Δευτέρα 29 Ιουλίου 2019

Δεκαπέντε χρόνια χωρίς τη Ρένα Βλαχοπούλου

Φεύγουν τα χρόνια, φεύγουν γρήγορα... Έφτασε η δέκατη πέμπτη επέτειος του θανάτου της Ρένας Βλαχοπούλου. Δεκαπέντε χρόνια από το ζεστό απόγευμα της 29ης Ιουλίου 2004 όταν, στις επτά και δέκα, έγινε γνωστό από τηλεοράσεις και ραδιόφωνα ότι η δυνατή καρδιά της μεγάλης τραγουδίστριας και πρωταγωνίστριας είχε μόλις πάψει να χτυπά. 

Για τη φετινή επέτειο αποφάσισα να σταθώ αποκλειστικά στην τραγουδίστρια Ρένα Βλαχοπούλου και να ασχοληθώ με μια περίοδο της καριέρας της κατά την οποία κανείς/καμιά (και φυσικά ούτε η ίδια) μπορούσε να φανταστεί ότι μια μέρα θα θεωρούνταν μια από τις μεγαλύτερες κωμικές ηθοποιούς του θεάτρου και του κινηματογράφου. Στη δεκαετία του '40 η Ρένα Βλαχοπούλου ήταν απλώς(?) μια δημοφιλέστατη "μοντέρνα" τραγουδίστρια που δραστηριοποιούνταν κυρίως στις σκηνές των ελαφρών μουσικών θεάτρων, αλλά και των βαριετέ και, πιο σπάνια, στην πίστα των κοσμικών κέντρων της Αθήνας. Θα σας παρουσιάσω λοιπόν 15 ντοκουμέντα από την τραγουδιστική της πορεία εκείνης της περιόδου: κυρίως εξώφυλλα παρτιτούρων αλλά και άλλα έντυπα που μας σκιαγραφούν μια εικόνα του ρεπερτορίου της την περίοδο εκείνη.

Έχουμε ασχοληθεί και στο παρελθόν με το ντεμπούτο της Ρένας στην Αθήνα: στις 18 Ιουλίου του 1940 ξεκίνησε να τραγουδά στο κοσμικό κέντρο Αρτζεντίνα στο Καλαμάκι. Αν και συνήθως γράφεται και λέγεται (το'λεγε κι η ίδια) ότι η Ρένα Βλαχοπούλου ντεμπουτάρισε στην Όαση, οι εμφανίσεις της στο βαριετέ του Ζαππείου ξεκίνησαν στις 10 Αυγούστου του 1940. Συνεπώς, τον Ιούλιο του 1940 η Ρένα είναι ακόμα το αστέρι της Αρτζεντίνας. Αυτό αναφέρει άλλωστε και η λεζάντα μιας από τις πρώτες δημοσιευμένες (ενδεχομένως και της πρώτης) φωτογραφίες της στον αθηναϊκό τύπο και συγκεκριμένα στην εφημερίδα Βραδυνή, την 1η Αυγούστου του 1940. 

Τον Αύγουστο, παράλληλα με την Όαση, η Ρένα πραγματοποίησε εμφανίσεις και στον κινηματογράφο Αθηνά της οδού Πατησίων ενώ στα μέσα Οκτωβρίου εμφανίστηκε και σε ένα πρόχειρο βαριετέ που στήθηκε στη σκηνή του θεάτρου Μακέδου. Σε επιθεώρηση δεν μπορούσε ακόμα να τραγουδήσει γιατί δεν είχε δώσει ακόμα τις εξετάσεις για την απόκτηση της "άδειας εξασκήσεως θεατρικού επαγγέλματος". Οι εξετάσεις ορίστηκαν για τις 17 Οκτωβρίου και η άδεια της χορηγήθηκε στις 21 Οκτωβρίου. Τέσσερις μέρες μετά η Ρένα Βλαχοπούλου ντεμπουτάρισε σε επιθεώρηση του θιάσου των αδελφών Καλουτά στο θέατρο Παλλάς της Θεσσαλονίκης. Η δεύτερη στάση του σημερινού μας αφιερώματος είναι η σχετική διαφήμιση από την εφημερίδα Απογευματινή της Θεσσαλονίκης της 25ης Οκτωβρίου του 1940, όπου αναγράφεται τελευταίο, πριν το όνομα του μαέστρου, το "νέο αστέρι-ντιζέζ Βλαχοπούλου".

Ο μεγάλος αθηναϊκός θίασος ανηφόρισε στη συμπρωτεύουσα με τη φιλοδοξία να δώσει παραστάσεις για τρεις εβδομάδες. Δυστυχώς η κήρυξη του πολέμου ανάγκασε την πρώτη αυτή επιχειρηματική δραστηριότητα των αδελφών Καλουτά να τελειώσει άδοξα και περιπετειακά (η Άννα Καλουτά διηγούνταν συχνά τις προσπάθειες των ηθοποιών να βρουν τρένο για να επιστρέψουν στην Αθήνα). Στην Αθήνα πάντως οι δυο πρωταγωνίστριες συναντιούνται ξανά με τη Ρένα και τον Τραϊφόρο (και άλλα μεγάλα ονόματα με προεξάρχουσα τη Σοφία Βέμπο) στο θέατρο Μοντιάλ, όπου από την 1η Νοεμβρίου παίζονται για λίγες μέρες οι Βραδινές τρέλες, ακολουθεί η Πολεμική Επιθεώρηση (στην οποία η Ρένα Βλαχοπούλου, σύμφωνα με τις διηγήσεις του Μίμη Τραϊφόρου, τραγουδούσε το "Πατρίδα, πατρίδα, Ελλάδα δοξασμένη") και στις 16 Ιανουαρίου 1941 ο θίασος ανεβάζει την Μπέλα Γκρέτσια, πολεμική επιθεώρηση των Λαουτάρη-Χαρίτου-Συνοδινού. Εκεί η νεαρή ντιζέζ Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδά σε μουσική Θόδωρου Παπαδόπουλου "Γλυκά μου μάτια, για σας παλάτια, θα χτίσω μαγικά..." Το εξώφυλλο της παρτιτούρας του τραγουδιού (πιθανότατα της πρώτης παρτιτούρας στην οποία αναγράφεται το όνομά της), από το αρχείο του πολυτιμότατου Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (ΕΛΙΑ) είναι η τρίτη στάση του σημερινού αφιερώματός μου.

Δυστυχώς λίγους μήνες μετά οι επιτυχίες του ελληνικού στρατού τερματίζονται από την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα. Οι πολεμικές επιθεωρήσεις αποτελούν πια παρελθόν. Τα θέατρα όμως συνεχίζουν να παίζουν, οπερέτες στην αρχή, επιθεωρήσεις στη συνέχεια. Τα βαριετέ δίνουν επίσης παραστάσεις. Το καλοκαίρι του 1941 η Ρένα Βλαχοπούλου εμφανίζεται στο βαριετέ Πεύκα και εκεί τραγουδάει έναν... πολεμικό απόηχο, το ταγκό "Θα 'ρθεις ξανά;" ("Το τραγούδι της ειρήνης") των Θάνου Ρεμούνδου και Κώστα Κοφινιώτη: "Θα 'ρθεις ξανά, ειρήνη, πες μου πότε; Να'ν' η ζωή χαρούμενη σαν τότε; Με δίχως μίση να ξανανθίσει πάλι η αγάπη σ' όλη τη γη;" Το εξώφυλλο αυτής της παρτιτούρας, από το αρχείο του Νεκτάριου Αντωνιάδη, είναι ο τέταρτος σταθμός του αφιερώματός μου.


Πέμπτος σταθμός ένα τραγούδι και πάλι από τα "Πεύκα" και το καλοκαίρι του 1941. Valse hesitation αυτή τη φορά, με μουσική του Θέμη Μόρου και στίχους του Γιώργου Οικονομίδη: "Πρώτα την καρδιά σου αν θέλεις ρώτα". Και πάλι από το αρχείο του ΕΛΙΑ.


Ο χειμώνας του 1941-42 που ακολουθεί είναι φριχτός για όλους τους κατοίκους της πρωτεύουσας και φυσικά και για τη Ρένα. Στην αρχή της σεζόν βρίσκεται στον θίασο του Παρασκευά Οικονόμου που προσπαθεί παρά την πείνα, το ψύχος, τις διακοπές ρεύματος να παρουσιάσει οπερέτες. Οι αντίξοες συνθήκες νικούν τον θίασο και η Ρένα Βλαχοπούλου περιοδεύει στη συνέχεια στην Πάτρα, την Αμαλιάδα, το Αγρίνιο... Κάπου εκεί μάλλον αρχίζει να εμπλουτίζει το ρεπερτόριό της με ιταλικά τραγούδια με τα οποία θα γνωρίσει μεγάλη επιτυχία τον επόμενο χειμώνα, μαζί με τον Γιάννη Σπάρτακο. Πριν ξεκινήσει όμως αυτή η θριαμβευτική περίοδος της καριέρας της, κάνει μια στάση, στο τέλος του καλοκαιριού του 1942, στο βαριετέ Αλκαζάρ, μαζί με το Τρίο Μουτσάτσος. Από τις εμφανίσεις της εκεί προέρχεται το επόμενο εξώφυλλο παρτιτούρας (έκτη στάση του φετινού μου αφιερώματος): "Φτωχή μου αγάπη", ένα valse hesitation του Γιώργου Μαλλίδη σε στίχους του Κώστα Κοφινιώτη.
Παρτιτούρα από το αρχείο της Μουσικής Βιβλιοθήκης Λίλιαν Βουδούρη
Η συνεργασία Σπάρτακου-Βλαχοπούλου ξεκίνησε στο θέατρο Πάνθεον της οδού Πανεπιστημίου τον Νοέμβριο του 1942. Αρχικά ο θίασος Μάνου Φιλιππίδη-Μαρίκας Κρεβατά-Κώστα Δούκα-Ιωάννη Στυλιανόπουλου και Μαρίκας Νέζερ παρουσίασε ένα ποικίλο πρόγραμμα που είχε τον τίτλο Ρεβύ Βαριετέ (αρχικά ήταν μια προσωρινή λύση, αφού οι πρωταγωνιστές/τριες επρόκειτο να συμμετάσχουν σε οπερέτες του Θεάτρου Αθηνών του Κωστή Μπαστιά, αλλά δυστυχώς το εγχείρημα ναυάγησε...). Στο πρόγραμμα αυτό η Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδά τα δυο πρώτα μεγάλα σουξέ της περιόδου της "Βασίλισσας της Τζαζ". Δυο ιταλικά τραγούδια που μεταφράζουν στα ελληνικά ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος και διασκευάζει ο Σπάρτακος. Πρώτα ο περίφημος ύμνος στη... βροχή, το "Piove", έβδομη στάση του φετινού αφιερώματος.


