Κυριακή 20 Ιουνίου 2021

Σαν σήμερα το 1944: Ελληνικά τοπία

Στις 20 Ιουνίου 1944 δόθηκε στο θέατρο Ερμής (το σημερινό θέατρο Βέμπο) η τελευταία παράσταση της επιθεώρησης του Δημήτρη Γιαννουκάκη Ελληνικά τοπία (ή, όπως έγραφαν τότε, τοπεία). Τη μουσική του έργου υπέγραφε ο Γιώργος Μυρογιάννης και τις σκηνογραφίες ο Στέλιος Δόξας. Την επιθεώρηση παρουσίαζε ο θίασος Πέτρου Κυριακού-Φωφώς Λουκά-Γιάννη Σπαρίδη και ο Μίμης Καντιώτης με σύμπραξη της Μπέμπας Δόξα. Ντιζέζ του θιάσου ήταν η Ρένα Βλαχοπούλου.

Τα Ελληνικά τοπία είχαν ανέβει στις 31 Μαΐου. Το τελευταίο κατοχικό καλοκαίρι οι θίασοι άλλαζαν έργα με ελαφρώς ταχύτερους ρυθμούς από ό,τι τις προηγούμενες σεζόν (υποθέτω πως ο καλπάζων πληθωρισμός του καλοκαιριού απέκλεισε ένα κομμάτι του κοινού που μπορούσε να πηγαίνει θέατρο ως το Πάσχα του '44: τον Μάιο οι εφημερίδες κόστιζαν 20.000 δραχμές και τα εισιτήρια των θεάτρων 200.000 δραχμές, ενώ τον Ιούνιο οι τιμές ήταν αντίστοιχα 60.000 δρχ. και 600.000 δρχ...), έτσι οι τρεις εβδομάδες παραστάσεων αντιστοιχούσαν σε μια αρκετά ικανοποιητική σταδιοδρομία της επιθεώρησης. 

Από την εφημερίδα Καλλιτεχνικός Κόσμος, 20-5-1944
(Βιβλιοθήκη του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ) 


Το έργο επρόκειτο αρχικά να έχει τον τίτλο Ταξίδια στην Ελλάδα. Το αναφέρουν οι εφημερίδες της εποχής, αλλά το βλέπουμε και στο χειρόγραφο του Δημήτρη Γιαννουκάκη που έχει διασωθεί στο αρχείο του συγγραφέα, το οποίο ψηφιοποιήθηκε από τον Τομέα Θεατρολογίας και Μουσικολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης: ο Γιαννουκάκης έχει διαγράψει τον αρχικό τίτλο και έχει μάλιστα διορθώσει και δύο στίχους στο κείμενο της έναρξης για να αλλάξει η ρίμα: το "Ταξίδια στην Ελλάδα" που ομοιοκαταληκτούσε με το "και λίγη πρασινάδα" έγινε "Ελληνικά τοπία" που ταίριαζε με το "και πρασινάδα θεία". Ας δούμε όμως καλύτερα ολόκληρο το ρεφρέν της έναρξης: 

Σ' ελληνικά τοπία
θα δούμε γαλάζιο ουρανό
και πρασινάδα θεία
και κάμπο και λίγο βουνό.
Θα ιδούμε κανέν' ακρογιάλι
που η φύσις το εγέμισε κάλλη
κι απ' της ομορφιάς τη ζαλάδα
θα πούμε: Αθάνατη Ελλάδα!

