Στις 22 Ιουνίου 1944 οι αθηναϊκές εφημερίδες δημοσίευσαν ρεπορτάζ και κριτικές για την επιθεώρηση Κόσμος και κοσμάκης των Σώτου Πετρά και Κώστα Κιούση που είχε ανεβεί την προηγούμενη μέρα στο θέατρο Ερμής. Όπως και στην προηγούμενη επιθεώρηση του θεάτρου Ερμής, τα Ελληνικά τοπία, συνθέτης και μαέστρος ήταν ο Γιώργος Μυρογιάννης και σκηνογράφος ο Στέλιος Δόξας. Η σύνθεση του θιάσου Π. Κυριακού-Φ. Λουκά-Γ. Σπαρίδη επίσης παρέμεινε η ίδια. Η επιθεώρηση διαφημίστηκε ως "μοντέρνα" και "αληθινά πρωτότυπη".
Από τις κριτικές αρκετά λεπτομερής είναι αυτή του Νικ. Καπ. στη Βραδυνή. Δεν ξέρω αν είναι απόλυτα αντικειμενική, γιατί ο ένας από τους συγγραφείς, ο Σώτος Πετράς, ήταν συνεργάτης της εφημερίδας (και για αυτόν τον λόγο είχε γίνει και μια εκτενής παρουσίασή της πριν από την πρεμιέρα της). Την αναδημοσιεύω πάντως ολόκληρη με πρόσθετες πληροφορίες για τις/τους ηθοποιούς των σκηνών--όπου μπόρεσα να τους εντοπίσω από άλλες πηγές.
Η συγγραφική δυάς Σώτου Πετρά και Κώστα Κιούση με την πρώτη εφετεινή δημιουργία της "Κόσμος και Κοσμάκης" που ενεφάνισε χθες στο θέατρο "Ερμής", προσέθεσε μια αναμφισβήτητη μεγάλη επιτυχία, ίσως πρώτη στις πρώτες, σε όσες έχει τα τελευταία χρόνια. Η νέα τους δημιουργία μπορεί να είναι μια επιθεώρηση παληού στυλ, αλλά τούτο δεν επιτρέπεται να καταλογισθή στα μειονεκτήματά της, όταν χαρίζη στο θεατή άφθονο γέλιο, σε όλες σχεδόν τις σκηνές της, ωραιότατα κωμικά ευρήματα και εξυπνάδες απόλυτα ευχάριστες στον κάθε θεατή. Και τα σόκιν που ακούγονται από σκηνής είναι τόσο αριστοτεχνικά "καμουφλαρισμένα" και τόσο "κομψά" που γίνονται δεκτά μ' αληθινή... αγαλλίασι!! Κι η μουσική--του κ. Γιώργου Μυρογιάννη--ανάλογα ευχάριστη, γεμάτη δροσερούς σκοπούς, όπως ανάλογα ωραίες οι σκηνογραφίες του κ. Στ. Δόξα. Για τον καλλιτέχνη αυτόν αξίζει εκδήλωσις θαυμασμού για το ό,τι κατώρθωσε στο στενώτατο χώρο της σκηνής του "Ερμή". Ευτυχείς ήταν οι συγγραφείς και για την απόδοσι της δημιουργίας των. Με μεγάλη στοργή--το έδειξε και το ότι ήσαν άμεμπτοι όλοι και σε όλα τους--περιέβαλαν το έργον των. Το όλον πρόγραμμα του "Κόσμου και Κοσμάκη" έχει επιτυχίες που μπορούν να θεωρηθούν επιτυχίες μεταξύ των επιτυχιών όλων των τελευταίων επιθεωρήσεων. Τις αναφέρουμε με τη σειρά του προγάμματος. "Συζυγικοί καυγάδες", "Αθήνα μου, τα κάλλη σου" [Π. Κυριακός], "Αυτά έχει ο πόλεμος" [Μπ. Δόξα-Μ. Καντιώτης], "Σερσέ λα φαμ", "Όταν θα γίνη ειρήνη" [Π. Κυριακός-Φ. Λουκά], "Κορίτσια της παντρειάς". Οι σκηνές δε "Αυτά έχει ο πόλεμος" και "Σερσέ λα φαμ" είναι εξαιρετικές. Χωριστά τα τραγούδια της Ρένας Βλαχοπούλου και της Φρόσως Κοκκόλα που αληθινά ενθουσιάζουν. Χωριστά και ο φαντασμαγορικός χορός της Ελίτα και του Φριτς Φλερύ ["Η αρπαγή της θεάς"], που θαυμάζεται και ως σύνθεσις και για την εκτέλεσί τους. Πριν τελειώσουμε δεν μπορούμε να μη μιλήσουμε ιδιαιτέρως για τους εκτελεστάς των σκηνών. Για το μπρίο της Φωφώς Λουκά, για τις όλο δροσιά και χάρι υπέροχες εμφανίσεις της Μπέμπας Δόξα, για την Άννα Γκαλ--που σε κάθε της εμφάνισι είναι και καλλίτερη--για την Δέσποινα Παναγιωτίδου που εδημιούργησε τύπους που ξεσήκωσαν το θέατρο στο γέλιο, για τη δροσιά της Φίτσας Ντάβου, για τις Καζαντζή και Παυλοπούλου. Και για τους πρωταγωνιστάς; Ο Πέτρος Κυριακός, ο ίδιος Πέτρος των παληών μεγάλων επιτυχιών του. Ο Σπαρίδης πηγή αβίαστου γέλιου [στο σκετς "Ο Αγκόπ δικηγόρος με το ζόρι"]. Ο Καντιώτης λεπτότατος, κωμικός "κινηματογραφικός". Ο Διανέλλος άμεμπτος στους ξεκαρδιστικούς του τύπους. Ο Κιούσης το ίδιο άψογος σε κάθε του εμφάνισι. Και ο κομπέρ κ. Σαντοριναίος αριστοτέχνης στη δύσκολη δουλειά του, προσθέτει πολλά στην επιτυχή εμφάνισι του έργου.
Βραδυνή, 22-6-1944
Συνολικά και ο Δρομάζος στην Καθημερινή (22-6-1944) θεωρεί πως, παρά κάποιες αδεξιότητες, οι δύο συγγραφείς "εμφανίζονται ανανεωμένοι και δημιουργούν μια ωραία επιτυχία". Στέκεται ιδιαίτερα στο φινάλε, για το οποίο όμως δεν κατάφερα να βρω πληροφορίες. Ειδικά για τον κομπέρ Κώστα Σαντοριναίο γράφει πως κράτησε "με πολλή λεπτότητα και χάρι το μέρος το κομπέρ και είναι αξιοσημείωτον ότι ο καλός αυτός ηθοποιός έχει αντιληφθή πληρέστατα την αξία του συνδετικού τύπου των σκηνών της επιθεωρήσεως". Για τον Κυριακό σημειώνει πως "χειροκροτείται ενθουσιωδώς" και "ανακαλείται επανειλημμένως εις την σκηνήν". Ο Δρομάζος έχει καλά λόγια και για τις δύο τραγουδίστριες του θιάσου: "Η δημοφιλής Ρένα Βλαχοπούλου σημειώνει μεγάλο σουξέ με τα τραγουδάκια της. Επίσης η κ. Κοκκόλα ετραγούδησε με τη γνωστή της επιτυχία δημοτικά τραγούδια".
Κατάφερα να εντοπίσω τα στοιχεία μόνο ενός (από τα δύο, υποθέτω) τραγουδιού που ερμήνευε η Ρένα Βλαχοπούλου στο Κόσμος και κοσμάκης. Ο τίτλος του ήταν "Λιλίκα", η μουσική ήταν του Μυρογιάννη και στίχοι του Κώστα Κιούση:
Με τη λευκή σου καπελίνα
έχεις τρελάνει την Αθήνα,
τι λαδωμένο μπουκλί,
τι κουκλί, τι κουκλί,
θα 'χεις, φως μου, μπαμπά μερακλή...
Δεν περπατάς, αλλά χορεύεις
και δεν μιλάς, αλλά μαγεύεις
και δεν πληγώνεις, αλλά
η ματιά σου μιλά
και ο καθένας παθαίνει πολλά.
Λιλίκα μου, πλάσμα τρελό,
γεμάτο γλύκα,
δεν μου 'χεις αφήσει μυαλό,
Λιλή, Λιλίκα.
Σε γύρευα στον ουρανό,
στη γη σε βρήκα,
κορίτσι μου μελαχροινό,
Λιλή, Λιλίκα.
Τρελά σε αγαπώ
και όπου σε βλέπω τα χάνω.
Και το 'χω σκοπώ
να σε χαρώ κι ας πεθάνω.
Λιλίκα μου, πλάσμα τρελό,
γεμάτο γλύκα,
δεν μου 'χεις αφήσει μυαλό,
Λιλή, Λιλίκα.
Για την ιστορία όμως αξίζει να σταθώ σε μια ακόμα λεπτομέρεια: ο αναγνώστης της Βραδυνής Βασίλειος Μητροκόλιας έστειλε επιστολή στη θεατρική στήλη της εφημερίδας με την οποία διαμαρτύρεται για τη χορευτική σύνθεση της επιθεώρησης Κόσμος και κοσμάκης με τίτλο "Η αρπαγή της θεάς" "υπερέβη κάθε όριον πιθανής φαντασίας" και επισημαίνει ότι "πρέπει να ληφθούν μέτρα διά τους χορούς αυτούς. Ο θεατρόφιλος που πληρώνει για να διασκεδάση και να απολαύση ένα ωραίο θέαμα, δεν μπορεί να παρακολουθή χορούς τέτοιας απιθάνου και τολμηρής φαντασίας". Το χορευτικό έσπευσαν να υπερασπιστούν με επιστολές τους τόσο οι δύο συγγραφείς όσο και ο χορογράφος. Και πάλι για την ιστορία παραθέτω τις δύο απαντήσεις:
Με αληθινά καταπληκτικήν... κατάπληξιν διαβάσαμε στο χθεσινό σας φύλλον μια επιστολή ενός "σεμνοτυφοπλήκτου" αναγνώστου "θεατροφίλου" το επάγγελμα (ο Θεός να σας φυλάη από το άδικο) που υπογράφεται Μητροκόλιας! Ο κύριος σεμνότυφος θεατρόφιλος Μητροκόλιας, λοιπόν, γνωρίζων από μουσικόν θέατρον και χορογραφίαν όσον γνωρίζει ο τσαγκάρης από φαρμακευτικήν, επιτίθεται εναντίον ενός χορευτικού νούμερου της επιθεωρήσεως "Κόσμος και κοσμάκης" που με εξαιρετικές πιέννες παίζει επί 15ήμερον το θέατρον "Ερμής" και το βρίσκει λίαν "απιθάνου και τολμηρής φαντασίας". Χίλιοι και πλέον θεαταί κάθε βράδυ αυτό το νούμερο μαζί με τα άλλα της επιθεωρήσεως το βρίσκουν εξαιρετικά επιτυχές και χειροκροτούν θερμώς τους δύο εκτελεστάς του, την κ. Ελίτα και τον κ. Φλερύ. Επίσης οι δύο συγγραφείς του έργου και ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θιάσου από την αρχήν το εκρίναμε και το βρήκαμε θαυμάσιο, όταν ο Ελβετός χορογράφος κ. Φριτς Φλερύ το υπέβαλε υπό την κρίσιν μας... και μόνον στον κύριο Μητροκόλια του ξινοφάνηκε όταν το είδε και το απεκάλεσε "απιθάνου τολμηρής φαντασίας!" Έλα Χριστέ και Παναγιά!!!
