Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Πώς είναι δυνατόν να έχει κλείσει η ΕΡΤ;

Σαν κεραυνός εν αιθρία έπεσε (για μένα τουλάχιστον που δεν παρακολουθούσα την επικαιρότητα των τελευταίων ημερών) η είδηση για το κλείσιμο της ΕΡΤ. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση θα πάψει να υπάρχει, έστω κι αν ακούω ότι αυτό θα συμβεί για τρεις μήνες μόνον. Η ΕΡΤ, μια τεράστια δεξαμενή για την ψυχαγωγία μας, τη μόρφωσή μας και την ενημέρωσή μας κλείνει, λένε, για να αλλάξει. 
Δεν ξέρω αν πρέπει να κλείσει και να απολυθούν μέσα σε λίγες ώρες 2.656 άτομα για να "βγουν οι αριθμοί"... Ξέρω όμως πως δεν μπορώ να πιστέψω ότι μπορεί να σταματήσει να εκπέμπει η δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση έστω και για μέρα. Ξέρω ότι πρόκειται για τον μόνο φορέα των ηλεκτρονικών ΜΜΕ που τιμάει την ιστορία μας με ειδικές εκπομπές, αφιερώματα, συζητήσεις (θυμάμαι την εξαιρετική ζώνη "Η δεκαετία του '40" τον περασμένο Οκτώβρη στην ΕΤ1). Ξέρω ότι έχει στο δυναμικό της ανθρώπους με σπάνια γνώση της μουσικής, του θεάτρου, του πολιτισμού (πρόχειρα μου έρχονται στο μυαλό τα ονόματα του Γιώργου Παπαστεφάνου, του Γιάννη Πετρίδη, του Γιώργου Τσάμπρα, του Σιδερή Πρίντεζη, του Λευτέρη Κογκαλίδη, του Νίκου Αϊβαλή, της Μαρίνας Λαχανά...). Ξέρω ότι οι άνθρωποί της ήταν οι μόνοι που τίμησαν ουσιαστικά, με μεράκι και επίπονη έρευνα στο αρχείο της, τις απώλειες καλλιτέχιδων/ών όπως ο Λευτέρης Βογιατζής, η Νινή Ζαχά, ο Φώτης Πολυμέρης, ο Ζωρζ Μουστακί (για να σταθώ μόνο σε κάποιες πρόσφατες απώλειες). Ξέρω ότι τα κανάλια της ήταν τα μόνα που ενδιαφέρθηκαν να δώσουν τον λόγο στον Διονύση Σαββόπουλο και τον Λόλεκ (και πάλι πρόσφατα παραδείγματα), καθώς και τα μόνα που προβάλλουν (έστω και σε επανάληψη κάποιες φορές) εκπομπές όπως το Μονόγραμμα και το Παρασκήνιο ή παιδικές εκπομπές με ουσιαστικό περιεχόμενο κάθε μέρα (και όχι μόνο πολεμικά καρτούν τα σαββατοκύριακα) ή αφιερώματα σε έλληνες κωμικούς που δεν βρίσκονται πια ανάμεσά μας (και σύντομα θα προβαλλόταν και το αφιέρωμα της σειράς Τα αστέρια λάμπουν για πάντα στη Ρένα Βλαχοπούλου). 

Δεν ξέρω τι είδους νέος οργανισμός (που θα είναι δημόσιος, αλλά όχι κρατικός) σχεδιάζεται τώρα, αλλά ήδη αγωνιώ για την τύχη του ανεκτίμητου θησαυρού που ονομάζεται "Αρχείο της ΕΡΤ" στο οποίο δεν έχω πρόσβαση από χτες, ήδη στεναχωριέμαι που θα μου λείψει η δυνατότητα να ακούω ελαφρό τραγούδι ή κλασική μουσική ή θεατρικά έργα ή εκπομπές λόγου, πράγματα δηλαδή που οι ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί δεν ενδιαφέρονται να διαφυλάξουν ή να μεταδώσουν. Για τρεις μήνες, θα μου πείτε. Ποιος/α μας εγγυάται όμως ότι ο νέος φορέας που θα προκύψει θα νοιαστεί για όλα αυτά που δεν αποτελούν "οικονομικά συμφέρουσες" επιλογές των ιδιωτικών σταθμών;

Δεν αρνούμαι ότι η ΕΡΤ χρειάζεται να εξυγιανθεί, ότι απασχολεί και άτομα που ενδεχομένως δεν αξίζουν τον μισθό που παίρνουν, ότι μπορεί να της προσάψει κανείς έλλειψη αντικειμενικότητας/διαφάνειας σε κάποιες περιπτώσεις προσλήψεων και ενίοτε έλλειψη ευελιξίας/αντικειμενικότητας στην ενημέρωση. Είναι όμως λύση η μαύρη οθόνη, η σιωπή και τα απαξιωτικά σχόλια για το σύνολο των εργαζομένων;

Δεν ξέρω, ίσως να υπερισχύει μέσα μου η συγκίνηση του Rena Fan που χάρη στην ΕΡΤ είχε την τύχη να ακούσει σπάνιες ηχογραφήσεις της Ρένας Βλαχοπούλου (από το "Καλημέρα ζωή" μέχρι το Τρίτο Στεφάνι). Ίσως να υπερισχύει η ευγνωμοσύνη που αισθάνεται το παιδί της επαρχίας του '80 και του '90 που είχε τη δυνατότητα να ακούει μόνον κρατικό ραδιόφωνο κι έτσι ρουφούσε ουσιαστικές γνώσεις και εμπειρίες πολιτισμού που διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την προσωπικότητά και του έδωσαν ουσιαστικά στηρίγματα για τη μετέπειτα ζωή του. Ίσως να υπερισχύει ο φόβος που κάτι τόσο μεγάλο με τόσο σημαντικές συνέπειες για ανθρώπους και θεσμούς συνέβη μέσα σε ελάχιστες ώρες. Ίσως να υπερισχύει η θλίψη για τόσους ανθρώπους που μέσα σε λίγες ώρες βίωσαν μιαν απίστευτη ανατροπή χάνοντας τη δουλειά τους, και που θα μπορούσαμε να βρεθούμε όλοι/ες στη θέση τους.

Σε αυτούς τους ανθρώπους και τις οικογένειές τους στέλνω τη συμπαράστασή μου.

Κυριακή 5 Μαΐου 2013

Απόψε ήρθα για να πιω... θα πάρω λεωφορείο!

Διπλή (τουλάχιστον!) γιορτή σήμερα. Πάσχα αλλά και της Αγίας Ειρήνης. Θυμόμαστε σήμερα τη Ρένα Βλαχοπούλου, τη Ρηνούλα της καρδιάς μας μέσα από μια στάση λεωφορείου στη Θεσσαλονίκη. Η Ομάδα Εθελοντών "Θεσσαλονίκη 2012" ανέλαβε πριν από έναν μήνα να αλλάξει τη μορφή μιας στάσης του ΟΑΣΘ περνώντας ταυτόχρονα ένα κοινωνικό μήνυμα που είναι ιδιαίτερα επίκαιρο αυτές τις εορταστικές μέρες. Συγκεκριμένα χρησιμοποίησε δύο αγαπητές μορφές του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, τη Ρένα Βλαχοπούλου και τον Κώστα Βουτσά για να θυμίσει στους/ις Θεσσαλονικιούς/ές να μην οδηγούν όταν έχουν πιει αλλά και να παίρνουν το ποδήλατό τους αντί για το αυτοκίνητό τους.

Έτσι η Ρένα Βλαχοπούλου επιστρέφει μέσα από το Ραντεβού στον αέρα για να τραγουδήσει "Απόψε ήρθα για να πιω... θα πάρω λεωφορείο!" ενώ ο Κώστας Βουτσάς μας λέει πως αντί για το κότερο που είχε στα Κορίτσια για φίλημα, έχει... ποδήλατο: "πάμε μια βόλτα";

Όλα αυτά στα στέγαστρα της στάσης "Πλατεία Αριστοτέλους" στην οδό Μητροπόλεως, στην καρδιά της Θεσσαλονίκης. Η διακόσμηση της στάσης έγινε πριν από 40 περίπου μέρες, στις 24 Μαρτίου, τελευταία μέρα του 15ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Η κίνηση αυτή είχε ξεκινήσει ενάμιση μήνα νωρίτερα όταν η ατάκα του Κώστα Βουτσά προστέθηκε στη στάση "Φάληρο". Λίγες μέρες αργότερα η ομάδα ανέλαβε να διακοσμήσει άλλη μια στάση της οδού Μητροπόλεως, αυτή της Μητρόπολης, χρησιμοποιώντας αυτή τη φορά τη μορφή του Γιάννη Βογιατζή και τη θρυλική ατάκα του "Αυτή μέχρι μουστάκι θα σε βάλει να ξυρίσεις": στη στάση μπορεί να διαβάσει κανείς: "Αυτή, μέχρι και ποδήλατο θα σε βάλει να αγοράσεις!"


