Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Τέσσερα χρόνια χωρίς τη Δανάη Στρατηγοπούλου

Ο χρόνος τελικά περνά γρήγορα. Δεν έχω καταλάβει πώς πέρασαν τέσσερα χρόνια από τότε που πέθανε η Δανάη Στρατηγοπούλου. Στις 18 Ιανουαρίου 2009, η αγαπημένη μας γιαγιά Δανάη αποφάσισε, ως ελεύθερο τρεχαντήρι που ήταν πάντοτε, να φύγει για άλλους γιαλούς.

Η Δανάη Στρατηγοπούλου προίκισε έναν ολόκληρο λαό με μια πλούσια κληρονομιά: ηχογραφήσεις, ποιήματα, πεζά, μεταφράσεις, απολαυστικές διηγήσεις μιας ζωής που έμοιαζε να μην έχει τέλος--και τελικά δεν είχε, παρά τους "αναγκαστικούς" τίτλους τέλους που έπεσαν σαν σήμερα. Ίσως να προίκισε λίγο παραπάνω τα άτομα που είχαν την τύχη να χαίρονται τη φυσική της παρουσία: τη μονάκριβη κόρη της Λήδα Χαλκιαδάκη και τα τρία εγγόνια της, τον Γιώργο, την Ευδοκία και τον Κωνσταντίνο, που ομόρφαιναν τη ζωή της μέχρι τις τελευταίες της στιγμές, τις φίλες και τους φίλους που είχαν την τύχη να μπαίνουν στο σπίτι της και να ρουφούν το πνεύμα της, την ενέργειά της, την αγάπη της για όλα, τα "μικρά" και τα "μεγάλα", που χαιρόταν στην καθημερινότητά της και την τέχνη της.

Ανάμεσα στα δώρα που μας άφησε πάντως κορυφαία θέση θα έχουν πάντα τα τραγούδια της που θα εκφράζουν το "σκεπτόμενο αίσθημά" της--χαρακτηρισμός που ανήκει στην κόρη της, τη σημαντική ερμηνεύτρια, τραγουδοποιό και ποιήτρια Λήδα Χαλκιαδάκη--και θα ομορφαίνουν τη ζωή όσων έχουν το προνόμιο--και συγχωρήστε μου αυτή την εγωιστική έκφραση--να αναγνωρίζουν, να αποζητούν και να απολαμβάνουν τη σπουδαία τέχνη της. Ήταν καταλυτική η συμβολή της Δανάης στη "μεγάλη τέχνη των μικρών τραγουδιών" και η ελληνική μουσική τής οφείλει ευγνωμοσύνη για όσα τής πρόσφερε.

Καθώς ξημερώνει η επέτειος του θανάτου της, στέκομαι σε λίγα τραγούδια που βρέθηκαν μπροστά μου στο youtube. Είναι πολλές οι ηχογραφήσεις της που θα άξιζε να μνημονεύσω, αλλά δεν θέλω να κάνω κάποια εξαντλητική παρουσίαση του έργου της. Να τη θυμηθώ θέλω μόνο λέγοντάς της να 'ρθει για απόψε, μέσα στη νύχτα, μες στον χειμώνα, αν και το ξέρω πάντα πως θα ξανάρθει. Απόψε ίσως όχι σαν όλα τα βραδάκια, αφού η επέτειος κάνει διαφορετική την προσμονή αυτή. Δεν αναρωτιέμαι ποια να 'ναι αυτή η γυναίκα, γιατί ευτυχώς είχα την τύχη να τη γνωρίσω καλά... Και κυρίως είχα την τύχη να μάθω πως η καρδιά της μπορούσε να αγαπήσει όσο λίγες. Και αν προσπάθησε μέσα από τον στίχο της να μας πείσει πως δεν ξέρει τι είναι αυτό που το λένε αγάπη, εμείς ξέρουμε καλά ότι με τη φωνή της κατάφερε όσο λίγες φωνές να μας κάνει να το νιώσουμε.














Το εκτενές αφιέρωμα του Rena Fan στη ζωή και το έργο της Δανάης Στρατηγοπούλου είναι πάντα διαθέσιμο εδώ.

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Εορταστικές προτάσεις ΙΙΙ: "Χταποδάκια και άλλα διηγήματα" στο BIOS

Η τελευταία μου εορταστική πρόταση αφορά μια παράσταση που τελικά θα έχετε την ευκαιρία να δείτε και μετά τις γιορτές: Τα Χταποδάκια και άλλα διηγήματα επρόκειτο να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους στις 8 του Γενάρη. Ωστόσο, η επιτυχία που γνωρίζουν κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο BIOS  Basement οδήγησε σε παράταση των παραστάσεων μέχρι τις 22 του μήνα. Τώρα λοιπόν έχετε περισσότερες ευκαιρίες να δείτε και να ξαναδείτε την εξαιρετική δουλειά που έκαναν οι τρεις νέοι ηθοποιοί Ηλίας Βογιατζηδάκης, Μυρτώ Πανάγου και Νατάσα Παπανδρέου που ανέλαβαν τη σκηνοθεσία και τη διασκευή πέντε νεοελληνικών διηγημάτων με τη δραματουργική συνεργασία της Παναγιώτας Κωνσταντινάκου, τη σκηνογραφική/ενδυματολογική επιμέλεια της Ευαγγελίας Κατέχη και τους φωτισμούς του Νίκου Βλασσόπουλου.

Τα Χταποδάκια και άλλα διηγήματα ξεκίνησαν τον βίο τους τον περσινό Μάιο όταν οι τρεις ηθοποιοί παρουσίασαν στο Bios το διήγημα του Μ. Καραγάτση "Τα χταποδάκια" στο πλαίσιο των Scratch Nights του Bob Theatre Festival 2012. Η επιτυχία τους ήταν μεγάλη και έτσι από τον περασμένο Νοέμβρη προστέθηκαν στην αρχική πρόταση τα "άλλα διηγήματα": "Τα ρέστα" του Κώστα Ταχτσή, "Ο τάφος" του Δημήτρη Χατζή, "Ο κ. Γαρύφαλλος" του Ντίνου Χριστιανόπουλου και "Ένας χωρισμός" του Μάριου Χάκκα. 
Νατάσα Παπανδρέου, Ηλίας Βογιατζηδάκης, Μυρτώ Πανάγου
(φωτογραφία του Μιχάλη Κυριαζίδη)

Η παράσταση λοιπόν αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση δραματοποίησης της λογοτεχνίας. Δεν είναι όμως αυτός ο μόνος λόγος για τον οποίο θα σας πρότεινα να τη δείτε. Αυτό που θα σας κερδίσει αν πάτε στο BIOS είναι η ψυχή που καταθέτουν οι τρεις νέοι/ες ηθοποιοί. Το τσαγανό τους και η ευαισθησία τους. Η δύναμή τους και η τρυφεράδα τους: όψεις του ίδιου νομίσματος τελικά και όψεις του ίδιου κόσμου που περιγράφουν και ζωντανεύουν τα κείμενα: ιδιωτικές ιστορίες ανθρώπων που "γίνονται λόγος δημόσιος, κοινό κτήμα θεατών και ηθοποιών, καθώς εκτυλίσσονται στο χώρο της Ιστορίας, όπου το παρελθόν συναντιέται με το παρόν και προετοιμάζεται το μέλλον" σημειώνει η Παναγιώτα Κωνσταντινάκου στο πρόγραμμα της παράστασης. Θα τολμούσα να πω ότι τα παιδιά στο BIOS μάς δίνουν μαθήματα μικρο-ιστορίας και μικρο-κοινωνιολογίας, αλλά αυτό προφανώς δεν γίνεται με ακαδημαϊκό ή σοβαροφανή τρόπο: γίνεται με μια φρέσκια ματιά πάνω σε κείμενα που είναι ήδη γραμμένα σε "γλώσσα φρέσκια, ελληνική", μια ματιά που ισορροπεί ανάμεσα στο σοβαρό και στο παιχνιδιάρικο--και πάλι όψεις του ίδιου νομίσματος που είναι τελικά η ζωή.
Νατάσα Παπανδρέου
(φωτογραφία της Μαντώς Λαμπροπούλου από την ιστοσελίδα www.storybox.gr)

Από την αρχή της παράστασης οι τρεις ηθοποιοί σού δίνουν να καταλάβεις πως θέλουν και τις πέντε αισθήσεις σου σε δράση--και καταφέρνουν πραγματικά να τις ενεργοποιήσουν όλες με τις επιλογές τους, τα ευρήματά τους, τα σχόλιά τους, το παίξιμό τους και το παιχνίδι τους με τα κείμενα και με τους θεατές. Κλείνουν το μάτι στο κοινό και το κάνουν τόσο αποτελεσματικά--ίσως σε σημεία που στα μάτια του κοινού να εμφανιζόταν κάποιο δάκρυ. Άλλωστε το έργο διατρέχουν "επικίνδυνα" αισθήματα: η απόρριψη, η ματαίωση, η μοναξιά, η διχόνοια. Δεν ταυτίζεσαι όμως μόνο με τον Παναγιωτάκη που απορρίπτεται: αναγνωρίζεις τον εαυτό σου και σε εκείνους/ες που τον απορρίπτουν...


Τα διηγήματα μοιάζουν να γλιστρούν το ένα μέσα στο άλλο, όχι πάντα με ευδιάκριτα τα όρια τους. Άλλη μια ένδειξη της αναπόφευκτης συγγένειας των κειμένων; Ή της επιτυχημένης επεξεργασίας τους από την ομάδα; Δεν είμαι σίγουρος πραγματικά και ίσως τελικά να μην έχει και τόση σημασία. Σημασία έχει ότι το αποτέλεσμα δικαιώνει και τα κείμενα και τη δουλειά των τριών ηθοποιών. Έχει ο καθένας/η καθεμιά τους στιγμές που ξεχωρίζουν: ωστόσο, δεν μου κάνει καρδιά να τις απομονώσω: είναι και οι τρεις τους ένα τόσο ενιαίο σύνολο όσο ενιαία είναι και η σύνθεση των πέντε κειμένων, όσο ενιαίες μοιάζουν να είναι και οι ζωές των ηρώων τους: του Παναγιωτάκη, της γυναίκας του, του Σπούργου, του Τσιάγαλου, του Γαρύφαλλου, του Νίκου, της μάνας, του γιου.
(φωτογραφία της Μαντώς Λαμπροπούλου από την ιστοσελίδα www.storybox.gr)


Σημαντικό ρόλο σε αυτό το αποτέλεσμα παίζουν και οι μουσικές επιλογές που έκαναν οι τρεις ηθοποιοί--και κάποιες από αυτές συγκίνησαν ιδιαίτερα τον Rena Fan. Τραγούδια που μυρίζουν Ελλάδα, από το "Πέρα στους πέρα κάμπους" με τη φωνή του Νίκου Γούναρη μέχρι το "Μάνα μου Ελλάς" των Ξαρχάκου-Γκάτσου και το "Έτσι είν' η ζωή" των Μούτση-Λογοθέτη. Και ενδιάμεσα θα σταθώ ιδιαίτερα στο "Τι παράξενη κοπέλα είσαι εσύ" του Μανώλη Χιώτη, με τη φωνή της Μαρίκας Νίνου, και κυρίως στο "Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες" του Αττίκ, με την ανεπανάληπτη ερμηνεία της Κάκιας Μένδρη. Ρεμπέτικο και ελαφρό, και πάλι δυο όψεις ενός νομίσματος: του όμορφου ελληνικού τραγουδιού...

Ηλίας Βογιατζηδάκης
(φωτογραφία της Μαντώς Λαμπροπούλου από την ιστοσελίδα www.storybox.gr)

Συγκρούσεις εξωτερικές και εσωτερικές είναι τα Χταποδάκια κι άλλα διηγήματα στο BIOS. "Κουκκίδες στην απόσταση"--άνθρωποι που φεύγουν ή έρχονται. Δεν τους λυπάσαι--γιατί δεν θέλεις   ίσως να λυπηθείς τον εαυτό σου. Συμπορεύεσαι ή απλώς ακολουθείς. Και σίγουρα τους παρακολουθείς με αμείωτο ενδιαφέρον και ενθουσιασμό. Γιατί, εντέλει, αυτήν την Ελλάδα αγαπάμε.

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00, μέχρι τις 22 του Γενάρη στο BIOS basement.


Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Καλή χρονιά!

Εάν επισκέπτεστε τακτικά αυτό το blog, μπορεί να περιμένατε να διαβάσετε την τρίτη εορταστική μου πρόταση... Τελικά πήρε και αυτή αναβολή--όχι για πολύ όμως! Δεν μου 'κανε καρδιά, ωστόσο, να αφήσω τον χρόνο να περάσει και να μη στείλω τις ευχές μου ως Rena Fan. Δεν θα πρωτοτυπήσω, θα στείλω πρωτοχρονιάτικες ευχές όπως σχεδόν κάθε χρόνο, θυμίζοντάς σας δηλαδή το πρωτοχρονιάτικο απόσπασμα από τις Πρωτεουσιάνικες περιπέτειες. Βλέπετε, από τη μια... μού αρέσει πολύ (πώς αλλιώς;)! Από την άλλη, βλέπω ότι συνεχίζουν να το αναρτούν διάφορες ιστοσελίδες ή ιστολόγια (και μάλιστα χωρίς ποτέ--ή σχεδόν ποτέ--να αναφέρουν την πηγή των πληροφοριών με τις οποίες το συνοδεύουν. Βρήκα ώρα και μέρα κι εγώ να γκρινάσω!...) οπότε θα ήταν κρίμα να μην το αναρτήσω για άλλη μια φορά κι εγώ. Καμαρώστε λοιπόν τη Ρένα Βλαχοπούλου που αφήνει δώρα σε τροχονόμο της πλατείας Συντάγματος στις 31 Δεκεμβρίου 1955. Καμαρώστε όμως και μια πολύχρωμη εορταστική Αθήνα, με όμορφες εικόνες από ένα χτες που δεν ήταν πάντα όμορφο, αλλά μπορούμε να αντλούμε από αυτό ωραία πράγματα για να τα φέρουμε μαζί μας στο μέλλον...


Αν θέλετε να μάθετε πιο πολλά για το βίντεο αυτό, διαβάστε εδώ. Αν θέλετε να ακούσετε τη μούσα μου να σας δίνει τις πρωτοχρονιάτικες ευχές της, πηγαίνετε εδώ. Εγώ προς το παρόν σας δίνω τις δικές μου ευχές. Να έχετε μια καλή χρονιά. Το 2013 να σας φέρει ό,τι πραγματικά επιθυμείτε και θα σας κάνει να νιώσετε πιο πλήρεις. Και τέτοια μέρα του χρόνου εύχομαι να είμαστε και πάλι εδώ, όλες και όλοι, γερές/οί και πιο χαρούμενες/οι από ό,τι ήμασταν φέτος! Χρόνια πολλά και καλά!


Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Εορταστικές προτάσεις II: "Οι απάχηδες των Αθηνών" στο ίδρυμα Μ. Κακογιάννης

Το blog αγαπάει την οπερέττα (ας μην ξεχνάμε ότι η μούσα του είχε κάποιες σχέσεις μαζί της ιδίως στα πρώτα βήματα της καριέρας της) και παρόλο που προτιμάει τις οπερέττες του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, εκτιμά και το έργο του Νίκου Χατζηαποστόλου (η Ρένα Βλαχοπούλου άλλωστε συμμετείχε κάποια στιγμή στη Γιόλα, ενώ είχε καλές σχέσεις με την οικογένεια του συνθέτη, καθώς τραγούδησε με επιτυχία τραγούδια του γιου του, Ανδρέα Χατζηαποστόλου). Έτσι ο Rena Fan δεν θα μπορούσε να λείπει από το φετινό ανέβασμα της πασίγνωστης οπερέττας Οι απάχηδες των Αθηνών, το γνωστότερο έργο του συνθέτη, σε λιμπρέτο του Γιάννη Πρινέα: το εμβληματικό έργο του οπερεττικού ρεπερτορίου παρουσιάζεται φέτος για έξι μόνο παραστάσεις μέχρι τις 30 Δεκεμβρίου από την Εταιρία Λυρικού Θεάτρου Ραφή στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, σε σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Ευκλείδη, ενορχήστρωση και μουσική διεύθυνση του Μιχάλη Παπαπέτρου, με σκηνικά-κοστούμια της Χριστίνας Σπανού και τη δραματουργική συνεργασία της Κατερίνας Κωνσταντινάκου.

Οι Απάχηδες των Αθηνών είναι η δημοφιλέστερη ελληνική οπερέττα μαζί με τον Βαφτιστικό του Σακελλαρίδη: παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά το 1921 και παίχτηκαν επί δύο χρόνια, πραγματοποιώντας περισσότερες από 650 παραστάσεις--αριθμός-ρεκόρ για την εποχή εκείνη. Από τότε μέχρι σήμερα ανέβηκαν αμέτρητες φορές (όπως και ο Βαφτιστικός): δοκιμάστηκαν σε αυτούς μεγάλα και μικρά ονόματα της "ελαφράς" σκηνής, αθηναϊκοί--κεντρικοί και συνοικιακοί--και επαρχιακοί θίασοι, ενώ την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία σε διαφορετικά ανεβάσματα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο θέατρο Ακροπόλ. Εάν ο Σακελλαρίδης και ο Βαφτιστικός του θεωρούνταν ότι πλησίαζαν περισσότερο τον κόσμο της ευρωπαϊκής οπερέττας, ο Χατζηαποστόλου θεωρούνταν γνήσιος εκπρόσωπος της αθηναϊκής μουσικής ηθογραφίας με τραγούδια που--υποτίθεται--ήταν πιο κοντά στο πνεύμα και το κλίμα της λαϊκής αθηναϊκής γειτονιάς.
Νίκος Χατζηαποστόλου

Βέβαια, όπως σημειώνουν και οι συντελεστές του τωρινού ανεβάσματος, το έργο αναπαράγει μια αστική ματιά, παρόλο που συγγραφέας του λιμπρέτου ήταν ο σοσιαλιστής Πρινέας. Η λέξη απάχης που προέρχεται από τους Ινδιάνους Απάτσι, χρησιμοποιούνταν στον μεσοπόλεμο για να χαρακτηρίσει του περιθωριακούς, επικίνδυνους αλήτες του Παρισιού. Η σημερινή ανάγνωση της οπερέττας από τον Αλ. Ευκλείδη (που αξίζει να υπενθυμίσω ότι μας έδωσε ως τώρα πολύ ενδιαφέρουσες παραστάσεις του Βαφτιστικού και της Κόρης της Καταιγίδος του Σακελλαρίδη) φωτίζει το περιθώριο της σύγχρονης Αθήνας και επαναφέρει τον κοινωνικό διάλογο που υπάρχει στον πυρήνα του έργου (έστω και μέσα από την αστική ματιά του λιμπρέτου): η δράση μεταφέρεται στο Μεταξουργείο,  στις εισόδους των γκαλερί όπου, σημειώνει ο σκηνοθέτης, "η αφρόκρεμα της νέας αθηναϊκής δημιουργικότητας, υποστηριζόμενη από το τελευταίο κύμα της δημοσιογραφικής βιομηχανίας του lifestyle, εκθέτει τους (συχνά πολιτικούς) προβληματισμούς της [και] οι σύγχρονοι απάχηδες βρίσκονται σωριασμένοι, εκθέματα κι αυτοί μας από τις πιο αποτρόπαιες δημιουργίες του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού". 
Ο Γιάννης Πρινέας στη δεύτερη κινηματογραφική μεταφορά των 
Απάχηδων (1950)

Έτσι, η οικογένεια Παραλή έρχεται πλέον στην Αθήνα και εγκαθίσταται στο Μεταξουργείο με έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο: η κόρη του Ξενοφώντα Παραλή, η Βέρα, πρόκειται να εγκαινιάσει τη νέα της γκαλερί. Οι απάχηδες (ο Πρίγκιπας--διχασμένος ερωτικά αφού είναι ήδη ερωτευμένος με τη Βέρα αλλά διατηρεί δεσμό και με τη Ρωσίδα μετανάστρια Τιτίκα--, ο Καρούμπας και ο Καρκαλέτσος) που εισβάλλουν στον χώρο της παριστάνοντας τους τεχνοκριτικούς και τσακίζουν τον νεοπλουτισμό και την έπαρσή τους είναι άτομα του σύγχρονου περιθωρίου (άστεγοι, μετανάστες) που θα γοητεύσουν τόσο τη Βέρα όσο και τη γεροντοκόρη θεία της, την Αρετούσα. Η τελική λύση που δίνει η ίδια η Βέρα για να αφήσει το φτωχό ζευγάρι να ζήσει τον έρωτά του είναι ευρηματική, όπως είναι και όλες οι διακριτικές προσθήκες και αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα της σύγχρονης πραγματικότητας.

Η ανάδειξη όλων αυτών των στοιχείων στην παράσταση της Ραφής λειτουργεί πολύ αποτελεσματικά κατά τη γνώμη μου. Το αρχικό, ευχάριστο ξάφνιασμα του να ακούς τις πολυτραγουδισμένες επιτυχίες του Χατζηαποστόλου σε ένα εντελώς καινούριο περιβάλλον (το "Μάη τρελέ με τα λουλούδια", ας πούμε, ερμηνεύεται εδώ με αγωνιστική διάθεση από τη χορωδία των αστέγων) διαδέχεται η διαπίστωση ότι όλο αυτό το σκηνικό είναι πραγματικά ο μοναδικός χώρος στον οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει σήμερα το έργο και να "μιλήσει" στο σημερινό κοινό. Δεν θα ωφελούσε προφανώς ένα ακόμη νοσταλγικό, μουσειακό ανέβασμα των Απάχηδων που θα συγκινούσε το κοινό μεγαλύτερης ηλικίας και θα απωθούσε τους/τις νεότερους/ες. Τα ζητήματα του κοινωνικού διαλόγου που θέτει η σκηνοθεσία ενισχύονται από τις ερμηνείες των τραγουδιστών/τριών και της χορωδίας (υπεύθυνη για τη διδασκαλία της ήταν η Ιωάννα Φόρτη) και την άψογη εκτέλεση της μουσικής (η ανάγνωση της αυθεντικής παρτιτούρας από τον Μιχάλη Παπαπέτρου και τους τέσσερις μουσικούς του αναδεικνύει πολύ όμορφες πτυχές των συνθέσεων του Χατζηαποστόλου). Ίσως σε λίγα σημεία (τουλάχιστον τη βραδιά που είδα εγώ το έργο) να έπρεπε να είναι πιο γοργός ο ρυθμός της πρόζας, αλλά η παράσταση είναι  γενικά καλοκουρδισμένη, χωρίς πλαδαρότητες που χαρακτηρίζουν συχνά οπερεττικές παραστάσεις.

Η σκηνοθεσία έχει οδηγήσει τα μέλη της ομάδας σε πολύ πετυχημένες σατιρικές αλλά και αυτοσαρκαστικές πινελιές. Ξεχωρίζουν ο Δημήτρης Ναλμπάντης ως Πρίγκιπας, η εξαιρετική Ιωάννα Φόρτη ως ασυγκράτητη Αρετούσα (μοναδικές οι πόζες της, το περπάτημά της και τα βλέμματά της, ειδικά στο "Πω πω τρελάθηκα"), η Λουντμίλα Μπονταρένκο ως απολαυστική μετανάστρια Τιτίκα (θαυμάσιο το ντουέτο της με τον Πρίγκιπα στο "Μόνο με σένα"), ο Δημήτρης Δημόπουλος ως ξιπασμένος νεόπλουτος Ξενοφών Παραλής και η Αναστασία Κότσαλη ως αφελής γκαλερίστα Βέρα Παραλή. Τη διανομή συμπληρώνουν οι Θοδωρής Μπιράκος, Γιάννης Πεδιαδιτάκης, Βασίλης Πελαντάκης, Κωνσταντίνος Πασσάς και Μικαέλα Δανά. Τη χορωδία αποτελούν οι Χριστίνα Αλεξίου, Δημήτρης Γκογκόσης, Ξένια Ζήση, Κατερίνα Θεοδοσίου, Αντωνίνα Καλαϊτζή, Λίνα Καλπαζίδου, Ξένια Καπώνη, Άρτεμις Κονδυλοπούλου, Γαρυφαλιά Κουτσογιάννη, Αναστασία Μολυβδά, Μαρία Μουρκούση, Μαριαλένα Πολίτη και Χριστίνα Τσίμπρη. Ο πολύ καλός συντονισμός όλου του συνόλου αναδεικνύεται σε πολλά σημεία της παράστασης, και κυρίως στο φινάλε της δεύτερης πράξης που συγκεντρώνει και κάποια από τα πιο γνωστά μοτίβα του. Εκτός από τον Μιχάλη Παπαπέτρου που παίζει πιάνο παίρνουν μέρος οι μουσικοί Άγγελος Λιακάκης (βιολοντσέλο), Γιώργος Γουμενάκης (μαντολίνο), Δημήτρης Τίγκας (κοντραμπάσο) και Αντώνης Παπακώστας (κλαρινέτο).

Οι Απάχηδες των Αθηνών του Αλέξανδρου Ευκλείδη και της Ραφής παρουσιάζονται μόνο για έξι παραστάσεις: οι τρεις τελευταίες δίνονται σήμερα, αύριο και μεθαύριο, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (πληροφορίες εδώ). Σας προτείνω ανεπιφύλακτα να δείτε το εγχείρημα της Ραφής, να αφουγκραστείτε τα θέματα που θίγει η σκηνοθεσία και, εντέλει και, το ίδιο το έργο και, φυσικά, να απολαύσετε και τα όμορφα τραγούδια του Χατζηαποστόλου. Κάποια από αυτά λίγο πειραγμένα ίσως, αλλά όλα τους απολαυστικά.




Φωτογραφίες του Ιωάννη Σκλάβου από την παράσταση:
Η απολαυστική Ιωάννα Φόρτη ως ασυγκράτητη Αρετούσα

Απολαυστικό ντουέτο: 
ο Δημήτρης Ναλμπάντης (Πρίγκιπας) και η Λουντμίλα Μπονταρένκο (Τιτίκα) 

Ο Δημήτρης Ναλμπάντης και ο θίασος

Ο θίασος στο φινάλε της δεύτερης πράξης

Η χορωδία και οι μουσικοί στην έναρξη του έργου



Εορταστικές προτάσεις I: "Τι Βουλή θα παραδώσεις, μωρή;"

Τρεις εορταστικές προτάσεις για τις μέρες των εορτών έγιναν η αφορμή για να επιστρέψει ο Rena Fan στο πληκτρολόγιό του: αφορούν και οι τρεις θεατρικές παραστάσεις που θα ήταν καλό να δείτε αυτές τις μέρες, την κάθε μια για τους λόγους που θα αναφέρω, και που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο (και σίγουρα τον τρόπο που ο Rena Fan καλά γνωρίζει) μπορούν να συνδεθούν με τη μούσα και τα ενδιαφέροντα αυτού του blog. Ξεκινώ με την επιθεώρηση Τι βουλή θα παραδώσεις, μωρή; που παίζεται στο θέατρο Ζίνα. Είχα ξεκινήσει να γράφω τη γνώμη μου για την επάνοδο του επιθεωρησιακού είδους, αλλά και της Άννας Παναγιωτοπούλου σε αυτό, τον Ιούλιο, όταν είχα τη χαρά να δω την επιθεώρηση αυτή στο Θέατρο Δάσους της Θεσσαλονίκης, αλλά για διάφορους λόγους δεν κατάφερα να ολοκληρώσω το κείμενο.

Με ανάμικτα... θεωρητικά συναισθήματα λόγω της διαπίστωσης ότι έπρεπε η Ελλάδα να βρεθεί σε μαύρο χάλι για να απολαύσουμε και πάλι μια ωραία επιθεώρηση, αλλά ουσιαστικά με πολλή χαρά υποδέχτηκα την πρόταση που κατέθεσαν η Άννα Παναγιωτοπούλου και οι συνεργάτες της συγγραφείς Αλέξης Καλλίτσης και Μίνως Θεοχάρης. Βέβαια πιο σημαντική από τη δική μου υποδοχή ήταν η υποδοχή που της επιφύλαξε το κοινό όλης της Ελλάδας στη θριαμβευτική περιοδεία που πραγματοποίησε ο θίασος υπό την καθοδήγηση των αδελφών Τάγαρη το περασμένο καλοκαίρι. Με περισσότερες από εξήντα πιάτσες στην Ελλάδα και την Κύπρο το Τι βουλή θα παραδώσεις, μωρή; θα πρέπει να ήταν μια από τις εμπορικότερες παραστάσεις της θερινής σεζόν.

Δεν ξέρω τι βουλή θα παραδώσουν οι πολιτικοί μας στο τέλος αυτής της τόσο κρίσιμης θητείας τους, όσο κι αν αυτή κρατήσει, αλλά ξέρω ότι η Άννα Παναγιωτοπούλου και οι συνεργάτες της, οι συμπρωταγωνίστριές της κι οι συμπρωταγωνιστές της μας παρέδωσαν μια γερή επιθεώρηση με όλα εκείνα τα θετικά χαρακτηριστικά που γνωρίσαμε στις παραστάσεις των θεάτρων Βέμπο, Αθήναιον και Παρκ στο τέλος της δεκαετίας του '80 και στις αρχές του '90 (και οι λίγο μεγαλύτεροι/ες σ' εκείνες της Ελεύθερης Σκηνής και του Ελεύθερου Θεάτρου). Εύστοχη πολιτική σάτιρα που δεν χαρίζεται σε κανέναν και σε καμιά, διεισδυτική ματιά των συγγραφέων σε θέματα κοινωνικά και όχι μόνο τηλεοπτικά (ένα από τα μόνιμα προβλήματα των επιθεωρήσεων που ανεβαίνουν τα τελευταία χρόνια είναι ότι τα νούμερά τους σε ποσοστό που ξεπερνούσε το 80% ήταν σάτιρα της τηλεοπτικής πραγματικότητας), εμπνευσμένες παρωδίες γνωστών τραγουδιών (όχι μόνο ένα ρεφραίν στην αρχή και ένα στο τέλος κάθε νούμερου, αλλά και εμβόλιμα τραγούδια--όπως στα νούμερα της παλιάς επιθεώρησης--αλλά και τραγουδιστικά νούμερα με ολόκληρο τον θίασο). Και βέβαια η ακτινοβολία, το γκελ και το προσωπικό χιούμορ αγαπημένων ηθοποιών, πρωταγωνιστών αλλά κυρίως πρωταγωνιστριών.


Κακά τα ψέματα, η παρουσία των πρωταγωνιστριών είναι καθοριστική στην επιθεώρηση.  Πάντα στους επιθεωρησιακούς θιάσους υπήρχαν δημοφιλείς άντρες κωμικοί που υπερτερούσαν αριθμητικά των πρωταγωνιστριών. Ωστόσο, οι γυναίκες "έκαναν τη διαφορά": στα χρόνια της κλασικής μεταπολεμικής επιθεώρησης οι αδελφές Καλουτά, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Ρένα Ντορ, η Μαρίκα Νέζερ, η Σπεράντζα Βρανά, η Γεωργία Βασιλειάδου στόλιζαν τις σκηνές των μουσικών θεάτρων με το ταλέντο τους. Έπειτα, στα χρόνια του Ελεύθερου Θεάτρου, της Ελεύθερης Σκηνής, του Θεσσαλικού Θεάτρου και των... συγγενικών θιάσων ήταν η Άννα Παναγιωτοπούλου, η Μίρκα Παπακωνσταντίνου, η Μίνα Αδαμάκη, η Νένα Μεντή, η Χρυσούλα Διαβάτη, η Άννα Βαγενά, η Ελένη Γερασιμίδου, η Κατιάνα Μπαλανίκα, η Χρύσα Ρώπα που πρόσφεραν το αλατοπίπερό τους στους θιάσους, στα έργα και το κοινό. Όταν οι δυο αυτές γενιές αποσύρθηκαν από την επιθεώρηση σχεδόν ταυτόχρονα (η Άννα Καλουτά και η Ρένα Βλαχοπούλου εγκατέλειψαν το θέατρο το 1994, σχεδόν ταυτόχρονα με την αποχώρηση των νεότερων πρωταγωνιστριών από την επιθεώρηση), παρέμειναν για μια περίπου δεκαετία στις επιθεωρησιακές σκηνές από τη μια ως δυναμικές παρουσίες του παρόντος η Βάσια Τριφύλλη και η Έλντα Πανοπούλου και από την άλλη ως νοσταλγικές παρουσίες του παρελθόντος η Μαίρη Χρονοπούλου, η Μάρω Κοντού και η Μάρθα Καραγιάννη. Μέχρι που αποχώρησαν και αυτές οι πέντε κυρίες για να φτάσουμε στο παράξενο (και μάλλον θλιβερό) φαινόμενο να υπάρχουν επιθεωρησιακοί θίασοι δίχως ούτε μια πρωταγωνίστρια...

Στο Τι βουλή θα παραδώσεις, μωρή; έχουμε τη σπάνια ευκαιρία να απολαύσουμε δυο πρωταγωνίστριες που ταυτίστηκαν με την επιθεωρησιακή πρόταση του Ελεύθερου Θεάτρου και αργότερα της Ελεύθερης Σκηνής: την Άννα Παναγιωτοπούλου (που με εξαίρεση το μάλλον άτυχο Ζωή σε λόγου μας του 2009-10 είχε να παίξει επιθεώρηση από το 1993 όταν συνεργάστηκε με τον Χάρρυ Κλυνν στις Πίτσες μπλε) και τη Μίρκα Παπακωνσταντίνου (που απείχε από το είδος από τον Χορό του Οζαλ...όγγου του 1988, αν δεν κάνω λάθος). Και οι δυο τους είναι ηθοποιοί... αρμόδιες για την επιθεώρηση: οι γνώριμοι υποκριτικοί τους κώδικες, ο προσωπικός τους ρυθμός, ο τρόπος που πλασάρουν τις ατάκες τους, η χαρά που προκαλούν άμα τη... εμφανίσει, όλα αυτά τα στοιχεία μάς είχαν λείψει. Και ειδικά για την Άννα Παναγιωτοπούλου πρέπει να προσθέσω ότι μας είχε λείψει και το τραγούδι της. Και ευτυχώς σε αυτήν την παράσταση τραγουδά αρκετά: τόσο στο βασικό πολιτικό της νούμερο ("Υποφέιρω") όσο και στα δυο τραγουδιστικά νούμερα στα οποία συμμετέχει όλος ο θίασος.


Στη θερινή εκδοχή της παράστασης το τρίτο γερό... γυναικείο χαρτί ήταν η Χρύσα Ρώπα (επίσης απείχε χρόνια από την επιθεώρηση με εξαίρεση τα μετεπιθεωρησιακά θεάματα του Λάκη Λαζόπουλου). Στο θέατρο Ζίνα, όμως, τη Ρώπα αντικαθιστά η Δάφνη Λαμπρόγιαννη. Αν δεν κάνω λάθος, πρόκειται για την πρώτη της εμφάνιση στην επιθεώρηση, ωστόσο η διετής... θητεία της στο Βίρα τις Άγκυρες, το αλησμόνητο αφιέρωμα του Εθνικού Θεάτρου στην επιθεώρηση, με κάνει να πιστεύω πως θα είναι άξια διάδοχος της Ρώπα. Εκτός από τη Ρώπα, από τον θίασο του Τι βουλή... αποχώρησαν οι δυο βασικοί πρωταγωνιστές, ο Αντώνης Καφετζόπουλος και ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης. Τους αντικαθιστούν στο θέατρο Ζίνα ο Παύλος Κοντογιαννίδης και ο Τάσος Χαλκιάς. Ο Κοντογιαννίδης, πιο έμπειρος στην επιθεώρηση από τα χρόνια ακόμα του '70, έχει συνεργαστεί και στο παρελθόν με την Παναγιωτοπούλου (τους είδα και τους δυο μαζί για πρώτη φορά το φθινόπωρο του 1990 στις Σέρρες, στην τότε περιοδεύουσα επιθεώρηση Πίσω έχει η Ελλάδα την ουρά και μπρος την Άρπα Κόλλα) και δεν έπαψε να δίνει το παρών στο είδος μέχρι και λίγα χρόνια πριν. Ο Χαλκιάς είναι λιγότερο έμπειρος επιθεωρησιακά από τους/τις υπόλοιπους/ες, αλλά έχει σημαντικές επιθεωρησιακές επιτυχίες στο ενεργητικό του (με πρώτη, αν δεν κάνω λάθος, τη συνεργασία του με την Άννα Παναγιωτοπούλου στο Βουλή καλλιγραφία, στο θέατρο Αθήναιον το 1991). Συνεπώς, το πρωταγωνιστικό κουιντέτο εξακολουθεί να αποτελεί μια εγγύηση για τη διασκέδαση και την επιθεωρησιακή εκτόνωση του κοινού μέσα από τα γερά κείμενα του έργου.

Πλάι τους εξακολουθούν να λάμπουν ο Παντελής Καναράκης και ο Γιώργος Γαλίτης. Σημαντικές μονάδες και οι δυο τους για τη σύγχρονη κωμωδία και επιθεώρηση: απογειώνουν τα νούμερα στα οποία εμφανίζονται με τον ρυθμό τους και τη δική τους προσωπική λάμψη. Τόσο ως κρητικός όσο και ως ένας gay χαμένος σε... πορείες ο Καναράκης αλλά και ως Χάρης Αλεξίου ο Γαλίτης με κάνουν να πιστεύω ότι αν η επιθεώρηση είχε πιο σταθερή παρουσία στην αθηναΐκή σκηνή οι δυο τους θα  είχαν ακόμα περισσότερες ευκαιρίες να λάμπουν. Τον θίασο συμπληρώνουν οι Γιώργος Τσούρμας, Κατερίνα Δημάδη και Μαριαλέννα Ροζάκη. Τα επιθεωρησιακά κοστούμια και τα λιτά σκηνικά υπογράφει η Αναστασία Αρσένη, ενώ οι χορογραφίες είναι του Φωκά Ευαγγελινού, ο οποίος συνυπογράφει τη σκηνοθεσία με την Άννα Παναγιωτοπούλου.

Το πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό του Τι βουλή θα παραδώσεις, μωρή (μιλώ έχοντας δει μόνο τη θερινή βερσιόν, αλλά από ό,τι άκουσα σε συνέντευξη της Παναγιωτοπούλου μόνο σε δυο νούμερα έχουν γίνει ουσιαστικές αλλαγές, πέρα από τις απαραίτητες επικαιροποιήσεις όλων των κειμένων) είναι ότι κανένα από τα νούμερα της παράστασης δεν αφήνει το κοινό αδιάφορο. Όλα τους έχουν σωστό επιθεωρησιακό ρυθμό, και σάτιρα εύστοχη και ισορροπημένη. Προσωπικά ξεχώρισα το πρώτο, αμέσως μετά την έναρξη, ιδιαίτερα ευρηματικό νούμερο με τίτλο  "Ποια είναι η θέση μας", στο οποίο οι τρεις πρωταγωνίστριες μάς εισάγουν στο κεφάτο κλίμα της παράστασης. Εκμεταλλευόμενες την παραδοσιακή σκηνοθεσία των επιθεωρήσεων με τα τρία συνήθως μικρόφωνα που είναι στημένα στην άκρη του προσκήνιου, οι τρεις κυρίες παίζουν με τις έννοιες Αριστερά-Δεξιά-Κέντρο έχοντας ως όπλο, εκτός από την πρωτότυπη ιδέα, το προσωπικό τους ταπεραμέντο. Και τα δυο σόλο της Παναγιωτοπούλου ( "Όσκαρ" και "Υποφέιρω") είναι πολύ καλά και δίνουν την ευκαιρία στην αγαπημένη πρωταγωνίστρια να μας προσφέρει το δικό της ιδιαίτερο στυλ και την υπέροχη φωνή της. Από τα νούμερα των πρωταγωνιστών στέκομαι ιδιαίτερα στον μονόλογο του Μπίου (που ερμήνευε ο Αντώνης Καφετζόπουλος το καλοκαίρι, ενώ το έχει αναλάβει τώρα ο Παύλος Κοντογιαννίδης): θυμίζει τα παλιότερα επιτυχημένα νούμερα που διηγούνταν μια ιστορία με αρχή, μέση και... κορύφωμα και επιτίθεται πολύ πετυχημένα στην καταναλωτική μας μανία.


Η Μίρκα Παπακωνσταντίνου είναι έξοχη στο πρώτο της νούμερο με τίτλο "Δεν είμαι καλά", αλλά εκεί που πραγματικά απογειώνεται και μας παίρνει και μας μαζί της είναι στο δεύτερο μέρος, όταν εμφανίζεται ως Λέλος Βενιζέλος. Είναι ένα νούμερο που μπορεί άνετα να προστεθεί στην πολύ επιτυχημένη σειρά των νούμερων με παιδάκια (στα οποία, άλλωστε ξεχώριζε ιδιαίτερα η Μίρκα, ποιος/α μπορεί να ξεχάσει άλλωστε το περίφημο "Οικογένεια Γαμι-ό-μαστε"): η απολαυστική ηθοποιός υποδύεται τον γιο του Βαγγέλη Βενιζέλου κάνοντας το κοινό να παραληρεί. Επειδή έμαθα πως η Μίρκα Παπακωνσταντίνου έχει ήδη ξεκινήσει πρόβες για το έργο του Ε. Άλμπι Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ που πρόκειται να παρουσιαστεί στο τέλος του Γενάρη, υποθέτω πως θα αποχωρήσει σύντομα από τον θίασο του Ζίνα. Αν και φαντάζομαι ότι θα την αντικαταστήσει κάποια άλλη άξια συνάδελφός της, επιβάλλεται, νομίζω, να δείτε το νούμερο αυτό με την ίδια τη Μίρκα, και γι' αυτόν τον λόγο συνιστώ να σπεύσετε στο θεάτρο Ζίνα όσο πιο σύντομα γίνεται.


Το φινάλε του Α΄ μέρους από τη θερινή περιοδεία της επιθεώρησης

Ανέφερα και παραπάνω ότι η μουσική--που επιμελείται ο Διονύσης Τσακνής--παίζει σημαντικό ρόλο στην επιτυχία του Τι βουλή θα παραδώσεις, μωρή; (ας μην ξεχνάμε ότι η επιθεώρηση είναι μουσικό θέατρο!). Υπάρχουν πολύ επιτυχημένες παρωδίες τραγουδιών σε όλες τις σκηνές, αλλά κυριαρχούν δυο αποκλειστικά τραγουδιστικά νούμερα με όλον τον θίασο: στο πρώτο (που είναι το φινάλε του πρώτου μέρους) μια σειρά από παλιά και νεότερα τραγούδια διασκευάζονται με θέμα το φαγητό και την... έλλειψή του, ενώ το δεύτερο (που είναι η έναρξη του δεύτερου μέρους) αποτελεί μια "Ωδή στον καταναλωτισμό". Ο Τσακνής έχει συνθέσει επίσης ένα κεφάτο τραγούδι για τους επιτυχημένους στίχους της έναρξης του έργου, ενώ ένα δικό του τραγούδι, το "Φτιάξε, καρδιά μου, το δικό σου παραμύθι"--με τους υπέροχους στίχους της Μαριανίνας Κριεζή--κλείνει την παράσταση, με τη μελαγχολικά γοητευτική ερμηνεία της  Άννας Παναγιωτοπούλου και ολόκληρου του θιάσου.


Ο θίασος της θερινής περιοδείας στο φινάλε της παράστασης

Η επιθεώρηση Τι βουλή θα παραδώσεις, μωρή; αποτελεί μια καλή υπενθύμιση της δύναμης και της χρησιμότητας του επιθεωρησιακού είδους. Δεν ξέρω αν η προσπάθεια αυτή θα έχει συνέχεια--βλέπω πολύ θετικά την επιστροφή και της Άννας Βαγενά, αν και δεν έχω δει την παράστασή της για να έχω γνώμη--αλλά σε κάθε περίπτωση μη χάσετε την ευκαιρία που σας δίνεται τώρα στο θέατρο Ζίνα να χαρείτε τις ερμηνείες αρμοδίων πρωταγωνιστριών/τών, να διασκεδάσετε, να προβληματιστείτε και να εκτονωθείτε.

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Θέατρα και τραγούδια πολέμου...

Η σημερινή μέρα το απαιτεί (και ας επαναλαμβάνομαι σε επικίνδυνο βαθμό) να ακούσουμε το πολεμικό τραγούδι της Ρένας Βλαχοπούλου, το "Πήγαινε κι όταν θα 'ρθεις" που έγραψαν ο Κώστας Γιαννίδης και ο Μίμης Τραϊφόρος. Το τραγουδούσε η Ρένα Βλαχοπούλου επί ένα μήνα περίπου στο θέατρο Μοντιάλ, στην επιθεώρηση Πολεμική Αθήνα που ανέβηκε τον Μάρτιο του 1941.

Έχω ξαναγράψει την ιστορία του τραγουδιού αυτού και σας παραπέμπω σε εκείνη την ανάρτηση. Σας παραπέμπω επίσης σε ένα κείμενό μου για το αθηναϊκό θέατρο της περιόδου 1940-41 που δημοσιεύεται στη σημερινή Αυγή καθώς και σε παλιότερη ανάρτηση στην οποία παρουσιάζονται αναλυτικότερα τα πολεμικά τραγούδια του 1940-41.

Σήμερα δημοσιεύω και πάλι κάποια από τα ελαφρά τραγούδια εκείνης της εποχής (τα περισσότερα από το κανάλι του φίλου desmich στο greektube) για να τιμήσω τη μέρα και τους ανθρώπους της τέχνης που βρέθηκαν στη δίνη της πραγματικότητας εκείνης και ο καθένας/η καθεμιά με τον τρόπο του/της, τις δυνατότητές του/της και την προσωπικότητά τους/της συνεργάστηκαν για τη... συγγραφή αυτού του κεφαλαίου της μουσικοθεατρικής μας ιστορίας.

Η γιαγιά Δανάη στο "Άντε στο καλό" των Ριτσιάρδη-Σπυρόπουλου-Παπαδούκα:
Η μεγάλη Σοφία Βέμπο στο "Μας χωρίζει ο πόλεμος" των Σουγιούλ-Κοφινιώτη.

Και μια επιλογή από κατοχικά τραγούδια μαζί με το μεταπολεμικό "Κάνε κουράγιο, Ελλάδα μου" των Σουγιούλ-Τραϊφόρου από το περσινό πρόγραμμα του Ζυγού με τις/τους Τάνια Τσανακλίδου, Ελένη Κοκκίδου, Κώστα Θωμαΐδη, Παναγιώτη Τσεβά.

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Δέκα χρόνια "πάμε σαν άλλοτε"!

Η εκπομπή Πάμε σαν άλλοτε που επιμελείται και παρουσιάζει ο Σιδερής Πρίντεζης στο Δεύτερο Πρόγραμμα της ΕΡΑ έκλεισε τα δέκα της χρόνια! Μια από τις ελάχιστες ραδιοφωνικές εκπομπές που ειδικεύονται στο ελαφρό τραγούδι, γιόρτασε σήμερα τα γενέθλιά της με έναν πολύ όμορφο τρόπο: όχι με μεταδόσεις σπάνιων ηχογραφήσεων της δισκογραφίας ή του αρχείου της ελληνικής ραδιοφωνίας (οι οποίες έτσι κι αλλιώς μας έχουν λείψει, αλλά ελπίζουμε ότι θα επανέλθουν), αλλά με καλεσμένους τρεις νέους ανθρώπους που τολμούν να ασχοληθούν με το ελαφρό τραγούδι και να προσφέρουν τη δική τους ερμηνευτική άποψη για το ρεπερτόριό του. Έτσι η Μπέτυ Χαρλαύτη (με την πολύ όμορφη φωνή της), ο Γιώργος Σχοινάς (με το ακορντεόν του--ήταν υπεύθυνος και για τις διασκευές) και ο Κώστας Βλάχος (με την κιθάρα του) παρουσίασαν μια σειρά από ελαφρά τραγούδια συνθετών όπως ο Αττίκ, ο Γιαννίδης, ο Σουγιούλ, ο Σπάρτακος, ο Μωράκης, ο Ιακωβίδης, ο Βέλλας... Τραγούδια από τα χρόνια του μεσοπολέμου μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '60, κάποια σε εκδοχές που συγγένευαν με την εποχή των πρώτων εκτελέσεων και άλλα πιο πειραγμένα. Όλα όμως άψογα ερμηνευμένα, με κέφι και φρεσκάδα.
Ο Γιώργος Σχοινάς και η Μπέττυ Χαρλαύτη

Η Ρένα Βλαχοπούλου είχε την τιμητική της στην εκπομπή. Όχι απλώς επειδή, όπως ανέφερε και ο ίδιος ο Σιδερής Πρίντεζης, το Πάμε σαν άλλοτε τής έχει αδυναμία (τόσες και τόσες σπάνιες στιγμές της στο παλιό ΕΙΡ μας έχει άλλωστε χαρίσει!), αλλά επειδή αφενός οι τρεις καλλιτέχνες τραγούδησαν τρία τραγούδια που εκείνη ερμήνευσε πρώτη ("Το αλκοόλ κι η νικοτίνη", "Θα σε πάρω να φύγουμε" και "Έτσι είν' η ζωή") καθώς και ένα που είπε σε δεύτερη εκτέλεση ("Τι είν' αυτό που το λένε αγάπη") κι αφετέρου επειδή ακούστηκε και η ίδια σε δυο ηχογραφήσεις της (στο "Ομόνοια Πλας" του 1954 και στο "Το φιλί που χτες μου έδωσες στο στόμα" από τον τελευταίο της δίσκο Η Ρένα τραγουδάει τζαζ)--τραγούδια που επέλεξαν οι τρεις καλεσμένοι, μαζί με άλλα κομμάτια του ρεπερτορίου που τιμά η εκπομπή. Ακούστηκαν επίσης τραγούδια από το CD που έχουν ηχογραφήσει με επιλογές από το ελαφρό τραγούδι και πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα.

Ο Σιδερής Πρίντεζης στο στούντιο του Δεύτερου

Εμείς ευχόμαστε στα νέα αυτά παιδιά να έχουν επιτυχία με το CD τους και τις ζωντανές παρουσιάσεις της άποψής τους για το ελαφρό τραγούδι. Και φυσικά ευχόμαστε στο Πάμε σαν άλλοτε να συνεχίσει να μας ταξιδεύει για πολλά χρόνια στο... άλλοτε αλλά και να μας εκπλήσσει με τις σπάνιες ηχογραφήσεις που θα ανακαλύπτει για λογαριασμό μας ο Σιδερής Πρίντεζης.

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Μια αναχώρηση και μια αεροπειρατεία

Το βράδυ της Τετάρτης 12 Δεκεμβρίου του 1989, η ΕΤ1 πρόβαλε την τελευταία κινηματογραφική ταινία της Ρένας Βλαχοπούλου, το φιλόδοξο αλλά μέτριο Ρένα, τα ρέστα σου του Αλέκου Σακελλάριου. Η ταινία θα παιζόταν στις 22.35, αλλά κατά την προσφιλή τότε συνήθεια των τηλεοπτικών σταθμών, η προβολή ξεκίνησε με μεγάλη καθυστέρηση μετά τις 11. Για αυτόν τον λόγο στις 12 διακόπηκε (εντελώς άτεχνα τη στιγμή που η Ρένα τραγουδούσε το "Αχ, αγάπη μου πού να 'σαι" με τη συνοδεία του Γιάννη Σπάρτακου στο πιάνο) για το βραδινό δελτίο ειδήσεων και η ταινία συνεχίστηκε ως τη μία μετά τα μεσάνυχτα.

Η πιο κωμική σκηνή της ταινίας βρίσκεται σε αυτό το δεύτερο μισό της. Πρόκειται για μια σκηνή αεροπειρατείας: η Ρένα και η Μπέτυ (Βαλάση) ταξιδεύουν από Ρόδο για Αθήνα μέσω... Παρισίου (πτήση για την οποία εξασφάλισαν εισιτήρια μετά από πολύ κόπο), αλλά το αεροσκάφος καταλαμβάνουν δύο διαφορετικές οργανώσεις και προσπαθούν να το οδηγήσουν στη Μέση Ανατολή. Το αποτέλεσμα είναι ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα με τις δυο πρωταγωνίστριες (αλλά και τον σκηνοθέτη που παίζει τον μεγαλύτερο ρόλο της καριέρας του!) να αγωνιούν, και κυρίως με τη Ρένα που πρέπει επειγόντως να πάει στην τουαλέτα και την εμποδίζουν οι αεροπειρατές! Σκηνή αεροπειρατείας υπήρχε και σε παλιότερη συνεργασία Ρένας και μπαρμπα-Αλέκου (συγκεκριμένα στη Θεία μου τη Χίπισσα όπου η Ρένα βοηθά να συλληφθούν οι τρομοκράτες), αλλά στο Ρένα τα Ρέστα σου νομίζω ότι το αποτέλεσμα είναι ακόμα πιο διασκεδαστικό. Μπορεί η ταινία να αντανακλά τις συνθήκες και τις περιστάσεις της δεκαετίας του '80, όπου κάποια πράγματα παρουσιάζονται λίγο πιο χοντροκομμένα και κάποιες άκομψες λεξούλες λέγονται πλέον ελεύθερα, ωστόσο δεν μπορώ ποτέ να αντισταθώ στα καμώματα της Ρένας όταν προσπαθεί απεγνωσμένα να ζητήσει άδεια από τους αεροπειρατές για να πάει στην τουαλέτα, όταν άλλοι επίδοξοι αεροπειρατές δεν της επιτρέπουν την είσοδο ή την προετοιμάζουν για τη νέα αεροπειρατεία και όταν ένας άνεργος ηθοποιός τής παραπονιέται πως δεν ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει το πτυχίο της δραματικής σχολής επειδή καταργήθηκε η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος του ηθοποιού.



Την Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου συνάντησα τη γιαγιά μου που μου είπε: "Την είδες την ταινία με τη Ρένα χτες; Πολύ αργά δεν την έβαλαν; Και νύσταζα. Αλλά είπα, αφού τη βλέπει ο Αποστόλης, θα ξενυχτήσω να τη δω κι εγώ! Και πόσο γέλασα με τη σκηνή στο αεροπλάνο!..."

Το αστείο είναι ότι ο έφηβος Αποστόλης εκείνο το βράδυ δεν ξενύχτησε για να δει ολόκληρη την ταινία: ψύχραιμος επειδή την είχε ήδη δει στο σινεμά, ήσυχος επειδή το βίντεό του "έγραφε" το φιλμ και ευσυνείδητος καθώς την άλλη μέρα έπρεπε να πάει στο σχολείο, πήγε για ύπνο αμέσως μετά το τέλος του δελτίου ειδήσεων. Ωστόσο, πάντα θυμάμαι με γλύκα τον ενθουσιασμό της γιαγιάς μου για τη σκηνή αυτή αλλά και την ενθουσιώδη ταύτισή της με τη δική μου τρέλα, το δικό μου πάθος, τη δική μου μεγάλη αγάπη... Ήταν σαν να άκουγα ένα... αναδρομικό νανούρισμα, σαν αυτό που τραγουδούσε πολύ παλιά η Ρένα Βλαχοπούλου τόσο τρυφερά:
Νάνι, νάνι, η νύχτα απλώνει σκοτάδι γλυκό, 
ας ξεχαστούν οι καημοί σου, 
κοιμήσου, κοιμήσου, 
κι εγώ ξαγρυπνώ...
Πριν από μιάμιση ώρα η 94χρονη γιαγιά μου έπεσε μόνιμο... θύμα της αεροπειρατείας που μας περιμένει όλους/ες στο τέλος του βίου μας. Ψάχνοντας μια πτήση για να βρεθώ κοντά της για το τελευταίο κατευόδιο δεν μπόρεσα να μη θυμηθώ αυτήν τη χαριτωμένη ιστορία. Την αποχαιρετώ και από εδώ--και κάπως ανορθόδοξα βέβαια!--, στέλνοντάς της αυτή τη σκηνή για να την ξαναδεί... Της στέλνω ακόμα δυο τραγούδια που τη θυμάμαι από μικρό παιδί να τα τραγουδάει, τραγούδια διαφορετικά μεταξύ τους, αλλά και ενδεικτικά της ευρύτητας των προτιμήσεών της, της ευαισθησίας της και της αγάπης που μπορούσε να νιώθει μέσα της και να χαρίζει στους ανθρώπους γύρω της: το "Αν βγουν αλήθεια" του Αττίκ και το "Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο" των Σπύρου Σκορδίλη-Λένας Νταϊνά. Δεν ξέρω με πόσο πόνο τελείωσε η ζωή της, καθώς τον τελευταίο καιρό η επικοινωνία μας μαζί της ήταν δύσκολη, ξέρω όμως ότι η παρουσία της έκανε τη δικιά μας ζωή πιο ωραία!








Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Παράξενος χειμώνας (?) μπαίνει...

Το ημερολόγιο δείχνει ότι είναι φθινόπωρο. Εδώ στην Αρκαδία μόνον η βραδινή δροσιά το επιβεβαιώνει. Για τους/τις εκπαιδευτικούς όμως αρχίζει επίσημα από αύριο η... χειμερινή σεζόν. Και όπως κάθε χρόνο, στέλνω τις ευχές μου και μοιράζομαι τις σκέψεις, τις αγωνίες, τις ελπίδες με τους/τις συναδέλφους και κυρίως τις φίλες και τους φίλους που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο εμπλέκονται στην εκπαίδευση και κοιτούν κάπως μουδιασμένοι/ες τις εξελίξεις στον χώρο αυτό και στη χώρα μας γενικότερα.

Σε όλους/ες εμάς λοιπόν σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα και Αρκαδία αφιερώνω φυσικά ένα φθινοπωρινό τραγούδι με τη φωνή της Ρένας: το περίφημο Autumn Leaves όπως διασκεύασε και διηύθυνε ο Γιάννης Σπάρτακος στη δεκαετία του ΄80.



Και ένα ακόμα τραγούδι, όχι με τη φωνή της Ρένας αυτή τη φορά, αλλά ένα τραγούδι του Νίκου Πορτοκάλογλου που περιγράφει ακριβώς αυτό που αισθάνομαι αυτές τις μέρες:
Παράξενος χειμώνας μπαίνει
παράξενη εποχή
Κανείς δεν ξέρει πού πηγαίνει
δεν ξέρει πού θα βγει

Βουλιάζουμε όλο και πιο κάτω, όλο πιο βαθιά

Πότε θα πιάσουμε επιτέλους πάτο... πια
Όλο κάτι άσχετοι κερδίζουν
με κόλπα και εφέ
και μας που λίγα μας χωρίζουν
δεν σμίγουμε ποτέ
....
Πες μου ποιος
την άνοιξη θα φέρει
σε τούτα εδώ τα μέρη
Κανένας πια δεν ξέρει πώς

Πες μου ποιος
το φως του θα μας δώσει
Ξανά να μας ενώσει
τα όνειρα να σώσει, ποιος;

Τώρα που πια κανείς δεν μοιάζει για σοφός
Η αγάπη ίσως ξέρει πώς


Και σαν υστερόγραφο θέλω να σταθώ στο δίστιχο:  "και μας που λίγα μας χωρίζουν, δεν σμίγουμε ποτέ". Η διάθεσή μου να σμίξω με ανθρώπους "που λίγα μας χωρίζουν" σε αυτές τις τρεις περιοχές της χώρας μοιάζει να είναι ο λόγος που ο χειμώνας αυτός μου φαίνεται ακόμα πιο δύσκολος. Ελπίζω όμως να βρούμε την άκρη!

Καλή σχολική χρονιά!

Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

Οκτώ χρόνια χωρίς τη Ρένα Βλαχοπούλου

Σήμερα στις 7 το απόγευμα συμπληρώνονται οκτώ χρόνια από τον θάνατο της Ρένας Βλαχοπούλου. Σκέφτηκα λοιπόν να απαριθμήσω... οκτώ από τους πολλούς λόγους για τους οποίους αγαπώ τη Ρένα Βλαχοπούλου.
1. Την αγαπώ για τη φωνή της. Η μεγάλης έκτασης φωνή της άλλωστε της άνοιξε την πόρτα του καλλιτεχνικού κόσμου. Χάρη σε αυτή την υπέροχη φωνή ξεκίνησε την καριέρα της από μικρό κοριτσάκι στα καφενεία της Κέρκυρας, πέρασε στα βαριετέ και τα μουσικά της θέατρα της Αθήνας, έφτασε σε κέντρα διασκέδασης της Μέσης Ανατολής και της Αμερικής. Χάρη και στη φωνή της πήρε πρώτη θέση στο ελληνικό κινηματογραφικό μιούζικαλ του Δαλιανίδη και από εκεί σε όλες τις ταινίες που γύρισε, μουσικές και μη, και που της χάρισαν την αθανασία. Και όταν η φωνή αυτή με το πέρασμα του χρόνου άρχισε αναπόφευκτα να φθείρεται, διατήρησε (και ίσως και να αύξησε) την εκφραστικότητα και την ευαισθησία της. Δεν έχει σημασία αν η Ρένα Βλαχοπούλου δεν έγινε η μέτζο σοπράνο που θα μπορούσε να γίνει αν είχε ακολουθήσει τον δρόμο του λυρικού θεάτρου. Δόξασε κι εκείνη τη "μεγάλη τέχνη των μικρών τραγουδιών", και τη δόξασε όσο λίγες/οι.

2. Την αγαπώ για το γέλιο που μας χάρισε τόσο απλόχερα--και μας χαρίζει ακόμα, βέβαια, μέσα από τις ταινίες της. Οι δολοφονικές ατάκες και οι καυγάδες της Παριζιάνας, οι νευρικές εκρήξεις της στο Μερικοί το προτιμούν κρύο και στο Η Ρένα είναι οφ σάιντ, ο εθισμός και η μανία της Χαρτοπαίχτρας, η πανουργία και οι δολοπλοκίες στο Φωνάζει ο κλέφτης, στο Κορίτσια για φίλημα και στο Μια ελληνίδα στο χαρέμι, η εφευρετικότητα της Βουλευτίνας, η ειρωνία της στο Η θεία μου η χίπισσα και στην Κόμησσα της Κέρκυρας. Δυναμική, κατεργάρα, νευρική, εφευρετική, ατίθαση, απρόβλεπτη, ανατρεπτική, ριψοκίνδυνη, ερωτευμένη, αχόρταγη, αγανακτισμένη, αδικημένη, αγχωμένη, κυνηγημένη, φοβισμένη, κουρασμένη, βαρυπενθούσα, τραυματισμένη: ποια άλλη μπορούσε να τα ενσαρκώσει όλα αυτά και να χαρίζει ταυτόχρονα τόσο γέλιο;

3. Την αγαπώ για τις στιγμές συγκίνησης που μας χάριζε, δυστυχώς, πιο σπάνια. Το παράπονο της μεγαλοκοπέλας στο Κάτι να καίει και το Ραντεβού στον αέρα. Η πίκρα της απατημένης γυναίκας στη Χαρτοπαίχτρα. Η μοναξιά και τα δάκρυα της ώριμης κυρίας στο Ζητείται επειγόντως γαμπρός. Το φιλοσοφημένο παράπονο, η πίκρα, η οργή, η απογοήτευση, η συμπόνοια της Νίνας στο ραδιοφωνικό Τρίτο στεφάνι. Αλλά και τα μινόρε τραγούδια της: "Κάθε μέρα σ' αγαπώ και πιο πολύ", "Μια ζωή ολόκληρη πήγε στα χαμένα" και, κυρίως, "Το πρωτοβρόχι μου"...

4. Την αγαπώ για τον ρυθμό, το timing της και τον αυθορμητισμό της. Μπορούσε να ρίχνει τις ατάκες της με ρυθμό πολυβόλου, να βγάζει νοκ-άουτ τους συμπρωταγωνιστές/τις συμπρωταγωνίστριές της, να τρέχει και να χοροπηδά ακούραστα πάνω στη σκηνή, να κάνει τούμπες και... γυμναστικές επιδείξεις, να απαντά σε σχόλια του κοινού. Ξέφευγε από το κείμενο για σχολιάσει και να κοροϊδέψει τους άλλους αλλά και τον εαυτό της, να συνομιλήσει από σκηνής με το κοινό. Αιφνιδίαζε τους παρουσιαστές/τις παρουσιάστριες των τηλεοπτικών εκπομπών με τις αυθόρμητες παρατηρήσεις της. Μπορούσε on-camera να παραδεχτεί ότι είχε φορέσει ανάποδα τη φούστα και δεν δίσταζε να διορθώσει το λάθος επιτόπου... Μπορούσε να γλυκάνει τις πιο βαριές αθυροστομίες. Μπορούσε να νομιμοποιήσει τις ατέλειες των κειμένων. Μπορούσες, εντέλει, να της συγχωρήσεις οτιδήποτε...

5. Την αγαπώ για την απλότητά της. Δεν της άρεζε να της θυμίζουν πόσο σπουδαία ηθοποιός ή τραγουδίστρια ήταν, πόσο σημαντική ήταν η συμβολή της στο ελληνικό σινεμά ή το μουσικό θέατρο. Και αυτό δεν ήταν επιτηδευμένα σεμνό στυλ, δεν ήταν επικοινωνιακό τρικ. Ήταν η αλήθεια: έκανε τη δουλειά της όσο πιο καλά μπορούσε, με συνέπεια και επαγγελματισμό, και αυτό ήταν όλο για εκείνη. Δεν την ενδιέφεραν οι κάμερες, οι κοσμικές εμφανίσεις, οι συνεντεύξεις. Τα βράδια μετά το θέατρο ήθελε απλά να γλεντήσει με την παρέα της. Τα πρωινά ήθελε απλά να ασχοληθεί με το νοικοκυριό της. Με την ίδια απλότητα ανταποκρινόταν στις εκδηλώσεις αγάπης του κόσμου. Τους ευχαριστούσε από την καρδιά της κι αυτή η ειλικρίνεια φαινόταν στα λόγια της, στα μάτια της, στη γλώσσα του σώματός της.

6. Την αγαπώ για την ντομπροσύνη της και την αυτογνωσία της. Δεν φοβόταν να πει τη γνώμη της. Δεν δίσταζε να ομολογήσει ότι δεν είναι μορφωμένη, δεν δοκίμαζε να κάνει πράγματα για τα οποία ήξερε κατά βάθος ότι δεν έχει τη διάθεση ή τον χρόνο να ασχοληθεί (πχ. αρχαία αττική κωμωδία). Κατάλαβε τέλος πότε έπρεπε να κλείσει την αυλαία πίσω της, ακόμα κι αν οι θεατρικοί επιχειρηματίες επίμονα της ζητούσαν να επανεμφανιστεί.

7. Την αγαπώ γιατί ήταν Ελληνίδα και Ρωμιά μαζί. Ήταν, όπως πρώτη επισήμανε η θεωρητικός του κινηματογράφου Λυδία Παπαδημητρίου, η τέλεια ενσάρκωση της διπλής ταυτότητας (ελληνική/ρωμέικη ταυτότητα) που περιέγραψε ο ανθρωπολόγος Michael Hertzfeld. Με την εμπειρία της στο  μπελκάντο και την τζαζ, την Κερκυραϊκή της καταγωγή, τις αριστοκρατικές ρίζες του πατέρα της, η Ρένα ήταν η Ελληνίδα που μας θύμιζε τις ευρωπαϊκές μας συγγένειες. Με την εμπειρία της στην κωμωδία και την επιθεώρηση, την απλότητα και την αμεσότητά της, τις λαϊκές ρίζες της μητέρας της, η Ρένα ήταν η Ρωμιά που μας θύμιζε τη συγγένειά μας με την ανατολή. Μπορούσε να είναι το ίδιο καλή και ως "βασίλισσα της τζαζ" και ως λαϊκή τραγουδίστρια. Μπορούσε να φοράει την πιο ακριβή τουαλέτα και να βάλει από πάνω και την ποδιά της κουζίνας. Μπορούσε να κατέβει τις πιο αστραφτερές σκάλες ενός πολυτελέστατου music hall και, όπως είπε ο Ιάσονας Τριανταφυλλίδης, στο τελευταίο σκαλοπάτι να παραπατήσει και να αρχίζει να βρίζει...
Η Ρένα Βλαχοπούλου στην κουζίνα του σπιτιού της στη Βούλα, όπως τη φωτογράφισε ο Γιώργος Καλφαμανώλης για τις ανάγκες ενός αφιερώματος στην ελληνική Show Biz που παρουσίασε το 100ό τεύχος του περιοδικού Κλικ τον Αύγουστο του 1995. Η φωτογραφία προέρχεται από την προσωπική ιστοσελίδα του Γ. Καλφαμανώλη
.
8. Την αγαπώ γιατί μας έδωσε παραδείγματα ζωής: πέρα από κάποια ελαττώματά της, κάποιες λανθασμένες κινήσεις στην καριέρα της και κάποιες συντηρητικές δηλώσεις της, μας έμαθε πώς μια γυναίκα μπορεί να σταθεί σε περιβάλλον καθαρά ανδροκρατούμενο (οι περισσότεροι κωμικοί είναι άνδρες), να διεκδικεί τη θέση της και να κατακτά την πρωτιά, να χαίρεται τον έρωτα και τη ζωή χωρίς περιορισμούς και προκαταλήψεις, παραδίνοντας έτσι μαθήματα φεμινισμού (έστω και αν οι συντηρητικές της καταβολές δεν της επέτρεπαν να δηλώνει φεμινίστρια). Μας έδωσε όμως και μαθήματα φιλανθρωπίας, βοηθώντας χωρίς να το βροντοφωνάζει συνανθρώπους της, επώνυμους/ες και μη. Μας δίδαξε τέλος πώς αξίζει να ωριμάζει κανείς: να μην το βάζει κάτω, να μην αποσύρεται από τη ζωή, να μη δέχεται την περιθωριοποίηση που επιβάλλει η κοινωνία μας στα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.

Εντάξει, έκλεψα, το ξέρω. Δεν ανέφερα οκτώ μόνο λόγους για τους οποίους αγαπώ τη Ρένα Βλαχοπούλου. Πώς όμως μπορούσα να περιοριστώ;


Θα κλείσω το σημερινό μου αφιέρωμα στην επέτειο του θανάτου της Ρένας Βλαχοπούλου με δύο τραγούδια: το ένα το είχα ανεβάσει και παλιότερα, τέτοια μέρα. Είναι το "She", ο απόλυτος ύμνος στη γυναίκα που έγραψε ο Herbert Kretzmer με μουσική του Charles Aznavour και τραγούδησε ο Elvis Costello. Εγώ το αφιερώνω σε εκείνη που συνδύαζε τόσο πολλά και διαφορετικά χαρακτηριστικά, σε εκείνη που στα μάτια του κόσμου φαινόταν πάντα τόσο ευτυχισμένη, αλλά που η περηφάνεια της κι η αξιοπρέπειά της δεν μας επέτρεψαν να δούμε ποτέ το δάκρυ στα μάτια της.


She may be the face I can't forget
a trace of pleasure or regret,
may be my treasure or the price I have to pay.
She may be the song that summer sings,

may be the chill that autumn brings,
may be a hundred different things within the measure of a day.
...She may not be what she may seem inside her shell.

She who always seems so happy in a crowd,
whose eyes can be so private and so proud,

no one's allowed to see them when they cry.
She may be the love that cannot hope to last,

may come to me from shadows of the past
 

that I'll remember till the day I die.
...
Me, I'll take her laughter and her tears

and make them all my souvenirs...

Το δεύτερο τραγούδι είναι το "Καληνύχτα, μη φοβάσαι" που έγραψαν ο Σταμάτης Κραουνάκης και η Λίνα Νικολακοπούλου: το τραγούδησε πρώτη η Δήμητρα Γαλάνη, αλλά σήμερα το ακούμε στη live εκδοχή του με τη Δήμητρα Γαλάνη και την Τάνια Τσανακλίδου. Εγώ το αφιερώνω σήμερα σε εκείνη που σαν μάγισσα μπορούσε να μας κρατάει στα δίχτυα της, σε εκείνη που δεν ξέχασε κανείς και θα παραμείνει για πάντα η μεγάλη της σκηνής...


Κυρία Βλαχοπούλου, δεν θα κουραστώ ποτέ να σας λέω ευχαριστώ! Καληνύχτα!