Ταύτα διά την τάξιν
Μετά τιμής
Σώτος Πετράς, Κώστας Κιούσης
Βραδυνή, 4-7-1944
Αγαπητή "Βραδυνή",
Διάβασα στη θεατρική σου στήλη όσα ο κ. Μητροκόλιας έγραψε για τη χορευτική μου δημιουργία μετά της δ. Ελίτας στο θέατρο "Ερμής". Και μου έκανε κακή εντύπωση η δυσμενής κριτική του κ. Μητροκόλια, περισσότερον διότι οι θεαταί όλων των παραστάσεων, καθηγηταί κλασικών χορών και συνάδελφοί μου χορογράφοι με εχειροκρότησαν και με συνεχάρησαν για αυτήν ακριβώς την απεριόριστη φαντασίαν μου που εκδηλούται στις γραμμές της. Άλλως τε παγκοσμίου φήμης χορευταί (Λιφάρ, Νιζίνσκι κλπ.) δεν παρουσίασαν απείρως τολμηρότερες σε φαντασία χορευτικές συνθέσεις; Και στον κινηματογράφο δεν εθαύμασαν οι φίλοι της τέχνης του χορού αμέτρητες συνθέσεις που η επιτυχία τους στηρίζεται στη φαντασία των συλλαβόντων αυτές χορογράφων; Πάντως ζητώ να συγχωρεθή η απεριόριστη φαντασία μου, η οποία όμως, ομολογώ, με εβοήθησε πάρα πολύ στη σταδιοδρομία μου και στις εμφανίσεις μου στη Βιέννη, στη Βουδαπέστη, στο Βερολίνο, στη Ρώμη, στη Βενετία κλπ.
Φιλικώτατα
Φριτς Φλερύ
Βραδυνή, 5-7-1944
Από τα μούτρα τον πήραν τον άνθρωπο... Ίσως όμως, σε μια εποχή που δεν ήταν πολύ συχνό φαινόμενο να γράφουν οι θεατές τη γνώμη τους (πολύ μακριά από τα ήθη των social media...), μια τέτοια επιστολή να μπορούσε να βλάψει την παράσταση...
Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.
Στις 21 Ιουνίου 1941 ξεκίνησε τις παραστάσεις του το βαριετέ του Ζαππείου Πεύκα (πρώην Αγελάδες). Επικεφαλής του προγράμματος ήταν ο μέγας Αττίκ, ο Κλέων Τριανταφύλλου. Στο δυναμικό του συγκροτήματος των Πεύκων ανήκαν το Τρίο Βάμπαρη, η Ρένα Βλαχοπούλου, το Τρίο Μόλλυ (δεν είμαι σίγουρος αν πρόκειται για τρίο με επικεφαλής τη Νίτσα Μόλλυ), το χορευτικό ζευγάρι Φλερύ-Μοριάνοβα, η Τζένη (Σταυροπούλου άραγε;), ο Γαβριηλίδης (άγνωστο αν ήταν ο Γιώργος ή κάποιος από τους συγγενείς του), η Πέρσα Βλάχου, ο Κυπαρίσσιος, οι 4 Μέμφις, η Κούλα Γκιουζέππε (περίφημη πρωταγωνίστρια του Μεσοπολέμου), η Λιάνα Καζάνσκι και ο "αλήτης αριστοκράτης" Soulis (γνωστός χορευτής και ακροβάτης της εποχής).
Δεν είμαι σίγουρος αν η σειρά των ονομάτων αντικατόπτριζε τη δημοφιλία των καλλιτεχνών: αν συμβαίνει αυτό, η Γκουζέππε είναι πολύ υποβαθμισμένη, ενώ η Ρένα, με θητεία μόλις ενός χρόνου στο αθηναϊκό μουσικό θέατρο, βρίσκεται πολύ ψηλά. Και φαίνεται πως η επιτυχία της στα Πεύκα ήταν τόσο μεγάλη, ώστε είκοσι μέρες μετά να φιγουράρει το όνομά της σε δικό του διαφημιστικό πλαίσιο στις εφημερίδες (τιμή που αποδόθηκε επίσης στο Τρίο Μόλλυ, στον Μοσχόπουλο και φυσικά στο Τρίο Βάμπαρη). Αργότερα προστέθηκαν στο συγκρότημα των Πεύκων η Κάκια Μένδρη (που δικαιωματικά το όνομά της ήταν πρώτο στις διαφημίσεις με δεύτερο σταθερά το όνομα της Ρένας Βλαχοπούλου), ο Ζαζάς, η μικρούλα Καλή Καλό και οι αδελφές Μπελλίνι, οι οποίες υιοθέτησαν ξανά το καλλιτεχνικό τους ψευδώνυμο που τον Οκτώβρη του '40 απαρνήθηκαν λόγω της ιταλικής του χροιάς και εμφανίζονταν, προσωρινά όπως αποδείχτηκε, ως αδελφές Παναγοπούλου...
Πηγή: Εστία, 12-7-1941
Παρόλο που είχαν ήδη αρχίσει να παρατηρούνται κάποιες ελλείψεις στην αγορά, κανείς και καμιά δεν μπορούσε να φανταστεί τον Ιούνιο του '41 τι περίμενε τους κατοίκους της Αθήνας τον χειμώνα που ερχόταν. Ενώ στον καλλιτεχνικό τομέα, ούτε η Ρένα ήξερε πόσο θα εκτοξευόταν η καριέρα της σε ενάμιση χρόνο αλλά ούτε και ο Αττίκ ήξερε πόσο η δικιά του καριέρα θα έπαιρνε την κατιούσα. Έχοντας σφραγίσει μια ολόκληρη εποχή με τη Μάντρα του και τα αριστουργηματικά του τραγούδια, δεν παρουσίασε πλέον καμία καινούρια σύνθεση μετά το 1940, ενώ οι εμφανίσεις του σιγά-σιγά αραίωσαν. Το άστρο του έδυε (με φωτεινές αναλαμπές τον πανηγυρικό εορτασμό των τριάντα χρόνων της καριέρας του και την παρουσία του στα Χειροκροτήματα του Γιώργου Τζαβέλλα), και ο ίδιος βυθιζόταν στην κατάθλιψη που την επιδείνωνε η τραγική κατάσταση της κατεχόμενης Αθήνας, ώσπου δεν άντεξε και έδωσε τέλος στη ζωή του τον Αύγουστο του 1944...
Δεν γνωρίζω αν η Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδούσε κάποιο τραγούδι του Αττίκ στα Πεύκα ή αν η διάδρασή τους περιοριζόταν στα λόγια που έλεγε εκείνος ως κονφερανσιέ για να την παρουσιάζει κάθε βράδυ στο κοινό (και τι δεν θα 'δινα, βέβαια, για να ακούσω πώς ακριβώς την παρουσίαζε...). Ξέρουμε από κάποιο δημοσίευμα ότι για ένα διάστημα η Ρένα σημείωνε επιτυχία στα Πεύκα τραγουδώντας το "Καλόμαθε η Φιλιώ στα σύκα" του Κώστα Ζαχαρόπουλου, πατέρα της Νινής Ζαχά (στο εξώφυλλο της παρτιτούρας του μάλιστα φιγουράριζε η φωτογραφία της μικρούλας Νινής). Η ολοένα και μεγαλύτερη επιτυχία της Ρένας, πάντως, είχε ως αποτέλεσμα να δεχτεί δελεαστικότερες προτάσεις από το γειτονικό βαριετέ Όασις, όπου είχε επίσημα ντεμπουτάρει την προηγούμενη χρονιά, στις οποίες είπε το "ναι", κι έτσι εγκατέλειψε τα Πεύκα στις αρχές του Αυγούστου του 1941. Και κάποια στιγμή, όπως έχουμε ήδη δει, βρέθηκε στα μέσα Αυγούστου να τραγουδά και στο θέατρο Μακέδο, αντικαθιστώντας τη Σοφία Βέμπο, όταν οι Γερμανοί της απαγόρεψαν να εμφανίζεται στο κοινό...
Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.
Στις 20 Ιουνίου 1944 δόθηκε στο θέατρο Ερμής (το σημερινό θέατρο Βέμπο) η τελευταία παράσταση της επιθεώρησης του Δημήτρη Γιαννουκάκη Ελληνικά τοπία (ή, όπως έγραφαν τότε, τοπεία). Τη μουσική του έργου υπέγραφε ο Γιώργος Μυρογιάννης και τις σκηνογραφίες ο Στέλιος Δόξας. Την επιθεώρηση παρουσίαζε ο θίασος Πέτρου Κυριακού-Φωφώς Λουκά-Γιάννη Σπαρίδη και ο Μίμης Καντιώτης με σύμπραξη της Μπέμπας Δόξα. Ντιζέζ του θιάσου ήταν η Ρένα Βλαχοπούλου.
Τα Ελληνικά τοπία είχαν ανέβει στις 31 Μαΐου. Το τελευταίο κατοχικό καλοκαίρι οι θίασοι άλλαζαν έργα με ελαφρώς ταχύτερους ρυθμούς από ό,τι τις προηγούμενες σεζόν (υποθέτω πως ο καλπάζων πληθωρισμός του καλοκαιριού απέκλεισε ένα κομμάτι του κοινού που μπορούσε να πηγαίνει θέατρο ως το Πάσχα του '44: τον Μάιο οι εφημερίδες κόστιζαν 20.000 δραχμές και τα εισιτήρια των θεάτρων 200.000 δραχμές, ενώ τον Ιούνιο οι τιμές ήταν αντίστοιχα 60.000 δρχ. και 600.000 δρχ...), έτσι οι τρεις εβδομάδες παραστάσεων αντιστοιχούσαν σε μια αρκετά ικανοποιητική σταδιοδρομία της επιθεώρησης.
Από την εφημερίδα Καλλιτεχνικός Κόσμος, 20-5-1944 (Βιβλιοθήκη του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ)
Το έργο επρόκειτο αρχικά να έχει τον τίτλο Ταξίδια στην Ελλάδα. Το αναφέρουν οι εφημερίδες της εποχής, αλλά το βλέπουμε και στο χειρόγραφο του Δημήτρη Γιαννουκάκη που έχει διασωθεί στο αρχείο του συγγραφέα, το οποίο ψηφιοποιήθηκε από τον Τομέα Θεατρολογίας και Μουσικολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης: ο Γιαννουκάκης έχει διαγράψει τον αρχικό τίτλο και έχει μάλιστα διορθώσει και δύο στίχους στο κείμενο της έναρξης για να αλλάξει η ρίμα: το "Ταξίδια στην Ελλάδα" που ομοιοκαταληκτούσε με το "και λίγη πρασινάδα" έγινε "Ελληνικά τοπία" που ταίριαζε με το "και πρασινάδα θεία". Ας δούμε όμως καλύτερα ολόκληρο το ρεφρέν της έναρξης:
Σ' ελληνικά τοπία θα δούμε γαλάζιο ουρανό και πρασινάδα θεία και κάμπο και λίγο βουνό. Θα ιδούμε κανέν' ακρογιάλι που η φύσις το εγέμισε κάλλη κι απ' της ομορφιάς τη ζαλάδα θα πούμε: Αθάνατη Ελλάδα!
