Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

Οι "Ήρωες" και "Τα ραδίκια ανάποδα"...

Δεν γράφω πλέον συχνά. Υπάρχουν όμως κάποιες φορές που με αναγκάζω να καθήσω μπροστά στον υπολογιστή και να γράψω λίγες γραμμές για να μεταφέρω όσο μπορώ αποκαλυπτικές στιγμές που έζησα μέσα σε θέατρα. Και τις τελευταίες μέρες αυτό το βίωσα βλέποντας δύο παραστάσεις: τους "Ήρωες" στο Μικρό Παλλάς και "Τα ραδίκια ανάποδα" στο Eliart.

"Ήρωες" (και ηρωίδες!) στο Μικρό Παλλάς

Η πορεία των Ηρώων ξεκίνησε τη σεζόν 2007-08 (εδώ κοκκινίζω...). Έκτοτε το έργο παρουσιάστηκε κι άλλες φορές (άλλοτε στο Μικρό Παλλάς και άλλοτε στο θέατρο Εμπορικόν). Τα κείμενα ανήκουν βασικά στην Ελένη Γκασούκα (που σκηνοθέτησε επίσης την παράσταση) αλλά σε κάποια από αυτά έχει συνεγαστεί και ο Θοδωρής Αθερίδης. Μέσα από αυτά άντρες και γυναίκουν ξετυλίγουν τις προσωπικές τους περιπέτειες, βιώματα καθημερινά, βιώματα που τα έχει σημαδέψει η διαφορετικότητα αυτών των ηρώων και των ηρωίδων, οι εξαρτήσεις τους από ανθρώπους, ουσίες και άλλες "κακές" συνήθειες αλλά και η σκληρή αντιμετώπιση της διαφορετικότητας τους από την κοινωνία που τους/τις περιβάλλει.


Δεν ξέρω αν η Ελένη Γκασούκα θέλει να χαρακτηρίζεται το έργο της επιθεώρηση, αλλά εγώ ως εξέλιξη του επιθωρησιακού είδους το βλέπω. Μια βασική διαφορά από τις παλιές επιθεωρήσεις (τουλάχιστον αυτές που υπηρετούσε η μούσα του blog, γιατί αρκετά νούμερα στις επιθεωρήσεις του Ελεύθερου Θεάτρου, της Ελεύθερης Σκηνής και του Λάκη Λαζόπουλου είχαν αυτό το στοιχείο) είναι ότι τη χαρακτηρίζει από την αρχή ως το τέλος η ενσυναίσθηση για τους χαρακτήρες που παρουσιάζει και συχνά σατιρίζει. Η Γκασούκα και ο Αθερίδης σατιρίζουν τους/τις ήρωες/ηρωίδες αλλά σε καμιά περίπτωση δεν τους/τις κοροϊδεύουν (αυτό ήταν δυστυχώς ένα από τα τρωτά της παλιάς επιθεώρησης): αντίθετα νιώθεις πως τους/τις νιώθουν, τους/τις συμπονούν, τους/τις αγαπούν. Άλλωστε, το έργο δεν έχει αμιγώς πολιτικά νούμερα στα οποία δύσκολα θα μπορούσε κανείς να "μπει στα παπούτσια" των πολιτικών που σατιρίζονται. Συνεπώς, θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχουμε μια σύγχρονη μορφή του επιθεωρησιακού είδους που η θεματολογία της δεν περιορίζεται στην τηλεόραση (άλλη πληγή των περισσότερων επιθεωρήσεων των τελευταίων χρόνων) αλλά παρατηρεί και αναδεικνύει--συχνά πονεμένες--φιγούρες της καθημερινότητας.


Στην παράσταση πρωταγωνιστούν ο Θανάσης Αλευράς, ο Κωνσταντίνος Καΐκης, η Βίκυ Καρατζόγλου, ο Θοδωρής Μαυρογιώργης, η Ματίνα Νικολάου, ο Νικόλας Παπαδομιχελάκης και η Αρετή Πασχάλη. Έχουν ομαδικές εμφανίσεις αλλά και ατομικές. Ξεχώρισα τη Ματίνα Νικολάου που βιώνει το άγχος των like στο Facebook (και τόσα ακόμα άγχη της γενιάς μας), άγχος που κορυφώνεται με την παρωδία σκηνής από την παράσταση της Γκόλφως του Νίκου Καραθάνου και του Εθνικού Θεάτρου. Αλλά και η Αρετή Πασχάλη είναι απολαυστική ως Ρουζίτσα, συνοδός αντρών που κρύβουν επιμελώς την ομοφυλοφιλία τους παρουσιάζοντας μια όμορφη κοπέλα στο πλευρό τους (κείμενο του Αθερίδη). Ο Κωνσταντίνος Καΐκης ξεχωρίζει σε έναν μονόλογο που αφήνει μια τραγική γεύση στο τέλος: είναι ο μικρός Νεκτάριος, το παιδί που βιώνει τη σκληρότητα μιας κοινωνίας που δεν ξέρει πώς να φερθεί σε παιδιά με ειδικές ανάγκες. Αντίστοιχα τραγική γεύση (και το βράδυ που είδα εγώ την παράσταση ήταν τόσο έντονοι και αναπόφευκτοι οι συνειρμοί από τον πρόσφατο χαμό του Βαγγέλη στα Γιάννενα) αφήνει ο μονόλογος του Θανάση Αλευρά για τον γκέι ηπειρώτη. Τραγικότητα που δεν προφταίνει ευτυχώς(?) να σε ρίξει ψυχολογικά γιατί το όλο κλίμα ανατρέπεται με το απολαυστικό τσάμικο των αντρών του θιάσου...


Τον έχω δει αρκετές φορές στο θέατρο τον Θανάση Αλευρά. Από τη Φουρκέτα (πάλι της Ελένης Γκασούκα) μέχρι τις φετινές Καμπάνες του Εντελβάις (του Νίκου Καρβέλα), καταλάβαινα πως βλέπω έναν ηθοποιό με ταλέντο και πολλές δυνατότητες. Αυτό που έζησα όμως βλέποντάς τον στους Ήρωες δεν είχε προηγούμενο. Ένα ταλαντούχο πλάσμα με απιστευτο ρυθμό και ευελιξία στο παίξιμο που κάνει το κοινό να σπαρταράει όταν παρουσιάζει το ατέλειωτο ταξίδι της φυματικής Νατάλια Μπρατούσκα Σεϊτανίδη Αλεξέγιεβα, η οποία αναζητά τη γιατρειά αλλά και τον αγαπημένο της ταξιδεύοντας με τον υπερσιβηρικό. Ο Αλευράς, που άλλωστε στο πρώτο ανέβασμα της παράστασης το 2008 τιμήθηκε με το βραβείο Δημήτρης Χορν--βραβείο που σπάνια δίνεται σε ηθοποιό για την ερμηνεία κωμικού ρόλου--απογειώνει ολόκληρη την παράσταση με τις ερμηνείες του και οι θεατές παραληρούν.




Και ανάμεσα στα νούμερα, τα τραγούδια--η μουσική επιμέλεια έγινε από τον Πάνο Σουρούνη: τραγούδια που άλλοτε ερμηνεύονται τρυφερά κι άλλοτε πέφτουν θύματα της σάτιρας των Ηρώων. Κάποια από αυτά είναι καινούρια (γραμμένα από τους Γρηγόρη Πετράκο-Νίκο Μωραΐτη, Μπάμπη Βαρθακούρη, Χάρη Καφετζόπουλο-Θοδωρή Μαυρογιώργη) και άλλα μάς συντροφεύουν από την παιδική μας ηλικία όπως το "Σήμερα", το "We are the world" αλλά και το "What a wonderful world" (και εδώ ο Rena Fan πάντα συγκινείται, γιατί θυμάται Εκείνη...). Το μουσικό αποτέλεσμα οφείλει πολλά στους επί σκηνής μουσικούς: τον πιανίστα Χρίστο Θεοδώρου σε ρόλο μαέστρου, τον Κωνσταντίνο Βήχο, τον Λάμπρη Κουντουρογιάννη και τον Σπύρο Καραμήτσο. Το τραγουδιστικό μέρος της παράστασης έχουν αναλάβει κυρίως ο Θοδωρής Μαυρογιώργης και η Βίκυ Καρατζόγλου--αλλά ο Αλευράς με τον Καΐκη ασχολούνται επίσης με το τραγούδι στο ντουέτο τους που σατιρίζει τις ακρότητες των σύγχρονων στίχων.


Η ορχήστρα των Ηρώων (φωτογραφία από το blog του Πιτσιρίκου)

Μετά από αλεπάλληλες παρατάσεις, οι Ήρωες ολοκληρώνουν τις παραστάσεις τους στο Μικρό Παλλάς απόψε. Εύχομαι όταν τελειώσουν οι υποχρεώσεις του Αλευρά στον Βυσινόκηπο του Τσέχωφ (που θα ανέβει μετά το Πάσχα στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών), η παράσταση να συνεχιστεί και να ταξιδέψει και στη Θεσσαλονίκη όπως είχε αρχικά ακουστεί. Αλλά για καλό και για κακό, τρέξτε απόψε στο Μικρό Παλλάς να τους προλάβετε...


"Τα ραδίκια ανάποδα" στο Eliart

Και αυτό το έργο ξεκίνησε την πορεία του πριν από τρεις σεζόν (και πάλι κοκκινίζω...). Πρόκειται για μια... "κωμωδία επί 13". Δεκατρείς μικροί επικήδειοι, αριστοτεχνικά γραμμένοι και ερμηνευμένοι από τον Γιώργο Γαλίτη, αρκετοί από τους οποίους θα μπορούσαν να έχουν σταθεί ως αυτόνομα επιθεωρησιακά νούμερα (ένας από αυτούς μάλιστα, όπως με πληροφόρησε ο ραδιοφωνικός παραγωγός και φίλος του blog Σιδερής Πρίντεζης, πρωτοπαρουσιάστηκε ως νούμερο της επιθεώρησης Το πα...τρίς εξαμαρτείν πριν από μερικά χρόνια). Και εδώ η συγγραφική ματιά διαθέτει ενσυναίσθηση... Έχω την αίσθηση πως ο Γαλίτης μπαίνει στη θέση των ηρώων του, ακόμα κι όταν τους στηλιτεύει για τις συμπεριφορές τους. 


Τον Γαλίτη τον ξέρω χρόνια ως έναν πολύ καλό κωμικό, με φινέτσα και λάμψη. Τον έχω δει σε κωμωδίες και σε επιθεωρήσεις (πιο πρόσφατα στο Τι βουλή θα παραδώσεις μωρή) όπου πάντα ξεχώριζε με την ερμηνεία του, ενώ συχνά συνεργαζόταν και στη συγγραφή των κειμένων. Στη σκηνή του Eliart όμως, το συγγραφικό και το υποκριτικό του ταλέντο με συνεπήρε. Από τον πρόλογο της παράστασης, όπου απολαυστικά προειδοποιεί τους θεατές για τους ήχους που εκνευρίζουν τους/τις ηθοποιούς (αλλά και τους άλλους θεατές θα πρόσθετα--και μακάρι να είχε σκεφτεί να συμπεριλάβει και τον ήχο των κομπολογιών...) μέχρι και τον τελευταίο επικήδειο του έργου, ο Γαλίτης δείχνει πως διαθέτει μια σπάνια κωμική φλέβα, από εκείνες που νιώθει κανείς να χτυπούν στα μηνίγγια έτοιμες να εκραγούν. Έχει όμως και σπάνιο μέτρο που του επιτρέπει να ελέγχει τις κωμικές του εκρήξεις.