Και όγδοη στάση το γλυκύτατο νανούρισμα "Dormi Bambina" που ως "Νάνι νάνι" μαγεύει τις Αθηναίες και τους Αθηναίους. Το τραγούδι έχει "περάσει" στην ιταλική του εκδοχή και μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος Το τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή--και έτσι δόθηκε η ευκαιρία στη Ρένα Βλαχοπούλου να τραγουδήσει ακαπέλα το ρεφρέν στη ραδιοφωνική προσαρμογή του μυθιστορήματος στο ιστορικό Τρίτο Πρόγραμμα (διασκευή του Γιώργου Παυριανού). Διασώζεται επίσης, και πάλι χάρη στην ΕΡΤ, μια σύντομη εκτέλεσή του (ένα κουπλέ και ρεφρέν) από τη Ρένα στα ελληνικά στη συναυλία "Πενήντα χρόνια Γιάννης Σπάρτακος" (Σεπτέμβριος 1984).

Στην ίδια συναυλία, μαζί με το "Νάνι Νάνι" η Ρένα τραγούδησε το ρεφρέν που συμπληρώνει την... τριλογία των ελληνοϊταλικών σουξέ εκείνης της περιόδου. Η αυτοαναφορική επιτυχία του ιταλού τραγουδιστή Αλμπέρτο Ραμπαλιάτι "Quando Canta Rabagliati" έγινε στα ελληνικά "Το μπουμπούκι που'χεις βάλει στα μαλλιά". Μεγάλη επιτυχία της Ρένας που είχε φαίνεται έναν μοναδικό τρόπο να ξεσηκώνει το κοινό επαναλαμβάνοντας τη συλλαβή "μπου" (γι' αυτό και τα περιοδικά της εποχής το αναφέρουν ως "Το μπουμπού-μπουμπούκι". Αν και δεν ηχογραφήθηκε για τη δισκογραφία, το τραγούδι έμεινε στη μνήμη της νεολαίας της εποχής που το ανακαλούσε δεκάδες χρόνια αργότερα... Το εξώφυλλο της παρτιτούρας είναι η ένατη στάση της σημερινής μας διαδρομής.

Ο Γιάννης Σπάρτακος φυσικά δεν περιορίστηκε στη διασκευή ιταλικών σουξέ, αλλά παρουσίασε μέσα στην Κατοχή και τις δικές του συνθέσεις που κινούνταν μέσα στις αρμονίες και τους ρυθμούς της τζαζ. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές επιτυχίες του αυτής της περιόδου ήταν το "Όταν σκοτεινιάζει" που ευτυχώς υπάρχει ηχογραφημένο με τη φωνή της Ρένας Βλαχοπούλου, τόσο στη συναυλία του 1984 όσο και στον τελευταίο της δίσκο Η Ρένα τραγουδάει τζαζ (FM Records, 1997). Μπορούμε να βάλουμε τη φαντασία μας να δουλέψει για να υποθέσουμε πόσο υπέροχα το τραγουδούσε στα χρόνια της Κατοχής. Το εξώφυλλο της παρτιτούρας του τραγουδιού είναι ο δέκατος σταθμός του φετινού αφιερώματος.


H Ρένα Βλαχοπούλου συνέχισε να λανσάρει διασκευές ιταλικών τραγουδιών μέχρι και το καλοκαίρι του 1943 (η συνθηκολόγηση των Ιταλών τον Σεπτέμβριο του 1943 δεν άφηνε περιθώρια για νέες διασκευές). Μια από αυτές ήταν και το "Γυρίζω τα βράδια" (πρωτότυπος τίτλος: "Birimbo Birambo"). To εξώφυλλο της παρτιτούρας είναι ο ενδέκατος σταθμός του σημερινού αφιερώματος.
Πηγή της φωτογραφίας: η συλλογή του Πάνου Μαυραγάνη στον ιστότοπο https://palia.kithara.gr/ss.php?id=MTcxOTQxNTUz

Στα μέσα της χειμερινής σεζόν 1943-44 η Ρένα ανακοίνωσε ότι θα αραιώσει τις εμφανίσεις της λόγω του γάμου της με τον τραπεζίτη Γιάννη Κωστόπουλο. Είναι ζήτημα αν κατάφερε να μείνει δυο μήνες μακριά από τη σκηνή. Την άνοιξη του 1944 άρχισε και πάλι να τραγουδά σε βαριετέ και θέατρα. Το καλοκαίρι του 1944 ήταν η βασική τραγουδίστρια του θεάτρου Ερμής το οποίο παρουσίασε τέσσερις επιθεωρήσεις και μια μουσική ηθογραφία. Το πρώτο έργο της σεζόν ήταν τα Ελληνικά τοπία του Δημήτρη Γιαννουκάκη με μουσική του Γιώργουυ Μυρογιάννη: εκεί η Ρένα τραγουδούσε τα "Μάτια κανακάρικα". Είναι το μόνο τραγούδι της κατοχικής της περιόδου που ηχογράφησε η Ρένα--και μάλιστα αφού επέστρεψε από την Αμερική, το 1951. Έτσι είναι το πιο... κοντινό ντοκουμέντο που έχουμε για την περίόδο της "Βασίλισσας της Τζαζ". Το εξώφυλλο της παρτιρούρας του 1944 (γιατί υπάρχει και μια ακόμα που κυκλοφόρησε μαζί με τον δίσκο το 1951) είναι ο δωδέκατος σταθμός της σημερινής μας περιπλάνησης.

Βέβαια το... κομβικό τραγούδι της πρώτης περιόδου της καριέρας της Ρένας Βλαχοπούλου είναι το "Θα σε πάρω να φύγουμε" που έγραψε ο Γιάννης Σπάρτακος πάνω σε στίχους του Αλέκου Σακελλάριου και του Δημήτρη Ευαγγελίδη. Γνωρίζουμε πως η πρώτη έκδοση της παρτιτούρας του τραγουδιού αυτού κυκλοφόρησε το 1944 (συνολικά πραγματοποίησε τουλάχιστον έξι εκδόσεις, μεγάλος αριθμός για την εποχή εκείνη), αλλά δεν είναι βέβαιο αν αυτό συνέβη πριν ή μετά την Απελευθέρωση: ο Χρήστος Χαιρόπουλος θυμόταν ότι η Ρένα τραγουδούσε αυτό το τραγούδι στο Σινέ Νιους την άνοιξη του 1944--ωστόσο, ο Τύπος της εποχής μιλά για πρωτοφανή επιτυχία αυτού του τραγουδιού στο Σινέ Νιους το 1945. Στην Απελευθέρωση πάντως, τον Οκτώβριο του 1944, η Ρένα το τραγουδούσε στην επιθεώρηση Welcome στο θέατρο Κυβέλης. Η έρευνα για τη γέννηση του τραγουδιού σαφώς συνεχίζεται...Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης της παρτιτούρας είναι η δέκατη τρίτη στάση μας.


Μετά τον πόλεμο η Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδά πια αγγλικά, αμερικανικά ακόμα και ρωσικά τραγούδια χωρίς να υπάρχει πλέον περιορισμός της λογοκρισίας. Τραγουδά επίσης λατινοαμερικανικά τραγούδια--αρχίζει σιγά σιγά η μόδα των τραγουδιών που μιλούν για μέρη εξωτερικά, για μαγικά νησιά, και αποτυπώνουν την ανάγκη του κόσμου να ξεφύγει από τη δυστυχία του πολέμου. Ένα τέτοιο τραγούδι ερμηνεύει η Ρένα το καλοκαίρι του 1945 στο θέατρο Ακροπόλ--το οποίο εγκαινιάστηκε την προηγούμενη χρονιά από τον θίασο Αρώνη-Χορν αλλά τώρα περνά στα χέρια της  "Μουσικής Εταιρίας Μαυρέα Αυλωνίτη". Η πρώτη επιθεώρηση που ανέβηκε στο ιστορικό θέατρο της οδού Ιπποκράτους είναι το Μπλε και άσπρο της τριάδας Ασημακόπουλος-Σπυρόπουλος-Παπαδούκας, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τους ελληνικούς στίχους του σλόου (και όχι swing όπως λαναθασμένα αναγράφεται στο εξώφυλλο της παρτιτούρας) "Σ' ένα νησί χαμένο". Την αγγλική βερσιόν ("In One Exotic Island") υπογράφει ο εκδότης Μ. Χαρικιόπουλος (ίσως χρήσιμη για τους Άγγλους στρατιώτες που βρίσκονται στην Αθήνα;...). Η παρτιτούρα βρίσκεται στο αρχείο του ΕΛΙΑ.
Έχουν διασωθεί αρκετές παρτιτούρες από τη δραστηριότητα της Ρένας κατά τον ενάμιση χρόνο που μεσολάβησε ανάμεσα στην Απελευθέρωση και την αναχώρησή της για το εξωτερικό την άνοιξη του 1946, και δεν ξέρω ποια να διαλέξω για την τελευταία στάση του αφιερώματός μου. Τελικά επιλέγω το "Βρήκα μιαν άλλη" για να έχουμε μια ποικιλία από φωτογραφίες της: το συνέθεσε ο Ιωσήφ Ριτσιάρδης σε στίχους της τριάδας και πάλι για το Μπλε και άσπρο του 1945. Είναι ένα από τα δεκάδες τραγούδια που γνώρισαν επιτυχία με τη φωνή της Ρένας αλλά δεν ηχογραφήθηκαν ποτέ από εκείνη (τα περισσότερα δεν ηχογραφήθηκαν ποτέ). Το συγκεκριμένο ηχογραφήθηκε πάντως αρκετά χρόνια αργότερα στους ραδιοθαλάμους της Ελληνικής Ραδιοφωνίας από τη Ζωή Μάγγου (το εξώφυλλο από το αρχείο του ΕΛΙΑ και πάλι). 


Δεκαπέντε στάσεις λοιπόν στην τραγουδιστική καριέρα της Ρένας Βλαχοπούλου στη δεκαετία του 1940, πριν αναχωρήσει για την πεντάχρονη τουρνέ της στα εξωτερικό, για να τιμήσουμε τα δεκαπέντε χρόνια από την οριστική της αναχώρηση... Κυρία Ρένα Βλαχοπούλου, σας ευχαριστώ για άλλη μια φορά για τα δώρα της τέχνης σας αλλά και για τα κίνητρα που μου προσφέρετε για να βουτάω μέσα στη θάλασσα που λέγεται ελαφρό μουσικό θέατρο και να ανακαλύπτω διαρκώς θησαυρούς--και μαζί με αυτούς να ξανα-ανακαλύπτω και εσάς...