Το ρεφρέν αυτό μαρτυρά μία τάση που παρατηρήθηκε σε όλα τα μουσικά θέατρα του τελευταίου κατοχικού καλοκαιριού: όλα μα όλα ανέβασαν επιθεωρήσεις που είχαν στον τίτλο τους κάτι από Ελλάδα και στα κείμενά τους αναφορές γεμάτες θαυμασμό στις ομορφιές, το μεγαλείο και το ένδοξο παρελθόν της χώρας. Ήταν μια σαφέστατη διαρκής υπενθύμιση στο αθηναϊκό κοινό πως ο πόλεμος σύντομα τελειώνει, η αντίσταση βαδίζει στα χνάρια των ηρωικών αγώνων της ιστορίας μας και μια νέα ζωή περιμένει τους κατοίκους της χώρας. Η αναφορά στο βουνό στα λόγια του τραγουδιού επίσης δεν είναι τυχαία. Όπως έχει επισημανθεί ήδη στα απομνημονεύματα των θεατρανθρώπων της εποχής και στη θεατρολογική έρευνα, η λέξη "βουνό" ήταν ένα κλείσιμο ματιού στο κοινό, μια συνεννόηση ανάμεσα στην πλατεία και τη σκηνή για τον αγώνα των ανταρτών στα ελληνικά βουνά. Άλλωστε λίγο μετά τους παραπάνω στίχους, ο κομπέρ της επιθεώρησης, ο Κώστας Σαντοριναίος συζητούσε με δυο κοπέλες για διακοπές. Εκείνες τον καλούσαν για ένα ταξίδι στα νησιά, ενώ εκείνος απαντούσε: "Κι είναι ανάγκη να παραθερίσω στα νησιά; Πάω στο βουνό..."
Λίγο νωρίτερα, μια άλλη αναφορά στην επικαιρότητα της εποχής: ο κομπέρ λέει στις κοπέλες ότι φοβάται τις τρικυμίες και εκείνες του λένε ότι δεν υπάρχει λόγος, αφού η θάλασσα είναι λάδι, οπότε εκείνος απαντά: "Αν η θάλασσα ήταν λάδι, δεν θα είχε πάει το λάδι τρία εκατομμύρια η οκά! Θα κατεβαίναμε στο Φάληρο και θα παίρναμε όσο θέλαμε..." Τελικά αποφασίζουν να τα συνδυάσουν όλα και τραγουδούν κεφάτα:
Νησιώτικες αγάπες στ' αλήθεια τρυφερές τι όμορφες κοπέλες τρελές και δροσερές νησιώτικες αγάπες σε κάποιο μονοπάτι απάνω στο βουνό αγάπες δροσισμένες απ' τα φιλιά του μπάτη το βραδινό.
Μπέμπα Δόξα Αρχείο Μπέμπας Δόξα, Τμήμα Παραστατικών Τεχνών, ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ
Αμέσως μετά όμως το κλίμα αλλάζει: εμφανίζεται μια νησιωτοπούλα που την υποδυόταν η Μπέμπα Δόξα, που ειδικευόταν στα δραματικά νούμερα, και όταν ο κομπέρ της ζητά ένα φιλί, εκείνη αρνείται και του λέει πως περνάει τις ώρες της κλαίγοντας. "Για την αγάπη όταν κλαις, ίσως δεν κλαις του κάκου" τής λέει, αλλά εκείνη απαντά: "Κλαίω τον κόσμο ολόκληρο, κι αν θες ν' ακούσεις, άκου". Τραγουδά λοιπόν ένα δραματικό τραγούδι για τα δεινά του πολέμου και για όλες τις καταστροφές που θα έχει αφήσει πίσω του όταν τελειώσει:
Την όμορφη τη μέρα που τ' αστέρι τ' αστέρι της ειρήνης θα ανατείλει και ίσως θα 'ρθει κάποιο περιστέρι να φέρει και κλωνάρι από ελιά, αυτή τη μέρα την ευλογημένη ποιος ξέρει πρωινό αν θα 'ναι ή δείλι θα μείνουνε πολλοί συλλογισμένοι και θα 'χουνε στον νου τους τα παλιά
Τότε θα πούνε ότι πέρασε ο χειμώνας κι άφησε ερείπια σωστού κατακλυσμού ήρθε καλπάζοντας ο εικοστός αιώνας κι ήπιε στου κόσμου την υγειά και του πολιτισμού.
Στις επόμενες τρεις στροφές υπάρχουν λόγια που μπορεί να ακούγονται μελοδραματικά σήμερα, ωστόσο αλλιώς θα "μιλούσαν" στο κοινό της εποχής. Αναφορές "στου ανθρώπου τη σοφία/που είναι τόσο πια πολιτισμένη/και γέμισε παντού νεκροταφεία", σε "σπίτια γκρεμισμένα/και νιάτα που επήγανε χαμένα", στις "φοβερές τις οπτασίες/τη θύελλα που πήρε απ' άκρη σ' άκρη/και γκρέμισε σκολειά και εκκλησίες/σαν πράγματα τελείως περιττά".
Ο Γιάννης Σπαρίδης (Αγκόπ) στα νιάτα του, στην ταινία Ο μάγος της Αθήνας του Αχιλλέα Μαδρά (1923 ή 1931)
Μετά τη δραματική νότα της Μπέμπας Δόξα, επανερχόταν η σάτιρα. Ο δημοφιλέστατος τότε κωμικός Γιάννης Σπαρίδης (που κάποια περίοδο, μέσα στην Κατοχή, θεωρούνταν ο πιο ακριβοπληρωμένος ηθοποιός του θεάτρου) εμφανιζόταν σε δύο σκηνές: στο σκετς "Διανυκτερεύον φαρμακείο" και στο νούμερο "Στη ρουλέτα", που ευτυχώς σώζεται επίσης στο αρχείο του Γιαννουκάκη. Οι ρουλέτες ήταν μια νέα μόδα που κατέκλυσε το κέντρο της Αθήνας τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής. Επρόκειτο τόσο για υπαίθριες ρουλέτες, κάτι ανήκουστο στην προπολεμική Αθήνα, αλλά και για οργανωμένα καζίνο, στα οποία επενδύονταν τα κέρδη των μαυραγοριτών. Στο νούμερο του Γιαννουκάκη ο Αρμένης Αγκόπ δανείζεται διαρκώς από τον κομπέρ χρήματα για να παίξει στη ρουλέτα και φυσικά στο τέλος είναι χαμένος, οπότε τραγουδά, πάνω στη μελωδία του μεγάλου σουξέ της Κατοχής "Αχ, αγάπη μου πού να 'σαι" (των Σπάρτακου-Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου που τραγουδούσε φυσικά και η Ρένα Βλαχοπούλου):
Πορτοφόλι μου, πού να ΄σαι; ποιος το ξέρει ποιος γλεντάει τα ψιλά μου; Αχ, ρουλέτα, π' ανάθεμά σε, Κι εγώ σφίγγω την κοιλιά μου!
Στη συνέχεια συνομιλούσε με τη ρουλέτα (την υποδυόταν η Άννα Γκαλ) πάνω σε μελωδίες άλλων σουξέ της εποχής, όπως το "Σφυρίζω σφυρίζω" των Ριτσιάρδη-Γιαννουκάκη:
Ρουλέτα: Γυρίζω, γυρίζω, για να βγεις κερδισμένος Αγκόπ: Και τότε δακρύζω και βγαίνω χαμένος Ρουλέτα: Και μένεις ταπί!
Πηγή: Καλλιτεχνικός Κόσμος, 3-6-1944 Από τη βιβλιοθήκη του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ
Ο μπριλάντε κωμικός Μίμη Καντιώτης. που επανεμφανιζόταν στη σκηνή μετά από τέσσερα χρόνια, υποδυόταν έναν μαέστρο σε ένα μοντέρνο κοσμικό κέντρο της εποχής που εξιστορούσε τα παθήματά του με τις μουσικές προτιμήσεις του κοινού. Τον συνόδευε η δημοφιλής κωμικός Φωφώ Λουκά, που μετά από κάποια "σόκιν" υπονοούμενα για τις μουσικές προτιμήσεις ενός ηλικιωμένου ακροατή, άλλαζε κοστούμια για να υποδυθεί πότε μια Σπανιόλα και πότε μια χωριατοπούλα, από εκείνες που πλούτισαν χάρη στην έλλειψη τροφίμων στα αστικά κέντρα:
Μαέστρος: Και μια χωριατοπούλα αν αγαπάτε που πλούτισε πουλώντας τα τυριά της απ' την ορχήστρα θέλει να θυμάται και λίγο τα χωριά της. Χωριατοπούλα: Και ο τσέλιγκας από το Καρπενήσι που έχει πιάσει τώρα την καλή με κέφι όταν θέλει να γλεντήσει για βλάχικους σκοπούς παρακαλεί.
Μαέστρος: Και μου λέει η χωριατοπούλα: Χωριατοπούλα: Ουρ' συ μαέστρο, φτάνει, καλέ μ', και βάρα μ' κανένα βλάχικο να θυμηθώ τη στάνη.
Μαέστρος: Κι ο βλάχος σιγοντάρει: "ουρ' συ, τι ξελαρυγγιάζεσαι μ' αυτούνα τα ταγκά; Κρένε μ' και τίποτις σαρακατσάνικα που είναι πιο τσαγκά".
Ο μπριλάντε κωμικός Μίμης Καντιώτης Από το ιστολόγιο greekactor.blogspot.com
Τα Ελληνικά τοπία είχαν δύο τραγουδίστριες, τη "Βασίλισσα της Τζαζ" Ρένα Βλαχοπούλου, που ειδικευόταν στους μοντέρνους ρυθμούς, και την ηθοποιό Φρόσω Κοκκόλα, τη σύζυγο του Λαυρέντη Διανέλου, που στα χρόνια της Κατοχής ειδικεύτηκε στην εκτέλεση δημοτικών τραγουδιών από τις σκηνές των θεάτρων (η Δανάη Στρατηγοπούλου τα τραγουδούσε στα βαριετέ και τα κέντρα της εποχής). Στα χειρόγραφα του Γιαννουκάκη υπάρχουν οι στίχοι με τους οποίους ο κομπέρ παρουσίαζε τη Ρένα Βλαχοπούλου στο κοινό:
Κύριες μου και κύριοι, Αν έχουμε διάθεση μάλλον σατιρική και μια στιγμούλα λυρισμού δεν θα 'τανε κακή κι αυτή η στιγμή, που ασφαλώς αρέσει στον καθένα ανήκει δικαιωματικά στη Βλαχοπούλου Ρένα!