Το ρεφρέν αυτό μαρτυρά μία τάση που παρατηρήθηκε σε όλα τα μουσικά θέατρα του τελευταίου κατοχικού καλοκαιριού: όλα μα όλα ανέβασαν επιθεωρήσεις που είχαν στον τίτλο τους κάτι από Ελλάδα και στα κείμενά τους αναφορές γεμάτες θαυμασμό στις ομορφιές, το μεγαλείο και το ένδοξο παρελθόν της χώρας. Ήταν μια σαφέστατη διαρκής υπενθύμιση στο αθηναϊκό κοινό πως ο πόλεμος σύντομα τελειώνει, η αντίσταση βαδίζει στα χνάρια των ηρωικών αγώνων της ιστορίας μας και μια νέα ζωή περιμένει τους κατοίκους της χώρας. Η αναφορά στο βουνό στα λόγια του τραγουδιού επίσης δεν είναι τυχαία. Όπως έχει επισημανθεί ήδη στα απομνημονεύματα των θεατρανθρώπων της εποχής και στη θεατρολογική έρευνα, η λέξη "βουνό" ήταν ένα κλείσιμο ματιού στο κοινό, μια συνεννόηση ανάμεσα στην πλατεία και τη σκηνή για τον αγώνα των ανταρτών στα ελληνικά βουνά. Άλλωστε λίγο μετά τους παραπάνω στίχους, ο κομπέρ της επιθεώρησης, ο Κώστας Σαντοριναίος συζητούσε με δυο κοπέλες για διακοπές. Εκείνες τον καλούσαν για ένα ταξίδι στα νησιά, ενώ εκείνος απαντούσε: "Κι είναι ανάγκη να παραθερίσω στα νησιά; Πάω στο βουνό..."

Λίγο νωρίτερα, μια άλλη αναφορά στην επικαιρότητα της εποχής: ο κομπέρ λέει στις κοπέλες ότι φοβάται τις τρικυμίες και εκείνες του λένε ότι δεν υπάρχει λόγος, αφού η θάλασσα είναι λάδι, οπότε εκείνος απαντά: "Αν η θάλασσα ήταν λάδι, δεν θα είχε πάει το λάδι τρία εκατομμύρια η οκά! Θα κατεβαίναμε στο Φάληρο και θα παίρναμε όσο θέλαμε..." Τελικά αποφασίζουν να τα συνδυάσουν όλα και τραγουδούν κεφάτα:

Νησιώτικες αγάπες στ' αλήθεια τρυφερές
τι όμορφες κοπέλες τρελές και δροσερές
νησιώτικες αγάπες σε κάποιο μονοπάτι
απάνω στο βουνό
αγάπες δροσισμένες απ' τα φιλιά του μπάτη
το βραδινό.

Μπέμπα Δόξα
Αρχείο Μπέμπας Δόξα,
Τμήμα Παραστατικών Τεχνών, ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ

Αμέσως μετά όμως το κλίμα αλλάζει: εμφανίζεται μια νησιωτοπούλα που την υποδυόταν η Μπέμπα Δόξα, που ειδικευόταν στα δραματικά νούμερα, και όταν ο κομπέρ της ζητά ένα φιλί, εκείνη αρνείται και του λέει πως περνάει τις ώρες της κλαίγοντας. "Για την αγάπη όταν κλαις, ίσως δεν κλαις του κάκου" τής λέει, αλλά εκείνη απαντά: "Κλαίω τον κόσμο ολόκληρο, κι αν θες ν' ακούσεις, άκου". Τραγουδά λοιπόν ένα δραματικό τραγούδι για τα δεινά του πολέμου και για όλες τις καταστροφές που θα έχει αφήσει πίσω του όταν τελειώσει:

Την όμορφη τη μέρα που τ' αστέρι
τ' αστέρι της ειρήνης θα ανατείλει
και ίσως θα 'ρθει κάποιο περιστέρι
να φέρει και κλωνάρι από ελιά,
αυτή τη μέρα την ευλογημένη
ποιος ξέρει πρωινό αν θα 'ναι ή δείλι
θα μείνουνε πολλοί συλλογισμένοι
και θα 'χουνε στον νου τους τα παλιά

Τότε θα πούνε ότι πέρασε ο χειμώνας
κι άφησε ερείπια σωστού κατακλυσμού
ήρθε καλπάζοντας ο εικοστός αιώνας
κι ήπιε στου κόσμου την υγειά και του πολιτισμού.

