Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Εννιά χρόνια χωρίς τη Ρένα Βλαχοπούλου

Εννιά χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη μέρα που πέθανε η Ρένα Βλαχοπούλου. Ένα ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα Πέμπτης μάθαμε το δυσάρεστο νέο που περιμέναμε, βέβαια, όλοι/ες από μέρες... Σκεφτόμουν ότι το καλοκαίρι ήταν πάντα μια σημαδιακή εποχή στη ζωή της Ρένας--παρόλο που τα τελευταία χρόνια της ζωής της η ίδια δήλωνε ότι δεν το αγαπάει πολύ γιατί την ενοχλούσε αφόρητα η ζέστη: καλοκαίρι γεννήθηκε, καλοκαίρι έκανε τα πρώτα της επαγγελματικά βήματα και στον χώρο του τραγουδιού και στον χώρο του θεάτρου, ενώ καλοκαίρι γυρίστηκαν οι περισσότερες ταινίες της--τουλάχιστον οι έγχρωμες. Έτσι αποφάσισα φέτος να τιμήσω τα εννιά χρόνια από τον θάνατό της με εννιά... καλοκαιρινές φωτογραφίες της που μας μεταφέρουν τη δροσιά της, την αύρα της και αυτό το καλοκαιρινό βράδυ...

Η πρώτη φωτογραφία μάς μεταφέρει στα προπολεμικά χρόνια, τότε που η μικρή Ρηνούλα τραγουδούσε στην Κέρκυρα. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία ούτε αν, όταν τραβήχτηκε αυτή η φωτογραφία, η Ρένα είχε ήδη αρχίσει να τραγουδά επαγγελματικά στο νησί (σας θυμίζω εδώ τη σχετική αφήγηση του Νέντη Κονταρίνη), ωστόσο μπορούμε με τη βοήθειά της να μεταφερθούμε σε ένα κερκυραϊκό απομεσήμερο που το "έντυνε" μουσικά η σπάνια φωνή μιας Κερκυραίας που αρκετά χρόνια μετά θα λάτρευε όλη η Ελλάδα...

Η μικρή Ρηνούλα τραγουδά για συμπατριώτες/τισσές της στην Κέρκυρα...
Αχ και να 'χαν εφευρεθεί τα μαγνητόφωνα τότε...
(φωτογραφία από το βιβλίο Βίβα Ρένα του Μ. Δελαπόρτα, εκδ. Άγκυρα, 2002)

Το καλοκαίρι του 1940 η Ρένα άρχισε να τραγουδά επαγγελματικά στην Αθήνα, πρώτα στο κοσμικό κέντρο Αρζεντίνα και αργότερα στο περίφημο βαριετέ του Ζαππείου Όασις. Τα επόμενα πέντε καλοκαίρια συνέχισε ανελλιπώς να ψυχαγωγεί τους Αθηναίους και τις Αθηναίες μέχρις ότου έφυγε για μεγάλη περιοδεία με τον Γιάννη Σπάρτακο στη Μέση Ανατολή και στη συνέχεια στην Αμερική. Από την Αμερική επέστρεψε τον Αύγουστο του 1951 και ελάχιστες μέρες μετά την άφιξή της άρχισε να τραγουδά σε ένα θρυλικό θέατρο του Μεταξουργείου, το Σαμαρτζή, όπου παιζόταν από τις αρχές του καλοκαιριού η επιθεώρηση Φεστιβάλ στην Αθήνα από ένα τεράστιο θίασο με επικεφαλής τις αδελφές Καλουτά. Οι τρεις καλλιτέχνιδες έκαναν αρκετή παρέα και συχνά πήγαιναν για φαγητό μετά την παράσταση με το ολοκαίνουριο αυτοκίνητο που είχε φέρει μαζί της η Ρένα από την Αμερική--κάποιο βράδυ μάλιστα το αυτοκίνητο χάλασε και οι αδελφές Καλουτά αναγκάστηκαν να κατεβούν και να σπρώξουν... Στη δεύτερη καλοκαιρινή φωτογραφία βλέπουμε τη Ρένα να ποζάρει με καμάρι μπροστά από το αυτοκίνητό της, έξω από το Ηρώδειο...
Η Ρένα με το καινούριο της αυτοκίνητο (1951)
(φωτογραφία από το βιβλίο Βίβα Ρένα, εκδ. Άγκυρα, 2002)

Τρία χρόνια μετά η καριέρα της Ρένας απογειώνεται όταν ο Μίμης Τραϊφόρος έχει την έμπνευση να της αναθέσει έναν κωμικό ρόλο σε ένα σκετσονούμερο με τίτλο "Άλα, πασά μου, κάνε μου τέτοια". Ο συμπρωταγωνιστής της Νίκος Σταυρίδης τα χάνει από την επιτυχία της νεοφώτιστης κωμικής ηθοποιού ("Με διέλυσε η κωλοκερκυραία" ομολογεί στον Τραϊφόρο) και οι κριτικοί μιλούν ενθουσιασμένοι για ένα σπάνιο κωμικό ταλέντο που έρχεται να συμπληρώσει τη σπάνια φωνή της Ρένας Βλαχοπούλου. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να λείψει η παρακάτω φωτογραφία από τη σημερινή ανάρτηση!
Ρένα Βλαχοπούλου-Νίκος Σταυρίδης, στο θέατρο Βέμπο,
το καλοκαίρι του 1954 στην επιθεώρηση
Σουσουράδα.

Οι δυο πρώτες ταινίες της Ρένας δεν γυρίστηκαν καλοκαίρι. Δεν είναι ασφαλώς αυτός ο λόγος που παρά τη σεβαστή οικονομική τους επιτυχία δεν ευνόησαν την κινηματογραφική της καριέρα. Ωστόσο το καλοκαίρι του 1962 την κινηματογραφική καριέρα της Ρένας Βλαχοπούλου ανέλαβε ο αξέχαστος Γιάννης Δαλιανίδης και της χάρισε με αυτόν τον τρόπο την αθανασία. Το Μερικοί το προτιμούν κρύο αρχίζει να γυρίζεται τον Αύγουστο του 1962 (την εποχή που η Ρένα θριάμβευε σε άλλη μια αξέχαστη καλοκαιρινή παράσταση, την Οδό Ονείρων του Μάνου Χατζιδάκι) και είναι η πρώτη φορά που βλεπουμε τη Ρένα με μαγιώ στην οθόνη (υπήρχαν βέβαια ήδη αρκετές φωτογραφίες της με μαγιώ από τα πρώτα χρόνια της καριέρας της). Έκτοτε τη βλέπουμε πολλές φορές με μαγιώ--και... μαυρισμένη!!--σε έγχρωμές μουσικές ταινίες μέχρι της αρχές της δεκαετίας του '70. Στην τέταρτη καλοκαρινή μας φωτογραφία τη βλέπουμε ανάμεσα στο υπόλοιπο καστ της ταινίας Κορίτσια για φίλημα στη Ρόδο (κάπου εκεί θα απειλήσει τον Κώστα Βουτσά ότι θα του βουλιάξει το κότερο...).
Ντούζος, Λάσκαρη, Βογιατζής, Βουτσάς και Τζανετάκος πλαισιώνουν τη Ρένα στη Ρόδο στα Κορίτσια για φίλημα.
(Φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Ταινιοθήκης της Ελλάδας).

 Η Ρένα γύρισε αρκετές ταινίες σε νησιά, πιο συχνά όμως επισκέφτηκε την Κέρκυρα (πώς αλλιώς;). Ωστόσο κάποια στιγμή βρέθηκε και στη Μύκονο, για τα γυρίσματα της Παριζιάνας. Δεν πρέπει να έμεινε πολύ στο νησί, γιατί, αντίθετα από τα νεότερα μέλη του καστ, είχε πολύ λίγοα εξωτερικά πλάνα, αλλά τη θαυμάζουμε εδώ στη βεράντα ενός ξενοδοχείου του νησιού...
Μια Παριζιάνα στη Μύκονο...