Και ακολουθεί η σκηνική οδηγία του Γιαννουκάκη: "Αποσύρεται και εμφανίζεται η ολόγλυκιά μας ντιζέζ"... Η Ρένα ερμήνευε δύο τραγούδια στα Ελληνικά τοπία με φανερές επιρροές της τζαζ μουσικής. Το πρώτο ήταν το σουίνγκ "Εσύ κι εγώ θα το ξέρομε":
Εσύ κι εγώ θα το ξέρομε θα με φιλάς και θα χαίρομαι Γιατί θαρρώ θα 'ναι και ντροπή να βγάλομε τελάλη να το πει. Εσύ κι εγώ θα το ξέρομε αντί κρυφά να υποφέρομε. Να μη μιλά ο μικρός λαός, εσύ κι εγώ, παιδί μου, κι ο Θεός! Άκουσε τα λόγια τα σωστά, είν' άδικο να ζούμε χωριστά. Σκέψου το λιγάκι σοβαρά, το χώμα θα μας φάει μια φορά! Εσύ κι εγώ θα το ξέρομε αντί κρυφά να υποφέρομε!
Το εξώφυλλο της παρτιτούρας του τραγουδιού Μάτια κανακάρικα που κυκλοφόρησε το 1944. Το ερμήνευε η Ρένα Βλαχοπούλου στην επιθεώρηση Ελληνικά τοπία στο θέατρο Ερμής (Υπάρχει άλλη μια παρτιτούρα του ίδιου τραγουδιού που κυκλοφόρησε το 1951, όταν δισκογραφήθηκε το τραγούδι)
Το δεύτερο τραγούδι ήταν το σλόου "Μάτια κανακάρικα". Ευτυχώς για μας είναι ένα από τα κατοχικά σουξέ που ηχογραφήθηκαν μεταπολεμικά, και μάλιστα με τη φωνή της ίδιας της Ρένας Βλαχοπούλου! Το ηχογράφησε το 1951, μόλις επέστρεψε από την Αμερική. Η ηχογράφηση αυτή είναι ό,τι πιο κοντινό έχουμε στην κατοχική "Βασίλισσα της Τζαζ", αφού διασώζει τους λαρυγγισμούς που την έκαναν δημοφιλή στη νεολαία της εποχής.
Όσο για τα τραγούδια της Φρόσως Κοκκόλα, τα χειρόγραφα του Γιαννουκάκη δεν διασώζουν την αναγγελία του κομπέρ, περιέχουν όμως τους στίχους τριών τραγουδιών: "Ήρθεν ο Μάης, ήρθενε", "Όλες οι παπαρούνες" και, κυρίως, ο "Συρτός" που, νομίζω, περιέχει κάποιους συμβολικούς, για την εποχή εκείνη, στίχους:
Όποιος για να φανεί ψηλός βγαίνει στ' άλλου τη ράχη άδικο και κακομοιριά και μαύρη μέρα θα 'χει.
Πάντα ψηλά στέκει κορφή, αν είν' και χιονισμένη τον βράχο δέρνει η θάλασσα, μα πάντα βράχος μένει.
Φρόσω Κοκκόλα
Το φινάλε των Ελληνικών τοπίων ήταν εμπνευσμένο από τη θεατρική επικαιρότητα της εποχής: τη χειμερινή σεζόν 1943-44 θίασοι πρόζας και μουσικοί ανέσυραν από τα... μπαούλα τους παλιά κωμειδύλλια και δραματικά ειδύλλια. Η κίνηση αυτή ήταν, μάλλον, άλλη μια προσπάθεια επιστροφής στην παράδοση, που είχε στόχο να προβάλει την ελληνικότητα, έστω και μέσα από τις φουστανέλες που φορούσαν οι χαρακτήρες των έργων. Αν και οι κριτικοί αποδοκίμασαν αυτές τις επιλογές ρεπερτορίου, αφού θεωρούσαν πως οι θίασοι έπρεπε να ασχολούνται με σύγχρονα έργα, το κοινό ανταποκρίθηκε σε μεγάλο βαθμό. Έτσι, ο Γιαννουκάκης αποφάσισε να σατιρίσει αυτή την τάση με το φινάλε της πρώτης πράξης που είχε τίτλο "Τα παλιά έργα ξαναζούν". Ο πρόλογος του κομπέρ είναι χαρακτηριστικός:
Πιστεύω πως θα έχουμε του κόσμου τη συγχώρεση εάν εφέτος παίζουμε και πάλι επιθεώρηση, γιατί, όπως βέβαια είδατε, τον περσινό χειμώνα οι θίασοι όλοι το 'ριξαν στα έργα τα παλιά. Αυτά εισπράξεις έκαναν καλές. Αυτά και μόνα. Κι ο κόσμος όλος τα 'βλεπε, χωρίς να λέει μιλιά. Παίχτηκε η Γκόλφω κι έπιασε, να πούμε, εντατικώς, Της βοσκοπούλας παίχτηκε ο αγαπητικός και του Πανθέου ο θίασος γέμισε χαρτζιλίκι απ' τ' αγαπητιλίκι...
(Τον Αγαπητικό της βοσκοπούλας έπαιζε στο Πάνθεον ο θίασος Βάσως Μανωλίδου-Γιώργου Παππά-Νίκου Δενδραμή με τη συμμετοχή του Αιμίλιου Βεάκη...).
Σύμφωνα με τα χειρόγραφα του Γιαννουκάκη, η αρχή του φινάλε επρόκειτο αρχικά να είναι αρκετά πιραντελική, αφού εμφανιζόταν και ένας σκηνοθέτης που εξηγούσε στον κομπέρ τη δουλειά του (οι επιθεωρήσεις τότε δεν είχαν σκηνοθέτη, τη δουλειά του αναλάμβανε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θιάσου) και του πρότεινε να ανεβάσει ο θίασος τα παλιά αυτά έργα με μοντέρνο τρόπο. Για κάποιον λόγο όμως ο ρόλος του σκηνοθέτη έχει διαγραφεί από τον συγγραφέα και αντικαταστάθηκε από έναν παλιό Αθηναίο θεατή που ωστόσο ζητούσε τον εκμοντερνισμό των έργων.
Στο σκηνή εμφανίζονταν λοιπόν οι χαρακτήρες των έργων: Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας, Η τύχη της Μαρούλας, Η νύφη της Κούλουρης, Τζιώτικο ραβαΐσι, Οι μυλωνάδες, Χορ-χόρ Αγάς (παλιά αρμένικη οπερέταπου επανέλαβε η Ζωζώ Νταλμάς την άνοιξη του '44)και Μαρία Πενταγιώτισσα (ανέβηκε ως οπερέτα το καλοκαίρι του '44). Ο εκμοντερνισμός των έργων φυσικά στηριζόταν στα θέματα που έκαιγαν τον κόσμο εκείνα τα χρόνια: την έλλειψη τροφίμων, τη μαύρη αγορά και τον νεοπλουτισμό.
Για παράδειγμα ένας από τους Μυλωνάδες αναρωτιόταν:
Γιατί μας λένε, φίλοι μου, έργο παλιάς κοπής; Σήμερα κάθε μυλωνάς έγινε παραλής. Και κάτι με τ' αλεύρι του, κάτι με τις μπομπότες, γυρίζει μ' αυτοκίνητο και έχει εφτά κοκότες...
Και λίγο αργότερα τραγουδούσε, μαζί με τον υπόλοιπο θίασο, πάνω στη μελωδία του "Εντάξει" του Κώστα Μπέζου:
Μυλωνάς: Ω, τι μυστήρια η εποχή μας! Για λίγο αλεύρι... Θίασος: ...βγαίνει η ψυχή μας! Μυλωνάς: Αλεύρι, πλιγούρι που έχω φυλάξει Κι όλοι μου λένε: Κλέβεις απ' το στάρι, κλέβεις απ' το κριθάρι, κλέβεις απ' το λούπινο, κλέβεις απ' τ' αλεύρι, κλέβεις από παντού και φυσικά: Δεν είσ' εντάξει! Κι όλοι μου λένε: Δεν είσ' εντάξει!
Όταν εμφανίζεται ο Λιονταρής από το Τζιώτικο ραβαΐσι και κοκορεύεται για τους ανθρώπους που με τόση ευκολία δήθεν καθαρίζει, δηλώνει:
Λιονταρής: Κι ας έρθει όποιος του βαστά και όποιος μουρμουρίζει Αγαπητικός: Άνθρωπος είναι ή Τρινάλ που έτσι καθαρίζει;
Λίγο αργότερα ο Λιονταρής τραγουδά: Θα έπιανα λαδέμπορο μια μέρα μυστικά κι ευθύς θα του ξηγιόμουνα λιγάκι παστρικά θα τον έβρισκα το βράδυ θα του έβγαζα το λάδι!
Δεν μπορώ να ξέρω αν γράφοντας του παρακάτω στίχους για τον Λιονταρή, τους οποίους τελικά διέγραψε, ο Γιαννουκάκης ήθελε να αφήσει κάποιο υπονοούμενο για τους Γερμανούς και τους λεονταρισμούς τους: Θίασος: Κανείς δεν του μιλάει, κανείς... Λιονταρής: ...τ' ομολογώ! Θίασος: Και πήγαινε με πάσο και βήμα λίγο... Λιονταρής: ...αργό! Θίασος: Και μια φορά που θύμωσε γιατ' είχε και μεράκια Στον τοίχο αμέσως κόλλησε... Λιονταρής: ...σαράντα χασαπάκια!
Ίσως να διυλίζω τον κώνωπα... Ωστόσο, στην εμφάνιση της Νύφης της Κούλουρης υπάρχει, νομίζω, μια αναφορά στην Αντίσταση:
Νύφη: Εγώ είμαι η νύφη που 'κανα. όταν με παίξαν, κρότο! Συγχαρητήρια δέχτηκα, έκανα μπαμ σαν παίχτηκα! Όλοι: Μπαμ; Στα έργα τα παλιά... Μυλωνάς: Τι ήταν; Πιστολιά; Αχ η καρδιά μου αδειάζει... Δεν μας αρκούν οι πιστολιές που πέφτουν σαν βραδιάζει;
Αυτός ο στίχος αναφέρεται, νομίζω, στις βραδινές μάχες των συνοικιών ανάμεσα στους αντάρτες και τους Γερμανούς ή τα Τάγματα Ασφαλείας--αλλά και στις μάχες μεταξύ των αντάρτικων ομάδων...
Όσον αφορά τον Αγαπητικό της βοσκοπούλας ο κομπέρ τον ρωτά αν αγαπά ακόμα τη βοσκοπούλα εκείνος απαντά:
Μπορεί κανένας στο βουνό αγάπη τώρα να 'βρει; Αφού όλοι το ρίξαμε στην αγορά τη μαύρη!
Μια ίδια κατάσταση περιγράφει και η Μαρία Πενταγιώτισσα: Μαρία: Στα Σάλωνα δεν σφάζουνε κριάρια Θίασος: Πενταγιώτισσα... βρε Πενταγιώτισσα...
Μαρία: Δεν σφάζουνε μοσχάρια Θίασος: Δεν σφάζουνε μοσχάρια
Μαρία: Αλλά κοιτάνε όλοι τους γεμάτο... Θίασος: ...το πορτοφόλι τους! Βρε το πορτοφόλι τους! Μαρία: Και όλοι οι συμπολίτες... Θίασος: ...είναι μαυραγορίτες!
