και να σκαλίζω για να ανακαλύψω ανθρώπους. Παλιά είχα το κουράγιο κι έλεγα: "Αυτός ο άνθρωπος έχει καταπληκτικά στοιχεία και θα του τα βγάλω εγώ στην επιφάνεια. Κρίμα να είναι έτσι παρεξηγημένος, να μη φαίνεται αυτό που είναι!" Και, τις περισσότερες φορές, τίποτα δεν ήταν. Ένα κουβάρι ήτανε μόνο, που γιατί να το ξεμπλέξω πάλι εγώ; Ας το ξεμπλέξει κανείς άλλος. Εγώ είδα κι έπαθα να ξεμπλέξω τον δικό μου εαυτό, να ξεκουβαριαστώ. Πρέπει τώρα να ξεκουβαριάζω κι άλλους; Ευχαριστώ, δεν θα πάρω.

Σ.Κ.: Αρχίσαμε με το "εν κατακλείδι". Με ανθρώπους. Εγώ όμως ήθελα να σκεφτούμε λίγο μήπως, αντί για ανθρώπους, ξεκινούσαμε να μιλάμε για ζώα.
Ε.Ν.: Τι προτιμάτε, τρυφερά ή σκληρά πράγματα; Αν προτιμάτε τα τρυφερά και όχι τα σκληρά κόλπα, έχετε δίκιο: ας τα σβήσουμε όλα τα πριν, κι ας αρχίσουμε μιλώντας για ζώα.

Σ.Κ.: Θέλετε μήπως να κάνουμε μερικές συγκρίσεις ανάμεσα σ' αυτά τα δύο είδη, ανάμεσα στα δίποδα και τα τετράποδα πλάσματα του Θεού;
Ε.Ν.: Α, όχι. Σας παρακαλώ πολύ. Δεν ενδιαφέρομαι να συγκρίνω τ' ασύγκριτα. Προσβάλλομαι, θίγομαι, όταν καλούμαι να συγκρίνω τα ζώα με τους ανθρώπους. Δεν το δέχομαι.

Σ.Κ.: Κάποιος που δεν σας ξέρει, θα μπορούσε να νομίσει πως είστε με τους ανθρώπους.
Ε.Ν.: Όχι. Με τα ζώα είμαι. Κι όποιος νομίζει το αντίθετο, κακώς το νομίζει.

Σ.Κ.: Θεωρείται δεδομένη η... συμπαράταξή μας με το γένος των ανθρώπων, ξέρετε.
Ε.Ν.: Α, μπα; Από πού κι ώς πού;

Σ.Κ.: Από... γιέσμαν σε γιέσμαν, φαντάζομαι, της κοινωνίας τούτης.
Ε.Ν.: Εμείς όμως το 'παμε: ούτε "γιέσμαν" έχουμε ούτε ενδιαφερόμαστε να προσλάβουμε, και τζάμπα να θέλουν να μας... υπηρετήσουν.

Σ.Κ.: Γιατί η αυλή των ζώων είναι πιο ειλικρινής ιστορία;
Ε.Ν.: Μα τα ζώα δεν φτιάχνουν αυλές. Μακάρι να 'χαμε όλοι ζώα γύρω μας, να καταλάβαιναν όλοι τι πάει να πει ανιδιοτελής αγάπη, σωστή συμπαράσταση, βαθιά αισθήματα, περηφάνια, αξιοπρέπεια, ειλικρίνεια.
Σ.Κ.: Οι σκύλοι, πάντως, τ' άλογα, δεν κατηγορούνται για "γιεσμανισμό";
Ε.Ν.: Τρελός παπάς θα σας βάφτισε, αγαπητέ μου. Μόνο τ' άλογα δεν μπορούν να κατηγορηθούν για κάτι τέτοιο. Πολύ λάθος ενημερωμένος μου 'ρθατε. Το άλογο δεν θέλει αφεντικό. Για να περάσεις το "ψυχικό τεστ" που θα σου κάνει τ' άλογο, φτύνεις αίμα. Μόνο και μόνο για ν' αποφασίσει αν θα συνυπάρξει μαζί σου, όχι για να σ' έχει γι' αφεντικό του. Ούτε τα σκυλιά μπαίνουν σ' αυτή τη λογική των ανθρώπων. Και είναι μεγάλη δυστυχία να θες να διατάζεις οποιοδήποτε ζώο, μόνο και μόνο επειδή δεν έχει τον τρόπο να σηκωθεί να σε πλακώσει στο ξύλο. Γιατί δεν διατάζω κι εγώ εσάς τώρα;


