Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Αθηνόδωρος Προύσαλης

Ο Αθηνόδωρος Προύσαλης, που πέθανε την περασμένη Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2012, υπήρξε ένας από τους πιο δημοφιλείς δευτεραγωνιστές του ελληνικού κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Στις παλιές ελληνικές ταινίες ήταν συχνά ο χαρακτηριστικός μάγκας. Έγραψε για αυτόν ο Ντίνος Δημόπουλος (το αντιγράφω από το βιβλίο του Αντώνη Πρέκα Σαν παλιό σινεμά): "Ο Νίκος Φέρμας ήταν ο δάσκαλος. Ο άλλος, ο μαθητής, εξίσου αυθεντικός με τον δάσκαλο, αλλά πιο αλαφρύς, πιο ιπτάμενος και πιο ποιητικός ήταν ο Αθηνόδωρος Προύσαλης". Ο Δημόπουλος τον είχε άλλωστε σκηνοθετήσει στην ταινία Μια Ιταλίδα απ' την Κυψέλη, όπου ο Προύσαλης υποδύεται τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού όπου η δήθεν Ιταλίδα Μάρω Κοντού τα σπάει ένα βράδυ. Ο ποιητικός αυτός μάγκας θα πει την επόμενη μέρα τις αξέχαστες ατάκες "η αψηλή η Τσιριμπίμ Τσιριμπόμ", "Θα κανελώνανε το ρυζόγαλο;", "Μυρίζεις απήγανο", "Εσύ πάψε, θα σου ρίξω φλιτ"...



Σκέφτομαι πως ο χαρακτηρισμός "ποιητικός" δικαιώνει απόλυτα τον τρόπο ερμηνείας του Προύσαλη όχι μόνο στους μάγκες του παλιού σινεμά, αλλά στους περισσότερους κινηματογραφικούς και τηλεοπτικούς ρόλους που ερμήνευσε και στα τελευταία χρόνια της καριέρας του. Αξέχαστος θα μείνει για πάντα ως ο ποιητικά φευγάτος Αριστείδης Μητρόπουλος στα εξαιρετικά Εγκλήματα που έγραψε για τον ΑΝΤ1 ο Λευτέρης Παπαπέτρου. Αλλά και σε άλλες εμφανίσεις που τον θυμάμαι έφερε πάντα μια ποιητική αύρα: στις τακτικές εμφανίσεις του στους Παππούδες εν δράσει ή σε γκεστ εμφανίσεις όπως στον ρόλο του ερωτύλου συζύγου της Άννας Παναγιωτοπούλου στην επίσης εξαιρετική Ντόλτσε Βίτα ή στον ρόλο του φίλου του Κυρίου με τα Γκρι Γιώργου Μιχαλακόπουλου ή στον ρόλο του φίλου του παππού στην--έτσι κι αλλιώς--ποιητική Πολίτικη Κουζίνα. Και βέβαια στη μάλλον ατυχήσασα σειρά του ΑΝΤ1 Μάλιστα κύριε με τη Ρένα Βλαχοπούλου και τον Γιάννη Μιχαλόπουλο, στην οποία ο Προύσαλης ερμήνευε τον Αβακούμ Πεντεδέκα, τον τσιγκούνη σαράφη που ανακατευόταν διαρκώς στις υποθέσεις που απασχολούσαν τον υποψήφιο βουλευτή Χρυσόστομο Κουτογιώργο και εκνεύριζε διαρκώς τη γραμματέα του Ρένα...

Ο Αθηνόδωρος Προύσαλης υπήρξε ένα από τα λαμπρά παραδείγματα των δευτεραγωνιστών του παλιού ελληνικού σινεμά που έκαναν πολύ επιτυχημένη καριέρα στα χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης. Μπορεί πρώτα ονόματα όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Κώστας Βουτσάς, ο Ντίνος Ηλιόπουλος να μην κατάφερναν να αναβιώνουν τηλεοπτικά την επιτυχία που είχαν στις κινηματογραφικές τους εμφανίσεις, τα "δεύτερα" όμως ονόματα συνήθως "άντεχαν" πιο πολύ στην τηλεόραση (Γιάννης Μιχαλόπουλος, Μπέτυ Μοσχονά, Τασσώ Καβαδία, Αθηνόδωρος Προύσαλης). Δεν έχω καταλήξει ακόμα στους λόγους για τους οποίους συνέβαινε αυτό (πέρα βέβαια από την ποιότητα των εκάστοτε κειμένων). Σίγουρα για κάποιους/ες ηθοποιούς έπαιζε ρόλο η παιδεία τους που ίσως τους επέτρεπε πιο εύκολα να προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες, αλλά, από την άλλη πλευρά, μπορεί η επιτυχία τους να οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν είχαν να "παλέψουν" με μια παγιωμένη εικόνα που καταγραφόταν έντονα στο μυαλό του κοινού (αναπόφευκτη συνέπεια της επιτυχίας των πρωταγωνιστών/τριών) και μπορούσαν να επεξεργαστούν πιο εύκολα νέες περσόνες που δεν φοβούνταν το πέρασμα του χρόνου και να διαπραγματευτούν τα δεδομένα της σύγχρονης τηλεοπτικής πραγματικότητας. Ο Αθηνόδωρος Προύσαλης είχε και την παιδεία και το ταλέντο και την προσαρμοστικότητα που απαιτούσαν οι συνθήκες των δεκαετιών του 1990 και του 2000.
Ο Αθηνόδωρος Προύσαλης σε παιδική ηλικία (φωτογραφία από το βιβλίο του Αντώνη Πρέκα Σαν παλιό σινεμά (εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2003)