ΥΓ. Σας υπενθυμίζω το σημερινό αφιέρωμα του Σιδερή Πρίντεζη, στο Δεύτερο Πρόγραμμα, στις έξι το απόγευμα, όπου θα ακούσουμε τη Ρένα Βλαχοπούλου και τη Γεωργία Βασιιλειάδου στο δοκιμαστικό τους για τη ραδιοφωνική διασκευή του μυθιστορήματος Το τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή.

Σάββατο 27 Ιουλίου 2019

Ραδιοφωνικό αφιέρωμα στη Ρένα Βλαχοπούλου με μια μεγάλη έκπληξη...

Πριν από λίγα λεπτά ο ραδιοφωνικός παραγωγός του Δεύτερου Προγράμματος της ΕΡΑ Σιδερής Πρίντεζης ανακοίνωσε πως την ερχόμενη Δευτέρα, τη μέρα που συμπληρώνονται 15 χρόνια από τον θάνατο της Ρένας Βλαχοπούλου, θα παρουσιάσει στην εκπομπή του "Θίασος Ποικιλιών" ένα αφιέρωμα στη μεγάλη πρωταγωνίστρια του ελληνικού μουσικού θεάτρου. Το αφιέρωμα θα περιέχει μια μεγάλη έκπληξη: στιγμιότυπα από τη δοκιμαστική ηχογράφηση που έγινε για το ραδιοφωνικό Τρίτο Στεφάνι, στην οποία συμμετείχαν η Ρένα Βλαχοπούλου και η Γεωργία Βασιλειάδου!
Η Γεωργία Βασιλειάδου και η Ρένα Βλαχοπούλου μαζί με τον Κώστα Ταχτσή και την ανηψιά του. Φωτογραφία από την έκδοση Συγγνώμην, εσείς δεν είσθε ο Κύριος Ταχτσής; των εκδόσεων Πατάκη (1994)
Όπως έχουμε γράψει αρκετές φορές στο παρελθόν, η ραδιοφωνική διασκευή του μυθιστορήματος του Κώστα Ταχτσή ήταν μια ιδέα του Γιώργου Παυριανού, ο οποίος αρχικά σκέφτηκε να παρουσιάσει το Τρίτο στεφάνι στο ραδιόφωνο με τη Μελίνα Μερκούρη στον ρόλο της Νίνας και τη Δέσπω Διαμαντίδου στον ρόλο της Εκάβης. Η Μελίνα αρνήθηκε, για πολιτικούς λόγους, και κατά συνέπεια αρνήθηκε και η καλή της φίλη Δέσπω. Απελπισμένος ο Γιώργος Παυριανός κατηφόριζε στην οδό Πανεπιστημίου και είδε το όνομα της Ρένας Βλαχοπούλου στη μαρκίζα του Ρεξ (θριάμβευε τότε στην επιθεώρηση Τα παιδιά του σωλήνα). Αμέσως αποφάσισε να δώσει τον ρόλο της Νίνας στη Ρένα και για τον ρόλο της Εκάβης σκέφτηκε μια άλλη σπουδαία ηθοποιό, τη Γεωργία Βασιλειάδου.

Ο Δημήτρης Λέκκας (υπεύθυνος για τη μουσική επιμέλεια), η Γεωργία Βασιλειάδου, η ανιψιά του Κ. Ταχτσή, ο Κώστας Ταχτσής, η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Γιώργος Παυριανός την ημέρα του δοκιμαστικού (φωτογραφία από το αρχείο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας)
Ο Γιώργος Παυριανός διηγείται πως ο Κώστας Ταχτσής είχε αντιρρήσεις: θεωρούσε υπερβολή το να παίξουν τους ρόλους αυτούς δυο λαϊκές κωμικές ηθοποιοί, δέχτηκε ωστόσο να γίνει ένα δοκιμαστικό. Η αφήγηση του Ταχτσή για την ατμόσφαιρα εκείνου του δοκιμαστικού αλλά και των επόμενων ηχογραφήσεων είναι απολαυστική και σας προτείνω να την (ξανα)διαβάσετε εδώ. Η Γεωργία Βασιλειάδου ήταν τότε 81 ετών: είχε ήδη διαβάσει το βιβλίο και είχε αμφιβολίες για το αν θα μπορέσει να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του ρόλου (δεν ήξερε αν θα μπορέσει να πει τα "προστυχόλογα" που υπήρχαν σε κάποιες σελίδες του). Το δοκιμαστικό έδειξε ότι μάλλον δεν θα τα κατάφερνε με ένα τόσο πυκνό κείμενο (ασφαλώς τα πράγματα θα ήταν εντελώς διαφορετικά αν όλο αυτό συνέβαινε είκοσι χρονια νωρίτερα, την εποχή της μεγάλης της ακμής) και προς ανακούφιση τόσο του Ταχτσή όσο και του ίδιου του Παυριανού, δήλωσε την επόμενη μέρα ότι δεν θα αναλάβει τον ρόλο (ο Ταχτσής, βέβαια, παραήταν αυστηρός στην κριτική του για την απόδοσή της, όπως ήταν πιστεύω και για την απόδοση της Βλαχοπούλου--η κριτική του αυτή αποτυπώθηκε, εκτός από την αφήγηση του Παυριανού, και σε ένα ιδιόχειρο σχόλιό του που βρίσκεται στο πίσω μέρος της φωτογραφίας από το δοκιμαστικό και έχει δημοσιευτεί στον τόμο Συγγνώμην, εσείς δεν είσθε ο κύριος Ταχτσής; που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη το 1994...).

Η Εκάβη τελικά ερμηνεύτηκε συγκλονιστικά από τη Σμάρω Στεφανίδου (και παρά τις αντιρρήσεις του Ταχτσή θερώ ότι και η Ρένα Βλαχοπούλου ήταν στα περισσότερα επεισόδια εξαιρετική). Δεν έχει διασωθεί καμιά φωτογραφία από τη συνύπαρξη Βλαχοπούλου-Στεφανίδου στις ηχογραφήσεις εκείνες. Αντίθετα έχουν διασωθεί τρεις φωτογραφίες από τη μέρα του δοκιμαστικού και στις δυο από αυτές βλέπουμε και τη Γεωργία Βασιλειάδου. Βλαχοπούλου και Βασιλειάδου είχαν βέβαια συνυπάρξει για κάποιες σεζόν στη σκηνή του θεάτρου Ακροπόλ, στα μέσα της δεκαετίας του ΄50 (συναντιούνταν επί σκηνής μόνο στο φινάλε και την αποθέωση βέβαια, αφού η καθεμιά είχε τα δικά της νούμερα) αλλά από εκείνη τη συνύπαρξη δεν υπάρχουν παρά λιγοστές φωτογραφίες. Τώρα χάρη στο αρχείο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας θα μπορέσουμε να απολαύσουμε και μια ηχογραφημένη συνύπαρξη των δυο μεγάλων πρωταγωνιστριών, έστω και σε πρόβα.

Συντονιστείτε λοιπόν στο Δεύτερο Πρόγραμμα τη Δευτέρα 29 Ιουλίου, στις 6 το απόγευμα. Διαδικτυακά μπορείτε να ακούσετε το Δεύτερο Πρόγραμμα εδώ.

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2019

Δέκα χρόνια χωρίς τη Δανάη Στρατηγοπούλου

Τώρα που σώπασαν οι ανθρώπινες φωνές
κι έχουν στρέψει από δάκρυα τα μάτια
κόρες κι αγόρια βιαστικοί
να μαζευτούμε όλοι εκεί
εκεί που αρχίζουν τα ψηλά τα μονοπάτια.

Κάνε ένα νόημα και στ' άλλα τα παιδιά
να δουν τα χέρια σου να γνέφουν στον αέρα
και με τραγούδια και φιλιά
και πινελιά την πινελιά
να ζωγραφίσουμε την πιο μεγάλη μέρα.

Στη μέση θα 'ναι μια χλωρή ελιά
και στα κλαράκια της χιλιάδες περιστέρια
κάτω να παίζουνε παιδιά
και 'κει στο βάθος μια καρδιά
να τη σηκώνουνε του κόσμου όλα τα χέρια.

Από την ποιητική συλλογή της Δανάης Στρατηγοπούλου Οι λέξεις, εκδόσεις Φύκιρη, 1994.


Κυριακή 29 Ιουλίου 2018

Δεκατέσσερα χρόνια χωρίς τη Ρένα Βλαχοπούλου

Η φετινή, δέκατη τέταρτη, επέτειος του θανάτου της Ρένας Βλαχοπούλου βρίσκει την Ελλάδα σε πένθιμο κλίμα. Η πρόσφατη τραγωδία στην Αττική, με δεκάδες ανθρώπων, ανάμεσά τους και πολλά παιδιά, να έχουν βρει τραγικό θάνατο μέσα στις φλόγες δεν έχει αφήσει κανέναν μας ανεπηρέαστο. Αντί για την "καθιερωμένη" απαρίθμηση αναμνήσεων από την καριέρα της μεγάλης ηθοποιού και τραγουδίστριας, μιας καριέρας που συνδέθηκε με το κέφι και την αισιοδοξία, σήμερα έχω τη διάθεση να την ακούσω σε τραγούδια που ταιριάζουν στη βαριά ατμόσφαιρα του φετινού καλοκαιριού.

Ειδικά αυτή τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές στην Αθήνα βρέχει. Και το τραγούδι της Ρένας που μου έρχεται πάντα στο μυαλό όταν βρέχει είναι το "Πρωτοβρόχι", ένα θλιμμένο καλοκαιρινό τραγούδι που άκουγα τέτοιες μέρες πριν από δεκατέσσερα χρόνια.



Δυο δεκαετίες αργότερα η Ρένα Βλαχοπούλου τραγούδησε σε μια επιθεώρηση στο θέατρο Ρεξ ένα τραγούδι του Σάκη Τσιλίκη σε στίχους Κώστα Νικολαΐδη και του Γιάννη Καλαμίτση με τίτλο "Το θαύμα". Με αφορμή βέβαια από την τότε τρέχουσα πολιτική κατάσταση, η Ρένα τραγουδούσε για έναν κόσμο που θα άλλαζε πραγματικά αν σταμάταγε του κόσμου το κλάμα και αν είχαν όλα τα παιδιά ό,τι τους λείπει...