Σ.Κ.: Επειδή με θεωρείτε... ζώον ίσως;
Ε.Ν.: Τέτοια ωραία κομπλιμέντα για τον εαυτό σας καλό θα 'τανε να μην τα κάνετε μόνος σας, Σωτήρη. Δεν σας διατάζω γιατί σας φοβάμαι. Φοβάμαι τη σωματική σας δύναμη, τη γλώσσα σας, το μυαλό σας. Ενώ με τ' ά-λογα, τ' άλογα είναι αλλιώς τα πράγματα. Πάντως, ευτυχώς που δεν μιλάνε κιόλας τα ζώα, γιατί αν μας τα λέγανε κιόλας, χαθήκαμε.

Σ.Κ.: Πάλι σας συναντώ σε πολύ καλή φόρμα, Έλενα. Πάντα το ίδιο και περισσότερο μαχητική. Είστε, όπως πάντα, εκτός του κόσμου τούτου;
Ε.Ν.: Πάντα εκτός! Πάντα εκτός. Των τειχών όμως μόνο, όχι του κόσμου όλου, νομίζω. Γιατί είμαι πάντα με τους φίλους μου, όπου είμαι, όπου υπάρχω και ζω. Δεν μπορώ τα πολλά πολλά "εντός" πια, φοβάμαι μήπως έχω παραγίνει αντικοινωνική. Μήπως έχω γίνει μικρο-ερημίτισσα.

Σ.Κ.: Αντι-ανθρώπινη;
Ε.Ν.: Όχι, αυτό ας το ξεκαθαρίσουμε επιτέλους κάπως: ίσως νιώθω τόσο ανθρώπινη, που δεν αντέχω τους... ανθρώπους. Δηλαδή με τσακίζει ο ανθρώπινος πόνος. Με τσακίζει να βλέπω την ανθρώπινη αξιοπρέπεια να εξευτελίζεται στα δελτία ειδήσεων των καναλιών. Που δεν σέβονται τίποτα, που δεν έχουν ιερό και όσιο προκειμένου για την είδηση. Εγώ δεν δέχομαι να τσακίζεται τόσο ελαφρά τη καρδία κάθε μέρα κόσμος και κοσμάκης, ο άνθρωπος ως οντότητα, ως άνθρωπος.

Σ.Κ.: Και όλ' αυτά στην Ελλάδα, που υπερηφανεύεται για τον ορισμό του ανθρώπου, του άνω-θρώσκοντος όντος. Του ζώου, που μπορεί να κοιτάει ψηλά, σε κάτι ανώτερο.
Ε.Ν.: Σωπάτε, κύριε Κακίση, που περηφανευόμαστε πια για τέτοια εδώ γύρω! "Νομίζουμε πως" πια για όλα. Άλλο όμως νομίζω, άλλο θέλω πραγματικά, άλλο το κάνω. Άλλα ρήματα, τελείως, είναι το καθένα από αυτά. Πάντως να σας πω κι εγώ κάτι από μόνη μου, να μην κουράζεστε κι εσείς... δημοσιογραφικά;