Θα μπορούσα να ξεχωρίσω αρκετούς από τους 13 επικήδειους, με κίνδυνο όμως να αδικήσω τους υπόλοιπους. Αλλά ο Μάγειρας, ο Χειρουργός και ο Γιώργης είναι σίγουρα στιγμές ανθολογίας για μένα. Ειδικά ο Γιώργης έχει να πει πολλά σε κάποιον/αν που έχει υπάρξει μέλος κατά καιρούς πολιτιστικών συλλόγων ή θεατρικών ομάδων της επαρχίας. Πραγματικό συγγραφικό και υποκριτικό διαμάντι. Αλλά και ο Κρητικός λυράρης, ο Μητροπολίτης, ο Στρατηγός, η Τζένη Χατζηρουμπάνογλου, όλοι τους έχουν τη δική τους γοητεία. Παλεύουν με τον εσωτερικό τους κόσμο, προσπαθούν να δικαιώσουν τις υποκριτικές τους συμπεριφορές, κάποιες φορές με τρόπο συγκινητικό.


Ο Rena Fan βρήκε και πάλι αφορμή για να θυμηθεί τη μούσα του, καθώς στον έμμετρο επικήδειο του Αρτέμη ο Γαλίτης παρωδεί ένα δίστιχο από το τραγούδι "Έχω στενάχωρη καρδιά". Ο Γαλίτης όμως μου θύμισε τη Ρένα Βλαχοπούλου και στους τρόπους με τους οποίους επικοινωνούσε με το κοινό τις στιγμές που το προέβλεπε ο σχετικός... επικήδειος αλλά και άλλες, φευγαλέες στιγμές, όταν κάποιος θεατής τού έδινε το κατάλληλο ερέθισμα με τις αντιδράσεις του (ή την έλλειψη... αντιδράσεων, όπως συνέβη με έναν θεατή το βράδυ που ήμουν εγώ στο Eliart).


Τα κείμενα του Γαλίτη ξεχειλίζουν από χιούμορ, αλλά όπως και η ερμηνεία του, δεν χάνουν ποτέ το μέτρο. Ο ίδιος λάμπει μέσα στο τόσο σκοτεινό περιβάλλον που επιβάλλει το θέμα του έργου του. Κι όπως λάμπει ο ίδιος σ' αυτό το σκηνικό σκοτάδι, έτσι κι οι επικήδειοί του είναι "άστρα κατάφωτα" μες στο επικίνδυνο σκοτάδι της εποχής μας, όπως σημειώνει ο ποιητής Σωτήρης Κακίσης, φίλος του Γαλίτη, αλλά και του blog (στην ιστοσελίδα www.andro.gr αλλά και στο επίμετρο του βιβλίου--εκδόσεις Βακχικόν--που περιλαμβάνει το έργο και μερικούς ακόμα επικήδειους ως... "πόνους tracks!"). Ο Γιώργος Γαλίτης είναι, σύμφωνα με τον Κακίση "υγεία ιδιαίτερη μες στα εξευτελιστικά νέα ελληνικά δεδομένα χωρίς ούτ' ένα χτύπημα κάτω από τη μέση του θεατή, χωρίς ούτε μια ευκολία, χωρίς ούτε μια στιγμή ευτέλειας". Πραγματικά, πόσο σπουδαίο έργο θα επιτελούσε σήμερα η παρουσία ενός επιθεωρησιακού είδους που θα διέθετε αυτά τα χαρακτηριστικά--ίσως μάλιστα αν τα διέθετε και παλιότερα, η επιθεώρηση να μην είχε παρακμάσει τόσο άδοξα...



Συνυπεύθυνος με τον Γαλίτη για το αποτέλεσμα στη σκηνή του Eliart είναι ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης που σκηνοθέτησε την παράσταση. Ιδιαίτερα γοητευτική είναι και η σκηνογραφική ιδέα που ανήκει στον ίδιο τον Γαλίτη. Δεκατρείς επίπεδες ανθρώπινες φιγούρες τον περιμένουν στη σκηνή. Πίσω από κάθε φιγούρα βρίσκονται τα ρούχα και τα αξεσουάρ που χρησιμοποιεί ο Γαλίτης για να ζωντανέψει τον κάθε ήρωά του. Και αφού τελειώσει, ντύνει με τα ρούχα και τα αξεσουάρ την κάθε φιγούρα που μοιάζει να έχει πλέον ζωντανέψει και να τον παρατηρεί μέχρι το τέλος της παράστασης σαν ζωντανή ανάμνηση του κάθε ήρωα/της ηρωίδας...



Παρόλο που έμαθα ότι τα Ραδίκια θα παίζονται και του χρόνου, σας προτείνω να δείτε οπωσδήποτε κάποια από τις δυο τελευταίες παραστάσεις αυτής της σεζόν στη σκηνή του Eliart, το Σάββατο στις 20.13(sic!) και την Κυριακή στις 18.13(sic!). Θα κλείσω την ανάρτηση και πάλι με λόγια του Σωτήρη Κακίση που λέει ότι δεν χορταίνει να βλέπει την παράσταση γιατί, όπως γράφει, στην εποχή μας: 
μου λείπει πολύ αυτή η ικανοποίηση, η απόλαυση στρόγγυλων και καθαρών πραγμάτων, τα υπέροχα σημεία συνενοχής του κοινού μ' έναν μεγάλο κωμικό ξανά.
Γιατί κι εγώ πρόλαβα μικρός κι είδα στο θέατρο, στα Ακροπόλ, επί σκηνής και Αυλωνίτη, και Χρήστο Ευθυμίου, και Σταυρίδη, και Βλαχοπούλου, και Χατζηχρήστο. Και Βέγγο, βέβαια, παντού και πάντα απίστευτο, σαν γαλαξία φωτιάς εκεί πάνω ολόγλυκα συγκινητικό.

Κι ο Rena Fan νιώθει τυχερός επειδή έζησε τη Βλαχοπούλου και τον Βέγγο πάνω στο σανίδι αλλά και επειδή σήμερα μπορεί να χαίρεται και τον πραγματικά σπουδαίο κωμικό Γιώργο Γαλίτη... 

(Οι φωτογραφίες των Ηρώων είναι του Γιώργου Καλφαμανώλη. Οι φωτογραφίες της παράστασης Τα ραδίκια ανάποδα προέρχονται από την ιστοσελίδα www.galitis.blogspot.gr)

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

Έξι χρόνια χωρίς τη Δανάη Στρατηγοπούλου

Συμπληρώθηκαν σήμερα έξι χρόνια από τον θάνατο της Δανάης Στρατηγοπούλου. Της αγαπημένης μας "γιαγιάς" Δανάης, που διέθετε σπάνια φωνή, ξεχωριστή μουσική προσωπικότητα, πλούσια παιδεία, ιδιαίτερη γραφή και ατέλειωτη αγάπη για τα νιάτα, την ομορφιά, τη ζωή.


Η προσφορά της Δανάης Στρατηγοπούλου φαίνεται πως δεν παύει να αποτελεί αντικείμενο μελέτης και βέβαια θαυμασμού. Τα τραγούδια της ακούγονται πάντα, η ζωή της έγινε παράσταση που γνώρισε επιτυχία εμπορική (αν και το καλλιτεχνικό της αποτέλεσμα δεν με ικανοποίησε), οι μεταφράσεις της είναι κλασικές, η ποίηση και τα γραπτά της της αναζητούν μάλλον λίγη παραπάνω προσοχή... Το "σκεπτόμενο αίσθημά της" (φράση της κόρης της, Λήδας Χαλκιαδάκη) είναι εδώ: μας ποτίζει με την ομορφιά του αλλά και μας παρακινεί με τη σοφία του.


Για άλλη μια φορά θα αναρτήσω εδώ την απαγγελία ενός ποιήματός της από την ίδια. Νιώθω περήφανος που κατέγραψα με το ερασιτεχνικό μου κασετοφωνάκι αυτή τη σπάνια στιγμή της μεγάλης Δανάης όταν τον Αύγουστο του 2000, στη δύση της ζωής της θέλησε να κλείσει όλους τους ανθρώπους που αγάπησε σε λίγους στίχους: "Το τελευταίο μου ποίημα" ξεσήκωσε θύελλα χειροκροτημάτων στον Άη-Νικόλα της Ραφήνας, στη διάρκεια μιας μουσικοποιητικής βραδιάς που επιμελήθηκε η Λήδα Χαλκιαδάκη: η 87χρονη Δανάη, ντυμένη με μια ωραία τουαλέτα, με μαλλιά "σαν της Μέδουσας" λόγω του αέρα (όπως είχε πει η ίδια--δεν της έλειπε ποτέ ο αυτοσαρκασμός) συγκίνησε το κοινό (γείτονές της οι περισσότεροι/ες αλλά και φίλοι/ες από όλη την Ελλάδα) με λίγους ανθρώπινους, απλούς και γι' αυτό συγκινητικούς στίχους... Η κόρη της, τα εγγόνια της, η ανάμνηση του άντρα της, οι έγνοιες της, οι αγάπες της, η καθημερινότητά της. Ήταν σπάνιο το χάρισμα της Δανάης να αναδεικνύει ποιητικά την καθημερινότητα--όπως ακριβώς αναδείκνυε μουσικά τα αισθήματα των στίχων που ερμήνευε--κι αυτό ίσως θα'πρεπε να το αναδείξουμε λίγο περισσότερο στο μέλλον...


Προς το παρόν όμως, ας αφεθούμε στη μαγεία του μουσικού της κόσμου, που τις πόρτες του μάς άνοιγε διάπλατα για να χαθούμε στα μονοπάτια του και στις εικόνες του.


Κυρία Δανάη Στρατηγοπούλου, σας ευχαριστούμε για όλα!


(Διαβάστε εδώ μια αρκετά εκτενή ανάρτηση του Rena Fan για τη ζωή και το έργο της Δανάης Στρατηγοπούλου)

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Μάγια Μελάγια

Το 2014 φεύγει παίρνοντας μαζί του ένα από τα τελευταία στελέχη του παλιού μουσικού θεάτρου και του ελαφρού τραγουδιού. Η Μάγια Μελάγια, εκρηκτική τραγουδίστρια της επιθεώρησης και της πίστας στα χρόνια του '50 και του '60, πέθανε χτες στα 86 της χρόνια.

 

Η Μελάγια ήταν τρίτη ξαδέλφη της Ρένας Βλαχοπούλου (αν θυμάμαι καλά, η γιαγιά της Μάγιας και  ο παππούς της Ρένας ήταν πρώτα ξαδέλφια) αλλά κυρίως υπήρξε φίλη της και συνεργάτιδά της σε δυο διαφορετικές περιόδους της καριέρας της. Επτανησιώτισσες και οι δυο, τις ένωνε το ταπεραμέντο, το χιούμορ και η αγάπη για τη μουσική, αλλά σαφώς το στυλ τους ήταν διαφορετικό: η Μελάγια ήταν στα χρόνια του '50 ένα sex symbol, το αντίπαλον δέος της Ζωζώς Σαπουντζάκη στην πίστα. Μάλιστα, την εποχή που η Σαπουντζάκη ήταν γνωστή ως "Βασίλισσα της Νύχτας", η Μάγια χρίστηκε από τον συνάδελφό της Τώνη Μαρούδα "Αυτοκράτειρα της Νύχτας"--τίτλος που την έκανε να ξεκαρδίζεται στα γέλια και να αυτοσαρκάζεται...