Στις επόμενες τρεις στροφές υπάρχουν λόγια που μπορεί να ακούγονται μελοδραματικά σήμερα, ωστόσο αλλιώς θα "μιλούσαν" στο κοινό της εποχής. Αναφορές "στου ανθρώπου τη σοφία/που είναι τόσο πια πολιτισμένη/και γέμισε παντού νεκροταφεία", σε "σπίτια γκρεμισμένα/και νιάτα που επήγανε χαμένα", στις "φοβερές τις οπτασίες/τη θύελλα που πήρε απ' άκρη σ' άκρη/και γκρέμισε σκολειά και εκκλησίες/σαν πράγματα τελείως περιττά". 

Ο Γιάννης Σπαρίδης (Αγκόπ) στα νιάτα του,
στην ταινία
Ο μάγος της Αθήνας του Αχιλλέα Μαδρά (1923 ή 1931)


Μετά τη δραματική νότα της Μπέμπας Δόξα, επανερχόταν η σάτιρα. Ο δημοφιλέστατος τότε κωμικός Γιάννης Σπαρίδης (που κάποια περίοδο, μέσα στην Κατοχή, θεωρούνταν ο πιο ακριβοπληρωμένος ηθοποιός του θεάτρου) εμφανιζόταν σε δύο σκηνές: στο σκετς "Διανυκτερεύον φαρμακείο" και στο νούμερο "Στη ρουλέτα", που ευτυχώς σώζεται επίσης στο αρχείο του Γιαννουκάκη. Οι ρουλέτες ήταν μια νέα μόδα που κατέκλυσε το κέντρο της Αθήνας τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής. Επρόκειτο τόσο για υπαίθριες ρουλέτες, κάτι ανήκουστο στην προπολεμική Αθήνα, αλλά και για οργανωμένα καζίνο, στα οποία επενδύονταν τα κέρδη των μαυραγοριτών. Στο νούμερο του Γιαννουκάκη ο Αρμένης Αγκόπ δανείζεται διαρκώς από τον κομπέρ χρήματα για να παίξει στη ρουλέτα και φυσικά στο τέλος είναι χαμένος, οπότε τραγουδά, πάνω στη μελωδία του μεγάλου σουξέ της Κατοχής "Αχ, αγάπη μου πού να 'σαι" (των Σπάρτακου-Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου που τραγουδούσε φυσικά και η Ρένα Βλαχοπούλου):

Πορτοφόλι μου, πού να ΄σαι;
ποιος το ξέρει ποιος γλεντάει τα ψιλά μου;
Αχ, ρουλέτα, π' ανάθεμά σε,
Κι εγώ σφίγγω την κοιλιά μου!

Στη συνέχεια συνομιλούσε με τη ρουλέτα (την υποδυόταν η Άννα Γκαλ) πάνω σε μελωδίες άλλων σουξέ της εποχής, όπως το "Σφυρίζω σφυρίζω" των Ριτσιάρδη-Γιαννουκάκη:
Ρουλέτα: Γυρίζω, γυρίζω, για να βγεις κερδισμένος
Αγκόπ: Και τότε δακρύζω και βγαίνω χαμένος
Ρουλέτα: Και μένεις ταπί!

Πηγή: Καλλιτεχνικός Κόσμος, 3-6-1944
Από τη βιβλιοθήκη του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ


Ο μπριλάντε κωμικός Μίμη Καντιώτης. που επανεμφανιζόταν στη σκηνή μετά από τέσσερα χρόνια, υποδυόταν έναν μαέστρο σε ένα μοντέρνο κοσμικό κέντρο της εποχής που εξιστορούσε τα παθήματά του με τις μουσικές προτιμήσεις του κοινού. Τον συνόδευε η δημοφιλής κωμικός Φωφώ Λουκά, που μετά από κάποια "σόκιν" υπονοούμενα για τις μουσικές προτιμήσεις ενός ηλικιωμένου ακροατή, άλλαζε κοστούμια για να υποδυθεί πότε μια Σπανιόλα και πότε μια χωριατοπούλα, από εκείνες που πλούτισαν χάρη στην έλλειψη τροφίμων στα αστικά κέντρα:

Μαέστρος: Και μια χωριατοπούλα αν αγαπάτε
που πλούτισε πουλώντας τα τυριά της
απ' την ορχήστρα θέλει να θυμάται
και λίγο τα χωριά της
.
Χωριατοπούλα: Και ο τσέλιγκας από το Καρπενήσι
που έχει πιάσει τώρα την καλή

με κέφι όταν θέλει να γλεντήσει
για βλάχικους σκοπούς παρακαλεί.