Σ.Κ.: Παρακαλώ.
Ε.Ν.: Από την τελευταία φορά που 'χουμε να τα πούμε, η Έλενα Ναθαναήλ δεν νομίζω πως έχει καμία δραματική εξέλιξη. Ούτε ως ον... δίποδο, ούτε καλλιτεχνικά, που λένε, πολλώ μάλλον.
Σ.Κ.: Τίποτα δεν κάνετε για το επάγγελμά σας;
Ε.Ν.: Μικροπράγματα. Έπαιξα τώρα σε μια ταινία ενός φίλου μου νέου, που τον πιστεύω πολύ, ένα πολύ μικρό πραγματάκι ως γκεστ, ούτε καν ρόλος δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η εμφάνισή μου αυτή όμως.

Σ.Κ.: Στο Μπλακ άουτ του Μενέλαου Καραμαγγιώλη θα εννοείτε. Είστε όμως σε μπλακ άουτ και όσον αφορά την... καλλιτεχνική σας ενημέρωση;
Ε.Ν.: Ναι, δεν ενημερώνομαι πια... καλλιτεχνικά, και δεν πάω στο Παρίσι και στο Λονδίνο για ανανέωση της... γκαρνταρόμπας μου.
Σ.Κ.: Παίξατε πάντως και στην τηλεόραση, σχετικά πρόσφατα θα 'λεγα.
Ε.Ν.: Ναι, ψέματα σας είπα! Τόσο πολύ ενδιαφέρομαι πια για όλ' αυτά, που δεν τα θυμάμαι. Έκανα στην ΕΤ-1 ένα θεατρικό του Μπέρναρντ Σο Ο άνθρωπος και τα όπλα, που παίχτηκε σχετικά... incognito κάποια στιγμή.

Σ.Κ.: Εγώ αναφερόμουνα στη σαπουνόπερά σας...
Ε.Ν.: Ε, αυτό έγινε πριν από τρία-τέσσερα χρόνια. Τότε που χρειαζόμουν χρήματα για το κτήμα και... ενέδωσα στις προκλήσεις των καιρών. Άλλωστε, δουλειές κάνω πια όταν χρειάζομαι κάποια χρήματα. Σαπουνόπερες, που είπατε, ή μη. Δεν μ' ενδιαφέρει το είδος του... είδους. Εγώ, όταν μέσα μου έχω αποφασίσει κάτι, το υπηρετώ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Με πλήρη επαγγελματικότητα. Νομίζω πως μπορώ να δώσω στους νεότερους πολλά μαθήματα πειθαρχίας και επαγγελματισμού. Ας μην είναι, μέσα μου-μέσα μου, το καλύτερό μου. Υπηρετώ όσο μπορώ καλύτερα και μια ταινία "ποιότητας" ίσως, και την πιο ελαφριά "σαπουνόπερα", αν θέλετε. Βέβαια η άποψή μου ότι εγώ το έκανα για τα χρήματα και μόνο, δεν πολυάρεσε στο κανάλι, όπου πιστεύανε, θέλανε να πιστεύουνε, πως έκανα ό,τι έκανα για την τιμή των όπλων, πως ήμουν πολύ περήφανη για το... CBS, που μου έκανε την τιμή να με περιλάβει στα προγράμματά του...

Σ.Κ.: Δεν ήταν όμως έτσι ακριβώς τα πράγματα.
Ε.Ν.: Τι να σας πω; Εγώ έκανα όσο πιο καλά μπορούσα τη δουλειά μου. Από 'κει και πέρα, το αποτέλεσμα δεν με αφορά, δεν ήταν δική μου υπόθεση. Το δήλωσα λοιπόν καθαρά και ξάστερα: για τα λεφτά και μόνο ξαναεμφανίστηκα στην οθόνη.

