Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

Σαν σήμερα το 1965: Φωνάζει ο κλέφτης στους κινηματογράφους

Στις 22 Μαρτίου 1965 ξεκίνησε η προβολή της κωμωδίας Φωνάζει ο κλέφτης στις κινηματογραφικές αίθουσες της Αθήνας, του Πειραιά, της Πάτρας και της Θεσσαλονίκης. Η ταινία ήταν φυσικά διασκευή της ομότιτλης κωμωδίας του Δημήτρη Ψαθά που είχαν πρωτοπαίξει το 1958 η Μαίρη Αρώνη, ο Ντίνος Ηλιόπουλος και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος. Στο σινεμά τον ρόλο της Αρώνη ανέλαβε η Ρένα Βλαχοπούλου, "φρέσκια" από τη μεγάλη της επιτυχία στα μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη αλλά και στις διασκευές δυο θεατρικών κωμωδιών (Ένα κορίτσι για δύο και κυρίως Η χαρτοπαίχτρα, επίσης του Δ. Ψαθά). Στις διαφημίσεις της ταινίας στις εφημερίδες δεν αναφερόταν όνομα σκηνοθέτη, ενώ στους τίτλους της ταινίας διαβάζουμε πως σκηνοθέτης είναι ο Ανδρέας Ανδρεαδάκης--χωρίς να αναφέρεται όνομα σεναριογράφου. Χρόνια αργότερα επιβεβαιώθηκε η... υποψία όλων μας πως διασκευαστής και σκηνοθέτης ήταν ο Γιάννης Δαλιανίδης. Βέβαια αυτό πρέπει να ήταν γνωστό στους... παροικούντες την κινηματογραφική Ιερουσαλήμ--αλλά και στις/στους προσεχτικές/-κούς αναγνώστριες/-στές των Νέων που έγραψαν στις 3 Μαρτίου του 1965 πως ο Δαλιανίδης θα ολοκλήρωνε εκείνη τη μέρα το γύρισμα του Φωνάζει ο κλέφτης (οι λόγοι για τους οποίους ο σκηνοθέτης δεν υπέγραψε επίσημα αυτή την ταινία, όπως και την ταινία Ένα έξυπνο, έξυπνο μούτρο, ήταν φορολογικοί: είχε ήδη σκηνοθετήσει πολλές ταινίες εκείνη τη χρονιά και θα πλήρωνε υψηλό φόρο εισοδήματος...) 


Πάντως ο Λ.Β.Κ (υποθέτω ο Λέων Καραπαναγιώτης) του Βήματος είτε δεν γνώριζε την αλήθεια είτε... προσποιήθηκε πως δεν τη γνώριζε. Και μάλιστα εμφανίζεται, σε σχέση με άλλους κριτικούς, και πολύ θετικός απέναντι στην "άνεση" του νέου σκηνοθέτη Ανδρέα Ανδρεαδάκη.
Δεν θυμάμαι να έχω δη άλλη ταινία του κ. Ανδρ. Ανδρεαδάκη. Ίσως γι' αυτό μου έκανε τόση εντύπωση η άνεση με την οποία έχει μεταφέρει στον κινηματογράφο την κωμωδία του κ. Δημ. Ψαθά: Κινεί με επιδεξιότητα τον φακό του, εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες του κειμένου, αποφεύγει τις παγίδες, οδηγεί με ασφάλεια τους ηθοποιούς του. Για τους τελευταίους, η παρουσία του Ντίνου Ηλιόπουλου ανάμεσά τους δημιουργεί ένα πρόβλημα: είναι τόσο αριστοτεχνικός ο τρόπος με τον οποίο ο λαμπρός αυτός ηθοποιός συνθέτει το πρόσωπό του, ώστε οι αδυναμίες των συναδέλφων του να γίνωνται ιδιαίτερα αισθητές. Το σύνολο, είναι, νομίζω η πιο ευτυχισμένη μεταφορά κωμωδίας του κ. Ψαθά στην οθόνη. 
Λ.Β.Κ. 
Το Βήμα, 23-3-1965

Ρένα Βλαχοπούλου και Ντίνος Ηλιόπουλος στο Φωνάζει ο κλέφτης
Φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ

Εντελώς αντίθετη όμως είναι η άποψη του Γ. Πηλιχού που δημοσιεύεται στην άλλη εφημερίδα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη, Τα Νέα. Ο κριτικός κάνει λόγο για ανεπιτυχή μεταφορά, αλλά ξεχωρίζει και εκείνος τον Ηλιόπουλο από το υπόλοιπο καστ:
Ανεπιτυχής μεταφορά στην οθόνη μιας θεατρικής επιτυχίας του Δημήτρη Ψαθά. Κι όμως, το έργο αυτό άξιζε καλύτερη τύχη, γιατί εκτός των άλλων (κωμικές καταστάσεις, ρωμέικοι χαρακτήρες κλπ.) έχει κι ένα επίκαιρο στόχο: σημαδεύει με την καυστική του σάτιρα τους καταχραστές και τους "κομπιναδόρους" που αποτελούνε μια αγιάτρευτη πληγή της εποχής μας. Κύριος υπεύθυνος για τη μετατροπή της διασκεδαστικής, όσο και διδακτικής, κωμωδίας του Ψαθά σ' ένα ανούσιο, άνευρο και στατικό κινηματογραφικό κατασκεύασμα ο σκηνοθέτης. Κι επί πλέον ο ίδιος θεώρησε καλό να κατεβάση την ποιότητα του χιούμορ, του θεατρικού έργου, στο επίπεδο της επιθεωρήσεως, μ' ένα σωρό φασκελώματα, χασμουρητά, "βρε" και "άει στο διάολο" ή περιφέροντας τους ηθοποιούς με... εσώβρακα και κελεμπίες [Σημείωση του Rena Fan: διαβάζω το έργο του Ψαθά όπως δημοσιεύτηκε στο Θέατρο '59 και το... σώβρακο βρίσκεται εκεί!]. Σίγουρα, αν ο Δημήτρης Ψαθάς εγνώριζε εκ των προτέρων σε τι κακόγουστο φιλμ θα μεταβαλλόταν, δεν θα είχε επιτρέψει ούτε ν' αγγίξουν το κείμενό του. Βέβαια η ταινία θα διασκεδάση το κοινόν στο οποίο απευθύνεται: δηλαδή τη συνοικία και την επαρχία. Αυτό, όμως, αποτελεί εξιλέωση του σκηνοθέτη απέναντι του ανεύθυνου, σ' αυτήν την περίπτωση, συγγραφέα; 
Τα Νέα, 23-3-1965 

Κάπου στη... μέση βρίσκονται οι υπόλοιπες κριτικές που γράφτηκαν--οι οποίες έκαναν αναφορά και στη Ρένα Βλαχοπούλου. Για τον Α. Μοσχοβάκη της Αυγής η ταινία διατηρεί "τη διαλογική ανάπτυξη και τη θεατρική στατικότητα, ζωντανεύεται όμως από το μπρίο της τριάδας των λαμπρών πρωταγωνιστών" (Αυγή, 23-3-1965). Ο Νέστορας Μάτσας συμφωνεί για τη στατικότητα εξαιτίας της οποίας χαλαρώνει ο ρυθμός της ταινίας, και επισημαίνει ότι "ο σπινθηριστός, γεμάτος χιούμορ, διάλογος του έργου" και "η λαμπρή ερμηνεία των δύο βασικών πρωταγωνιστών, του Ηλιόπουλου και της Βλαχοπούλου, συνθέτουν μια διασκεδαστική ταινία, που προσφέρει πλούσιο και καλής ποιότητος γέλιο" (Εθνικός Κήρυξ, 23-3-1965). Η Μαρία Παπαδοπούλου θεωρεί πως το Φωνάζει ο κλέφτης "βλέπεται ευχαρίστως" χάρη στην "επιμέλεια και το κέφι" με την οποία είναι γυρισμένη η ταινία από τον "νέο σκηνοθέτη" και το ταλέντο των τριών "εξαίρετων κωμικών" (Έθνος, 23-3-1965).

Διονύσης Παπαγιαννόπουλος και Ρένα Βλαχοπούλου στο Φωνάζει ο κλέφτης
Φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ

Τέλος, η Εστία εντοπίζει κάποια λίγα θετικά ανάμεσα στα, όπως είναι αναμενόμενο, περισσότερα αρνητικά στοιχεία: "ευπρόσωπος" μεν η μεταφορά της κωμωδίας, αλλά "χωρίς κανένα κινηματοραφικόν ενδιαφέρον". Και συνεχίζει: "Το αργό δε γύρισμα, ο φλύαρος και συχνά ανόητος διάλογος και η μετριωτάτη σκηνοθεσία καθιστούν ανιαράν την ταινίαν. Η κεφάτη, εξ άλλου, ερμηνεία της κ. Ρένας Βλαχοπούλου και των κ.κ. Ηλιοπούλου και Παπαγιαννοπούλου είναι ίσως καλή διά θεατρικήν παράστασιν, απαράδεκτος όμως διά τον κινηματογράφον" (Εστία, 23-3-1965). Αξίζει, επίσης, να σημειώσω ότι κάποιες εφημερίδες (Απογευματινή, Ελευθερία) δεν ασχολήθηκαν καθόλου με την ταινία. 

Διονύσης Παπαγιαννόπουλος και Μαίρη Αρώνη
στο πρώτο ανέβασμα του
Φωνάζει ο κλέφτης
στο θέατρο Κοτοπούλη.
Φωτογραφία από την έκδοση
Θέατρο '59 του Θ. Κρίτα.

Αν συγκρίνει κανείς τη Χαρτοπαίχτρα με το Φωνάζει ο κλέφτης θα συμπεράνει, πιστεύω, πως η πρώτη είναι πιο προσεγμένη ταινία. Εκεί ο Δαλιανίδης έκανε περισσότερες προσπάθειες να ξεφύγει από τη θεατρικότητα του πρωτότυπου υλικού του Ψαθά, ενώ αντίθετα στο Φωνάζει ο κλέφτης είναι περισσότερα τα στατικά πλάνα στα οποία ο φακός κινηματογραφεί απλώς τον διάλογο των ηθοποιών--άλλωστε η ταινία είναι γυρισμένη γρήγορα για να προλάβει το τέλος της σεζόν (και να βοηθήσει, όπως συνηθιζόταν τότε, τη Φίνος Φιλμ να... συνέλθει από τα υπέρογκα έξοδα άλλων παραγωγών της χρονιάς εκείνης), ενώ αντίθετα η Χαρτοπαίχτρα είχε γυριστεί με μεγαλύτερη άνεση μέσα στο καλοκαίρι για να προβληθεί στις γιορτές (χώρια που εκεί υπήρχε και το, ακριβότερο, σινεμασκόπ). Πάντως ο Δαλιανίδης έχει και σε αυτήν την περίπτωση προσπαθήσει να ποικίλει την ταινία με σκηνές που δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο, σαφώς πολύ λίγες, ενώ αξίζει να σημειώσουμε πως και ο επίλογος της ταινίας που ξεκινά τη στιγμή που εμφανίζεται ο Ηλιόπουλος μεθυσμένος και πάλι στο σπίτι του Στρατηγού Καραλέοντος είναι δικός του. Σε ό,τι αφορά τις ερμηνείες, καταλαβαίνω πως η σύγκριση που έκαναν τότε οι κριτικοί μεταξύ της Αρώνη και της Βλαχοπούλου μπορεί να αδίκησε την αμεσότητα και τη λαϊκότητα που χαρακτήριζε το παίξιμο της κινηματογραφικής "Λίας". Δεν μπορώ όμως να μη θαυμάσω την κρεβατομουρμούρα της Ρένας προς τον Παπαγιαννόπουλο και την ψεύτικη καρδιακή κρίση που υποτίθεται πως παθαίνει στην τελευταία σκηνή. Αν θυμάμαι καλά, μάλιστα, και ο ίδιος ο Γιάννης Δαλιανίδης μεταξύ της Χαρτοπαίχτρας και του Φωνάζει ο κλέφτης προτιμούσε το δεύτερο, ακριβώς γιατί τον ενθουσίαζαν οι ψεύτικες αυτές κρίσεις της Ρένας Βλαχοπούλου.