Δυστυχώς το θαύμα δεν έχει γίνει ακόμα και, όπως τραγουδούσε η Ρένα σε μια άλλη επιθεώρηση μια δεκαετία αργότερα, σε στίχους που έγραψε ο Άγγελος Πυριόχος πάνω στη μελωδία του "What a Wonderful World", στον "Όμορφο κόσμο" μας υπάρχουν πολλά κλαμένα παιδιά και, αντί για παιχνίδια, φωτιά...



Ας ευχηθούμε όλες και όλοι να μη ζήσουμε άλλη τέτοια τραγωδία. Ας έχουν δύναμη και κουράγιο οι συγγενείς των ανθρώπων που χάθηκαν.

Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2018

Εννιά χρόνια χωρίς τη Δανάη Στρατηγοπούλου


ΖΩΗ
Η νύχτα βλάστησε — και  πέταξε αστέρια       
                κι άλλα ήταν χέρια
                                                κι άλλα ήταν πουλιά.
Γράψανε μήνυμα — το διάβασα και… πάει,
                ποιος μου κρατάει
                                                στα στήθη την καρδιά;
«Πιάσε την ώρα σου — και κάνε την τραγούδι,
                βάλε για χνούδι
                                                του Ήλιου τη ματιά,
μην καρτερείς ναρθεί, φτιάχτην μονάχη,
                και τότε θα ‘χει
                                                κι αλήθεια και φωτιά».
Κι εγώ που ‘μαι παιδί, παιδί σαν όλα τ’ άλλα
                έγινα στάλα,
                                                ιδρώτας και βροχή,
και το τραγούδι μου τραγούδισμα της Πλάσης.
Κι ως να το πιάσεις
                                                εγράφτηκ’  η Αρχή…


                                       Από την ποιητική συλλογή 
                                       της Δανάης Στρατηγοπούλου 
                                       Οι λέξεις
                                       (εκδ. Φύκιρης, 1994)



ΜΟΥΣΙΚΗ

(Στον Δαμιανό Στρουμπούλη, Πειραιά)

Η Αόρατη Συμφωνία έγινε. Ξεκίνησε από τα εφτά επουράνια, αγκάλιασε τα σύννεφα, έφτασε στις βουνοκορφές τους Ελλάδας, κύλησε ώς την Αττική Γη, λούστηκε στο φως της, τραγούδησε, αντιλάλησε μέσα σε δύο ερωτευμένα παιδιά τούτης της εκπληκτικής στιγμής και ύστερα ανάλαφρη κι ευτυχισμένη ξανάφυγε στα ύψη της δυο νότες λιγότερη.

Υ.Γ.
Μόνο με μουσική πληρώνονται τα δώρα
που βγαίνουν από την ψυχή των φίλων.
                                                         Id.

                                       Από το βιβλίο
                                       της Δανάης Στρατηγοπούλου

                                       Η συνέντευξη
                                       (εκδ. Φύκιρης, 1991)




Η Δανάη Στρατηγοπούλου που πέθανε σαν σήμερα, πριν από εννιά χρόνια, λάτρευε τη ζωή και το έδειχνε με κάθε τρόπο, μέχρι το τέλος. Καλλιτέχνιδα, ποιήτρια, αγωνίστρια, σύζυγος, μάνα και γιαγιά. Και φίλη, καλή φίλη... Όλους αυτούς τους ρόλους τους εμπότισε με την αγάπη της για τη ζωή που την άφησε παρακαταθήκη στην κόρη της, Λήδα Χαλκιαδάκη, και τα εγγόνια της Γιώργο, Ευδοκία και Κώστα. Αλλά και σε όλους εμάς που είχαμε την τύχη να απολαμβάνουμε τη συντροφιά της, τη σοφία της και πάνω από όλα, τη Μουσική της, δώρο ακριβό από την ψυχή της για τους φίλους και τις φίλες της Τέχνης της: της μεγάλης τέχνης των "μικρών" τραγουδιών...


Διαβάστε εδώ για τη ζωή και το έργο της Δανάης Στρατηγοπούλου. Και ένα από τα ωραιότερα κείμενά της γραμμένο για τον άντρα της Γιώργο Χαλκιαδάκη εδώ.


Σάββατο 29 Ιουλίου 2017

Δεκατρία χρόνια χωρίς τη Ρένα Βλαχοπούλου

Δεκατρία χρόνια μας χωρίζουν πλέον από εκείνο το απόγευμα της Πέμπτης που έπεσε η τελευταία αυλαία για τη Ρένα Βλαχοπούλου. Η μεγάλη αρτίστα που αναλογιζόταν επί σκηνής "τι θα μείνει" όταν εκείνη θα έχει φύγει θα ήταν μάλλον ικανοποιημένη αν γνώριζε πόσο δυνατή είναι πάντα η ανάμνησή της και πόσο δημοφιλές παραμένει το έργο της στο πέρασμα του χρόνου.

Αποφάσισα να τιμήσω τη δέκατη τρίτη επέτειο του θανάτου της Μούσας μου παρουσιάζοντας δεκατρία εξώφυλλα περιοδικών δημοσιευμένα στη διάρκεια της πενηνταεπτάχρονης επαγγελματικής της σταδιοδρομίας. Δεν γνωρίζω ακριβώς πόσα εξώφυλλα υπάρχουν με τη φωτογραφία της: έχω εντοπίσει περισσότερα από είκοσι στα οποία απεικονίζεται μόνη της και τουλάχιστον πέντε τα οποία "μοιράζεται" με άλλους/ες καλλιτέχνες/ιδες. Για το σημερινό αφιέρωμα διάλεξα δεκατρία από τα εξώφυλλα της πρώτης κατηγορίας, αρκετά αντιπροσωπευτικά των δεκαετιών στις οποίες δημοσιεύτηκαν.

Το παλιότερο εξώφυλλο περιοδικού με τη μορφή της Ρένας Βλαχοπούλου που έχω εντοπίσει δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 1943: το Ράδιο-Τραγούδι όμως δεν παρουσιάζει φωτογραφία της, αλλά σκίτσο της (το είχα παρουσιάσει πρόπερσι, στο αφιέρωμα στα έντεκα χρόνια από το φευγιό της). Στα χρόνια της Κατοχής κυκλοφόρησαν πολύ λίγα περιοδικά με φωτογραφίες καλλιτεχνών στα εξώφυλλά τους (αντίθετα, υπήρχαν συχνά φωτογραφίες, και της Ρένας Βλαχοπούλου, στα εξώφυλλα "μουσικών τεμαχίων" με τις επιτυχίες του ελαφρού τραγουδιού της εποχής). Έτσι, το πρώτο εξώφυλλο με φωτογραφία της Ρένας Βλαχοπούλου φαίνεται πως δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 1944: το περιοδικό Το ελληνικό τραγούδι (κρίκος της μακράς αλυσίδας περιοδικών που δημοσίευαν στίχους τραγουδιών από τον Μεσοπόλεμο μέχρι τη δεκαετία του '60) παρουσιάζει μια φωτογραφία της Ρένας που θα χρησιμοποιηθεί αργότερα σε ένα ακόμα εξώφυλλο μετά την Απελευθέρωση (στο μάλλον βραχύβιο περιοδικό Η Αθήνα τραγουδά). Προς το παρόν όμως βρισκόμαστε στο πιο ζοφερό καλοκαίρι της Κατοχής: περίοδος άγριου πληθωρισμού και ανακατατάξεων, με τους Γερμανούς να δείχνουν το πιο άγριο πρόσωπό τους λίγο πριν φύγουν από την Ελλάδα και την Αντίσταση να έχει φουντώσει. Η Ρένα Βλαχοπούλου ανήκει στον θίασο του Πέτρου Κυριακού που εκείνο τον μήνα ανεβάζει στο θέατρο Ερμής (το σημερινό θέατρο Βέμπο) την επιθεώρηση Γαλανομάτα και τη μουσική ηθογραφία Η καρδιά του ναύτη. Σ' αυτό το έργο, την Κυριακή 28 Αυγούστου 1944, η Ρένα Βλαχοπούλου ενθουσιάζει τόσο πολύ με το τραγούδι της το κοινό που στη δεύτερη πράξη την αναγκάζει να μείνει στη σκηνή επί είκοσι λεπτά και να πει από δύο φορές τρία τραγούδια...

Το επόμενα τέσσερα εξώφυλλα προέρχονται από τα χρόνια του 1950. Η Ρένα Βλαχοπούλου επιστρέφει στην Αθήνα έπειτα από πέντε χρόνια περιοδειών στου εξωτερικό Τα τελευταία τρία χρόνια έχει εργαστεί στην Αμερική και φέρνει μαζί της εκτός από τις εμπειρίες και το κομπόδεμά της, μια σειρά από φωτογραφίες (κυρίως του φωτογράφου Bruno του Hollywood) οι οποίες θα δημοσιεύονται στα εξώφυλλα περιοδικών, σε διαφημίσεις εφημερίδων και σε θεατρικά προγράμματα ολόκληρη τη δεκαετία του '50 (μια από αυτές μάλιστα θα κοσμήσει το εξώφυλλο ακόμα κι ενός τηλεοπτικού περιοδικού στη δεκαετία του '90!). Από αυτά τα περιοδικά επέλεξα για τη δεύτερη στάση του αφιερώματός μου το εξώφυλλο του Χόλλυγουντ-Τραγούδι που υποτίθεται πως φιλοξενεί μάλιστα και αυτόγραφο της Ρένας με ημερομηνία 21 Αυγούστου 1951 (δηλαδή μια εβδομάδα μόλις μετά την επιστροφή της!).

Η τρίτη στάση μας πραγματοποιείται τρία χρόνια μετά, το 1954, και πάλι με εξώφυλλο του περιοδικού Το ελληνικό τραγούδι αλλά με φωτογραφία της Ρένας που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1945 (τη συναντούμε στα εξώφυλλα αρκετών μουσικών τεμαχίων). Είναι και πάλι Αύγουστος, η Ρένα θριαμβεύει και πάλι στην οδό Καρόλου (ο Ερμής έχει μετονομαστεί πια σε θέατρο Βέμπο) και το περιοδικό δημοσιεύει τους στίχους των τριών σουξέ της στην επιθεώρηση Σουσουράδα: "Σατράπη μου", "Αθήνα ξελογιάστρα" και φυσικά το "Κάνε μου τέτοια" που θα αποτελέσει το διαβατήριό της για τον χώρο της υποκριτικής.