Σ.Κ.: Δεν σας λείπει, όμως, Έλενα.
Ε.Ν.: Όχι, δεν μου λείπει καθόλου -σας προλαβαίνω. Ούτε η δόξα ούτε το χειροκρότημα, τίποτε εξ' αυτών. Είμαι πολύ ευτυχής χωρίς όλ' αυτά, και ούτε τα ήθελα και ποτέ, νομίζω. Δεν μου λείπουν ούτε θα μου λείψουν ποτέ, υποψιάζομαι. Δεν είμαι εγώ ο άνθρωπος που θα πεθάνει στο σανίδι! Δεν μου λέει τίποτα αυτή η θυσία, αυτή η φιλοδοξία. Τη σέβομαι, την εκτιμώ, θαυμάζω τους ανθρώπους που το εννοούν και που το κάνουν. Εγώ όμως δεν το εννοώ, και δεν το κάνω. Εγώ δεν πρόκειται να πεθάνω σε κανένα σανίδι. Συγνώμη που θα σας απογοητεύσω. Τελεία και παύλα.

Σ.Κ.: Να ζήσετε στο σανίδι;
Ε.Ν.: Ούτε να ζήσω στο σανίδι ενδιαφέρομαι, με απώτερο σκοπό πάλι να πεθάνω εκεί πάνω. Πάντως, επειδή δεν είμαι καθόλου αχάριστο πλάσμα, σας λέω πως αναγνωρίζω ότι στη ζωή μού δόθηκαν πολλά, πάρα πολλά πράγματα, απλόχερα θα 'λεγα. Το επάγγελμά μου ολόκληρο μου "δόθηκε", δεν το επέλεξα. Μου έτυχε. Και, πραγματικά, δεν έκανα καμία υποχώρηση. Πέρασα υπέροχα χρόνια, γνώρισα υπέροχους ανθρώπους -και μη υπέροχους φυσικά. Και όλοι, μα όλοι σχεδόν, μου φέρθηκαν υπέροχα.
Σ.Κ.: Πώς αυτό άραγε;
Ε.Ν.: Ίσως γιατί φερόμουνα σ' όλους πάντα με σεβασμό και ποτέ μα ποτέ δεν ενόχλησα κανέναν. Ίσως γιατί ούτε ανταγωνιστικό άτομο είμαι ούτε ανταγωνιστικό θηλυκό, κατά το άλλο, κοινώς πάλι, λεγόμενο. Δεν υπήρξα ποτέ ματαιόδοξη--γιατί φιλοδοξίες ως άνθρωπος δεν μπορώ να πω πως δεν έχω κι εγώ. Να, τώρα λέω πως θέλω να κάνω μπίζνες. Φιλοδοξία δεν είναι κι αυτή; Τη ματαιοδοξία του δημοσίου προσώπου όμως εγώ δεν την είχα ποτέ.

Σ.Κ.: Παρόλα αυτά, υπάρχουν κι άλλες διαστάσεις στο θέμα "ηθοποιός".
Ε.Ν.: Που είναι;

Σ.Κ.: Που είναι από "λειτούργημα" έως "έρωτας του φακού", ας πούμε.
Ε.Ν.: Α, μάλιστα. Λοιπόν, εγώ σας πληροφορώ πως είχα πολύ σπουδαιότερους έρωτες στη ζωή μου για να έχω έρωτες με φακούς! Με τέτοια άψυχα πράγματα.