φωτογραφία από τον δίσκο Μάγια Μελάγια, ο θρύλος (Έβδομη διάσταση, 1994)

Το ξεκίνημα...
Η Μάγια Μελάγια γεννήθηκε πιθανότατα το 1928. Το πραγματικό της όνομα ήταν Μελπομένη Τσιριγώτη. Ζούσε με τη μητέρα της και τη μικρότερη αδελφή της σε μια αυλή απέναντι από το Στάδιο. Εκεί στην αυλή τραγουδούσε μαζί με άλλα κοριτσόπουλα της γειτονιάς και κάποια μέρα στο τέλος της Κατοχής, το καλοκαίρι του 1944, την άκουσε μια γειτόνισσα που ήταν μητέρα του Βέρειου, του επιχειρηματία του βαριετέ Πεύκα, και είχε συνεπώς μια κάποια γνώση του καλλιτεχνικού κόσμου. Η κυρία Βερείου είπε λοιπόν στην κυρία Τσιριγώτη:

--Κυρία Μαρία, η κορούλα σας έχει ωραία φωνή, δεν τη στέλνετε στα ταλέντα;
--Τι είν' αυτό;
--Να, διαγωνισμός ταλέντων, πού ξέρεις, μπορεί να έρθει πρώτη!"
--Έχει και λεφτά;
--Αν βγει πρώτη, έχει και λεφτά

Και έτσι, η νεαρή Μελπομένη πήρε μέρος στον εβδομαδιαίο διαγωνισμό των ταλέντων στο άλλο μεγάλο βαριετέ της εποχής, την Όαση. Τραγούδησε το "Αχ βρε γκρινιάρικο, παραπονιάρικο, μόνο η κακία θα σου μείνει..." και από το τρακ ξεχνά τα λόγια και βάζει τις φωνές στην κυρά-Μαρία: "Μαμά, μαμά, τα λόγια ξέχασα!" Κι όμως, ήρθε πρώτη! "Στους στραβούς ο μονόφθαλμος" αστειευόταν η ίδια το 1985 στη συνέντευξη που έδωσε στη Σπεράντζα Βρανά (για το βιβλίο Επιθεώρηση, καψούρα μου). Πάντως πέρα από τον αυτοσαρκασμό, η Βρανά γράφει πως η Μελάγια δεν είχε ποτέ επίγνωση της αξίας της, όχι μόνο την εποχή που ξεκίνησε αλλά και την εποχή που μεσουρανούσε στη νυχτερινή Αθήνα. Ίσως γιατί, όπως έλεγε, ποτέ δεν είχε σκεφτεί να γίνει επαγγελματίας τραγουδίστρια. Ήθελε να τελειώσει το σχολείο και να βρει ένα καλό παιδί να παντρευτεί...




Μετά την πρωτιά στον διαγωνισμό λοιπόν, η Μάγια προσλαμβάνεται για να ανοίγει το πρόγραμμα της Όασης. Μεροκάματο 5 (δραχμές, χιλιάδες ή εκατομμύρια λόγω του πληθωρισμού; ούτε κι η ίδια δεν θυμόταν) που πότε το έπαιρνε, πότε δεν το έπαιρνε... Μετά την Όαση φεύγει για τουρνέ με τον Φίλωνα Αρία ως Μάνια Τσιριγώτη. Στη συνέχεια ακολουθεί άλλη μια τουρνέ με τον Ορέστη Λάσκο που γίνεται ο νονός της. Μέσα στο λεωφορείο που τους πήγαινε σε κάποια πιάτσα της λέει:  "Δεν είναι όνομα αυτό, ρε παιδί μου, για τραγουδίστρια, είσαι πολύ όμορφη και πρέπει όμορφο να'ναι και το όνομά σου. Το βρήκα! Μάγια Μελάγια!" Το μάγια σημαίνει στα αιγυπτιακά νερό και το μελάγια είναι ένα είδος μαντιλιού που φορούν οι Αιγύπτιες στο κεφάλι. Με αυτή την αιγυπτιακή λοιπόν αύρα αρχίζει η νεαρή τραγουδίστρια να ανεβαίνει τα σκαλιά της επιτυχίας.

Φωτογραφία από το πρόγραμμα της παράστασης Χαρούμενη Ελλάδα 
του θεάτρου Παπαϊωάννου (χειμώνας 1948-49)

Την πρώτη της επίσημη αθηναϊκή εμφάνιση ως ρομαντζιέρα την πραγματοποίησε το καλοκαίρι του 1947 στο θέατρο Λυρικόν της Γ΄ Σεπτεμβρίου αντικαθιστώντας τη Σοφία Βέμπο στον θίασο των Άσσων (Μαυρέας-Μακρής-Κοκκίνης-Φιλιππίδης-Αυλωνίτης) που είχε τον χειμώνα παρουσιάσει στο Κεντρικόν τη μεγάλη επιθεωρησιακή επιτυχία Ελλάδα μου, κουράγιο! Αν και δεν έχω διασταυρώσει ακόμα την πληροφορία ότι η Μελάγια αντικατέστησε τη Βέμπο σε ήδη παιζόμενο έργο του θιάσου, μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι είναι η τραγουδίστρια της επιθεώρησης Να τι θέλει ο λαός που ανεβαίνει στο Λυρικόν τον Μάιο του 1947. Η νεαρή τραγουδίστρια ξεχωρίζει αμέσως και κερδίζει κολακευτικές κριτικές παρόλο που έχε κληθεί να αντικαταστήσει το μεγαθήριο Βέμπο. Αμέσως της γίνονται προτάσεις για εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα και ξεκινά από ένα κοσμικό κέντρο της Κηφισιάς για να συνεχίσει τον χειμώνα του 1947-48 στο Χάνι του Γιούλη της οδού Κεφαλληνίας--κέντρο στο οποίο σύχναζε ο καλλιτεχνικός κόσμος της εποχής.
Στο θέατρο Παπαϊωάννου, μάλλον το φθινόπωρο του 1948. 
Η Μάγια Μελάγια πρώτη από δεξιά. Διακρίνονται ακόμα η Πόπη Άλβα, 
η Μπέμπα Δόξα, η Νανά Γκάτση και η Σπεράντζα Βρανά. 
Φωτογραφία από το βιβλίο της Σπ. Βρανά Τολμώ (εκδ. Εξάντας)

Το καλοκαίρι του 1948 η Μελάγια είναι η τραγουδίστρια του θεάτρου Σαμαρτζή όπου παρουσιάζεται η επιθεώρηση Γαλάζιες φλόγες με τον Αλέκο Λειβαδίτη και τον Κούλη Στολίγκα και από εκεί περνάει στις θεατρικές επιχειρήσεις του Βασίλη Μπουρνέλλη όπου παραμένει με μικρά διαλείμματα μέχρι το 1954: Θέατρο Παπαϊωάννου τον χειμώνα, θέατρο Ακροπόλ το καλοκαίρι. Τίτλοι επιθεωρήσεων στις οποίες τραγουδούσε αλλά έπαιρνε μέρος και σε ομαδικά νούμερα ή στο φινάλε: Γελάτε χωρίς βέτο, Θέλω να χορεύω, Χαρούμενη Ελλάδα, Δώδεκα και πέντε, Τριάντα το δολλάριο. Στις επιχειρήσεις του Μπουρνέλλη γνωρίζεται με τη Σπεράντζα Βρανά και τις συνδέει μια στενή φιλία μέχρι τον θάνατο της Σπεράντζας το 2009. Εκεί επίσης συνδέεται ερωτικά και με τον συνθέτη Γιώργο Μουζάκη και ζουν έναν παθιασμένο έρωτα που κρατά αρκετά χρόνια αλλά περιορίζει και κάπως τις επαγγελματικές της επιλογές (ίσως επειδή ο συνθέτης τη ζήλευε). Εκεί όμως θα συνεργαστεί για πρώτη φορά και με τη Ρένα Βλαχοπούλου.

Η διανομή της επιθεώρησης Χαρούμενη Ελλάδα. Βλέπουμε ότι η Μάγια Μελάγια 
τραγουδά δυο τραγούδια πριν το φινάλε της παράστασης
 ("(Δεν) θέλω" και "Πώς μ' έχεις μπλέξει")
 αλλά παίζει και στο νούμερο "Γεγονότα στην Κίνα" μαζί με τον Κώστα Δούκα 
(με αναφορές στην Κίνα αλλά και στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο...)

Τραγούδι του Κώστα Γιαννίδη από την επιθεώρηση Δώδεκα και πέντε 
της τριάδας που από όσο γνωρίζω δεν δισκογραφήθηκε με τη φωνή της Μάγιας Μελάγια


Ο θίασος του Ακροπόλ το καλοκαίρι του 1952: 
η Μάγια Μελάγια διακρίνεται στην κάτω σειρά, πέμπτη από δεξιά. 
Η Ρένα Βλαχοπούλου στην επάνω σειρά, τρίτη από αριστερά.
(φωτογραφία από το βιβλίο της Σπ. Βρανά Τολμώ, εκδ. Εξάντας, 1981)

Οι μεγάλες επιτυχίες
Το καλοκαίρι του 1952 στο θέατρο Ακροπόλ ανεβαίνουν οι επιθεωρήσεις Η βασίλισσα της νύχτας και Να τι θα πει Αθήνα των Γιώργου Ασημακόπουλου-Βασίλη Σπυρόπουλου-Παναγιώτη Παπαδούκα με μουσική του Γιώργου Μουζάκη. Επικεφαλής του θιάσου οι Καίτη Ντιριντάουα, Βασίλης Αυλωνίτης, Ρένα Ντορ, Κούλης Στολίγκας, Μπέμπα Δόξα και Γιώργος Γαβριηλίδης. Ανερχόμενα στελέχη του η Σπεράντζα Βρανά, ο Νίκος Ρίζος κι ο Νίκος Βασταρδής. Τραγουδίστριες του θιάσου η Ρένα Βλαχοπούλου, η Καίτη Μπελίντα και η Μάγια Μελάγια, οι οποίες πέρα από τα τραγούδια που ερμηνεύουν ξεχωριστά έχουν και μια κοινή εμφάνιση: στην επιθεώρηση Να τι θα πει Αθήνα η Ρένα και η Μπελίντα τραγουδούν ντυμένες σαν σιορ Διονύσιος και Αντζουλίνα τραγουδούν ντουέτο (πιθανότατα το τραγούδι του Μουζάκη "Αυτός ο έρωτας" και αμέσως μετά εμφανίζεται η Μελάγια και οι τρεις τους τραγουδούν το περίφημο αρχοντορεμπέτικο "Βρε παιδιά, δεν έχει μπέσα της γυναίκας καρδιά".