Ο Γιάννης Δαλιανίδης και η Ρένα Βλαχοπούλου
στο γύρισμα της ταινίας
Φωνάζει ο κλέφτης
Φωτογραφία από το βιβλίο του Μάνου Τσιλιμίδη

Σχεδόν μεταξύ μας (εκδ. Κάκτος, 2001)

Τέλος, για την ιστορία, αξίζει να πω ότι από κάποιο λάθος είτε των υπευθύνων που σύντασσαν τους πίνακες των εισπράξεων των ελληνικών ταινιών είτε του Γιάννη Σολδάτου, που πρώτος τους δημοσίευσε αναλυτικά στα βιβλία του, το Φωνάζει ο κλέφτης απουσιάζει από τη σχετική κατάταξη. Μέχρι να καταφέρουμε να εντοπίσουμε στον Τύπο της εποχής κάποια πληροφορία για την εισπρακτική κίνηση της ταινίας, μπορούμε να υποθέσουμε ότι πρόλαβε να σκαρφαλώσει κάπου κοντά στη δέκατη θέση του πίνακα... 



Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

Σαν σήμερα το 1970: Να 'τανε το '21...

Στις 21 Μαρτίου 1970 δόθηκε στο θέατρο Ακροπόλ η πρεμιέρα της επιθεώρησης Να 'τανε το '21 που παρουσίαζε ο "θίασος Ρένας Βλαχοπούλου-Γιώργου Πάντζα-Νινής Τζάνετ και ο Γιώργος Κάππης σε έκτακτο εμφάνισι", και σε ξεχωριστή διαφήμιση και ένθετη σελίδα στο πρόγραμμα ο Σταύρος Παράβας. Τα κείμενα της επιθεώρησης είχαν γράψει ο Γιώργος Γιαννακόπουλος, ο Κώστας Νικολαΐδης και ο Ηλίας Λυμπερόπουλος. Ο κριτικός της εφημερίδας Εμπρός Γιάννης Παράσχος σημειώνει η επιθεώρηση αυτή είναι "μια από τις πιο πνευματώδεις των τελευταίων χρόνων κι ίσως μια από τις καλύτερες" με εξαίρεση "μερικά πολύ χοντρά 'σόκιν' που δεν έχουν θέσι σε δημόσιο χώρο" (Εμπρός, 25-4-1970). 

Ο Σταύρος Παράβας σε ξεχωριστό διαφημιστικό πλαίσιο...

...και σε ένθετη σελίδα στο πρόγραμμα. Βέβαια αυτή η ξεχωριστή θέση δικαιολογείται,
εφόσον δεν συμμετείχε στον θίασο από την αρχή της σεζόν και δεν θα έπρεπε να "διαταραχθεί"
η συμφωνηθείσα ιεραρχία της θιασαρχικής φίρμας...

Για τους υπόλοιπους συντελεστές ο Παράσχος σημειώνει:
Από τα κύρια, ακόμη, διακριτικά γνωρίσματά της είναι η ωραιότατη μουσική και τα τραγούδια των Μ. Θεοφανίδη και Γ. Θεοδοσιάδη--καθιερωμένος πια ο πρώτος και αλματωδώς εξελισσόμενος στο επιθεωρησιακό μουσικό στερέωμα ο δεύτερος--, τα εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια του Γ. Ανεμογιάννη και η σκηνοθεσία του Μ. Καστρινού, χάρις στην οποία το "21" παρουσιάζει ένα καλοδουλεμένο σύνολο. Στον τελευταίο, εξ άλλου, οφείλονται και οι άψογες χορογραφίες.

Εμπρός, 25-4-1970 

Οι δύο συνθέτες και ο σκηνογράφος-ενδυματολόγος,
χάρη στο αρχείο του οποίου έχουμε
ωραίο φωτογραφικό υλικό από το
Να 'τανε το '21 

Ο τίτλος της επιθεώρησης φυσικά οφειλόταν στη μεγάλη επιτυχία του ομότιτλου τραγουδιού του Σταύρου Κουγιουμτζή και της Σώτιας Τσώτου που τραγουδούσε ο Γιώργος Νταλάρας αλλά και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Όπως μας ενημερώνει ο Φάνης Κλεάνθης στα Νέα το τραγούδι ενέπνευσε επίσης το φινάλε της παράστασης αλλά και ένα νούμερο:
Το φινάλε είναι η δίκη για την πατρότητα της μουσικής του τραγουδιού με προεδρίνα τη Ρένα Βλαχοπούλου. Σ' αυτήν ο Γιώργος Πάντζας εμφανίζεται ως Νταλάρας και ο Γιώργος Κάππης ως Μπιθικώτσης, ενώ ουσιώδης μάρτυρας είναι ο Ζαμπέττας, που τον υποδύεται ο Σταύρος Παράβας. Ακόμα, η Νινή Τζάνετ εμφανίζεται ως "Οντεόν", η Ελένη Προκοπίου ως "Κολούμπια", ο Κ. Καφάσης ως Μαρινέλλα κι ο Βαγ. Πλοιός ως "Επίσημη αγαπημένη". ΄Το νούμερο είναι η αντιστροφή του τραγουδιού: δυο ήρωες του '21, που είναι πια αγάλματα, κατεβαίνουν από τα βάθρα τους και διατυπώνουν τη λαχτάρα τους να ζούσαν στη σημερινή εποχή τραγουδώντας "Νάμαστε στο '70".
Τα Νέα, 21-3-1970

Σύμφωνα με το πρόγραμμα της παράστασης, το νούμερο αυτό είχε τίτλο "Να 'τανε το 70" και το εκτελούσαν ο Γιώργος Πάντζας και ο Γιώργος Κάππης (ο Γιώργος Πάντζας έπαιξε ένα ακόμα νούμερο βασισμένο στο τραγούδι αυτό μετά την πτώση της χούντας). 

Το φινάλε της επιθεώρησης Να 'τανε το '21 με τίτλο
"Η μεγάλη δίκη των πρωταγωνιστών του '21"
Η Ρένα Βλαχοπούλου προεδρίνα του δικαστηρίου που πρέπει να αποφασίσει
για την πατρότητα του τραγουδιού "Να 'τανε το '21"
Αν και γράφτηκε ότι την ορχήστρα στην παράσταση διηύθυνε ο Γιώργος Θεοδοσιάδης,
νομίζω ότι διακρίνω το κεφάλι του Μενέλαου Θεοφανίδη.
Φωτογραφία από το αρχείο του Γιώργου Ανεμογιάννη

Το βασικό νούμερο της Ρένας Βλαχοπούλου είχε τον τίτλο "Υπηρεσία αφυπνίσεως": η--"ακατάβλητη" και "πάντα κεφάτη" κατά τον Παράσχο--Ρένα εμφανιζόταν ως τηλεφωνήτρια στην υπηρεσία αφύπνισης του ΟΤΕ και ξυπνούσε διάφορους τύπους, ανάμεσά τους η Τζάκυ Ωνάση, ο πρόεδρος Νίξον και ο Σταμάτης Κόκοτας. Την πλαισίωναν ο Κώστας Καφάσης, ο Σωτήρης Τζεβελέκος, η Ελένη Μάνδηλα (κατά το πρόγραμμα, ή Μανδήλα σύμφωνα με άλλες πηγές), η Ρένα Βραχλιώτου, η Μαίρη Γιαμαρέλλου και ο Μίνως Μωράκης. 

Η Ρένα Βλαχοπούλου στο νούμερο "Υπηρεσία αφυπνίσεως".
Της πήγαινε να παιδεύεται με τα τηλέφωνα... Θρυλικό το νούμερό της "Πήρατε το '13" το 1960

και άκρως διασκεδαστικές οι σκηνές της με τηλέφωνα
στα
Κορίτσια για φίλημα και στο Μια Ελληνίδα στο χαρέμι
Σε αυτή τη φωτογραφία νομίζω ότι μαέστρος είναι ο Γιώργος Θεοδοσιάδης.
Από το αρχείο του Γιώργου Ανεμογιάννη.

Ο Σταύρος Παράβας εμφανιζόταν ως "Ντένις ο Τρομερός" "ανανεωμένος και χωρίς εκφραστικές υπερβολές", όπως γράφει ο Παράσχος, καθώς και σ' ένα ντουέτο με τη "συμπαθεστάτη" Ελένη Προκοπίου που σατίριζε τη μόδα των "Γιούνισεξ". Η Νινή Τζάνετ υποδυόταν την "Αστυνομικίνα" με κομπέρ τον "άμεμπτο" Αρτέμη Μάτσα--για την πρωταγωνίστρια ο κριτικός σημειώνει πως είναι "ανεκμετάλλευτη αυτή τη φορά εν σχέσει με τις δυνατότητές της--ενώ εμφανιζόταν και σε ένα τραγουδιστικό ντουέτο με τον Σάκη Παπανικολάου που είχε τον τίτλο "Νοσταλγίες". Ο Γιώργος Πάντζας εμφανιζόταν με κομπέρ τον Σωτήρη Τζεβελέκο σε μια σάτιρα του τραγουδιστικού σουξέ "Ο επιπόλαιος" με τίτλο "Επιπόλαιοι καιροί". Άλλη μια τραγουδιστική επιτυχία, το "Μια γυναίκα φεύγει" ενέπνευσε το ομότιτλο νούμερο με πρωταγωνιστή τον Γιώργο Κάππη, τον οποίο ο Παράσχος βρήκε "πολύ καλόν". 

Ο Γιώργος Κάππης στο νούμερο "Μια γυναίκα φεύγει".
Φωτογραφία από το αρχείο του Γιώργου Ανεμογιάννη.