Σ.Κ.: Μα είναι "άψυχο" πράγμα ο φακός;
Ε.Ν.: Παν-άψυχο είναι! Το "μάτι του κοινού" κι άλλα τέτοια δακρύβρεχτα εμένα δεν με συγκινούν -θα σας το χαλάσω πάλι. Το "μάτι του κοινού" στο σινεμά δεν το βλέπεις. Το "μάτι του κοινού" μόνο στο θέατρο το βλέπεις, τι να κάνουμε τώρα; Είναι πολύ σπουδαία δουλειά ο κινηματογράφος, μαγική υπόθεση, αναντίρρητα. Μπορείς εύκολα να παρασυρθείς. Αλλά εμένα δεν "μου 'τυχε", δεν την πάτησα. Μπορεί να φταίω κι εγώ, ίσως. Ίσως, τι να πω, μπορεί να 'μουνα εγώ "λίγη" για όλ' αυτά. Δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να βγω ν' ασκήσω κανονικά τα καθήκοντα του "δημοσίου προσώπου", που λέγαμε. Δεν μ' ενδιέφεραν ποτέ ούτε οι συνεντεύξεις εν σειρά ούτε τίποτα σκάνδαλα να στήνω. Όλ' αυτά είναι πανεύκολα, άλλωστε, στην Ελλάδα, τα πετυχαίνεις, άμα θες, εν μια νυκτί.
Σ.Κ.: Γιατί τη γλιτώσατε απ' όλα αυτά εσείς, λέτε; Τι σας φύλαξε, τι σας προφύλαξε;
Ε.Ν. Πρώτα πρώτα η μεγάλη μου ανάγκη για προσωπική ζωή. Το ότι δεν ήθελα καθόλου, μα καθόλου, να "εκτίθεμαι". Σεβόμουνα πάντα το σπίτι μου, την οικογένειά μου, τον εαυτό μου τον ίδιο, την αξιοπρέπειά μου, βρε αδερφέ.

Σ.Κ.: Οι "σταρ" όμως, όπως εσείς, αν όχι τώρα που αποποιείσθε μετά βδελυγμίας κι αυτόν τον... ρόλο, έχουν κι άλλα αγωνιώδη ερωτήματα να απαντήσουν.
Ε.Ν.: Όπως;

Σ.Κ.: Όπως πώς δεν θα γεράσουν ποτέ π.χ. Πώς θα μείνουν ίδιες οπτικά πάνω κι από αιώνα, αν γίνεται, την ψυχή τους μέχρι και στον ίδιο τον διάβολο πουλώντας...
Ε.Ν.: Πάλι σας τα χάλασα, ε; Εγώ και εικόνα, δόξα τω Θεώ, άλλαξα και το επονομαζόμενο "εθνικό μαλλί" το 'κοψα. Δεν με αφορούν τα αισθητικά τερτίπια αυτής της μορφής. Ούτε πιστεύω πως όσοι μ' αγάπησαν στη ζωή μου, όσοι άντρες, αν θέλετε, βρέθηκαν ώς τώρα μαζί μου, μ' αγάπησαν ή με θαύμασαν για τα μαύρα μου τα... μαλλιά και μόνο.
Σ.Κ.: Βέβαια, όσον αφορά το μαλλί το μυθικό, εγώ φαντάζομαι πως κάποιος πονηρός κομμωτής ίσως το φύλαξε, για να βγάλει σε κάποια δημοπρασία κάποτε!
Ε.Ν.: Κι εδώ φρόντισα, δυστυχώς, πριν από σας για... σας: τα πέταξα εγώ η ίδια και ησύχασα και από αυτή τη διάσταση του θέματος. Καμία δημοπρασία δεν προβλέπεται. Κι εγώ, που δεν είμαι εκατό χρόνων ακόμα, που δεν με πολυβλέπω να τα φτάνω, μια και είμαι από εκείνους που τρώγονται συνέχεια με τα ρούχα τους, είμαι σαράντα οκτώ ετών σήμερα, κι ευτυχής με όλες τις ρυτίδες που έχω πια. Ας μην έχω τη φρεσκάδα των είκοσι ετών, της εικόνας μου στο σινεμά και στη ζωή μια φορά κι έναν καιρό. Δεν μπορώ να διεκδικώ από τη φύση θέση δίπλα στην κόρη μου, που είναι είκοσι δύο. Δεν το 'χω αυτό το δικαίωμα. Θα τιμωρηθώ αν το κάνω.