Βλαχοπούλου-Μπελίντα-Μελάγια τραγουδούν "Της γυναίκας η καρδιά" στο Ακροπόλ, 
το 1952. Φωτογραφία από το βιβλίο του Μ. Δελαπόρτα Βίβα Ρένα (Άγκυρα, 2002)



Με αυτό το τραγούδι ξεκινά μια χαριτωμένη σχέση ανάμεσα στη Ρένα και τη Μελάγια: η Μάγια περνά στη δισκογραφία τραγούδια που η Ρένα τραγουδά στη σκηνή. Έτσι μετά το "Της γυναίκας η καρδιά" που κυκλοφορεί σε δίσκους με τη Μελάγια (αλλά και την Μπελίντα), η Μελάγια ηχογραφεί το περίφημο μπιγκίν "Σ' αγαπώ τόσο πολύ" που τραγουδούσε η Ρένα στη σκηνή του Ακροπόλ, στην ίδια εκείνη επιθεώρηση. Και στα κατοπινά χρόνια θα συμβεί αυτό με άλλες δυο επιτυχίες της Ρένας: η Μάγια θα δισκογραφήσει και το ιστορικό "Κάνε μου τέτοια" του Μ. Θεοφανίδη (που η Ρένα τραγουδούσε στην επιθεώρηση του Βέμπο Σουσουράδα το 1954 και που ευτυχώς το ηχογράφησε και η ίδια σε δίσκους) και την υπέροχη "Παλιά γειτονιά" του Μουζάκη (που η Ρένα τραγουδούσε στην επιθεώρηση του Ακροπόλ Τζώννηδες και κάου-μπόυ τη σεζόν 1955-56 και δυστυχώς σήμερα διασώζεται με τη φωνή της Ρένας μόνο μισό χάρη στα αρχεία του παλιού ΕΙΡ). Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι γιατί η Ρένα δεν δισκογράφησε τα δυο τραγούδια του Μουζάκη: ίσως να είναι θέμα εταιριών (Μουζάκης και Μελάγια ηχογραφούν πιο συχνά στην Columbia) αλλά ίσως ο συνθέτης να προτιμούσε η Μελάγια ως αγαπημένη του, αλλά και  ως στενή του συνεργάτιδα στα κέντρα, να ηχογραφεί τα δικά του τραγούδια. 


Έτσι στη δισκογραφία της (περισσότερα από 40 τραγούδια στις 78 στροφές) κυριαρχούν οι συνθέσεις του Γιώργου Μουζάκη: "Θέλω να τα σπάσω", "Κοίτα ρε τι έπαθα", "Το μονοπάτι" (που πρωτοτραγούδησε η Μπελίντα στο θέατρο), "Χειμώνιασε, χειμώνιασε", "Είχαμε πει πως θα γεράσουμε μαζί", "Αντίο" (ντουέτο με τον Νάσο Πατέτσο), "Τα πιο όμορφά μας χρόνια" (ντουέτο με τον Σώτο Παναγόπουλο), "Η βαλίτσα", "Αυτό το μάμπο" (τα δύο τελευταία πρωτοτραγούδησε φυσικά η Σπεράντζα Βρανά στην ταινία Η ωραία των Αθηνών), "Δώσε" (που επίσης λάνσαρε η Βρανά στο θέατρο), ενώ γνωρίζει επιτυχία και με συνθέσεις του Μιχάλη Σουγιούλ ("Αδύνατον να κοιμηθώ", "Σ'αγαπώ και σε μισώ", "Ο καφές"), του Τάκη Μωράκη ("Όλα σπάστα και αγάπα με"), του Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου ("Άλα της", "Η φτωχοκάμαρη", "Βραδιάζει"). Η Μελάγια είναι επίσης από τις λίγες τραγουδίστριες του ελαφρού τραγουδιού που δούλεψε στα μέσα της δεκαετίας του '50 και με έναν εκπρόσωπο του λαϊκού τραγουδιού, τον Μανώλη Χιώτη: ηχογράφησε μαζί του τα τραγούδια "Σκότωσέ με", "Πολλές φορές", "Είναι αργά", "Να γλιτώσουμε κι οι δύο", "Είναι αργά", και "Ζιγκουάλα" (αργότερα, στα χρόνια του '60, ηχογράφησε στη Νότιο Αφρική κάποια ακόμα λαϊκά τραγούδια των Βασίλη Τσιτσάνη, Γιώργου Κατσαρού και Τόλη Βοσκόπουλου, τα οποία κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα το 1988 και το 1994). Και βέβαια, στα χρόνια του '50, όπως και άλλα μεγάλα ονόματα του ελαφρού τραγουδιού, η Μάγια Μελάγια ηχογραφεί τραγούδια και στους ραδιοθαλάμους του ΕΙΡ, τόσο τραγούδια που έχει τραγουδήσει η ίδια σε δίσκους ("Δώσε") αλλά και επιτυχίες άλλων συναδέλφων της (μεταξύ άλλων τα "Πού θα με πας" και "Το καουμποϊκό" του Μουζάκη και ένα ντουέτο με τη Λάουρα, το "Μόνον εσύ" του Τάκη Μωράκη).

Άλλο ένα τραγούδι που δεν έχει ηχογραφηθεί "Η καφετζού": ο Κώστας Κοφινιώτης 
και ο Γιώργος Κατσαρός το εμπνεύστηκαν από την ομότιτλη ταινία με τη Γεωργία Βασιλειάδου στην οποία και το αφιερώνουν. 

Μετά τις επιχειρήσεις του Μπουρνέλλη (από τις οποίες λέγεται πως έφυγε γιατί δημιουργήθηκε μια παρεξήγηση με την Καίτη Μπελίντα που τότε ήταν η ευνοούμενη του παντοδύναμου επιχειρηματία--ωστόσο, αργότερα οι δυο τραγουδίστριες δούλεψαν και πάλι μαζί) η Μελάγια περνά το καλοκαίρι του 1954 στο θέατρο Περοκέ και στις επιθεωρήσεις Όμορφα κι ωραία και Όσα παίρνει ο άνεμος στις οποίες τραγουδά και πάλι Γιώργο Μουζάκη. Σταδιακά όμως εγκαταλείπει το θέατρο και επιλέγει να εμφανίζεται μόνο σε νυχτερινά κέντρα. Γνωρίζει ιδιαίτερη επιτυχία ως ερμηνεύτρια αρχοντορεμπέτικων αλλά και τραγουδιών γρήγορων ρυθμών που τα υποστηρίζει με τολμηρή--για τα μέτρα της εποχής πάντα...--εμφάνιση (απαραίτητο το σκίσιμο στο φόρεμα και το μεγάλο ντεκολτέ). Αν και υπάρχουν αρκετές τραγουδίστριες που κάνουν επιτυχία συνδυάζοντας την εκρηκτική ερμηνεία με την εκρηκτική εμφάνιση (όπως η Ιωάννα Άλβα και η Μπέμπα Κυριακίδου) φαίνεται πως στο είδος επικρατούν τελικά η Μελάγια και η Σαπουντζάκη--και επιλέον (και εδώ εκφράζω ίσως προσωπική προτίμηση) φαίνεται πως η Μελάγια είναι ιδιαίτερα καλή και σε πιο αργά κομμάτια που με τη βαθιά της φωνή αλλά και την ιδιαίτερη εκφραστικότητά της μπορούν να απογειωθούν--δείτε την κι ακούστε την για παράδειγμα στην ταινία Η άγνωστος όπου ερμηνεύει ένα τέτοιο τραγούδι του Τάκη Μωράκη, το "Πάρε με κοντά σου".



Ξεκινώντας από την Άγνωστο, η Μάγια Μελάγια εμφανίστηκε σε δεκατρείς ακόμα ταινίες στην περίοδο της ακμής της: σε κάποιες από αυτές έπαιζε και μικρά ρολάκια (πιο χαρακτηριστικές οι εμφανίσεις της στο Η φτώχια θέλει καλοπέραση και στο Καπετάνιος για κλάματα, όπου τραγουδά το "Δίχως κρασί, δίχως πιοτό" του Μενέλαου Θεοφανίδη). Κυρίως όμως τραγουδούσε. Θα πραγματοποιήσει κάποιες ακόμα εμφανίσεις σε ταινίες μετά από είκοσι χρόνια, αλλά για αυτές θα μιλήσουμε αργότερα. Προς το παρόν βρισκόμαστε στην εποχή της μεγάλη της ακμής.

Μάγια Μελάγια και Κώστας Χατζηχρήστος
στην ταινία Καπετάνιος για κλάματα
Φωτογραφία από τον δίσκο Μάγια Μελάγια, ο θρύλος


"Και η Μάγια Μελάγια να 'σαι..."
Η επιτυχία της Μάγιας Μελάγια είναι τεράστια. Τα τραγούδια της ακούγονται πολύ στο ραδιόφωνο, στα κέντρα όπου εμφανίζεται (Media Luz, Βράχος, Κάστρο, Σπηλιά του Παρασκευά) αλλά και στα αναψυκτήρια/βαριετέ (Άλσος, Γκρην Παρκ) γίνεται κοσμοσυρροή... Είναι τόσο μεγάλη η επιτυχία της που κάπου εκεί, στα μέσα της δεκαετίας του '50, συμβαίνει το ακόλουθο περιστατικό που έκτοτε κυκλοφορεί ως (παρά)θεατρικό ανέκδοτο. Βρισκόμαστε στην Επίδαυρο, στα πρώτα θρυλικά χρόνια των Επιδαυρίων που ο κόσμος έρχεται με κάθε μέσο να θαυμάσει τα μεγαθήρια του Εθνικού Θεάτρου. Λίγο πριν την παράσταση υπάρχει τρομερή κίνηση και οι χωροφύλακες προσπαθούν να βάλουν σε τάξη τα οχήματα. Μέσα σε ένα αυτοκίνητο βρίσκεται η Κατίνα Παξινού και κάποιοι ακόμα ηθοποιοί (Ελένη Χατζηαργύρη, Θάνος Κωτσόπουλος) που πρωταγωνιστούν στην παράσταση που θα ξεκινήσει σε λίγο αλλά έχουν για κάποιον λόγο καθυστερήσει να φτάσουν στον χώρο του θεάτρου. Ένας χωροφύλακας σταματά το αυτοκίνητο και τους λέει πως απαγορεύεται να περάσουν. "Μα είμαι η Κατίνα Παξινού, χωρίς εμένα δεν μπορεί να γίνει η παράσταση" λέει η μεγάλη ηθοποιός στον χωροφύλακα. Εκείνος επιμένει ότι δεν μπορούν να περάσουν κι εκείνη του ξαναλέει με έντονο τρόπο: "Μα είμαι η Κατίνα Παξινού!" Κι ο χωροφύλακας ατάραχος της απαντά: "Και η Μάγια Μελάγια να'σαι δεν περνάς! Έχουμε εντολές..."