Η έκτη καλοκαιρινή φωτογραφία είναι... εσωτερικού χώρου. Σε κάποια σκηνή της ταινίας του Αλέκου Σακελλάριου Η θεία μου η χίπισσα η Ρένα γράφει στην κόρη της ένα γράμμα: της λέει ότι κάνει αφόρητη ζέστη γιατί έχει χαλάσει το κλιματιστικό του ξενοδοχείου της. Της κρύβει φυσικά την αλήθεια ότι είναι πάμπτωχη και ότι δουλεύει καθαρίστρια σε ξενοδοχείο και ότι προσπαθεί να ζεσταθεί κάνοντας αέρα με ένα κομμάτι χαρτόνι... Μου αρέσει η φωτογραφία αυτή γιατί μας αποκαλύπτει ότι η Ρένα είναι αριστερόχειρας! Μου θυμίζει ακόμα πόσο σπουδαία ηθοποιός είναι η Ρένα αφού μου μεταφέρει εκείνη τη στιγμή τη ζέστη που τη βασανίζει--σε τέτοιο βαθμό που να ιδρώνω κι εγώ όταν τη βλέπω!...


Μπορεί η Ρένα να έλεγε ότι δεν αγαπά πολύ το καλοκαίρι, λάτρευε όμως το κολύμπι και το ψάρεμα. Τη θυμόμαστε επίσης στο Ζητείται επειγόντως γαμπρός να δοκιμάζει και το θαλάσσιο σκι με φριχτά αποτελέσματα... Στην έβδομη καλοκαιρινή μας φωτογραφία σε ένα διάλειμμα από το γυρίσμα της ταινίας η Ρένα έχει βγάλει το χαρακτηριστικό σκουφάκι με το οποίο εμφανίζεται σε όλη τη σχετική σκηνή και φωτογραφίζεται με ένα ψάρι που θα μπορούσε να το έχει πιάσει και η ίδια...
Διάλειμμα από το γύρισμα του Ζητείται επειγόντως γαμπρός
(Φωτογραφία από την έκδοση: Ρένα Βλαχοπούλου, μια ζωή ατάκες)

Μέχρι και το 1983 η Ρένα εμφανιζόταν στο θέατρο σχεδον κάθε καλοκαίρι. Τη χρονιά εκείνη όμως απέκτησε την περίφημη βίλλα της στη Δασιά της Κέρκυρας (βίλλα που δυστυχώς οι οικείοι της αναγκάζονται σήμερα να πουλήσουν λόγω του μεγάλου κόστους που έχει η συντήρηση της) και αποφάσισε πως είνει πλέον προτιμότερο να περνάει τα καλοκαίρια της εκεί. Όταν όμως βρισκόταν στην Αθήνα τους καλοκαιρινούς μήνες έμενε στη Βάρκιζα, ενώ συχνά πεταγόταν και στα κοντινά νησιά του αργοσαρωνικού. Εδώ τη βλέπουμε σε μια σπάνια φωτογραφία πάνω στο πλοίο που τη μεταφέρει στην Ύδρα, το 1990. Δίπλα της ο επιχειρηματίας και ραλλίστας Νίκος Αγγλούπας.
Η Ρένα Βλαχοπούλου με τον Νίκο Αγγλούπα
(Φωτογραφία από το περιοδικό Γυναίκα)


Η ένατη και τελευταία φωτογραφία κλείνει τον κύκλο που άνοιξε η πρώτη και μεταφερόμαστε και πάλι στην Κέρκυρα. Καλοκαίρι του 1994. Λίγους μήνες πριν η Ρένα έχει ολοκληρώσει τις παραστάσεις της Χαρτοπαίχτρας. Έχει αποφασίσει ότι δεν θα εμφανιστεί ξανά στο θέατρο: η απόφαση την πονάει. Το κέφι της αναλαμβάνει να της το φτιάξει ο καλός της φίλος και προσωπογράφος της Νίκος Ζαχόπουλος. Σε έναν περίπατό τους στα καντούνια της Κέρκυρας παίρνουν μια αστεία πόζα για χάρη του φακού...
Η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Νίκος Ζαχόπουλος στην Κέρκυρα. Αν δεν κάνω λάθος, η Ρένα τρώει τα αγαπημένα της ποπ κορν.
(φωτογραφία από το αρχείο του Νίκου Ζαχόπουλου)

Κυρία Ρένα Βλαχοπούλου, και αυτό το καλοκαιρινό βράδυ η μνήμη μου πλημμυρίζει από τη φωνή σας, τις ατάκες σας, το γέλιο σας αλλά και κάποιες λιγότερο συχνές στιγμές μελαγχολίας σας... Απόψε, όπως και κάθε βράδυ, κάθε μέρα, θα σας το ξαναπώ: σας ευχαριστώ για όλα!

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Απουσίες

Χτες το βράδυ στο διαδικτυακό ραδιόφωνο της ΕΡΤ ο Νίκος Αϊβαλής και ο Σιδερής Πρίντεζης, αγαπημένοι παραγωγοί του Δεύτερου Προγράμματος της ΕΡΑ, παρουσίασαν ένα αφιέρωμα με τίτλο "Οι απούσες του Ιουλίου: Τζένη, Αλίκη και Ρένα". Μια εκπομπή γεμάτη ευαισθησία, χιούμορ, σεβασμό και όμορφες μουσικές επιλογές με τις φωνές των τριών πρωταγωνιστριών που από μια παράξενη σύμπτωση πέθαναν και οι τρεις Ιούλιο: στις 22 Ιουλίου 1992 η Τζένη Καρέζη, στις 26 Ιουλίου 1996 η Αλίκη Βουγιουκλάκη και στις 29 Ιουλίου 2004 η Ρένα Βλαχοπούλου.

Ο τρεις τους δεν είναι βέβαια, όπως είπαν χτες και οι δυο παραγωγοί, οι μόνες απούσες του Ιουλίου: ο μήνας αυτός φαίνεται ότι προτιμά (ή τον προτιμούν;) οι κυρίες του θεάτρου για την τελευταία τους αυλαία. Πρόχειρα μου έρχονται στο μυαλό η Μαίρη Αρώνη και η Μαρίκα Νέζερ. Ωστόσο, πέρα από τις προσωπικές προτιμήσεις του καθενός/της καθεμιάς, οι τρεις αυτές γυναίκες αποτελούν ιδιαίτερες περιπτώσεις, γιατί παράλληλα με τη μακρόχρονη θεατρική τους πορεία έγιναν και λαϊκά είδωλα μέσα από τον κινηματογράφο και η απήχησή τους συνεχίζεται χάρη στην προβολή της κινηματογραφικής τους εργασίας από την τηλεόραση αλλά--πλέον--και από το διαδίκτυο.

Ωστόσο, καθώς άκουγα χτες την εκπομπή, αναλογιζόμουν ότι φέτος μεγάλη απούσα του φετινού Ιουλίου είναι η ΕΡΤ, η δημόσια ραδιοφωνία--αλήθεια, γιατί ακούγεται όλο και πιο σπάνια στις σχετικές συζητήσεις η ραδιοφωνία;--και τηλεόραση. Η ΕΡΤ που ανέκαθεν μας είχε καλομάθει με εκπομπές για τον πολιτισμό, με την προβολή τεχνών και καλλιτεχνών/καλλιτέχνιδων που άλλα ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα δεν θέλουν ή δεν μπορούν να προβάλουν (γιατί, κακά τα ψέματα, η ΕΡΤ είχε και ανθρώπους με τις κατάλληλες γνώσεις στα σχετικά πόστα) και βέβαια με αφιερώματα σαν το χθεσινοβραδινό: γιατί σε ποιον άλλον ραδιοφωνικό σταθμό θα μπορούσαμε να ακούσουμε σπάνιες ηχογραφήσεις από θεατρικές παραστάσεις (όπως από τοΚοροϊδάκι της δεσποινίδος με την Καρέζη, τον Ηλιόπουλο και τον Παπαγιαννόπουλο), ραδιοφωνικές διασκευές μυθιστορημάτων (όπως το Τρίτο στεφάνι με τη Ρένα Βλαχοπούλου) και τραγούδια που δεν δισκογραφήθηκαν ποτέ (όπως το "Καπηλειό" ή το "'Ελα πάρε μου τη λύπη" με τη Ρένα Βλαχοπούλου); Βρείτε μου έναν ραδιοσταθμό που παραγωγός του θα μπορούσε να μεταδώσει ένα τραγούδι του 1908 σε σπάνια ηχογράφηση του 1955 ("Τα καπέλα" από τα Παναθήναια 1908 με τη Ρένα Βλαχοπούλου, τον Γιώργο Γαβριηλίδη και τη Σωτηρία Ιατρίδου ακούστηκαν στο χθεσινό αφιέρωμα των Αϊβαλή-Πρίντεζη).