Σ.Κ.: Πάντως, και στον απλό άνθρωπο η ροή των ηλικιών δεν είναι εύκολη, ψυχικά κατ' αρχήν, υπόθεση.
Ε.Ν.: Συμφωνώ. Αλλιώς όμως δεν γίνεται. Στο κάτω κάτω ούτ' εμένα μ' αρέσει που γερνάω όπως όλος ο κόσμος. Ως θηλυκού γένους άτομο, δεν είμαι και η ευτυχέστερη των θνητών μ' αυτήν όλη την... αναποδιά. Μπορώ όμως να κάνω τίποτα; Η φύση έχει μεριμνήσει για όλα. Δεν ξυπνάς ένα πρωί γέρος, για να τρελαθείς κι εσύ και οι γύρω σου. Σε προετοιμάζει η φύση, με τη φθορά, με τις ρυτίδες, με το δέρμα, που δεν λάμπει πια τόσο, που δεν είναι πια τόσο τσιτωμένο.

Σ.Κ.: Με την αλλαγή των ρυθμών προς το πιο αργό, με την οικονομία πια του εαυτού σου σε κινήσεις και δραστηριότητες;
Ε.Ν.: Εμένα πάντως και σήμερα δεν μου μένει κανένα απωθημένο "ενέργειας".

Σ.Κ.: Και δεν θέλετε έστω και λίγο θέατρο στη ζωή σας;
Ε.Ν.: Όχι. Κανένα εναλλασσόμενο ρεπερτόριο καμιά φορά, γιατί κάπως με ιντριγκάρει κάποιο έργο, γιατί είναι φίλοι μου αυτοί που το ανεβάζουν, για καμιά εικοσαριά μέρες, μπορεί και να μου αλλάξει  για λίγο τα μυαλά. Έτσι, για "ξεκάρφωμα". Αλλά να σας λέω: "Τον ονειρεύομαι μια ζωή αυτόν τον ρόλο", "Αχ, Θεέ μου, αξίωσέ με να τον παίξω πριν κλείσω τα μάτια μου!" κι άλλα τέτοια συναφή, α πα πα πα!


Σ. Κ.: Ούτε η Επίδαυρος δεν σας ενδιαφέρει εσάς;
Ε. Ν.: Όχι. Δεν θέλω να παίξω στην Επίδαυρο, γιατί εγώ την Επίδαυρο τη φοβάμαι.

Σ.Κ.: Γιατί τη φοβάστε;
Ε.Ν.: Μη με καταπιεί.

Σ.Κ.: Καταπίνει κόσμο η Επίδαυρος, λέτε;
Ε.Ν.: Δεν ξέρω, για τους άλλους δεν μπορώ να πω. Δεν μπορώ να κρίνω.

Σ.Κ.: Σαν "εγχειρίδιο απομονώσεως" μοιάζει λίγο όλη αυτή η συνέντευξη.
Ε.Ν.: Δεν διαφωνώ. Από την αρχής σας το 'πα άλλωστε πως τις τάσεις απομονωτισμού μου δεν τις ελέγχω τον τελευταίο καιρό πλήρως. Περνάω πια πολύ καλύτερα μόνη παρά με κόσμο. Δεν μπορώ δε να κρίνω, γιατί δεν έχω, νομίζω, τις απαραίτητες γνώσεις. Γιατί δεν είμαι "ξερόλας", και όσα ξέρω δεν ξέρω αν τα ξέρω σε βάθος ή σε επίπεδο απλώς ενημέρωσης. Διαβάζω πολύ, ψάχνω και ψάχνομαι, μ' ενδιαφέρει η αμπελουργία, αλλά αμπελουργός με πλήρη γνώση του θέματος δεν είμαι.