Μαέστρος: Και μου λέει η χωριατοπούλα:
Χωριατοπούλα: Ουρ' συ μαέστρο, φτάνει, καλέ μ', και βάρα μ' κανένα βλάχικο να θυμηθώ τη στάνη.
Μαέστρος: Κι ο βλάχος σιγοντάρει: "ουρ' συ, τι ξελαρυγγιάζεσαι μ' αυτούνα τα ταγκά;
Κρένε μ' και τίποτις σαρακατσάνικα που είναι πιο τσαγκά".

Ο μπριλάντε κωμικός Μίμης Καντιώτης
Από το ιστολόγιο greekactor.blogspot.com


Τα Ελληνικά τοπία είχαν δύο τραγουδίστριες, τη "Βασίλισσα της Τζαζ" Ρένα Βλαχοπούλου, που ειδικευόταν στους μοντέρνους ρυθμούς, και την ηθοποιό Φρόσω Κοκκόλα, τη σύζυγο του Λαυρέντη Διανέλου, που στα χρόνια της Κατοχής ειδικεύτηκε στην εκτέλεση δημοτικών τραγουδιών από τις σκηνές των θεάτρων (η Δανάη Στρατηγοπούλου τα τραγουδούσε στα βαριετέ και τα κέντρα της εποχής). Στα χειρόγραφα του Γιαννουκάκη υπάρχουν οι στίχοι με τους οποίους ο κομπέρ παρουσίαζε τη Ρένα Βλαχοπούλου στο κοινό:  

Κύριες μου και κύριοι,
Αν έχουμε διάθεση μάλλον σατιρική
και μια στιγμούλα λυρισμού δεν θα 'τανε κακή
κι αυτή η στιγμή, που ασφαλώς αρέσει στον καθένα
ανήκει δικαιωματικά στη Βλαχοπούλου Ρένα!

Και ακολουθεί η σκηνική οδηγία του Γιαννουκάκη: "Αποσύρεται και εμφανίζεται η ολόγλυκιά μας ντιζέζ"... Η Ρένα ερμήνευε δύο τραγούδια στα Ελληνικά τοπία με φανερές επιρροές της τζαζ μουσικής. Το πρώτο ήταν το σουίνγκ "Εσύ κι εγώ θα το ξέρομε":

Εσύ κι εγώ θα το ξέρομε
θα με φιλάς και θα χαίρομαι
Γιατί θαρρώ θα 'ναι και ντροπή
να βγάλομε τελάλη να το πει.
Εσύ κι εγώ θα το ξέρομε
αντί κρυφά να υποφέρομε.
Να μη μιλά ο μικρός λαός,
εσύ κι εγώ, παιδί μου, κι ο Θεός!
Άκουσε τα λόγια τα σωστά,
είν' άδικο να ζούμε χωριστά.
Σκέψου το λιγάκι σοβαρά,
το χώμα θα μας φάει μια φορά!
Εσύ κι εγώ θα το ξέρομε
αντί κρυφά να υποφέρομε!

Το εξώφυλλο της παρτιτούρας του τραγουδιού
Μάτια κανακάρικα που κυκλοφόρησε το 1944.
Το ερμήνευε η Ρένα Βλαχοπούλου στην επιθεώρηση

Ελληνικά τοπία στο θέατρο Ερμής
(Υπάρχει άλλη μια παρτιτούρα του ίδιου τραγουδιού
που κυκλοφόρησε το 1951, όταν δισκογραφήθηκε το τραγούδι)


Το δεύτερο τραγούδι ήταν το σλόου "Μάτια κανακάρικα". Ευτυχώς για μας είναι ένα από τα κατοχικά σουξέ που ηχογραφήθηκαν μεταπολεμικά, και μάλιστα με τη φωνή της ίδιας της Ρένας Βλαχοπούλου! Το ηχογράφησε το 1951, μόλις επέστρεψε από την Αμερική. Η ηχογράφηση αυτή είναι ό,τι πιο κοντινό έχουμε στην κατοχική "Βασίλισσα της Τζαζ", αφού διασώζει τους λαρυγγισμούς που την έκαναν δημοφιλή στη νεολαία της εποχής.