Στα χρόνια του '50 η Ρένα συμμετέχει τακτικότατα σε εκπομπές του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, τραγουδώντας με τη συνοδεία της ελαφράς ορχήστρας του σταθμού. Είναι φυσικό λοιπόν το περιοδικό Ραδιοπρόγραμμα να της αφιερώσει τον Μάρτιο του 1957 ένα από τα εξώφυλλά του. Η φωτογραφία αυτού του εξωφύλλου (του φωτογραφείου DAZ) χρησιμοποιήθηκε την ίδια περίπου περίοδο και πάλι σε εξώφυλλο του περιοδικού Ελληνικό Τραγούδι.

Το πέμπτο εξώφυλλο του σημερινού αφιερώματος δημοσιεύτηκε το 1959. Το περιοδικό Ελληνικό Θέατρο φιλοξενεί στο εξώφυλλό του τη Ρένα Βλαχοπούλου εις τριπλούν--αλλά πέρα από τη σχετική αναφορά στη σελίδα των περιεχομένων, δεν δημοσιεύει τίποτα σχετικό με την καλλιτέχνιδα στις επόμενες σελίδες του (κάτι που θα επαναληθφεί και πιο κάτω...)

Το έκτο εξώφυλλο δημοσιεύτηκε και πάλι στο Ελληνικό Τραγούδι, μετά όμως από τις πρώτες μεγάλες επιτυχίες της Ρένας Βλαχοπούλου στο σινεμά του Γιάννη Δαλιανίδη. Απρίλιος του 1965, στις αίθουσες έχει ήδη κυκλοφορήσει το τρίτο μιούζικαλ του σκηνοθέτη , Κορίτσια για φίλημα, ωστόσο το τεύχος παρουσιάζει τους στίχους τριών τραγουδιών της Ρένας από το δεύτερο δαλιανίδειο μιούζικαλ, το Κάτι να καίει. Το περιοδικό παρουσιάζει επίσης μια σύντομη εξιστόρηση των πρώτων χρόνων της καριέρας της (την υπογράφει ο Αθανάσιος Τσόγκας που... τολμά να αναφέρει πως η Ρένα ντεμπουτάρισε το καλοκαίρι του 1940 σε ηλικία 19 ετών...).

Τρία χρόνια μετά, το φθινόπωρο του 1968, το Ρομάντσο φιλοξενεί τη Ρένα στο εξώφυλλό του και μια συζήτησή της με την Κική Σεγδίτσα στο σαλόνι του. Η αδιαφιλονίκητη πλέον πρωταγωνίστρια του θεάτρου και του κινηματογράφου εξομολογείται στη δημοσιογράφο πως είχε την ατυχία να χάσει ένα παιδί λίγο καιρό πριν. Δηλώνει πως ο Γιώργος Λαφαζάνης είναι ο τέλειος σύζυγος (παρόλο που δεν την αφήνει πλέον να εργάζεται σε νυχτερινά κέντρα) και πιστεύει ότι θα μπορούσε άνετα να παίξει ένα δραματικό ρόλο, αλλά φοβάται πως το κοινό μπορεί να γελάσει εκείνη τη στιγμή γιατί έχει συνηθίσει να γελά όποτε τη βλέπει...

Δυο χρόνια μετά, το καλοκαίρι του 1970, η Ρένα Βλαχοπούλου πρωταγωνιστεί στην ταινία Η θεία μου η χίπισσα και απασχολεί το εξώφυλλο τουλάχιστον δύο περιοδικών, του Ταχυδρόμου και του Οικογενειακού Θησαυρού. Στον Ταχυδρόμο, που σας παρουσιάζω εδώ, απαντά σε 25 "τρελές τρελές" ερωτήσεις του Νίκου Καμπάνη...

Ο Ταχυδρόμος φιλοξένησε και πάλι τη Ρένα στο εξώφυλλό του τον Μάιο του 1973. Το περιοδικό παρουσίασε μια έρευνα σχετικά με την ποιότητα των τροφίμων που κυκλοφορούν στην αγορά. Στο εξώφυλλό του βλέπουμε τη Ρένα Βλαχοπούλου να "πρωταγωνιστεί" στα τεστ προστασίας του καταναλωτή--ωστόσο στις σελίδες του τεύχους δεν γίνεται καμία άλλη αναφορά στη Ρένα! Το εξώφυλλο πάντως είναι από τα ωραιότερα της Μούσας μου...

Ο Οικογενειακός Θησαυρός αγαπούσε ανέκαθεν τη Ρένα (αυτό ίσως να οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό και στον συνεργάτη του περιοδικού Αρτέμη Μάτσα, φίλο της Ρένας και συχνά μέλος των θιάσων στους οποίους εκείνη πρωταγωνιστούσε) κι έτσι, όταν εκείνη αποφάσισε να γυρίσει το πρώτο της σίριαλ, το φιλόδοξο και αδικοχαμένο Μια Αθηναία στην Αθήνα του Αλέκου Σακελλάριου, το περιοδικό αποφάσισε να προωθήσει το γεγονός με συνέντευξη των συντελεστών του σίριαλ αλλά και εξώφυλλο της Ρένας στο πρώτο του τεύχος για το 1976. Το εξώφυλλο όμως παρουσιάζει μια παράξενη σύνθεση που παραπέμπει στη... Μαίρη Πόππινς (θυμάμαι πριν χρόνια που αναρωτήθηκε κάποιος αναγνώστης πώς θα καταφέρω να συνδυάσω τις δυο αγάπες μου σε μια ανάρτηση--ε να λοιπόν!) και προφανώς αποτελούσε την αφίσα της κωμωδίας Παπαδόπουλος και CIA με την οποία η Ρένα Βλαχοπούλου περιόδευσε ανά την Ελλάδα το καλοκαίρι του 1974 (με guest star όμως τον Μπαμ, το σκυλάκι του Αλέκου Σακελλάριου που συμπρωταγωνιστούσε με τη Ρένα στη σειρά).

Μια εβδομάδα μετά την κυκλοφορία αυτού του τεύχους του Οικογενειακού Θησαυρού, η Ραδιοτηλεόραση διαφημίζει την πρεμιέρα της Αθηναίας (24 Ιανουαρίου 1976) αφιερώνοντας στη Ρένα το εξώφυλλο του τεύχους που κυκλοφορεί μια εβδομάδα νωρίτερα. Παραδόξως όμως δεν χρησιμοποιεί κάποια φωτογραφία από τα γυρίσματα του σίριαλ, αλλά καταφεύγει σε μια παλιότερη κινηματογραφική επιτυχία του διδύμου Βλαχοπούλου-Σακελλάριος στη Φίνος Φιλμ, την Κόμησσα της Κέρκυρας (1972). Έτσι η Ρένα ποζάρει στον φακό φορώντας μια από τις αγαπημένες της τουαλέτες (δια χειρός Γιάννη Μαΐλη) "ελπίζοντας" να πείσει κοινό και κριτική για το νέο της εγχείρημα--με το πρώτο κάπως τα κατάφερε, με τη δεύτερη απέτυχε παταγωδώς (ωστόσο, η σειρά δεν διασώθηκε για να μπορούμε να κρίνουμε κι εμείς με ασφάλεια το τι ακριβώς συνέβη...).

Το σίριαλ δεν δημιούργησε τις συνθήκες που θα επέβαλαν την επιστροφή της Ρένας Βλαχοπούλου στα τηλεοπτικά πλατό, ωστόσο τρία χρόνια μετά εκείνη επέστρεψε στα κινηματογραφικά (όπως και οι περισσότεροι/ες κινηματογραφικοί/ές αστέρες του '60). Οι ταινίες στις οποίες η Ρένα πρωταγωνίστησε σε αυτή την περίοδο που κάποιοι χαρακτήρισαν ως "νεκρανάσταση" του παλιού εμπορικού κινηματογράφου διαφημίστηκαν στα εξώφυλλα επαγγελματικών περιοδικών όπως ήταν κυρίως τα Θεάματα αλλά και η Κινηματογραφική (μηνιαία ειδική έκδοση για τους κινηματογραφιστές της Βόρειας Ελλάδας) που διαφημίζει στην προτελευταία στάση του σημερινού αφιερώματος τη Σιδηρά Κυρία του Τάκη Βουγιουκλάκη (Φεβρουάριος 1983).

Το δέκατο τρίτο και τελευταίο εξώφυλλο του φετινού αφιερώματος στην επέτειο του θανάτου της Ρένας Βλαχοπούλου είναι το αγαπημένο μου. Το τυπάκι ήταν ένα εβδομαδιαίο περιοδικό για παιδιά που κυκλοφορούσε στα μέσα της δεκαετίας του ΄90 κάθε Σάββατο μαζί με την εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος. Στο έβδομο τεύχος του η εντεκάχρονη Σοφία Κυριακάκη πήρε μια μίνι συνέντευξη από τη Ρένα Βλαχοπούλου κι οι δυο τους πόζαραν μαζί για το εξώφυλλο του περιοδικού. Η μεγάλη Ρένα λέει στη μικρή Σοφία πως αν και δεν έτυχε να ασχοληθεί ποτέ με παιδικό θέατρο, τα παιδιά έρχονται και της δείχνουν πάντα την αγάπη τους και εγώ θυμάμαι ένα δωδεκάχρονο αγόρι που τόλμησε μια Τρίτη του Νοέμβρη του 1987, μεταξύ απογευματινής και βραδινής παράστασης, να χτυπήσει την πόρτα ενός στενόχωρου καμαρινιού κάτω από τη σκηνή του κινηματοθεάτρου Αστέρια στις Σέρρες, για να ζητήσει ένα αυτόγραφο από μια γυναίκα-μύθο του ελληνικού θεάματος.

Κυρία Ρένα Βλαχοπούλου, το αυτόγραφο εκείνο φυσικά το φυλάω ακόμα--όπως φυλάω κι όλα τα δώρα που μας χαρίζατε για έξι περίπου δεκαετίες... Σας ευχαριστώ, σας ευχαριστούμε, για όλα!

Πέμπτη 27 Ιουλίου 2017

Η Ρένα Βλαχοπούλου "Στο τρίτο Πρόσωπο"

Αύριο, 28 Ιουλίου, στις 5 το απόγευμα, στο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας η εκπομπή "Στο τρίτο Πρόσωπο" παρουσιάζει ένα αφιέρωμα στη Ρένα Βλαχοπούλου με αφορμή τη δέκατη τρίτη επέτειο του θανάτου της (29 Ιουλίου 2004). Καλεσμένος του Νίκου Αϊβαλή και του Σιδερή Πρίντεζη είναι ο ερευνητής του μουσικού θεάτρου Απόστολος Πούλιος. 
Η εκπομπή θα επικεντρωθεί στην τραγουδίστρια Ρένα Βλαχοπούλου και στη διάρκειά της θα ακουστούν γνωστές αλλά και λιγότερο γνωστές ηχογραφήσεις της από τη δισκογραφία και το πλουσιότατο αρχείο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, τραγούδια που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την τραγουδιστική καριέρα της αξέχαστης καλλιτέχνιδας.


Συντονιστείτε στο Τρίτο Πρόγραμμα: 90,9 / 95,6 FM - webradio.ert.gr/trito



Τετάρτη 19 Απριλίου 2017

Η Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδά Σπύρο Περιστέρη

Τον προηγούμενο μήνα, και συγκεκριμένα στις 15 Μαρτίου, συμπληρώθηκαν 41 χρόνια από τον θάνατο του Σπύρου Περιστέρη. Ο Σπύρος Περιστέρης έγραψε τις δικές του χρυσές σελίδες στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού ως ένας από τους σημαντικούς δημιουργούς του ρεμπέτικου αλλά και ως σημαντικός παράγοντας της ελληνικής δισκογραφικής παραγωγής. Καταγόταν από παλιά αθηναϊκή οικογένεια, αλλά γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1900, ενώ κάποιες περιόδους της ζωής του, λόγω των αλλαγών στην επαγγελματική ζωή του πατέρα του, έζησε και στην Κωνσταντινούπολη. Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε το 1922, μετά την καταστροφή της Σμύρνης.
Σπύρος Περιστέρης
(Φωτογραφία από το εξώφυλλο του CD
Αρχείο Ελληνικής Δισκογραφίας 31-Συνθέτες του Ρεμπέτικου Σπύρος Περιστέρης ΙΙΙ
Διαβάζω σε ένα αφιέρωμα του Παναγιώτη Κουνάδη που αναδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Ρεμπέτικοι Διάλογοι, ότι ο Περιστέρης άρχισε να ηχογραφεί τραγούδια του το 1924. Το 1932 συνεργάστηκε με τον Μάρκο Βαμβακάρη σε τραγούδια που κυκλοφόρησαν από την Columbia και τη His Master's Voice, ενώ την ίδια χρονιά συνδέθηκε επαγγελματικά με τον στιχουργό Μίνωα Μάτσα που ανέλαβε τη διοίκηση των δισκογραφικών εταιριών Odeon και Parlophone. Από τότε, γράφει ο Κουνάδης, ο Περιστέρης "θα παραμείνει--μέχρι τον θάνατό του--ο μουσικός 'καθοδηγητής' των μουσικών τεκταινομένων και μαζί με τους Παναγιώτη Τούντα, Γιάννη Δραγάτση (ή Ογδοντάκη), Κώστα Σκαρβέλη και Δημήτρη Σέμψη, θα 'ορίσουν' τη μοίρα του νεώτερου ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, αφού από τα χέρια τους θα περάσουν για έγκριση, βελτίωση και ενορχήστρωση, όλα τα τραγούδια των μεγάλων δημιουργών του ρεμπέτικου".
Φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.patrasevents.gr
Δεν γνωρίζω πολλά για τη ζωή και το έργο του συνθέτη (ούτε και για το ρεμπέτικο, άλλωστε), γι' αυτό και θα σας παραπέμψω στο κατατοπιστικότατο κείμενο του Κουνάδη. Σκέφτηκα όμως, με αφορμή την επέτειο του θανάτου του Περιστέρη, να γράψω τα λίγα που γνωρίζω για τη συνεργασία του με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Η μούσα του blog τραγούδησε δυο ελάχιστα γνωστά τραγούδια του Σπύρου Περιστέρη σε έναν δίσκο 78 στροφών της Parlophone. Η εκ περάτων δισκογραφία γραμμοφώνου του Διονύση Μανιάτη δεν δίνει την ακριβή χρονολογία κυκλοφορίας του δίσκου, αλλά με βάση τον αριθμό κυκλοφορίας υποθέτουμε πως κυκλοφόρησε στο τέλος του 1951 ή στις αρχές του 1952. 
Ένα από τα πρώτα εξώφυλλα της Ρένας Βλαχοπούλου
 μετά την επιστροφή της από την Αμερική
Στη μία όψη του δίσκου η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Γιάννης Τατασόπουλος τραγουδούν το χασάπικο "Πώς μπόρεσε η καρδούλα σου".

Πώς μπόρεσε η καρδούλα σου
Ήμουν στα ξένα κι έλεγα
"Αχ, πότε να γυρίσω,
στην αγκαλιά σου να βρεθώ
και πάλι να μεθύσω".

Ήρθα κι εσύ με δέχτηκες
σαν να'μουνα μια ξένη,
μια γνωριμία άσημη,
απλή και ξεχασμένη.

Πώς μπόρεσε η καρδούλα σου
που χτύπαγε για μένα
να τα ξεχάσει άπονα
τα τόσα περασμένα;

Χωρίς ντροπή παντού γυρνάς,
γλεντάς και διασκεδάζεις
και κάθε βράδυ κι από μια
τις γκόμενες αλλάζεις.
Ο Γιάννης Τατασόπουλος
Φωτογραφία από την ιστοσελίδα 

giannistatasopouloscd.weebly.com
Στην άλλη όψη του δίσκου η Ρένα Βλαχοπούλου κι ο Γιάννης Τατασόπουλος τραγουδούν το "Θέλω μάγκικη παρέα".

Θέλω μάγκικη παρέα
Απόψε, βρε αγόρι μου,
έχω καινούρια γούστα.
Αντί για κούρσες και μοτό
θέλω ψαρί και σούστα.

Θέλω μάγκικη παρέα
να χορεύουμε ωραία.
Μπουζουκάκι, τσιφτετέλι,
με διπλόχορδο το τέλι.

Βαρέθηκα τα Φάληρα,
Γλυφάδα και Εκάλη.
Κι αν πεις ταβέρνα κοσμική
να μην ακούσω άλλη.

Θέλω απόψε ταβερνάκι,
μπαγλαμά και μπουζουκάκι.
Ρετσινούλα, κοκορέτσι
και χορό ώσπου να φέξει.

Φέρε απόψε μια μισή
απόψε να μεθύσω.
Κι ένα βαρύ ζεϊμπέκικο
ας παίξουν για να αρχίσω.

Τουμπεκί ας κάνουν όλοι,
παίξε μάγκα μου, Μανώλη.
Να χορέψω ζεϊμπεκάκι
και στερνά χασαπικάκι.

Η συνεργασία αυτή είναι σημαντική για διάφορους λόγους. Πρώτα από όλα η εποχή στην οποία πραγματοποιήθηκε είναι μια εποχή "στρατοπέδων" για το ελληνικό τραγούδι--όσον αφορά τους δημιουργούς και τη δισκογραφική παραγωγή. Από τη μια πλευρά ο κόσμος του ελαφρού τραγουδιού και από την άλλη ο κόσμος του ρεμπέτικου και λαϊκού. Αν και τρία χρόνια πριν είχε γίνει μια πετυχημένη απόπειρα να γεφυρωθούν οι δυο κόσμοι με το αρχοντορεμπέτικο (το πείραμα ξεκίνησε το 1948 με "Το τραμ το τελευταίο" των Μ. Σουγιούλ-Αλ. Σακελλάριου-Χρ. Γιαννακόπουλου), τα όρια ανάμεσα στους δυο χώρους παρέμεναν διακριτά και οι ερμηνεύτριες/τές του ενός είδους δεν... πολυπατούσαν στα εδάφη του άλλου. Υπήρχαν βέβαια κάποιες εξαιρέσεις, εντός και εκτός ελληνικού εδάφους (πχ. η Σοφία Βέμπο ηχογράφησε στην Αμερική τον "Ναύτη" του Γ. Μητσάκη, ενώ η Μαρίκα Νίνου τραγούδησε την "Ταμπακιέρα" των Ι. Ριτσιάρδη-Μ. Τραϊφόρου-Γ. Γιαννακόπουλου, τραγούδι που ως αρχοντορεμπέτικο μάλλον στον χώρο του ελαφρού θα το κατατάσσαμε), αλλά συνήθως τα σύνορα ήταν ξεκάθαρα.

Έτσι, κάθε άλλο παρά αναμενόμενη ήταν η συνεργασία του Σπύρου Περιστέρη με τη Ρένα Βλαχοπούλου, πρωθιέρεια του ελαφρού, δυτικότροπου τραγουδιού, εστεμμένη "Βασίλισσα της Τζαζ" της Ελλάδας πριν από λίγα χρόνια και άρτι αφιχθείσα από μια πενταετή περιοδεία στο εξωτερικό (και μάλιστα με τριετή παραμονή στις ΗΠΑ). Ίσως στην περίπτωσή της τα σύνορα των δύο μουσικών κόσμων ξεπεράστηκαν πιο εύκολα επειδή ο Περιστέρης ήταν βασικό στέλεχος της δισκογραφικής εταιρίας Odeon/Parlophone, στην οποία η Ρένα ανήκε ήδη από την αρχή της καριέρας της το 1940 και στην οποία επανήλθε όταν επέστρεψε από την Αμερική, κι έτσι της έδωσε την ευκαιρία να ηχογραφήσει αυτά τα δύο τραγούδια (ίσως κάτι παρόμοιο να ίσχυσε και για τη συνεργασία του συνθέτη με την Άννα και τη Μαρία Καλουτά, οι οποίες ηχογράφησαν το 1950 το τραγούδι του "Έτσι μ' αρέσει η ζωή", σε στίχους Μίνωα Μάτσα). Κάτι που αξίζει να σημειώσουμε για τις περιπτώσεις που κάποιες φωνές του ελαφρού τραγουδούν λαϊκά ή ρεμπέτικα τραγούδια, πέρα από το ενδιαφέρον που παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουν τα κομμάτια (και πρέπει να πούμε ότι η Ρένα πείθει απόλυτα ως λαϊκή τραγουδίστρια, ειδικά στο "Πώς μπόρεσε η καρδούλα σου"), είναι το ότι έχουμε τη σπάνια ευκαιρία να ακούσουμε τις φωνές αυτές να εκφέρουν λέξεις που δεν χρησιμοποιούνταν ποτέ σε ελαφρά τραγούδια. Έτσι η Ρένα στα τραγούδια αυτά λέει τις λέξεις "γκόμενες", "τουμπεκί", "κοκορέτσι", λόγια που πολύ δύσκολα θα ακούγαμε από τραγουδίστρια του ελαφρού (ίσως σε κωμικά επιθεωρησιακά νούμερα μόνο....)
Η Ρένα Βλαχοπούλου σε εξώφυλλο παρτιτούρας του 1953
Ένας ακόμα λόγος για τον οποίο στέκομαι στα δύο τραγούδια του Σπύρου Περιστέρη είναι οι "αυτοβιογραφικοί" στίχοι που τραγουδά η Ρένα Βλαχοπούλου. Η αυτοαναφορικότητα χαρακτήριζε σε μεγάλο βαθμό τους ρόλους αλλά και τα τραγούδια της Ρένας Βλαχοπούλου από τον καιρό που άρχισε να εμφανίζεται ως ηθοποιός (από το 1954 δηλαδή). Ίσως η αμεσότητα ως βασικό στοιχείο του υποκριτικού της κώδικα ενέπνεε (και ενδεχομένως διευκόλυνε ή και βόλευε) τους συγγραφείς να της γράφουν νούμερα και ρόλους που περιείχαν πολλά αυθεντικά στοιχεία της προσωπικότητάς της. Ταυτόχρονα, τα τραγούδια της (τόσο αυτά που προέρχονταν από ταινίες ή θεατρικά έργα όσο και τα αυτόνομα δισκογραφημένα τραγούδια) περιείχαν στοιχεία που θύμιζαν τον τρόπο που σκέφτεται και ζει (και μου έρχονται στο μυαλό κυρίως τα τραγούδια που αφορούσαν την ασημαντότητα της βιολογικής ηλικίας ή το ότι "ποτέ δεν είναι αργά" για ν' αγαπήσεις και ν' αγαπηθείς...).
Η Ρένα Βλαχοπούλου επιστρέφει από την Αμερική τον Αύγουστο του 1951.
Φωτογραφία από το βιβλίο του Μ. Δελαπόρτα
Βίβα Ρένα (εκδ. Άγκυρα, 2002)
Ωστόσο το 1951-52 ήταν μάλλον πολύ νωρίς για να εμπνεύσει η Ρένα Βλαχοπούλου αυτοβιογραφικούς στίχους: δεν είχε ακόμα αποκτήσει κάποια υποκριτική περσόνα και δεν ξέρω πόσο γνωστά ήταν τα στοιχεία του χαρακτήρα της ή οι προτιμήσεις της στη μουσική: γιατί αν και ήταν βασική εκπρόσωπος του ξενόφερτου ελαφρού τραγουδιού στην Ελλάδα, η ίδια λάτρευε το λαϊκό τραγούδι και τους ερμηνευτές του. Δεν ξέρω επίσης πότε ακριβώς διαμορφώθηκαν αυτές οι προτιμήσεις της--πριν την Κατοχή; Μετά; Μετά την περιοδεία της στο εξωτερικό; Πάντως ξέρουμε πως ήδη στη δεκαετία του '50 αγαπούσε πολύ τις αντρικές λαϊκές φορές και της άρεσε να τις απολαμβάνει στα νυχτερινά κέντρα. Έτσι, όταν τραγουδά "Βαρέθηκα τα Φάληρα, Γλυφάδα και Εκάλη, κι αν πεις ταβέρνα κοσμική, να μην ακούσω άλλη" μπορούμε ασφαλώς να υποθέσουμε ότι τους στίχους αυτούς τους νιώθει (και επιπλέον διακρίνω και μια κωμική/αυτοσαρκαστική διάθεση--στις κοσμικές ταβέρνες τραγουδούσε η ίδια!--που ως τρόπος έκφρασης τότε θα κρυβόταν μάλλον σε... λανθάνουσα μορφή μέσα της...). Ενώ, όταν την ακούω στην αρχή του "Πώς μπόρεσε η καρδούλα μου" να τραγουδά "Ήμουν στα ξένα κι έλεγα 'αχ πότε να γυρίσω'", δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι έχει επιστρέψει από την Αμερική λίγους μήνες πριν, τον Αύγουστο του 1951. Φυσικά ξέρουμε ότι είχε νοσταλγήσει την Ελλάδα (αυτό το τραγούδησε και σε ελαφρό τραγούδι στη σκηνή του θεάτρου Σαμαρτζή εκείνο το καλοκαίρι!) κι ότι επιπλέον είχε κουραστεί από τους εντατικούς ρυθμούς της Αμερικής. Δεν γνωρίζω βέβαια αν όντως ισχύουν οι υπόλοιποι στίχοι του τραγουδιού αν και νομίζω, κρίνοντας από τα λίγα που η ίδια θέλησε να δημοσιοποιήσει για την προσωπική της ζωή εκείνης της περιόδου, δεν τη δέσμευε πλέον καμιά προσωπική της ιστορία από το παρελθόν...


Η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Γιώργος Μουζάκης το 1952.
Φωτογραφία από το λεύκωμα
Βασικά Θεατής (εκδ. Topos, 2008)
Μετά την κυκλοφορία του δίσκου με τα δυο τραγούδια του Σπύρου Περιστέρη, η Ρένα Βλαχοπούλου δισκογράφησε λίγα τραγούδια λαϊκού χρώματος στην--έτσι κι αλλιώς σχετικά περιορισμένη--δισκογραφία της. Γιατί, παρόλο που ήδη το καλοκαίρι του 1952 τραγουδούσε μαζί με την Καίτη Μπελίντα και τη Μάγια Μελάγια στη σκηνή του Ακροπόλ το αρχοντορεμπέτικο του Γ. Μουζάκη "Της γυναίκας η καρδιά", το πρώτο επίσημο αρχοντορεμπέτικό της ήρθε μόλις το 1954, πρώτα στη σκηνή του θεάτρου Βέμπο και μετά στη δισκογραφία (σε ντουέτο με τον Νίκο Σταυρίδη και τον Πάνο Σάμη αντίστοιχα): το "Άλα πασά μου, κάνε μου τέτοια" που ήταν το διαβατήριό της για τη... χώρα της υποκριτικής έγινε μεγάλη επιτυχία (ενώ σαφώς μικρότερη ήταν, λίγο μετά, το "Άνοιξε γιατρέ την πόρτα" ή άλλα λαϊκότροπα τραγούδια που είπε στα χρόνια του '50 στη σκηνή αλλά όχι σε δίσκους). Τελικά χρειάστηκε να περάσουν περισσότερο από δέκα χρόνια για να συνοδέψει και πάλι μπουζούκι τη φωνή της στη δισκογραφία: αυτό συνέβη μόλις το 1962-63, όταν άρχισε να τραγουδά τα ελαφρολαϊκά τραγούδια του Μίμη Πλέσσα στις ταινίες του Γιάννη Δαλιανίδη με πρώτο--και δημοφιλέστερο--το "Έχω στενάχωρη καρδιά".

Συνηθίζω να κλείνω τις αναρτήσεις μου με τη φράση "πόσο τυχεροί/ές θα ήμασταν αν" η Ρένα είχε κάνει πιο πολλά από αυτό ή πιο πολλά από εκείνο. Όσο κι αν μοιάζει με επαναλαμβανόμενο μοτίβο, πιστεύω ότι είναι πέρα για πέρα αληθινή διαπίστωση που ισχύει για ανθρώπους με τεράστιο και πολύπλευρο ταλέντο οι οποίοι άφησαν ντοκουμέντα αριθμητικώς δυσανάλογα και με τις δυνατότητές τους και με την πολύχρονη πορεία τους. Έτσι, ναι, θα το ξαναπώ: πόσο τυχεροί/ές θα ήμασταν αν η Ρένα Βλαχοπούλου είχε ερμηνεύσει περισσότερα τραγούδια λαϊκών δημιουργών στη δεκαετία του '50 σαν κι αυτά τα δυο κομμάτια του Σπύρου Περιστέρη που ευτυχώς διασώθηκαν και μας υπενθυμίζουν ότι εκτός από Βασίλισσα της Τζαζ η Ρένα Βλαχοπούλου μπορούσε να είναι και μια πολύ καλή λαϊκή τραγουδίστρια!

(Για τη λαϊκή τραγουδίστρια Ρένα Βλαχοπούλου είχα γράψει το 2009 ένα άρθρο στο περιοδικό Όασις του Κ. Μπαλαχούτη. Τώρα που το περιοδικό έχει κλείσει και η ιστοσελίδα του δεν υπάρχει πια, και μέχρι να δημοσιεύσω μια πληρέστερη εκδοχή του που θα περιλαμβάνει και νέα δεδομένα που έχω στο μεταξύ ανακαλύψει, μπορείτε να δείτε εκείνο το κείμενο στην αναδημοσίευση του στην ιστοσελίδα Messolonghi Press!

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

"Κάτι για ποδήλατα" της Δανάης Στρατηγοπούλου

Σήμερα συμπληρώνονται οκτώ χρόνια από τον θάνατο της Δανάης Στρατηγοπούλου, της σημαντικότατης ερμηνεύτριας του ελαφρού τραγουδιού αλλά και ξεχωριστής μεταφράστριας και ποιήτριας. Της "γιαγιάς" Δανάης που σχεδόν μέχρι την τελευταία της μέρα χάριζε απλόχερα στους ανθρώπους γύρω της την αγάπη της, τη σοφία της και την αισιοδοξία της. Αντί για κάποιο δικό μου αφιέρωμα, προτίμησα φέτος να την αφήσω να "μιλήσει" εκείνη, μέσα από το ωραιότερο ίσως πεζό της κείμενο: ένα κείμενο αληθινό και πικρό, γραμμένο για τον άντρα της, τον πρόωρα χαμένο δημοσιογράφο Γιώργο Χαλκιαδάκη--αλλά και τη μοναδική τέχνη της. Αν θέλετε, διαβάστε το, ακούγοντάς τη να τραγουδά το "Έλα για απόψε"... 
Κάτι για ποδήλατα
από το βιβλίο της Δανάης Στρατηγοπούλου Κείμενα σε μικρές και μεγάλες αράδες (εκδόσεις Gutenberg, 1984)

Ήταν το 1950: Εκείνη τη νύχτα φορούσα μια μαύρη τουαλέττα. Μακρυά. Κρατώντας την κιθάρα μου βγήκα στη σκηνή. Η κιθάρα μου είναι μπαστούνι. Ποτέ δεν αφήνω τους άλλους να μου τη φέρνουν όταν έχω βγει στη σκηνή, γιατί τότε μου είναι σχεδόν άχρηστη πια. Το γεγονός ότι θα τραγουδούσα μ' αυτήν είναι άλλου είδους ιστορία. Κανείς ποτέ δεν έμαθε τις μυστικές συναλλαγές που έχω με την κιθάρα μου, τη "σκιά" μου, ως τη στιγμή που αρχίζω να παίζω τις χορδές της και να τραγουδάω. 

Εκείνη τη νύχτα βγήκα στη σκηνή μαζί της. Την είχα πιο ανάγκη από κάθε άλλη φορά. Ήτανε μια μικρή σκηνή πολύ αλλοιώτικη, την αλλοιώτικη εκείνη νύχτα. Ησυχία βάρβαρη, δύστυχα καθίσματα, άγριοι τοίχοι, ξένο ταβάνι, εχθρός πολυέλαιος, μισοσκόταδο πολυτελείας. Όλοι οι ένορκοι και οι ιεροεξεταστές, πρώην τρυφεροί οπαδοί μου (γιατί τους ένιωθα "πρώην";)--με κοίταζαν (όπως πάντα;). Κοίταζα κι εγώ... Η αίθουσα, ο κόσμος, οι ωραίες κυρίες, όλα ήταν, ναι, τι ήταν; Γιατί ήταν έτσι; Ήτανε κάτι σαν ένα κρεβάτι. Ένα τεράστιο κρεβάτι. Στο κεφαλάρι του ξεχώριζαν δύο πελώρια μάτια, ρεμβαστικά, ταλαιπωρημένα, εξαίσια, αγαπημένα μάτια. Τα κοίταξα και τους είπα: ησυχάστε, όλα θα πάνε καλά. Έτσι είπα στα δυο τα μάτια. Και τ' άλλα, στην αίθουσα, τα μικρά, τα πολλά, άπλωσαν τα χέρια τους, πέταξαν, ώσπου χάθηκαν, ώσπου εγώ μπήκα ολόκληρη μέσα σ' ένα τραγούδι που με σήκωσε, με πήρε κι έφυγε, κι έλεγα, κι έλεγα, ελέγαμε, εγώ με το τραγούδι που τραγουδιότανε μόνο του: απόψε βρέθηκα νωρίς νωρίς στην καμαρούλα μου, μην απορείς, έξω βοριάς χαλάζια κεραυνοί, απόψε θα πάρω δυο χιλιάδες μαζεμένες, θα γίνει η εγχείρισή σου, μόνο βάστα, άντεξε ψυχή μου εσύ, και μόλις τελειώσω θα τρέξω στο Γεωργόπουλο, αφού τον διάλεξες, και πρωί πρωί εγχειρίζεσαι, αφού το θες, αφού είσαι σίγουρος ότι αυτό θα σε σώσει, ναι ψυχή μου... ανέλπιστο το ευλογημένο αυτό συμβόλαιο πάνω στην ώρα την κακή που ο γέρος μας πήρε για το νοίκι τις τρεις τελευταίες μας λίρες... ένα μονάχα, μη μου στεναχωριέσαι για τίποτα στον κόσμο, όλα θα τα καταφέρω, όλα, θα κάνω συμβόλαια ένα σωρό, εμφανίσεις έκτακτες, τώρα που το μωρό ξεπετάχτηκε, θα γίνεις καλά. Μόνο τούτη την κρίση ν' αντέξεις... απόψε... αύριο στο υπόσχομαι, εγχειρίζεσαι, θα σωθείς... θα γελάσουμε όλους τους γιατρούς που σου δίνανε μόνο δυο χρόνια ζωή, πριν να παντρευτούμε... όμως βλέπεις; περάσανε τέσσερα... ΤΕΣΣΕΡΑ... και θα περάσουνε κι άλλα πολλά... και θα τραγουδάω κι εσύ θα ζεις ψυχή μου, και θα βλέπω τα μεγάλα, τα γλυκά χρυσοπράσινα μάτια σου τα καθαρά, και τη φωνή σου... και θα καταφέρω να πας στην εξοχή με νοσοκόμα. Το παιδί θα το βολέψω... θα παρακαλέσω την Κατίνα του Μέρτικα που είναι καλή να το φυλάει όσο θα τραγουδάω ή θα μένει σπίτι της και θα το παίρνω το πρωί... μόνο, βάστα απόψε, μην αφήνεις το κουράγιο σου να σβήσει, αφού έχεις εμένα, μ' ακούς; Μ' ακούς; Το κεφάλι μου είναι σαν κόσμος ξεχωριστός που γυρίζει... γυρίζει σα γεμάτος και σαν αδειανός... και γυρίζουνε ήλιοι κι αστέρια, όνειρα πηχτά και άυλα, γυρίζουνε, γυρίζουνε κι αν δεν γίνει κάτι ξαφνικά, κάτι μεγάλο κι αλλοιώτικο δεν θα τελειώσει τούτη μου η περιπέτεια, μη με κοιτάζεις όμως έτσι... έχεις την υπόσχεσή μου πως όλα θα γίνουνε όπως θέλεις εσύ, εξάλλου με ξέρεις, θα κερδίσουμε, θα νικήσουμε μα να, περιμένω τώρα, τούτη δω τη στιγμή να γίνει κάτι σαν κέρδισμα μάχης, μια νίκη που έρχεται... που φτάνει... να... έλα... δεν μπορώ άλλο... απόκαμα... Αααα!!! Τι είναι αυτό... χειροκρότημα... τρόμαξα... γιατί άραγε χειροκροτούν οι τρελοί αυτοί... τι έκανα... τι φωνάζουνε... και τα γκαρσόνια τα μαυροντυμένα και ο γαντοφορεμένος πρίγκηπας μαιτρ του "Ermitage" κι ο Χρήστος ο Κατσίμπας εκεί στο βάθος κι εκείνος χτυπά τα χέρια του γελαστός... Συνέρχομαι... αρχίζω να καταλαβαίνω. Ήμουνα μέσα, ανήκα ολόκληρη σ' εκείνη την υπέροχη στιγμή... την ήξερα καλά... τη γευόμουνα... όλη μου η ζωή ως τότε ήτανε μια αέναη λιγοθυμιά κάτω από χειροκροτήματα κι αγάπη του "κοινού". Του κοινού ΜΟΥ. Μα κείνη τη νύχτα, ήτανε κάτι άλλο. Κι έπρεπε να θυμηθώ καλά. Μια φωνή μου πέταξε: "Ποτέ, Δανάη, δεν το τραγούδησες έτσι το "Έλα γι' απόψε"! Αυτό ήτανε λοιπόν! Ολότελα φευγάτη απ' το χώρο κι απ' το χρόνο, είχα τραγουδήσει ένα ολόκληρο τραγούδι, μεγάλο και δύσκολο, το πιο δύσκολο και πιο οδυνηρό, εδώ πάνω στη σκηνή του Ermitage, ενώ ο Γιώργος... πού ήταν... πώς ήταν ο Γιώργος... συφορά μου... ήταν ολομόναχος με τη μικρή μας Λήδα... και τόσο άρρωστος... με κείνη την υπέροχη μα άρρωστη καρδιά του, γεμάτος αγωνία κι αναμονή... αναμονή για ζωή ή για θάνατο. Κι εγώ; Τι αγώνας ήταν αυτός που έδωσα; Μ' ένα τραγούδι. Και χαμένη μέσα σ' αυτό το τραγούδι η ψυχή μου πάλεψε να νικήσει το θάνατο, για να με κρατήσουνε σε κείνο το υπεροπτικό μαγαζί. Ναι, χρειαζόμουνα τα χρήματα του ακριβού μαγαζιού. Και τραγούδησα... ώστε τραγούδησα... και... πώς... και με κράτησαν εμένα την "αριστερή"... και με πλήρωσαν όλα εκείνα τα χρήματα, και κάθε βράδι για δεκαπέντε μέρες... Κι ο Γιώργος έκανε την εγχείριση, άλλη μια μάχη, έστω για καθυστέρηση του χαμού... Κι ο Γιώργος έζησε άλλα πέντε χρόνια, τι λέω... πεντέμιση. 

Ποιος όμως κέρδισε, ποιος σκότωσε ξανά το θάνατο, ώρα την ώρα, λεφτό το λεφτό, χρόνο το χρόνο; Πώς μπόρεσα και τραγούδησα με τέτοιο πάθος αυτά τα πεντέμιση χρόνια, τι ασθμαίνουσα κι αφρισμένη κι εφιαλτική κούρσα ήταν τούτη; Καμιά ξένη δύναμη δε με βοήθησε. Μια ήταν η δύναμη. Εγώ. Η δύναμή μου, κι ας τραγούδησα όντας απούσα από κει πάνω. Τραγούδησα βέβαια μηχανικά. Μηχανικά; Τι πάει να πει αυτό; Εγώ ήμουνα το "μηχανικά". Το τραγούδι βρήκε από μια γωνιά τού μέσα μου όπου ήταν χαραγμένο και κρυμμένο από άλλες φορές τραγουδισμένο, μα είχε πάνω του το λαχάνιασμα, την ορμή μιας καταιγίδας. Δικιά μου κι η καταιγίδα, και η κατάνυξη που άπλωσε στην πλατεία. Τραγούδαγα και πολέμαγα έναν επερχόμενο αφανισμό. Η ψυχή μου με τις νότες του Χαιρόπουλου πυροβολούσε τον εχθρό που παραφύλαγε τα δυο αγαπημένα μάτια κι η φωνή μου σαν ποτάμι, έπνιξε το Χάρο στ' αλώνι. Και τώρα το ξέρω: τ' αληθινά χτυπήματα δε γίνονται με μηχανές. Ούτε οι νίκες. Άνθρωπος με άνθρωπο μόνο. Ψυχή με ψυχή. Η ψυχή του ποιητή, του τραγουδιστή, του τραμβαγιέρη, του σοφού, του φοιτητή, του ανθρώπου. 

Όλα τούτα μου ξανάρθανε στη θύμηση, μια μέρα, στο Σαντιάγο της γλυκειάς μου Χιλής, που είχα καταφύγει με την Κακή Επταετία, όταν διάβασα στο "Σίγλο", το "Ριζοσπάστη" της Χιλής, πως ένας νεαρός ποδηλάτης δήλωσε ότι θα βάλει τα δυνατά του να ανέβει πρώτος με το ποδήλατο στην κορφή του "Σέρο Σαν Κριστόβαλ" γιατί χρειαζόταν τα χρήματα του έπαθλου για να εγχειρίσει την άρρωστη μητέρα του.
(1972)

Η Δανάη Στρατηγοπούλου, ο σύζυγός της Γιώργος Χαλκιαδάκης
και η κόρη τους Λήδα Χαλκιαδάκη 
Δανάη Στρατηγοπούλου και Γιώργος Χαλκιαδάκης

Δανάη Στρατηγοπούλου και Λήδα Χαλκιαδάκη


Η Δανάη με τη "σκιά" της, την κιθάρα της


Ευχαριστώ από καρδιάς τη Λήδα Χαλκιαδάκη για την παραχώρηση των φωτογραφιών. Διαβάστε ένα εκτενές αφιέρωμα στην αξέχαστη Δανάη εδώ και μια συζήτηση με τη Λήδα εδώ.