Με την ευκαιρία να πω ότι χρωστώ έναν αφιέρωμα στον υπέροχο Κύριο Γιάννη Βογιατζή τον οποίο απόλαυσα πριν από μια βδομάδα στην τελευταία παράσταση της Γκόλφως στο Εθνικό Θέατρο. Μια εξαιρετική παράσταση, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, με συγκλονιστικές ερμηνείες από εκλεκτούς/ές ηθοποιούς και με τον κύριο Βογιατζή να λάμπει και να μας χαρίζει, το ταλέντο του, την ευγένειά του και το κύρος του.


Ας επανέλθουμε όμως στη δουλειά της ομάδας "Θεσσαλονίκη 2012", μιας ομάδας που δημιουργήθηκε με αφορμή τον εορτασμό των 100 χρόνων από την απελευθέρωση της πόλης με σκοπό τη να προβάλει διεθνώς τις δραστηριότητες της πόλης σε όλα τα επίπεδα μέσα από διάφορες δράσεις και πρωτοβουλίες. Μπορείτε να βρείτε πληροφορίες στη σελίδα της ομάδας στο Facebook (www.facebook.com/thessaloniki2012) αλλά και στην ιστοσελίδα www.thessaloniki2012.gr. Από τη σελίδα του Facebook πήρα τις φωτογραφίες της ανάρτησης αυτής. Δεν μπόρεσα να εντοπίσω τα ονόματα των παιδιών που δούλεψαν για το ωραίο αυτό αποτέλεσμα (εκτός από τα ονόματα της Μελίνας και της Νικολέτας), τους συγχαίρω όμως και τους ευχαριστώ που ομορφαίνουν με αυτόν τον τρόπο κάποια σημεία της αγαπημένης μου πόλης.


Βγείτε λοιπόν απόψε να γλεντήσετε, να πιείτε λίγο παραπάνω (όπως θα έκανε και η Ρένα άλλωστε!), αλλά μην οδηγήσετε. Χρόνια πολλά σε όλες και όλους, ιδιαίτερα σε όσους/ες γιορτάζουν σήμερα και βεβαίως στις Ειρήνες, τις Ρηνούλες, τις Ρένες... Και ξαναφέρνω μπροστά σας τη μορφή της, τη φωνή της και το ανεπανάληπτο κωμικό ταλέντο της μέσα από τη σκηνή που ενέπνευσε το κοινωνικό μήνυμα της ομάδας "Θεσσαλονίκη 2012". 



Χρόνια πολλά και καλά!

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Ανδρέας Ντούζος

Το βράδυ της Μεγάλης Δευτέρας, 28 Απριλίου, πέθανε ο Ανδρέας Ντούζος. Ο γοητευτικός ζεν πρεμιέ των παλιών ελληνικών ταινιών ταλαιπωρούνταν τα τελευταία χρόνια από τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Γεννημένος τον Οκτώβριο του 1936 στην Αθήνα, ο Ανδρέας Ντούζος σπούδασε υποκριτική στη σχολή του Τάκη Μουζενίδη. Ξεκίνησε την καριέρα του στο θέατρο στη δεκαετία του ΄50, παίζοντας πλάι στην Έλλη Λαμπέτη, τον Δημήτρη Χορν, τον Γιώργο Παππά, τον Μάνο Κατράκη, τον Νίκο Χατζίσκο ενώ αργότερα εντάχθηκε στο "Πειραϊκό Θέατρο" του Δημήτρη Ροντήρη. Παράλληλα πραγματοποιεί τις πρώτες του εμφανίσεις στον κινηματογράφο παίζοντας μικρά ρολάκια σε ταινίες όπως Οι κολασμένοι, Το κορίτσι της γειτονιάς και η Μαγική Πόλις. 

Φαίνεται όμως πως τη μεγάλη ώθηση στην καριέρα του τού δίνει ο Αλέκος Σακελλάριος που τον αξιοποιεί σε ρόλους ζεν πρεμιέ στις ταινίες Αλίμονο στους νέους και Όταν λείπει η γάτα (όπου συναντιέται για πρώτη φορά και με τη Ρένα Βλαχοπούλου). Οι ταινίες αυτές που αναδεικνύουν το φυσικό του παίξιμο, όπως σημειώνει ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης σε πρόσφατο σημείωμά του, αποτελούν το διαβατήριό του για τη Φίνος Φιλμ. Είναι ένας από τους ιδανικούς παρτενέρ της Ζωής Λάσκαρη (Κορίτσια για φίλημα, Ιστορία μιας ζωής) και στέκεται εξίσου καλά σε κωμωδίες και δραματικά έργα τόσο εντός Φίνου (Υπάρχει και φιλότιμο, Φωνάζει ο κλέφτης, Η βίλλα των οργίων, Οι εχθροί) όσο και εκτός (Ο άσωτος, Φουσκοθαλασσιές, Σαπίλα και αριστοκρατίαΚαρδιά μου πάψε να πονάς). Παράλληλα συνεχίζει τη θεατρική του σταδιοδρομία: εμφανίζεται στην Όμορφη Πόλη του Μίκη Θεοδωράκη (θέατρο Παρκ, καλοκαίρι 1962) και συνεργάζεται με τον Κώστα Μουσούρη (Άνθρωπος για όλες τις εποχές, χειμώνας 1963-64), το ζεύγος Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ (Κολόμπ, Πειρασμός, χειμώνας 1964-65) και άλλους/ες. 


Στο απόγειο της καριέρας του (1967) αποφασίζει να φύγει για τις Η.Π.Α. όπου σπουδάζει υποκριτική και σκηνοθεσία. Επιστρέφει στην Ελλάδα μισο-ξεχασμένος το 1980 (ας μην ξεχνούμε ότι ακόμα δεν έχει αρχίσει η υπερ-προβολή των ελληνικών ταινιών από τους τηλεοπτικούς σταθμούς) και συνεχίζει τη θεατρική του σταδιοδρομία, σε θιάσους εμπορικής κωμωδίας: συνεργάζεται με τη Μαίρη Χρονοπούλου ("Παίζουν το τραγούδι μας", 1981), τη Χριστίνα Σύλβα και δραστηριοποιείται και στον χώρο των θεατρικών επιχειρήσεων εκμεταλλευόμενος το θέατρο "Σούπερ Σταρ". 

Από θεατρική συνεργασία του Ανδρέα Ντούζου με τη Χριστίνα Σύλβα, 
τον Νίκο Απέργη, την Καίτη Φίνου και τα παιδιά του Στηβ και Τέτα.
(φωτογραφία από το αρχείο του Γιώργου Χατζηδάκη)

Ο Γιάννης Δαλιανίδης αναλαμβάνει να του δώσει νέα ώθηση σε αυτή τη δεύτερη καριέρα του μέσα από τα πολύ επιτυχημένα Καθημερινά της ΕΡΤ (είναι ο κύριος Γουναρόπουλος, το αφεντικό του Γιώργου Κωνσταντίνου), ενώ θα πάρει μέρος και σε κάποιες βιντεοταινίες. Στα χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης η μορφή του θα είναι πλέον συνεχώς στις οθόνες μας μέσα από τις απανωτές προβολές των παλιών ταινιών του, ο ίδιος ωστόσο θα σταθεί διακριτικά απέναντι σε αυτή την επιτυχία, χωρίς να προσπαθήσει, όπως επισημαίνει ο Π. Τιμογιαννάκης, να εκμεταλλευτεί την καινούρια αυτή δημοσιότητα με συνεντεύξεις ή υπερφίαλες δηλώσεις για την παλιά του καριέρα. Θα πραγματοποιήσει κάποιες εμφανίσεις ως γκεστ σταρ σε τηλεοπτικά σίριαλ της ιδιωτικής τηλεόρασης (π.χ. Κωνσταντίνου και Ελένης, 1998) ενώ ως τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση καταγράφεται η ταινία του Γιώργου Πανουσόπουλου Μια μέρα τη νύχτα (2001).



Τα παιδιά του Ανδρέα Ντούζου, ο Στηβ Ντούζος και η Τέτα Ντούζου ακολούθησαν τα χνάρια του πατέρα τους στην υποκριτική αφήνοντας το δικό τους στίγμα--συχνά σε καλτ στιγμές--στον κινηματογράφο και το βίντεο της δεκαετίας του '80. (Αξίζει επίσης να υπενθυμίσω ότι η Τέτα Ντούζου πραγματοποίησε μια από τις τελευταίες, μέχρι σήμερα, εμφανίσεις της στο πλευρό της Ρένας Βλαχοπούλου, στο πρώτο μισό της σειράς Μάλιστα Κύριε του ΑΝΤ1, 1991-92).

Ρένα Βλαχοπούλου-Τέτα Ντούζου στο Μάλιστα Κύριε (1991)

Τέσσερις είναι η οι συνεργασίες της Ρένας Βλαχοπούλου με τον Ανδρέα Ντούζο. Αρχικά στο Όταν λείπει η γάτα του Αλέκου Σακελλάριου (1962) εκείνος είναι ο επιχειρηματίας Άγγελος Φλωράς που παίρνει τη θέση του τραγουδιστή Τέλη Στεφανή (Γιάννης Βογιατζής) για να γοητεύσει την οικογένεια Ζέμπερη--στην πραγματικότητα πρόκειται για το υπηρετικό προσωπικό της οικογένειας (Αυλωνίτης, Βλαχοπούλου, Μπέμπη Κούλα)--και "συνοδεύει" μαζί με τους υπόλοιπους μουσικούς τη Ρένα στο "Ας πάει και το παλιάμπελο" του Γιώργου Μουζάκη.

Ντούζος, Αυλωνίτης, Βλαχοπούλου, Μπ. Κούλα (Ν. Λινάρδου) στο Όταν λείπει η γάτα

Τη σεζόν 1964-65 ο Ανδρέας Ντούζος είναι ο κύριος Ανδρέας Ράμογλου, ο... αληθινός κύριος Ράμογλου, ο πραγματικός ιδιοκτήτης του κότερου, το οποίο τόσο γενναιόδωρα παραχώρησε στον φίλο του Κώστα Βουτσά μαζί με το όνομά του--στα Κορίτσια για φίλημα του Γιάννη Δαλιανίδη--και πολιορκεί την ανηψιά της Ρένας, την Τζένη (Ζωή Λάσκαρη). 

Κορίτσια για φίλημα: οι συστάσεις! Ντούζος, Λάσκαρη, Βλαχοπούλου, Βογιατζής, Βουτσάς, Τζανετάκος
(φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Ταινιοθήκης της Ελλάδας)

Την ίδια σεζόν Βλαχοπούλου και Ντούζος συναντιούνται ως αδέλφια στο Φωνάζει ο κλέφτης: Η Λία Καραλέοντος καλύπτει τις οικονομικές ατασθαλίες του αδελφού της Αντώνη Παπαδόπουλου, ο οποίος καταχράται διάφορα ποσά στον οργανισμό που διευθύνει ο σύζυγός της Σόλων Καραλέων (ο απολαυστικός Διονύσης Παπαγιαννόπουλος) μέχρις ότου να αποκαλύψει την απάτη ο Τιμολέων Λάμπρου (ο εξίσου απολαυστικός Ντίνος Ηλιόπουλος).

"Δυο αδελφάκια είμαστε" θα μπορούσαν να τραγουδούν οι Βλαχοπούλου-Ντούζος υπό το βλέμμα της Νινής Τζάνετ 
σε αυτό το στιγμιότυπο από το Φωνάζει ο κλέφτης
(φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Ταινιοθήκης της Ελλάδας)

Τέλος, την επόμενη σεζόν, 1965-66, οι δυο ηθοποιοί γίνονται... αδέλφια εξ αγχιστείας στο μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη Ραντεβού στον αέρα, όταν ο Ανδρέας Ντούζος υποδύεται τον γιο εφοπλιστή αλλά και σμηνίτη Δημήτρη Νικολάου που ερωτεύεται τη Μαίρη (Ελένη Προκοπίου), την αδελφή της Τζένης Σταθάτου (Ρένας Βλαχοπούλου).

"Χαίρομαι πάρα πολύ, κύριε Δημήτρη Νικολάου" λέει με έμφαση η Ρένα στον Ανδρέα Ντούζο 
(υπό το βλέμμα της Ελένης Προκοπίου) λίγο πριν του ομολογήσει ότι στην οικογένειά της έχουν μεγάλη αδυναμία στα θαλασσινά: "μύδια, στρείδια, καπεταναίους..." (Ραντεβού στον αέρα)

Το παλιό ελληνικό σινεμά θα κρατήσει για πάντα ζωντανή την εικόνα του γοητευτικού ζεν πρεμιέ Ανδρέα Ντούζου. Καλό του ταξίδι.

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

"Μια τρελή τρελή σαραντάρα" στο "Μικρό Παλλάς"

Τον φετινό χειμώνα παρουσιάζεται στην Αθήνα μια ακόμα παλιά ελληνική κωμωδία που ακολουθεί τη διαδρομή θέατρο-σινεμά-τηλεοπτική οθόνη-θέατρο: κακά τα ψέματα, έτσι ακριβώς πρέπει να περιγράφουμε τη διαδρομή αυτή, οι τηλεοπτικές οθόνες είναι ένας σημαντικός σταθμός της και χωρίς αυτόν πιθανότατα τα έργα αυτά δεν θα είχαν σήμερα τη λαϊκή απήχηση και την εμπορική δύναμη που έχουν. Γιατί αυτό είναι το "εμπορικό παράδοξο": παρά τη συνεχή προβολή τους από τις τηλεοπτικές οθόνες, οι ελληνικές κωμωδίες της εικοσαετίας 1950-1970 εξακολουθούν να αποτελούν πόλο έλξης για το θεατρόφιλο κοινό. Θα πρέπει να πλησιάζουν τις είκοσι οι παλιές κωμωδίες που ανέβηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια σε αθηναϊκές σκηνές οδηγώντας μας σε συγκρίσεις και κρίσεις για την αντοχή των έργων και την αποτελεσματικότητα των αναγνώσεών τους από τους/τις νεότερους/ες καλλιτέχνες/ιδες. Δεν είναι πάντα θετική η αποτίμηση--κορυφαία θέση ανάμεσα σε αυτά τα εγχειρήματα θα έλεγα πως κατέχουν η Θεία από το Σικάγο που διασκεύασε σε μουσική κωμωδία η Άννα Παναγιωτοπούλου (με τη συνεργασία του Σιδερή Πρίντεζη στις μουσικές επιλογές) αλλά και το Η γυνή να φοβήται τον άνδρα που παρουσίασαν πιο πρόσφατα ο Γιάννης Μπέζος και η Ναταλία Τσαλίκη (με εξαιρετικά τραγούδια της Δήμητρας Γαλάνη και της Λίνας Νικολακοπούλου). Στη στήλη με τις επιτυχίες πάντως θα πρόσθετα φέτος την επιστροφή στο Μικρό Παλλάς της κωμωδίας Μια τρελή τρελή σαραντάρα που στηρίζεται στο ομότιτλο σενάριο του Αλέκου Σακελλάριου που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Δαλιανίδης το 1970 με πρωταγωνίστρια τη Ρένα Βλαχοπούλου.

Η ιστορία της Τρελής τρελής σαραντάρας ξεκινάει στη δεκαετία του '50, όταν ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος γράφουν την κωμωδία Σαράντα και... Αν και ως χρονολογία συγγραφής του έργου αναφέρεται το 1957, η πρώτη του παρουσίαση γίνεται από τον θίασο της Μαίρης Αρώνη στο θέατρο Ακροπόλ τα Θεοφάνεια του 1960 (το έργο διαδέχτηκε τη Μαντώ Μαυρογένους του Γεωργίου Ρούσσου που παρουσίαζε στο Ακροπόλ η Μαίρη Αρώνη από τον Οκτώβριο του '59--ήταν η εποχή που, όπως γράφει σε ένα από τα βιβλία της η Σπεράντζα Βρανά, ο Βασίλης Μπουρνέλλης είχε ερωτευτεί παράφορα την πρόζα και έκανε απιστίες στη μεγάλη του αγάπη, την επιθεώρηση, παραχωρώντας τον ναό της σε θιάσους πρόζας).

Η Μαίρη Αρώνη ερμήνευσε σπιρτόζικα (αναφέρει το Θέατρο '60 του Θεόδωρου Κρίτα) τον ρόλο της Τζένης, της σαραντάρας χήρας που αντιμετωπίζει τις αντιδράσεις της οικογένειάς της όταν προσπαθεί να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Τα αδέλφια της έπαιξαν στην παράσταση του Ακροπόλ ο Ανδρέας Φιλιππίδης και η Μαρίκα Ραυτοπούλου. Τον ρόλο της Καίτης, της φίλης με την οποία η Τζένη μοιράζεται τα μυστικά της, ερμήνευσε η Λίλη Παπαγιάννη. Η Τασσώ Καββαδία έπαιζε τη στριμμένη οικονόμο του σπιτιού, την Αϊρίν, ενώ το υπηρετικό προσωπικό συμπλήρωναν η Αλίκη Ζαβερδινού (Τούλα) και ο Δημήτρης Καλλιβωκάς (Αντρέας, σωφέρ). Τον κύριο Χατζηθωμά, υποψήφιο γαμπρό για την Τζένη, έπαιζε ο Χριστόφορος Χειμάρας. Ο Θεόδωρος Μορίδης εμφανιζόταν στον ρόλο του Ναύαρχου, ενώ τους άλλους οικογενειακούς φίλους της Τζένης έπαιζαν η Καίτη Χρονοπούλου (Ρίτα) και ο Σπύρος Ολύμπιος (Νάσος). Αξίζει να τονίσουμε ότι στο Σαράντα και... δεν εμφανίζεται ποτέ επί σκηνής το αντικείμενο του πόθου της Τζένης. Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από εκείνον, αλλά εκείνος παραμένει απών (σύμφωνα με το Θέατρο ΄60, ακούγεται μόνο η φωνή του Αντρέα Μπάρκουλη σε ένα τραγούδι του Τάκη Μωράκη).

Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι Σακελλάριος-Γιαννακόπουλος ήταν πρωτοπόροι σε ό,τι αφορά το θέμα του έργου: το θεατρόφιλο κοινό σε όλον τον κόσμο απόλαυσε τις περιπέτειες της σαραντάρας που ερωτεύεται έναν άντρα νεότερό της μέσα από το έργο των Μπαριγιέ και Γκρεντί Σαράντα καράτια που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1966 (και στην Ελλάδα το 1968 από την Έλλη Λαμπέτη). Οι Διόσκουροι όμως παρουσίασαν το θέμα της ερωτευμένης σαραντάρας αρκετά χρόνια νωρίτερα. Μπορεί βέβαια ο άντρας που ερωτεύεται η Τζένη να μην είναι νεότερός της, ωστόσο οι προσπάθειες της σαραντάρας χήρας να χαρεί τον έρωτα κόντρα στις κοινωνικές προκαταλήψεις ήταν θέμα αρκετά ρηξικέλευθο για τα συντηρητικά δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας του '59-60...

Οι παραστάσεις του Σαράντα και... κράτησαν ενάμιση μήνα, μέχρι την 21η Φεβρουαρίου 1960 (ο θίασος της Αρώνη παρουσίασε στη συνέχεια το έργο Η διαβολεμένη μυλωνού του Αλεσάντρο Κάσονα), αλλά η Μαίρη Αρώνη συναντήθηκε και πάλι με τον ρόλο δέκα χρόνια μετά, στους ραδιοθαλάμους του τότε ΕΙΡ, στη ραδιοφωνική προσαρμογή του έργου (η οποία κυκλοφόρησε και σε CD με τη Ραδιοτηλεόραση πριν από λίγο καιρό). Στο πλευρό της Αρώνη και πάλι γνωστοί ηθοποιοί, όπως ο Γιάννης Γκιωνάκης, η Βίλμα Κύρου, ο Γιώργος Μοσχίδης, η Αλίκη Ζωγράφου κ.ά. Ωστόσο την ίδια χρονιά το Σαράντα και... αποκτά ένα μαζικό κοινό και περνά στην αθανασία, χάρη στη Φίνος Φιλμ, τον ίδιο τον Σακελλάριο που το διασκεύασε για το σινεμά, τον Γιάννη Δαλιανίδη που το σκηνοθέτησε και φυσικά τη Ρένα Βλαχοπούλου που ανέλαβε τον ρόλο της Τζένης.

Όταν στα τελευταία χρόνια της ζωής της οι δημοσιογράφοι ρωτούσαν τη Ρένα ποια είναι η αγαπημένη της ταινία, εκείνη είχε πια εγκαταλείψει τις συνηθισμένες απαντήσεις της ("Όλες τις αγαπώ εξίσου", "Δεν θυμάμαι τα παλιά") και δήλωνε πως αγαπημένη της ταινία ήταν το Μια τρελή τρελή σαραντάρα: δεν επέλεγε τη Χαρτοπαίχτρα που για μεγάλη μερίδα κοινού και κριτικών είναι η πιο ολοκληρωμένη ερμηνεία της--και μάλιστα σε ρόλο που δεν γράφτηκε για εκείνη--ούτε κάποιο από τα μουσικοχορευτικά φιλμ που δικαίωναν τις μουσικοθεατρικές της καταβολές. Προτιμούσε τη Σαραντάρα: η ίδια έλεγε ότι απολάμβανε τους καβγάδες της με την κινηματογραφική αδελφή της Αιμιλία, την οποία αποκαλούσε χαριτωμένα Κοκάλω (παρατσούκλι που σκαρφίστηκε η ίδια η Ρένα στη διάρκεια των γυρισμάτων): η Τασσώ Καββαδία ερμήνευσε απολαυστικά τον ρόλο, μετατρέποντας σε κωμικό τον ρόλο της στρίγγλας που ερμήνευε σε δραματικές ταινίες για περισσότερο από 15 χρόνια--και αξίζει να υπενθυμίσω ότι μέχρι το τέλος της ζωής της η Καββαδία δεν έπαψε να λέει ότι από τις τόσες συμπρωταγωνίστριές της ξεχώριζε τη Ρένα  Βλαχοπούλου για την αυθεντικότητα του ταλέντου της, την απλότητα του χαρακτήρα της και τη ζωντάνια της. Πέρα όμως από τους κινηματογραφικούς καβγάδες, υποπτεύομαι ότι η Ρένα προτιμούσε την ταινία αυτή επειδή το θέμα της την άγγιζε ιδιαίτερα: όπως η ηρωίδα, έτσι και η ίδια δεν δίστασε να φτιάξει τη ζωή της σε μια ηλικία κάπως προχωρημένη για τα δεδομένα της εποχής: γνώρισε (1965) και παντρεύτηκε (1967) τον τρίτο της σύζυγο, τον Γιώργο Λαφαζάνη όταν είχε πατήσει για... καλά τα σαράντα (ή, όπως συνήθιζε να λέει ο Σακελλάριος για τον εαυτό του, όταν τα είχε πια... ξεκοιλιάσει!), ενώ ερμήνευσε τη σαραντάρα Τζένη όταν είχε περάσει για τα καλά και τα... σαράντα πέντε--επιμελώς βλέπετε αποφεύγω να αναφέρω ακριβείς ηλικίες γιατί φοβάμαι μήπως την εκνευρίσω εκεί που είναι...

Στην ταινία η Ρένα δίνει το... συνηθισμένο ρεσιτάλ ερμηνείας της, πετώντας δολοφονικές ατάκες προς κάθε κατεύθυνση και προκαλώντας αβίαστο γέλιο. Πλαισιώνεται βέβαια και από εξαιρετικούς/ές ηθοποιούς: εκτός από την Καββαδία (που υπενθυμίζω ότι στο θεατρικό Σαράντα και... ερμήνευε την εξίσου στριμμένη οικονόμο του σπιτιού, την Ειρήνη που στην ταινία ερμηνεύει απολαυστικά η Πόπη Άλβα), εμφανίζονται ο Γιάννης Μιχαλόπουλος στον ρόλο του Ορέστη, η Μέλπω Ζαρόκωστα στον ρόλο της Καίτης, ο Γιώργος Γαβριηλίδης στον ρόλο του Χατζηθωμά και ο Δημήτρης Καλλιβωκάς στον ρόλο του Καπετάνιου--υπενθυμίζω ότι και ο Καλλιβωκάς εμφανιζόταν ως σωφέρ στη θεατρική εκδοχή του έργου. Στην ταινία όμως εμφανίζεται επιτέλους και ο... Τάκης, δηλαδή ο άντρας που ερωτεύεται τρελά η τρελή σαραντάρα: τον υποδύεται  ο γοητευτικότατος Αντρέας Μπάρκουλης (που στο θεατρικό Σαράντα και... ακουγόταν απλώς να τραγουδάει!). Η παρουσία του Τάκη δεν είναι απλώς απαίτηση του κινηματογραφικού μέσου για μια πιο ρεαλιστική παρουσίαση της ιστορίας της Τζένης: ενισχύει την ταύτιση του θεατή με τη λαχτάρα της ηρωίδας για ζωή, την ανάγκη της για επανάσταση και τη χαρά της για αυτή τη σπουδαία αλλαγή στη ζωή της.

Η ταινία βγήκε στις αίθουσες στο τέλος της σεζόν 1969-70 (στη διάρκεια της οποίας η Ρένα είχε ήδη θριαμβεύσει ως Παριζιάνα) και συγκεκριμένα στις 13 Απριλίου 1970. Οι κριτικές ήταν συνήθως επιφυλακτικές με τις ταινίες του λαϊκού σινεμά και έτσι δεν εκφράστηκαν με ενθουσιασμό για την ταινία, τόνισαν όμως τη συμβολή της Ρένας με το μπρίο της και τον διασκεδαστικό οίστρο της. Στις αίθουσες Α΄ προβολής της πρωτεύουσας, η ταινία "έκοψε" 300.495 εισιτήρια και κατέκτησε τη 10η θέση στον πίνακα εισιτηρίων.

Πενήντα δύο χρόνια μετά την πρεμιέρα του θεατρικού έργου και σαράντα δύο μετά την πρώτη προβολή της ταινίας η τρελή σαραντάρα επέστρεψε στο θέατρο. Ο τίτλος που επιλέχθηκε για την παράσταση που έστησε με κέφι και γρήγορους ρυθμούς (ειδικά στο πρώτο μέρος) ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης στη σκηνή του Μικρού Παλλάς είναι ο κινηματογραφικός και αυτό είναι σωστό εφόσον η παράσταση στηρίζεται κυρίως στην κινηματογραφική εκδοχή του έργου: ο Θοδωρής Πετρόπουλος διασκεύασε το σενάριο του Αλέκου Σακελλάριου (λαμβάνοντας βέβαια υπόψη και το αρχικό κείμενο των Διόσκουρων), κρατώντας τα γεγονότα που παρουσιάζει η ταινία και αναπτύσσοντας κάποιες από τις αφηγήσεις των ηρώων σε ολοκληρωμένες σκηνές (η εναρκτήρια σκηνή στο κέντρο όπου εργάζεται ο Τάκης λειτουργεί εξαιρετικά ως εισαγωγή του έργου). Κρατήθηκαν επίσης τα δυο τραγούδια του Μίμη Πλέσσα που ακούγονται στην ταινία από τη Ρένα και τον Μπάρκουλη (το "Έχω δικαίωμα κι εγώ" τραγουδά ζωντανά στην παράσταση η Βίκυ Σταυροπούλου με πολύ κέφι). Κρατήθηκε τέλος--και αυτό είναι έκπληξη--το χορευτικό στο οποίο βρίσκεται μπλεγμένη η Τζένη για να ξεφύγει από τα μάτια του Χατζηθωμά και άλλων γνωστών της στο κέντρο όπου εμφανίζεται ο καλός της. Στην ταινία του Δαλιανίδη η σκηνή αυτή δίνει στη Ρένα Βλαχοπούλου την ευκαιρία να παρουσιάσει ένα κωμικό χορευτικό, μάλλον μοναδικό στην ιστορία του ελληνικού σινεμά (κάτι που είχε επισημάνει ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης συγκρίνοντάς το με ένα χορευτικό της Julie Andrews στο μιούζικαλ Star!), αφού καμιά άλλη ηθοποιός δεν έχει συνδυάσει με αυτόν τον τρόπο κωμικό παίξιμο και χορευτικές/ακροβατικές ικανότητες. Στη σκηνή (και ως ένα σημείο και στην... πλατεία!) του Μικρού Παλλάς η Βίκυ Σταυροπούλου βαδίζει ή, μάλλον, χορεύει στα χνάρια της αξέχαστης ηθοποιού και μας αιφνιδιάζει με τα ακροβατικά της καμώματα οδηγώντας σε μια απολαυστική κορύφωση το πρώτο μέρος της παράστασης.

Η Βίκυ Σταυροπούλου λοιπόν αναμετριέται με έναν ρόλο που έχει σφραγίσει η ερμηνεία της Ρένας Βλαχοπούλου. Δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση για έναν/μία ηθοποιό να αναλαμβάνει ρόλους που ταυτίζονται στη συλλογική μνήμη του κοινού με τόσο μεγάλα ταλέντα. Η Βίκυ Σταυροπούλου τολμά να το κάνει και δεν χάνει. Είναι άδικο να τη συγκρίνει κανείς με τη Ρένα--και είναι ακόμα πιο άδικο να ισχυριστεί κανείς ότι η Σταυροπούλου προσπαθεί να μιμηθεί τη Ρένα. Κάτι τέτοιο είναι προφανώς μακριά από τις προθέσεις της: και τις δυο ηθοποιούς χαρακτηρίζει η εξαιρετική αίσθηση του timing της ατάκας--βασικό χαρακτηριστικό των μεγάλων κωμικών--, η αμεσότητα και η ετοιμότητά τους πάνω στη σκηνή, αλλά ο τρόπος που παίζουν είναι διαφορετικός. Η Ρένα Βλαχοπούλου ως σαραντάρα Τζένη είναι μια φοβισμένη επαναστάτρια: όπως θα άρμοζε σε μια ώριμη γυναίκα πριν από τέσσερις δεκαετίες, επιθυμεί να χαρεί τον έρωτα με τον Τάκη αλλά δεν της είναι εύκολο να σπάσει τα κοινωνικά δεσμά. Η Βίκυ Σταυροπούλου ως σαραντάρα Τζένη είναι πιο θαρραλέα. Ίσως επειδή το έργο παίζεται σήμερα, ίσως επειδή έτσι ταιριάζει περισσότερο στη δική της ιδιοσυγκρασία, η Σταυροπούλου επαναστατεί με λιγότερες ενοχές, είναι πιο διεκδικητική και εκδηλώνει με μεγαλύτερη ευκολία την ερωτική λαχτάρα της για τον Τάκη. Ετοιμόλογη, δυναμική, απρόβλεπτη κάποιες φορές, η Σταυροπούλου σηκώνει με ευκολία την παράσταση του Μικρού Παλλάς στους ώμους της, δίχως όμως να επισκιάζει τις ωραίες ερμηνείες των συναδέλφων της.

Έτσι, λάμπουν στη σκηνή (αλλά και στην πλατεία!) του Μικρού Παλλάς τα "αδέλφια" της: ο Δημήτρης Μαυρόπουλος και η Ελένη Κρίτα είναι πολύ καλοί στους ρόλους τους καταφέρνοντας--ιδιαίτερα η δεύτερη--να γίνουν αντιπαθητικοί στο κοινό. Εξίσου... αντιπαθητική είναι και η Νεφέλη Ορφανού, μακριά από τις υπερβολές του παρελθόντος, καταφέρνει αποτελεσματικά να κάνει δύσκολη τη ζωή της Τζένης. Προσπαθεί όμως να την κάνει πιο εύκολη η Βάσω Γουλιελμάκη, ως φίλη της Τζένης, και μας κερδίζει με τη συνωμοτική της διάθεση και την αφοσίωσή της στη φίλη της. Απολαυστικός ως Χατζηθωμάς, δίχως να παραπέμπει καθόλου στον Γιώργο Γαβριηλίδη, είναι ο Στράτος Χρήστου. Ο Κωνσταντίνος Κακούρης προσφέρει μια διακριτικά γοητευτική παρουσία ως Τάκης. Τη διανομή συμπληρώνουν ο Γιώργος Δεπάστας ως Καπετάνιος, ο χορευτής Ivan Svitailo, που βοηθάει τη Βίκυ Σταυροπούλου να απογειωθεί αλλά και να προσγειωθεί, και ο Μάρκος Μπούγιας στον ρόλο του σωφέρ. Αν δεν τον δείτε να υποκλίνεται στο φινάλε του έργου μην απορήσετε: ο Μάρκος Μπούγιας είναι ο ταξιθέτης του Μικρού Παλλάς και προφανώς έχει ήδη επιστρέψει στα καθήκοντά του πριν ανάψουν και πάλι τα φώτα της πλατείας.

Η Μαρία Τσαγκάρη αξιοποίησε τις περιορισμένες δυνατότητες της σκηνής του Μικρού Παλλάς για να στήσει τα σκηνικά του έργου, ενώ τα κοστούμια της Κατερίνας Παπανικολάου παραπέμπουν στην εποχή που εκτυλίσσεται η υπόθεση του έργου (τέλος της δεκαετίας του '60, αρχές του '70). Οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη και η μουσική επιμέλεια (και διδασκαλία) του Αλέξιου Πρίφτη συμβάλλουν στην επιτυχία της παράστασης που σας προτείνω να δείτε: θα φύγετε από το θέατρο με περισσότερη αισιοδοξία και με κέφι που μεταδίδουν... "ύπουλα" οι ηθοποιοί της.

Και δυο ρενο-φανατικές σκέψεις που έκανα βλέποντας την παράσταση. Η πρώτη αφορά τη Ρένα Βλαχοπούλου. Χαιρόμουν την ερμηνεία της Σταυροπούλου, αλλά το μυαλό μου πήγαινε συχνά στο παίξιμο της Ρένας. Επειδή ακριβώς οι ερμηνείες τους είναι διαφορετικές, ανακάλυπτα ξανά μέσα από τη μνήμη μου τους τρόπους με τους οποίους η Ρένα έλεγε τις ατάκες της ή συνομιλούσε με τους/τις άλλους/ες ηθοποιούς. Η καινούρια ανάγνωση του έργου από τη Βίκυ Σταυροπούλου ενίσχυσε την ανάμνηση της Ρένας και της δικιάς της υποκριτικής--δίχως όμως αυτό να αποβαίνει σε βάρος της Σταυροπούλου. Η δεύτερη σκέψη αφορά τη Βίκυ Σταυροπούλου: πρόκειται μάλλον για ανάμνηση, καθώς τη θυμάμαι, μαζί με τον φίλο και συγκάτοικό της Χρήστο Χατζηπαναγιώτη, στην κηδεία της Ρένας Βλαχοπούλου. Διακριτικές παρουσίες κι οι δυο τους, ένιωσα πολύ όμορφα που ήρθαν, ηθοποιοί εκείνοι νεότερης γενιάς που μπορεί να μη συνεργάστηκαν μαζί της αλλά ένιωσαν προφανώς την ανάγκη να αποχαιρετίσουν μια γυναίκα που σημάδεψε τον χώρο τους και ίσως τη θεωρούσαν και δασκάλα τους. Τη στιγμή που άλλοι/ες καλλιτέχνες/ιδες που βρίσκονταν πιο "κοντά" στη Ρένα δεν ήρθαν για εκείνο το τελευταίο αντίο, η διακριτική παρουσία της Σταυροπούλου και του Χατζηπαναγιώτη, το ζεστό εκείνο μεσημέρι του Ιουλίου, μαρτυρούσε πολλά για το ήθος τους.

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Τέσσερα χρόνια χωρίς τη Δανάη Στρατηγοπούλου

Ο χρόνος τελικά περνά γρήγορα. Δεν έχω καταλάβει πώς πέρασαν τέσσερα χρόνια από τότε που πέθανε η Δανάη Στρατηγοπούλου. Στις 18 Ιανουαρίου 2009, η αγαπημένη μας γιαγιά Δανάη αποφάσισε, ως ελεύθερο τρεχαντήρι που ήταν πάντοτε, να φύγει για άλλους γιαλούς.

Η Δανάη Στρατηγοπούλου προίκισε έναν ολόκληρο λαό με μια πλούσια κληρονομιά: ηχογραφήσεις, ποιήματα, πεζά, μεταφράσεις, απολαυστικές διηγήσεις μιας ζωής που έμοιαζε να μην έχει τέλος--και τελικά δεν είχε, παρά τους "αναγκαστικούς" τίτλους τέλους που έπεσαν σαν σήμερα. Ίσως να προίκισε λίγο παραπάνω τα άτομα που είχαν την τύχη να χαίρονται τη φυσική της παρουσία: τη μονάκριβη κόρη της Λήδα Χαλκιαδάκη και τα τρία εγγόνια της, τον Γιώργο, την Ευδοκία και τον Κωνσταντίνο, που ομόρφαιναν τη ζωή της μέχρι τις τελευταίες της στιγμές, τις φίλες και τους φίλους που είχαν την τύχη να μπαίνουν στο σπίτι της και να ρουφούν το πνεύμα της, την ενέργειά της, την αγάπη της για όλα, τα "μικρά" και τα "μεγάλα", που χαιρόταν στην καθημερινότητά της και την τέχνη της.

Ανάμεσα στα δώρα που μας άφησε πάντως κορυφαία θέση θα έχουν πάντα τα τραγούδια της που θα εκφράζουν το "σκεπτόμενο αίσθημά" της--χαρακτηρισμός που ανήκει στην κόρη της, τη σημαντική ερμηνεύτρια, τραγουδοποιό και ποιήτρια Λήδα Χαλκιαδάκη--και θα ομορφαίνουν τη ζωή όσων έχουν το προνόμιο--και συγχωρήστε μου αυτή την εγωιστική έκφραση--να αναγνωρίζουν, να αποζητούν και να απολαμβάνουν τη σπουδαία τέχνη της. Ήταν καταλυτική η συμβολή της Δανάης στη "μεγάλη τέχνη των μικρών τραγουδιών" και η ελληνική μουσική τής οφείλει ευγνωμοσύνη για όσα τής πρόσφερε.

Καθώς ξημερώνει η επέτειος του θανάτου της, στέκομαι σε λίγα τραγούδια που βρέθηκαν μπροστά μου στο youtube. Είναι πολλές οι ηχογραφήσεις της που θα άξιζε να μνημονεύσω, αλλά δεν θέλω να κάνω κάποια εξαντλητική παρουσίαση του έργου της. Να τη θυμηθώ θέλω μόνο λέγοντάς της να 'ρθει για απόψε, μέσα στη νύχτα, μες στον χειμώνα, αν και το ξέρω πάντα πως θα ξανάρθει. Απόψε ίσως όχι σαν όλα τα βραδάκια, αφού η επέτειος κάνει διαφορετική την προσμονή αυτή. Δεν αναρωτιέμαι ποια να 'ναι αυτή η γυναίκα, γιατί ευτυχώς είχα την τύχη να τη γνωρίσω καλά... Και κυρίως είχα την τύχη να μάθω πως η καρδιά της μπορούσε να αγαπήσει όσο λίγες. Και αν προσπάθησε μέσα από τον στίχο της να μας πείσει πως δεν ξέρει τι είναι αυτό που το λένε αγάπη, εμείς ξέρουμε καλά ότι με τη φωνή της κατάφερε όσο λίγες φωνές να μας κάνει να το νιώσουμε.














Το εκτενές αφιέρωμα του Rena Fan στη ζωή και το έργο της Δανάης Στρατηγοπούλου είναι πάντα διαθέσιμο εδώ.

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Εορταστικές προτάσεις ΙΙΙ: "Χταποδάκια και άλλα διηγήματα" στο BIOS

Η τελευταία μου εορταστική πρόταση αφορά μια παράσταση που τελικά θα έχετε την ευκαιρία να δείτε και μετά τις γιορτές: Τα Χταποδάκια και άλλα διηγήματα επρόκειτο να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους στις 8 του Γενάρη. Ωστόσο, η επιτυχία που γνωρίζουν κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο BIOS  Basement οδήγησε σε παράταση των παραστάσεων μέχρι τις 22 του μήνα. Τώρα λοιπόν έχετε περισσότερες ευκαιρίες να δείτε και να ξαναδείτε την εξαιρετική δουλειά που έκαναν οι τρεις νέοι ηθοποιοί Ηλίας Βογιατζηδάκης, Μυρτώ Πανάγου και Νατάσα Παπανδρέου που ανέλαβαν τη σκηνοθεσία και τη διασκευή πέντε νεοελληνικών διηγημάτων με τη δραματουργική συνεργασία της Παναγιώτας Κωνσταντινάκου, τη σκηνογραφική/ενδυματολογική επιμέλεια της Ευαγγελίας Κατέχη και τους φωτισμούς του Νίκου Βλασσόπουλου.

Τα Χταποδάκια και άλλα διηγήματα ξεκίνησαν τον βίο τους τον περσινό Μάιο όταν οι τρεις ηθοποιοί παρουσίασαν στο Bios το διήγημα του Μ. Καραγάτση "Τα χταποδάκια" στο πλαίσιο των Scratch Nights του Bob Theatre Festival 2012. Η επιτυχία τους ήταν μεγάλη και έτσι από τον περασμένο Νοέμβρη προστέθηκαν στην αρχική πρόταση τα "άλλα διηγήματα": "Τα ρέστα" του Κώστα Ταχτσή, "Ο τάφος" του Δημήτρη Χατζή, "Ο κ. Γαρύφαλλος" του Ντίνου Χριστιανόπουλου και "Ένας χωρισμός" του Μάριου Χάκκα. 
Νατάσα Παπανδρέου, Ηλίας Βογιατζηδάκης, Μυρτώ Πανάγου
(φωτογραφία του Μιχάλη Κυριαζίδη)

Η παράσταση λοιπόν αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση δραματοποίησης της λογοτεχνίας. Δεν είναι όμως αυτός ο μόνος λόγος για τον οποίο θα σας πρότεινα να τη δείτε. Αυτό που θα σας κερδίσει αν πάτε στο BIOS είναι η ψυχή που καταθέτουν οι τρεις νέοι/ες ηθοποιοί. Το τσαγανό τους και η ευαισθησία τους. Η δύναμή τους και η τρυφεράδα τους: όψεις του ίδιου νομίσματος τελικά και όψεις του ίδιου κόσμου που περιγράφουν και ζωντανεύουν τα κείμενα: ιδιωτικές ιστορίες ανθρώπων που "γίνονται λόγος δημόσιος, κοινό κτήμα θεατών και ηθοποιών, καθώς εκτυλίσσονται στο χώρο της Ιστορίας, όπου το παρελθόν συναντιέται με το παρόν και προετοιμάζεται το μέλλον" σημειώνει η Παναγιώτα Κωνσταντινάκου στο πρόγραμμα της παράστασης. Θα τολμούσα να πω ότι τα παιδιά στο BIOS μάς δίνουν μαθήματα μικρο-ιστορίας και μικρο-κοινωνιολογίας, αλλά αυτό προφανώς δεν γίνεται με ακαδημαϊκό ή σοβαροφανή τρόπο: γίνεται με μια φρέσκια ματιά πάνω σε κείμενα που είναι ήδη γραμμένα σε "γλώσσα φρέσκια, ελληνική", μια ματιά που ισορροπεί ανάμεσα στο σοβαρό και στο παιχνιδιάρικο--και πάλι όψεις του ίδιου νομίσματος που είναι τελικά η ζωή.
Νατάσα Παπανδρέου
(φωτογραφία της Μαντώς Λαμπροπούλου από την ιστοσελίδα www.storybox.gr)

Από την αρχή της παράστασης οι τρεις ηθοποιοί σού δίνουν να καταλάβεις πως θέλουν και τις πέντε αισθήσεις σου σε δράση--και καταφέρνουν πραγματικά να τις ενεργοποιήσουν όλες με τις επιλογές τους, τα ευρήματά τους, τα σχόλιά τους, το παίξιμό τους και το παιχνίδι τους με τα κείμενα και με τους θεατές. Κλείνουν το μάτι στο κοινό και το κάνουν τόσο αποτελεσματικά--ίσως σε σημεία που στα μάτια του κοινού να εμφανιζόταν κάποιο δάκρυ. Άλλωστε το έργο διατρέχουν "επικίνδυνα" αισθήματα: η απόρριψη, η ματαίωση, η μοναξιά, η διχόνοια. Δεν ταυτίζεσαι όμως μόνο με τον Παναγιωτάκη που απορρίπτεται: αναγνωρίζεις τον εαυτό σου και σε εκείνους/ες που τον απορρίπτουν...


Τα διηγήματα μοιάζουν να γλιστρούν το ένα μέσα στο άλλο, όχι πάντα με ευδιάκριτα τα όρια τους. Άλλη μια ένδειξη της αναπόφευκτης συγγένειας των κειμένων; Ή της επιτυχημένης επεξεργασίας τους από την ομάδα; Δεν είμαι σίγουρος πραγματικά και ίσως τελικά να μην έχει και τόση σημασία. Σημασία έχει ότι το αποτέλεσμα δικαιώνει και τα κείμενα και τη δουλειά των τριών ηθοποιών. Έχει ο καθένας/η καθεμιά τους στιγμές που ξεχωρίζουν: ωστόσο, δεν μου κάνει καρδιά να τις απομονώσω: είναι και οι τρεις τους ένα τόσο ενιαίο σύνολο όσο ενιαία είναι και η σύνθεση των πέντε κειμένων, όσο ενιαίες μοιάζουν να είναι και οι ζωές των ηρώων τους: του Παναγιωτάκη, της γυναίκας του, του Σπούργου, του Τσιάγαλου, του Γαρύφαλλου, του Νίκου, της μάνας, του γιου.
(φωτογραφία της Μαντώς Λαμπροπούλου από την ιστοσελίδα www.storybox.gr)


Σημαντικό ρόλο σε αυτό το αποτέλεσμα παίζουν και οι μουσικές επιλογές που έκαναν οι τρεις ηθοποιοί--και κάποιες από αυτές συγκίνησαν ιδιαίτερα τον Rena Fan. Τραγούδια που μυρίζουν Ελλάδα, από το "Πέρα στους πέρα κάμπους" με τη φωνή του Νίκου Γούναρη μέχρι το "Μάνα μου Ελλάς" των Ξαρχάκου-Γκάτσου και το "Έτσι είν' η ζωή" των Μούτση-Λογοθέτη. Και ενδιάμεσα θα σταθώ ιδιαίτερα στο "Τι παράξενη κοπέλα είσαι εσύ" του Μανώλη Χιώτη, με τη φωνή της Μαρίκας Νίνου, και κυρίως στο "Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες" του Αττίκ, με την ανεπανάληπτη ερμηνεία της Κάκιας Μένδρη. Ρεμπέτικο και ελαφρό, και πάλι δυο όψεις ενός νομίσματος: του όμορφου ελληνικού τραγουδιού...

Ηλίας Βογιατζηδάκης
(φωτογραφία της Μαντώς Λαμπροπούλου από την ιστοσελίδα www.storybox.gr)

Συγκρούσεις εξωτερικές και εσωτερικές είναι τα Χταποδάκια κι άλλα διηγήματα στο BIOS. "Κουκκίδες στην απόσταση"--άνθρωποι που φεύγουν ή έρχονται. Δεν τους λυπάσαι--γιατί δεν θέλεις   ίσως να λυπηθείς τον εαυτό σου. Συμπορεύεσαι ή απλώς ακολουθείς. Και σίγουρα τους παρακολουθείς με αμείωτο ενδιαφέρον και ενθουσιασμό. Γιατί, εντέλει, αυτήν την Ελλάδα αγαπάμε.

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00, μέχρι τις 22 του Γενάρη στο BIOS basement.


Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Καλή χρονιά!

Εάν επισκέπτεστε τακτικά αυτό το blog, μπορεί να περιμένατε να διαβάσετε την τρίτη εορταστική μου πρόταση... Τελικά πήρε και αυτή αναβολή--όχι για πολύ όμως! Δεν μου 'κανε καρδιά, ωστόσο, να αφήσω τον χρόνο να περάσει και να μη στείλω τις ευχές μου ως Rena Fan. Δεν θα πρωτοτυπήσω, θα στείλω πρωτοχρονιάτικες ευχές όπως σχεδόν κάθε χρόνο, θυμίζοντάς σας δηλαδή το πρωτοχρονιάτικο απόσπασμα από τις Πρωτεουσιάνικες περιπέτειες. Βλέπετε, από τη μια... μού αρέσει πολύ (πώς αλλιώς;)! Από την άλλη, βλέπω ότι συνεχίζουν να το αναρτούν διάφορες ιστοσελίδες ή ιστολόγια (και μάλιστα χωρίς ποτέ--ή σχεδόν ποτέ--να αναφέρουν την πηγή των πληροφοριών με τις οποίες το συνοδεύουν. Βρήκα ώρα και μέρα κι εγώ να γκρινάσω!...) οπότε θα ήταν κρίμα να μην το αναρτήσω για άλλη μια φορά κι εγώ. Καμαρώστε λοιπόν τη Ρένα Βλαχοπούλου που αφήνει δώρα σε τροχονόμο της πλατείας Συντάγματος στις 31 Δεκεμβρίου 1955. Καμαρώστε όμως και μια πολύχρωμη εορταστική Αθήνα, με όμορφες εικόνες από ένα χτες που δεν ήταν πάντα όμορφο, αλλά μπορούμε να αντλούμε από αυτό ωραία πράγματα για να τα φέρουμε μαζί μας στο μέλλον...


Αν θέλετε να μάθετε πιο πολλά για το βίντεο αυτό, διαβάστε εδώ. Αν θέλετε να ακούσετε τη μούσα μου να σας δίνει τις πρωτοχρονιάτικες ευχές της, πηγαίνετε εδώ. Εγώ προς το παρόν σας δίνω τις δικές μου ευχές. Να έχετε μια καλή χρονιά. Το 2013 να σας φέρει ό,τι πραγματικά επιθυμείτε και θα σας κάνει να νιώσετε πιο πλήρεις. Και τέτοια μέρα του χρόνου εύχομαι να είμαστε και πάλι εδώ, όλες και όλοι, γερές/οί και πιο χαρούμενες/οι από ό,τι ήμασταν φέτος! Χρόνια πολλά και καλά!


Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Εορταστικές προτάσεις II: "Οι απάχηδες των Αθηνών" στο ίδρυμα Μ. Κακογιάννης

Το blog αγαπάει την οπερέττα (ας μην ξεχνάμε ότι η μούσα του είχε κάποιες σχέσεις μαζί της ιδίως στα πρώτα βήματα της καριέρας της) και παρόλο που προτιμάει τις οπερέττες του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, εκτιμά και το έργο του Νίκου Χατζηαποστόλου (η Ρένα Βλαχοπούλου άλλωστε συμμετείχε κάποια στιγμή στη Γιόλα, ενώ είχε καλές σχέσεις με την οικογένεια του συνθέτη, καθώς τραγούδησε με επιτυχία τραγούδια του γιου του, Ανδρέα Χατζηαποστόλου). Έτσι ο Rena Fan δεν θα μπορούσε να λείπει από το φετινό ανέβασμα της πασίγνωστης οπερέττας Οι απάχηδες των Αθηνών, το γνωστότερο έργο του συνθέτη, σε λιμπρέτο του Γιάννη Πρινέα: το εμβληματικό έργο του οπερεττικού ρεπερτορίου παρουσιάζεται φέτος για έξι μόνο παραστάσεις μέχρι τις 30 Δεκεμβρίου από την Εταιρία Λυρικού Θεάτρου Ραφή στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, σε σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Ευκλείδη, ενορχήστρωση και μουσική διεύθυνση του Μιχάλη Παπαπέτρου, με σκηνικά-κοστούμια της Χριστίνας Σπανού και τη δραματουργική συνεργασία της Κατερίνας Κωνσταντινάκου.

Οι Απάχηδες των Αθηνών είναι η δημοφιλέστερη ελληνική οπερέττα μαζί με τον Βαφτιστικό του Σακελλαρίδη: παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά το 1921 και παίχτηκαν επί δύο χρόνια, πραγματοποιώντας περισσότερες από 650 παραστάσεις--αριθμός-ρεκόρ για την εποχή εκείνη. Από τότε μέχρι σήμερα ανέβηκαν αμέτρητες φορές (όπως και ο Βαφτιστικός): δοκιμάστηκαν σε αυτούς μεγάλα και μικρά ονόματα της "ελαφράς" σκηνής, αθηναϊκοί--κεντρικοί και συνοικιακοί--και επαρχιακοί θίασοι, ενώ την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία σε διαφορετικά ανεβάσματα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο θέατρο Ακροπόλ. Εάν ο Σακελλαρίδης και ο Βαφτιστικός του θεωρούνταν ότι πλησίαζαν περισσότερο τον κόσμο της ευρωπαϊκής οπερέττας, ο Χατζηαποστόλου θεωρούνταν γνήσιος εκπρόσωπος της αθηναϊκής μουσικής ηθογραφίας με τραγούδια που--υποτίθεται--ήταν πιο κοντά στο πνεύμα και το κλίμα της λαϊκής αθηναϊκής γειτονιάς.
Νίκος Χατζηαποστόλου

Βέβαια, όπως σημειώνουν και οι συντελεστές του τωρινού ανεβάσματος, το έργο αναπαράγει μια αστική ματιά, παρόλο που συγγραφέας του λιμπρέτου ήταν ο σοσιαλιστής Πρινέας. Η λέξη απάχης που προέρχεται από τους Ινδιάνους Απάτσι, χρησιμοποιούνταν στον μεσοπόλεμο για να χαρακτηρίσει του περιθωριακούς, επικίνδυνους αλήτες του Παρισιού. Η σημερινή ανάγνωση της οπερέττας από τον Αλ. Ευκλείδη (που αξίζει να υπενθυμίσω ότι μας έδωσε ως τώρα πολύ ενδιαφέρουσες παραστάσεις του Βαφτιστικού και της Κόρης της Καταιγίδος του Σακελλαρίδη) φωτίζει το περιθώριο της σύγχρονης Αθήνας και επαναφέρει τον κοινωνικό διάλογο που υπάρχει στον πυρήνα του έργου (έστω και μέσα από την αστική ματιά του λιμπρέτου): η δράση μεταφέρεται στο Μεταξουργείο,  στις εισόδους των γκαλερί όπου, σημειώνει ο σκηνοθέτης, "η αφρόκρεμα της νέας αθηναϊκής δημιουργικότητας, υποστηριζόμενη από το τελευταίο κύμα της δημοσιογραφικής βιομηχανίας του lifestyle, εκθέτει τους (συχνά πολιτικούς) προβληματισμούς της [και] οι σύγχρονοι απάχηδες βρίσκονται σωριασμένοι, εκθέματα κι αυτοί μας από τις πιο αποτρόπαιες δημιουργίες του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού". 
Ο Γιάννης Πρινέας στη δεύτερη κινηματογραφική μεταφορά των 
Απάχηδων (1950)

Έτσι, η οικογένεια Παραλή έρχεται πλέον στην Αθήνα και εγκαθίσταται στο Μεταξουργείο με έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο: η κόρη του Ξενοφώντα Παραλή, η Βέρα, πρόκειται να εγκαινιάσει τη νέα της γκαλερί. Οι απάχηδες (ο Πρίγκιπας--διχασμένος ερωτικά αφού είναι ήδη ερωτευμένος με τη Βέρα αλλά διατηρεί δεσμό και με τη Ρωσίδα μετανάστρια Τιτίκα--, ο Καρούμπας και ο Καρκαλέτσος) που εισβάλλουν στον χώρο της παριστάνοντας τους τεχνοκριτικούς και τσακίζουν τον νεοπλουτισμό και την έπαρσή τους είναι άτομα του σύγχρονου περιθωρίου (άστεγοι, μετανάστες) που θα γοητεύσουν τόσο τη Βέρα όσο και τη γεροντοκόρη θεία της, την Αρετούσα. Η τελική λύση που δίνει η ίδια η Βέρα για να αφήσει το φτωχό ζευγάρι να ζήσει τον έρωτά του είναι ευρηματική, όπως είναι και όλες οι διακριτικές προσθήκες και αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα της σύγχρονης πραγματικότητας.

Η ανάδειξη όλων αυτών των στοιχείων στην παράσταση της Ραφής λειτουργεί πολύ αποτελεσματικά κατά τη γνώμη μου. Το αρχικό, ευχάριστο ξάφνιασμα του να ακούς τις πολυτραγουδισμένες επιτυχίες του Χατζηαποστόλου σε ένα εντελώς καινούριο περιβάλλον (το "Μάη τρελέ με τα λουλούδια", ας πούμε, ερμηνεύεται εδώ με αγωνιστική διάθεση από τη χορωδία των αστέγων) διαδέχεται η διαπίστωση ότι όλο αυτό το σκηνικό είναι πραγματικά ο μοναδικός χώρος στον οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει σήμερα το έργο και να "μιλήσει" στο σημερινό κοινό. Δεν θα ωφελούσε προφανώς ένα ακόμη νοσταλγικό, μουσειακό ανέβασμα των Απάχηδων που θα συγκινούσε το κοινό μεγαλύτερης ηλικίας και θα απωθούσε τους/τις νεότερους/ες. Τα ζητήματα του κοινωνικού διαλόγου που θέτει η σκηνοθεσία ενισχύονται από τις ερμηνείες των τραγουδιστών/τριών και της χορωδίας (υπεύθυνη για τη διδασκαλία της ήταν η Ιωάννα Φόρτη) και την άψογη εκτέλεση της μουσικής (η ανάγνωση της αυθεντικής παρτιτούρας από τον Μιχάλη Παπαπέτρου και τους τέσσερις μουσικούς του αναδεικνύει πολύ όμορφες πτυχές των συνθέσεων του Χατζηαποστόλου). Ίσως σε λίγα σημεία (τουλάχιστον τη βραδιά που είδα εγώ το έργο) να έπρεπε να είναι πιο γοργός ο ρυθμός της πρόζας, αλλά η παράσταση είναι  γενικά καλοκουρδισμένη, χωρίς πλαδαρότητες που χαρακτηρίζουν συχνά οπερεττικές παραστάσεις.

Η σκηνοθεσία έχει οδηγήσει τα μέλη της ομάδας σε πολύ πετυχημένες σατιρικές αλλά και αυτοσαρκαστικές πινελιές. Ξεχωρίζουν ο Δημήτρης Ναλμπάντης ως Πρίγκιπας, η εξαιρετική Ιωάννα Φόρτη ως ασυγκράτητη Αρετούσα (μοναδικές οι πόζες της, το περπάτημά της και τα βλέμματά της, ειδικά στο "Πω πω τρελάθηκα"), η Λουντμίλα Μπονταρένκο ως απολαυστική μετανάστρια Τιτίκα (θαυμάσιο το ντουέτο της με τον Πρίγκιπα στο "Μόνο με σένα"), ο Δημήτρης Δημόπουλος ως ξιπασμένος νεόπλουτος Ξενοφών Παραλής και η Αναστασία Κότσαλη ως αφελής γκαλερίστα Βέρα Παραλή. Τη διανομή συμπληρώνουν οι Θοδωρής Μπιράκος, Γιάννης Πεδιαδιτάκης, Βασίλης Πελαντάκης, Κωνσταντίνος Πασσάς και Μικαέλα Δανά. Τη χορωδία αποτελούν οι Χριστίνα Αλεξίου, Δημήτρης Γκογκόσης, Ξένια Ζήση, Κατερίνα Θεοδοσίου, Αντωνίνα Καλαϊτζή, Λίνα Καλπαζίδου, Ξένια Καπώνη, Άρτεμις Κονδυλοπούλου, Γαρυφαλιά Κουτσογιάννη, Αναστασία Μολυβδά, Μαρία Μουρκούση, Μαριαλένα Πολίτη και Χριστίνα Τσίμπρη. Ο πολύ καλός συντονισμός όλου του συνόλου αναδεικνύεται σε πολλά σημεία της παράστασης, και κυρίως στο φινάλε της δεύτερης πράξης που συγκεντρώνει και κάποια από τα πιο γνωστά μοτίβα του. Εκτός από τον Μιχάλη Παπαπέτρου που παίζει πιάνο παίρνουν μέρος οι μουσικοί Άγγελος Λιακάκης (βιολοντσέλο), Γιώργος Γουμενάκης (μαντολίνο), Δημήτρης Τίγκας (κοντραμπάσο) και Αντώνης Παπακώστας (κλαρινέτο).

Οι Απάχηδες των Αθηνών του Αλέξανδρου Ευκλείδη και της Ραφής παρουσιάζονται μόνο για έξι παραστάσεις: οι τρεις τελευταίες δίνονται σήμερα, αύριο και μεθαύριο, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (πληροφορίες εδώ). Σας προτείνω ανεπιφύλακτα να δείτε το εγχείρημα της Ραφής, να αφουγκραστείτε τα θέματα που θίγει η σκηνοθεσία και, εντέλει και, το ίδιο το έργο και, φυσικά, να απολαύσετε και τα όμορφα τραγούδια του Χατζηαποστόλου. Κάποια από αυτά λίγο πειραγμένα ίσως, αλλά όλα τους απολαυστικά.




Φωτογραφίες του Ιωάννη Σκλάβου από την παράσταση:
Η απολαυστική Ιωάννα Φόρτη ως ασυγκράτητη Αρετούσα

Απολαυστικό ντουέτο: 
ο Δημήτρης Ναλμπάντης (Πρίγκιπας) και η Λουντμίλα Μπονταρένκο (Τιτίκα) 

Ο Δημήτρης Ναλμπάντης και ο θίασος

Ο θίασος στο φινάλε της δεύτερης πράξης

Η χορωδία και οι μουσικοί στην έναρξη του έργου