Όσο για τα τραγούδια της Φρόσως Κοκκόλα, τα χειρόγραφα του Γιαννουκάκη δεν διασώζουν την αναγγελία του κομπέρ, περιέχουν όμως τους στίχους τριών τραγουδιών: "Ήρθεν ο Μάης, ήρθενε", "Όλες οι παπαρούνες" και, κυρίως, ο "Συρτός" που, νομίζω, περιέχει κάποιους συμβολικούς, για την εποχή εκείνη, στίχους:

Όποιος για να φανεί ψηλός βγαίνει στ' άλλου τη ράχη
άδικο και κακομοιριά και μαύρη μέρα θα 'χει.

Πάντα ψηλά στέκει κορφή, αν είν' και χιονισμένη
τον βράχο δέρνει η θάλασσα, μα πάντα βράχος μένει.

Φρόσω Κοκκόλα

Το φινάλε των Ελληνικών τοπίων ήταν εμπνευσμένο από τη θεατρική επικαιρότητα της εποχής: τη χειμερινή σεζόν 1943-44 θίασοι πρόζας και μουσικοί ανέσυραν από τα... μπαούλα τους παλιά κωμειδύλλια και δραματικά ειδύλλια. Η κίνηση αυτή ήταν, μάλλον, άλλη μια προσπάθεια επιστροφής στην παράδοση, που είχε στόχο να προβάλει την ελληνικότητα, έστω και μέσα από τις φουστανέλες που φορούσαν οι χαρακτήρες των έργων. Αν και οι κριτικοί αποδοκίμασαν αυτές τις επιλογές ρεπερτορίου, αφού θεωρούσαν πως οι θίασοι έπρεπε να ασχολούνται με σύγχρονα έργα, το κοινό ανταποκρίθηκε σε μεγάλο βαθμό. Έτσι, ο Γιαννουκάκης αποφάσισε να σατιρίσει αυτή την τάση με το φινάλε της πρώτης πράξης που είχε τίτλο "Τα παλιά έργα ξαναζούν". Ο πρόλογος του κομπέρ είναι χαρακτηριστικός:

Πιστεύω πως θα έχουμε του κόσμου τη συγχώρεση
εάν εφέτος παίζουμε και πάλι επιθεώρηση,
γιατί, όπως βέβαια είδατε, τον περσινό χειμώνα
οι θίασοι όλοι το 'ριξαν στα έργα τα παλιά.
Αυτά εισπράξεις έκαναν καλές. Αυτά και μόνα.
Κι ο κόσμος όλος τα 'βλεπε, χωρίς να λέει μιλιά.
Παίχτηκε η Γκόλφω κι έπιασε, να πούμε, εντατικώς,
Της βοσκοπούλας παίχτηκε ο αγαπητικός
και του Πανθέου ο θίασος γέμισε χαρτζιλίκι
απ' τ' αγαπητιλίκι...

(Τον Αγαπητικό της βοσκοπούλας έπαιζε στο Πάνθεον ο θίασος Βάσως Μανωλίδου-Γιώργου Παππά-Νίκου Δενδραμή με τη συμμετοχή του Αιμίλιου Βεάκη...).

Σύμφωνα με τα χειρόγραφα του Γιαννουκάκη, η αρχή του φινάλε επρόκειτο αρχικά να είναι αρκετά πιραντελική, αφού εμφανιζόταν και ένας σκηνοθέτης που εξηγούσε στον κομπέρ τη δουλειά του (οι επιθεωρήσεις τότε δεν είχαν σκηνοθέτη, τη δουλειά του αναλάμβανε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θιάσου) και του πρότεινε να ανεβάσει ο θίασος τα παλιά αυτά έργα με μοντέρνο τρόπο. Για κάποιον λόγο όμως ο ρόλος του σκηνοθέτη έχει διαγραφεί από τον συγγραφέα  και αντικαταστάθηκε από έναν παλιό Αθηναίο θεατή που ωστόσο ζητούσε τον εκμοντερνισμό των έργων. 