Αξίζει να σταθούμε σε κάποιους σταθμούς της διαδρομής του, όπως τους διηγήθηκε ο ίδιος στον Αντώνη Πρέκα (για τις ανάγκες της σειράς εκπομπών Σαν παλιό σινεμά της ΕΡΤ που αποτέλεσαν το υλικό του ομότιλου βιβλίου που εξέδωσαν οι Σύγχρονοι Ορίζοντες το 2003). Γεννήθηκε το 1926 στην Κωνσταντινούπολη και ήρθε στην Ελλάδα το 1932. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Κοκκινιά, όπου ο μικρός Αθηνόδωρος είχε την ευκαιρία να μεγαλώσει ανάμεσα σε πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Με πατέρα μηχανουργό, παππού ιερέα και ευκατάστατους συγγενείς, δεν είχε την ανάγκη να δουλέψει δεξιά κι αριστερά και μπόρεσε να μορφωθεί. Το 1949 γράφτηκε κρυφά από τους δικούς του στη δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών με δασκάλους τον Αιμίλιο Βεάκη, τον Γιάννη Σιδέρη και τον Δημήτρη Ροντήρη. 

Θάνος Τζενεράλης, Βασίλης Αργυρόπουλος και ο Αθηνόδωρος Προύσαλης στο πρώτο του βουβό (αλλά θορυβώδες) πέρασμα από το ελληνικό σινεμά (Το στραβόξυλο, 1952)

Το 1952, σπουδαστής ακόμα της σχολής, πραγματοποιεί ένα πολύ σύντομο βουβό πέρασμα (που όμως προκαλεί θόρυβο και ενοχλεί τον Βασίλη Αργυρόπουλο!) στο Στραβόξυλο της Σπέντζος Φιλμ (τη μοναδική κινηματογραφική εμφάνιση του μεγάλου κωμικού). Ωστόσο, η πρώτη του επίσημη κινηματογραφική εμφάνιση πραγματοποιείται το 1957 στην ταινία Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο του Αλέκου Σακελλάριου (παρόλο που, όπως και στο Στραβόξυλο, το όνομά του δεν αναγράφεται στους τίτλους της ταινίας). Στην πρώτη σκηνή της ταινίας ο Προύσαλης ενημερώνει τον Γιάννη Φέρμη αλλά και το κοινό για την υπόθεση του... prequel, δηλαδή της ταινίας Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο. Ο Αλέκος Σακελλάριος του υπέδειξε στην πρόβα να πει τα λόγια του μάγκικα. Ο Αθηνόδωρος όμως σκέφτηκε ότι δεν ήταν απαραίτητο να μιλήσει σαν μαγκάκι, αλλά σαν έναν λαϊκό, εργατικό άνθρωπο και έτσι δεν ακολούθησε τη σκηνοθετική οδηγία. Ο Σακελλάριος δεν αντέδρασε, απεναντίας φαίνεται ότι εκτίμησε το παίξιμο του νέου ηθοποιού και του ζήτησε το τηλέφωνό του για μελλοντικές συνεργασίες. Από τότε, σε όλη του την καλλιτεχνική ζωή, ο Προύσαλης πολέμησε την τυποποίηση: αν και έπαιξε όλων των ειδών τους μάγκες, ποτέ δεν θέλησε να τυποποιηθεί, ούτε ως κωμικός ούτε ως δραματικός ηθοποιός. Μπορούσε να σταθεί παντού. Γι' αυτό ίσως και είχε την επιτυχία που είχε ως το τέλος της καριέρας του.
Μίμης Φωτόπουλος, Γιάννης Φέρμης, Αθηνόδωρος Προύσαλης στο Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο (1957)

Έτσι, εκτός από το Μια Ιταλίδα απ' την Κυψέλη του Δημόπουλου, τον θυμόμαστε σαν τον Πανάγο, τον μάγκα φίλο της Μπέτυς Μοσχονά στον Πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη, σαν συμπονετικό φίλο του Γιώργου Κωνσταντίνου στο Καλώς ήρθε το δολλάριο, σαν αυστηρό αστυνομικό που ανακρίνει τη Ρένα Βλαχοπούλου στο Η Ρένα είναι οφ-σάιντ (όλα του Αλέκου Σακελλάριου). Εξίσου αυστηρός όμως είναι μαζί της και ως Ταγματάρχης στις Φανταρίνες του Ντίμη Δαδήρα αλλά και ως εφοριακός στο (Ρένα,) Να η ευκαιρία του Κώστα Καραγιάννη.
Αθηνόδωρος Προύσαλης, Ρένα Βλαχοπούλου, Ντίνος Ηλιόπουλος στις Φανταρίνες (1979)

Έπαιξε σε όλα τα είδη ταινιών, δράματα (Το χώμα βάφτηκε κόκκινο του Βασίλη Γεωργιάδη, Ιστορία μιας ζωής του Γιάννη Δαλιανίδη), εθνικοπατριωτικά (Μαντώ Μαυρογένους  του Κώστα Καραγιάννη, Ο τελευταίος αιχμάλωτος του Άγγελου Γεωργιάδη), αλλά κυρίως κωμωδίες όλων των εταιριών και όλων των... επιπέδων (Τζένη-Τζένη, Μια τρελή τρελή οικογένεια, Το θύμα, Η ωραία του κουρέα--όλα του Ντ. Δημόπουλου--Ο τρελοπενηντάρης του Κ. Καραγιάννη, Το παιδί της μαμάς του Ορέστη Λάσκου, Αγάπησα μια πολυθρόνα--ο σκηνοθέτης της Ντίνος Δημόπουλος θεωρεί ότι ο Προύσαλης κάνει "κεντίδι" στον ρόλο του πλακατζή, "με τι άνεση, τι αλαφράδα και τι γνησιότητα"). Από όλη εκείνη την περίοδο, ο ίδιος ξεχώριζε τη συμμετοχή του στην ταινία Επιχείρησις Απόλλων του Γιώργου Σκαλενάκη, στην οποία υποδυόταν τον οδηγό του τουριστικού λεωφορείου.