Το περιστατικό αυτό το επιβεβαίωσαν στη Μάγια Μελάγια οι συνεπιβάτες της Παξινού (Χατζηαργύρη, Κωτσόπουλος) αλλά υπάρχει και... συνέχεια που τη διήγηθηκε η ίδια η Μάγια Μελάγια στον Γιώργο Παπαστεφάνου, στην εκπομπή Οι παλιοί μας φίλοι. Την επόμενη χρονιά πηγαίνει κι εκείνη στην Επίδαυρο να παρακολουθήσει μια παράσταση. Καθώς περίμενε να μπει στο θέατρο, βλέπει κάπου να στέκεται παράμερα ο Αλέξης Μινωτής. Η συντροφιά της θεωρεί πως πρέπει να του συστήσουν κι εκείνη, κάπως αμήχανη του ζητάει συγνώμη για το περιστατικό της προηγούμενης χρονιάς. Ο Μινωτής της λέει: "Μα δεν πειράζει, παιδί μου, εσένα ήξερε ο χωροφύλακας, τι να κάνουμε". Σε λίγο εμφανίζεται ένα ταξί με την Παξινού και ο Μινωτής ζητά συγνώμη από την παρέα και μπαίνει μέσα στο ταξί. Φαίνεται πως εξηγεί στην Παξινού ποια ήταν η κυρία με την οποία μιλούσε κι εκείνη κοιτά υποτιμητικά τη Μελάγια και με απαξιωτικό ύφος γυρίζει το κεφάλι της από την άλλη πλευρά. "Ε, καλά σου 'κανε ο χωροφύλακας!" λέει τότε η Μάγια Μελάγια και σκάνε όλοι/ες στα γέλια...

Στο τραπέζι ο Σοφοκλής Βενιζέλος και η γυναίκα του, ο Αριστοτέλης Ωνάσης και η Μάγια Μελάγια. Από πάνω τους ο Τώνης Μαρούδας και το Τρίο Μπελκάντο (1959). 
Φωτογραφία από τον δίσκο Μάγια Μελάγια, ο θρύλος



Η Μάγια Μελάγια συνεχίζει τη θριαμβευτική της πορεία. Στα κέντρα που τραγουδά τη χειροκροτούν εφοπλιστές, επιχειρηματίες που της στέλνουν λουλούδια, της κάνουν ακριβά δώρα (μέχρι και αυτοκίνητο!) και της τάζουν μέχρι και σπίτι εφόσον τους παντρευτεί, αλλά η ίδια, σταθερά ερωτευμένη, αρνείται. Τη χειροκροτούν όμως και διεθνείς προσωπικότητες. Την εποχή που γυριζόταν στην Ελλάδα η ταινία Το παιδί και το δελφίνι, οι πρωταγωνιστές της ταινίας (Σοφία Λώρεν, Άλαν Λαντ, Κλίφτον Γουέμπ) είναι τακτικοί θαμώνες στη "Σπηλιά του Παρασκευά" όπου εμφανίζεται η Μελάγια με μαέστρο τον Γιώργο Κατσαρό. Η Μελάγια διηγείται πως η ίδια δίδαξε στη Λώρεν το τραγούδι "Τι είν' αυτό που το λένε αγάπη" και εκείνη της πρότεινε να πάει στην Αμερική, να μάθει καλά αγγλικά και να επιχειρήσει να σταδιοδρομήσει εκεί. Η Μελάγια αρνείται, γιατί δεν την ενδιαφέρει ιδιαίτερα το θέμα καριέρα, αντίθετα έδινε περισσότερη σημασία στην προσωπική της ζωή και ήταν ικανοποιημένη με όσα απολάμβανε στην Ελλάδα. 

Μάγια Μελάγια, Σοφία Λώρεν, Τώνης Μαρούδας

Μάγια Μελάγια, Άλαν Λαντ, Κούλης Στολίγκας, Κώστας Χατζηχρήστος, Νίκος ρίζο, Γιώργος Μούτσιος 
Φωτογραφίες από τον δίσκο Μάγια Μελάγια, ο θρύλος


Τελικά όμως βρέθηκε στην Αμερική. Δούλεψε με επιτυχία στην Ελλάδα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '60 τραγουδώντας κυρίως σε κέντρα και, σπανιότερα, σε θέατρα (οι τελευταίες της εμφανίσεις σε αθηναϊκές επιθεωρήσεις πραγματοποιούνται μάλλον στα έργα του θεάτρου Περοκέ Απ' την καλή κι απ' την ανάποδη και Πύραυλοι όπου ερμηνεύει τραγούδια των Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου-Μίμη Τραϊφόρου το 1960 και στο Να τι δεν είχες Αθήνα στο θέατρο Εθνικού Κήπου το 1962 όπου τραγουδά Γιώργο Κατσαρό). Δεν θα προλάβει να ζήσει την παρακμή του ελαφρού τραγουδιού γιατί γύρω στο 1965 αποφασίζει, για προσωπικούς λόγους, να φύγει στον Καναδά. Από εκεί βρίσκεται στην Αμερική, όπου πραγματοποιεί εμφανίσεις σε κέντρα της Νέας Υόρκης και του Σικάγο--κι όπου επαναλαμβάνονται τα σκηνικά με τα λουλούδια, τα δώρα και τις προτάσεις γάμου. Στο Σικάγο όμως, στο κέντρο "Hellas Cafe" (βλ. φωτογραφία στα αριστερά) γνωρίζεται με τον Παναγιώτη Γουλάκο τον οποίο ερωτεύεται και, το 1968, τον παντρεύεται. Έζησαν μαζί μέχρι το 1978 που εκείνος πέθανε και η Μάγια Μελάγια γύρισε στην Ελλάδα. Πραγματοποιεί κάποιες εμφανίσεις σε κέντρα (Τσιν-Τσιν, Πλακιώτικο Σαλόνι, Νουί Ντ' Ατέν) αλλά δεν έχει συνέλθει ακόμα από την απώλεια του άντρα της. Σε κάποια σύντομη τουρνέ στην επαρχία παθαίνει εγκεφαλικό από τη στεναχώρια της και παρόλο που σιγά-σιγά συνέρχεται πλήρως διακόπτει τις εμφανίσεις της οριστικά.




Επανεμφανίσεις
Πραγματοποιεί όμως κάποιες σποραδικές επανεμφανίσεις στην οθόνη --σε όλα τα μέσα! Λίγα χρόνια πριν, στο τέλος της δεκαετίας του '70, πρωτοεμφανίζεται στην τηλεόραση, στη Μουσική Βραδιά του Γιώργου Παπαστεφάνου, σε ένα αφιέρωμα στα αρχοντορεμπέτικα: πρόκειται για την εκπομπή που ξανάφερε στη μόδα το αρχοντορεμπέτικο (ήταν η αφορμή μάλιστα να τα ηχογραφήσει σε δίσκο και η Βίκυ Μοσχολιού). Σ' αυτήν η Μάγια επανεκτελεί δυο παλιές επιτυχίες του Σουγιούλ, το δικό της σουξέ "Αδύνατον να κοιμηθώ" αλλά και το "Μια ζωή την έχουμε". Ο Γιώργος Παπαστεφάνου θα της αφιερώσει μια ολόκληρη εκπομπή το 1983, στη σειρά Οι παλιοί μας φίλοι. Η Μάγια Μελάγια διηγείται γλαφυρά στιγμές της καριέρας της, ενώ για εκείνη μιλούν με εξίσου γλαφυρό τρόπο ο Κώστας Χατζηχρήστος, ο Γιάννης Γκιωνάκης και η Σπεράντζα Βρανά. Στην εκπομπή αυτή (ίσως επειδή είχε μεσολαβήσει το εγκεφαλικό και η απόφασή της να μην ξανατραγουδήσει, αλλά ίσως και για να διατηρηθεί το κλίμα της εποχής που μεσουρανούσε) τα τραγούδια της ακούγονται από τις αυθεντικές ηχογραφήσεις των 78 στροφών.

"...κι η ώρα είναι τρεισήμισι..." από τη Μουσική Βραδιά του Γιώργου Παπαστεφάνου στην ΕΡΤ

Αργότερα, συμμετείχε σε πολλές τηλεοπτικές (Θυμάσαι;, Τα φώτα της ράμπας δεν σβήνουν ποτέΠυρ και Μανία) και ραδιοφωνικές (Ζωντανές ηχογραφήσεις της Σοφίας Μιχαλίτση αλλά και σε διάφορες έκτακτες εκπομπές του Αρτέμη Μάτσα) εκπομπές, σε κάποιες από τις οπόιες τραγούδησε και πάλι ζωντανά--στην εκπομπή της Μιχαλίτση τραγούδησε πολύ όμορφα το "Τι είν' αυτό που το λένε αγάπη", ενώ από τις τηλεοπτικές πιο έντονα έχει μείνει στη μνήμη μου (και στο αρχείο μου!) η εκπομπή του μακαρίτη επίσης Γιώργου Παπαδάκη "Τραγούδια για τα μάτια": εκεί τραγούδησε με τη συνοδεία του Γιώργου Κεφάλα, μέλους του θρυλικού Τρίο Κιτάρα, το "Δυο πράσινα μάτια" των Κατριβάνου-Κιούση και τα "Γλυκά μου μάτια" του Νίκου Γούναρη.


Στα χρόνια αυτά όμως η Μάγια Μελάγια επανεμφανίστηκε και ως ηθοποιός! Υπάρχει καταγραμμένη μια εμφάνισή της στην αστυνομική κινηματογραφική ταινία του Δημήτρη Σταύρακα Η παρεξήγηση, παραγωγής του 1983, με πρωταγωνιστή τον Σπύρο Φωκά (δείτε εδώ), για την οποία δεν μπορώ να πω πολλά πράγματα αφού δεν την έχω δει, μπορώ όμως να πω πολλά για τη συμμετοχή της σε δυο βιντεοταινίες με τη Ρένα Βλαχοπούλου! Δεν γνωρίζω φυσικά ποιος της πρότεινε να επανεμφανιστεί (η ίδια η Ρένα, ο παραγωγός Γιώργος Καραγιάννης;), είναι πάντως γεγονός πως το 1987 η Μάγια Μελάγια επανεμφανίζεται αποκλειστικά ως ηθοποιός: στην ταινία του Κώστα Καραγιάννη Η βασίλισσα της ρέγγας παίζει μάλλον τον μεγαλύτερο ρόλο της καριέρας της. Είναι η Σουλτάνα ή... Τατάνα (κατά τη σνομπ αφεντικίνα της Ρένα Βλαχοπούλου που θεωρεί ότι το "Σουλτάνα" είναι μπανάλ όνομα), γραμματέας της Ρένας που εμπορεύεται ρέγγες... Η Μελάγια δεν τραγουδά (όπως άλλωστε και η Ρένα) παρά μόνο ακαπέλα, μαζί με τη Ρένα, το ρεφραίν του "Ξημερώνει και βραδιάζει": "Φέρτε μου να πιω το ακριβότερο πιοτό, εγώ πληρώνω τα μάτια που αγαπώ...".
"Σε έκτακτη επανεμφάνιση η Μάγια Μελάγια" διαβάζουμε στους τίτλους 
της βιντεοταινίας Η βασίλισσα της ρέγγας
(φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.retrodb.gr)

Τραγουδά ωστόσο (όπως και η Ρένα!) στην επόμενη κοινή τους βιντεοταινία, Η μεγάλη ρεμούλα του 1989, σε σκηνοθεσία του Τάκη Βουγιουκλάκη (που--αν είναι δυνατόν να γίνουν διαβαθμίσεις σ' αυτό το είδος--είναι για μένα η καλύτερη βιντεοταινία της Ρένας). Η Ρένα υποδύεται μια παροπλισμένη τραγουδίστρια που αναγκάζεται να επιστρέψει στο επάγγελμα για να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του ανηψιού της και για αυτόν τον λόγο ζητά από τη Λουκία, παλιά της φίλη και συνάδελφο, να της βρει δουλειά στο κέντρο που τραγουδά κι εκείνη. Έτσι, στο κέντρο αυτό η Ρένα τραγουδά δυο τραγούδια και η Μάγια Μελάγια ένα, το "Μάθε λοιπόν, για μένα πια είσαι απών" σε μουσική Γιώργου Θεοδοσιάδη και στίχους Λάκη Μιχαηλίδη (λεπτομέρεια: τους ίδιους στίχους είχε τραγουδήσει σε μουσική του Ζακ Ιακωβίδη, η παλιά φίλη των δυο τραγουδιστριών, η Καίτη Μπελίντα, στη ραδιοφωνική επιθεώρηση του Λ. Μιχαηλίδη Ελάτε να γελάσουμε στις αρχές της δεκαετίας του '60)...