Ενώ η Μαρούλα, που κάνει πια την τύχη της κάνοντας τα γλυκά μάτια στο αφεντικό της, τραγουδά πως στη σημερινή εποχή: Εγώ το πορτοφόλι μου θα το 'χα τώρα πλήρες και στο χρηματιστήριο θα έπαιζα με λίρες! Φίλους εγώ θα 'χα πεντ' έξι για να 'χω τόσα τυχερά. Κι αυτοί χωρίς να λένε λέξη θα φέρναν λίρες με ουρά. Τώρα μια λίρα-λίρα-λίρα-λίρα... χρυσή είναι μία-μία-μία-μία περιουσία με σημασία αληθινή στην α-μασία τη σημερ'νή...
Πηγή: Καλλιτεχνικός Κόσμος, 3-6-1944 Από τη συλλογή της βιβλιοθήκης του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ
Τα Ελληνικά τοπία άρεσαν στους κριτικούς της εποχής. Ίσως να μην είναι εντελώς αντικειμενική η κριτική του Θανάση Τσόγκα στον Καλλιτεχνικό κόσμο (3-6-1944), που θεωρεί πως ο Γιαννουκάκης είναι ανεξάντλητος σε όμορφα ευρήματα, αφού ο συγγραφέας ήταν συνεργάτης της εφημερίδας. Ο Στάθης Δρομάζος στην Καθημερινή πιστεύει πως η επιθεώρηση "στερείται ευρημάτων" αλλά "φέρει τη σφραγίδα της δεξιοτεχνίας, του πνεύματος, της σατύρας [sic, πολλά χρόνια αργότερα ο Δρομάζος θα έκανε παρατήρηση στους συγγραφείς μιας επιθεώρησης για την ορθογραφία της λέξης "σατυρικός"] και του σπινθηροβόλου διαλόγου του". Ο Ν. Καπ. στη Βραδυνή όμως κατατάσσει τα Ελληνικά τοπία ανάμεσα στα καλύτερα έργα του συγγραφέα καθώς έχουν "πνευματώδη διάλογο", "κωμικώτατες σκηνές και ακόμα συνοχή". Ο Τσόγκας στέκεται ιδιαίτερα στο φινάλε με την "ατέλειωτη επιτυχημένη σάτυρα των παλαιών έργων". Και οι τρεις κριτικοί ξεχωρίζουν την ερμηνεία της Μπέμπας Δόξα στο δραματικό τραγούδι "Ο εικοστός αιώνας" ("αριστούργημα στο είδος του" γράφει ο Τσόγκας, ο Δρομάζος τη χαρακτηρίζει "ενδιαφέρουσα λεπτή μουσική σκηνή" που εκτελεί "πολύ καλά" η ηθοποιός "αποσπώσα τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα των θεατών", ενώ ο Ν. Καπ. θεωρεί πως η Δόξα είναι "τόσο καλή ... ώστε δίκαια να παίρνη ... μια από τις πρώτες θέσεις μεταξύ των αστέρων του ελαφρού θεάτρου"). Και οι τρεις κριτικοί ξεχωρίζουν τα δύο νούμερα του Πέτρου Κυριακού, "Το εορτολόγιο" και "Το ιδανικό του", τα οποία δυστυχώς δεν σώζονται στο αρχείο του Γιαννουκάκη. Και οι τρεις επίσης ξεχωρίζουν τα τραγούδια της Ρένας Βλαχοπούλου ("καταπληκτική και σχεδόν πρωτοφανή επιτυχία σημείωσαν τα δυο τραγούδια" γράφει ο Τσόγκας, "ετραγούδησε όπως πάντοτε με μεγάλη επιτυχία" γράφει ο Δρομάζος) αλλά και της Φρόσως Κοκκόλα ("όπως πάντα απαράμιλλη" σημειώνει ο Τσόγκας). Ο Ν. Καπ. επισημαίνει πως η Φίτσα Ντάβου (η καλή φίλη της Ρένας) είναι πολύ καλή σε κάθε της εμφάνιση, η Φωφώ Λουκά "πιο μπριόζα από ποτέ" και οι Κυριακός, Σπαρίδης, Καντιώτης και Διανέλος άψογοι.
Πηγή: Καλλιτεχνικός Κόσμος, 3-6-1944 Από τη συλλογή της βιβλιοθήκης του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ
Όλοι γράφουν καλά λόγια για τις δύο κόρες του Πέτρου Κυριακού (που εμφανίζονται μόνες τους στο νούμερο "Αλητεία", ενώ η Ρίτσα ξεχωρίζει και στο νούμερο του πατέρα της "Το ιδανικό του"), για τη μουσική του Μυρογιάννη ("γλυκύτατη, μελωδική, πλουσία σε μοτίβα και με ποικίλες αποχρώσεις. Ο συμπαθής μουσικοσυνθέτης με την εργασία του κατέκτησε ταχύτατα τις μεγάλες συμπάθειες του κοινού" λέει ο Δρομάζος, η ορχήστρα "πειθαρχημένη και αφάνταστα μπριόζα" λέει ο Τσόγκας) και τα σκηνικά του Δόξα ("κομψότατα, με επιμέλεια και καλό γούστο" σύμφωνα με τον Τσόγκα). Ο Ν. Καπ. επίσης παρατηρεί: "Εντύπωσι δε έκαναν οι ωραίες τουαλέττες--πλουσιώτατες για την εποχή--των πρωταγωνιστριών". Παρόλο που ο Δρομάζος και ο Ν. Καπ. τονίζουν πως η παράσταση πρέπει να συντομευθεί, καθώς η πρεμιέρα άρχισε στις 18.30 και τέλειωσε στις 22.00, ο Τσόγκας έκρινε πως ο ρυθμός της ήταν "γοργός και θριαμβευτικός, κατόρθωμα του καλλιτεχνικού διευθυντού του θιάσου κ. Ι. Διανέλου".
Μετά από 21 βραδιές, τα Ελληνικά τοπία έδωσαν τη θέση τους στην επιθεώρηση Κόσμος και κοσμάκης των Κώστα Κιούση και Σώτου Πετρά, η οποία θα μας απασχολήσει κάποια άλλη φορά...
Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.
Στις 19 Ιουνίου 1967 διοργανώθηκε στο Παναθηναϊκό Στάδιο μια μεγάλη εκδήλωση υπέρ των σεισμοπαθών της Ηπείρου--την Πρωτομαγιά του 1967 ο Εγκέλαδος είχε ταρακουνήσει την περιοχή, με επίκεντρο τη Δροσοπηγή Ιωαννίνων. Πλήθος ονομάτων του τραγουδιού και του θεάτρου, ανάμεσά τους και η Ρένα Βλαχοπούλου, ανακοινώθηκε ότι θα συμμετάσχει αφιλοκερδώς στη βραδιά (μαζί με την ορχήστρα του Ε.Ι.Ρ. και τα χορευτικά συγκροτήματα αναμενόταν να εμφανιστούν 300 άτομα επί σκηνής) και οι τιμές των εισιτηρίων ορίσθηκαν "μόνον εις 100, 50, 30, 20μ δραχμάς".
Η εκδήλωση ήταν μια πρωτοβουλία της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης Εσωτερικού και Νήσων (ΑΣΔΕΝ), οπότε, όπως μπορούμε να φανταστούμε, οι συνταγματάρχες της χούντας βρήκαν μια καλή ευκαιρία να αυτοπροβληθούν και να προπαγανδίσουν το καθεστώς. Έδωσαν το "παρών" ολόκληρη η κυβέρνηση Κόλλια (Σπαντιδάκης, Παττακός, Μακαρέζος κ.ά.), ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος και η ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Η βραδιά άρχισε με υμνολόγιο της 21ης Απριλίου από τον Τ. Παπαγιαννόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι με την εκδήλωση αυτή ο στρατός απέδειξε "διά μίαν ακόμη φοράν" την αλληλεγγύη του προς τον ελληνικό λαό. Με άλλα λόγια, η όλη βραδιά ήταν μια καλή πρόβα τζενεράλε για τις χουντικές φιέστες που διοργανώθηκαν τις επόμενες χρονιές στις επετείους του πραξικοπήματος. Πανομοιότυπα ρεπορτάζ δημοσιεύτηκαν σε όλες τις εφημερίδες την επόμενη μέρα που έκαναν λόγο για την "καθολική, αυτήν την φοράν, εκδήλωσιν συμπαθείας προς την Κυβέρνησιν".
Η μόνη εφημερίδα που, πέρα από το δελτίο τύπου της ΑΣΔΕΝ που δημοσίευσαν όλες οι άλλες, δημοσίευσε κείμενο σχετικά με το καλλιτεχνικό πρόγραμμα της εκδήλωσης ήταν η Απογευματινή. Σε αυτό διαβάζουμε πως ο Γιώργος Οικονομίδης, που είχε αναλάβει την επιμέλεια του προγράμματος, δεν παρέλειψε να κολακέψει τους δικτάτορες λέγοντάς τους στην αρχή: "Το πρόγραμμά μας θα είναι τρίωρο, και ελπίζω να μη σας κουράση, αφού εσείς έχετε μπροστά σας ένα πρόγραμμα πολυετές". Και η εφημερίδα συνέχισε την παρουσίαση του καλλιτεχνικού προγράμματος:
Το μουσικό μέρος της βραδυάς άνοιξε η ελαφρά ορχήστρα του Ε.Ι.Ρ., υπό την διεύθυνσι του Γιώργου Κατσαρού, και εν συνεχεία του Τάκη Αθηναίου με τον τραγουδιστή Σάκη Παπανικολάου που ερμήνευσε την επιτυχία "Βράδυασε-Βράδυασε".
Αλλαγή ντεκόρ με την Μαρινέλλα που τραγούδησε το "Έκλαψα χθες" και το "Απόψε χάνω μια ψυχή" με μαέστρους τους συνθέτας των δύο κομματιών Μίμη Πλέσσα και Γιώργο Κατσαρό. Στην συνέχεια ο Γιώργος Οικονομίδης παρουσίασε τον Τάκη Μηλιάδη σε ένα χαριτωμένο μονόλογο και ύστερα την Αλέκα Μαβίλη, που τραγούδησε το "Βρέχει πάλι απόψε" και "Έλα - Έλα". Η Μαριάννα Χατζοπούλου συνέχισε το μουσικό πρόγραμμα με διευθυντή ορχήστρας τον Άκη Σμυρναίο, τραγουδώντας το "Αν σταματούσε η ζωή" και την "Ζαφείρα".
Μουσική και πάλι η συνέχεια με γνωστά και αγαπημένα αστέρια του μικροφώνου που παρουσίασε με σπιρτάδα και πηγαίο κέφι ο Γιώργος Οικονομίδης. Νάντια Κωνσταντοπούλου, "Μόνον εσύ" και "Χθες ακόμη", Γιάννης Βογιατζής, "Απόψε βρέχει" και "Ένας ουρανός μ' αστέρια", Καίτη Μπελίντα, "Αθηναία" και το "Πέταξε ένα πουλί" (ντουέτο με τον Γιάννη Βογιατζή). Παρένθεσι στην παρουσίαση των δημοφιλών μουσικών αστεριών του μικροφώνου ήταν η Ρένα Ντορ σε ένα πικάντικο σκετσάκι με τον Οικονομίδη και συνέχεια ο Θανάσης Βέγγος, που βιάστηκε να φύγη, παρά τις ζωηρές εκδηλώσεις του κοινού. "Εγώ είμαι του κινηματογράφου, και στο μικρόφωνο τα χάνω..." είπε χαρακτηριστικά.