Στο σκηνή εμφανίζονταν λοιπόν οι χαρακτήρες των έργων: Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας, Η τύχη της Μαρούλας, Η νύφη της Κούλουρης, Τζιώτικο ραβαΐσι, Οι μυλωνάδες, Χορ-χόρ Αγάς (παλιά αρμένικη οπερέτα που επανέλαβε η Ζωζώ Νταλμάς την άνοιξη του '44) και Μαρία Πενταγιώτισσα (ανέβηκε ως οπερέτα το καλοκαίρι του '44). Ο εκμοντερνισμός των έργων φυσικά στηριζόταν στα θέματα που έκαιγαν τον κόσμο εκείνα τα χρόνια: την έλλειψη τροφίμων, τη μαύρη αγορά και τον νεοπλουτισμό. 

Για παράδειγμα ένας από τους Μυλωνάδες αναρωτιόταν:
Γιατί μας λένε, φίλοι μου, έργο παλιάς κοπής;
Σήμερα κάθε μυλωνάς έγινε παραλής.
Και κάτι με τ' αλεύρι του, κάτι με τις μπομπότες,
γυρίζει μ' αυτοκίνητο και έχει εφτά κοκότες...

Και λίγο αργότερα τραγουδούσε, μαζί με τον υπόλοιπο θίασο, πάνω στη μελωδία του "Εντάξει" του Κώστα Μπέζου:
Μυλωνάς: Ω, τι μυστήρια η εποχή μας!
Για λίγο αλεύρι...

Θίασος: ...βγαίνει η ψυχή μας!
Μυλωνάς: Αλεύρι, πλιγούρι που έχω φυλάξει
Κι όλοι μου λένε:
Κλέβεις απ' το στάρι, κλέβεις απ' το κριθάρι, κλέβεις απ' το λούπινο, κλέβεις απ' τ' αλεύρι, κλέβεις από παντού και φυσικά: Δεν είσ' εντάξει!
Κι όλοι μου λένε: Δεν είσ' εντάξει!
 

Όταν εμφανίζεται ο Λιονταρής από το Τζιώτικο ραβαΐσι και κοκορεύεται για τους ανθρώπους που με τόση ευκολία δήθεν καθαρίζει, δηλώνει:
Λιονταρής: Κι ας έρθει όποιος του βαστά και όποιος μουρμουρίζει
Αγαπητικός: Άνθρωπος είναι ή Τρινάλ που έτσι καθαρίζει;


Λίγο αργότερα ο Λιονταρής τραγουδά:
Θα έπιανα λαδέμπορο μια μέρα μυστικά
κι ευθύς θα του ξηγιόμουνα λιγάκι παστρικά
θα τον έβρισκα το βράδυ
θα του έβγαζα το λάδι!

Δεν μπορώ να ξέρω αν γράφοντας του παρακάτω στίχους για τον Λιονταρή, τους οποίους τελικά διέγραψε, ο Γιαννουκάκης ήθελε να αφήσει κάποιο υπονοούμενο για τους Γερμανούς και τους λεονταρισμούς τους:
Θίασος: Κανείς δεν του μιλάει, κανείς...
Λιονταρής: ...τ' ομολογώ!
Θίασος: Και πήγαινε με πάσο και βήμα λίγο...
Λιονταρής: ...αργό!
Θίασος: Και μια φορά που θύμωσε γιατ' είχε και μεράκια
Στον τοίχο αμέσως κόλλησε...

Λιονταρής: ...σαράντα χασαπάκια!