Ρένα Βλαχοπούλου και Μάγια Μελάγια στη βιντεοταινία Η μεγάλη ρεμούλα

Η Μάγια Μελάγια πραγματοποίησε άλλη μια εμφάνιση ως τραγουδίστρια και ηθοποιός το 1991, στην τηλεοπτική σειρά του ΑΝΤ1 Οικογένεια-Καζίνο (όπως μετονομάστηκε η Οικογένεια, η πρώτη σαπουνόπερα του ΑΝΤ1 που σκηνοθετούσαν ο Δημήτρης Ποντίκας και ο Τάκης Μελίδης). Εκεί η Μάγια Μελάγια υποδυόταν μια παλιά τραγουδίστρια που είχε δώσει τον γιο της για υιοθεσία αλλά επέστρεψε όταν εκείνος μεγάλωσε για να διεκδικήσει διακριτικά μια θέση στη ζωή του: ο τόπος συνάντησης μητέρας και γιου ήταν το πιάνο μπαρ όπου δούλευε η μητέρα. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στη Μάγια Μελάγια να τραγουδήσει σε 4-5 επεισόδια ποτ-πουρί παλιών ελαφρών τραγουδιών με τη συνοδεία του Αντώνη Τσίχλα στο πιάνο (κάποια στιγμή θα σας παρουσιάσω κάποια από αυτά...).

Η Καίτη Πάνου, ο Δημήτρης Κωνσταντάρας 
και η Μάγια Μελάγια σε εκδήλωση για την κυκλοφορία 
της βιογραφίας του Λάμπρου Κωνσταντάρα.

Τα τελευταία χρόνια
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, η Μάγια Μελάγια περιόριζε τις τραγουδιστικές της εμφανίσεις στην τηλεόραση (παρόλο που η φωνή της διατηρούνταν σε καλή κατάσταση), αλλά δεν έλεγε όχι όταν την καλούσαν να δώσει συνέντευξη είτε στην τηλεόραση είτε στο ραδιόφωνο. Σε κάποιες μάλιστα εκπομπές (πχ Οι Εντιμότατοι φίλοι μου της Σεμίνας Διγενή, Το πρώτο χαμόγελο με την Εύη Παπαδάκη) όπου εμφανιζόταν μαζί με παλιές/ούς συναδέλφισσές/ους της (όπως η Άννα Καλουτά, η Σπεράντζα Βρανά, ο Γιώργος Μουζάκης, ο Νάσος Πατέτσος, ο Γιάννης Σπάρτακος, η Μπέτυ Μοσχονά) ήταν φανερή η χημεία τους και βέβαια ξεχώριζε σε σχέση με τις/τους υπόλοιπες/ους για τον αυτοσαρκασμό της. Η Μάγια Μελάγια εμφανίστηκε επίσης και σε ένα αφιέρωμα στη Ρένα Βλαχοπούλου που παρουσίασε η εκπομπή της Άννας Δρούζα Μπορώ τον Μάιο του 2002. Και εκεί έλαμψε με το χιούμορ της και τον αυτοσαρκασμό της, ειδικά όταν έγιναν κάποιες αναφορές σε χρόνια που πέρασαν (όπως άλλωστε θα το ήθελε και η ίδια η Ρένα).

Οι Άννα Καλουτά, Σπεράντζα Βρανά, Μπέτυ Μοσχονά, 
Μάγια Μελάγια και Γιάννης Σπάρτακος 
θυμούνται την κατοχική επιτυχία της Ρένας Βλαχοπούλου 
"Το μπουμπούκι που 'χεις βάλει στα μαλλιά" 
στην εκπομπή Το πρώτο χαμόγελο με την Εύη Παπαδάκη (ΕΤ1, 1998)

Χαρακτηριστικό του αυτοσαρκασμού της για το πέρασμα του χρόνου είναι και το παρακάτω περιστατικό που διηγήθηκε η ίδια στη θρυλική εκείνη συζήτησή της με τη Σπεράντζα Βρανά (που καταγράφτηκε στο βιβλίο Επιθεώρηση καψούρα μου το 1985). Σε κάποιο σημείο διαμαρτύρονταν και οι δυο για εκείνους τους θεατές που συνήθιζαν να λένε "Σας θυμάμαι από τον καιρό που ήμουνα μικρός/ή..." και η Μάγια είπε στη Σπεράντζα:
Καλέ, έχω έναν φούρναρη εδώ κοντά στο σπίτι μου, που διάβασε το πρώτο βιβλίο σου και μια μέρα μού λέει: "Διάβασα το Τολμώ της Βρανά, είσαι φίλη της, ε; Εγώ είμαι θαυμαστής σας από το Ακροπόλ, ερχόμουνα και σας έβλεπα, τώρα εγώ είμαι στα 47, τόσο πρέπει να 'στε κι εσείς!" Βρε, το τι κουλούρια παίρνω, το τι ψωμιά παίρνω, το τι παξιμαδάκια παίρνω, έχω γίνει η καλύτερη πελάτισσά του, ας είν' καλά ο άνθρωπος...
Λίγες σελίδες μετά η Βρανά μεταφέρει κάποιες ακόμα νόστιμες ατάκες από την καθημερινότητά τους:
Να, έτσι τα πετάει τα ωραία της η Μάγια, εντελώς αυθόρμητα. Είναι τόσο αληθινή, καμιά υποκρισία, καμιά ψευτιά, κι αυτά τα νόστιμα που λέει, λες και της ξεφεύγουνε δεν το κάνει επίτηδες για να πει αστείο. (...) Μια φορά είχαμε πάει και βλέπαμε μια παράσταση, και είπα εγώ για μια νέα ηθοποιό: "Ωραία κοπέλα, αλλά τι κακόηχη φωνή που έχει, ε;" και κοίταζα τη Μάγια. "Τι φωνή! Αυτή δεν έχει ούτε φωνή ούτε ακρόαση!"
Η Μάγια Μελάγια και η Σπεράντζα Βρανά 
στα παρασκήνια του θεάτρου Εθνικού Κήπου 
όπου παιζόταν η επιθεώρηση Να τι δεν είχες Αθήνα (1962)
Φωτογραφία από το βιβλίο Επιθεώρηση, καψούρα μου (εκδόσεις Γλάρος, 1985)

Συνέχισαν να πηγαίνουν οι δυο τους στο θέατρο και να μιλούν γενναιόδωρα για τους/τις νεότερους/ες ηθοποιούς--θυμάμαι τον ενθουσιασμό τους για το Βίρα τις άγκυρες του Εθνικού Θεάτρου που σε πολλά σημεία του αναγνώρισαν στοιχεία από τις ζωές τους και τις καριέρες τους--μέχρι που η Σπεράντζα περιορίστηκε στο σπίτι της λόγω προβλημάτων με τα πόδια της. Πάντως, μου έκανε εντύπωση το ότι η Μελάγια δεν εμφανίστηκε στη μεγαλειώδη παράσταση του Σταμάτη Κραουνάκη Χ-Σκηνής στο Ηρώδειο το 2008, παρόλο που εμφανίστηκαν και η Βρανά και η Καλουτά, αν και είχαν σοβαρά προβλήματα με τα πόδια τους. Σίγουρα θα της έγινε η πρόταση, αλλά προτίμησε να παρακολουθήσει την παράσταση ως απλή θεατής (και φυσικά η Σπεράντζα Βρανά ανέφερε το όνομά της όσο τραγουδούσε το "Μονοπάτι"). Τρία χρόνια πριν όμως ο Κραουνάκης της είχε αφιερώσει ένα τραγούδι που είχε για τίτλο το όνομά της. Όταν το 2005 αποφασίστηκε να διοργανωθεί ξανά το Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης, ζητήθηκε από καταξιωμένους/ες δημιουργούς να συμμετάσχουν σε αυτό (και συγκεκριμένα στη δεύτερη βραδιά της διοργάνωσης) με ένα τραγούδι. Ο Κραουνάκης έγραψε σε συνεργασία με τον Κώστα Λειβαδά το "Μάγια Μελάγια" που ερμήνευσε η Δήμητρα Γαλάνη. Στην πλατεία ο Κραουνάκης συνόδευε την ίδια τη Μάγια Μελάγια που απολάμβανε το χειροκρότημα του κόσμου... (αργότερα το τραγούδι ηχογραφήθηκε και από τη Δήμητρα Παπίου).


Τα τελευταία χρόνια της ζωής της η Μάγια Μελάγια ζούσε σε ένα διαμέρισμα της Αγίου Μελετίου. Μετά τον θάνατο της μητέρας της πριν από δέκα περίπου χρόνια και έπειτα και της Σπεράντζας Βρανά (2009), η Μάγια Μελάγια είχε για πιο στενή της συντροφιά τη μικρότερη αδελφή της Στέλλα. Ωστόσο, το 2011 πέθανε κι εκείνη. Τον τελευταίο χρόνο της ζωής της ταλαιπωρήθηκε και πάλι από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο από το οποίο δεν συνήλθε ποτέ. Έσβησε χθες, αφήνοντας πίσω της πολλά όμορφα τραγούδια, φωτογραφίες μιας ωραίας γυναίκας γεμάτης χυμούς και κεφάτες στιγμές σε εκπομπές και ταινίες.

Όταν θ' αρχίσει η νύχτα αυτή
αργά αργά τα μάγια της να λύνει,
μες στα τραπέζια σοβαρή
κάθεται εκείνη,
Μάγια Μελάγια,
κι αργοπίνει το ελιξίριο για τη φθορά.

Κάθεται εκείνη, βελούδα άγια
μάτια που γδύνει.
Κάθεται εκείνη, φωτιές πετάει
κι όλο ζητάει
με βλέμμα αθάνατο
κι από τον θάνατο,
κι από τον θάνατο αναφορά.

. . .

Όταν τελειώσει η νύχτα αυτή,
αργά αργά
ο κόσμος μας αφήνει.
Φώτα, παιδιά, παρακαλώ,
κι ας μείνει εκείνη.

(στίχοι: Σταμάτης Κραουνάκης-Κώστας Λειβαδάς)




ΠΗΓΕΣ: Τα λόγια της ίδιας της Μάγιας Μελάγια όπως διασώθηκαν στο βιβλίο Επιθεώρηση καψούρα μου της Σπεράντζας Βρανά (εκδόσεις Γλάρος, 1985) και στην εκπομπή του Γιώργου Παπαστεφάνου Οι παλιοί μας φίλοι (ΕΡΤ, 1983). 

Για τις εμφανίσεις της Μάγιας Μελάγια στο σινεμά αντλήθηκαν πληροφορίες από την ιστοσελίδα www.retrodb.gr. Για τη δισκογραφία της αντλήθηκαν πληροφορίες από την Εκ περάτων δισκογραφία γραμμοφώνου του Δημήτρη Μανιάτη. 

Ευχαριστώ τον Σιδερή Πρίντεζη για τις πληροφορίες σχετικά με τις ραδιοφωνικές ηχογραφήσεις της Μάγιας Μελάγια και τον Παναγιώτη Φύτρα για τις πληροφορίες σχετικά με τις ηχογραφήσεις της Νοτίου Αφρικής που συμπεριλαμβάνονται στον δίσκο Μάγια Μελάγια, ο θρύλος (Έβδομη Διάσταση, 1994) τον οποίο επιμελήθηκε ο ίδιος μαζί με τον Άγγελο Κουτσούκη και από το εξώφυλλο του οποίου προέρχονται οι περισσότερες φωτογραφίες της ανάρτησης. Ο δίσκος επανακυκλοφόρησε σε CD από την ΜΒΙ με τον τίτλο Μάγια Μελάγια: το πεπρωμένο μου.

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Ο Δημήτρης, η Μπέμπη και η... "Γάτα"...

Πριν από 54 χρόνια και... κάτι, συγκεκριμένα την Τετάρτη, 27 Απριλίου 1960, στο Βήμα, στην εβδομαδιαία επισκόπηση της έβδομης τέχνης που υπέγραφε ο "Κινηματογραφικός", δημοσιεύτηκε η παρακάτω είδηση:
Εντός των ημερών θα αρχίσει το γύρισμα μιας νέας ταινίας της εταιρείας Φίνου, την οποίαν σκηνοθετεί ο Αλ. Σακελλάριος. Το σενάριο έγραψε ο εν λόγω σκηνοθέτης εν συνεργασία με τον Χρ. Γιαννακόπουλον. Πρόκειται περί αισθηματικής κωμωδίας με μουσική και τραγούδια του Τάκη Μωράκη. Πρωταγωνιστούν οι Δημ. Παπαμιχαήλ, Β. Αυλωνίτης, Ρένα Βλαχοπούλου και Α. Μπάρκουλης.
Στο ίδιο δημοσίευμα που είχε τον τίτλο "Τρεις νέαι ταινίαι της Φίνος Φιλμ" διαβάζουμε ακόμα ότι ο σκηνοθέτης Ντίνος Δημόπουλος, ο συγγραφέας Γεώργιος Ρούσσος και τρεις τεχνικοί της εταιρίας αναχώρησαν για την Αντίπαρο για να προετοιμάσουν το γύρισμα της Μανταλένας με την Αλίκη Βουγιουκλάκη (η οποία προβλήθηκε το φθινόπωρο του 1960) καθώς επίσης κι ότι οι Νίκος Τσιφόρος-Πολύβιος Βασιλειάδης παρέδωσαν στη Φίνος Φιλμ το σενάριο μιας μοντέρνας κωμωδίας με τίτλο Ο 14ος κολασμένος που θα σκηνοθετήσει ο Τσιφόρος.


Μια πάρα πολύ ενδιαφέρουσα είδηση, λοιπόν, για μια ταινία που αν γυριζόταν θα έδινε την ευκαιρία στον Δημήτρη Παπαμιχαήλ να συνεργαστεί με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Ίσως ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους δεν γυρίστηκε να ήταν ακριβώς το γύρισμα της Μανταλένας που υποχρέωσε τον Παπαμιχαήλ να αναχωρήσει επίσης για την Αντίπαρο. Πολλά-πολλά χρόνια αργότερα, στη βιογραφία του που εκδόθηκε από την "Άγκυρα" τον Νοέμβριο του 2011 ο δημοφιλέστατος πρωταγωνιστής δήλωσε στον Μάκη Δελαπόρτα:
Λυπάμαι που δεν έπαιξα ποτέ με τη Ρένα Βλαχοπούλου.... Το μεγαλύτερο ίσως ταλέντο της ελληνικής κωμωδίας. Πιστεύω πως αν έπαιζα μαζί της, δεν θα μπορούσα ν' αρθρώσω λέξη, θα γελούσα συνεχώς. Αυτή η γυναίκα υπήρξε ένας χείμαρρος. Τόσο αυθόρμητη, τόσο ετοιμόλογη μα και τόσο πηγαία. Τη θαυμάζω απεριόριστα, θα ΄θελα πολύ να είχα βρεθεί μαζί της στη σκηνή. Η εμπειρία θα ήταν μοναδική. (Δημήτρης Παπαμιχαήλ: Ένας μύθος, μια ιστορία, σελ. 100)
Δυστυχώς ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ σχεδόν συμπρωταγωνίστησε με τη Ρένα Βλαχοπούλου στο "φινάλε": λίγες μέρες μετά τον θάνατό της (29 Ιουλίου 2004) και συγκεκριμένα σαν σήμερα, στις 8 Αυγούστου 2004, έπεσε και για εκείνον η τελευταία αυλαία καθώς η καρδιά του τον πρόδωσε στα εβδομήντα του χρόνια...


Φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ (www.finosfilms.gr)

Η μόνη φωτογραφία (που εγώ κατάφερα να εντοπίσω) που απεικονίζει Βλαχοπούλου και Παπαμιχαήλ είναι από τον Απρίλιο του 1970, από την ημέρα των εγκαινίων των νέων--υπερσύγχρονων για την εποχή--στούντιο της Φίνος Φιλμ στα Σπάτα. Πολλά από τα αστέρια του Φίνου (όχι πάντως η Αλίκη Βουγιουκλάκη) βρίσκονται κοντά στο ζεύγος Φίνου για αυτή τη σημαντική στιγμή--δυστυχώς ο Φίνος δεν έζησε πολύ ακόμα για να τα χαρεί: τα γελαστά πρόσωπα του παραγωγού, των αστεριών του και των συνεργατών του δείχνουν ότι μάλλον δεν υποψιάζονται την καταστροφή που παραμόνευε στη... γωνία τον ελληνικό κινηματογράφο που εκείνοι/ες υπηρετούσαν. Προς το παρόν είναι όλοι/ες χαρούμενοι/ες γιατί η Φίνος Φιλμ συνεχίζει να θριαμβεύει. Ωστόσο ας πούμε ότι δύο χρόνια πριν, στη σεζόν 1967-68, η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ παρά λίγο να συναντηθούν στο πανί υπό τη σκέπη της... ανταγωνιστικής εταιρίας, Καραγιάννης-Καρατζόπουλος στην οποία τότε ανήκαν και οι δύο. Ο Παπαμιχαήλ γύριζε το μιούζικαλ του Κώστα Καραγιάννη Δημήτρη μου, Δημήτρη μου και η Βεντέτα έγραφε στις 3 Οκτωβρίου 1967 πως επρόκειτο να εμφανιστούν σε αυτό ως γκεστ σταρ τα αστέρια της καινούριας εταιρίας, δηλαδή η Ρένα Βλαχοπούλου, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, η Μάρω Κοντού, ο Νίκος Ρίζος, η Ελένη Ανουσάκη και ο Σταύρος Ξενίδης, "όλοι αυτοί σε μικρά ρολάκια φυσικά"... Προφανώς ο συντάκτης της Βεντέτας αναφερόταν σε μια από τις σκηνές που διαδραματίζεται στο κέντρο που τραγουδά ο ήρωας και εμφανίζονται γνωστοί ηθοποιοί ως θαμώνες. Ανάμεσά τους τελικά δεν βρίσκονταν τα δυο πρώτα αστέρια, και έτσι η Ρένα, ο Δημήτρης αλλά και η Αλίκη έχασαν την ευκαιρία να συνυπάρξουν έστω και σε ένα πλάνο...

Ο συνθέτης Τάκης Μωράκης (φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.musicportal.gr)

Ας επιστρέψουμε όμως στον Απρίλιο του 1960. Αν εκείνη η ταινία του Αλέκου Σακελλάριου είχε γυριστεί θα έδινε στη Ρένα Βλαχοπούλου τη δυνατότητα να τραγουδήσει και στο πανί τραγούδια του Τάκη Μωράκη (είχε ήδη συνεργαστεί μαζί του στο θέατρο, στα χρόνια της Κατοχής, αλλά και τη δισκογραφία, έναν χρόνο πριν, καθώς είχε γυρίσει ένα 45άρι με δυο γλυκά τραγούδια του, το "Τα λόγια που μ' ορκίστηκε" και τον "Κλήδονα", ενώ δεν ξεχνάμε την υπέροχη ερμηνεία της στο "Τι είν' αυτό που το λένε αγάπη" στους ραδιοθαλάμους του ΕΙΡ). Βέβαια πιο σημαντικό είναι το ότι αν η ταινία αυτή είχε γυριστεί, θα είχε σηματοδοτήσει νωρίτερα την είσοδο της Ρένας Βλαχοπούλου στη Φίνος Φιλμ. Φαίνεται πως δεν είχε έρθει ακόμα το πλήρωμα του χρόνου για αυτή την είσοδο που θα την επέβαλλε τελικά ο Γιάννης Δαλιανίδης δυο χρόνια μετά, όταν θα έπειθε τον Φίνο να δεχτεί τη Ρένα ως πρωταγωνίστρια στο πρώτο του μιούζικαλ. Δεν νομίζω ότι η αναγγελθείσα ταινία του Σακελλάριου δεν γυρίστηκε επειδή ο Φίνος δεν είχε πειστεί ακόμα για την αξία της Ρένας (το γύρισμα της Μανταλένας μοιάζει πιο λογική εξήγηση), αλλά σίγουρα η σύνθεση του καστ που παρουσιάζει το δημοσίευμα του Βήματος είναι πολύ ενδιαφέρουσα και με κάνει να σκέφτομαι πως σήμερα θα ήταν πολύ όμορφη συντροφιά για μας και αυτή η ταινία που δεν γυρίστηκε ποτέ.

Ο συγγραφέας Χρήστος Γιαννακόπουλος, στενός συνεργάτης του Αλέκου Σακελλάριου

Ή μήπως τελικά γυρίστηκε; Κοιτώντας τη φιλμογραφία του Αλέκου Σακελλάριου, διαπιστώνουμε πως τελικά γύρισε ένα σενάριο που έγραψε ίδιος μαζί με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο (χωρίς να βασίζονται σε θεατρική τους επιτυχία) δύο χρόνια μετά. Πρόκειται φυσικά για το Όταν λείπει η γάτα, την πασίγνωστη αισθηματική κωμωδία με τραγούδια του Γιώργου Μουζάκη στην οποία πρωταγωνιστούσαν ο Βασίλης Αυλωνίτης και η Ρένα Βλαχοπούλου. Βέβαια, οι δυο κωμικοί, αν και εμφανίζονται επικεφαλής του καστ στους τίτλους, είχαν μάλλον δευτερεύοντες ρόλους στην ταινία--ειδικά η Ρένα. Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκονται τα δυο νεαρά ζευγάρια Μπέμπη Κούλα (σύντροφος τότε του Σακελλάριου)-Ανδρέας Ντούζος και Φλωρέττα Ζάννα-Γιάννης Βογιατζής. Άλλωστε όταν ανακοινώθηκε το γύρισμα αυτής της ταινίας τον Γενάρη του 1962, οι εφημερίδες ανέφεραν τον τίτλο Το ρομάντζο μιας καμαριέρας (καμαριέρα ήταν φυσικά η Μπέμπη Κούλα). Κάτι μου λέει λοιπόν ότι και το αρχικό δημοσίευμα του 1960 σε αυτό ακριβώς το σενάριο αναφέρεται (που τιτλοφορήθηκε τελικά Όταν λείπει η γάτα τον Φεβρουάριο του 1962). Πιθανότατα ο Παπαμιχαήλ προοριζόταν για τον ρόλο του μπον-βιβέρ Άγγελου Φλωρά (τον ρόλο του Ντούζου δηλαδή), ο Μπάρκουλης για τον ρόλο του τραγουδιστή Τέλη Στεφανή (του Γιάννη Βογιατζή δηλαδή--η φωνή του Μπάρκουλη είχε ήδη χρησιμοποιηθεί λίγους μήνες πριν σε ένα τραγούδι στο θεατρικό έργο των ιδίων συγγραφέων Σαράντα και..., τη θεατρική εκδοχή της Τρελής τρελής σαραντάρας...). Η είδηση του Βήματος δεν αναφέρει βέβαια όνομα νεαρής πρωταγωνίστριας, αλλά είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Σακελλάριος θα ήθελε να δώσει τον ρόλο στην Μπέμπη Κούλα: της είχε δώσει ήδη ρολάκια σε αρκετές ταινίες του αρχίζοντας από τις Λατέρνες και φτάνοντας στο Ξύλο βγήκε από τον παράδεισο, όπου λέγεται ότι η Αλίκη Βουγιουκλάκη τσακώθηκε με τον Σακελλάριο γιατί προσπαθούσε να προβάλει περισσότερο σε κάποια πλάνα τη σύντροφό του... Και τώρα, ως... τολμηρός Θουκυδίδης του σινεμά, αναρωτιέμαι: μήπως τελικά το γύρισμα εκείνης της ταινίας του 1960 πάγωσε εξαιτίας της Αλίκης Βουγιουκλάκη που μπορεί να μην έβλεπε με καλό μάτι το κινηματογραφικό σμίξιμο του συμπρωταγωνιστή της Παπαμιχαήλ με μία ηθοποιό που φερόταν ως ανταγωνίστριά της υπό τη σκέπη μιας εταιρίας της οποίας είχε πλέον χριστεί απόλυτη πρωταγωνίστρια;

Μπέμπη Κούλα, Βασίλης Αυλωνίτης, Ρένα Βλαχπούλου, Νίκος Ρίζος στο Όταν λείπει η γάτα

Η Μπέμπη Κούλα τελικά έπαιξε πρωταγωνιστικούς ρόλους κυρίως σε ταινίες που γύρισε ο Σακελλάριος εκτός Φίνου, το Όταν λείπει η γάτα της εταιρίας Αφοί Ρουσσόπουλοι-Λαζαρίδης-Σαρρής-Ψαρράς, το Θα σε κάνω βασίλισσα του Αντ. Καρατζόπουλου και το Καλώς ήρθε το δολλάριο της Ανζερβός (χωρίς όμως να ξεχνούμε και το Υπάρχει και φιλότιμο της Φίνος Φιλμόπου έπαιζε την κόρη του Μαυρογιαλούρου/Κωνσταντάρα). Παράλληλα εμφανιζόταν στο θέατρο κυρίως σε κωμωδίες και επιθεωρήσεις (είχε ντεμπουτάρει στην αθηναϊκή σκηνή στα μέσα της δεκαετίας του ΄50, ενώ συναντήθηκε και με τη Ρένα Βλαχοπούλου στο θέατρο Διάνα τη σεζόν 1957-58 στα τέσσερα έργα που παρουσίασε ο Θίασος Μουσικής Κωμωδίας Νίκου Σταυρίδη-Μενέλαου Θεοφανίδη-Ρένας Βλαχοπούλου-Αλέκου Λειβαδίτη). Το αληθινό της όνομα ήταν Ανδρονίκη Κούλα, ξεκίνησε την καριέρα της όμως ως Μπέμπη Κούλα για να το αλλάξει τελικά σε Νίκη Λινάρδου τον Σεπτέμβρη του 1962. Στο τέλος της δεκαετίας του '60 αποσύρθηκε από την ηθοποιία και ασχολήθηκε κυρίως με την παραγωγή τηλεοπτικών εκπομπών, αρχικά στο πλευρό του πρώτου της συζύγου, του Σακελλάριου δηλαδή, στη συνέχεια στο πλευρό του δεύτερου συζύγου της, του Θάνου Χρυσοβέργη και αργότερα μόνη της. Στη διάρκεια των γυρισμάτων της τηλεοπτικής σειράς Μια Αθηναία στην Αθήνα με πρωταγωνίστρια τη Ρένα Βλαχοπούλου που σκηνοθετούσε ο Αλέκος Σακελλάριος εκτός απο την επιμέλεια της παραγωγής αναλάμβανε και το... coaching, τη διδασκαλία δηλαδή του σεναρίου στη Ρένα, όπως μαρτυρεί μια φωτογραφία από τα γυρίσματα...

Η Ρένα με τη Νίκη Λινάρδου και τον Αλέκο Σακελλάριο στην cameo εμφάνισή τους στην ταινία  Η θεία μου η χίπισσα 

(φωτογραφία από το βιβλίο του Άρη Μαλανδράκη Το αλφαβητάρι του ελληνικού κινηματογράφου, εκδ. Bell)


Μπορεί να είχε αποσυρθεί πια από την ηθοποιία, στην αρχή της δεκαετίας του '70, η Νίκη Λινάρδου πραγματοποίησε ωστόσο μόνο δυο cameo εμφανίσεις σε ταινίες του συζύγου της (προφανώς ακολουθώντας τα χνάρια του αφού κι εκείνος πραγματοποιούσε ως άλλος Χίτσκοκ παρόμοιες εμφανίσεις σε όλες σχεδόν τις ταινίες της προ-τελευταίας και τελευταίας περιόδου της καριέρας του) με πρωταγωνίστρια τη Ρένα Βλαχοπούλου. Αρχικά, στην ταινία Η θεία μου η χίπισσα εμφανίζεται στον βουβό ρόλο ενός χίππη ή μιας χίπισσας, γιατί όπως λέει η Ρένα αν δεν τον γδύσεις δεν θα καταλάβεις! Έπειτα, στην Κόμησσα της Κέρκυρας εμφανίζεται ως μητέρα του ανεπίδεκτου μαθητή της Αντζολίνας, του Γιαννάκη, που έρχεται να ρωτήσει την Αντζολίνα για την πρόοδό του κι εκείνη της απαντά ότι ο Γιαννάκης "για πιάνο δεν κάνει, αλλά τάβλι θα μάθει οπωδήποτε!" Η Νίκη Λινάρδου πέθανε πριν από δύο χρόνια (παρά... κάτι) στις 26 Σεπτεμβρίου του 2012. Άφησε πίσω της τους δροσερούς ρόλους στις ταινίες της αλλά--ως παραγωγός--και μερικές τηλεοπτικές σειρές της κρατικής τηλεόρασης στις οποίες διασώθηκαν κάποια επιθωρησιακά νούμερα του χτες (όχι πάντοτε τα καλύτερα και ούτε πάντοτε αναβιωμένα με τον καλύτερο τρόπο, αλλά σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ντοκουμέντα) καθώς και κάποιες παλιές κωμωδίες (Η μικρή μας επιθεώρηση του χθες και του σήμερα, Αξέχαστες κωμωδίες)...

Ρένα Βλαχοπούλου και Νίκη Λινάρδου στην Κόμησσα της Κέρκυρας

Πριν κλείσω αυτή την ανάρτηση, αξίζει να θυμηθώ άλλη μια λεπτομέρεια σχετικά με το Όταν λείπει η γάτα: όταν τελικά δρομολογήθηκε το γύρισμα της ταινίας από την εταιρία Ρουσσόπουλοι-Λαζαρίδης-Σαρρής-Ψαρράς τον Φλεβάρη του 1962, προϋπήρχε και κάτι ακόμα πέρα από το σενάριό της: η μουσική ενός από τα βασικά τραγούδια της ταινίας, που μάλιστα έγινε επιτυχία με τη φωνή της Ρένας. Το περίφημο "Ας πάει και το παλιάμπελο" των Γιώργου Μουζάκη-Αλέκου Σακελλάριου-Χρήστου Γιαννακόπουλου είχε και προηγούμενη ζωή ως... μουσική: στο αρχείο του παλιού ΕΙΡ υπάρχει το τραγούδι "Το καπηλειό" με τη Ρένα Βλαχοπούλου και τον Κώστα Προκοπίου. Το μετέδωσε αρκετές φορές ο Σιδερής Πρίντεζης στις εκπομπές του τα τελευταία χρόνια (πιο πρόσφατα στο αφιέρωμα στις ραδιοφωνικές ηχογραφήσεις της Ρένας που παρουσίασε από την εκπομπή του Από το γραμμόφωνο στο μαγνητόφωνο την περασμένη Κυριακή στο Τρίτο Πρόγραμμα). Ο Γιώργος Μουζάκης συνήθιζε ήδη από εκείνα τα χρόνια να ξαναχρησιμοποιεί τις μουσικές του και είναι μάλλον δύσκολο να εντοπίσουμε πότε ακριβώς γράφτηκε ή πρωτοτραγουδήθηκε το "Καπηλειό". Οι στίχοι του μάλλον ανήκουν και πάλι στους Σακελλάριο-Γιαννακόπουλο, αφού ένα τραγούδι με αυτόν τον τίτλο και αυτούς τους στιχουργούς υπάρχει στον κατάλογο τραγουδιών του Μουζάκη που δημοσιεύει ο Ιάσονας Τριανταφυλλίδης στο βιβλίο του Γιώργος Μουζάκης, Βίρα τις άγκυρες (εκδ. Άγκυρα 2001).


Και για να προχωρήσω το γαϊτανάκι λίγο ακόμα, ο Κώστας Προκοπίου εμφανίστηκε σε μια ταινία της Ρένας και του Σακελλάριου, στο Ζητείται επειγόντως γαμπρός: εκεί τραγουδά ένα ταγκό του Γιώργου Κατσαρού αλλά και το πασίγνωστο βαλς του Μιχάλη Σουγιούλ "Άσ'τα τα μαλλάκια σου"... Και μια ακόμα σύνδεση με όλα αυτά που θυμόμαστε σ' αυτήν την ανάρτηση: στην ταινία αυτή ο Ανδρέας Μπάρκουλης υποδύεται έναν μπον βιβέρ με το όνομα "Άγγελος Φλωράς", το όνομα δηλαδή που είχε ο Ανδρέας Ντούζος στο Όταν λείπει η γάτα και που πιθανώς να είχε ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ αν η ταινία είχε γυριστεί το 1960--ή ίσως τελικά και ο ίδιος ο Ανδρέας Μπάρκουλης...

Η Ρένα Παπαρόδου και ο Αγγελος Φλωράς/Ανδρέας Μπάρκουλης

Πολλές υποθέσεις, πάρα πολλές για μία μόνο ανάρτηση... Ώρα να αφήσω τον ρόλο του Θουκυδίδη του σινεμά και να επιστρέψω στον ασφαλέστερο ρόλο του Ρένα Φαν...

Καλή συνέχεια στο καλοκαίρι σας!