Η "Τραγουδίστρια της νίκης" Σοφία Βέμπο, πλαισιωμένη από μέλη του θιάσου της, τραγούδησε παλιές επιτυχίες και νέα τραγούδια του Μίμη Τραϊφόρου, ενορχηστρωμένα από τον συνθέτη Γιώργο Κατσαρό. Το κοινό τραγούδησε μαζί τα αθάνατα εκείνα τραγούδια, συγκινήθηκε και χειροκρότησε θερμότατα την εθνική μας τραγουδίστρια. Τα δημοτικά τραγούδια, που ερμήνευσε ακολούθως ο δημοφιλής Θανάσης Καμπαφλής και το συγκρότημά του [Σημείωση του Rena Fan: η πρόταση είναι ημιτελής, φαντάζομαι "ενθουσίασαν το κοινό"...]
Σπαρταριστό στιγμιότυπο η παρουσία του Γιάννη Γκιωνάκη. Ανεξάντλητος ο δημοφιλής κωμικός, είπε ανέκδοτα και μιμήθηκε τον Ν. Σταυρίδη και... τον Γιάννη Γκιωνάκη. Η Ζωή Κουρούκλη με το "Ξέχασέ με πια" και το "Μη λες τίποτα" και η Γιοβάννα με το "Φωτιά η αγάπη μας" και ο "Καπετάνιος Φαφαλιός" (διηύθυνε ο Κώστας Καπνίσης) έδωσαν την θέσι τους στην Τζένυ Καρέζη, που αποθεώθηκε σε μια παρλάττα γραμμένη ειδικά για την βραδυά από τον Κώστα Πρετεντέρη.
Η Ρένα Βλαχοπούλου που ανέβηκε τρέχοντας στο πάλκο ξεσήκωσε τους θεατάς με τις επιτυχίες της. Τραγούδησε "Η Αθήνα την νύχτα" και "Βουαλά η Αθήνα". Το κοινό την ξαναζήτησε όταν κατέβηκε από το πάλκο και η Ρένα επέστρεψε και έστειλε την αγάπη της με... χιλιάδες φιλιά στις εξέδρες.
Ακολούθησαν οι αδελφοί Κατσάμπα και σε λίγο οι χρυσές πενιές από τα δημοφιλέστατα αστέρια του λαϊκού μας τραγουδιού Βίκυ Μοσχολιού με τα "Δειλινά" και τον "Λευτέρη-Λευτέρη", Πόλυ Πάνου με το "Καύτε τα-Καύτε τα" και "Πάμε σε κέντρα κοσμικά και σε μπουζούκια" και Γιώργος Ζαμπέτας με την Μανταλένα και τους τρεις λαϊκούς χορευτάς του, που ερμήνευσε το θρυλικό "Φανταράκι". Η Αλίκη Βουγιουκλάκη και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, σε σωστό πανδαιμόνιο, τραγούδησαν στις πενιές του Ζαμπέτα το "Σήκω χόρεψε συρτάκι" και το "Μάτια βουρκωμένα".
Απογευματινή, 20-6-1967
Εκτός από τα παραπάνω αστέρια, είχε ανακοινωθεί πως θα λάβουν μέρος στη βραδιά η Άννα και η Μαρία Καλουτά, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, η Κλειώ Δενάρδου, η Γκέλυ Μαυροπούλου, ο Δημήτρης Μπαξεβανάκης και ο Χρήστος Τσαγανέας. Δεν γνωρίζω αν έλαβαν τελικά μέρος και η Απογευματινή απλώς παρέλειψε να τους αναφέρει. Η άλλη εφημερίδα που ασχολήθηκε με το καλλιτεχνικό πρόγραμμα ήταν η Βραδυνή που δημοσίευσε φωτογραφίες της Τζένης Καρέζη, της Αλίκης Βουγιουκλάκη, του Δημήτρη Παπαμιχαήλ και των καλλονών των πρόσφατων καλλιστείων (ανάμεσά τους και η Σταρ Ελλάς Έλια Καλλιγεράκη που, αν δεν κάνω λάθος, το επόμενο καλοκαίρι εντάχθηκε στο δυναμικό του Θεάτρου του Εθνικού Κήπου).
Τη μεθεπομένη της εκδήλωσης η Βραδυνή, στη στήλη "Πικάντικα ελληνικά και ξένα",συμπλήρωσε: "Εις το Στάδιον, κατά την προχθεσινήν μεγαλειώδη εκδήλωσιν, τα περισσότερα χειροκροτήματα εκέρδισαν, από τους τραγουδιστάς, κατά σειράν, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Σοφία Βέμπο και η Νάντια Κωνσταντοπούλου, από τους ηθοποιούς δε η Τζένη Καρέζη". Μαθαίνουμε επίσης πως ο Σάκης Παπανικολάου χτύπησε το γόνατό του ανεβαίνοντας στη σκηνή και τραγούδησε με φριχτούς πόνους.
Στη βραδιά κληρώθηκαν διάφορα δώρα, ενώ, όπως ανακοίνωσε η ΑΣΔΕΝ, το ποσό που συγκεντρώθηκε για την ενίσχυση των κατοίκων στις σεισμόπληκτες περιοχές ήταν 1.250.000 δραχμές...
Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.
Ο μαέστρος Σπάρτακος κατήρτισε την ορχήστρα του, η οποία θα συμπεριληφθή εις την καλλιτεχνική ομάδα που αναχωρεί, ως γνωστόν, εις το Παρίσι διά ψυχαγωγίαν των αμερικανών στρατιωτών.
Η ορχήστρα Σπάρτακου απηρτίσθη από τους μουσικούς Τσιμούρην, Μίχον, Ρουχωτάν, Σιδέραν, Καρδάμην και Ρεμήν.
Εν τω μεταξύ γίνεται κίνησις από θεατρικούς επιχειρηματίας των οποίων ζημιούνται αι επιχειρήσεις με την αιφνιδίαν αναχώρησιν μερικών ηθοποιών, όπως ματαιωθή το ταξίδι αυτό, δεν είνε όμως γνωστόν αν η κίνησις αυτή έφερε αποτέλεσμα.
Διά τον ίδιον λόγον επέδωσαν διαμαρτυρίαν εις τον Αμερικανόν πρέσβην κ. Μαρκ Βη το Σωματείον Ελλήνων Ηθοποιών, η Εταιρεία Θεατρικών Συγγραφέων και το Εργατικόν Κέντρον.
Βραδυνή, 18-6-1945
Η είδηση μάς αφορά γιατί, όπως είχε γράψει λίγες μέρες νωρίτερα η Βραδυνή, στην ομάδα αυτή ανήκε και η Ρένα Βλαχοπούλου, καθώς επίσης και η Μπέλλα Σμάρω, ο Γιάννης Φλερύ, η "μικρούλα-φαινόμενο" Νινή Ζαχά και οι ακροβάτες-κωμικοί Κάρλο και Τοτό. Η πρωτοβουλία για τη συγκρότηση αυτής της ομάδας ανήκε στον Αμερικανό αξιωματικό Χάλαν Χάσκινς και η αίσθησή μου είναι ότι η ιδέα προήλθε από την επιτυχή συνεργασία της Ρένας Βλαχοπούλου και του Γιάννη Φλερύ με την ορχήστρα του Jack Pratt στο θέατρο Ριάλτο στις 5 Ιουνίου, για την οποία μιλήσαμε ήδη. Άλλωστε η ορχήστρα είχε αναχωρήσει για το Παρίσι και ενδεχομένως να γίνονταν σχέδια για μια εκ νέου συνάντηση (παρόλο που δεν γράφτηκε κάτι τέτοιο). Δόθηκε μάλιστα και η 23η Ιουνίου ως ημερομηνία αναχώρησης, ενώ ανακοινώθηκε επίσης ότι η καλλιτεχνική ομάδα θα παρέμενε στο Παρίσι για 4 μήνες. Δικαιολογημένα εξανίσταντο οι επιχειρηματίες (ο Σπάρτακος και η Ζαχά εμφανίζονταν στο βαριετέ Πεύκα και η Ρένα στο θέατρο Ακροπόλ), αλλά τελικά γράφτηκε πως έδωσαν τη συγκατάθεσή τους. Ωσόσο, καθώς περνούσαν οι μέρες, και έφτασε ο Ιούλιος, ανακοινώθηκε ότι η Ρένα Βλαχοπούλου και η Νινή Ζαχά δεν θα μετέβαιναν τελικά στο Παρίσι, ενώ μετά από λίγες μέρες το εγχείρημα σταμάτησε να απασχολεί τις θεατρικές στήλες. Η αίσθησή μου είναι ότι μάλλον ματαιώθηκε--άλλωστε αν είχε όντως πραγματοποιηθεί, είμαι σίγουρος ότι ο Γιάννης Σπάρτακος θα το είχε αναφέρει στις κατά καιρούς αφηγήσεις του σχετικά με την καριέρα του...
Μεγάλη επιτυχία του Γιάννη Σπάρτακου, του Αλέκου Σακελλάριου και της Ρένας Βλαχοπούλου το 1945. Αν η Ρένα είχε πάει τελικά στο Παρίσι, ο Βασίλης Μπουρνέλλης θα της τραγουδούσε "τέσσερις μήνες σ' έχω χάσει!"...
Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.
Στις 17 Ιουνίου 1955 η Ρένα Βλαχοπούλου εμφανιζόταν στο αναψυκτήριο-βαριετέ Άλσος στο Πεδίον του Άρεως. Επικεφαλής του προγράμματος ήταν ο Γιώργος Οικονομίδης, ο οποίος, όπως έχουμε ξαναπεί, είχε συνδέσει το όνομά του με τον συγκεκριμένο χώρο. Ήταν η πρώτη φορά που η Ρένα εμφανιζόταν εκεί με το "τουριστικό συγκρότημα" του Οικονομίδη, στο οποίο ανήκαν επίσης σταθερά ο Γιάννης Φλερύ και η Λίντα Άλμα.
Στο πρόγραμμα του Άλσους εμφανίζονταν επίσης η Καίτη Ντένις, η Αντωνία Γιαννακοπούλου, ο Στέφανος Ξύδης, ο Βασίλης Πολυζώνης και η ορχήστρα του Σταύρου Ρουχωτά. Το συγκεκριμένο σχήμα εμφανιζόταν στο Άλσος από τις 24 Μαΐου, τρεις μέρες προτού η βασική τετράδα (Οικονομίδης-Βλαχοπούλου-Φλερύ-Άλμα) ξεκινήσει τις εμφανίσεις της και στο Χρυσό Πέταλο με την ορχήστρα του Γιάννη Κανελλίδη...
Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.
Στις 16 Ιουνίου 1968 δόθηκε στο θέατρο του Εθνικού Κήπου η πρεμιέρα της επιθεώρησης Όνειρα απατηλά που παρουσίαζε ο θίασος Ρένας Βλαχοπούλου-Γιώργου Κωνσταντίνου-Νινής Τζάνετ με σύμπραξη του Γιώργου Κάππη. Τα κείμενα της επιθεώρησης έγραψαν ο Γιώργος Γιαννακόπουλος και ο Κώστας Νικολαΐδης, τις χορογραφίες και τη σκηνοθεσία (στο πρώτο μέρος) ο Μανώλης Καστρινός και τα σκηνικά και τα κοστούμια η Ριακόνι.
Ο Φάνης Κλεάνθης παρουσίασε στα Νέα τα νούμερα της επιθεώρησης. Στο νούμερο "Από την οθόνη στη σκηνή" η Ρένα Βλαχοπούλου υποδυόταν τις ηρωίδες τεσσάρων κινηματογραφικών επιτυχιών: τη Βιρτζίνια Γουλφ από την ταινία Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ, την Μπόνι από το Μπόνι και Κλάιντ και τις ηρωίδες των ταινιών Μάντεψε ποιος θα 'ρθει το βράδυ και Ταπεινός και καταφρονεμένος. Την πλαισίωναν οι Βαγγέλης Σειληνός, Γιώργος Παπαζήσης, Αρτέμης Μάτσας, Έλια Καλλιγεράκη, Φέφη Μπαλή, Πέτρος Βούλγαρης. Είχε επίσης ένα ντουέτο με τον Γιώργο Κάππη που τιτλοφορούταν "Τουρισμός στην Ευρώπη": σ' αυτό περιέγραφε τις διακοπές της στο Παρίσι και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις μετά τα γεγονότα του Μάη του '68.
Η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Γιώργος Κάππης στα Όνειρα απατηλά Φωτογραφία από την έκδοση του Θ. Κρίτα Θέατρο '68
Ο Γιώργος Κωνσταντίνου στο σόλο "Ο πολύκαρδος", εμπνευσμένο από τις πρόσφατες τότε επιτυχίες στον χώρο της καρδιοχειρουργικής (θέμα που αγάπησαν πολύ οι επιθεωρήσεις εκείνης της χρονιάς), εμφανιζόταν ως ένας άνθρωπος που έκανε πολλές μεταμοσχεύσεις κι ένιωθε κάθε φορά την καρδιά του να χτυπά σε διαφορετικό ρυθμό. Η Νινή Τζάνετ στον "Τσιγγάνικο ονειροκρίτη" υποδυόταν μια τσιγγάνα που έδινε στα διάφορα όνειρα πρωτότυπες εξηγήσεις. Στο νούμερο "Στις κυρίες μας με αγάπη" οι Γιώργος Κάππης, Δ. Βλάχος, Π. Βούλγαρης, Ν. Κατακουζηνός και Λεωνίδας Νικολαΐδης απευθύνονταν στις χαρτοπαίκτρες συζύγους τους. Στη "Γιεγιεδομανία" η Ελένη Προκοπίου και ο Βαγγέλης Βουλγαρίδης ως γιεγιέδες εξηγούσαν τη νοοτροπία τους. Το χορευτικό του Μανώλη Καστρινού και της Χρυσούλας Ζώκα είχε τον τίτλο "Γλέντι αλά Ελληνικά" και παρουσίαζε ένα απάνθισμα λαϊκών ρυθμών, από χασάπικο μέχρι συρτάκι. Το φινάλε της πρώτης πράξης είχε τον τίτλο "Μπουζούκι μελόδραμα": σε αυτό παρουσιάζονταν όλοι οι μεγάλοι μουσουργοί αποφασισμένοι να εκσυγχρονισθούν και να λαϊκοποιήσουν τα αριστουργήματά τους--άγνωστο, δυστυχώς, ποιον ρόλο ερμήνευε η Ρένα στο φινάλε. Επίσης είναι άγνωστο τι τραγουδούσε η Ρένα στην τραγουδιστική εμφάνιση που είχε τίτλο "Η Ρένα τραγουδάει". Στο δεύτερο μέρος της παράστασης παρουσιαζόταν το παραμυθόδραμα "Η μαγεμένη αρχοντοπούλα" σε σκηνοθεσία του Μήτσου Λυγίζου. Σε αυτό πρωταγωνιστούσε η πρωτόβγαλτη στο θέατρο τραγουδίστρια Αλέκα Μαβίλη με παρτενέρ της στον ρόλο του Κωνσταντή τον Παύλο Λιάρο.
Η Αλέκα Μαβίλη και ο Παύλος Λιάρος στο παραμυθόδραμα "Η μαγεμένη αρχοντοπούλα" Φωτογραφία από το βιβλίο του Παύλου Λιάρου Συνάντηση στο σημείο μηδέν (2020)
Με τη βοήθεια του βιβλίο της Κωνστάντζας Γεωργακάκη Βίος και πολιτείας μιας γηραιάς κυρίας στην επταετία εντόπισα τρεις κριτικές για την παράσταση. Δύο θετικές και μία άκρως αρνητική. Στο Εμπρός (13-7-1968)ο Γιάννης Παράσχος έκρινε πως το έργο ήταν ένα "αρμονικό σύνολο" με "δροσιά και γέλιο", "πνεύμα και θέαμα" που "ικανοποιούν τις απαιτήσεις του κοινού σε σημαντικό βαθμό, έτσι που όλοι να φεύγουν ευχαριστημένοι απ' ό,τι είδαν κι άκουσαν αλλά και... λυπημένοι γιατί εγκαταλείπουν τον πράσινο παράδεισο των λεωφόρων Αμαλίας και Βασιλίσσης Σοφίας". Για το πρωταγωνιστικό ζευγάρι έγραψε:
Πάντως, βεβαίως, προεξάρχει η ακατάβλητη Ρένα Βλαχοπούλου, που σκορπά αφειδώς το γέλοιο στους θαυμαστάς της, αεικίνητη, μπριόζα και επιτυχώς αυτοσχεδιάζουσα!
Ακολουθεί κατά πόδας ο Γιώργος Κωνσταντίνου, ο οποίος, όμως, πρέπει να προσέξη και να ανανεώση τα εκφραστικά του μέσα, γιατί τυποποιείται επικινδύνως
Ο Παράσχος έγραψε καλά λόγια και για άλλα στελέχη του θιάσου (Τζάνετ, Προκοπίου, Βουλγαρίδη, Σειληνό, Μάτσα, Πόπη Μαρέλι, Ε. Καλλιγεράκη) και τον "εξαίρετο όπως πάντα" τραγουδιστή Γιάννη Βογιατζή. Στο παραμυθόδραμα της δεύτερης πράξης, εκτός από τη Μαβίλη και τον Λιάρο, ξεχώρισε τον Αρτέμη Μάτσα, τη Μαργαρίτα Γεράρδου και τη Φ. Μπασλή. Η κριτική του έκλεινε με καλά λόγια για τη μουσική του Κατσαρού και τα θεαματικά--ιδίως στο παραμυθόδραμα--σκηνικά της Ριακόνι.
Η Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδά, πιθανολογώ, στην επιθεώρηση Όνειρα απατηλά Φωτογραφία από την έκθεση Diva Rena που διοργανώθηκε το 2010 στο θέατρο Badminton σε επιμέλεια Μάκη Δελαπόρτα και Δέσποινας Βολίδη
Ο Άγγελος Δόξας στον Ελεύθερο Κόσμο (26-6-1968)συμφώνησε με τον Παράσχο πως στα Όνειρα απατηλά υπάρχουν πνεύμα και χιούμορ "και πάνω απ' όλα η δημιουργική απόδοσι των εκτελεστών". Επίσης, όπως κι ο Παράσχος, επισήμανε "τον τόσο καλά χαρακτηρισμένο, σαν κείμενο και σαν απόδοσι, εκφωνητή" στο νούμερο της Ρένας "Από την οθόνη στη σκηνή" (κανένας από τους δυο τους όμως δεν αναφέρει ποιος ήταν ο εκφωνητής!). Αντίθετα από τον Παράσχο, ο Δόξας εξέφρασε επιφυλάξεις τόσο για το νούμερο "Γιεγιεδομανία" όσο και για το χορευτικό των Καστρινού-Ζώκα που είχε μια "κακή πρωτοτυπία": "νοθεύει και ασεβεί προς αυτή τούτη την έννοια χορού όταν βάζη τους πρώτους χορευτάς να τραγουδούν ή να κάνουν πεζό διάλογο εμποδίζοντας τον θεατή να προσηλωθή κατανυκτικά στην κινητική και εκφραστική αισθητική της χορευτικής δημιουργίας". Συμπληρώνει όμως:
Αντιθέτως μια αξιοθαύμαστη πρωτοτυπία είναι το να εμφανισθή η Ρένα Βλαχοπούλου, όχι σ' ένα νούμερο--όπως συνηθίζεται για τις κορυφαίες πρωταγωνίστριες επί κεφαλής των οποίων και ευρίσκεται--αλλά σε πολλά νούμερα και μάλιστα σε πολλές και πολύμορφες στο καθένα εμφανίσεις, άψογη σε ζωτικότητα, εκφραστικότητα, νεανικότητα, τραγούδι και σιλουέτα.
Και ο Δόξας καταλήγει πάντως πως το σύνολο είναι "ευχάριστο και διασκεδαστικό". Ωστόσο, μια άλλη παράσταση όμως φαίνεται πως είδε ο Θεόδωρος Κρητικός.
Δεν υπάρχει, ίσως, τίποτε λυπηρότερο από μια επιθεώρησι που δεν προκαλεί γέλιο. Το θέαμα μιας ομάδας γνωστών και δοκιμασμένων κωμικών που αναλίσκονται μπροστά σ' ένα σιωπηρό ακροατήριο είναι εξαιρετικά αποκαρδιωτικό, και προξενεί αγανάκτησι για τους συγγραφείς, που εκθέτουν στην αδικαιολόγητη αυτή δοκιμασία καλλιτέχνες άξιους καλύτερης τύχης. Έτσι, όταν σε μια στιγμή της παραστάσεως η Ρένα Βλαχοπούλου αναφωνεί: "Αχ, πού είσαι σκύλε στιχουργέ που του 'γραψες τα λόγια!", το κοινό συμμερίζεται ανεπιφύλακτα τον πόνο της.
Αλλά η παράστασι συνεχίζεται ακόμη και μετά από αυτή τη στιγμή της αλήθειας και τα καλαμπούρια εξακολουθούν ν' αστοχούν το ένα μετά το άλλο. Στην προσπάθειά της να εκμαιεύση μια οποιαδήποτε αντίδρασι απ' την απολιθωμένη πλατεία, η κυρία Βλαχοπούλου απαριθμεί ευκρινώς κι εμφαντικά όλες σχεδόν ανεξαιρέτως τις φυσικές λειτουργίες κι ανάγκες του ανθρωπίνου σώματος, χρησιμοποιώντας όχι βέβαια αυστηρά επιστημονική ορολογία. Μάταιος κόπος! Το μόνο που κατορθώνει είναι να κάνη εκείνους από τους θεατές που έχουν το χόμπυ της ψυχανάλυσης ν' αναρωτηθούν ανήσυχοι μήπως η συμπαθής πρωταγωνίστρια προσβλήθηκε ξαφνικά από ατυχή κρίσι κοπρολαλίας.