Σε σημερινό άρθρο του στην Εφημερίδα των Συντακτών ο Γιάννης Λεοντάρης γράφει:
η έννοια του δημόσιου εμπεριέχει την έννοια της κοινότητας ή μάλλον των πολλών, ιδιαίτερων και ετερόκλιτων κοινοτήτων που απαρτίζουν το δήμο. Η κοινότητα των ανθρώπων της τρίτης ηλικίας, για παράδειγμα, μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ έχει στερηθεί το δικαίωμα να ακούει μουσική του '50 και του '60 από το δημόσιο ραδιόφωνο. Μια άλλη κοινότητα, αυτή των θεατρόφιλων, δεν έχει πλέον καμία ενημέρωση από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο για όσα σημαντικά συμβαίνουν στο Φεστιβάλ Αθηνών, κάτι για το οποίο την ίδια στιγμή ενημερώνεται ο Γάλλος πολίτης. Και ούτω καθ' εξής, για διάφορες άλλες κοινότητες πολιτών.
(Και προφανώς δεν είναι μόνο η κοινότητα των ατόμων τρίτης ηλικίας που δεν απολαμβάνει εδώ και 35 μέρες το τραγούδι του '50 και του '60, αλλά και του '30 και του 40!!!...). Όλοι/ες εμείς που ανήκουμε σε αυτές τις μικρές(;) κοινότητες ας συνεχίσουμε να δηλώνουμε με κάθε ευκαιρία πως το δημόσιο ραδιόφωνο και η δημόσια τηλεόραση μας λείπουν. Η απουσία τους (αδικαιολόγητη και δεν ευθύνονται γι' αυτό οι απόντες/απούσεις όπως συμβαίνει συνήθως στο σχολείο!) είναι αισθητή και είναι καιρός πια να επιστρέψουν στις συχνότητές τους. Για το καλό όλων μας.

(Το διαδικτυακό ραδιοφωνικό πρόγραμμα της ΕΡΤ μπορείτε να το ακούτε από εδώ: http://ert-live.tv:8000/era.mp3)

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Πώς είναι δυνατόν να έχει κλείσει η ΕΡΤ;

Σαν κεραυνός εν αιθρία έπεσε (για μένα τουλάχιστον που δεν παρακολουθούσα την επικαιρότητα των τελευταίων ημερών) η είδηση για το κλείσιμο της ΕΡΤ. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση θα πάψει να υπάρχει, έστω κι αν ακούω ότι αυτό θα συμβεί για τρεις μήνες μόνον. Η ΕΡΤ, μια τεράστια δεξαμενή για την ψυχαγωγία μας, τη μόρφωσή μας και την ενημέρωσή μας κλείνει, λένε, για να αλλάξει. 
Δεν ξέρω αν πρέπει να κλείσει και να απολυθούν μέσα σε λίγες ώρες 2.656 άτομα για να "βγουν οι αριθμοί"... Ξέρω όμως πως δεν μπορώ να πιστέψω ότι μπορεί να σταματήσει να εκπέμπει η δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση έστω και για μέρα. Ξέρω ότι πρόκειται για τον μόνο φορέα των ηλεκτρονικών ΜΜΕ που τιμάει την ιστορία μας με ειδικές εκπομπές, αφιερώματα, συζητήσεις (θυμάμαι την εξαιρετική ζώνη "Η δεκαετία του '40" τον περασμένο Οκτώβρη στην ΕΤ1). Ξέρω ότι έχει στο δυναμικό της ανθρώπους με σπάνια γνώση της μουσικής, του θεάτρου, του πολιτισμού (πρόχειρα μου έρχονται στο μυαλό τα ονόματα του Γιώργου Παπαστεφάνου, του Γιάννη Πετρίδη, του Γιώργου Τσάμπρα, του Σιδερή Πρίντεζη, του Λευτέρη Κογκαλίδη, του Νίκου Αϊβαλή, της Μαρίνας Λαχανά...). Ξέρω ότι οι άνθρωποί της ήταν οι μόνοι που τίμησαν ουσιαστικά, με μεράκι και επίπονη έρευνα στο αρχείο της, τις απώλειες καλλιτέχιδων/ών όπως ο Λευτέρης Βογιατζής, η Νινή Ζαχά, ο Φώτης Πολυμέρης, ο Ζωρζ Μουστακί (για να σταθώ μόνο σε κάποιες πρόσφατες απώλειες). Ξέρω ότι τα κανάλια της ήταν τα μόνα που ενδιαφέρθηκαν να δώσουν τον λόγο στον Διονύση Σαββόπουλο και τον Λόλεκ (και πάλι πρόσφατα παραδείγματα), καθώς και τα μόνα που προβάλλουν (έστω και σε επανάληψη κάποιες φορές) εκπομπές όπως το Μονόγραμμα και το Παρασκήνιο ή παιδικές εκπομπές με ουσιαστικό περιεχόμενο κάθε μέρα (και όχι μόνο πολεμικά καρτούν τα σαββατοκύριακα) ή αφιερώματα σε έλληνες κωμικούς που δεν βρίσκονται πια ανάμεσά μας (και σύντομα θα προβαλλόταν και το αφιέρωμα της σειράς Τα αστέρια λάμπουν για πάντα στη Ρένα Βλαχοπούλου). 

Δεν ξέρω τι είδους νέος οργανισμός (που θα είναι δημόσιος, αλλά όχι κρατικός) σχεδιάζεται τώρα, αλλά ήδη αγωνιώ για την τύχη του ανεκτίμητου θησαυρού που ονομάζεται "Αρχείο της ΕΡΤ" στο οποίο δεν έχω πρόσβαση από χτες, ήδη στεναχωριέμαι που θα μου λείψει η δυνατότητα να ακούω ελαφρό τραγούδι ή κλασική μουσική ή θεατρικά έργα ή εκπομπές λόγου, πράγματα δηλαδή που οι ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί δεν ενδιαφέρονται να διαφυλάξουν ή να μεταδώσουν. Για τρεις μήνες, θα μου πείτε. Ποιος/α μας εγγυάται όμως ότι ο νέος φορέας που θα προκύψει θα νοιαστεί για όλα αυτά που δεν αποτελούν "οικονομικά συμφέρουσες" επιλογές των ιδιωτικών σταθμών;

Δεν αρνούμαι ότι η ΕΡΤ χρειάζεται να εξυγιανθεί, ότι απασχολεί και άτομα που ενδεχομένως δεν αξίζουν τον μισθό που παίρνουν, ότι μπορεί να της προσάψει κανείς έλλειψη αντικειμενικότητας/διαφάνειας σε κάποιες περιπτώσεις προσλήψεων και ενίοτε έλλειψη ευελιξίας/αντικειμενικότητας στην ενημέρωση. Είναι όμως λύση η μαύρη οθόνη, η σιωπή και τα απαξιωτικά σχόλια για το σύνολο των εργαζομένων;

Δεν ξέρω, ίσως να υπερισχύει μέσα μου η συγκίνηση του Rena Fan που χάρη στην ΕΡΤ είχε την τύχη να ακούσει σπάνιες ηχογραφήσεις της Ρένας Βλαχοπούλου (από το "Καλημέρα ζωή" μέχρι το Τρίτο Στεφάνι). Ίσως να υπερισχύει η ευγνωμοσύνη που αισθάνεται το παιδί της επαρχίας του '80 και του '90 που είχε τη δυνατότητα να ακούει μόνον κρατικό ραδιόφωνο κι έτσι ρουφούσε ουσιαστικές γνώσεις και εμπειρίες πολιτισμού που διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την προσωπικότητά και του έδωσαν ουσιαστικά στηρίγματα για τη μετέπειτα ζωή του. Ίσως να υπερισχύει ο φόβος που κάτι τόσο μεγάλο με τόσο σημαντικές συνέπειες για ανθρώπους και θεσμούς συνέβη μέσα σε ελάχιστες ώρες. Ίσως να υπερισχύει η θλίψη για τόσους ανθρώπους που μέσα σε λίγες ώρες βίωσαν μιαν απίστευτη ανατροπή χάνοντας τη δουλειά τους, και που θα μπορούσαμε να βρεθούμε όλοι/ες στη θέση τους.

Σε αυτούς τους ανθρώπους και τις οικογένειές τους στέλνω τη συμπαράστασή μου.

Κυριακή 5 Μαΐου 2013

Απόψε ήρθα για να πιω... θα πάρω λεωφορείο!

Διπλή (τουλάχιστον!) γιορτή σήμερα. Πάσχα αλλά και της Αγίας Ειρήνης. Θυμόμαστε σήμερα τη Ρένα Βλαχοπούλου, τη Ρηνούλα της καρδιάς μας μέσα από μια στάση λεωφορείου στη Θεσσαλονίκη. Η Ομάδα Εθελοντών "Θεσσαλονίκη 2012" ανέλαβε πριν από έναν μήνα να αλλάξει τη μορφή μιας στάσης του ΟΑΣΘ περνώντας ταυτόχρονα ένα κοινωνικό μήνυμα που είναι ιδιαίτερα επίκαιρο αυτές τις εορταστικές μέρες. Συγκεκριμένα χρησιμοποίησε δύο αγαπητές μορφές του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, τη Ρένα Βλαχοπούλου και τον Κώστα Βουτσά για να θυμίσει στους/ις Θεσσαλονικιούς/ές να μην οδηγούν όταν έχουν πιει αλλά και να παίρνουν το ποδήλατό τους αντί για το αυτοκίνητό τους.

Έτσι η Ρένα Βλαχοπούλου επιστρέφει μέσα από το Ραντεβού στον αέρα για να τραγουδήσει "Απόψε ήρθα για να πιω... θα πάρω λεωφορείο!" ενώ ο Κώστας Βουτσάς μας λέει πως αντί για το κότερο που είχε στα Κορίτσια για φίλημα, έχει... ποδήλατο: "πάμε μια βόλτα";

Όλα αυτά στα στέγαστρα της στάσης "Πλατεία Αριστοτέλους" στην οδό Μητροπόλεως, στην καρδιά της Θεσσαλονίκης. Η διακόσμηση της στάσης έγινε πριν από 40 περίπου μέρες, στις 24 Μαρτίου, τελευταία μέρα του 15ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Η κίνηση αυτή είχε ξεκινήσει ενάμιση μήνα νωρίτερα όταν η ατάκα του Κώστα Βουτσά προστέθηκε στη στάση "Φάληρο". Λίγες μέρες αργότερα η ομάδα ανέλαβε να διακοσμήσει άλλη μια στάση της οδού Μητροπόλεως, αυτή της Μητρόπολης, χρησιμοποιώντας αυτή τη φορά τη μορφή του Γιάννη Βογιατζή και τη θρυλική ατάκα του "Αυτή μέχρι μουστάκι θα σε βάλει να ξυρίσεις": στη στάση μπορεί να διαβάσει κανείς: "Αυτή, μέχρι και ποδήλατο θα σε βάλει να αγοράσεις!"


Με την ευκαιρία να πω ότι χρωστώ έναν αφιέρωμα στον υπέροχο Κύριο Γιάννη Βογιατζή τον οποίο απόλαυσα πριν από μια βδομάδα στην τελευταία παράσταση της Γκόλφως στο Εθνικό Θέατρο. Μια εξαιρετική παράσταση, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, με συγκλονιστικές ερμηνείες από εκλεκτούς/ές ηθοποιούς και με τον κύριο Βογιατζή να λάμπει και να μας χαρίζει, το ταλέντο του, την ευγένειά του και το κύρος του.


Ας επανέλθουμε όμως στη δουλειά της ομάδας "Θεσσαλονίκη 2012", μιας ομάδας που δημιουργήθηκε με αφορμή τον εορτασμό των 100 χρόνων από την απελευθέρωση της πόλης με σκοπό τη να προβάλει διεθνώς τις δραστηριότητες της πόλης σε όλα τα επίπεδα μέσα από διάφορες δράσεις και πρωτοβουλίες. Μπορείτε να βρείτε πληροφορίες στη σελίδα της ομάδας στο Facebook (www.facebook.com/thessaloniki2012) αλλά και στην ιστοσελίδα www.thessaloniki2012.gr. Από τη σελίδα του Facebook πήρα τις φωτογραφίες της ανάρτησης αυτής. Δεν μπόρεσα να εντοπίσω τα ονόματα των παιδιών που δούλεψαν για το ωραίο αυτό αποτέλεσμα (εκτός από τα ονόματα της Μελίνας και της Νικολέτας), τους συγχαίρω όμως και τους ευχαριστώ που ομορφαίνουν με αυτόν τον τρόπο κάποια σημεία της αγαπημένης μου πόλης.


Βγείτε λοιπόν απόψε να γλεντήσετε, να πιείτε λίγο παραπάνω (όπως θα έκανε και η Ρένα άλλωστε!), αλλά μην οδηγήσετε. Χρόνια πολλά σε όλες και όλους, ιδιαίτερα σε όσους/ες γιορτάζουν σήμερα και βεβαίως στις Ειρήνες, τις Ρηνούλες, τις Ρένες... Και ξαναφέρνω μπροστά σας τη μορφή της, τη φωνή της και το ανεπανάληπτο κωμικό ταλέντο της μέσα από τη σκηνή που ενέπνευσε το κοινωνικό μήνυμα της ομάδας "Θεσσαλονίκη 2012". 



Χρόνια πολλά και καλά!

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Ανδρέας Ντούζος

Το βράδυ της Μεγάλης Δευτέρας, 28 Απριλίου, πέθανε ο Ανδρέας Ντούζος. Ο γοητευτικός ζεν πρεμιέ των παλιών ελληνικών ταινιών ταλαιπωρούνταν τα τελευταία χρόνια από τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Γεννημένος τον Οκτώβριο του 1936 στην Αθήνα, ο Ανδρέας Ντούζος σπούδασε υποκριτική στη σχολή του Τάκη Μουζενίδη. Ξεκίνησε την καριέρα του στο θέατρο στη δεκαετία του ΄50, παίζοντας πλάι στην Έλλη Λαμπέτη, τον Δημήτρη Χορν, τον Γιώργο Παππά, τον Μάνο Κατράκη, τον Νίκο Χατζίσκο ενώ αργότερα εντάχθηκε στο "Πειραϊκό Θέατρο" του Δημήτρη Ροντήρη. Παράλληλα πραγματοποιεί τις πρώτες του εμφανίσεις στον κινηματογράφο παίζοντας μικρά ρολάκια σε ταινίες όπως Οι κολασμένοι, Το κορίτσι της γειτονιάς και η Μαγική Πόλις. 

Φαίνεται όμως πως τη μεγάλη ώθηση στην καριέρα του τού δίνει ο Αλέκος Σακελλάριος που τον αξιοποιεί σε ρόλους ζεν πρεμιέ στις ταινίες Αλίμονο στους νέους και Όταν λείπει η γάτα (όπου συναντιέται για πρώτη φορά και με τη Ρένα Βλαχοπούλου). Οι ταινίες αυτές που αναδεικνύουν το φυσικό του παίξιμο, όπως σημειώνει ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης σε πρόσφατο σημείωμά του, αποτελούν το διαβατήριό του για τη Φίνος Φιλμ. Είναι ένας από τους ιδανικούς παρτενέρ της Ζωής Λάσκαρη (Κορίτσια για φίλημα, Ιστορία μιας ζωής) και στέκεται εξίσου καλά σε κωμωδίες και δραματικά έργα τόσο εντός Φίνου (Υπάρχει και φιλότιμο, Φωνάζει ο κλέφτης, Η βίλλα των οργίων, Οι εχθροί) όσο και εκτός (Ο άσωτος, Φουσκοθαλασσιές, Σαπίλα και αριστοκρατίαΚαρδιά μου πάψε να πονάς). Παράλληλα συνεχίζει τη θεατρική του σταδιοδρομία: εμφανίζεται στην Όμορφη Πόλη του Μίκη Θεοδωράκη (θέατρο Παρκ, καλοκαίρι 1962) και συνεργάζεται με τον Κώστα Μουσούρη (Άνθρωπος για όλες τις εποχές, χειμώνας 1963-64), το ζεύγος Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ (Κολόμπ, Πειρασμός, χειμώνας 1964-65) και άλλους/ες. 


Στο απόγειο της καριέρας του (1967) αποφασίζει να φύγει για τις Η.Π.Α. όπου σπουδάζει υποκριτική και σκηνοθεσία. Επιστρέφει στην Ελλάδα μισο-ξεχασμένος το 1980 (ας μην ξεχνούμε ότι ακόμα δεν έχει αρχίσει η υπερ-προβολή των ελληνικών ταινιών από τους τηλεοπτικούς σταθμούς) και συνεχίζει τη θεατρική του σταδιοδρομία, σε θιάσους εμπορικής κωμωδίας: συνεργάζεται με τη Μαίρη Χρονοπούλου ("Παίζουν το τραγούδι μας", 1981), τη Χριστίνα Σύλβα και δραστηριοποιείται και στον χώρο των θεατρικών επιχειρήσεων εκμεταλλευόμενος το θέατρο "Σούπερ Σταρ". 

Από θεατρική συνεργασία του Ανδρέα Ντούζου με τη Χριστίνα Σύλβα, 
τον Νίκο Απέργη, την Καίτη Φίνου και τα παιδιά του Στηβ και Τέτα.
(φωτογραφία από το αρχείο του Γιώργου Χατζηδάκη)

Ο Γιάννης Δαλιανίδης αναλαμβάνει να του δώσει νέα ώθηση σε αυτή τη δεύτερη καριέρα του μέσα από τα πολύ επιτυχημένα Καθημερινά της ΕΡΤ (είναι ο κύριος Γουναρόπουλος, το αφεντικό του Γιώργου Κωνσταντίνου), ενώ θα πάρει μέρος και σε κάποιες βιντεοταινίες. Στα χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης η μορφή του θα είναι πλέον συνεχώς στις οθόνες μας μέσα από τις απανωτές προβολές των παλιών ταινιών του, ο ίδιος ωστόσο θα σταθεί διακριτικά απέναντι σε αυτή την επιτυχία, χωρίς να προσπαθήσει, όπως επισημαίνει ο Π. Τιμογιαννάκης, να εκμεταλλευτεί την καινούρια αυτή δημοσιότητα με συνεντεύξεις ή υπερφίαλες δηλώσεις για την παλιά του καριέρα. Θα πραγματοποιήσει κάποιες εμφανίσεις ως γκεστ σταρ σε τηλεοπτικά σίριαλ της ιδιωτικής τηλεόρασης (π.χ. Κωνσταντίνου και Ελένης, 1998) ενώ ως τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση καταγράφεται η ταινία του Γιώργου Πανουσόπουλου Μια μέρα τη νύχτα (2001).



Τα παιδιά του Ανδρέα Ντούζου, ο Στηβ Ντούζος και η Τέτα Ντούζου ακολούθησαν τα χνάρια του πατέρα τους στην υποκριτική αφήνοντας το δικό τους στίγμα--συχνά σε καλτ στιγμές--στον κινηματογράφο και το βίντεο της δεκαετίας του '80. (Αξίζει επίσης να υπενθυμίσω ότι η Τέτα Ντούζου πραγματοποίησε μια από τις τελευταίες, μέχρι σήμερα, εμφανίσεις της στο πλευρό της Ρένας Βλαχοπούλου, στο πρώτο μισό της σειράς Μάλιστα Κύριε του ΑΝΤ1, 1991-92).

Ρένα Βλαχοπούλου-Τέτα Ντούζου στο Μάλιστα Κύριε (1991)

Τέσσερις είναι η οι συνεργασίες της Ρένας Βλαχοπούλου με τον Ανδρέα Ντούζο. Αρχικά στο Όταν λείπει η γάτα του Αλέκου Σακελλάριου (1962) εκείνος είναι ο επιχειρηματίας Άγγελος Φλωράς που παίρνει τη θέση του τραγουδιστή Τέλη Στεφανή (Γιάννης Βογιατζής) για να γοητεύσει την οικογένεια Ζέμπερη--στην πραγματικότητα πρόκειται για το υπηρετικό προσωπικό της οικογένειας (Αυλωνίτης, Βλαχοπούλου, Μπέμπη Κούλα)--και "συνοδεύει" μαζί με τους υπόλοιπους μουσικούς τη Ρένα στο "Ας πάει και το παλιάμπελο" του Γιώργου Μουζάκη.

Ντούζος, Αυλωνίτης, Βλαχοπούλου, Μπ. Κούλα (Ν. Λινάρδου) στο Όταν λείπει η γάτα

Τη σεζόν 1964-65 ο Ανδρέας Ντούζος είναι ο κύριος Ανδρέας Ράμογλου, ο... αληθινός κύριος Ράμογλου, ο πραγματικός ιδιοκτήτης του κότερου, το οποίο τόσο γενναιόδωρα παραχώρησε στον φίλο του Κώστα Βουτσά μαζί με το όνομά του--στα Κορίτσια για φίλημα του Γιάννη Δαλιανίδη--και πολιορκεί την ανηψιά της Ρένας, την Τζένη (Ζωή Λάσκαρη). 

Κορίτσια για φίλημα: οι συστάσεις! Ντούζος, Λάσκαρη, Βλαχοπούλου, Βογιατζής, Βουτσάς, Τζανετάκος
(φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Ταινιοθήκης της Ελλάδας)

Την ίδια σεζόν Βλαχοπούλου και Ντούζος συναντιούνται ως αδέλφια στο Φωνάζει ο κλέφτης: Η Λία Καραλέοντος καλύπτει τις οικονομικές ατασθαλίες του αδελφού της Αντώνη Παπαδόπουλου, ο οποίος καταχράται διάφορα ποσά στον οργανισμό που διευθύνει ο σύζυγός της Σόλων Καραλέων (ο απολαυστικός Διονύσης Παπαγιαννόπουλος) μέχρις ότου να αποκαλύψει την απάτη ο Τιμολέων Λάμπρου (ο εξίσου απολαυστικός Ντίνος Ηλιόπουλος).

"Δυο αδελφάκια είμαστε" θα μπορούσαν να τραγουδούν οι Βλαχοπούλου-Ντούζος υπό το βλέμμα της Νινής Τζάνετ 
σε αυτό το στιγμιότυπο από το Φωνάζει ο κλέφτης
(φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Ταινιοθήκης της Ελλάδας)

Τέλος, την επόμενη σεζόν, 1965-66, οι δυο ηθοποιοί γίνονται... αδέλφια εξ αγχιστείας στο μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη Ραντεβού στον αέρα, όταν ο Ανδρέας Ντούζος υποδύεται τον γιο εφοπλιστή αλλά και σμηνίτη Δημήτρη Νικολάου που ερωτεύεται τη Μαίρη (Ελένη Προκοπίου), την αδελφή της Τζένης Σταθάτου (Ρένας Βλαχοπούλου).

"Χαίρομαι πάρα πολύ, κύριε Δημήτρη Νικολάου" λέει με έμφαση η Ρένα στον Ανδρέα Ντούζο 
(υπό το βλέμμα της Ελένης Προκοπίου) λίγο πριν του ομολογήσει ότι στην οικογένειά της έχουν μεγάλη αδυναμία στα θαλασσινά: "μύδια, στρείδια, καπεταναίους..." (Ραντεβού στον αέρα)

Το παλιό ελληνικό σινεμά θα κρατήσει για πάντα ζωντανή την εικόνα του γοητευτικού ζεν πρεμιέ Ανδρέα Ντούζου. Καλό του ταξίδι.

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

"Μια τρελή τρελή σαραντάρα" στο "Μικρό Παλλάς"

Τον φετινό χειμώνα παρουσιάζεται στην Αθήνα μια ακόμα παλιά ελληνική κωμωδία που ακολουθεί τη διαδρομή θέατρο-σινεμά-τηλεοπτική οθόνη-θέατρο: κακά τα ψέματα, έτσι ακριβώς πρέπει να περιγράφουμε τη διαδρομή αυτή, οι τηλεοπτικές οθόνες είναι ένας σημαντικός σταθμός της και χωρίς αυτόν πιθανότατα τα έργα αυτά δεν θα είχαν σήμερα τη λαϊκή απήχηση και την εμπορική δύναμη που έχουν. Γιατί αυτό είναι το "εμπορικό παράδοξο": παρά τη συνεχή προβολή τους από τις τηλεοπτικές οθόνες, οι ελληνικές κωμωδίες της εικοσαετίας 1950-1970 εξακολουθούν να αποτελούν πόλο έλξης για το θεατρόφιλο κοινό. Θα πρέπει να πλησιάζουν τις είκοσι οι παλιές κωμωδίες που ανέβηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια σε αθηναϊκές σκηνές οδηγώντας μας σε συγκρίσεις και κρίσεις για την αντοχή των έργων και την αποτελεσματικότητα των αναγνώσεών τους από τους/τις νεότερους/ες καλλιτέχνες/ιδες. Δεν είναι πάντα θετική η αποτίμηση--κορυφαία θέση ανάμεσα σε αυτά τα εγχειρήματα θα έλεγα πως κατέχουν η Θεία από το Σικάγο που διασκεύασε σε μουσική κωμωδία η Άννα Παναγιωτοπούλου (με τη συνεργασία του Σιδερή Πρίντεζη στις μουσικές επιλογές) αλλά και το Η γυνή να φοβήται τον άνδρα που παρουσίασαν πιο πρόσφατα ο Γιάννης Μπέζος και η Ναταλία Τσαλίκη (με εξαιρετικά τραγούδια της Δήμητρας Γαλάνη και της Λίνας Νικολακοπούλου). Στη στήλη με τις επιτυχίες πάντως θα πρόσθετα φέτος την επιστροφή στο Μικρό Παλλάς της κωμωδίας Μια τρελή τρελή σαραντάρα που στηρίζεται στο ομότιτλο σενάριο του Αλέκου Σακελλάριου που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Δαλιανίδης το 1970 με πρωταγωνίστρια τη Ρένα Βλαχοπούλου.

Η ιστορία της Τρελής τρελής σαραντάρας ξεκινάει στη δεκαετία του '50, όταν ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος γράφουν την κωμωδία Σαράντα και... Αν και ως χρονολογία συγγραφής του έργου αναφέρεται το 1957, η πρώτη του παρουσίαση γίνεται από τον θίασο της Μαίρης Αρώνη στο θέατρο Ακροπόλ τα Θεοφάνεια του 1960 (το έργο διαδέχτηκε τη Μαντώ Μαυρογένους του Γεωργίου Ρούσσου που παρουσίαζε στο Ακροπόλ η Μαίρη Αρώνη από τον Οκτώβριο του '59--ήταν η εποχή που, όπως γράφει σε ένα από τα βιβλία της η Σπεράντζα Βρανά, ο Βασίλης Μπουρνέλλης είχε ερωτευτεί παράφορα την πρόζα και έκανε απιστίες στη μεγάλη του αγάπη, την επιθεώρηση, παραχωρώντας τον ναό της σε θιάσους πρόζας).

Η Μαίρη Αρώνη ερμήνευσε σπιρτόζικα (αναφέρει το Θέατρο '60 του Θεόδωρου Κρίτα) τον ρόλο της Τζένης, της σαραντάρας χήρας που αντιμετωπίζει τις αντιδράσεις της οικογένειάς της όταν προσπαθεί να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Τα αδέλφια της έπαιξαν στην παράσταση του Ακροπόλ ο Ανδρέας Φιλιππίδης και η Μαρίκα Ραυτοπούλου. Τον ρόλο της Καίτης, της φίλης με την οποία η Τζένη μοιράζεται τα μυστικά της, ερμήνευσε η Λίλη Παπαγιάννη. Η Τασσώ Καββαδία έπαιζε τη στριμμένη οικονόμο του σπιτιού, την Αϊρίν, ενώ το υπηρετικό προσωπικό συμπλήρωναν η Αλίκη Ζαβερδινού (Τούλα) και ο Δημήτρης Καλλιβωκάς (Αντρέας, σωφέρ). Τον κύριο Χατζηθωμά, υποψήφιο γαμπρό για την Τζένη, έπαιζε ο Χριστόφορος Χειμάρας. Ο Θεόδωρος Μορίδης εμφανιζόταν στον ρόλο του Ναύαρχου, ενώ τους άλλους οικογενειακούς φίλους της Τζένης έπαιζαν η Καίτη Χρονοπούλου (Ρίτα) και ο Σπύρος Ολύμπιος (Νάσος). Αξίζει να τονίσουμε ότι στο Σαράντα και... δεν εμφανίζεται ποτέ επί σκηνής το αντικείμενο του πόθου της Τζένης. Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από εκείνον, αλλά εκείνος παραμένει απών (σύμφωνα με το Θέατρο ΄60, ακούγεται μόνο η φωνή του Αντρέα Μπάρκουλη σε ένα τραγούδι του Τάκη Μωράκη).

Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι Σακελλάριος-Γιαννακόπουλος ήταν πρωτοπόροι σε ό,τι αφορά το θέμα του έργου: το θεατρόφιλο κοινό σε όλον τον κόσμο απόλαυσε τις περιπέτειες της σαραντάρας που ερωτεύεται έναν άντρα νεότερό της μέσα από το έργο των Μπαριγιέ και Γκρεντί Σαράντα καράτια που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1966 (και στην Ελλάδα το 1968 από την Έλλη Λαμπέτη). Οι Διόσκουροι όμως παρουσίασαν το θέμα της ερωτευμένης σαραντάρας αρκετά χρόνια νωρίτερα. Μπορεί βέβαια ο άντρας που ερωτεύεται η Τζένη να μην είναι νεότερός της, ωστόσο οι προσπάθειες της σαραντάρας χήρας να χαρεί τον έρωτα κόντρα στις κοινωνικές προκαταλήψεις ήταν θέμα αρκετά ρηξικέλευθο για τα συντηρητικά δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας του '59-60...

Οι παραστάσεις του Σαράντα και... κράτησαν ενάμιση μήνα, μέχρι την 21η Φεβρουαρίου 1960 (ο θίασος της Αρώνη παρουσίασε στη συνέχεια το έργο Η διαβολεμένη μυλωνού του Αλεσάντρο Κάσονα), αλλά η Μαίρη Αρώνη συναντήθηκε και πάλι με τον ρόλο δέκα χρόνια μετά, στους ραδιοθαλάμους του τότε ΕΙΡ, στη ραδιοφωνική προσαρμογή του έργου (η οποία κυκλοφόρησε και σε CD με τη Ραδιοτηλεόραση πριν από λίγο καιρό). Στο πλευρό της Αρώνη και πάλι γνωστοί ηθοποιοί, όπως ο Γιάννης Γκιωνάκης, η Βίλμα Κύρου, ο Γιώργος Μοσχίδης, η Αλίκη Ζωγράφου κ.ά. Ωστόσο την ίδια χρονιά το Σαράντα και... αποκτά ένα μαζικό κοινό και περνά στην αθανασία, χάρη στη Φίνος Φιλμ, τον ίδιο τον Σακελλάριο που το διασκεύασε για το σινεμά, τον Γιάννη Δαλιανίδη που το σκηνοθέτησε και φυσικά τη Ρένα Βλαχοπούλου που ανέλαβε τον ρόλο της Τζένης.

Όταν στα τελευταία χρόνια της ζωής της οι δημοσιογράφοι ρωτούσαν τη Ρένα ποια είναι η αγαπημένη της ταινία, εκείνη είχε πια εγκαταλείψει τις συνηθισμένες απαντήσεις της ("Όλες τις αγαπώ εξίσου", "Δεν θυμάμαι τα παλιά") και δήλωνε πως αγαπημένη της ταινία ήταν το Μια τρελή τρελή σαραντάρα: δεν επέλεγε τη Χαρτοπαίχτρα που για μεγάλη μερίδα κοινού και κριτικών είναι η πιο ολοκληρωμένη ερμηνεία της--και μάλιστα σε ρόλο που δεν γράφτηκε για εκείνη--ούτε κάποιο από τα μουσικοχορευτικά φιλμ που δικαίωναν τις μουσικοθεατρικές της καταβολές. Προτιμούσε τη Σαραντάρα: η ίδια έλεγε ότι απολάμβανε τους καβγάδες της με την κινηματογραφική αδελφή της Αιμιλία, την οποία αποκαλούσε χαριτωμένα Κοκάλω (παρατσούκλι που σκαρφίστηκε η ίδια η Ρένα στη διάρκεια των γυρισμάτων): η Τασσώ Καββαδία ερμήνευσε απολαυστικά τον ρόλο, μετατρέποντας σε κωμικό τον ρόλο της στρίγγλας που ερμήνευε σε δραματικές ταινίες για περισσότερο από 15 χρόνια--και αξίζει να υπενθυμίσω ότι μέχρι το τέλος της ζωής της η Καββαδία δεν έπαψε να λέει ότι από τις τόσες συμπρωταγωνίστριές της ξεχώριζε τη Ρένα  Βλαχοπούλου για την αυθεντικότητα του ταλέντου της, την απλότητα του χαρακτήρα της και τη ζωντάνια της. Πέρα όμως από τους κινηματογραφικούς καβγάδες, υποπτεύομαι ότι η Ρένα προτιμούσε την ταινία αυτή επειδή το θέμα της την άγγιζε ιδιαίτερα: όπως η ηρωίδα, έτσι και η ίδια δεν δίστασε να φτιάξει τη ζωή της σε μια ηλικία κάπως προχωρημένη για τα δεδομένα της εποχής: γνώρισε (1965) και παντρεύτηκε (1967) τον τρίτο της σύζυγο, τον Γιώργο Λαφαζάνη όταν είχε πατήσει για... καλά τα σαράντα (ή, όπως συνήθιζε να λέει ο Σακελλάριος για τον εαυτό του, όταν τα είχε πια... ξεκοιλιάσει!), ενώ ερμήνευσε τη σαραντάρα Τζένη όταν είχε περάσει για τα καλά και τα... σαράντα πέντε--επιμελώς βλέπετε αποφεύγω να αναφέρω ακριβείς ηλικίες γιατί φοβάμαι μήπως την εκνευρίσω εκεί που είναι...

Στην ταινία η Ρένα δίνει το... συνηθισμένο ρεσιτάλ ερμηνείας της, πετώντας δολοφονικές ατάκες προς κάθε κατεύθυνση και προκαλώντας αβίαστο γέλιο. Πλαισιώνεται βέβαια και από εξαιρετικούς/ές ηθοποιούς: εκτός από την Καββαδία (που υπενθυμίζω ότι στο θεατρικό Σαράντα και... ερμήνευε την εξίσου στριμμένη οικονόμο του σπιτιού, την Ειρήνη που στην ταινία ερμηνεύει απολαυστικά η Πόπη Άλβα), εμφανίζονται ο Γιάννης Μιχαλόπουλος στον ρόλο του Ορέστη, η Μέλπω Ζαρόκωστα στον ρόλο της Καίτης, ο Γιώργος Γαβριηλίδης στον ρόλο του Χατζηθωμά και ο Δημήτρης Καλλιβωκάς στον ρόλο του Καπετάνιου--υπενθυμίζω ότι και ο Καλλιβωκάς εμφανιζόταν ως σωφέρ στη θεατρική εκδοχή του έργου. Στην ταινία όμως εμφανίζεται επιτέλους και ο... Τάκης, δηλαδή ο άντρας που ερωτεύεται τρελά η τρελή σαραντάρα: τον υποδύεται  ο γοητευτικότατος Αντρέας Μπάρκουλης (που στο θεατρικό Σαράντα και... ακουγόταν απλώς να τραγουδάει!). Η παρουσία του Τάκη δεν είναι απλώς απαίτηση του κινηματογραφικού μέσου για μια πιο ρεαλιστική παρουσίαση της ιστορίας της Τζένης: ενισχύει την ταύτιση του θεατή με τη λαχτάρα της ηρωίδας για ζωή, την ανάγκη της για επανάσταση και τη χαρά της για αυτή τη σπουδαία αλλαγή στη ζωή της.

Η ταινία βγήκε στις αίθουσες στο τέλος της σεζόν 1969-70 (στη διάρκεια της οποίας η Ρένα είχε ήδη θριαμβεύσει ως Παριζιάνα) και συγκεκριμένα στις 13 Απριλίου 1970. Οι κριτικές ήταν συνήθως επιφυλακτικές με τις ταινίες του λαϊκού σινεμά και έτσι δεν εκφράστηκαν με ενθουσιασμό για την ταινία, τόνισαν όμως τη συμβολή της Ρένας με το μπρίο της και τον διασκεδαστικό οίστρο της. Στις αίθουσες Α΄ προβολής της πρωτεύουσας, η ταινία "έκοψε" 300.495 εισιτήρια και κατέκτησε τη 10η θέση στον πίνακα εισιτηρίων.

Πενήντα δύο χρόνια μετά την πρεμιέρα του θεατρικού έργου και σαράντα δύο μετά την πρώτη προβολή της ταινίας η τρελή σαραντάρα επέστρεψε στο θέατρο. Ο τίτλος που επιλέχθηκε για την παράσταση που έστησε με κέφι και γρήγορους ρυθμούς (ειδικά στο πρώτο μέρος) ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης στη σκηνή του Μικρού Παλλάς είναι ο κινηματογραφικός και αυτό είναι σωστό εφόσον η παράσταση στηρίζεται κυρίως στην κινηματογραφική εκδοχή του έργου: ο Θοδωρής Πετρόπουλος διασκεύασε το σενάριο του Αλέκου Σακελλάριου (λαμβάνοντας βέβαια υπόψη και το αρχικό κείμενο των Διόσκουρων), κρατώντας τα γεγονότα που παρουσιάζει η ταινία και αναπτύσσοντας κάποιες από τις αφηγήσεις των ηρώων σε ολοκληρωμένες σκηνές (η εναρκτήρια σκηνή στο κέντρο όπου εργάζεται ο Τάκης λειτουργεί εξαιρετικά ως εισαγωγή του έργου). Κρατήθηκαν επίσης τα δυο τραγούδια του Μίμη Πλέσσα που ακούγονται στην ταινία από τη Ρένα και τον Μπάρκουλη (το "Έχω δικαίωμα κι εγώ" τραγουδά ζωντανά στην παράσταση η Βίκυ Σταυροπούλου με πολύ κέφι). Κρατήθηκε τέλος--και αυτό είναι έκπληξη--το χορευτικό στο οποίο βρίσκεται μπλεγμένη η Τζένη για να ξεφύγει από τα μάτια του Χατζηθωμά και άλλων γνωστών της στο κέντρο όπου εμφανίζεται ο καλός της. Στην ταινία του Δαλιανίδη η σκηνή αυτή δίνει στη Ρένα Βλαχοπούλου την ευκαιρία να παρουσιάσει ένα κωμικό χορευτικό, μάλλον μοναδικό στην ιστορία του ελληνικού σινεμά (κάτι που είχε επισημάνει ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης συγκρίνοντάς το με ένα χορευτικό της Julie Andrews στο μιούζικαλ Star!), αφού καμιά άλλη ηθοποιός δεν έχει συνδυάσει με αυτόν τον τρόπο κωμικό παίξιμο και χορευτικές/ακροβατικές ικανότητες. Στη σκηνή (και ως ένα σημείο και στην... πλατεία!) του Μικρού Παλλάς η Βίκυ Σταυροπούλου βαδίζει ή, μάλλον, χορεύει στα χνάρια της αξέχαστης ηθοποιού και μας αιφνιδιάζει με τα ακροβατικά της καμώματα οδηγώντας σε μια απολαυστική κορύφωση το πρώτο μέρος της παράστασης.

Η Βίκυ Σταυροπούλου λοιπόν αναμετριέται με έναν ρόλο που έχει σφραγίσει η ερμηνεία της Ρένας Βλαχοπούλου. Δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση για έναν/μία ηθοποιό να αναλαμβάνει ρόλους που ταυτίζονται στη συλλογική μνήμη του κοινού με τόσο μεγάλα ταλέντα. Η Βίκυ Σταυροπούλου τολμά να το κάνει και δεν χάνει. Είναι άδικο να τη συγκρίνει κανείς με τη Ρένα--και είναι ακόμα πιο άδικο να ισχυριστεί κανείς ότι η Σταυροπούλου προσπαθεί να μιμηθεί τη Ρένα. Κάτι τέτοιο είναι προφανώς μακριά από τις προθέσεις της: και τις δυο ηθοποιούς χαρακτηρίζει η εξαιρετική αίσθηση του timing της ατάκας--βασικό χαρακτηριστικό των μεγάλων κωμικών--, η αμεσότητα και η ετοιμότητά τους πάνω στη σκηνή, αλλά ο τρόπος που παίζουν είναι διαφορετικός. Η Ρένα Βλαχοπούλου ως σαραντάρα Τζένη είναι μια φοβισμένη επαναστάτρια: όπως θα άρμοζε σε μια ώριμη γυναίκα πριν από τέσσερις δεκαετίες, επιθυμεί να χαρεί τον έρωτα με τον Τάκη αλλά δεν της είναι εύκολο να σπάσει τα κοινωνικά δεσμά. Η Βίκυ Σταυροπούλου ως σαραντάρα Τζένη είναι πιο θαρραλέα. Ίσως επειδή το έργο παίζεται σήμερα, ίσως επειδή έτσι ταιριάζει περισσότερο στη δική της ιδιοσυγκρασία, η Σταυροπούλου επαναστατεί με λιγότερες ενοχές, είναι πιο διεκδικητική και εκδηλώνει με μεγαλύτερη ευκολία την ερωτική λαχτάρα της για τον Τάκη. Ετοιμόλογη, δυναμική, απρόβλεπτη κάποιες φορές, η Σταυροπούλου σηκώνει με ευκολία την παράσταση του Μικρού Παλλάς στους ώμους της, δίχως όμως να επισκιάζει τις ωραίες ερμηνείες των συναδέλφων της.

Έτσι, λάμπουν στη σκηνή (αλλά και στην πλατεία!) του Μικρού Παλλάς τα "αδέλφια" της: ο Δημήτρης Μαυρόπουλος και η Ελένη Κρίτα είναι πολύ καλοί στους ρόλους τους καταφέρνοντας--ιδιαίτερα η δεύτερη--να γίνουν αντιπαθητικοί στο κοινό. Εξίσου... αντιπαθητική είναι και η Νεφέλη Ορφανού, μακριά από τις υπερβολές του παρελθόντος, καταφέρνει αποτελεσματικά να κάνει δύσκολη τη ζωή της Τζένης. Προσπαθεί όμως να την κάνει πιο εύκολη η Βάσω Γουλιελμάκη, ως φίλη της Τζένης, και μας κερδίζει με τη συνωμοτική της διάθεση και την αφοσίωσή της στη φίλη της. Απολαυστικός ως Χατζηθωμάς, δίχως να παραπέμπει καθόλου στον Γιώργο Γαβριηλίδη, είναι ο Στράτος Χρήστου. Ο Κωνσταντίνος Κακούρης προσφέρει μια διακριτικά γοητευτική παρουσία ως Τάκης. Τη διανομή συμπληρώνουν ο Γιώργος Δεπάστας ως Καπετάνιος, ο χορευτής Ivan Svitailo, που βοηθάει τη Βίκυ Σταυροπούλου να απογειωθεί αλλά και να προσγειωθεί, και ο Μάρκος Μπούγιας στον ρόλο του σωφέρ. Αν δεν τον δείτε να υποκλίνεται στο φινάλε του έργου μην απορήσετε: ο Μάρκος Μπούγιας είναι ο ταξιθέτης του Μικρού Παλλάς και προφανώς έχει ήδη επιστρέψει στα καθήκοντά του πριν ανάψουν και πάλι τα φώτα της πλατείας.

Η Μαρία Τσαγκάρη αξιοποίησε τις περιορισμένες δυνατότητες της σκηνής του Μικρού Παλλάς για να στήσει τα σκηνικά του έργου, ενώ τα κοστούμια της Κατερίνας Παπανικολάου παραπέμπουν στην εποχή που εκτυλίσσεται η υπόθεση του έργου (τέλος της δεκαετίας του '60, αρχές του '70). Οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη και η μουσική επιμέλεια (και διδασκαλία) του Αλέξιου Πρίφτη συμβάλλουν στην επιτυχία της παράστασης που σας προτείνω να δείτε: θα φύγετε από το θέατρο με περισσότερη αισιοδοξία και με κέφι που μεταδίδουν... "ύπουλα" οι ηθοποιοί της.

Και δυο ρενο-φανατικές σκέψεις που έκανα βλέποντας την παράσταση. Η πρώτη αφορά τη Ρένα Βλαχοπούλου. Χαιρόμουν την ερμηνεία της Σταυροπούλου, αλλά το μυαλό μου πήγαινε συχνά στο παίξιμο της Ρένας. Επειδή ακριβώς οι ερμηνείες τους είναι διαφορετικές, ανακάλυπτα ξανά μέσα από τη μνήμη μου τους τρόπους με τους οποίους η Ρένα έλεγε τις ατάκες της ή συνομιλούσε με τους/τις άλλους/ες ηθοποιούς. Η καινούρια ανάγνωση του έργου από τη Βίκυ Σταυροπούλου ενίσχυσε την ανάμνηση της Ρένας και της δικιάς της υποκριτικής--δίχως όμως αυτό να αποβαίνει σε βάρος της Σταυροπούλου. Η δεύτερη σκέψη αφορά τη Βίκυ Σταυροπούλου: πρόκειται μάλλον για ανάμνηση, καθώς τη θυμάμαι, μαζί με τον φίλο και συγκάτοικό της Χρήστο Χατζηπαναγιώτη, στην κηδεία της Ρένας Βλαχοπούλου. Διακριτικές παρουσίες κι οι δυο τους, ένιωσα πολύ όμορφα που ήρθαν, ηθοποιοί εκείνοι νεότερης γενιάς που μπορεί να μη συνεργάστηκαν μαζί της αλλά ένιωσαν προφανώς την ανάγκη να αποχαιρετίσουν μια γυναίκα που σημάδεψε τον χώρο τους και ίσως τη θεωρούσαν και δασκάλα τους. Τη στιγμή που άλλοι/ες καλλιτέχνες/ιδες που βρίσκονταν πιο "κοντά" στη Ρένα δεν ήρθαν για εκείνο το τελευταίο αντίο, η διακριτική παρουσία της Σταυροπούλου και του Χατζηπαναγιώτη, το ζεστό εκείνο μεσημέρι του Ιουλίου, μαρτυρούσε πολλά για το ήθος τους.

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Τέσσερα χρόνια χωρίς τη Δανάη Στρατηγοπούλου

Ο χρόνος τελικά περνά γρήγορα. Δεν έχω καταλάβει πώς πέρασαν τέσσερα χρόνια από τότε που πέθανε η Δανάη Στρατηγοπούλου. Στις 18 Ιανουαρίου 2009, η αγαπημένη μας γιαγιά Δανάη αποφάσισε, ως ελεύθερο τρεχαντήρι που ήταν πάντοτε, να φύγει για άλλους γιαλούς.

Η Δανάη Στρατηγοπούλου προίκισε έναν ολόκληρο λαό με μια πλούσια κληρονομιά: ηχογραφήσεις, ποιήματα, πεζά, μεταφράσεις, απολαυστικές διηγήσεις μιας ζωής που έμοιαζε να μην έχει τέλος--και τελικά δεν είχε, παρά τους "αναγκαστικούς" τίτλους τέλους που έπεσαν σαν σήμερα. Ίσως να προίκισε λίγο παραπάνω τα άτομα που είχαν την τύχη να χαίρονται τη φυσική της παρουσία: τη μονάκριβη κόρη της Λήδα Χαλκιαδάκη και τα τρία εγγόνια της, τον Γιώργο, την Ευδοκία και τον Κωνσταντίνο, που ομόρφαιναν τη ζωή της μέχρι τις τελευταίες της στιγμές, τις φίλες και τους φίλους που είχαν την τύχη να μπαίνουν στο σπίτι της και να ρουφούν το πνεύμα της, την ενέργειά της, την αγάπη της για όλα, τα "μικρά" και τα "μεγάλα", που χαιρόταν στην καθημερινότητά της και την τέχνη της.

Ανάμεσα στα δώρα που μας άφησε πάντως κορυφαία θέση θα έχουν πάντα τα τραγούδια της που θα εκφράζουν το "σκεπτόμενο αίσθημά" της--χαρακτηρισμός που ανήκει στην κόρη της, τη σημαντική ερμηνεύτρια, τραγουδοποιό και ποιήτρια Λήδα Χαλκιαδάκη--και θα ομορφαίνουν τη ζωή όσων έχουν το προνόμιο--και συγχωρήστε μου αυτή την εγωιστική έκφραση--να αναγνωρίζουν, να αποζητούν και να απολαμβάνουν τη σπουδαία τέχνη της. Ήταν καταλυτική η συμβολή της Δανάης στη "μεγάλη τέχνη των μικρών τραγουδιών" και η ελληνική μουσική τής οφείλει ευγνωμοσύνη για όσα τής πρόσφερε.

Καθώς ξημερώνει η επέτειος του θανάτου της, στέκομαι σε λίγα τραγούδια που βρέθηκαν μπροστά μου στο youtube. Είναι πολλές οι ηχογραφήσεις της που θα άξιζε να μνημονεύσω, αλλά δεν θέλω να κάνω κάποια εξαντλητική παρουσίαση του έργου της. Να τη θυμηθώ θέλω μόνο λέγοντάς της να 'ρθει για απόψε, μέσα στη νύχτα, μες στον χειμώνα, αν και το ξέρω πάντα πως θα ξανάρθει. Απόψε ίσως όχι σαν όλα τα βραδάκια, αφού η επέτειος κάνει διαφορετική την προσμονή αυτή. Δεν αναρωτιέμαι ποια να 'ναι αυτή η γυναίκα, γιατί ευτυχώς είχα την τύχη να τη γνωρίσω καλά... Και κυρίως είχα την τύχη να μάθω πως η καρδιά της μπορούσε να αγαπήσει όσο λίγες. Και αν προσπάθησε μέσα από τον στίχο της να μας πείσει πως δεν ξέρει τι είναι αυτό που το λένε αγάπη, εμείς ξέρουμε καλά ότι με τη φωνή της κατάφερε όσο λίγες φωνές να μας κάνει να το νιώσουμε.














Το εκτενές αφιέρωμα του Rena Fan στη ζωή και το έργο της Δανάης Στρατηγοπούλου είναι πάντα διαθέσιμο εδώ.