Σ.Κ.: Πόσο κοντά μας νομίζετε, κυρία Ναθαναήλ, πως σας φέρνει αυτό το "μακριά", όλη αυτή η προσπάθειά σας μια ζωή για απομάκρυνση και απομόνωση;
Ε.Ν.: Πολύ. Πάρα πολύ! Εκτιμώ πιο πολύ τους φίλους μου από "μακριά". Πιο πολύ τους αγαπώ έτσι τους ανθρώπους. Έτσι τους θέλω, σας θέλω πιο πολύ. Έτσι σας χρειάζομαι περισσότερο. Πιο ουσιαστικά. Και ίσως έτσι με χρειάζεστε κι εσείς λίγο περισσότερο, λίγο πιο ουσιαστικά. Άλλωστε, εγώ δεν ξέρω να ξέχασα ποτέ κανέναν στη ζωή μου. Εδώ δεν έχω ξεχάσει ούτε για μια μέρα ανθρώπους που αγάπησα στη ζωή μου κι έχουν πεθάνει δεκαπέντε χρόνια και είκοσι πια, θα ξεχάσω ένα φίλο μου που 'χω να τον δω δεκαπέντε είκοσι μέρες μόνο;

Σ.Κ.: Κι εμάς, το κοινό σας, που μας λείπουνε τα μάτια σας;
Ε.Ν.: Υπάρχουν πια κι ωραιότερα μάτια από τα δικά μου στην τηλεόραση και στα έργα. Να τα βλέπετε, να με θυμόσαστε!
Φωτογραφία του Σωτήρη Κακίση


Σημείωμα του Rena Fan:
Στις 20 Αυγούστου 1963 η εφημερίδα Τα Νέα ενημερώνει το αναγνωστικό της κοινό ότι η Φίνος Φιλμ πρόκειται να γυρίσει μια νέα ταινία με τίτλο Κάτι να καίη στην οποία θα πρωταγωνιστεί ίσως ο Ντίνος Ηλιόπουλος αλλά και μια νέα πρωταγωνίστρια. Δυο μέρες μετά, στις 22 Αυγούστου, η εφημερίδα επανέρχεται στο θέμα με περισσότερες πληροφορίες για τη νέα πρωταγωνίστρια της ταινίας Κάτι να καίη: "Το νεαρό μαναικαίν Έλενα είναι η αποκάλυψις του Φίνου: ούτε 17 ετών, φοιτά ακόμα στο Γυμνάσιο..." Στην ταινία θα πρωταγωνιστούν επίσης ο Ντίνος Ηλιόπουλος, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Μάρθα Καραγιάννη, η Χλόη Λιάσκου και ο Κώστας Βουτσάς... Λίγες μέρες μετά, στις 26 Αυγούστου το καστ αναχώρησε για τη Θεσσαλονίκη όπου, την επομένη, θα ξεκινούσαν τα γυρίσματα της ταινίας.
 
Λιάσκου, Βουτσάς, Βλαχοπούλου, Βοσκόπουλος, Ναθαναήλ, Νέγκας

Το αποτέλεσμα παρουσιάστηκε στις αθηναϊκές οθόνες λίγους μήνες μετά, στις 13 Ιανουαρίου 1964: το πρώτο έγχρωμο σινεμασκόπ του ελληνικού κινηματογράφου και το πρώτο ολοκληρωμένο μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη έσπασε τα μέχρι τότε ρεκόρ εισιτηρίων Α΄ Προβολής, "κόβοντας" 660.791 εισιτήρια. Το κοινό λάτρεψε την ταινία ενώ και οι κριτικοί της εποχής τη δέχτηκαν αρκετά καλά. Ο Γ. Κ. Πηλιχός γράφει, μεταξύ άλλων, στα Νέα: "[το κοινό] θα χειροκροτήση ανάμεσα στις ερμηνείες και μια νέα ηθοποιό: την Έλενα Ναθαναήλ που εκτός του ότι είναι όμορφη--βελτιωμένη έκδοσις Λολομπρίτζιτας--και με ζεστή ωραία φωνή, δείχνει να έχη και ταλέντο."