Σε τελευταία λοιπόν ανάλυσι, το μόνο πράγμα που δεν είναι απατηλό στην νέα επιθεώρησι του Πάρκου είναι ο τίτλος της. Όποιος ξεκινήση με όνειρα για μια διασκεδαστική βραδυά, καλά θα κάνει να πάρη λίγο σοβαρότερα την προειδοποίησι του τίτλου.
Ακρόπολις, 6-7-1968
Κρίνοντας από το θέμα του νούμερου "Τουρισμός στην Ευρώπη" και από τα σχόλια του Κρητικού, υποθέτω πως σε αυτή την επιθεώρηση η Ρένα χρησιμοποίησε, όπως διηγείται ο Γιώργος Παυριανός, τη λέξη "Μερκουράδα" για τη Μελίνα Μερκούρη, γεγονός που οδήγησε στον καυγά των δύο γυναικών τον Σεπτέμβρη του 1974 στη Θεσσαλονίκη...
Η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Γιώργος Κωνσταντίνου με τον προσκεκλημένο Γιώργο Τζαβέλλα μετά την επίσημη πρεμιέρα, πιθανολογώ, της επιθεώρησης Όνειρα απατηλά (21-6-1968).
Φωτογραφία από την έκθεση Diva Rena που διοργανώθηκε το 2010 στο θέατρο Badminton σε επιμέλεια Μάκη Δελαπόρτα και Δέσποινας Βολίδη
Τα Όνειρα απατηλά κράτησαν με επιτυχία το πρόγραμμα του Θεάτρου του Εθνικού Κήπου ολόκληρο το καλοκαίρι του 1968 (τον Αύγουστο μάλιστα, γιορτάστηκαν και οι 100 παραστάσεις του έργου). Αξίζει, τέλος, να θυμίσω πως τόσο στα Όνειρα απατηλά όσο και στην άλλη μεγάλη επιθεωρησιακή επιτυχία του καλοκαιριού, το Και μη χειρότερα στο Μετροπόλιταν, εξαπολύονταν σατιρικά βέλη κατά της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Στο Μετροπόλιταν όμως η κατάσταση ενόχλησε ιδιαίτερα την Εθνική Σταρ, η οποία έκανε τελικά μήνυση στους συγγραφείς Αλέκο Σακελλάριο και Γιώργο Τζαβέλλα...
Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.
Στις 15 Ιουνίου 1969 δόθηκε στο θερινό θέατρο Αυλαία της Θεσσαλονίκης η τελευταία παράσταση της επιθεώρησης Με αγάπη απ' την Αθήνα στην οποία πρωταγωνιστούσε η Ρένα Βλαχοπούλου.
...και για να το εμπεδώσουμε, η Ρένα Βλαχοπούλου εμφανίζεται με τον θίασο Ρένας Βλαχοπούλου-Νινής Τζάνετ!!!
Το ανέβασμα αυτής της επιθεώρησης, σύμφωνα με την εφημερίδα Μακεδονία, ήταν η εκπλήρωση της υπόσχεσης που είχε δώσει η Ρένα Βλαχοπούλου στον επιχειρηματία Τάκη Μακρίδη (ο οποίος, όπως έχουμε ξαναπεί, διαχειριζόταν τα θέατρα Μετροπόλιταν και Κοτοπούλη (Ρεξ) στην Αθήνα) ότι θα εγκαινιάσει τη θερινή σεζόν στη Θεσσαλονίκη. Η τελευταία φορά που εμφανίστηκε η Ρένα στη συμπρωτεύουσα ήταν δέκα χρόνια νωρίτερα, όταν τραγουδούσε στο κοσμικό κέντρο Χαβάη στη διάρκεια της Διεθνούς Έκθεσης του 1959. Έκτοτε είχε καλλιτεχνικώς επισκεφτεί την πόλη μόνο για το γύρισμα της ταινίας Κάτι να καίει (υποθέτω ότι ιδιωτικά πήγε ξανά στο μεταξύ, αφού εκεί ζούσε η αδελφή της Κατίνα Βαρδουλάκη με την οικογένειά της).
Η Ρένα Βλαχοπούλου στην επιθεώρηση Με αγάπη απ' την Αθήνα στο θέατρο Αυλαία της Θεσσαλονίκης. Δυστυχώς δεν μπορώ να αναγνωρίσω τον ηθοποιό δίπλα της...
Το Με αγάπη απ' την Αθήνα διαφημίστηκε ως μια επιθεώρηση γραμμένη από τον Αλέκο Σακελλάριο εξ ολοκλήρου για τη Θεσσαλονίκη. Αυτό βέβαια δεν ήταν αλήθεια, αφού τουλάχιστον ένα σκετς, "Το ισόγειο της Ρένας" είχε ήδη παιχτεί στο Ακροπόλ (ήταν μάλλον από τα αγαπημένα της Ρένας, αφού το επανέλαβε το 1970 σε ένα εορταστικό τηλεοπτικό πρόγραμμα του Σακελλάριου, ενώ το 1993 παρουσίασε μια παραλλαγή του με τον τίτλο "Να βρω την ησυχία μου", γραμμένη από τον Ντίνο Σπυρόπουλο, στην επιθεώρηση Για την Ελλάδα ρε γαμώτο, στο θέατρο Ακροπόλ αλλά και στο Ράδιο Σίτυ της Θεσσαλονίκης).
Τρελό κέφι με τη Ρένα Βλαχοπούλου πάνω στο τραπέζι και τις πενιές του Χρήστου Σταθάτου στην επιθεώρηση Με αγάπη απ' την Αθήνα στο θέατρο Αυλαία της Θεσσαλονίκης
Τη μουσική του Με αγάπη απ' την Αθήνα έγραψε ο Γιώργος Θεοδοσιάδης. Ήταν η πρώτη του θεατρική συνεργασία με τη Ρένα, και, αν δεν κάνω λάθος, και η πρώτη του δουλειά στο θέατρο, αφού ο συνθέτης έχει κατά καιρούς δηλώσει ότι ξεκίνησε τη θεατρική του σταδιοδρομία πλάι στη μεγάλη πρωταγωνίστρια, με την οποία φυσικά συνεργάστηκε ξανά στα επόμενα χρόνια.
Η Ρένα συνεχίζει να... χορεύει, ενώ κάτω από τη σκηνή διακρίνουμε το κεφάλι του μαέστρου Γιώργου Θεοδοσιάδη...
Όπως έγραφαν λοιπόν οι διαφημίσεις, η Ρένα Βλαχοπούλου εμφανιζόταν με... τον θίασο Ρένας Βλαχοπούλου-Νινής Τζάνετ, στον οποίο συμμετείχαν επίσης η Ελένη Προκοπίου, ο Βαγγέλης Βουλγαρίδης, ο Αρτέμης Μάτσας και οι Φωφώ Καλομοίρη, Βαγγέλης Πλοιός, Θώμη Μπάτζιου, Κώστας Καφάσης, Ρένα Βραχλιώτου, Δημήτρης Γούσης, Καίτη Στυπιδιώτου, Γιάννης Κοντούλης, Μαίρη Αγραφιώτου, Σωτήρης Τζεβελέκος (σχεδόν στο ξεκίνημά του ο σαλονικιός ηθοποιός, που είχε σπουδάσει στη γενέτειρά του, στη Δραματική Σχολή του σπουδαίου Κυριαζή Χαρατσάρη, έφυγε για την Αθήνα και επέστρεψε με αυτή την επιθεώρηση για λίγο στην πόλη του), Σοφία Ντούζη, Γιάννης Νικητάκος, Αλίκη Παπά, Γιώργος Καλογραιάκης, Γιώργος Καλούζης. Χόρευε ο Μανώλης Καστρινός με τη Μυρτώ Αθανασίου και το συγκρότημά του, ενώ έπαιζε μπουζούκι ο Χρήστος Σταθάτος. Έχει γραφτεί ότι στον θίασο συμμετείχε και ο Βαγγέλης Σειληνός, αλλά αυτό μάλλον δεν συνέβη. Τα σκηνικά της παράστασης υπέγραφε η Ριακόνι και η σκηνοθεσία κι οι χορογραφίες ήταν φυσικά του Καστρινού.
Ο θίασος ξεκίνησε τις παραστάσεις του στις 20 Μαΐου. Ήταν ένας πλούσιος θεατρικά μήνας για τη Θεσσαλονίκη, αφού από το Πάσχα μέχρι τις 11 Μαΐου εμφανίζονταν εκεί οι θίασοι Κατερίνας-Αλέκου Αλεξανδράκη (Κάποιος είναι στην πόρτα), Κάκιας Αναλυτή-Κώστα Ρηγόπουλου (Αγάπη μου Ουά-Ουά), Άννας Καλουτά-Νίκου Σταυρίδη-Σταύρου Παράβα (Τι χαμπάρια, μάστορα;), ενώ η Ρένα Βλαχοπούλου πήρε τη σκυτάλη στο θέατρο Αυλαία από τον θίασο Λάμπρου Κωνσταντάρα-Μάρως Κοντού (στον οποίο ανήκαν ακόμα ο Σωτήρης Μουστάκας και η Μαρία Μπονέλλου) που παρουσίαζε την κωμωδία των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου Ούτε γάτα ούτε ζημιά (που είχε πρωτοδοξάσει φυσικά ο Βασίλης Λογοθετίδης).
Σωτήρης Μουστάκας, Λάμπρος Κωνσταντάρας και Μαρία Μπονέλλου (μάλλον στον ρόλο της Λολότας) στην κωμωδία των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου Ούτε γάτα ούτε ζημιά στο θέατρο Αυλαία της Θεσσαλονίκης
Τρεις μέρες μετά την πρεμιέρα του θιάσου Ρένας Βλαχοπούλου-Νινής Τζάνετ, ξεκίνησε τις παραστάσεις του στο θέατρο Χατζώκου και ο θίασος της Τζένης Καρέζη με το έργο του Γ. Ρούσσου Θεοδώρα η μεγάλη. Οι υποχρεώσεις της Ρένας την ήθελαν πίσω στην Αθήνα στα μέσα Ιουνίου, αφού επρόκειτο να ηγηθεί του θιάσου του θερινού θεάτρου Μπουρνέλλη, ενώ η Καρέζη συνέχισε τις παραστάσεις της μέχρι τις 6 Ιουλίου. Τον θίασο της Ρένας διαδέχτηκαν στο Αυλαία ο Δημήτρης Μυράτ και η Βούλα Ζουμπουλάκη με το Απαγορευμένο τετράδιο.
Στη δεκαετία του '70 η Ρένα επέστρεψε τρεις φορές στη Θεσσαλονίκη για παραστάσεις--πιο επιτυχημένη από όλες ήταν η Χαρτοπαίχτρα την οποία παρουσίαζε στο θέατρο Αυλαία ολόκληρο το καλοκαίρι του 1975... Για την ιστορία, το θέατρο Αυλαία διαχειριζόταν το παλιό πρωταγωνιστικό ζευγάρι της οπερέτας Λέλα Σκορδούλη και Τάκης Κάσσης.
Την τελευταία εβδομάδα των παραστάσεων του θιάσου Ρένας Βλαχοπούλου στη Θεσσαλονίκη προστέθηκαν στο τοπίο ο θίασος της Άλκ. Γάσπαρη και το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Το ΚΘΒΕ έπαιζε επίσης στο Θέατρο Κήπου, τη θερινή του έδρα...
Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.