Εκτός όμως από τις εκατό περίπου ταινίες του (παλιού και νέου) εμπορικού κινηματογράφου (και αρκετές βιντεοταινίες), μπορούσε να σταθεί και στις ταινίες του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου: Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο του Νίκου Τζημα, Ο έρωτας του Οδυσσέα του Βασίλη Βαφέα, Ταξίδι στα Κύθηρα και Το μετέωρο βήμα του πελαργού του Θόδωρου Αγγελόπουλου,  Προς την ελευθερία του Χάρη Παπαδόπουλου (μαζί με μεγάλα και μικρότερα ονόματα του παλιού εμπορικού) και, όπως ανέφερα παραπάνω, Ο κύριος με τα γκρι του Περικλή Χούρσοχλου και Πολίτικη κουζίνα του Τάσου Μπουλμέτη.
Ο Αθηνόδωρος Προύσαλης στο Ταξίδι στα Κύθηρα του Θ. Αγγελόπουλου
(φωτογραφία από το βιβλίο του Αντώνη Πρέκα Σαν παλιό σινεμά (εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2003)

Και βέβαια οι τόσες επιτυχημένες εμφανίσεις του στην τηλεόραση, από τα πρώτα χρόνια της παντοδυναμίας της: Ο μεθοριακός σταθμός, Βίβα Κατερίνα, Οι Πανθέοι, Ο θείος μας ο Μίμης, Η λάμψη των άστρων, Οι ιερόσυλοι και αργότερα στην ιδιωτική τηλεόραση, όπως αναφέραμε ήδη, η τελευταία του συνάντηση με τη Ρένα Βλαχοπούλου στο Μάλιστα κύριε (1991-92), τα θρυλικά Εγκλήματα (1999-2001), οι τρυφεροί Παππούδες εν δράσει (2001), οι Αταίριαστοι (2005). Τελευταίες γκεστ εμφανίσεις πραγματοποίησε στις σειρές Επτά θανάσιμες πεθερές (2004), Το κόκκινο δωμάτιο (2006) και Στους 31 δρόμους (2007).
Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, Αθηνόδωρος Προύσαλης στα Εγκλήματα του ΑΝΤ1



Αθηνόδωρος Προύσαλης, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Άντρη Θεοδότου στο Μια συνάντηση κάπου αλλού στο Θέατρο Τέχνης (φωτογραφία από τη σελίδα Τόπος Θεάτρου του Facebook)
Ωστόσο, δήλωνε σε κάθε ευκαιρία ότι η μεγάλη του αγάπη ήταν το θέατρο. Έπαιζε συχνά στον κινηματογράφο για να έχει την άνεση να κάνει προσεκτικές επιλογές στο θέατρο. Έτσι, έπαιξε όλους τους σπουδαίους συγγραφείς και συνεργάστηκε με σπουδαίους θιάσους ρεπερτορίου: το "Θέατρο Τέχνης" του Κ. Κουν (μεταξύ άλλων έπαιξε τον Ευελπίδη στους Όρνιθες του Αριστοφάνη το 1962 που βραβεύτηκαν στο Φεστιβάλ των Εθνών στο Παρίσι, τον Φραγκοράφτη στο πρώτο ανέβασμα του έργου του Δημήτρη Κεχαΐδη Το πανηγύρι το 1964-65--ένας ρόλος με ιδιαίτερη σημασία για μένα--, τον Ηθοποιό στο Μια συνάντηση κάπου αλλού του Ιάκωβου Καμπανέλλη το 1997-98), το Πειραϊκό Θέατρο του Δημήτρη Ροντήρη (Τοπικός Παράγων του Π. Καγιά, 1958, Δωδεκάτη Νύχτα του Σέξπιρ, Λοκαντιέρα του Γκολντόνι το 1959), τον θίασο Βασίλη Διαμαντόπουλου-Μαρίας Αλκαίου (Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια του Αλ. Κάσονα το 1961, Λευκή κηλίδα του Αλ. Πάρνη το 1966). Πήρε ακόμη μέρος στον Καπετάν Μιχάλη που ανέβασε το Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη το 1966. Συνεργάστηκε επίσης με τους θιάσους του Καρούσου, του Νίκου Χατζίσκου κ.ά.

Αθηνόδωρος Προύσαλης, Άννα Κυριακού στο έργο Τοπικός Παράγων (Πειραϊκό Θέατρο, 1958)
(φωτογραφία από το βιβλίο του Αντώνη Πρέκα Σαν παλιό σινεμά (εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2003)

Ο Αθηνόδωρος Προύσαλης ως Έπαρχος στον Επιθεωρητή του Γκόγκολ
(φωτογραφία από την ιστοσελίδα του ΚΘΒΕ)

Εργάστηκε και στις κρατικές σκηνές: δυο φορές στο Εθνικό Θέατρο (Στρουθίων στο Περί Όνου Σκιάς του Ντυρενματ το 1993 και μπαρμπα-Θανάσης στο Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου το 1999), αλλά κυρίως στο ΚΘΒΕ: συμμετείχε σε οκτώ έργα από το 1962 ως το 1964: ανάμεσά τους η συνεργασία του με την Κυβέλη σε τρία έργα (Το μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας του Ξενόπουλου, Αναστασία του Μ. Μαρσέλ και Το νησί της Αφροδίτης του Αλ. Πάρνη) αλλά και συμμετοχή σε αρχαίο δράμα (Γέρος στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Ευριπίδη). Επίσης ήταν ο Κλουβιος Ρούφος στη Σίβυλλα του Σικελιανού, ο Ροδερικος στον Οθέλλο του Σέξπιρ ενώ έπαιξε φυσικά και κλασική κωμωδία (Αρχοντοχωριάτης του Μολιέρου και Επιθεωρητής του Γκόγκολ).
Ο Γιώργος Δαμασιώτης και ο Αθηνόδωρος Προύσαλης στις πρόβες του Αρχοντοχωριάτη (φωτογραφία από την ιστοσελίδα του ΚΘΒΕ)

Τίτος Βανδής και Αθηνόδωρος Προύσαλης στην Αναστασία στο ΚΘΒΕ
(φωτογραφία από το βιβλίο του Αντώνη Πρέκα Σαν παλιό σινεμά (εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2003)

Συνεργάστηκε βεβαίως και με θιάσους του ελαφρού θεάτρου. Σημειώνω τη συνεργασία του με τον θίασο Σμαρούλας Γιούλη-Κώστα Βουτσά τη σεζόν 1965-66 ο οποίος παρουσίασε σε περιοδεία τα έργα Τα κουμπιά της εποχής του Κώστα Πρετεντέρη, Ο πρίγκιπας της Ελενίτσας των Γ. Κατσαμπή-Λ. Μιχαηλίδη και Ερωτευθείτε παρακαλώ των Ν. Τσιφόρου-Π. Βασιλειάδη (το γνωστό από το σινεμά ως Ένα κορίτσι για δύο). Στο μουσικό θέατρο καταγράφεται η συνεργασία του με τον θίασο Άννας Καλουτά-Τάκη Μηλιάδη τη σεζόν 1969-70, στο θέατρο Βέμπο, στη μουσική κωμωδία Η κιβωτός του Νώντα των Μίμη Τραϊφόρου-Μ. Βασιλειάδη-Ναπ. Ελευθερίου με μουσική Ζακ Ιακωβίδη (πρόκειται για μια επικαιροποιημένη εκδοχή του ιστορικού Στουρνάρα 288 που είχε πρωτοπαρουσιάσει η ίδια η Βέμπο το 1957). Αξίζει επίσης να αναφέρουμε τη θιασαρχική του απόπειρα με το σχήμα Αθηνόδωρος Προύσαλης-Νέλλη Παππά-Μπάμπης Ανθόπουλος που παρουσίασε την κωμωδία του Στ. Φωτιάδη Παραστρατήματα το καλοκαίρι του 1967 στο θέατρο Πορεία.
Τάκης Μηλιάδης, Άννα Καλουτά, Αθηνόδωρος Προύσαλης στο θέατρο Βέμπο το 1969: Η Κιβωτός του Νώντα
(φωτογραφία από το βιβλίο του Αντώνη Πρέκα Σαν παλιό σινεμά (εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες , 2003)

Ο Αθηνόδωρος Προύσαλης ήταν ένας γεμάτος, ικανοποιημένος άνθρωπος. Τον θυμάμαι σε διάφορες τηλεοπτικές συνεντεύξεις του, τα τελευταία δέκα χρόνια, να μιλάει για τη ζωή του (παλιότερα στο Συν και πλην και πρόσφατα σε μια συνέντευξη στη Βίκυ Φλέσσα) και να εκφράζει τη χαρά του για τη μακρόχρονη πορεία του, τους ρόλους που έπαιξε στο θέατρο, το γεγονός ότι οι προτάσεις για δουλειά δεν έπαψαν ποτέ να έρχονται παρά το γεγονός ότι είχε περάσει περισσότερο από μισός αιώνας από το ντεμπούτο του: "Ξέρεις τι είναι (...)", δήλωνε στον Αντώνη Πρέκα, "να χτυπάει κάθε μέρα το τηλέφωνο και να με φωνάζουνε να παίξω στο θέατρο ή στην τηλεόραση; Εντάξει, δεν μπορώ να τα κάνω όλα μαζί. Αλλά σκέφτομαι ότι τώρα πληρώνομαι επειδή πάντα έκανα σεμνά τη δουλειά μου, τη σεβόμουνα και δεν πήγαινα μόνο για τα λεφτά. Νομίζω ότι αυτό με κράτησε, και με θεωρούν μέχρι τώρα έναν ηθοποιό άξιο να κάνω τη δουλειά μου." Καμία έπαρση στα λόγια του, κανένα καλλιτεχνικό απωθημένο στην καριέρα του.
Αθηνόδωρος Προύσαλης, Αλέκα Παΐζη στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι
(φωτογραφία από την ιστοσελίδα του ΚΘΒΕ)

Στην προσωπική του ζωή ήταν επίσης τυχερός. Παντρεύτηκε μια κοπέλα από τη Θεσσαλονίκη με την οποία χώρισε αλλά συνέχισε να έχει άριστες σχέσεις, καθώς του χάρισε μια κόρη, τη θεατρολόγο (και χημικό) Εύη Προύσαλη. Για χάρη της, άλλωστε, πραγματοποίησε μια από τις τελευταίες δημόσιες εμφανίσεις του (ίσως και την τελευταία), τον περασμένο Μάρτιο: παρακολούθησε την εισήγησή της στο δεύτερο συνέδριο του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συλλόγου Θεατρολόγων που αφορούσε το θέμα της μετανάστευσης στη σύγχρονη δραματουργία. Ο Αθηνόδωρος Προύσαλης είχε χάσει βέβαια νωρίς τον πατέρα του και τον πλήγωνε επίσης ο θάνατος των δύο αδελφών του καθώς και κάποιων φίλων του. "Ορφανεύεις κι από φίλους" είχε πει στον Αντώνη Πρέκα. Την περασμένη Τετάρτη οι φίλοι/ες της θεατρικής, κινηματογραφικής και τηλεοπτικής δουλειάς του νιώσαμε πραγματικά ότι ορφανέψαμε από έναν φίλο.

Καλοτάξιδος ο κυρ-Αριστείδης, ο Αβακούμ Πεντεδέκας, ο Πανάγος, ο Έπαρχος, ο Ευελπίδης, ο..., ο..., ο... , ο...., ο Κύριος Αθηνόδωρος Προύσαλης.
Ο Αθηνόδωρος Προύσαλης στη Δωδεκάτη Νύχτα στο ΚΘΒΕ
(φωτογραφία από το βιβλίο του Αντώνη Πρέκα Σαν παλιό σινεμά (εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες , 2003)

Επιχείρησις Απόλλων
(φωτογραφία από το βιβλίο του Αντώνη Πρέκα Σαν παλιό σινεμά (εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες , 2003)








Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Βουλευτικές εκλογές

Λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση των πρώτων εκλογικών αποτελεσμάτων, είναι καθήκον του Rena Fan να θυμηθεί τη σχέση της Ρένας με τις βουλευτικές εκλογές (όπως πριν από ενάμιση χρόνο είχαμε θυμηθεί τη σχέση της με τις δημοτικές εκλογές). Έχουμε κι άλλη φορά αναφερθεί στη σχέση της Ρένας Βλαχοπούλου με την πολιτική: ήταν θαυμάστρια του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ψήφιζε Νέα Δημοκρατία, τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της παράταξης για περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια, εκφράζοντας την αντίθεσή της με το ΠΑΣΟΚ και στη σκηνή, και στην οθόνη αλλά και στην καθημερινότητά της--ας μην ξεχνάμε πως επρόκειτο για μια περίοδο φανατισμού από τον οποίο και η ίδια η Ρένα αποστασιοποιήθηκε προς το τέλος της ζωής της. Σχεδόν κάθε φορά που πήγαινε να ψηφίσει οι δημοσιογράφοι των εφημερίδων που υποστήριζαν τη Ν.Δ. τής ζητούσαν να κάνει δηλώσεις σχετικά με τις προσδοκίες της για το αποτέλεσμα. Εκείνη πάντα φυσικά τόνιζε την αισιοδοξία της για τη νίκη της Ν.Δ.: αρκετές φορές βέβαια έπεσε έξω, ωστόσο μια φορά ειδικά έπεσε μέσα, όχι τόσο ως προς την πολιτική της πρόβλεψη (τον Απρίλιο του 1990 το γνώριζαν και οι πέτρες ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και η Ν.Δ. θα έπαιρναν την πολυπόθητη αυτοδυναμία, μετά από τρεις συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις) αλλά ως προς τη... μετεωρολογική της πρόβλεψη. Την άνοιξη του '90 το πρόβλημα της λειψυδρίας στην Αθήνα ήταν πολύ έντονο και απασχολούσε πολύ κοινό και media (κάθε μέρα τα ΜΜΕ μας ενημέρωναν για πόσες μέρες θα είχε ακόμα νερό η πρωτεύοσα!). Είχε δηλώσει λοιπόν η Ρένα (ως άλλη Πυθία ή μέντιουμ--ρόλοι που ερμήνευσε και στο θέατρο και στο σινεμά: "Κυριακή των Βαΐων θα νικήσει η Ν.Δ., Μεγάλη Δευτέρα θα ορκιστεί πρωθυπουργός ο Μητσοτάκης, Μεγάλη Τρίτη θα συννεφιάσει και Μεγάλη Τετάρτη θα βρέξει!".

(ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ: Κι έτσι ακριβώς συνέβη... Και η βροχή έπεσε και ο Μητσοτάκης έγινε πρωθυπουργός, κι η σύζυγός του Μαρίκα Μητσοτάκη, που πέθανε σήμερα τα ξημερώματα, έγινε η πρώτη κυρία της χώρας και συχνά δήλωνε ότι η ίδια και ο τότε πρωθυπουργός είναι θαυμαστές του ταλέντου της Ρένας (κάποια στιγμή τον χειμώνα του 1993 δεξιώθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου κυρίες της τέχνης και των ΜΜΕ, ανάμεσά τους φυσικά και τη Ρένα Βλαχοπούλου), ωστόσο ήταν συχνά και αντικείμενο σάτιρας στις παραστάσεις που έπαιζε η Ρένα: καθώς λεγόταν ότι η ίδια παρεναίβενε στα πολιτικά ήταν συχνή η αναφορά του ονόματός της (στο Ούτε Ψηλός στον κόρφο μας ακουγόταν η περίφημη τουρκική λέξη που είχε πει μέσα στη Βουλή, όταν παρακολουθούσε μια ψηφοφορία--και σημειωτέον, την παράσταση παρακολούθησε το ζεύγος Μητσοτάκη, και ο Κώστας Καρράς--που επίσης πέθανε σήμερα το πρωί--δέχτηκε στη διάρκεια του νούμερού του ένα κόκκινο τριαντάφυλλο από τη Μαρίκα που της το είχε προσφέρει νωρίτερα, σε άλλο νούμερο, ο Σ. Τζεβελέκος...) αλλά και μεταμφιέσεις (συχνά από άνδρες) που παρέπεμπαν στην εμφάνισή της (ο Λεωνίδας Νικολαΐδης για παράδειγμα στην έναρξη-παραμυθόδραμα της επιθεώρησης Για την Ελλάδα ρε γαμώτο). Ξεφύγαμε όμως. Ας επανέλθουμε στη Ρένα!)

Το γεγονός ότι η Ρένα ήταν τόσο δημοφιλής αλλά και το ότι τασσόταν ανοιχτά υπέρ της Νέας Δημοκρατίας οδήγησε φυσικά το κόμμα στο να της προτείνει κάποιες φορές να κατέβει ως υποψήφια βουλευτίνα στα ψηφοδέλτια του κόμματος, γεγονός που, θυμάμαι, είχε περάσει ως αναφορά ακόμα και στο νούμερο "Αλαλούμ αλαλούμ" του συμπρωταγωνιστή της Κώστα Καρρά στην επιθεώρηση Τρελλάντα Λαμπάντα, το 1989-90. Ο Καρράς ανέφερε πως τα κόμματα έκαναν επανειλημμένα προτάσεις σε ηθοποιούς όπως η Ρένα για να θέσουν υποψηφιότητα, αλλά εκείνη τους έλεγε "Δεν θέλω βρε παιδιά, αφήστε με ήσυχη!" Απέρριπτε σταθερά τέτοιες προτάσεις, γιατί--σωστά--θεωρούσε ότι η ανάμειξή της στην ενεργό πολιτική θα έκανε μεγάλο μέρος του κόσμου να την αντιπαθήσει και δεν θα θυσίαζε με τίποτα την αγάπη που της έδειχνε ο κόσμος. Ωστόσο κάποια στιγμή στην κινηματογραφική της καριέρα η Ρένα έγινε πράγματι... βουλευτίνα!

Βουλευτικές εκλογές στο σινεμά: "Η βουλευτίνα"

Η ταινία του Κώστα Καραγιάννη Η βουλευτίνα, μεγάλη προσωπική επιτυχία της Ρένας, γυρίστηκε το 1966 και προβλήθηκε στις αθηναϊκές αίθουσες τον Γενάρη του 1967. Αξίζει να σταθούμε λιγάκι στην ιστορία αυτής της ταινίας. Στα 1966 η Ρένα έχει πλέον καθιερωθεί ως πρώτο κινηματογραφικό όνομα. Μετά από τέσσερις σεζόν στη Φίνος Φιλμ και επτά ταινίες με τον Γιάννη Δαλιανίδη (τέσσερα έγχρωμα μιούζικαλ και τρεις ασπρόμαυρες διασκευές θεατρικών κωμωδιών με προεξάρχουσα βέβαια τη Χαρτοπαίχτρα) το όνομά της είναι πλέον μια εγγύηση για το ταμείο. Έχει αποδείξει ότι μπορεί να απογειώνει τις ταινίες συνόλου όπως ήταν τα μιούζικαλ και το Ένα κορίτσι για δύο, να "σηκώνει" πάνω της το βάρος ολόκληρων ταινιών όπως ήταν η Χαρτοπαίχτρα και βέβαια να μπορεί να στέκεται επάξια στο πλευρό πρωταγωνιστών όπως ο Ηλιόπουλος, ο Κωνσταντάρας και ο Παπαγιαννόπουλος.
Η αφίσα της ταινίας από την ιστοσελίδα της εταιρίας Καραγιάννης-Καρατζόπουλος
http://www.karagiannis-karatzopoulos.gr

Έτσι ήρθε η ώρα για την πρώτη της κινηματογραφική μεταγραφή. Τη σεζόν 1966-67 ο νεοσύστατος οργανισμός (Κώστας) Καραγιάννης-(Αντώνης) Καρατζόπουλος βολιδοσκοπεί όλα τα αστέρια του Φίνου υποσχόμενος μεγαλύτερες αμοιβές και ενδεχομένως και περισσότερες ευκαιρίες για ταινίες από αυτές που ονομάζουν στην Αμερική star vehicles (όπως είπαμε, μόνο σε μια από τις επτά ταινίες του Φίνου το όνομα της Ρένας είχε ως τώρα τοποθετηθεί πάνω από τον τίτλο του έργου--στη Χαρτοπαίχτρα. Βέβαια είναι σχεδόν σίγουρο ότι αν η Ρένα παρέμενε στον Φίνο τις τρεις σεζόν που δούλεψε με τον Καραγιάννη θα είχε σίγουρα τη δυνατότητα να παίξει σε star vehicles--πέρα από τα ομαδικά μιούζικαλ--, αφού πλέον είχε καθιερωθεί ως πρωταγωνίστρια και ενδεχομένως οι ταινίες που θα της γύριζε εκεί ο Δαλιανίδης να ήταν και καλύτερες από εκείνες του Καραγιάννη... Αλλά ξεφεύγω πάλι!). Με αυτόν τον τρόπο, οι Καραγιάννης-Καρατζόπουλος κατάφεραν να αποσπάσουν τα περισσότερα από τα μεγάλα ονόματα της Φίνος Φιλμ: Αλίκη Βουγιουκλάκη, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Λάμπρος Κωνσταντάρας, Ντίνος Ηλιόπουλος προστέθηκαν στο δυναμικό της εταιρίας και βέβαια η Ρένα Βλαχοπούλου που εγκαινίασε τη συνεργασία της με την εταιρία με τη Βουλευτίνα. Αν δεν κάνω λάθος, η Βουλευτίνα ήταν η πρώτη μεγάλη κινηματογραφική εξόρμηση της εταιρίας, καθώς ένας μικρός αριθμός ταινιών που γυρίστηκαν αρχικά δεν κατέστη δυνατό να προβληθεί σε αίθουσες πρώτης προβολής. Έτσι, φαίνεται πως η Ρένα Βλαχοπούλου άνοιξε τον δρόμο της Καραγιάννης-Καρατζόπουλος (η πρώτη ταινία της εταιρίας με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, Το πιο λαμπρό αστέρι προβλήθηκε τη σεζόν 1967-68) στις μεγάλες αίθουσες πρώτης προβολής.
Βλαχοπούλου-Καραγιάννης στη δεύτερη συνεργασία τους, το Βίβα Ρένα
(φωτό: http://www.karagiannis-karatzopoulos.gr)

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι  τον Ιούνιο του 1966 ο Φάνης Κλεάνθης έγραψε στα Νέα πως η Ρένα Βλαχοπούλου πρόκειται να γίνει συμπαραγωγός του Κώστα Καραγιάννη και θα γυρίσουν μαζί τη Βουλευτίνα (είχαν προηγηθεί ο Θανάσης Βέγγος και η Μάρθα Βούρτση που είχαν ιδρύσει τις δικές τους εταιρίες). Δεν ξέρω αν ίσχυε τελικά η είδηση και αν όντως η Ρένα Βλαχοπούλου συμμετείχε κατά το ήμισυ στα έξοδα της παραγωγής (όπως γράφτηκε), ωστόσο η ίδια η Ρένα δηλώνει συμπαραγωγός στην αρκετά πρωτότυπη έναρξη της ταινίας που αντικαθιστά τους παραδοσιακούς τίτλους (διότι "Γράμματα δεν διαβάζει κανένας σας, λοιπόν ευκολία και για σας και οικονομία για μένα!"). Δείτε την (μεταξύ άλλων θίγει και το θέμα της ηλικίας της)!


Η ταινία ανήκει σε εκείνες τις λίγες ταινίες που πήραν αφορμή από τα πολιτικά γεγονότα των μέσων της δεκαετίας του '60 (άλλο παράδειγμα η Κόρη μου η σοσιαλίστρια). Σαφώς δεν γίνεται αναφορά σε πρόσωπα και καταστάσεις υπαρκτές, αλλά το φιλμ μάς μεταφέρει το κλίμα των απανωτών εκλογικών αναμετρήσεων της περιόδου εκείνης. Σε αυτές λοιπόν παίρνει μέρος και χάνει διαρκώς (έξι φορές συνολικά) ο Περικλής Αράπης, αρχηγός (και μάλλον και μοναδικός υποψήφιος) του κόμματος Εθνική Αναδημιουργία. Η αρραβωνιαστικιά του Ρένα Βαλάμου (η Βλαχοπούλου φυσικά) αγανακτεί, γιατί λόγω των εκλογικών του δραστηριοτήτων ο Περικλής αναβάλλει διαρκώς τον γάμο τους. Τον αγαπά όμως και παρά την επιμονή της θείας της (η παλιά καρατερίστα Σεβασμία Παναγιωτοπούλου) και της ξαδέλφης της Λουκίας (η απολαυστική Ειρήνη Κουμαριανού--χρόνια της πολλά για χτες!) να σκεφτεί σοβαρά την πρόταση γάμου που της έχει κάνει ο συνταξιούχος κύριος Αριστοτέλης εξακολουθεί να περιμένει τον Περικλή ("Να αφήσω τον υποψήφιο βουλευτή για να πάρω το υποψήφιο λείψανο;). Δεν τον περιμένει βέβαια πολύ καρτερικά, καθώς δεν χάνει ευκαιρία να του δείχνει την αγανάκτησή της ("Δεν θέλω να γίνω κυρία Βουλευτού, θέλω να γίνω απλώς κυρία!") και να προσπαθεί να τον προσγειώσει ("Θα γίνω βουλευτής!" τής λέει ο Περικλής κι εκείνη τού απαντά: "Κοίτα να δεις, μια φορά είχα ξαδελφάκι που επέμενε ότι είναι ο Μέγας Αλέξανδρος. Είναι ακόμα στο τρελοκομείο!") (δείτε τη σκηνή).


Βλαχοπούλου, Ρίζος, Ξενίδης, Τζανετάκος
(οι φωτογραφίες της ταινίας προέρχονται από τα extras του DVD της
Βουλευτίνας)

Κάποια στιγμή όμως, και με την προτροπή του Χάρη, ενός νεαρού δημοσιογράφου (Αλέκος Τζανετάκος) που είναι φίλος της ανηψιάς της Αλίκης (η συμπαθέστατη Νίτσα Μαρούδα σε εντελώς διακοσμητικό ρόλο--άραγε σκέφτηκε η εταιρία να την προωθήσει ως Αλίκη Βουγιουκλάκη μέχρι να εξασφαλίσουν τη συνεργασία της πραγματικής;), η Ρένα καταλαβαίνει ότι με τις δικές της δυνατότητες και την καπατσοσύνη της μπορεί να βοηθήσει τον Περικλή στον προεκλογικό του αγώνα. Έτσι ανασκουμπώνεται και αναλαμβάνει εκείνη να συντονίσει όλες τις δραστηριότητες του Περικλή, παραμερίζοντας κάπως τον συνεργάτη του Φιλήμονα (Νίκος Ρίζος): ("Εγώ τι θα κάνω;" "Ενέσεις για να ψηλώσεις!"). Νομίζω αξίζει τον κόπο να δούμε πώς εξελίσσεται μια από τις προεκλογικές ομιλίες του Περικλή χάρη στην παρέμβασή της.