Ίσως να διυλίζω τον κώνωπα... Ωστόσο, στην εμφάνιση της Νύφης της Κούλουρης υπάρχει, νομίζω, μια αναφορά στην Αντίσταση:

Νύφη: Εγώ είμαι η νύφη που 'κανα. όταν με παίξαν, κρότο!
Συγχαρητήρια δέχτηκα,
έκανα μπαμ σαν παίχτηκα!

Όλοι: Μπαμ; Στα έργα τα παλιά...
Μυλωνάς: Τι ήταν; Πιστολιά;
Αχ η καρδιά μου αδειάζει...
Δεν μας αρκούν οι πιστολιές που πέφτουν σαν βραδιάζει;

Αυτός ο στίχος αναφέρεται, νομίζω, στις βραδινές μάχες των συνοικιών ανάμεσα στους αντάρτες και τους Γερμανούς ή τα Τάγματα Ασφαλείας--αλλά και στις μάχες μεταξύ των αντάρτικων ομάδων... 

Όσον αφορά τον Αγαπητικό της βοσκοπούλας ο κομπέρ τον ρωτά αν αγαπά ακόμα τη βοσκοπούλα εκείνος απαντά:
Μπορεί κανένας στο βουνό αγάπη τώρα να 'βρει;
Αφού όλοι το ρίξαμε στην αγορά τη μαύρη!

Μια ίδια κατάσταση περιγράφει και η Μαρία Πενταγιώτισσα:
Μαρία: Στα Σάλωνα δεν σφάζουνε κριάρια
Θίασος: Πενταγιώτισσα... βρε Πενταγιώτισσα...
Μαρία: Δεν σφάζουνε μοσχάρια
Θίασος: Δεν σφάζουνε μοσχάρια
Μαρία: Αλλά κοιτάνε όλοι τους
γεμάτο...

Θίασος: ...το πορτοφόλι τους! Βρε το πορτοφόλι τους!
Μαρία: Και όλοι οι συμπολίτες...
Θίασος: ...είναι μαυραγορίτες! 

Ενώ η Μαρούλα, που κάνει πια την τύχη της κάνοντας τα γλυκά μάτια στο αφεντικό της, τραγουδά πως στη σημερινή εποχή:
Εγώ το πορτοφόλι μου θα το 'χα τώρα πλήρες
και στο χρηματιστήριο θα έπαιζα με λίρες!
Φίλους εγώ θα 'χα πεντ' έξι
για να 'χω τόσα τυχερά.
Κι αυτοί χωρίς να λένε λέξη
θα φέρναν λίρες με ουρά.
Τώρα μια λίρα-λίρα-λίρα-λίρα... χρυσή
είναι μία-μία-μία-μία περιουσία
με σημασία αληθινή
στην α-μασία τη σημερ'νή...

Πηγή: Καλλιτεχνικός Κόσμος, 3-6-1944
Από τη συλλογή της βιβλιοθήκης του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ

Τα Ελληνικά τοπία άρεσαν στους κριτικούς της εποχής. Ίσως να μην είναι εντελώς αντικειμενική η κριτική του Θανάση Τσόγκα στον Καλλιτεχνικό κόσμο (3-6-1944), που θεωρεί πως ο Γιαννουκάκης είναι ανεξάντλητος σε όμορφα ευρήματα, αφού ο συγγραφέας ήταν συνεργάτης της εφημερίδας. Ο Στάθης Δρομάζος στην Καθημερινή πιστεύει πως η επιθεώρηση "στερείται ευρημάτων" αλλά "φέρει τη σφραγίδα της δεξιοτεχνίας, του πνεύματος, της σατύρας [sic, πολλά χρόνια αργότερα ο Δρομάζος θα έκανε παρατήρηση στους συγγραφείς μιας επιθεώρησης για την ορθογραφία της λέξης "σατυρικός"] και του σπινθηροβόλου διαλόγου του". Ο Ν. Καπ. στη Βραδυνή όμως κατατάσσει τα Ελληνικά τοπία ανάμεσα στα καλύτερα έργα του συγγραφέα καθώς έχουν "πνευματώδη διάλογο", "κωμικώτατες σκηνές και ακόμα συνοχή". Ο Τσόγκας στέκεται ιδιαίτερα στο φινάλε με την "ατέλειωτη επιτυχημένη σάτυρα των παλαιών έργων". Και οι τρεις κριτικοί ξεχωρίζουν την ερμηνεία της Μπέμπας Δόξα στο δραματικό τραγούδι "Ο εικοστός αιώνας" ("αριστούργημα στο είδος του" γράφει ο Τσόγκας, ο Δρομάζος τη χαρακτηρίζει "ενδιαφέρουσα λεπτή μουσική σκηνή" που εκτελεί "πολύ καλά" η ηθοποιός "αποσπώσα τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα των θεατών", ενώ ο Ν. Καπ. θεωρεί πως η Δόξα είναι "τόσο καλή ... ώστε δίκαια να παίρνη ... μια από τις πρώτες θέσεις μεταξύ των αστέρων του ελαφρού θεάτρου"). Και οι τρεις κριτικοί ξεχωρίζουν τα δύο νούμερα του Πέτρου Κυριακού, "Το εορτολόγιο" και "Το ιδανικό του", τα οποία δυστυχώς δεν σώζονται στο αρχείο του Γιαννουκάκη. Και οι τρεις επίσης ξεχωρίζουν τα τραγούδια της Ρένας Βλαχοπούλου ("καταπληκτική και σχεδόν πρωτοφανή επιτυχία σημείωσαν τα δυο τραγούδια" γράφει ο Τσόγκας, "ετραγούδησε όπως πάντοτε με μεγάλη επιτυχία" γράφει ο Δρομάζος) αλλά και της Φρόσως Κοκκόλα ("όπως πάντα απαράμιλλη" σημειώνει ο Τσόγκας). Ο Ν. Καπ. επισημαίνει πως η Φίτσα Ντάβου (η καλή φίλη της Ρένας) είναι πολύ καλή σε κάθε της εμφάνιση, η Φωφώ Λουκά "πιο μπριόζα από ποτέ" και οι Κυριακός, Σπαρίδης, Καντιώτης και Διανέλος άψογοι. 

Πηγή: Καλλιτεχνικός Κόσμος, 3-6-1944
Από τη συλλογή της βιβλιοθήκης του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ

Όλοι γράφουν καλά λόγια για τις δύο κόρες του Πέτρου Κυριακού (που εμφανίζονται μόνες τους στο νούμερο "Αλητεία", ενώ η Ρίτσα ξεχωρίζει και στο νούμερο του πατέρα της "Το ιδανικό του"), για τη μουσική του Μυρογιάννη ("γλυκύτατη, μελωδική, πλουσία σε μοτίβα και με ποικίλες αποχρώσεις. Ο συμπαθής μουσικοσυνθέτης με την εργασία του κατέκτησε ταχύτατα τις μεγάλες συμπάθειες του κοινού" λέει ο Δρομάζος, η ορχήστρα "πειθαρχημένη και αφάνταστα μπριόζα" λέει ο Τσόγκας) και τα σκηνικά του Δόξα ("κομψότατα, με επιμέλεια και καλό γούστο" σύμφωνα με τον Τσόγκα). Ο Ν. Καπ. επίσης παρατηρεί: "Εντύπωσι δε έκαναν οι ωραίες τουαλέττες--πλουσιώτατες για την εποχή--των πρωταγωνιστριών". Παρόλο που ο Δρομάζος και ο Ν. Καπ. τονίζουν πως η παράσταση πρέπει να συντομευθεί, καθώς η πρεμιέρα άρχισε στις 18.30 και τέλειωσε στις 22.00, ο Τσόγκας έκρινε πως ο ρυθμός της ήταν "γοργός και θριαμβευτικός, κατόρθωμα του καλλιτεχνικού διευθυντού του θιάσου κ. Ι. Διανέλου".

Μετά από 21 βραδιές, τα Ελληνικά τοπία έδωσαν τη θέση τους στην επιθεώρηση Κόσμος και κοσμάκης των Κώστα Κιούση και Σώτου Πετρά, η οποία θα μας απασχολήσει κάποια άλλη φορά...
 
Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: