Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

"Μια τρελή τρελή σαραντάρα" στο "Μικρό Παλλάς"

Τον φετινό χειμώνα παρουσιάζεται στην Αθήνα μια ακόμα παλιά ελληνική κωμωδία που ακολουθεί τη διαδρομή θέατρο-σινεμά-τηλεοπτική οθόνη-θέατρο: κακά τα ψέματα, έτσι ακριβώς πρέπει να περιγράφουμε τη διαδρομή αυτή, οι τηλεοπτικές οθόνες είναι ένας σημαντικός σταθμός της και χωρίς αυτόν πιθανότατα τα έργα αυτά δεν θα είχαν σήμερα τη λαϊκή απήχηση και την εμπορική δύναμη που έχουν. Γιατί αυτό είναι το "εμπορικό παράδοξο": παρά τη συνεχή προβολή τους από τις τηλεοπτικές οθόνες, οι ελληνικές κωμωδίες της εικοσαετίας 1950-1970 εξακολουθούν να αποτελούν πόλο έλξης για το θεατρόφιλο κοινό. Θα πρέπει να πλησιάζουν τις είκοσι οι παλιές κωμωδίες που ανέβηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια σε αθηναϊκές σκηνές οδηγώντας μας σε συγκρίσεις και κρίσεις για την αντοχή των έργων και την αποτελεσματικότητα των αναγνώσεών τους από τους/τις νεότερους/ες καλλιτέχνες/ιδες. Δεν είναι πάντα θετική η αποτίμηση--κορυφαία θέση ανάμεσα σε αυτά τα εγχειρήματα θα έλεγα πως κατέχουν η Θεία από το Σικάγο που διασκεύασε σε μουσική κωμωδία η Άννα Παναγιωτοπούλου (με τη συνεργασία του Σιδερή Πρίντεζη στις μουσικές επιλογές) αλλά και το Η γυνή να φοβήται τον άνδρα που παρουσίασαν πιο πρόσφατα ο Γιάννης Μπέζος και η Ναταλία Τσαλίκη (με εξαιρετικά τραγούδια της Δήμητρας Γαλάνη και της Λίνας Νικολακοπούλου). Στη στήλη με τις επιτυχίες πάντως θα πρόσθετα φέτος την επιστροφή στο Μικρό Παλλάς της κωμωδίας Μια τρελή τρελή σαραντάρα που στηρίζεται στο ομότιτλο σενάριο του Αλέκου Σακελλάριου που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Δαλιανίδης το 1970 με πρωταγωνίστρια τη Ρένα Βλαχοπούλου.

Η ιστορία της Τρελής τρελής σαραντάρας ξεκινάει στη δεκαετία του '50, όταν ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος γράφουν την κωμωδία Σαράντα και... Αν και ως χρονολογία συγγραφής του έργου αναφέρεται το 1957, η πρώτη του παρουσίαση γίνεται από τον θίασο της Μαίρης Αρώνη στο θέατρο Ακροπόλ τα Θεοφάνεια του 1960 (το έργο διαδέχτηκε τη Μαντώ Μαυρογένους του Γεωργίου Ρούσσου που παρουσίαζε στο Ακροπόλ η Μαίρη Αρώνη από τον Οκτώβριο του '59--ήταν η εποχή που, όπως γράφει σε ένα από τα βιβλία της η Σπεράντζα Βρανά, ο Βασίλης Μπουρνέλλης είχε ερωτευτεί παράφορα την πρόζα και έκανε απιστίες στη μεγάλη του αγάπη, την επιθεώρηση, παραχωρώντας τον ναό της σε θιάσους πρόζας).

Η Μαίρη Αρώνη ερμήνευσε σπιρτόζικα (αναφέρει το Θέατρο '60 του Θεόδωρου Κρίτα) τον ρόλο της Τζένης, της σαραντάρας χήρας που αντιμετωπίζει τις αντιδράσεις της οικογένειάς της όταν προσπαθεί να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Τα αδέλφια της έπαιξαν στην παράσταση του Ακροπόλ ο Ανδρέας Φιλιππίδης και η Μαρίκα Ραυτοπούλου. Τον ρόλο της Καίτης, της φίλης με την οποία η Τζένη μοιράζεται τα μυστικά της, ερμήνευσε η Λίλη Παπαγιάννη. Η Τασσώ Καββαδία έπαιζε τη στριμμένη οικονόμο του σπιτιού, την Αϊρίν, ενώ το υπηρετικό προσωπικό συμπλήρωναν η Αλίκη Ζαβερδινού (Τούλα) και ο Δημήτρης Καλλιβωκάς (Αντρέας, σωφέρ). Τον κύριο Χατζηθωμά, υποψήφιο γαμπρό για την Τζένη, έπαιζε ο Χριστόφορος Χειμάρας. Ο Θεόδωρος Μορίδης εμφανιζόταν στον ρόλο του Ναύαρχου, ενώ τους άλλους οικογενειακούς φίλους της Τζένης έπαιζαν η Καίτη Χρονοπούλου (Ρίτα) και ο Σπύρος Ολύμπιος (Νάσος). Αξίζει να τονίσουμε ότι στο Σαράντα και... δεν εμφανίζεται ποτέ επί σκηνής το αντικείμενο του πόθου της Τζένης. Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από εκείνον, αλλά εκείνος παραμένει απών (σύμφωνα με το Θέατρο ΄60, ακούγεται μόνο η φωνή του Αντρέα Μπάρκουλη σε ένα τραγούδι του Τάκη Μωράκη).

Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι Σακελλάριος-Γιαννακόπουλος ήταν πρωτοπόροι σε ό,τι αφορά το θέμα του έργου: το θεατρόφιλο κοινό σε όλον τον κόσμο απόλαυσε τις περιπέτειες της σαραντάρας που ερωτεύεται έναν άντρα νεότερό της μέσα από το έργο των Μπαριγιέ και Γκρεντί Σαράντα καράτια που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1966 (και στην Ελλάδα το 1968 από την Έλλη Λαμπέτη). Οι Διόσκουροι όμως παρουσίασαν το θέμα της ερωτευμένης σαραντάρας αρκετά χρόνια νωρίτερα. Μπορεί βέβαια ο άντρας που ερωτεύεται η Τζένη να μην είναι νεότερός της, ωστόσο οι προσπάθειες της σαραντάρας χήρας να χαρεί τον έρωτα κόντρα στις κοινωνικές προκαταλήψεις ήταν θέμα αρκετά ρηξικέλευθο για τα συντηρητικά δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας του '59-60...

Οι παραστάσεις του Σαράντα και... κράτησαν ενάμιση μήνα, μέχρι την 21η Φεβρουαρίου 1960 (ο θίασος της Αρώνη παρουσίασε στη συνέχεια το έργο Η διαβολεμένη μυλωνού του Αλεσάντρο Κάσονα), αλλά η Μαίρη Αρώνη συναντήθηκε και πάλι με τον ρόλο δέκα χρόνια μετά, στους ραδιοθαλάμους του τότε ΕΙΡ, στη ραδιοφωνική προσαρμογή του έργου (η οποία κυκλοφόρησε και σε CD με τη Ραδιοτηλεόραση πριν από λίγο καιρό). Στο πλευρό της Αρώνη και πάλι γνωστοί ηθοποιοί, όπως ο Γιάννης Γκιωνάκης, η Βίλμα Κύρου, ο Γιώργος Μοσχίδης, η Αλίκη Ζωγράφου κ.ά. Ωστόσο την ίδια χρονιά το Σαράντα και... αποκτά ένα μαζικό κοινό και περνά στην αθανασία, χάρη στη Φίνος Φιλμ, τον ίδιο τον Σακελλάριο που το διασκεύασε για το σινεμά, τον Γιάννη Δαλιανίδη που το σκηνοθέτησε και φυσικά τη Ρένα Βλαχοπούλου που ανέλαβε τον ρόλο της Τζένης.

Όταν στα τελευταία χρόνια της ζωής της οι δημοσιογράφοι ρωτούσαν τη Ρένα ποια είναι η αγαπημένη της ταινία, εκείνη είχε πια εγκαταλείψει τις συνηθισμένες απαντήσεις της ("Όλες τις αγαπώ εξίσου", "Δεν θυμάμαι τα παλιά") και δήλωνε πως αγαπημένη της ταινία ήταν το Μια τρελή τρελή σαραντάρα: δεν επέλεγε τη Χαρτοπαίχτρα που για μεγάλη μερίδα κοινού και κριτικών είναι η πιο ολοκληρωμένη ερμηνεία της--και μάλιστα σε ρόλο που δεν γράφτηκε για εκείνη--ούτε κάποιο από τα μουσικοχορευτικά φιλμ που δικαίωναν τις μουσικοθεατρικές της καταβολές. Προτιμούσε τη Σαραντάρα: η ίδια έλεγε ότι απολάμβανε τους καβγάδες της με την κινηματογραφική αδελφή της Αιμιλία, την οποία αποκαλούσε χαριτωμένα Κοκάλω (παρατσούκλι που σκαρφίστηκε η ίδια η Ρένα στη διάρκεια των γυρισμάτων): η Τασσώ Καββαδία ερμήνευσε απολαυστικά τον ρόλο, μετατρέποντας σε κωμικό τον ρόλο της στρίγγλας που ερμήνευε σε δραματικές ταινίες για περισσότερο από 15 χρόνια--και αξίζει να υπενθυμίσω ότι μέχρι το τέλος της ζωής της η Καββαδία δεν έπαψε να λέει ότι από τις τόσες συμπρωταγωνίστριές της ξεχώριζε τη Ρένα  Βλαχοπούλου για την αυθεντικότητα του ταλέντου της, την απλότητα του χαρακτήρα της και τη ζωντάνια της. Πέρα όμως από τους κινηματογραφικούς καβγάδες, υποπτεύομαι ότι η Ρένα προτιμούσε την ταινία αυτή επειδή το θέμα της την άγγιζε ιδιαίτερα: όπως η ηρωίδα, έτσι και η ίδια δεν δίστασε να φτιάξει τη ζωή της σε μια ηλικία κάπως προχωρημένη για τα δεδομένα της εποχής: γνώρισε (1965) και παντρεύτηκε (1967) τον τρίτο της σύζυγο, τον Γιώργο Λαφαζάνη όταν είχε πατήσει για... καλά τα σαράντα (ή, όπως συνήθιζε να λέει ο Σακελλάριος για τον εαυτό του, όταν τα είχε πια... ξεκοιλιάσει!), ενώ ερμήνευσε τη σαραντάρα Τζένη όταν είχε περάσει για τα καλά και τα... σαράντα πέντε--επιμελώς βλέπετε αποφεύγω να αναφέρω ακριβείς ηλικίες γιατί φοβάμαι μήπως την εκνευρίσω εκεί που είναι...

Στην ταινία η Ρένα δίνει το... συνηθισμένο ρεσιτάλ ερμηνείας της, πετώντας δολοφονικές ατάκες προς κάθε κατεύθυνση και προκαλώντας αβίαστο γέλιο. Πλαισιώνεται βέβαια και από εξαιρετικούς/ές ηθοποιούς: εκτός από την Καββαδία (που υπενθυμίζω ότι στο θεατρικό Σαράντα και... ερμήνευε την εξίσου στριμμένη οικονόμο του σπιτιού, την Ειρήνη που στην ταινία ερμηνεύει απολαυστικά η Πόπη Άλβα), εμφανίζονται ο Γιάννης Μιχαλόπουλος στον ρόλο του Ορέστη, η Μέλπω Ζαρόκωστα στον ρόλο της Καίτης, ο Γιώργος Γαβριηλίδης στον ρόλο του Χατζηθωμά και ο Δημήτρης Καλλιβωκάς στον ρόλο του Καπετάνιου--υπενθυμίζω ότι και ο Καλλιβωκάς εμφανιζόταν ως σωφέρ στη θεατρική εκδοχή του έργου. Στην ταινία όμως εμφανίζεται επιτέλους και ο... Τάκης, δηλαδή ο άντρας που ερωτεύεται τρελά η τρελή σαραντάρα: τον υποδύεται  ο γοητευτικότατος Αντρέας Μπάρκουλης (που στο θεατρικό Σαράντα και... ακουγόταν απλώς να τραγουδάει!). Η παρουσία του Τάκη δεν είναι απλώς απαίτηση του κινηματογραφικού μέσου για μια πιο ρεαλιστική παρουσίαση της ιστορίας της Τζένης: ενισχύει την ταύτιση του θεατή με τη λαχτάρα της ηρωίδας για ζωή, την ανάγκη της για επανάσταση και τη χαρά της για αυτή τη σπουδαία αλλαγή στη ζωή της.

Η ταινία βγήκε στις αίθουσες στο τέλος της σεζόν 1969-70 (στη διάρκεια της οποίας η Ρένα είχε ήδη θριαμβεύσει ως Παριζιάνα) και συγκεκριμένα στις 13 Απριλίου 1970. Οι κριτικές ήταν συνήθως επιφυλακτικές με τις ταινίες του λαϊκού σινεμά και έτσι δεν εκφράστηκαν με ενθουσιασμό για την ταινία, τόνισαν όμως τη συμβολή της Ρένας με το μπρίο της και τον διασκεδαστικό οίστρο της. Στις αίθουσες Α΄ προβολής της πρωτεύουσας, η ταινία "έκοψε" 300.495 εισιτήρια και κατέκτησε τη 10η θέση στον πίνακα εισιτηρίων.

Πενήντα δύο χρόνια μετά την πρεμιέρα του θεατρικού έργου και σαράντα δύο μετά την πρώτη προβολή της ταινίας η τρελή σαραντάρα επέστρεψε στο θέατρο. Ο τίτλος που επιλέχθηκε για την παράσταση που έστησε με κέφι και γρήγορους ρυθμούς (ειδικά στο πρώτο μέρος) ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης στη σκηνή του Μικρού Παλλάς είναι ο κινηματογραφικός και αυτό είναι σωστό εφόσον η παράσταση στηρίζεται κυρίως στην κινηματογραφική εκδοχή του έργου: ο Θοδωρής Πετρόπουλος διασκεύασε το σενάριο του Αλέκου Σακελλάριου (λαμβάνοντας βέβαια υπόψη και το αρχικό κείμενο των Διόσκουρων), κρατώντας τα γεγονότα που παρουσιάζει η ταινία και αναπτύσσοντας κάποιες από τις αφηγήσεις των ηρώων σε ολοκληρωμένες σκηνές (η εναρκτήρια σκηνή στο κέντρο όπου εργάζεται ο Τάκης λειτουργεί εξαιρετικά ως εισαγωγή του έργου). Κρατήθηκαν επίσης τα δυο τραγούδια του Μίμη Πλέσσα που ακούγονται στην ταινία από τη Ρένα και τον Μπάρκουλη (το "Έχω δικαίωμα κι εγώ" τραγουδά ζωντανά στην παράσταση η Βίκυ Σταυροπούλου με πολύ κέφι). Κρατήθηκε τέλος--και αυτό είναι έκπληξη--το χορευτικό στο οποίο βρίσκεται μπλεγμένη η Τζένη για να ξεφύγει από τα μάτια του Χατζηθωμά και άλλων γνωστών της στο κέντρο όπου εμφανίζεται ο καλός της. Στην ταινία του Δαλιανίδη η σκηνή αυτή δίνει στη Ρένα Βλαχοπούλου την ευκαιρία να παρουσιάσει ένα κωμικό χορευτικό, μάλλον μοναδικό στην ιστορία του ελληνικού σινεμά (κάτι που είχε επισημάνει ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης συγκρίνοντάς το με ένα χορευτικό της Julie Andrews στο μιούζικαλ Star!), αφού καμιά άλλη ηθοποιός δεν έχει συνδυάσει με αυτόν τον τρόπο κωμικό παίξιμο και χορευτικές/ακροβατικές ικανότητες. Στη σκηνή (και ως ένα σημείο και στην... πλατεία!) του Μικρού Παλλάς η Βίκυ Σταυροπούλου βαδίζει ή, μάλλον, χορεύει στα χνάρια της αξέχαστης ηθοποιού και μας αιφνιδιάζει με τα ακροβατικά της καμώματα οδηγώντας σε μια απολαυστική κορύφωση το πρώτο μέρος της παράστασης.

Η Βίκυ Σταυροπούλου λοιπόν αναμετριέται με έναν ρόλο που έχει σφραγίσει η ερμηνεία της Ρένας Βλαχοπούλου. Δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση για έναν/μία ηθοποιό να αναλαμβάνει ρόλους που ταυτίζονται στη συλλογική μνήμη του κοινού με τόσο μεγάλα ταλέντα. Η Βίκυ Σταυροπούλου τολμά να το κάνει και δεν χάνει. Είναι άδικο να τη συγκρίνει κανείς με τη Ρένα--και είναι ακόμα πιο άδικο να ισχυριστεί κανείς ότι η Σταυροπούλου προσπαθεί να μιμηθεί τη Ρένα. Κάτι τέτοιο είναι προφανώς μακριά από τις προθέσεις της: και τις δυο ηθοποιούς χαρακτηρίζει η εξαιρετική αίσθηση του timing της ατάκας--βασικό χαρακτηριστικό των μεγάλων κωμικών--, η αμεσότητα και η ετοιμότητά τους πάνω στη σκηνή, αλλά ο τρόπος που παίζουν είναι διαφορετικός. Η Ρένα Βλαχοπούλου ως σαραντάρα Τζένη είναι μια φοβισμένη επαναστάτρια: όπως θα άρμοζε σε μια ώριμη γυναίκα πριν από τέσσερις δεκαετίες, επιθυμεί να χαρεί τον έρωτα με τον Τάκη αλλά δεν της είναι εύκολο να σπάσει τα κοινωνικά δεσμά. Η Βίκυ Σταυροπούλου ως σαραντάρα Τζένη είναι πιο θαρραλέα. Ίσως επειδή το έργο παίζεται σήμερα, ίσως επειδή έτσι ταιριάζει περισσότερο στη δική της ιδιοσυγκρασία, η Σταυροπούλου επαναστατεί με λιγότερες ενοχές, είναι πιο διεκδικητική και εκδηλώνει με μεγαλύτερη ευκολία την ερωτική λαχτάρα της για τον Τάκη. Ετοιμόλογη, δυναμική, απρόβλεπτη κάποιες φορές, η Σταυροπούλου σηκώνει με ευκολία την παράσταση του Μικρού Παλλάς στους ώμους της, δίχως όμως να επισκιάζει τις ωραίες ερμηνείες των συναδέλφων της.

Έτσι, λάμπουν στη σκηνή (αλλά και στην πλατεία!) του Μικρού Παλλάς τα "αδέλφια" της: ο Δημήτρης Μαυρόπουλος και η Ελένη Κρίτα είναι πολύ καλοί στους ρόλους τους καταφέρνοντας--ιδιαίτερα η δεύτερη--να γίνουν αντιπαθητικοί στο κοινό. Εξίσου... αντιπαθητική είναι και η Νεφέλη Ορφανού, μακριά από τις υπερβολές του παρελθόντος, καταφέρνει αποτελεσματικά να κάνει δύσκολη τη ζωή της Τζένης. Προσπαθεί όμως να την κάνει πιο εύκολη η Βάσω Γουλιελμάκη, ως φίλη της Τζένης, και μας κερδίζει με τη συνωμοτική της διάθεση και την αφοσίωσή της στη φίλη της. Απολαυστικός ως Χατζηθωμάς, δίχως να παραπέμπει καθόλου στον Γιώργο Γαβριηλίδη, είναι ο Στράτος Χρήστου. Ο Κωνσταντίνος Κακούρης προσφέρει μια διακριτικά γοητευτική παρουσία ως Τάκης. Τη διανομή συμπληρώνουν ο Γιώργος Δεπάστας ως Καπετάνιος, ο χορευτής Ivan Svitailo, που βοηθάει τη Βίκυ Σταυροπούλου να απογειωθεί αλλά και να προσγειωθεί, και ο Μάρκος Μπούγιας στον ρόλο του σωφέρ. Αν δεν τον δείτε να υποκλίνεται στο φινάλε του έργου μην απορήσετε: ο Μάρκος Μπούγιας είναι ο ταξιθέτης του Μικρού Παλλάς και προφανώς έχει ήδη επιστρέψει στα καθήκοντά του πριν ανάψουν και πάλι τα φώτα της πλατείας.

Η Μαρία Τσαγκάρη αξιοποίησε τις περιορισμένες δυνατότητες της σκηνής του Μικρού Παλλάς για να στήσει τα σκηνικά του έργου, ενώ τα κοστούμια της Κατερίνας Παπανικολάου παραπέμπουν στην εποχή που εκτυλίσσεται η υπόθεση του έργου (τέλος της δεκαετίας του '60, αρχές του '70). Οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη και η μουσική επιμέλεια (και διδασκαλία) του Αλέξιου Πρίφτη συμβάλλουν στην επιτυχία της παράστασης που σας προτείνω να δείτε: θα φύγετε από το θέατρο με περισσότερη αισιοδοξία και με κέφι που μεταδίδουν... "ύπουλα" οι ηθοποιοί της.

Και δυο ρενο-φανατικές σκέψεις που έκανα βλέποντας την παράσταση. Η πρώτη αφορά τη Ρένα Βλαχοπούλου. Χαιρόμουν την ερμηνεία της Σταυροπούλου, αλλά το μυαλό μου πήγαινε συχνά στο παίξιμο της Ρένας. Επειδή ακριβώς οι ερμηνείες τους είναι διαφορετικές, ανακάλυπτα ξανά μέσα από τη μνήμη μου τους τρόπους με τους οποίους η Ρένα έλεγε τις ατάκες της ή συνομιλούσε με τους/τις άλλους/ες ηθοποιούς. Η καινούρια ανάγνωση του έργου από τη Βίκυ Σταυροπούλου ενίσχυσε την ανάμνηση της Ρένας και της δικιάς της υποκριτικής--δίχως όμως αυτό να αποβαίνει σε βάρος της Σταυροπούλου. Η δεύτερη σκέψη αφορά τη Βίκυ Σταυροπούλου: πρόκειται μάλλον για ανάμνηση, καθώς τη θυμάμαι, μαζί με τον φίλο και συγκάτοικό της Χρήστο Χατζηπαναγιώτη, στην κηδεία της Ρένας Βλαχοπούλου. Διακριτικές παρουσίες κι οι δυο τους, ένιωσα πολύ όμορφα που ήρθαν, ηθοποιοί εκείνοι νεότερης γενιάς που μπορεί να μη συνεργάστηκαν μαζί της αλλά ένιωσαν προφανώς την ανάγκη να αποχαιρετίσουν μια γυναίκα που σημάδεψε τον χώρο τους και ίσως τη θεωρούσαν και δασκάλα τους. Τη στιγμή που άλλοι/ες καλλιτέχνες/ιδες που βρίσκονταν πιο "κοντά" στη Ρένα δεν ήρθαν για εκείνο το τελευταίο αντίο, η διακριτική παρουσία της Σταυροπούλου και του Χατζηπαναγιώτη, το ζεστό εκείνο μεσημέρι του Ιουλίου, μαρτυρούσε πολλά για το ήθος τους.

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Τέσσερα χρόνια χωρίς τη Δανάη Στρατηγοπούλου

Ο χρόνος τελικά περνά γρήγορα. Δεν έχω καταλάβει πώς πέρασαν τέσσερα χρόνια από τότε που πέθανε η Δανάη Στρατηγοπούλου. Στις 18 Ιανουαρίου 2009, η αγαπημένη μας γιαγιά Δανάη αποφάσισε, ως ελεύθερο τρεχαντήρι που ήταν πάντοτε, να φύγει για άλλους γιαλούς.

Η Δανάη Στρατηγοπούλου προίκισε έναν ολόκληρο λαό με μια πλούσια κληρονομιά: ηχογραφήσεις, ποιήματα, πεζά, μεταφράσεις, απολαυστικές διηγήσεις μιας ζωής που έμοιαζε να μην έχει τέλος--και τελικά δεν είχε, παρά τους "αναγκαστικούς" τίτλους τέλους που έπεσαν σαν σήμερα. Ίσως να προίκισε λίγο παραπάνω τα άτομα που είχαν την τύχη να χαίρονται τη φυσική της παρουσία: τη μονάκριβη κόρη της Λήδα Χαλκιαδάκη και τα τρία εγγόνια της, τον Γιώργο, την Ευδοκία και τον Κωνσταντίνο, που ομόρφαιναν τη ζωή της μέχρι τις τελευταίες της στιγμές, τις φίλες και τους φίλους που είχαν την τύχη να μπαίνουν στο σπίτι της και να ρουφούν το πνεύμα της, την ενέργειά της, την αγάπη της για όλα, τα "μικρά" και τα "μεγάλα", που χαιρόταν στην καθημερινότητά της και την τέχνη της.

Ανάμεσα στα δώρα που μας άφησε πάντως κορυφαία θέση θα έχουν πάντα τα τραγούδια της που θα εκφράζουν το "σκεπτόμενο αίσθημά" της--χαρακτηρισμός που ανήκει στην κόρη της, τη σημαντική ερμηνεύτρια, τραγουδοποιό και ποιήτρια Λήδα Χαλκιαδάκη--και θα ομορφαίνουν τη ζωή όσων έχουν το προνόμιο--και συγχωρήστε μου αυτή την εγωιστική έκφραση--να αναγνωρίζουν, να αποζητούν και να απολαμβάνουν τη σπουδαία τέχνη της. Ήταν καταλυτική η συμβολή της Δανάης στη "μεγάλη τέχνη των μικρών τραγουδιών" και η ελληνική μουσική τής οφείλει ευγνωμοσύνη για όσα τής πρόσφερε.

Καθώς ξημερώνει η επέτειος του θανάτου της, στέκομαι σε λίγα τραγούδια που βρέθηκαν μπροστά μου στο youtube. Είναι πολλές οι ηχογραφήσεις της που θα άξιζε να μνημονεύσω, αλλά δεν θέλω να κάνω κάποια εξαντλητική παρουσίαση του έργου της. Να τη θυμηθώ θέλω μόνο λέγοντάς της να 'ρθει για απόψε, μέσα στη νύχτα, μες στον χειμώνα, αν και το ξέρω πάντα πως θα ξανάρθει. Απόψε ίσως όχι σαν όλα τα βραδάκια, αφού η επέτειος κάνει διαφορετική την προσμονή αυτή. Δεν αναρωτιέμαι ποια να 'ναι αυτή η γυναίκα, γιατί ευτυχώς είχα την τύχη να τη γνωρίσω καλά... Και κυρίως είχα την τύχη να μάθω πως η καρδιά της μπορούσε να αγαπήσει όσο λίγες. Και αν προσπάθησε μέσα από τον στίχο της να μας πείσει πως δεν ξέρει τι είναι αυτό που το λένε αγάπη, εμείς ξέρουμε καλά ότι με τη φωνή της κατάφερε όσο λίγες φωνές να μας κάνει να το νιώσουμε.














Το εκτενές αφιέρωμα του Rena Fan στη ζωή και το έργο της Δανάης Στρατηγοπούλου είναι πάντα διαθέσιμο εδώ.

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Εορταστικές προτάσεις ΙΙΙ: "Χταποδάκια και άλλα διηγήματα" στο BIOS

Η τελευταία μου εορταστική πρόταση αφορά μια παράσταση που τελικά θα έχετε την ευκαιρία να δείτε και μετά τις γιορτές: Τα Χταποδάκια και άλλα διηγήματα επρόκειτο να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους στις 8 του Γενάρη. Ωστόσο, η επιτυχία που γνωρίζουν κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο BIOS  Basement οδήγησε σε παράταση των παραστάσεων μέχρι τις 22 του μήνα. Τώρα λοιπόν έχετε περισσότερες ευκαιρίες να δείτε και να ξαναδείτε την εξαιρετική δουλειά που έκαναν οι τρεις νέοι ηθοποιοί Ηλίας Βογιατζηδάκης, Μυρτώ Πανάγου και Νατάσα Παπανδρέου που ανέλαβαν τη σκηνοθεσία και τη διασκευή πέντε νεοελληνικών διηγημάτων με τη δραματουργική συνεργασία της Παναγιώτας Κωνσταντινάκου, τη σκηνογραφική/ενδυματολογική επιμέλεια της Ευαγγελίας Κατέχη και τους φωτισμούς του Νίκου Βλασσόπουλου.

Τα Χταποδάκια και άλλα διηγήματα ξεκίνησαν τον βίο τους τον περσινό Μάιο όταν οι τρεις ηθοποιοί παρουσίασαν στο Bios το διήγημα του Μ. Καραγάτση "Τα χταποδάκια" στο πλαίσιο των Scratch Nights του Bob Theatre Festival 2012. Η επιτυχία τους ήταν μεγάλη και έτσι από τον περασμένο Νοέμβρη προστέθηκαν στην αρχική πρόταση τα "άλλα διηγήματα": "Τα ρέστα" του Κώστα Ταχτσή, "Ο τάφος" του Δημήτρη Χατζή, "Ο κ. Γαρύφαλλος" του Ντίνου Χριστιανόπουλου και "Ένας χωρισμός" του Μάριου Χάκκα. 
Νατάσα Παπανδρέου, Ηλίας Βογιατζηδάκης, Μυρτώ Πανάγου
(φωτογραφία του Μιχάλη Κυριαζίδη)

Η παράσταση λοιπόν αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση δραματοποίησης της λογοτεχνίας. Δεν είναι όμως αυτός ο μόνος λόγος για τον οποίο θα σας πρότεινα να τη δείτε. Αυτό που θα σας κερδίσει αν πάτε στο BIOS είναι η ψυχή που καταθέτουν οι τρεις νέοι/ες ηθοποιοί. Το τσαγανό τους και η ευαισθησία τους. Η δύναμή τους και η τρυφεράδα τους: όψεις του ίδιου νομίσματος τελικά και όψεις του ίδιου κόσμου που περιγράφουν και ζωντανεύουν τα κείμενα: ιδιωτικές ιστορίες ανθρώπων που "γίνονται λόγος δημόσιος, κοινό κτήμα θεατών και ηθοποιών, καθώς εκτυλίσσονται στο χώρο της Ιστορίας, όπου το παρελθόν συναντιέται με το παρόν και προετοιμάζεται το μέλλον" σημειώνει η Παναγιώτα Κωνσταντινάκου στο πρόγραμμα της παράστασης. Θα τολμούσα να πω ότι τα παιδιά στο BIOS μάς δίνουν μαθήματα μικρο-ιστορίας και μικρο-κοινωνιολογίας, αλλά αυτό προφανώς δεν γίνεται με ακαδημαϊκό ή σοβαροφανή τρόπο: γίνεται με μια φρέσκια ματιά πάνω σε κείμενα που είναι ήδη γραμμένα σε "γλώσσα φρέσκια, ελληνική", μια ματιά που ισορροπεί ανάμεσα στο σοβαρό και στο παιχνιδιάρικο--και πάλι όψεις του ίδιου νομίσματος που είναι τελικά η ζωή.
Νατάσα Παπανδρέου
(φωτογραφία της Μαντώς Λαμπροπούλου από την ιστοσελίδα www.storybox.gr)

Από την αρχή της παράστασης οι τρεις ηθοποιοί σού δίνουν να καταλάβεις πως θέλουν και τις πέντε αισθήσεις σου σε δράση--και καταφέρνουν πραγματικά να τις ενεργοποιήσουν όλες με τις επιλογές τους, τα ευρήματά τους, τα σχόλιά τους, το παίξιμό τους και το παιχνίδι τους με τα κείμενα και με τους θεατές. Κλείνουν το μάτι στο κοινό και το κάνουν τόσο αποτελεσματικά--ίσως σε σημεία που στα μάτια του κοινού να εμφανιζόταν κάποιο δάκρυ. Άλλωστε το έργο διατρέχουν "επικίνδυνα" αισθήματα: η απόρριψη, η ματαίωση, η μοναξιά, η διχόνοια. Δεν ταυτίζεσαι όμως μόνο με τον Παναγιωτάκη που απορρίπτεται: αναγνωρίζεις τον εαυτό σου και σε εκείνους/ες που τον απορρίπτουν...


Τα διηγήματα μοιάζουν να γλιστρούν το ένα μέσα στο άλλο, όχι πάντα με ευδιάκριτα τα όρια τους. Άλλη μια ένδειξη της αναπόφευκτης συγγένειας των κειμένων; Ή της επιτυχημένης επεξεργασίας τους από την ομάδα; Δεν είμαι σίγουρος πραγματικά και ίσως τελικά να μην έχει και τόση σημασία. Σημασία έχει ότι το αποτέλεσμα δικαιώνει και τα κείμενα και τη δουλειά των τριών ηθοποιών. Έχει ο καθένας/η καθεμιά τους στιγμές που ξεχωρίζουν: ωστόσο, δεν μου κάνει καρδιά να τις απομονώσω: είναι και οι τρεις τους ένα τόσο ενιαίο σύνολο όσο ενιαία είναι και η σύνθεση των πέντε κειμένων, όσο ενιαίες μοιάζουν να είναι και οι ζωές των ηρώων τους: του Παναγιωτάκη, της γυναίκας του, του Σπούργου, του Τσιάγαλου, του Γαρύφαλλου, του Νίκου, της μάνας, του γιου.
(φωτογραφία της Μαντώς Λαμπροπούλου από την ιστοσελίδα www.storybox.gr)


Σημαντικό ρόλο σε αυτό το αποτέλεσμα παίζουν και οι μουσικές επιλογές που έκαναν οι τρεις ηθοποιοί--και κάποιες από αυτές συγκίνησαν ιδιαίτερα τον Rena Fan. Τραγούδια που μυρίζουν Ελλάδα, από το "Πέρα στους πέρα κάμπους" με τη φωνή του Νίκου Γούναρη μέχρι το "Μάνα μου Ελλάς" των Ξαρχάκου-Γκάτσου και το "Έτσι είν' η ζωή" των Μούτση-Λογοθέτη. Και ενδιάμεσα θα σταθώ ιδιαίτερα στο "Τι παράξενη κοπέλα είσαι εσύ" του Μανώλη Χιώτη, με τη φωνή της Μαρίκας Νίνου, και κυρίως στο "Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες" του Αττίκ, με την ανεπανάληπτη ερμηνεία της Κάκιας Μένδρη. Ρεμπέτικο και ελαφρό, και πάλι δυο όψεις ενός νομίσματος: του όμορφου ελληνικού τραγουδιού...

Ηλίας Βογιατζηδάκης
(φωτογραφία της Μαντώς Λαμπροπούλου από την ιστοσελίδα www.storybox.gr)

Συγκρούσεις εξωτερικές και εσωτερικές είναι τα Χταποδάκια κι άλλα διηγήματα στο BIOS. "Κουκκίδες στην απόσταση"--άνθρωποι που φεύγουν ή έρχονται. Δεν τους λυπάσαι--γιατί δεν θέλεις   ίσως να λυπηθείς τον εαυτό σου. Συμπορεύεσαι ή απλώς ακολουθείς. Και σίγουρα τους παρακολουθείς με αμείωτο ενδιαφέρον και ενθουσιασμό. Γιατί, εντέλει, αυτήν την Ελλάδα αγαπάμε.

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00, μέχρι τις 22 του Γενάρη στο BIOS basement.


Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Καλή χρονιά!

Εάν επισκέπτεστε τακτικά αυτό το blog, μπορεί να περιμένατε να διαβάσετε την τρίτη εορταστική μου πρόταση... Τελικά πήρε και αυτή αναβολή--όχι για πολύ όμως! Δεν μου 'κανε καρδιά, ωστόσο, να αφήσω τον χρόνο να περάσει και να μη στείλω τις ευχές μου ως Rena Fan. Δεν θα πρωτοτυπήσω, θα στείλω πρωτοχρονιάτικες ευχές όπως σχεδόν κάθε χρόνο, θυμίζοντάς σας δηλαδή το πρωτοχρονιάτικο απόσπασμα από τις Πρωτεουσιάνικες περιπέτειες. Βλέπετε, από τη μια... μού αρέσει πολύ (πώς αλλιώς;)! Από την άλλη, βλέπω ότι συνεχίζουν να το αναρτούν διάφορες ιστοσελίδες ή ιστολόγια (και μάλιστα χωρίς ποτέ--ή σχεδόν ποτέ--να αναφέρουν την πηγή των πληροφοριών με τις οποίες το συνοδεύουν. Βρήκα ώρα και μέρα κι εγώ να γκρινάσω!...) οπότε θα ήταν κρίμα να μην το αναρτήσω για άλλη μια φορά κι εγώ. Καμαρώστε λοιπόν τη Ρένα Βλαχοπούλου που αφήνει δώρα σε τροχονόμο της πλατείας Συντάγματος στις 31 Δεκεμβρίου 1955. Καμαρώστε όμως και μια πολύχρωμη εορταστική Αθήνα, με όμορφες εικόνες από ένα χτες που δεν ήταν πάντα όμορφο, αλλά μπορούμε να αντλούμε από αυτό ωραία πράγματα για να τα φέρουμε μαζί μας στο μέλλον...


Αν θέλετε να μάθετε πιο πολλά για το βίντεο αυτό, διαβάστε εδώ. Αν θέλετε να ακούσετε τη μούσα μου να σας δίνει τις πρωτοχρονιάτικες ευχές της, πηγαίνετε εδώ. Εγώ προς το παρόν σας δίνω τις δικές μου ευχές. Να έχετε μια καλή χρονιά. Το 2013 να σας φέρει ό,τι πραγματικά επιθυμείτε και θα σας κάνει να νιώσετε πιο πλήρεις. Και τέτοια μέρα του χρόνου εύχομαι να είμαστε και πάλι εδώ, όλες και όλοι, γερές/οί και πιο χαρούμενες/οι από ό,τι ήμασταν φέτος! Χρόνια πολλά και καλά!


Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Εορταστικές προτάσεις II: "Οι απάχηδες των Αθηνών" στο ίδρυμα Μ. Κακογιάννης

Το blog αγαπάει την οπερέττα (ας μην ξεχνάμε ότι η μούσα του είχε κάποιες σχέσεις μαζί της ιδίως στα πρώτα βήματα της καριέρας της) και παρόλο που προτιμάει τις οπερέττες του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, εκτιμά και το έργο του Νίκου Χατζηαποστόλου (η Ρένα Βλαχοπούλου άλλωστε συμμετείχε κάποια στιγμή στη Γιόλα, ενώ είχε καλές σχέσεις με την οικογένεια του συνθέτη, καθώς τραγούδησε με επιτυχία τραγούδια του γιου του, Ανδρέα Χατζηαποστόλου). Έτσι ο Rena Fan δεν θα μπορούσε να λείπει από το φετινό ανέβασμα της πασίγνωστης οπερέττας Οι απάχηδες των Αθηνών, το γνωστότερο έργο του συνθέτη, σε λιμπρέτο του Γιάννη Πρινέα: το εμβληματικό έργο του οπερεττικού ρεπερτορίου παρουσιάζεται φέτος για έξι μόνο παραστάσεις μέχρι τις 30 Δεκεμβρίου από την Εταιρία Λυρικού Θεάτρου Ραφή στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, σε σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Ευκλείδη, ενορχήστρωση και μουσική διεύθυνση του Μιχάλη Παπαπέτρου, με σκηνικά-κοστούμια της Χριστίνας Σπανού και τη δραματουργική συνεργασία της Κατερίνας Κωνσταντινάκου.

Οι Απάχηδες των Αθηνών είναι η δημοφιλέστερη ελληνική οπερέττα μαζί με τον Βαφτιστικό του Σακελλαρίδη: παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά το 1921 και παίχτηκαν επί δύο χρόνια, πραγματοποιώντας περισσότερες από 650 παραστάσεις--αριθμός-ρεκόρ για την εποχή εκείνη. Από τότε μέχρι σήμερα ανέβηκαν αμέτρητες φορές (όπως και ο Βαφτιστικός): δοκιμάστηκαν σε αυτούς μεγάλα και μικρά ονόματα της "ελαφράς" σκηνής, αθηναϊκοί--κεντρικοί και συνοικιακοί--και επαρχιακοί θίασοι, ενώ την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία σε διαφορετικά ανεβάσματα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο θέατρο Ακροπόλ. Εάν ο Σακελλαρίδης και ο Βαφτιστικός του θεωρούνταν ότι πλησίαζαν περισσότερο τον κόσμο της ευρωπαϊκής οπερέττας, ο Χατζηαποστόλου θεωρούνταν γνήσιος εκπρόσωπος της αθηναϊκής μουσικής ηθογραφίας με τραγούδια που--υποτίθεται--ήταν πιο κοντά στο πνεύμα και το κλίμα της λαϊκής αθηναϊκής γειτονιάς.
Νίκος Χατζηαποστόλου

Βέβαια, όπως σημειώνουν και οι συντελεστές του τωρινού ανεβάσματος, το έργο αναπαράγει μια αστική ματιά, παρόλο που συγγραφέας του λιμπρέτου ήταν ο σοσιαλιστής Πρινέας. Η λέξη απάχης που προέρχεται από τους Ινδιάνους Απάτσι, χρησιμοποιούνταν στον μεσοπόλεμο για να χαρακτηρίσει του περιθωριακούς, επικίνδυνους αλήτες του Παρισιού. Η σημερινή ανάγνωση της οπερέττας από τον Αλ. Ευκλείδη (που αξίζει να υπενθυμίσω ότι μας έδωσε ως τώρα πολύ ενδιαφέρουσες παραστάσεις του Βαφτιστικού και της Κόρης της Καταιγίδος του Σακελλαρίδη) φωτίζει το περιθώριο της σύγχρονης Αθήνας και επαναφέρει τον κοινωνικό διάλογο που υπάρχει στον πυρήνα του έργου (έστω και μέσα από την αστική ματιά του λιμπρέτου): η δράση μεταφέρεται στο Μεταξουργείο,  στις εισόδους των γκαλερί όπου, σημειώνει ο σκηνοθέτης, "η αφρόκρεμα της νέας αθηναϊκής δημιουργικότητας, υποστηριζόμενη από το τελευταίο κύμα της δημοσιογραφικής βιομηχανίας του lifestyle, εκθέτει τους (συχνά πολιτικούς) προβληματισμούς της [και] οι σύγχρονοι απάχηδες βρίσκονται σωριασμένοι, εκθέματα κι αυτοί μας από τις πιο αποτρόπαιες δημιουργίες του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού". 
Ο Γιάννης Πρινέας στη δεύτερη κινηματογραφική μεταφορά των 
Απάχηδων (1950)

Έτσι, η οικογένεια Παραλή έρχεται πλέον στην Αθήνα και εγκαθίσταται στο Μεταξουργείο με έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο: η κόρη του Ξενοφώντα Παραλή, η Βέρα, πρόκειται να εγκαινιάσει τη νέα της γκαλερί. Οι απάχηδες (ο Πρίγκιπας--διχασμένος ερωτικά αφού είναι ήδη ερωτευμένος με τη Βέρα αλλά διατηρεί δεσμό και με τη Ρωσίδα μετανάστρια Τιτίκα--, ο Καρούμπας και ο Καρκαλέτσος) που εισβάλλουν στον χώρο της παριστάνοντας τους τεχνοκριτικούς και τσακίζουν τον νεοπλουτισμό και την έπαρσή τους είναι άτομα του σύγχρονου περιθωρίου (άστεγοι, μετανάστες) που θα γοητεύσουν τόσο τη Βέρα όσο και τη γεροντοκόρη θεία της, την Αρετούσα. Η τελική λύση που δίνει η ίδια η Βέρα για να αφήσει το φτωχό ζευγάρι να ζήσει τον έρωτά του είναι ευρηματική, όπως είναι και όλες οι διακριτικές προσθήκες και αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα της σύγχρονης πραγματικότητας.

Η ανάδειξη όλων αυτών των στοιχείων στην παράσταση της Ραφής λειτουργεί πολύ αποτελεσματικά κατά τη γνώμη μου. Το αρχικό, ευχάριστο ξάφνιασμα του να ακούς τις πολυτραγουδισμένες επιτυχίες του Χατζηαποστόλου σε ένα εντελώς καινούριο περιβάλλον (το "Μάη τρελέ με τα λουλούδια", ας πούμε, ερμηνεύεται εδώ με αγωνιστική διάθεση από τη χορωδία των αστέγων) διαδέχεται η διαπίστωση ότι όλο αυτό το σκηνικό είναι πραγματικά ο μοναδικός χώρος στον οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει σήμερα το έργο και να "μιλήσει" στο σημερινό κοινό. Δεν θα ωφελούσε προφανώς ένα ακόμη νοσταλγικό, μουσειακό ανέβασμα των Απάχηδων που θα συγκινούσε το κοινό μεγαλύτερης ηλικίας και θα απωθούσε τους/τις νεότερους/ες. Τα ζητήματα του κοινωνικού διαλόγου που θέτει η σκηνοθεσία ενισχύονται από τις ερμηνείες των τραγουδιστών/τριών και της χορωδίας (υπεύθυνη για τη διδασκαλία της ήταν η Ιωάννα Φόρτη) και την άψογη εκτέλεση της μουσικής (η ανάγνωση της αυθεντικής παρτιτούρας από τον Μιχάλη Παπαπέτρου και τους τέσσερις μουσικούς του αναδεικνύει πολύ όμορφες πτυχές των συνθέσεων του Χατζηαποστόλου). Ίσως σε λίγα σημεία (τουλάχιστον τη βραδιά που είδα εγώ το έργο) να έπρεπε να είναι πιο γοργός ο ρυθμός της πρόζας, αλλά η παράσταση είναι  γενικά καλοκουρδισμένη, χωρίς πλαδαρότητες που χαρακτηρίζουν συχνά οπερεττικές παραστάσεις.

Η σκηνοθεσία έχει οδηγήσει τα μέλη της ομάδας σε πολύ πετυχημένες σατιρικές αλλά και αυτοσαρκαστικές πινελιές. Ξεχωρίζουν ο Δημήτρης Ναλμπάντης ως Πρίγκιπας, η εξαιρετική Ιωάννα Φόρτη ως ασυγκράτητη Αρετούσα (μοναδικές οι πόζες της, το περπάτημά της και τα βλέμματά της, ειδικά στο "Πω πω τρελάθηκα"), η Λουντμίλα Μπονταρένκο ως απολαυστική μετανάστρια Τιτίκα (θαυμάσιο το ντουέτο της με τον Πρίγκιπα στο "Μόνο με σένα"), ο Δημήτρης Δημόπουλος ως ξιπασμένος νεόπλουτος Ξενοφών Παραλής και η Αναστασία Κότσαλη ως αφελής γκαλερίστα Βέρα Παραλή. Τη διανομή συμπληρώνουν οι Θοδωρής Μπιράκος, Γιάννης Πεδιαδιτάκης, Βασίλης Πελαντάκης, Κωνσταντίνος Πασσάς και Μικαέλα Δανά. Τη χορωδία αποτελούν οι Χριστίνα Αλεξίου, Δημήτρης Γκογκόσης, Ξένια Ζήση, Κατερίνα Θεοδοσίου, Αντωνίνα Καλαϊτζή, Λίνα Καλπαζίδου, Ξένια Καπώνη, Άρτεμις Κονδυλοπούλου, Γαρυφαλιά Κουτσογιάννη, Αναστασία Μολυβδά, Μαρία Μουρκούση, Μαριαλένα Πολίτη και Χριστίνα Τσίμπρη. Ο πολύ καλός συντονισμός όλου του συνόλου αναδεικνύεται σε πολλά σημεία της παράστασης, και κυρίως στο φινάλε της δεύτερης πράξης που συγκεντρώνει και κάποια από τα πιο γνωστά μοτίβα του. Εκτός από τον Μιχάλη Παπαπέτρου που παίζει πιάνο παίρνουν μέρος οι μουσικοί Άγγελος Λιακάκης (βιολοντσέλο), Γιώργος Γουμενάκης (μαντολίνο), Δημήτρης Τίγκας (κοντραμπάσο) και Αντώνης Παπακώστας (κλαρινέτο).

Οι Απάχηδες των Αθηνών του Αλέξανδρου Ευκλείδη και της Ραφής παρουσιάζονται μόνο για έξι παραστάσεις: οι τρεις τελευταίες δίνονται σήμερα, αύριο και μεθαύριο, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (πληροφορίες εδώ). Σας προτείνω ανεπιφύλακτα να δείτε το εγχείρημα της Ραφής, να αφουγκραστείτε τα θέματα που θίγει η σκηνοθεσία και, εντέλει και, το ίδιο το έργο και, φυσικά, να απολαύσετε και τα όμορφα τραγούδια του Χατζηαποστόλου. Κάποια από αυτά λίγο πειραγμένα ίσως, αλλά όλα τους απολαυστικά.




Φωτογραφίες του Ιωάννη Σκλάβου από την παράσταση:
Η απολαυστική Ιωάννα Φόρτη ως ασυγκράτητη Αρετούσα

Απολαυστικό ντουέτο: 
ο Δημήτρης Ναλμπάντης (Πρίγκιπας) και η Λουντμίλα Μπονταρένκο (Τιτίκα) 

Ο Δημήτρης Ναλμπάντης και ο θίασος

Ο θίασος στο φινάλε της δεύτερης πράξης

Η χορωδία και οι μουσικοί στην έναρξη του έργου



Εορταστικές προτάσεις I: "Τι Βουλή θα παραδώσεις, μωρή;"

Τρεις εορταστικές προτάσεις για τις μέρες των εορτών έγιναν η αφορμή για να επιστρέψει ο Rena Fan στο πληκτρολόγιό του: αφορούν και οι τρεις θεατρικές παραστάσεις που θα ήταν καλό να δείτε αυτές τις μέρες, την κάθε μια για τους λόγους που θα αναφέρω, και που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο (και σίγουρα τον τρόπο που ο Rena Fan καλά γνωρίζει) μπορούν να συνδεθούν με τη μούσα και τα ενδιαφέροντα αυτού του blog. Ξεκινώ με την επιθεώρηση Τι βουλή θα παραδώσεις, μωρή; που παίζεται στο θέατρο Ζίνα. Είχα ξεκινήσει να γράφω τη γνώμη μου για την επάνοδο του επιθεωρησιακού είδους, αλλά και της Άννας Παναγιωτοπούλου σε αυτό, τον Ιούλιο, όταν είχα τη χαρά να δω την επιθεώρηση αυτή στο Θέατρο Δάσους της Θεσσαλονίκης, αλλά για διάφορους λόγους δεν κατάφερα να ολοκληρώσω το κείμενο.

Με ανάμικτα... θεωρητικά συναισθήματα λόγω της διαπίστωσης ότι έπρεπε η Ελλάδα να βρεθεί σε μαύρο χάλι για να απολαύσουμε και πάλι μια ωραία επιθεώρηση, αλλά ουσιαστικά με πολλή χαρά υποδέχτηκα την πρόταση που κατέθεσαν η Άννα Παναγιωτοπούλου και οι συνεργάτες της συγγραφείς Αλέξης Καλλίτσης και Μίνως Θεοχάρης. Βέβαια πιο σημαντική από τη δική μου υποδοχή ήταν η υποδοχή που της επιφύλαξε το κοινό όλης της Ελλάδας στη θριαμβευτική περιοδεία που πραγματοποίησε ο θίασος υπό την καθοδήγηση των αδελφών Τάγαρη το περασμένο καλοκαίρι. Με περισσότερες από εξήντα πιάτσες στην Ελλάδα και την Κύπρο το Τι βουλή θα παραδώσεις, μωρή; θα πρέπει να ήταν μια από τις εμπορικότερες παραστάσεις της θερινής σεζόν.

Δεν ξέρω τι βουλή θα παραδώσουν οι πολιτικοί μας στο τέλος αυτής της τόσο κρίσιμης θητείας τους, όσο κι αν αυτή κρατήσει, αλλά ξέρω ότι η Άννα Παναγιωτοπούλου και οι συνεργάτες της, οι συμπρωταγωνίστριές της κι οι συμπρωταγωνιστές της μας παρέδωσαν μια γερή επιθεώρηση με όλα εκείνα τα θετικά χαρακτηριστικά που γνωρίσαμε στις παραστάσεις των θεάτρων Βέμπο, Αθήναιον και Παρκ στο τέλος της δεκαετίας του '80 και στις αρχές του '90 (και οι λίγο μεγαλύτεροι/ες σ' εκείνες της Ελεύθερης Σκηνής και του Ελεύθερου Θεάτρου). Εύστοχη πολιτική σάτιρα που δεν χαρίζεται σε κανέναν και σε καμιά, διεισδυτική ματιά των συγγραφέων σε θέματα κοινωνικά και όχι μόνο τηλεοπτικά (ένα από τα μόνιμα προβλήματα των επιθεωρήσεων που ανεβαίνουν τα τελευταία χρόνια είναι ότι τα νούμερά τους σε ποσοστό που ξεπερνούσε το 80% ήταν σάτιρα της τηλεοπτικής πραγματικότητας), εμπνευσμένες παρωδίες γνωστών τραγουδιών (όχι μόνο ένα ρεφραίν στην αρχή και ένα στο τέλος κάθε νούμερου, αλλά και εμβόλιμα τραγούδια--όπως στα νούμερα της παλιάς επιθεώρησης--αλλά και τραγουδιστικά νούμερα με ολόκληρο τον θίασο). Και βέβαια η ακτινοβολία, το γκελ και το προσωπικό χιούμορ αγαπημένων ηθοποιών, πρωταγωνιστών αλλά κυρίως πρωταγωνιστριών.


Κακά τα ψέματα, η παρουσία των πρωταγωνιστριών είναι καθοριστική στην επιθεώρηση.  Πάντα στους επιθεωρησιακούς θιάσους υπήρχαν δημοφιλείς άντρες κωμικοί που υπερτερούσαν αριθμητικά των πρωταγωνιστριών. Ωστόσο, οι γυναίκες "έκαναν τη διαφορά": στα χρόνια της κλασικής μεταπολεμικής επιθεώρησης οι αδελφές Καλουτά, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Ρένα Ντορ, η Μαρίκα Νέζερ, η Σπεράντζα Βρανά, η Γεωργία Βασιλειάδου στόλιζαν τις σκηνές των μουσικών θεάτρων με το ταλέντο τους. Έπειτα, στα χρόνια του Ελεύθερου Θεάτρου, της Ελεύθερης Σκηνής, του Θεσσαλικού Θεάτρου και των... συγγενικών θιάσων ήταν η Άννα Παναγιωτοπούλου, η Μίρκα Παπακωνσταντίνου, η Μίνα Αδαμάκη, η Νένα Μεντή, η Χρυσούλα Διαβάτη, η Άννα Βαγενά, η Ελένη Γερασιμίδου, η Κατιάνα Μπαλανίκα, η Χρύσα Ρώπα που πρόσφεραν το αλατοπίπερό τους στους θιάσους, στα έργα και το κοινό. Όταν οι δυο αυτές γενιές αποσύρθηκαν από την επιθεώρηση σχεδόν ταυτόχρονα (η Άννα Καλουτά και η Ρένα Βλαχοπούλου εγκατέλειψαν το θέατρο το 1994, σχεδόν ταυτόχρονα με την αποχώρηση των νεότερων πρωταγωνιστριών από την επιθεώρηση), παρέμειναν για μια περίπου δεκαετία στις επιθεωρησιακές σκηνές από τη μια ως δυναμικές παρουσίες του παρόντος η Βάσια Τριφύλλη και η Έλντα Πανοπούλου και από την άλλη ως νοσταλγικές παρουσίες του παρελθόντος η Μαίρη Χρονοπούλου, η Μάρω Κοντού και η Μάρθα Καραγιάννη. Μέχρι που αποχώρησαν και αυτές οι πέντε κυρίες για να φτάσουμε στο παράξενο (και μάλλον θλιβερό) φαινόμενο να υπάρχουν επιθεωρησιακοί θίασοι δίχως ούτε μια πρωταγωνίστρια...

Στο Τι βουλή θα παραδώσεις, μωρή; έχουμε τη σπάνια ευκαιρία να απολαύσουμε δυο πρωταγωνίστριες που ταυτίστηκαν με την επιθεωρησιακή πρόταση του Ελεύθερου Θεάτρου και αργότερα της Ελεύθερης Σκηνής: την Άννα Παναγιωτοπούλου (που με εξαίρεση το μάλλον άτυχο Ζωή σε λόγου μας του 2009-10 είχε να παίξει επιθεώρηση από το 1993 όταν συνεργάστηκε με τον Χάρρυ Κλυνν στις Πίτσες μπλε) και τη Μίρκα Παπακωνσταντίνου (που απείχε από το είδος από τον Χορό του Οζαλ...όγγου του 1988, αν δεν κάνω λάθος). Και οι δυο τους είναι ηθοποιοί... αρμόδιες για την επιθεώρηση: οι γνώριμοι υποκριτικοί τους κώδικες, ο προσωπικός τους ρυθμός, ο τρόπος που πλασάρουν τις ατάκες τους, η χαρά που προκαλούν άμα τη... εμφανίσει, όλα αυτά τα στοιχεία μάς είχαν λείψει. Και ειδικά για την Άννα Παναγιωτοπούλου πρέπει να προσθέσω ότι μας είχε λείψει και το τραγούδι της. Και ευτυχώς σε αυτήν την παράσταση τραγουδά αρκετά: τόσο στο βασικό πολιτικό της νούμερο ("Υποφέιρω") όσο και στα δυο τραγουδιστικά νούμερα στα οποία συμμετέχει όλος ο θίασος.


Στη θερινή εκδοχή της παράστασης το τρίτο γερό... γυναικείο χαρτί ήταν η Χρύσα Ρώπα (επίσης απείχε χρόνια από την επιθεώρηση με εξαίρεση τα μετεπιθεωρησιακά θεάματα του Λάκη Λαζόπουλου). Στο θέατρο Ζίνα, όμως, τη Ρώπα αντικαθιστά η Δάφνη Λαμπρόγιαννη. Αν δεν κάνω λάθος, πρόκειται για την πρώτη της εμφάνιση στην επιθεώρηση, ωστόσο η διετής... θητεία της στο Βίρα τις Άγκυρες, το αλησμόνητο αφιέρωμα του Εθνικού Θεάτρου στην επιθεώρηση, με κάνει να πιστεύω πως θα είναι άξια διάδοχος της Ρώπα. Εκτός από τη Ρώπα, από τον θίασο του Τι βουλή... αποχώρησαν οι δυο βασικοί πρωταγωνιστές, ο Αντώνης Καφετζόπουλος και ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης. Τους αντικαθιστούν στο θέατρο Ζίνα ο Παύλος Κοντογιαννίδης και ο Τάσος Χαλκιάς. Ο Κοντογιαννίδης, πιο έμπειρος στην επιθεώρηση από τα χρόνια ακόμα του '70, έχει συνεργαστεί και στο παρελθόν με την Παναγιωτοπούλου (τους είδα και τους δυο μαζί για πρώτη φορά το φθινόπωρο του 1990 στις Σέρρες, στην τότε περιοδεύουσα επιθεώρηση Πίσω έχει η Ελλάδα την ουρά και μπρος την Άρπα Κόλλα) και δεν έπαψε να δίνει το παρών στο είδος μέχρι και λίγα χρόνια πριν. Ο Χαλκιάς είναι λιγότερο έμπειρος επιθεωρησιακά από τους/τις υπόλοιπους/ες, αλλά έχει σημαντικές επιθεωρησιακές επιτυχίες στο ενεργητικό του (με πρώτη, αν δεν κάνω λάθος, τη συνεργασία του με την Άννα Παναγιωτοπούλου στο Βουλή καλλιγραφία, στο θέατρο Αθήναιον το 1991). Συνεπώς, το πρωταγωνιστικό κουιντέτο εξακολουθεί να αποτελεί μια εγγύηση για τη διασκέδαση και την επιθεωρησιακή εκτόνωση του κοινού μέσα από τα γερά κείμενα του έργου.

Πλάι τους εξακολουθούν να λάμπουν ο Παντελής Καναράκης και ο Γιώργος Γαλίτης. Σημαντικές μονάδες και οι δυο τους για τη σύγχρονη κωμωδία και επιθεώρηση: απογειώνουν τα νούμερα στα οποία εμφανίζονται με τον ρυθμό τους και τη δική τους προσωπική λάμψη. Τόσο ως κρητικός όσο και ως ένας gay χαμένος σε... πορείες ο Καναράκης αλλά και ως Χάρης Αλεξίου ο Γαλίτης με κάνουν να πιστεύω ότι αν η επιθεώρηση είχε πιο σταθερή παρουσία στην αθηναΐκή σκηνή οι δυο τους θα  είχαν ακόμα περισσότερες ευκαιρίες να λάμπουν. Τον θίασο συμπληρώνουν οι Γιώργος Τσούρμας, Κατερίνα Δημάδη και Μαριαλέννα Ροζάκη. Τα επιθεωρησιακά κοστούμια και τα λιτά σκηνικά υπογράφει η Αναστασία Αρσένη, ενώ οι χορογραφίες είναι του Φωκά Ευαγγελινού, ο οποίος συνυπογράφει τη σκηνοθεσία με την Άννα Παναγιωτοπούλου.

Το πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό του Τι βουλή θα παραδώσεις, μωρή (μιλώ έχοντας δει μόνο τη θερινή βερσιόν, αλλά από ό,τι άκουσα σε συνέντευξη της Παναγιωτοπούλου μόνο σε δυο νούμερα έχουν γίνει ουσιαστικές αλλαγές, πέρα από τις απαραίτητες επικαιροποιήσεις όλων των κειμένων) είναι ότι κανένα από τα νούμερα της παράστασης δεν αφήνει το κοινό αδιάφορο. Όλα τους έχουν σωστό επιθεωρησιακό ρυθμό, και σάτιρα εύστοχη και ισορροπημένη. Προσωπικά ξεχώρισα το πρώτο, αμέσως μετά την έναρξη, ιδιαίτερα ευρηματικό νούμερο με τίτλο  "Ποια είναι η θέση μας", στο οποίο οι τρεις πρωταγωνίστριες μάς εισάγουν στο κεφάτο κλίμα της παράστασης. Εκμεταλλευόμενες την παραδοσιακή σκηνοθεσία των επιθεωρήσεων με τα τρία συνήθως μικρόφωνα που είναι στημένα στην άκρη του προσκήνιου, οι τρεις κυρίες παίζουν με τις έννοιες Αριστερά-Δεξιά-Κέντρο έχοντας ως όπλο, εκτός από την πρωτότυπη ιδέα, το προσωπικό τους ταπεραμέντο. Και τα δυο σόλο της Παναγιωτοπούλου ( "Όσκαρ" και "Υποφέιρω") είναι πολύ καλά και δίνουν την ευκαιρία στην αγαπημένη πρωταγωνίστρια να μας προσφέρει το δικό της ιδιαίτερο στυλ και την υπέροχη φωνή της. Από τα νούμερα των πρωταγωνιστών στέκομαι ιδιαίτερα στον μονόλογο του Μπίου (που ερμήνευε ο Αντώνης Καφετζόπουλος το καλοκαίρι, ενώ το έχει αναλάβει τώρα ο Παύλος Κοντογιαννίδης): θυμίζει τα παλιότερα επιτυχημένα νούμερα που διηγούνταν μια ιστορία με αρχή, μέση και... κορύφωμα και επιτίθεται πολύ πετυχημένα στην καταναλωτική μας μανία.


Η Μίρκα Παπακωνσταντίνου είναι έξοχη στο πρώτο της νούμερο με τίτλο "Δεν είμαι καλά", αλλά εκεί που πραγματικά απογειώνεται και μας παίρνει και μας μαζί της είναι στο δεύτερο μέρος, όταν εμφανίζεται ως Λέλος Βενιζέλος. Είναι ένα νούμερο που μπορεί άνετα να προστεθεί στην πολύ επιτυχημένη σειρά των νούμερων με παιδάκια (στα οποία, άλλωστε ξεχώριζε ιδιαίτερα η Μίρκα, ποιος/α μπορεί να ξεχάσει άλλωστε το περίφημο "Οικογένεια Γαμι-ό-μαστε"): η απολαυστική ηθοποιός υποδύεται τον γιο του Βαγγέλη Βενιζέλου κάνοντας το κοινό να παραληρεί. Επειδή έμαθα πως η Μίρκα Παπακωνσταντίνου έχει ήδη ξεκινήσει πρόβες για το έργο του Ε. Άλμπι Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ που πρόκειται να παρουσιαστεί στο τέλος του Γενάρη, υποθέτω πως θα αποχωρήσει σύντομα από τον θίασο του Ζίνα. Αν και φαντάζομαι ότι θα την αντικαταστήσει κάποια άλλη άξια συνάδελφός της, επιβάλλεται, νομίζω, να δείτε το νούμερο αυτό με την ίδια τη Μίρκα, και γι' αυτόν τον λόγο συνιστώ να σπεύσετε στο θεάτρο Ζίνα όσο πιο σύντομα γίνεται.


Το φινάλε του Α΄ μέρους από τη θερινή περιοδεία της επιθεώρησης

Ανέφερα και παραπάνω ότι η μουσική--που επιμελείται ο Διονύσης Τσακνής--παίζει σημαντικό ρόλο στην επιτυχία του Τι βουλή θα παραδώσεις, μωρή; (ας μην ξεχνάμε ότι η επιθεώρηση είναι μουσικό θέατρο!). Υπάρχουν πολύ επιτυχημένες παρωδίες τραγουδιών σε όλες τις σκηνές, αλλά κυριαρχούν δυο αποκλειστικά τραγουδιστικά νούμερα με όλον τον θίασο: στο πρώτο (που είναι το φινάλε του πρώτου μέρους) μια σειρά από παλιά και νεότερα τραγούδια διασκευάζονται με θέμα το φαγητό και την... έλλειψή του, ενώ το δεύτερο (που είναι η έναρξη του δεύτερου μέρους) αποτελεί μια "Ωδή στον καταναλωτισμό". Ο Τσακνής έχει συνθέσει επίσης ένα κεφάτο τραγούδι για τους επιτυχημένους στίχους της έναρξης του έργου, ενώ ένα δικό του τραγούδι, το "Φτιάξε, καρδιά μου, το δικό σου παραμύθι"--με τους υπέροχους στίχους της Μαριανίνας Κριεζή--κλείνει την παράσταση, με τη μελαγχολικά γοητευτική ερμηνεία της  Άννας Παναγιωτοπούλου και ολόκληρου του θιάσου.


Ο θίασος της θερινής περιοδείας στο φινάλε της παράστασης

Η επιθεώρηση Τι βουλή θα παραδώσεις, μωρή; αποτελεί μια καλή υπενθύμιση της δύναμης και της χρησιμότητας του επιθεωρησιακού είδους. Δεν ξέρω αν η προσπάθεια αυτή θα έχει συνέχεια--βλέπω πολύ θετικά την επιστροφή και της Άννας Βαγενά, αν και δεν έχω δει την παράστασή της για να έχω γνώμη--αλλά σε κάθε περίπτωση μη χάσετε την ευκαιρία που σας δίνεται τώρα στο θέατρο Ζίνα να χαρείτε τις ερμηνείες αρμοδίων πρωταγωνιστριών/τών, να διασκεδάσετε, να προβληματιστείτε και να εκτονωθείτε.

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Θέατρα και τραγούδια πολέμου...

Η σημερινή μέρα το απαιτεί (και ας επαναλαμβάνομαι σε επικίνδυνο βαθμό) να ακούσουμε το πολεμικό τραγούδι της Ρένας Βλαχοπούλου, το "Πήγαινε κι όταν θα 'ρθεις" που έγραψαν ο Κώστας Γιαννίδης και ο Μίμης Τραϊφόρος. Το τραγουδούσε η Ρένα Βλαχοπούλου επί ένα μήνα περίπου στο θέατρο Μοντιάλ, στην επιθεώρηση Πολεμική Αθήνα που ανέβηκε τον Μάρτιο του 1941.

Έχω ξαναγράψει την ιστορία του τραγουδιού αυτού και σας παραπέμπω σε εκείνη την ανάρτηση. Σας παραπέμπω επίσης σε ένα κείμενό μου για το αθηναϊκό θέατρο της περιόδου 1940-41 που δημοσιεύεται στη σημερινή Αυγή καθώς και σε παλιότερη ανάρτηση στην οποία παρουσιάζονται αναλυτικότερα τα πολεμικά τραγούδια του 1940-41.

Σήμερα δημοσιεύω και πάλι κάποια από τα ελαφρά τραγούδια εκείνης της εποχής (τα περισσότερα από το κανάλι του φίλου desmich στο greektube) για να τιμήσω τη μέρα και τους ανθρώπους της τέχνης που βρέθηκαν στη δίνη της πραγματικότητας εκείνης και ο καθένας/η καθεμιά με τον τρόπο του/της, τις δυνατότητές του/της και την προσωπικότητά τους/της συνεργάστηκαν για τη... συγγραφή αυτού του κεφαλαίου της μουσικοθεατρικής μας ιστορίας.

Η γιαγιά Δανάη στο "Άντε στο καλό" των Ριτσιάρδη-Σπυρόπουλου-Παπαδούκα:
Η μεγάλη Σοφία Βέμπο στο "Μας χωρίζει ο πόλεμος" των Σουγιούλ-Κοφινιώτη.

Και μια επιλογή από κατοχικά τραγούδια μαζί με το μεταπολεμικό "Κάνε κουράγιο, Ελλάδα μου" των Σουγιούλ-Τραϊφόρου από το περσινό πρόγραμμα του Ζυγού με τις/τους Τάνια Τσανακλίδου, Ελένη Κοκκίδου, Κώστα Θωμαΐδη, Παναγιώτη Τσεβά.

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Δέκα χρόνια "πάμε σαν άλλοτε"!

Η εκπομπή Πάμε σαν άλλοτε που επιμελείται και παρουσιάζει ο Σιδερής Πρίντεζης στο Δεύτερο Πρόγραμμα της ΕΡΑ έκλεισε τα δέκα της χρόνια! Μια από τις ελάχιστες ραδιοφωνικές εκπομπές που ειδικεύονται στο ελαφρό τραγούδι, γιόρτασε σήμερα τα γενέθλιά της με έναν πολύ όμορφο τρόπο: όχι με μεταδόσεις σπάνιων ηχογραφήσεων της δισκογραφίας ή του αρχείου της ελληνικής ραδιοφωνίας (οι οποίες έτσι κι αλλιώς μας έχουν λείψει, αλλά ελπίζουμε ότι θα επανέλθουν), αλλά με καλεσμένους τρεις νέους ανθρώπους που τολμούν να ασχοληθούν με το ελαφρό τραγούδι και να προσφέρουν τη δική τους ερμηνευτική άποψη για το ρεπερτόριό του. Έτσι η Μπέτυ Χαρλαύτη (με την πολύ όμορφη φωνή της), ο Γιώργος Σχοινάς (με το ακορντεόν του--ήταν υπεύθυνος και για τις διασκευές) και ο Κώστας Βλάχος (με την κιθάρα του) παρουσίασαν μια σειρά από ελαφρά τραγούδια συνθετών όπως ο Αττίκ, ο Γιαννίδης, ο Σουγιούλ, ο Σπάρτακος, ο Μωράκης, ο Ιακωβίδης, ο Βέλλας... Τραγούδια από τα χρόνια του μεσοπολέμου μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '60, κάποια σε εκδοχές που συγγένευαν με την εποχή των πρώτων εκτελέσεων και άλλα πιο πειραγμένα. Όλα όμως άψογα ερμηνευμένα, με κέφι και φρεσκάδα.
Ο Γιώργος Σχοινάς και η Μπέττυ Χαρλαύτη

Η Ρένα Βλαχοπούλου είχε την τιμητική της στην εκπομπή. Όχι απλώς επειδή, όπως ανέφερε και ο ίδιος ο Σιδερής Πρίντεζης, το Πάμε σαν άλλοτε τής έχει αδυναμία (τόσες και τόσες σπάνιες στιγμές της στο παλιό ΕΙΡ μας έχει άλλωστε χαρίσει!), αλλά επειδή αφενός οι τρεις καλλιτέχνες τραγούδησαν τρία τραγούδια που εκείνη ερμήνευσε πρώτη ("Το αλκοόλ κι η νικοτίνη", "Θα σε πάρω να φύγουμε" και "Έτσι είν' η ζωή") καθώς και ένα που είπε σε δεύτερη εκτέλεση ("Τι είν' αυτό που το λένε αγάπη") κι αφετέρου επειδή ακούστηκε και η ίδια σε δυο ηχογραφήσεις της (στο "Ομόνοια Πλας" του 1954 και στο "Το φιλί που χτες μου έδωσες στο στόμα" από τον τελευταίο της δίσκο Η Ρένα τραγουδάει τζαζ)--τραγούδια που επέλεξαν οι τρεις καλεσμένοι, μαζί με άλλα κομμάτια του ρεπερτορίου που τιμά η εκπομπή. Ακούστηκαν επίσης τραγούδια από το CD που έχουν ηχογραφήσει με επιλογές από το ελαφρό τραγούδι και πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα.

Ο Σιδερής Πρίντεζης στο στούντιο του Δεύτερου

Εμείς ευχόμαστε στα νέα αυτά παιδιά να έχουν επιτυχία με το CD τους και τις ζωντανές παρουσιάσεις της άποψής τους για το ελαφρό τραγούδι. Και φυσικά ευχόμαστε στο Πάμε σαν άλλοτε να συνεχίσει να μας ταξιδεύει για πολλά χρόνια στο... άλλοτε αλλά και να μας εκπλήσσει με τις σπάνιες ηχογραφήσεις που θα ανακαλύπτει για λογαριασμό μας ο Σιδερής Πρίντεζης.

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Μια αναχώρηση και μια αεροπειρατεία

Το βράδυ της Τετάρτης 12 Δεκεμβρίου του 1989, η ΕΤ1 πρόβαλε την τελευταία κινηματογραφική ταινία της Ρένας Βλαχοπούλου, το φιλόδοξο αλλά μέτριο Ρένα, τα ρέστα σου του Αλέκου Σακελλάριου. Η ταινία θα παιζόταν στις 22.35, αλλά κατά την προσφιλή τότε συνήθεια των τηλεοπτικών σταθμών, η προβολή ξεκίνησε με μεγάλη καθυστέρηση μετά τις 11. Για αυτόν τον λόγο στις 12 διακόπηκε (εντελώς άτεχνα τη στιγμή που η Ρένα τραγουδούσε το "Αχ, αγάπη μου πού να 'σαι" με τη συνοδεία του Γιάννη Σπάρτακου στο πιάνο) για το βραδινό δελτίο ειδήσεων και η ταινία συνεχίστηκε ως τη μία μετά τα μεσάνυχτα.

Η πιο κωμική σκηνή της ταινίας βρίσκεται σε αυτό το δεύτερο μισό της. Πρόκειται για μια σκηνή αεροπειρατείας: η Ρένα και η Μπέτυ (Βαλάση) ταξιδεύουν από Ρόδο για Αθήνα μέσω... Παρισίου (πτήση για την οποία εξασφάλισαν εισιτήρια μετά από πολύ κόπο), αλλά το αεροσκάφος καταλαμβάνουν δύο διαφορετικές οργανώσεις και προσπαθούν να το οδηγήσουν στη Μέση Ανατολή. Το αποτέλεσμα είναι ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα με τις δυο πρωταγωνίστριες (αλλά και τον σκηνοθέτη που παίζει τον μεγαλύτερο ρόλο της καριέρας του!) να αγωνιούν, και κυρίως με τη Ρένα που πρέπει επειγόντως να πάει στην τουαλέτα και την εμποδίζουν οι αεροπειρατές! Σκηνή αεροπειρατείας υπήρχε και σε παλιότερη συνεργασία Ρένας και μπαρμπα-Αλέκου (συγκεκριμένα στη Θεία μου τη Χίπισσα όπου η Ρένα βοηθά να συλληφθούν οι τρομοκράτες), αλλά στο Ρένα τα Ρέστα σου νομίζω ότι το αποτέλεσμα είναι ακόμα πιο διασκεδαστικό. Μπορεί η ταινία να αντανακλά τις συνθήκες και τις περιστάσεις της δεκαετίας του '80, όπου κάποια πράγματα παρουσιάζονται λίγο πιο χοντροκομμένα και κάποιες άκομψες λεξούλες λέγονται πλέον ελεύθερα, ωστόσο δεν μπορώ ποτέ να αντισταθώ στα καμώματα της Ρένας όταν προσπαθεί απεγνωσμένα να ζητήσει άδεια από τους αεροπειρατές για να πάει στην τουαλέτα, όταν άλλοι επίδοξοι αεροπειρατές δεν της επιτρέπουν την είσοδο ή την προετοιμάζουν για τη νέα αεροπειρατεία και όταν ένας άνεργος ηθοποιός τής παραπονιέται πως δεν ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει το πτυχίο της δραματικής σχολής επειδή καταργήθηκε η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος του ηθοποιού.



Την Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου συνάντησα τη γιαγιά μου που μου είπε: "Την είδες την ταινία με τη Ρένα χτες; Πολύ αργά δεν την έβαλαν; Και νύσταζα. Αλλά είπα, αφού τη βλέπει ο Αποστόλης, θα ξενυχτήσω να τη δω κι εγώ! Και πόσο γέλασα με τη σκηνή στο αεροπλάνο!..."

Το αστείο είναι ότι ο έφηβος Αποστόλης εκείνο το βράδυ δεν ξενύχτησε για να δει ολόκληρη την ταινία: ψύχραιμος επειδή την είχε ήδη δει στο σινεμά, ήσυχος επειδή το βίντεό του "έγραφε" το φιλμ και ευσυνείδητος καθώς την άλλη μέρα έπρεπε να πάει στο σχολείο, πήγε για ύπνο αμέσως μετά το τέλος του δελτίου ειδήσεων. Ωστόσο, πάντα θυμάμαι με γλύκα τον ενθουσιασμό της γιαγιάς μου για τη σκηνή αυτή αλλά και την ενθουσιώδη ταύτισή της με τη δική μου τρέλα, το δικό μου πάθος, τη δική μου μεγάλη αγάπη... Ήταν σαν να άκουγα ένα... αναδρομικό νανούρισμα, σαν αυτό που τραγουδούσε πολύ παλιά η Ρένα Βλαχοπούλου τόσο τρυφερά:
Νάνι, νάνι, η νύχτα απλώνει σκοτάδι γλυκό, 
ας ξεχαστούν οι καημοί σου, 
κοιμήσου, κοιμήσου, 
κι εγώ ξαγρυπνώ...
Πριν από μιάμιση ώρα η 94χρονη γιαγιά μου έπεσε μόνιμο... θύμα της αεροπειρατείας που μας περιμένει όλους/ες στο τέλος του βίου μας. Ψάχνοντας μια πτήση για να βρεθώ κοντά της για το τελευταίο κατευόδιο δεν μπόρεσα να μη θυμηθώ αυτήν τη χαριτωμένη ιστορία. Την αποχαιρετώ και από εδώ--και κάπως ανορθόδοξα βέβαια!--, στέλνοντάς της αυτή τη σκηνή για να την ξαναδεί... Της στέλνω ακόμα δυο τραγούδια που τη θυμάμαι από μικρό παιδί να τα τραγουδάει, τραγούδια διαφορετικά μεταξύ τους, αλλά και ενδεικτικά της ευρύτητας των προτιμήσεών της, της ευαισθησίας της και της αγάπης που μπορούσε να νιώθει μέσα της και να χαρίζει στους ανθρώπους γύρω της: το "Αν βγουν αλήθεια" του Αττίκ και το "Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο" των Σπύρου Σκορδίλη-Λένας Νταϊνά. Δεν ξέρω με πόσο πόνο τελείωσε η ζωή της, καθώς τον τελευταίο καιρό η επικοινωνία μας μαζί της ήταν δύσκολη, ξέρω όμως ότι η παρουσία της έκανε τη δικιά μας ζωή πιο ωραία!








Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Παράξενος χειμώνας (?) μπαίνει...

Το ημερολόγιο δείχνει ότι είναι φθινόπωρο. Εδώ στην Αρκαδία μόνον η βραδινή δροσιά το επιβεβαιώνει. Για τους/τις εκπαιδευτικούς όμως αρχίζει επίσημα από αύριο η... χειμερινή σεζόν. Και όπως κάθε χρόνο, στέλνω τις ευχές μου και μοιράζομαι τις σκέψεις, τις αγωνίες, τις ελπίδες με τους/τις συναδέλφους και κυρίως τις φίλες και τους φίλους που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο εμπλέκονται στην εκπαίδευση και κοιτούν κάπως μουδιασμένοι/ες τις εξελίξεις στον χώρο αυτό και στη χώρα μας γενικότερα.

Σε όλους/ες εμάς λοιπόν σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα και Αρκαδία αφιερώνω φυσικά ένα φθινοπωρινό τραγούδι με τη φωνή της Ρένας: το περίφημο Autumn Leaves όπως διασκεύασε και διηύθυνε ο Γιάννης Σπάρτακος στη δεκαετία του ΄80.



Και ένα ακόμα τραγούδι, όχι με τη φωνή της Ρένας αυτή τη φορά, αλλά ένα τραγούδι του Νίκου Πορτοκάλογλου που περιγράφει ακριβώς αυτό που αισθάνομαι αυτές τις μέρες:
Παράξενος χειμώνας μπαίνει
παράξενη εποχή
Κανείς δεν ξέρει πού πηγαίνει
δεν ξέρει πού θα βγει

Βουλιάζουμε όλο και πιο κάτω, όλο πιο βαθιά

Πότε θα πιάσουμε επιτέλους πάτο... πια
Όλο κάτι άσχετοι κερδίζουν
με κόλπα και εφέ
και μας που λίγα μας χωρίζουν
δεν σμίγουμε ποτέ
....
Πες μου ποιος
την άνοιξη θα φέρει
σε τούτα εδώ τα μέρη
Κανένας πια δεν ξέρει πώς

Πες μου ποιος
το φως του θα μας δώσει
Ξανά να μας ενώσει
τα όνειρα να σώσει, ποιος;

Τώρα που πια κανείς δεν μοιάζει για σοφός
Η αγάπη ίσως ξέρει πώς


Και σαν υστερόγραφο θέλω να σταθώ στο δίστιχο:  "και μας που λίγα μας χωρίζουν, δεν σμίγουμε ποτέ". Η διάθεσή μου να σμίξω με ανθρώπους "που λίγα μας χωρίζουν" σε αυτές τις τρεις περιοχές της χώρας μοιάζει να είναι ο λόγος που ο χειμώνας αυτός μου φαίνεται ακόμα πιο δύσκολος. Ελπίζω όμως να βρούμε την άκρη!

Καλή σχολική χρονιά!