Το τραγουδιστικό μέρος της παράστασης κρατούσαν στην πρώτη πράξη η Ρένα Βλαχοπούλου--ακριβώς πριν τις "Χορευτικές αναμνήσεις από μια καλλιτεχνική περιοδεία" με τον Καστρινό και τη Χρυσούλα Ζώκα--και στη δεύτερη πράξη ο Σάκης Παπανικολάου--μεταξύ φινάλε και αποθέωσης (σημειώνω πως το Να 'τανε το '21 ήταν από τις πρώτες επιθεωρήσεις στις οποίες το φινάλε είχε μεταφερθεί στη δεύτερη πράξη, ενώ η πρώτη πράξη έκλεινε με χορευτικό). Δεν ξέρουμε δυστυχώς ποια τραγούδια ερμήνευαν οι δυο τους, αλλά ο Παράσχος μας ενημερώνει πως και οι δυο "καταχειροκροτούνται για την άψογη επιτέλεσι μερικών πολύ όμορφων τραγουδιών"... Δεν ξέρω αν πρόκειται για τυπογραφικό λάθος ή αν όντως ο Παράσχος χρησιμοποίησε τον όρο "επιτέλεση" ως απόδοση του όρου "performance"!...

Η Ρένα Βλαχοπούλου κατά την... επιτέλεση των ωραίων της τραγουδιών
υπό το βλέμμα της... Ρένας Βλαχοπούλου.
Φωτογραφία από το αρχείο του Γιώργου Ανεμογιάννη.

To "Να 'τανε το '21" παίχτηκε μέχρι τις 31 Μαΐου του 1970, αλλά κανένας εκ των συντελεστών δεν μπορούσε, μάλλον, να προβλέψει ότι ο κύκλος του δεν είχε τελειώσει ακόμα. Όπως έχουμε δει στο παρελθόν, όταν τον Νοέμβριο του 1970 ο θίασος του Ακροπόλ αναγκάστηκε να σταματήσει τις παραστάσεις της επανάληψης της καλοκαιρινής επιτυχίας Έρχονται δεν έρχονται, επειδή  επενέβη η λογοκρισία, ο Βασίλης Μπουρνέλλης αποφάσισε ο θίασος να επαναλάβει το Να 'τανε το '21 έως ότου ετοιμαστεί η καινούρια επιθεώρηση, το Λέγονται, δεν λέγονται, που όπως είδαμε επίσης στο παρελθόν, είχε κι αυτό τα προβληματάκια του με τη λογοκρισία. Δεν έχει εντοπιστεί κάποιο πρόγραμμα αυτής της επανάληψης, που κράτησε από τις 21 Νοεμβρίου μέχρι τις 17 Δεκεμβρίου, για να ξέρουμε πώς αναδιαμορφώθηκε η διανομή (ο Πάντζας και ο Παράβας δεν ανήκαν πια στον θίασο, πρωταγωνιστής ήταν ο Κώστας Χατζηχρήστος). Ο Γιάννης Φερμάνογλου, πάντως, μας πληροφορεί (Βραδυνή, 23-11-1970) ότι την επανάληψη της επιθεώρησης διηύθυναν τρεις μαέστροι: ο Μενέλαος Θεοφανίδης διηύθυνε τα παλιά νούμερα της επιθεώρησης, ο Γιώργος Μουζάκης τα καινούρια χορευτικά και τα τραγούδια (τον Καστρινό και τη Ζώκα είχαν διαδεχτεί ο Μεταξόπουλος και η Νάντια Φοντάνα) και μονίμως σε όλη την παράσταση ο πιανίστας Μπάμπης Μαυρομάτης--δεν έχω επαληθεύσει την πληροφορία αυτή, αλλά αξίζει να αναφέρουμε ότι στο πρώτο του ανέβασμα το Να 'τανε το '21 διηύθυνε ο Γιώργος Θεοδοσιάδης... 





Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Σάββατο 20 Μαρτίου 2021

Σαν σήμερα το 1943: Ανοιξιάτικες τρέλες

Στις 20 Μαρτίου 1943 οι αθηναϊκές εφημερίδες δημοσίευσαν μια χρησιμότατη διαφήμιση της επιθεώρησης Ανοιξιάτικες τρέλες που είχε ξεκινήσει τις παραστάσεις της την προηγούμενη μέρα. Ήταν χρήσιμη, φαντάζομαι, για το κοινό, αλλά είναι χρησιμότατη για τη θεατρολογική έρευνα, καθώς δεν έχει εντοπιστεί κάποιο ρεπορτάζ ή κριτική που να παρουσιάζει το περιεχόμενο των σκηνών του έργου αλλά και τους τίτλους των τραγουδιών που ερμήνευε η ντιζέζ του θιάσου, η "Βασίλισσα της Τζαζ" Ρένα Βλαχοπούλου (ακόμα και το πρόγραμμα της παράστασης είναι πιο φειδωλό σε πληροφορίες!). Τα κείμενα της επιθεώρησης είχαν γράψει ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος, ενώ τη μουσική υπέγραφε ο Μιχάλης Σουγιούλ, ο οποίος εμφανιζόταν στην παράσταση με το ακορντεόν του. Διευθυντής της ορχήστρας πάντως ήταν ο Γιάννης Σπάρτακος που θριάμβευε εκείνη τη σεζόν με μοτίβα στους ρυθμούς της τζαζ. 

Το εξώφυλλο του προγράμματος της επιθεώρησης
Ανοιξιάτικες τρέλες
Από το αρχείο του Μιχάλη Σουγιούλ
που φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη Λίλιαν Βουδούρη
του Μεγάρου Μουσικής

Έτσι το θέατρο Πάνθεον κάνει "μερικές ερωτήσεις" στο κοινό:
1) Είδατε τι τραβάει ο ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ που πάει να γίνη καλά στην κλινική του ΣΤΥΛΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ;
2) Είδατε την Μ. ΚΡΕΒΒΑΤΑ που δέχεται τους φίλους της σ' ένα εξωφρενικό πάρτυ; (Σημείωση του Rena Fan: είχαν γίνει πλέον μόδα τα ολονύκτια πάρτι στην πρωτεύουσα που αφενός "υποχρέωναν" τη νεολαία να ξενυχτήσει σε φιλικά σπίτια, καθώς λόγω της απαγόρευσης της κυκλοφορίας δεν ήταν δυνατή η επιστροφή στο σπίτι πριν το ξημέρωμα και, αφετέρου, στη διάρκειά τους μπορούσαν να οργανωθούν πράξεις αντίστασης...)
3) Είδατε τον ΔΟΥΚΑ που εννοεί να προσαρμόση τα ρεμπέτικα τραγούδια στο ρυθμό της τζαζ;
4) Είδατε την Μ. ΝΕΖΕΡ ως Μαργαρίτα Γκωτιέ;
5) Είδατε τον ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ να παραδίδη ιδιαίτερα μαθήματα στον ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ και τον ΔΟΥΚΑ;
6) Ακούσατε την ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ στα νέα τραγούδια της "Τα δυο χειλάκια σου", "Χλωμό φεγγάρι", "Τα μαύρα νέφη";
7) Είδατε την ΠΑΟΛΑ στη γλυκειά Νανά;
8) Είδατε το μπαλέττο ΜΠΑΡΚΟΥΛΙΕΡΟ, το χορευτικό ζευγάρι ΚΩΣΤΑ-ΤΖΟΥΛΙΑ και τις Α' χορεύτριες ΑΝΝΥ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ-ΗΡΑ ΖΟΥΓΚΟΒΑ στις νέες τους δημιουργίες;
9) Ακούσατε την ορχήστρα ΣΠΑΡΤΑΚΟΥ στα καινούργια της παιχνίδια τζαζ;     
ΤΙ; ΟΧΙ;
Τρέξτε λοιπόν στις
ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΕΣ ΤΡΕΛΛΕΣ
τη μεγαλείτερη επιτυχία που παίζεται από χθες στο
ΘΕΑΤΡΟΝ ΠΑΝΘΕΟΝ

Από το πρόγραμμα μαθαίνουμε ότι στο σκετς "Στην κλινική" παίζει όλος ο θίασος (με αυτό έκλεινε η παράσταση), ενώ η Μαρίκα Κρεβατά εμφανιζόταν επίσης με τον Γιάννη Στυλιανόπουλο στο ντουέτο "Οικογενειακή ζωή" και μαζί με τη Μαρίκα Νέζερ και τον Κώστα Δούκα στο τρίο "Ζήτω η τζαζ". Προφανώς σε αυτό το νούμερο ο Δούκας διασκεύαζε τα ρεμπέτικα στους ρυθμούς της τζαζ--με μαέστρο τον Γιάννη Σπάρτακο το νούμερο αυτό... ακούγεται (δυστυχώς μόνο μεταφορικά) άκρως ενδιαφέρον!

Και η ιταλική μετάφραση του προγράμματος:
ήταν υποχρεωτική λόγω της παρουσίας
των Ιταλών στην Αθήνα--ενώ προγράμματα
άλλων θέατρα ήταν τρίγλωσσα (ελληνικά, ιταλικά και γερμανικά).
Η ιταλική μετάφραση παραλείπει τη δεύτερη εμφάνιση
της Ρένας Βλαχοπούλου λίγο πριν το τέλος
της δεύτερης πράξης.
Από το αρχείο του Μιχάλη Σουγιούλ
που φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη Λίλιαν Βουδούρη
του Μεγάρου Μουσικής


Αξίζει να σημειώσουμε ότι στο έργο υπάρχει έντονη σάτιρα της θεατρικής ζωής: η εμφάνιση της Νέζερ ως Μαργαρίτας Γκωτιέ παραπέμπει στην επιτυχία του θεάτρου Κοτοπούλη Η κυρία με τις καμέλιες, ενώ το φινάλε της επιθεώρησης που είχε τον τίτλο "Τι είδαμε φέτος" σατίριζε πολλές από τις θεατρικές παραστάσεις που παρουσιάστηκαν τη σεζόν 1942-43 στα αθηναϊκά θέατρα, "αν και εις αυτόν δυστυχώς γίνεται κατάχρησις παρατόλμου και ατυχούς σατύρας (sic) του προσώπου του θεατρικού επιχειρηματίου κ. Χαμαράκη" (Βραδυνή, 20-3-1943). Και η Ακρόπολις συμπληρώνει πως επικρίσεις "εγράφησαν και ηκούσθησαν διότι (...) ο κ. Χαμαράκης ακούει τον αναβαλλόμενο επειδή έγινε από κομμωτής κυριών θεατρικός επιχειρηματίας ενώ ίσως θα ήτο φυσικώτερον να ήταν πρώην ταξιθέτης". Δεν είμαι σίγουρος αν αυτό είναι καρφί για κάποιον άλλο επιχειρηματία που άλλαξε ρότα στην επαγγελματική του ζωή, οι κακές γλώσσες πάντως έλεγαν ότι ο κομμωτής Κώστας Χαμαράκης (το κομμωτήριό του βρισκόταν απέναντι από το Ρεξ) αποφάσισε κάποια στιγμή να ασχοληθεί και με τις θεατρικές επιχειρήσεις επειδή ήθελε να προβάλει την αγαπημένη του Έλλη Κονδυλάκη. Όμως είναι γεγονός πως παρουσίασε πολύ φροντισμένες παραστάσεις και δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι σε εκείνον (και στις/στους ηθοποιούς των θιάσων του φυσικά) οφείλεται η ανάκαμψη της οπερέτας μέσα στην Κατοχή... 

Το εξώφυλλο της παρτιτούρας
του τραγουδιού "Mi piace cantare" 
ή "Τα δυο χειλάκια σου τα βυσσινιά"
Πηγή: ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ,
Τμήμα Παραστατικών Τεχνών

Από τα τρία τραγούδια που ερμήνευε η Ρένα Βλαχοπούλου στην παράσταση, η Βραδυνή ξεχώρισε το σουίνγκ "Τα δυο χειλάκια σου τα βυσσινιά". Για καλή μας τύχη σώζεται η παρτιτούρα του στο Τμήμα Παραστατικών Τεχνών του ΕΛΙΑ. Βλέπουμε πως πρόκειται για άλλο ένα ιταλικό τραγούδι, σε μουσική του Clemente Gusella και στίχους του Bruno Gerri που απόκτησε ελληνική ιθαγένεια χάρη στους Σακελλάριο-Γιαννακόπουλο. Δεν έχω καταφέρει (ακόμα και με τη βοήθεια μουσικών από την Ιταλία) να εντοπίσω κάποια ηχογράφηση του πρωτότυπου τραγουδιού. Η ελληνική του εκδοχή σαφώς δεν γνώρισε τη μεγάλη επιτυχία του "Βρέχει", του "Νάνι νάνι" και του "Μπουμπουκιού", πάντως είναι ένα ζωηρό, κεφάτο τραγούδι, από εκείνα που ταίριαζαν ιδιαίτερα στην ιδιοσυγκρασία της Ρένας Βλαχοπούλου, και οι ελληνικοί στίχοι του ήταν οι εξής:
Τα δυο χειλάκια σου τα βυσσινιά
πάνε φιρί φιρί για δαγκωνιά
Τα δυο χειλάκια σου γλυκαίνετ' όποιος τ' ακουμπά.
Ζαχαροπλάστης ήταν ο μπαμπάς σου.
Ένα φιλί να δώσω λαχταρώ
στο μαγουλάκι σου το δροσερό
Και μ' ένα, δύο, τρία, πέντε, έξι, επτά φιλιά
να φάω του λαιμού σου την ελιά.

Ντα ντα ντα,
Αχ και να σε είχα κοντά.
Ντου ντου ντου 
για να σε φιλούσα παντού.

Στα δυο χειλάκια σου κτλ...

Τα μάτια σου τα βαθυγάλαζα
αλλού δεν θα τα βρω.
Πώς με κρατάν, σαν με κοιτάν
μ' αυτό το βλέμμα τους το αβρό.
Ένα φιλάκι σου δεν θ' άλλαζα ούτε με θησαυρό.
Και λαχταρώ πολύ πολύ,
Αχ πολύ πολύ, ένα σου φιλί! Ναι!

Τα δυο χειλάκια σου κτλ...
Το ίδιο θέμα με... παραλλαγές θα εμφάνιζαν λίγες μέρες αργότερα στο θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ ο Σπάρτακος και οι Σακελλάριος-Γιαννακόπουλος στον περίφημο Φανό των συντακτών του 1943 ("Ένα φιλάκι να σου 'δινα"--το λάνσαρε η Ρένα Βλαχοπούλου φυσικά) αλλά και λίγους μήνες αργότερα στο Περοκέ, στην επιθεώρηση Τα ίδια, Παντελάκη μου ("Το φιλί που χθες μου έδωσες στο στόμα..."--το λάνσαραν η Ηρώ Χαντά και ο Κώστας Μανιατάκης και μας το θύμισαν πολλά χρόνια αργότερα η Ρένα με τον Γιάννη Σπάρτακο στον Λυκαβηττό και πιο πρόσφατα η Ρένα με τον Γιάννη Βογιατζή).

Πάντως, εκτός από τη βασική τραγουδιστική της εμφάνιση λίγο πριν το φινάλε της πρώτης πράξης, διαβάζουμε στο πρόγραμμα πως η Ρένα Βλαχοπούλου είχε στη δεύτερη πράξη και μια εμφάνιση με το Τρίο Μουτσάτσος, που είχε τον τίτλο "Ερωτευμένες κιθάρες"... 

Η Ρένα Βλαχοπούλου και το Τρίο Μουτσάτσος (Φώτης Πολυμέρης,
Γιώργος και Χαράλαμπος Μαλλίδης) στη σκηνή του θεάτρου Πάνθεον.
Φωτογραφία από το βιβλίο του Φώτη Πολυμέρη
Των αναμνήσεων η λιτανεία
(Άγκυρα, 2003)


Οι Ανοιξιάτικες τρέλες ήταν το τρίτο έργο του θιάσου Μάνου Φιλιππίδη-Μαρίκας Κρεβατά (Σύμπραξις Κώστα Δούκα-Καλλιτεχνική διεύθυνσις Ιωάννη Στυλιανόπουλου και η Μαρίκα Νέζερ), μετά τις επιθεωρήσεις Στον ρυθμό της τζαζ και Μελωδίες του 1943. Παίχτηκε λίγο περισσότερο από έναν μήνα, μέχρι το τέλος της Μεγάλης Εβδομάδας (τα θέατρα εκείνη τη σεζόν έμειναν κλειστά μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή!...) και το Πάσχα του 1943 το διαδέχτηκε το Ταμπλ Ντοτ... 



Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2021

Σαν σήμερα το 1952: Τώρα που υπάρχουνε τα τάλιρα...

Στις 19 Μαρτίου 1952 δόθηκε στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά η πρεμιέρα της επιθεώρησης Τώρα που υπάρχουνε τα τάλιρα. Η επιθεώρηση αυτή ήταν το ένατο έργο που παρουσίασε ο θίασος της Πειραϊκής Μουσικής Σκηνής εκείνη τη σεζόν και συμμετείχε σ' αυτήν εκτάκτως η Ρένα Βλαχοπούλου.

Σπανιότατη διαφημιστική αφίσα της Πειραϊκής Μουσικής Σκηνής
από τη σελίδα του Facebook Μουσικό Θέατρο
του ηθοποιού και χορευτή Γιάννη Χριστόπουλου 

Η Πειραϊκή Μουσική Σκηνή ήταν ένα εγχείρημα που ξεκίνησε από τον συγγραφέα Κώστα Τσαρή: στόχος να αποκτήσει ο Πειραιάς έναν μόνιμο μουσικό θίασο που θα ψυχαγωγεί το κοινό της πόλης με εκλεκτά έργα, τα περισσότερα στελέχη του οποίου θα κατάγονταν από τον Πειραιά. Επικεφαλής του θιάσου ήταν ο Ορέστης Μακρής (καλλιτεχνικός διευθυντής του θιάσου), η πειραιώτισσα Μπέμπα Δόξα και ο Σπύρος Πατρίκιος. Στον θίασο συμμετείχαν ακόμα η Σμαρούλα Γιούλη και ο Κώστας Μανιατάκης (και οι δύο σε κάποια μόνο από τα έργα που παρουσιάστηκαν), η σουμπρέτα Μαίρη Βασιλάκη, ο γλυκύτατος Λαυρέντης Διανέλος (που ανέλαβε και ρόλο οικονομικού διαχειριστή), η θρυλική Φρόσω Κοκκόλα (σύζυγός του), η υπέροχη Λέλα Πατρικίου (σύζυγος του Σπύρου), ο Νίκος Βασταρδής, ο Γιώργος Βλαχόπουλος και ο Γιώργος Λουκάκης. Με τον θίασο συνεργάστηκε επίσης η Έλλη Ζουρούδη με το μπαλέτο της. Όπως ανακοινώθηκε από την αρχή της σεζόν, ανάλογα με τις ανάγκες του εκάστοτε έργου, θα πραγματοποιούσαν έκτακτες εμφανίσεις αρκετές/-τοί καλλιτέχνιδες/-νες. Έτσι, συνεργάστηκαν με τον θίασο ο τενόρος Νίκος Τσάμης, η Φίτσα Ντάβου, η Πόπη Άλβα, η Ροζαλίντα, η Ιωάννα Άλβα, η Ξένη Δράμαλη και, φυσικά, η Ρένα Βλαχοπούλου "στα τραγούδια του ρεπερτορίου της" (Έθνος, 18-3-1952).

Ορέστης Μακρής, Μπέμπα Δόξα, Λαυρέντης Διανέλος, Έλλη Ζουρούδη.
Πηγή: 
Χρονογράφος, 10-12-1951
Τα σκίτσα ανήκουν πιθανότατα στον Γ. Μενδρινό, συνεργάτη του
Χρονογράφου

Μόνιμος διευθυντής ορχήστρας του θιάσου ήταν ο πειραιώτης Αθανάσιος Κόκκινος και σκηνογράφος ο επίσης πειραιώτης Νίκος Ζωγράφος που, παράλληλα με τη σκηνογραφική του εργασία για τον θίασο, ασχολήθηκε και με διάφορες προτάσεις για την ανακαίνιση του Δημοτικού Θεάτρου (δεν είμαι σίγουρος πόσες από αυτές υλοποιήθηκαν). Ειδικά για τα σκηνικά του διαβάζουμε στην εφημερίδα Χρονογράφος του Πειραιά πως για πρώτη φορά στην ιστορία του Δημοτικού Θεάτρου τα σκηνικά καταλαμβάνουν ολόκληρο τον χώρο της τεράστιας σκηνής του...

Χρονογράφος, 10-12-1951

Σκηνοθέτης του συγκροτήματος ήταν ο Ρενάτο Μόρντο, σκηνοθέτης της Λυρικής Σκηνής αλλά και του θεάτρου Κοτοπούλη παλιότερα, όπου είχε θριαμβεύσει στα χρόνια της Κατοχής σκηνοθετώντας τις μουσικές κωμωδίες που παρουσιάζονταν εκεί. Ίσως για αυτόν τον λόγο τα πρώτα δημοσιεύματα σχετικά με την Πειραϊκή Μουσική Σκηνή στον Χρονογράφο ανέφεραν ότι το ρεπερτόριο του θιάσου θα κινηθεί στο κλίμα της μουσικής κωμωδίας (που λανθασμένα ο αρθρογράφος την παρουσιάζει ως το ενδιάμεσο είδος μεταξύ οπερέτας και επιθεώρησης--μάλλον μεταξύ οπερέτας και πρόζας είναι το σωστό...). Τελικά το ρεπερτόριο του θιάσου ήταν όντως σε μεγάλο βαθμό... κατοχικό, όχι όμως στην κατεύθυνση της μουσικής κωμωδίας. Αντίθετα, ο θίασος παρουσίασε μουσικές ηθογραφίες και οπερέτες που είχαν γνωρίσει μεγάλη επιτυχία στην Κατοχή. Η αρχή έγινε με τη μουσική ηθογραφία των Αλέκου Σακελλάριου και Μενέλαου Θεοφανίδη Το ξύλο βγήκε από το παράδεισο (ο Ορέστης Μακρής πρωταγωνιστούσε άλλωστε και στο πρώτο κατοχικό ανέβασμα). Άλλες κατοχικές επιτυχίες που παίχτηκαν εκείνη τη σεζόν στον Πειραιά ήταν οι Νησιώτικες αγάπες του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, το Φτερό στον άνεμο των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου και Χρήστου Χαιρόπουλου (που έναν χρόνο πριν είχε παιχτεί στις κινηματογραφικές αίθουσες ως Εκείνες που δεν πρέπει ν' αγαπούν: η Σμαρούλα Γιούλη επανέλαβε τον ρόλο που έπαιξε και στην ταινία, ενώ τον ρόλο της Άννας Καλουτά ανέλαβε η Μπέμπα Δόξα), το Έτσι είν' η ζωή (επίσης επιτυχία του Μακρή, στο κατοχικό ανέβασμά της άλλωστε εμφανιζόταν και η Ρένα Βλαχοπούλου) και η Γκρεμισμένη φωλιά του Νίκου Χατζηαποστόλου. Η Γκρεμισμένη φωλιά είχε γνωρίσει τεράστια επιτυχία στην Κατοχή (η Μίνα Χατζηαποστόλου, χήρα του συνθέτη, διηγούνταν σχεδόν μισό αιώνα αργότερα ότι λόγω της πολυκοσμίας "νόμιζες πως μοιράζουνε μπομπότα...") και φαίνεται πως λειτούργησε αντίστοιχα και για την Πειραϊκή Μουσική Σκηνή: ο Χρονογράφος επισήμανε πως παρόλο που όλες οι παραστάσεις του θιάσου ήταν επιμελημένες, το πειραϊκό κοινό ανταποκρίθηκε ιδιαίτερα στο έργο του Χατζηαποστόλου: το παρακολούθησαν 8.000 θεατές.

Χρονογράφος, 10-12-1951

Συνολικά ο θίασος παρουσίασε δέκα οπερέτες (Η κόρη της αμαρτίας, Το κορίτσι του δρόμου και οι χαλκέντεροι Απάχηδες των Αθηνών συμπλήρωσαν το οπερετικό ρεπερτόριο) και δύο επιθεωρήσεις. Οι τίτλοι και των δυο "έπαιζαν" με στίχους του αρχοντορεμπέτικου "Βρε Μανώλη Τραμπαρίφα": η πρώτη ήταν Το κορίτσι θέλει θάλασσα και η δεύτερη ήταν το Τώρα που υπάρχουνε τα τάλιρα. Για τον τίτλο αυτό ο Χρονογράφος είχε αντιρρήσεις: "Ας μας επιτραπή όμως να ρωτήσουμε γιατί οι ενδιαφερόμενοι διάλεξαν ένα τέτοιο φτηνό τίτλο. Νομίζομεν ότι δεν είναι από τους 'τίτλους τιμής' διά την Πειραϊκή Μουσική Σκηνή" (17-3-1952). Και τις δύο επιθεωρήσεις έγραψαν ο Κώστας Τσαρής και ο Σπύρος Πατρίκιος με μουσική του Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου. Για την πρώτη διαβάζουμε ότι ο Νίκος Ζωγράφος φιλοτέχνησε έντεκα σκηνικά! Πραγματικά μεγάλος κόπος και έξοδα για μια παράσταση που παίχτηκε μόλις δύο εβδομάδες. Για τη δεύτερη δυστυχώς δεν εντόπισα άλλες πληροφορίες πέρα από το ότι "παίζεται με επιτυχία". Κι αυτή όμως μετά από δύο εβδομάδες έδωσε τη θέση της στους Απάχηδες των Αθηνών (με Τιτίκα την Μπέμπα Δόξα, Βέρα Παραλή τη Μαίρη Βασιλάκη, Αρετούσα τη Λέλα Πατρικίου, Καρκαλέτσο τον Νίκο Βασταρδή, Καρούμπα τον Λαυρέντη Διανέλο, Πρίγκηπα τον Νίκο Τσάμη, Παραλή τον Σπύρο Πατρίκιο και μπάρμπα-Αντρέα τον Ορέστη Μακρή...)

Κάποιο αποκριάτικο βράδυ του '52
ο θίασος έδωσε πανηγυρικό χορό 
στο φουαγιέ
του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά

Χρονογράφος, 3-3-1952

Ο θίασος έβγαλε ηρωικά τη σεζόν. Τον πρώτο καιρό έπαιζε κάθε βράδυ, αλλά από ένα σημείο και μετά άρχισε να δίνει παραστάσεις στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά δύο βράδια την εβδομάδα η Λυρική Σκηνή, οπότε η Πειραϊκή Μουσική Σκηνή είτε αργούσε είτε... "πεταγόταν" σε κάποιο συνοικιακό θέατρο για έκτακτες παραστάσεις (π.χ, στο Μαρούσι...). Το Πάσχα κάποια από τα βασικά στελέχη του θιάσου όπως ο Μακρής και η Μπέμπα Δόξα αποχώρησαν και τα υπόλοιπα έδωσαν λίγες ακόμα παραστάσεις (ανάμεσα στα έργα τους και ο θρυλικός Αγαπητικός της βοσκοπούλας). Σχεδόν όλες και όλοι οι ηθοποιοί της Πειραϊκής Μουσικής Σκηνής, πειραιώτες/-ισσες και μη, επέστρεψαν στα αθηναϊκά θέατρα την επόμενη σεζόν. Ο Πειραιάς εξακολουθούσε να βρίσκεται μακριά από τα θεατρικά δρώμενα του κέντρου και, ακόμα και εκείνα τα χρόνια που οι θίασοι ήταν συνηθισμένοι να αλλάζουν έργα, δώδεκα έργα σε μία σεζόν ήταν μάλλον κουραστική και οικονομικά δυσβάσταχτη επιλογή (οι μουσικοί θίασοι που γνώριζαν επιτυχία έπαιζαν δύο ή τρία έργα τις χειμερινές σεζόν).

Τα Νέα, 15-1-1952

Όσο για τη Ρένα Βλαχοπούλου θυμίζω ότι το μόνιμο επαγγελματικό της στέκι τη χειμερινή σεζόν 1951-52 ήταν η μπουάτ Αθηναία της οδού Δημοκρίτου. Κάποια στιγμή, τον Γενάρη του '52, υπήρξε μια πρόταση για εμφανίσεις στην Κωνσταντινούπολη, αλλά το ταξίδι ματαιώθηκε και συνέχισε τις εμφανίσεις της για το υπόλοιπο της σεζόν, ενώ στο τέλος του Μαρτίου δέχτηκε την πρόταση του Βασίλη Μπουρνέλλη να εμφανιστεί το καλοκαίρι του 1952 στο Ακροπόλ.


Θέλω τέλος να αναφέρω ότι η σημερινή ανάρτηση οφείλει, κατά κάποιον τρόπο, την ύπαρξή της στον Θεόδωρο Έξαρχο. Όταν ξεκίνησα να καταγράφω τη θεατρική πορεία της Ρένας Βλαχοπούλου πριν από δυόμισι δεκαετίες, εντόπισα την πληροφορία για τη συνεργασία της με την Πειραϊκή Μουσική Σκηνή στο σχετικό λήμμα του δεύτερου τόμου του Λεξικού των Ελλήνων Ηθοποιών (Δωδώνη, 1996) που έγραψε ο Έξαρχος. Μπορεί τα στοιχεία που υπάρχουν στα Λεξικά του αξέχαστου ηθοποιού να μην είναι πάντα σωστά, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση η πληροφορία αυτή στάθηκε οδηγός μου στην περιπλάνησή μου στη χειμερινή σεζόν 1951-52 και στην ανακάλυψη στοιχείων που μάλλον θα ήταν δύσκολο να εντοπίσω διαφορετικά εκείνα τα χρόνια που τα αρχεία δεν ήταν ψηφιοποιημένα και τα δάχτυλά μας ξεφύλλιζαν με... δέος και ευλάβεια τους τόμους των δεμένων κιτρινισμένων εφημερίδων στις βιβλιοθήκες... 



Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021

Σαν σήμερα το 1979: Ανεβάζει τη... θερμοκρασία...

Στις 18 Μαρτίου 1979 η Καθημερινή δημοσίευσε ένα κριτικό σημείωμα για τις παραστάσεις του ελαφρού μουσικού θεάτρου που παίζονταν εκείνη τη σεζόν στην Αθήνα. Το σημείωμα που υπογράφεται με το αρχικό Δ. είναι πιθανότατα του Στάθη Δρομάζου. Παρουσιάζονται το μιούζικαλ Τραγούδα θεατρίνε των Ηλία Λυμπερόπουλου-Γιώργου Θεοδοσιάδη, με πρωταγωνιστή τον Τόλη Βοσκόπουλο, και οι επιθεωρήσεις Τα παιδιά του σωλήνα (με τη Ρένα Βλαχοπούλου) και Στα σαγόνια της εφορίας  (με τις/τους Κούλη Στολίγκα, Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Γιώργο Κάππη, Γιάννη Μιχαλόπουλο και Κούλα Νικολαΐδου). Η γενική εντύπωση του κριτικού είναι ότι "δε μπορούμε να πούμε ότι ευτυχήσαμε φέτος στις Επιθεωρήσεις. Τα κείμενα κατά κανόνα αδύναμα. Αλλά παραμένουν οι εξαίρετοι ηθοποιοί του είδους, που με το τίποτα βγάζουν σπαρταριστά νούμερα στη σκηνή". Ειδικότερα για Τα παιδιά του σωλήνα γράφει:

Τα "Παιδιά του Σωλήνα" έγραψε η τριάδα Γ. Δαλιανίδη, Ν. Καμπάνη, Β. Μακρίδη". Παίζεται στο θέατρο ΡΕΞ. Βέβαια, όταν διαθέτεις μια Ρένα Βλαχοπούλου, δεν νοιάζεσαι [για] τίποτα άλλο. Και στο πιο ισχνό νούμερο δίνει θεατρική υπόσταση με τον αυτοσχεδιασμό της. Έτσι κι έγινε με τα "Τεκμήρια της Εφορίας" όπου επιστρατεύει όλη της τη θηλυκότητα, την οποία ταυτόχρονα παρωδεί, για να "κόψει" τον εφοριακό. Οι καλοί ηθοποιοί Νίκος Τσούκας, Αλέκα Στρατηγού (που δεν αξιοποιήθηκε), ο Ν. Παπαναστασίου, ο Σ. Τζεβελέκος, η [Μαίρη] Χαλκιά, ο Α. Παπαδόπουλος δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους για να σας διασκεδάσουν. Θα ευχαριστηθήτε το μπαλέτο του Φώτη Μεταξόπουλου, του λαμπρού αυτού χορευτή που διαθέτει αίσθηση του ρυθμού και φινέτσα εκτέλεσης. Η μουσική είναι του Ζακ Ιακωβίδη και η σκηνοθεσία-χορογραφίες του Φ. Μεταξόπουλου.

Καθημερινή, 18-3-1979 

Η Ρένα Βλαχοπούλου πλαισιωμένη από ανερχόμενα και τηλεοπτικά
αστέρια της εποχής εκείνης: Σωτήρης Τζεβελέκος, Νίκος Τσούκας,
Ντάνος Λυγίζος, Μαίρη Χαλκιά, Νέλλη Γκίνη, Νίκος Παπαναστασίου
και η Αλέκα Στρατηγού, παλιά θεατρική καραβάνα φυσικά,
που όμως γνώριζε τότε ιδιαίτερη επιτυχία χάρη στο τηλεοπτικό

Λούνα Παρκ του Γιάννη Δαλιανίδη.
Μαζί τους το χορευτικό ζευγάρι Φώτης Μεταξόπουλος-Νάντια Φοντάνα,


Σχεδόν δυο μήνες νωρίτερα είχε γράψει μια εκτενέστερη κριτική για την παράσταση και ο Αλκιβιάδης Μαργαρίτης στα Νέα. Από ηθοποιούς στέκεται μόνο στη Ρένα Βλαχοπούλου, ενώ προσφέρει και τους προβληματισμούς του για την παρακμή και τις προσπάθειες ανανέωσης του επιθεωρησιακού είδους.

"Τα παιδιά... του σωλήνα" των κ.κ. Γιάννη Δαλιανίδη, Νίκου Καμπάνη και Βύρωνος Μακρίδη είναι μια επιθεώρηση, για την οποία γίνεται "σκοτωμός" για να βρει κανείς μια θέση στο θέατρο "Κοτοπούλη-Ρεξ". Είναι στην παραδοσιακή γραμμή, όπως εξελίχθηκε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, συνδυασμένη δλδ με το δυτικότροπο "μεγάλο θέαμα" (σκηνικά-κοστούμια-μπαλλέτο-φωτισμοί).

Εν τούτοις, δεν μας πείθει ότι στη μορφή της αυτή δεν εξακολουθεί η πτώση της επιθεωρήσεως. Και το μεν θέαμα δεν είναι τόσο μεγάλο όσο άλλοτε. Τα συντριπτικά έξοδα σήμερα για τον τομέα αυτόν δικαιολογούν απόλυτα κάποιον περιορισμό. Βασικά έχουμε ένα καλό σκηνικό σύνθετο του κ. Νίκου Πετρόπουλου (με μια μόνο αρχική χρήση της περιστροφικής σκηνής), που ποικίλλει χάρη στην καλή ρύθμιση των φωτισμών από τον κ. Δημήτρη Χόνδρο. Πλούσια και εύστοχα επιθεωρησιακή είναι η ενδυματολογική εργασία του κ. Γιάννη Βούρου. Έχουμε και μια επιβλητική του μπαλλέτου ("Μαύρο και άσπρο") από τον κ. Φώτη Μεταξόπουλο (σκηνοθέτη και ολόκληρου του θεάματος). που ως σολίστ με την κ. Νάντια Φοντάνα πάντοτε, εξυπηρετεί την επιθεώρηση. Και, φυσικά, την κατάλληλη πάντα μουσική του κ. Ζακ Ιακωβίδη.

Η δε σάτιρα, παρά το ότι δεν λείπει η σφραγίδα των πεπειραμένων συγγραφέων με τις παλιές μεγάλες επιτυχίες, στηρίζεται κυρίως σε σειρά από "σκαμπρόζικα" αστεία (ευτυχώς πολύ συγκρατημένα) που προκαλούν τις ενθουσιώδεις εκδηλώσεις των θεατών. Η πολιτική χρησιμοποιείται με ένα φτηνό γενικώς τρόπο. Η σάτιρα του ΚΚΣΕ και του πρωθυπουργού είναι εξαιρετικά αφελής.

Η "θερμοκρασία" θα ανέβει κάθετα όταν εμφανισθεί η κ. Ρένα Βλαχοπούλου. Τελείως εγκλιματισμένη στην ελληνική επιθεώρηση, δημιουργεί θέατρο με το τίποτα. Επί πλέον όμως, οι συγγραφείς την έχουν εφοδιάσει με τα πιο έξυπνα ευρήματά τους (ρετιρέ, τηλέφωνο, τηλεόραση, ρεκλάμες, έφορος, τεκμήρια). Καλό είναι και το ντουέττο της με την κ. Νέλλη Γκίνη (Δίσκοι "Ρένα").

Η επιθεώρηση είναι ένα χρήσιμο θέαμα, που απαιτεί μια ανανέωση. Κάποιο σωστό δρόμο προς την κατεύθυνση αυτή μας είχαν δώσει στο "Μικρό Θέατρο" της Κυψέλης οι κ.κ. Γιάννης Νεγρεπόντης και Λουκιανός Κηλαηδόνης με τα "Μικροαστικά" (28.11.1974). Σοβαρή υπήρξε και η προσπάθεια των παιδιών του "Ελεύθερου Θεάτρου". Δυστυχώς έφθασε πρόωρα στο τέρμα με το "Τραμ το τελευταίο". Φέτος έχουμε δύο καλές υποδείξεις στο θέατρο "Ριάλτο" με το "Στο κεφάλι σου μια γάτα" και ακόμη περισσότερο από το "Θέατρο Τέχνης" (Θέατρο "Βεάκη") με το "Πού πάει το λεωφορείο...". Είτε με "τραμ" είτε με "λεωφορείο" θα συνεχισθεί άραγε η σωτήρια για την επιθεώρηση διαδρομή;

Τα Νέα, 26-1-1979 

(Μου προκαλεί εντύπωση το ότι ο Μαργαρίτης θεωρεί πως το Ελεύθερο Θέατρο δεν απέδωσε περισσότερο μετά το Τραμ το τελευταίο. Θα πρέπει να αναζητήσω τις κριτικές του για τις μετέπειτα παραστάσεις του καθώς και τις παραστάσεις της Ελεύθερης Σκηνής...)

Η Ρένα Βλαχοπούλου πλαισιωμένη από τους συντελεστές της παράστασης:
τον συνθέτη Ζακ Ιακωβίδη, τον επιχειρηματία του Ρεξ Τάκη Μακρίδη, τους συγγραφείς
Βύρωνα Μακρίδη Νίκο Καμπάνη, και Γιάννη Δαλιανίδη
(απορώ που δεν σκηνοθέτησε την παράσταση),
και τον χορογράφο-σκηνοθέτη Φώτη Μεταξόπουλο
που νομίζω πως κρατάει το... πόδι της Ρένας...

Πηγή φωτογραφίας: Τα Νέα, 1-9-1978


Τα παιδιά του σωλήνα
(ευτυχώς ο μάλλον άκομψος αυτός όρος για τα παιδιά που γεννιούνται με εξωσωματική γονιμοποίηση εγκαταλείφθηκε σταδιακά--έστω και αν τα λαϊκά σατιρικά θεάματα αρέσκονταν να τον χρησιμοποιούν) ήταν μια από τις εμπορικότερες παραστάσεις της σεζόν 1978-79 (μια άλλη μεγάλη επιτυχία ήταν και το Καμπαρέ που παρουσίαζε η Αλίκη Βουγιουκλάκη στο θέατρό της) καταρρίπτοντας εισπρακτικά ρεκόρ. Στις 8 Ιανουαρίου τα Νέα έγραψαν πως στο διάστημα 7 Οκτωβρίου-7 Ιανουαρίου οι εισπράξεις του θεάτρου έφτασαν τα 13 εκατομμύρια που "μεταφράζεται σε 'μέντια' 171.000 δραχμών για τις 75 εργάσιμες μέρες του θέατρου".

Η διαφήμιση της πρεμιέρας με τη Δόκτορα Ρένα να αποδίδει
μια σωληνο-ιδιότητα στα μέλη του θιάσου
(και να αντανακλά ίσως ως ένα βαθμό και την αισθητική της παράστασης).
Από τα
Νέα, 6-10-1978  


Από την επιθεώρηση αυτή έχουν διασωθεί δύο τραγούδια που αποτυπώνουν το επιθεωρησιακό ταπεραμέντο της Ρένας Βλαχοπούλου (σώθηκαν βέβαια επειδή εκτελούνταν πλέι-μπακ στην παράσταση και παρέμειναν στο αρχείο του Ζακ Ιακωβίδη, από το οποίο πέρασαν στο LP της Lyra με ηχογραφήσεις του συνθέτη από το θέατρο). Το ένα προέρχεται από το βασικό της νούμερο, "Τα τεκμήρια της Ρένας" κι έχει τον τίτλο "Ω τι κουτί, κουτί": πρόκειται για μια σάτιρα της τηλεόρασης που ενσωματώνει τη μελωδία του "Tico Tico" που ήταν τότε ιδιαίτερα δημοφιλής λόγω μιας τηλεοπτικής διαφήμισης. Το άλλο τραγούδι προέρχεται από το ντουέτο της Ρένας με την έξοχη Νέλλη Γκίνη: είναι το χαριτωμένο τσιφτετέλι "Για πού το πας, για πού το πας"--στο οποίο ξεχωρίζει η ικανότητα της Ρένας να κάνει εξαιρετική δεύτερη φωνή". Και, όπως αναφέρουν κάποιες πηγές, στο τέλος του νούμερου η Ρένα τραγουδούσε σόλο το αγαπημένο της τραγούδι των Γιώργου Κατσαρού-Πυθαγόρα "Δεν ξεχνιέσαι". Εάν, όπως υποθέτω, τραγουδιόταν και αυτό πλέι-μπακ, ίσως να φτάσει κάποτε στα αυτιά μας και αυτή η ηχογράφηση.

Τα Νέα, 20-3-1979


Στις 20 Μαρτίου 1979, δύο μέρες μετά την κριτική του Δρομάζου στην Καθημερινή, τα Νέα, και πάλι, έγραψαν πως Τα παιδιά του σωλήνα συμπλήρωσαν τις 200 παραστάσεις (βέβαια, το συγκεκριμένο δημοσίευμα μοιάζει περισσότερο με διαφημιστική καταχώριση...). Η επιθεώρηση συνεχίστηκε μέχρι την Κυριακή των Βαΐων 15 Απριλίου, πλησιάζοντας τις 250 παραστάσεις. Η τρανταχτή της επιτυχία αποδείκνυε ότι η Ρένα Βλαχοπούλου μπορούσε να στηρίξει μια ολόκληρη επιθεώρηση έστω και χωρίς την παρουσία μεγάλων αντρών κωμικών (τα προηγούμενα χρόνια συμπρωταγωνιστούσε με τον Θανάση Βέγγο, τον Σωτήρη Μουστάκα, τον Γιώργο Κωνσταντίνου, τον Σταύρο Παράβα, τον Νίκο Σταυρίδη)...



Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

Σαν σήμερα το 1948: Ιστορίες της Αμερικής...

Στις 17 Μαρτίου 1948 διαβάζουμε στη Βραδυνή:
Κατά πληροφορίας εκ Νέας Υόρκης η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Σπάρτακος έκλεισαν συμβόλαιον με ένα νυκτερινόν κέντρον του Σικάγου.
Σημειωτέον ότι η Βλαχοπούλου απέστειλε προ ολίγων ημερών εις την εδώ οικογένειάν της σημαντικόν χρηματικόν ποσόν.
Βραδυνή, 17-3-1948

Έθνος, 5-12-1947

Αυτό που δεν αναφέρει η Βραδυνή είναι ότι για τρίτη φορά μέσα σε λιγότερο από δέκα χρόνια η Ρένα Βλαχοπούλου ήταν... νιόπαντρη! Μόλις μια εβδομάδα νωρίτερα (ευχαριστώ τον φίλο του μπλογκ Γιάννη Δαρόπουλο για την πληροφορία!), στις 10 Μαρτίου, είχε παντρευτεί στη Νέα Υόρκη τον Armand De Verniero...

Όπως δήλωσε η Ρένα στην Κική Σεγδίτσα το 1990, ήταν ένας λευκός γάμος που έγινε για να καταφέρει να πάρει άδεια παραμονής στις ΗΠΑ και να μπορέσει να εργαστεί. Βέβαια, όταν επέστρεψε στην Αθήνα, δόθηκε και μια κάπως πιο "μυθιστορηματική αισθηματική" διάσταση στην ιστορία αυτού του γάμου. Τον Αύγουστο του 1951 το περιοδικό Θησαυρός έγραψε:
Στην Νέα Υόρκη [η Ρένα Βλαχοπούλου] γνώρισε εντελώς τυχαία τον περίφημο βιρτουόζο κομμωτή των αστέρων του κινηματογράφου Ντυβερνιέ. Πήγε μία μέρα σ' ένα από τα μεγαλύτερα κομμωτήρια του Μπροντγουαίη, για να κόψη τα μαλλιά της. Ο Ντυβερνιέ την ερωτεύθηκε από την πρώτη στιγμή που την είδε και δεν την άφησε να κόψη τα μαλλιά της. Αργότερα της επρότεινε πολιτικό γάμο. Η Ρένα τον δέχτηκε και απέκτησε έτσι την αμερικανική υπηκοότητα.
Θησαυρός, 26-8-1951

Ευτυχώς πάντως που η Ρένα πρόλαβε να στείλει τα χρήματα στα αδέλφια της, γιατί πολύ σύντομα οι οικονομίες της από τις εμφανίσεις της στη Μέση Ανατολή θα έκαναν φτερά, αφού ο ατζέντης της Lew Leslie δεν επέτρεπε σ' εκείνη και τον Σπάρτακο να εργαστούν μέχρι να καταφέρει να βρει χρηματοδότες για την επιθεώρηση που ήθελε να ανεβάσει στο Broadway με πρωταγωνιστές το καλλιτεχνικό ζευγάρι, πράγμα που, όπως έχουμε πει πολλές φορές, τελικά δεν συνέβη...

Ο Γιάννης Σπάρτακος και η Ρένα Βλαχοπούλου
την ημέρα της άφιξής τους στη Νέα Υόρκη.
Πηγή φωτογραφίας:
Daily News, 2-12-1947
Ευχαριστίες στον φίλο του μπλογκ Γιάννη Δαρόπουλο!




Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Τρίτη 16 Μαρτίου 2021

Σαν σήμερα το 1974: Όλοι θα ζήσουμε--Εφτά χρόνια φαγούρα

Στις 16 Μαρτίου 1974 διαβάζουμε στα Νέα:

250 παραστάσεις συμπλήρωσε στο θέατρο "Κοτοπούλη-Ρεξ" η σατιρική και φαντασμαγορική επιθεώρηση των Παν. Παπαδούκα, Κ. Καραγιάννη, Ν. Καμπάνη, Βύρ. Μακρίδη "Όλοι θα ζήσουμε--Εφτά χρόνια φαγούρα" που παίζεται από τον θίασο Ρένας Βλαχοπούλου-Γιώργου Πάντζα με συμμετοχή Αλέκου Λειβαδίτη.

Τα Νέα, 16-3-1974

Το Όλοι θα ζήσουμε--Εφτά χρόνια φαγούρα παιζόταν από τις 20 Οκτωβρίου 1973 με μεγάλη, όπως διαβάζουμε, επιτυχία. Επικεφαλής του θιάσου ήταν η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Γιώργος Πάντζας και, εντός πλαισίου, "ο θιασάρχης Σταύρος Παράβας" (συμβιβαστική λύση για το ποιος από τους δυο πρωταγωνιστές θα φανεί περισσότερο...). Στις 19 Ιανουαρίου του 1974 προστέθηκε στο θιασαρχικό σχήμα και ο Αλέκος Λειβαδίτης. Από τα νεότερα στελέχη του θιάσου τα πιο προβεβλημένα ήταν ο Σωτήρης Τζεβελέκος και η Τιτίκα Στασινοπούλου που έδιναν τα δικά τους διαπιστευτήρια στο επιθεωρησιακό είδος--η καριέρα και των δυο κορυφώθηκε τα επόμενα χρόνια, αλλά για διάφορους λόγους (ανάμεσά τους και η παρακμή της επιθεώρησης) έπαψαν δυστυχώς και οι δύο να "ακούγονται" στα μέσα της δεκαετίας του '90.

Η επίσημη πρεμιέρα της επιθεώρησης δόθηκε στις 9 Νοεμβρίου 1973, με αποτέλεσμα οι κριτικές για την παράσταση να δημοσιευτούν λίγο πριν ή λίγο μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Από τις πέντε κριτικές που εντόπισε η Κωστάντζα Γεωργακάκη στο βιβλίο της Βίος και πολιτεία μιας γηραιάς κυρίας στην επταετία. Επιθεώρηση και δικτατορία (εκδ. Ζήτη, 2015), κατάφερα να αποκτήσω πρόσβαση, μέχρι να μας βάλει εμπόδια η πανδημία, σε τρεις: μια μάλλον θετική, μια μάλλον αρνητική και μια... ενδιάμεση...


Ο Τώνης Τσιρμπίνος στα Σημερινά (19-11-1973) είναι πολύ αισιόδοξος για την εξέλιξη της επιθεώρησης καθώς πιστεύει ότι οι νέοι συγγραφείς που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια ανέβασαν τη στάθμη της ποιότητας του είδους. Βέβαια ανάμεσα στους συγγραφείς του Όλοι θα ζήσουμε βρισκόταν ένας τουλάχιστον βετεράνος, ο Παναγιώτης Παπαδούκας (της παλιάς θρυλικής τριάδας Ασημακόπουλος-Σπυρόπουλος-Παπαδούκας) που μαζί με τους Καραγιάννη, Καμπάνη και Μακρίδη έδωσαν σύμφωνα με τον Τσιρμπίνο ένα κείμενο "που σέβεται το κοινό και την γενική έννοια του θεάτρου" με ελάχιστες λεκτικές τολμηρότητες (τον περιορισμό των οποίων ο κριτικός επικροτεί με πολλή ικανοποίηση) και "μερικά πρωτότυπα ευρήματα λεκτικά και ερμηνευτικά". Τα κείμενα έχουν δροσιά, κέφι, πνευματώδη διάλογο, "ζωντάνια και άμεση επαφή με την επικαιρότητα και τον παλμό των στόχων του λαού μας" (άραγε σε ποιους στόχους, ποιας μερίδας του λαού αναφέρεται;...). Ο Αλκιβιάδης Μαργαρίτης, πιο συγκρατημένος, πιστεύει ότι το Όλοι θα ζήσουμε δεν φτάνει στο επίπεδο της επιθεώρησης που παρουσιαζόταν στο ίδιο θέατρο την προηγούμενη χρονιά (Τι Λωζάνη, τι Κοζάνη των Κ. Νικολαΐδη-Η. Λυμπερόπουλου με τη Ρένα Βλαχοπούλου, τον Σωτήρη Μουστάκα και τον Νίκο Σταυρίδη, παραγωγή και πάλι του Τάκη Μακρίδη) αλλά ούτε και στο επίπεδο άλλων έργων των τεσσάρων συγγραφέων. "Εν τούτοις είναι ένα πολύ ευχάριστο θέαμα και έτσι που είναι"... Τα κείμενα πιστεύει πως έχουν πολλά νόστιμα και διασκεδαστικά στοιχεία, ωστόσο άφηναν συχνά "την εντύπωσι του ελλιπούς, του ακρωτηριασμού... Σαν να επέβαινε κάποια απρόβλεπτη... αμνησία στους ηθοποιούς και τους έκανε να διεκπεραιώνουν και να τελειώνουν όπως-όπως το νούμερό τους". 

Ακόμα πιο αυστηρός, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος πιστεύει πως σε όλο το έργο υπάρχει ένα μόνο ολοκληρωμένο νούμερο ("Ο άνθρωπος που γύρισε απ' τον γύψο" με τον Γιώργο Πάντζα). Επιπλέον ο κριτικός αμφιβάλλει για τον βαθμό στον οποίο το Εφτά χρόνια φαγούρα (προτιμά να δώσει έμφαση στο δεύτερο μισό του τίτλου) είναι... θέατρο:

Ως τώρα η επιθεώρηση δάνειζε τους ηθοποιούς της στην "κοσμική πίστα". Τώρα η "κοσμική πίστα" εισέβαλε στο θέατρο. Η επιθεώρηση του "Ρεξ" φέρει όλα τα τραύματα της εισβολής. Το βάρος πέφτει στο χορό και στο τραγούδι. Ο αριθμός εφτά του τίτλου εκτός της αρρώστιας που υπαινίσσεται προσβάλλει και τους συγγραφείς (είναι τέσσερις) γιατί έγραψαν όλα κι όλα εφτά νούμερα. Δύο αποδίδει η Βλαχοπούλου, δύο ο Παράβας, ένα ο Πάντζας και τα δύο υπόλοιπα οι υπόλοιποι.

Το Βήμα, 16-11-1973 

Ξεχωριστά πλαίσια για τους πρωταγωνιστές και την πρωταγωνίστρια στις διαφημίσεις
του
Όλοι θα ζήσουμε--Εφτά χρόνια φαγούρα
Όσο για την "επιθεώρηση νέου τύπου" Τη λένε ακόμα δημοκρατία του θεάτρου Καλουτά,
πήρε μεν καλές κριτικές, αλλά οι καινοτομίες της αμφισβητήθηκαν--πλην μίας ίσως: στην έναρξη εμφανίζονταν όλες και όλοι (στην παλιά επιθεώρηση στην έναρξη εμφανιζόταν μόνο το μπαλέτο και κάποια από τα νεότερα στελέχη του θιάσου)


Όμως ο Γεωργουσόπουλος αποδοκιμάζει το γεγονός ότι η σάτιρα του έργου ασχολείται με πρόσωπα που δεν τροφοδοτούν πλέον την επικαιρότητα: "Αυτή η προβολή, που επιτρέπεται, δε βαρύνει τους συγγραφείς, που τη δέχονται, όταν αποκλείονται άλλα πρόσωπα, που δεν επιτρέπονται;" 

Ο Τσιρμπίνος είναι ενθουσιασμένος με τις χορογραφίες και τη σκηνοθεσία του Βαγγέλη Σειληνού: επισημαίνει μάλιστα πως με "τέτοιες σκηνοθετικές επιτεύξεις δημιουργείται παράδοσι ύφους στην παρουσίασι της επιθεωρήσεως". Ο Μαργαρίτης δεν στέκεται ιδιαίτερα στη σκηνοθεσία, αλλά είναι εμφανώς πολύ ικανοποιημένος με "ένα από τα καλύτερα μπαλλέτα που είδαμε σε επιθεωρησιακή σκηνή", ενώ, αντίθετα, ο Γεωργουσόπουλος εντοπίζει ως μόνο προσόν των χορευτικών "τα αισθητικά σώματα των χορευτριών, οπτική χαρά που σπάνια την έχουν τα μπαλλέτα μας". 

Η Ρένα Βλαχοπούλου στο Όλοι θα ζήσουμε--Εφτά χρόνια φαγούρα
Φωτογραφία από το βιβλίο του Μάκη Δελαπόρτα
Ρένα Βλαχοπούλου
(σειρά: Μεγάλοι Έλληνες Ηθοποιοί της Καθημερινής, 2018)


Μπορεί ο Τσιρμπίνος να πιστεύει ότι "πρέπει να εξαρθή η μουσική της επιθεωρήσεως που με πολλή έμπνευσι έγραψε ο Γιάννης Καστρινός" (μετέπειτα καθηγητής του Ελληνικού Ωδείου--από τους πολύ καλούς!), ο Γεωργουσόπουλος όμως δυσανασχετεί με την παρουσία του συνθέτη στο πόντιουμ του Ρεξ ("έκπληξη πρώτου μεγέθους"), καθώς ήταν ο "εμπνευσμένος συνθέτης του θούριου 'Το νέο Σύνταγμα' (1968) που σε στίχους Γ. Οικονομίδη και μαζί με τον 'Ύμνο της 21ης Απριλίου' εύφραινε τα αυτιά μας πριν λίγα χρόνια. Έχει και η ιστορία τη φαγούρα της".

Το δε τραγούδι, γράφει ο Γεωργουσόπουλος "καλύπτει ο κ. [Σάκης] Παπανικολάου και ο Μίκης Θεοδωράκης. Δύο μάλλον άφωνοι καλλιτέχνες κακοποιούν τις πιο γνωστές επιτυχίες του Θεοδωράκη, ο οποίος τελευταία, ερήμην του, έγινε αντικείμενο ασύστολης εκμεταλλεύσεως". Όπως είπα και πιο πάνω, οι κριτικές αναφέρονται στην επίσημη πρεμιέρα που δόθηκε πριν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, σε μια περίοδο που το καθεστώς έδειχνε τη διάθεση να επιτρέψει ξανά τα τραγούδια του συνθέτη. Δεν ξέρω αν αυτά συνέχισαν να ακούγονται και μετά την εξέγερση των φοιτηριών/-τών. Όσο για τους "άφωνους καλλιτέχνες" πιθανολογώ πως ο Γεωργουσόπουλος αναφέρεται στον Τώνη Στρατή και στη Φρύνη Γρηγορίου ή στη Μίνα...

Πριν περάσουμε στις ερμηνείες των ηθοποιών, αξίζει να σταθούμε και στη σκηνογραφική εργασία του Μάριου Αγγελόπουλου, η οποία, σύμφωνα με τον Τσιρμπίνο βρίσκεται "στα πλαίσια πάντα μιας ευαίσθητης καλαισθησίας και φαντασμαγορικής ατμόσφαιρας" ενώ, αντίθετα, ο Γεωργουσόπουλος πιστεύει πως ο σκηνογράφος "προσπαθεί να εκπλήξει με βαρβαρικά τεχνάσματα, πιστεύοντας πως οι σκηνογραφικές κατασκευές στο θέατρο πλέον οφείλουν να μιμούνται τις αρματούρες των δωρεάν ιστορικών θεαμάτων του Σταδίου" (αναφορά, φυσικά, στις αλήστου μνήμης φιέστες της χούντας...). Οι εκπλήξεις του Αγγελόπουλου ήταν η απογείωση ενός μαγικού χαλιού στο βασικό χορευτικό των Βαγγέλη Σειληνού-Μαρίας Ιωαννίδου που στηριζόταν στη "Σεχραζάτ" του Ρίμσκυ-Κόρσακοφ αλλά και η προσγείωση ενός boeing της Ολυμπιακής...

Ο Τσιρμπίνος είναι, φυσικά, ενθουσιασμένος με τη Ρένα: "Χαίρομαι πάντα τους αυτοσχεδιασμούς της Ρένας Βλαχοπούλου. Η επαφή και η αμεσότητα, με το κοινό, της ερμηνείας της είναι μοναδική στο ελληνικό θέατρο. Τα βασικά αυτά προσόντα της τα αξιοποιεί στο ύψιστο σημείο, ερμηνεύοντας το 'Οριζοντίως και καθέτως' και το 'Μπέιμπυ-Σίττερ'". Για το δεύτερο ο Μαργαρίτης γράφει πως είναι εντελώς περιττό νούμερο, "χωρίς καλαμπούρι". Για το πρώτο λέει ότι δεν συνάδει με την "επιθεωρησιακή δεοντολογία" και την "αδιαμφισβήτητη" πείρα της συγγραφικής τετράδας, αφού "δίνει την εντύπωση ενός βεβιασμένου αυτοσχεδιασμού: σαν να μην της είχε δοθή κανένα κείμενο". Και ο Γεωργουσόπουλος συνοψίζει: "Η κ. Βλαχοπούλου σκοτώνεται να παραγεμίσει δυο ανύπαρκτα νούμερα με αυτοσχεδιασμούς και διάλογο με την πλατεία".

Σε ό,τι αφορά τον Γιώργο Πάντζα και το νούμερό του "Ο άνθρωπος που γύρισε απ' τον γύψο", ο Τσιρμπίνος χαίρεται γιατί ο ηθοποιός βρήκε πάλι το μέτρο της λιτότητας που χαρακτήριζε παλιότερες ερμηνείες του (όπως το πετυχημένο νούμερο "Αγωνία" το καλοκαίρι του '69) και ο Μαργαρίτης συμφωνεί πως το νούμερο εκτελέστηκε πολύ καλά. Ο Γεωργουσόπουλος όμως πιστεύει πως εκτελείται μεν με κέφι "αλλά πάντα στο γνώριμο αντιθεατρικό ρυθμό" του ηθοποιού. 

Το βασικό νούμερο του Σταύρου Παράβα ήταν μια παρωδία της μεγάλης τραγουδιστικής επιτυχίας της εποχής "Ο Κουταλιανός" με τίτλο "Σταύρος ο Τίγρης". Το νούμερο αναδημοσιεύεται στο βιβλίο της Γεωργακάκη, όπως βρέθηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, Ο "Κουταλιανός" ήταν ο Ρωμιός που κατέληγε να τραγουδάει:

Όλα τα σηκώνει ο Κουταλιανός
όλα τα πληρώνει ο Κουταλιανός.
Κλαίει και γελάει ο Κουταλιανός
κι έτσι την περνάει ο Κουταλιανός.
Κι όπως κάθε μέρα ή χιονίσει είτε βρέξει,
της ζωής γυρίζει ο τροχός,

και γι' αυτόν θα φέξει λίαν προσεχώς
σας το λέει ο Κουταλιανός
σας το λέει ο φτωχός Ρωμιός 

Οι τρεις τελευταίοι στίχοι επισημαίνεται πως λογοκρίθηκαν--άγνωστο με τι αντικαταστάθηκαν. Ο Τσιρμπίνος και πάλι ενθουσιάστηκε: χαρακτηρίζει το νούμερο καλογραμμένο και επισημαίνει το γεγονός ότι ο Παράβας ξέρει "πόσο δραματική έντασι μπορεί να έχη ένα εξωτερικά κωμικό νούμερο" και έτσι "προσφέρει στους θεατές την αληθινή συγκίνησι και τη δραματική δόνησι που δίνει η προβολή του άγχους, της αγωνίας και της προσδοκίας ενός λαού σε μια δύσκολη καμπή της ιστορίας του". Ο Μαργαρίτης, από την άλλη, πιστεύει πως αυτή η "επιθεωρησιακή δραματική ιστορική ανασκόπησι δεν επρόσθεσε τίποτε ούτε στον κ. Παράβα ούτε στην επιθεώρησι", ενώ ο Γεωργουσόπουλος θεωρεί πως μπορεί ο ηθοποιός "να έδειξε τα σπάνια προσόντα του", εντούτοις "γελοιοποίησε το νούμερο". Υποθέτει πως ο ίδιος ο Παράβας "επέβαλε στους συγγραφείς να τσοντάρουν σ' ένα καθαρά επιθεωρησιακό νούμερο ένα δραματοπατριωτικό φινάλε για να επιδείξει το εύρος της υποκριτικής του γκάμας" με αποτέλεσμα το νούμερο να "καταντά επικινδύνως δημαγωγικό, αφού καταφεύγει στη φτηνή κολακεία του κοινού, μεταθέτοντας τις λύσεις των προβλημάτων του στο... μέλλον".

Η αποθέωση του Όλοι θα ζήσουμε--Εφτά χρόνια φαγούρα:
Μαρία Ιωαννίδου, Σταύρος Παράβας, Γιώργος Πάντζας,
Ρένα Βλαχοπούλου, Βαγγέλης Σειληνός.
Από το βιβλίο της Κωνστάντζας Γεωργακάκη

Βίος και πολιτεία μιας γηραιάς κυρίας στην επταετία. Επιθεώρηση και δικτατορία
(εκδ. Ζητή, 2015)

Σε ό,τι αφορά τα νεότερα στελέχη, ο Τσιρμπίνος πιστεύει πως έπρεπε να έχουν δοθεί καλύτερα κείμενα στον Τζεβελέκο και τη Στασινοπούλου, ενώ από τα μικρότερα ονόματα που ξεχωρίζουν τόσο ο Μαργαρίτης όσο και ο Τσιρμπίνος, θέλω να σταθώ στη Χριστίνα Δελαβίνια, τη χάρη της οποίας θυμάμαι σε επιθεωρήσεις της δεκαετίας του '80.

Θα ήθελα να έχω εντοπίσει την κριτική του, συνήθως αυστηρού με τη Ρένα, Θόδωρου Κρητικού, αλλά ας έχουμε κάτι να... περιμένουμε για τη μετά-Covid εποχή... Θα ήθελα επίσης να έχω πληροφορίες για το νούμερο που ερμήνευσε ο Αλέκος Λειβαδίτης στην παράσταση, αλλά μέχρι τώρα δεν έχω εντοπίσει κάτι...

Το Όλοι θα ζήσουμε--Εφτά χρόνια φαγούρα έκλεισε τον κύκλο του στις 9 Απριλίου 1974, ξεπερνώντας τις 300 παραστάσεις. Στο μεταξύ είχε ανακοινωθεί ότι η Ρένα μεταπηδά στην πρόζα--θα περιόδευε με το έργο Ο Σεΐχης της Καβάλας το επεισοδιακό καλοκαίρι του 1974...--ενώ ο Τύπος έγραφε ότι, σύμφωνα με κάποιες πηγές, το μεροκάματό της άγγιζε πλέον τις 5.000 δραχμές, μεγάλο ποσό για εκείνη την εποχή... 

Ο Σταύρος Παράβας και η Ρένα Βλαχοπούλου
σε παλιότερη συνεργασία τους.
Πηγή φωτογραφίας:
Εικόνες, 22-11-1974



Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.