Ρένα Βλαχοπούλου-Έλενα Ναθαναήλ
 
Το Κάτι να καίη ήταν το ξεκίνημα μιας λαμπρής κινηματογραφικής καριέρας για την Έλενα Ναθαναήλ. Το πρώτο της εξώφυλλο στο περιοδικό Εικόνες, γράφει ο Χρήστος Παρίδης στη Lifo, γοητεύει τον Γερμανό σκηνοθέτη Ραλφ Τίλερ, που την κάλεσε να πρωταγωνιστήσει στο Αίμα των Βελσβούγκεν. Ο Γιώργος Σκαλενάκης τη σκηνοθετεί στο ασπρόμαυρο ατμοσφαιρικό φιλμ Ντάμα Σπαθί αλλά και στο έγχρωμο τουριστικό μιούζικαλ Επιχείρησις Απόλλων. Ο Κώστας Μανουσάκης τη σκηνοθετεί στον Φόβο ενώ ο Βασίλης Γεωργιάδης της δίνει την ευκαιρία να κερδίσει το πρώτο βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου για το Ραντεβού με μιαν άγνωστη αλλά και να ταυτιστεί με τη μουσική του Γιάννη Σπανού για την ελληνική εκδοχή του Love Story στο Εκείνο το καλοκαίρι. Στα χρόνια του '70 και στο πρώτο μισό της δεκαετίας του '80 εμφανίζεται σε παραγωγές που αντικατοπτρίζουν το παρακμιακό κλίμα του εμπορικού κινηματογράφου.

 
Ζακυνθινός, Βλαχοπούλου, Βερλέκης, Ναθαναήλ
 
Σε μια από αυτές, την Πολιτσμάνα του Κώστα Καραγιάννη, η Έλενα Ναθαναήλ συναντιέται ξανά με τη Ρένα Βλαχοπούλου, παίζοντας κατά κάποιον τρόπο την αντίζηλό της αφού διεκδικεί ως... μοιραία κατάσκοπος όχι μόνο τα επιτυχημένα σχέδια για θερμοσίφωνες που επινόησε ο σύζυγός της αλλά και τον ίδιο τον σύζυγο... Πάντως, η Ναθαναήλ θα καταφέρει να δηλώσει παρούσα και σε ταινίες του νέου ελληνικού κινηματογράφου (Απουσίες του Γιώργου Κατακουζηνού, Παταγονία του Ηλία Γιαννακάκη και Black Out του Μενέλαου Καραμαγγιώλη) ενώ παράλληλα πραγματοποιεί εμφανίσεις και σε αρκετά ελληνικά σίριαλ. Στο θέατρο οι εμφανίσεις ήταν συγκριτικά λιγότερες--σημαντικότερος θεατρικός σταθμός της είναι η συνεργασία της με το Προσκήνιο του Αλέξη Σολομού

Γυναίκα ουσιαστικά αντισυμβατική, αποφάσισε σε μια μάλλον συντηρητική εποχή (1973) να γεννήσει την κόρη της Ίνκα χωρίς να παντρευτεί τον αγαπημένο της Γιώργο Τσαγκάρη, ενώ τη δεκαετία του '90 επέλεξε να ζει σε ένα κτήμα στη Βόρεια Εύβοια, όπου φρόντιζε άλογα, έφτιαχνε το δικό της κρασί και δεχόταν τα λιγοστά άτομα που εκείνη επέλεγε να της κρατούν συντροφιά. Έφυγε διακριτικά, χτυπημένη από τον καρκίνο, πριν από δύο χρόνια, στις 4 Μαρτίου 2008. Στο πλευρό της εκτός από την κόρη της ήταν και ο μεγάλος της έρωτας Τάσος Μητρόπουλος. Η αποτύπωση της αφοπλιστικής ομορφιάς της σε τόσες αξέχαστες κινηματογραφικές εικόνες θα είναι, όσο είναι δυνατόν, η παρηγοριά μας για το ξαφνικό και πρόωρο φευγιό της...

ΥΓ. Ευχαριστώ από καρδιάς τον Σωτήρη Κακίση για την παραχώρηση της συνέντευξης.