Στη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα, o θείος της Ρένας που είναι βουλευτής στο νησί της (προφανώς είναι η Κέρκυρα, αν και για κάποιον λόγο δεν αναφέρεται ποτέ το όνομα του νησιού) και κατεβαίνει και πάλι υποψήφιος της ζητά να μπει στο ψηφοδέλτιό του. Η Ρένα τού έχει υποχρέωση, γιατί ο θείος Ιάκωβος την έχει διορίσει στον οργανισμό Ύδρευσης (θέση που παράτησε όταν τής ρίχτηκε κάποιος προϊστάμενος) και δέχεται, ενώ συνεχίζει τον προεκλογικό αγώνα για τον Περικλή. Δυστυχώς παρά τις προσπάθειές της, ο Περικλής για άλλη μια φορά δεν εκλέγεται (δεν παίρνει ψήφους ούτε καν στις Κουκουβάουνες όπου είχε, υποτίθεται, ρεύμα...). Έτσι τη βραδιά των αποτελεσμάτων ο Περικλής πενθεί για την πανηγυρική ήττα του και τα χρήματα που σπατάλησε, ενώ η Ρένα πενθεί για την ήττα (και για ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τον γάμο της) αλλά και για τον θείο της τον Ιάκωβο που από τη χαρά του για την επανεκλογή του παθαίνει ανακοπή και πεθαίνει. Έρχεται όμως ο Χάρης και φέρνει ένα σπουδαίο νέο: σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο, τη θέση του θείου Ιάκωβου στη Βουλη πρέπει να πάρει η πρώτη επιλαχούσα στο ψηφοδέλτιό του--δηλαδή η Ρένα--και ας έχει πάρει μόνο ογδόντα ψήφους!


Έτσι, η Ρένα βρίσκεται μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο (το γύρισμα γίνεται, νομίζω, στην παλιά Βουλή) και φυσικά από την πρώτη της κιόλας ομιλία ξεσηκώνει την μήνιν των συναδέλφων της (η φωνή του Λαυρέντη Διανέλου που της τα ψάλλει επειδή δεν δέχεται να του κάνει κήρυγμα μια βουλευτίνα που εκλέχτηκε με τόσες λίγες ψήφους). Κυνηγάει έναν υπουργό (Δημήτρης Νικολαΐδης) για να τον πείσει να ανταποκριθεί στα αιτήματά της και συναντάει τους ψηφοφόρους από το νησί που της φέρνουν πεσκέσια ένα γουρουνάκι και μια κότα--μια χαριτωμένη σκηνή κυνηγιού όταν τα ζώα φεύγουν από τις αγκαλιές των ανθρώπων...). Με τη νέα της καριέρα όμως δεν έχει πια χρόνο για να συναντά τον Περικλή, ο οποίος έχει πλέον αποφασίσει να την παντρευτεί. Ζηλεύει μάλλον που δεν κατάφερε να γευτεί όλα όσα γεύεται τώρα η Ρένα, αλλά ζηλεύει και το γλέντι της με τον υπουργό. Ο συνεργάτης του ο Φιλήμων έχει τη λύση: η Ρένα δεν έχει επισήμως παραιτηθεί από τον Οργανισμό Υδρεύσεως, συνεπώς η εκλογή της είναι άκυρη. Το "καρφί" βρίσκεται, η εκλογή ακυρώνεται και η Ρένα, παρόλο που ανακαλύπτει ότι πίσω από την καταγγελία κρύβεται ο Περικλής, τον συγχωρεί και επιστρέφει κοντά του. Η ιστορία ολοκληρώνεται με τον γάμο του ζεύγους και με ένα γλέντι στο νησί που δίνει την ευκαιρία στη Ρένα και τον Ξενίδη να τραγουδήσουν ένα χαριτωμένο ντουέτο, σε κερκυραϊκό ρυθμό ("Να ζήσουμε"), περιτριγυρισμένοι από χορευτές/ριες με κερκυραϊκές στολές.

Η ιστορία των Λάκη Μιχαηλίδη και Γιώργου Κατσαμπή είναι αρκετά πρωτότυπη και η Ρένα έχει μπόλικες ατάκες που μας κάνουν να γελάμε, ωστόσο το σενάριο έχει αρκετές "κοιλίτσες" που δεν σώζονται από τους, γοργούς ομολογουμένως, ρυθμούς της σκηνοθεσίας του Κώστα Καραγιάννη. Ο Καραγιάννης έδινε πάντοτε καλούς ρυθμούς στις ταινίες της Ρένας (ακόμα και στη μετά το 1979 εποχή), αλλά κάτι έλειπε πάντα αν σύγκρινες το αποτέλεσμα με τις ταινίες του Φίνου (και τις σκηνοθεσίες του Δαλιανίδη και του Σακελλάριου): έλειπε ίσως μια χάρη, μια κομψότητα ή λεπτότητα που διαφαινόταν εκεί ακόμα κι αν υπήρχαν σενάρια ελαφρώς χοντροκομμένα. Το σενάριο της Βουλευτίνας θίγει αρκετά από τα κακώς κείμενα της πολιτικής ζωής του τόπου (ιδιαίτερα τα ρουσφέτια των πολιτικών, τα προνόμια των βουλευτών--η νεοεκλεγείσα βουλευτίνα αποκτά αμέσως πολυτελές αυτοκίνητο και σωφέρ--και την απραξία κάποιων κυβερνώντων--ο υπουργός προτιμά να συζητά για ταβέρνες αντί για πολιτική) και βέβαια δίνει αρκετές υποσχέσεις "φεμινιστικής γραμμής" σε μεγάλο μέρος του, που όμως καταπατώνται όλες με το συμβατικό φινάλε, σύμφωνα με το οποίο ο δυναμισμός της γυναίκας πρέπει να περιοριστεί στην παραδοσιακό ρόλο της συζύγου και η θέση της στη δημόσια ζωή της χώρας πρέπει να είναι αναγκαστικά μια παρένθεση. Το παλιό ελληνικό σινεμά δεν είναι φυσικά ακόμα έτοιμο να υπερασπιστεί ουσιαστικά τη θέση της γυναίκας (με τις λιγοστές εξαιρέσεις του σαφώς).
Ρένα Βλαχοπούλου-Ρένα Πασχαλίδου

Σε κάθε περίπτωση την κατάσταση παίρνει στους ώμους της η Ρένα. Είναι χάρμα οφθαλμών να τη βλέπεις να διαμαρτύρεται ως αγανακτισμένη αρραβωνιαστικιά (στον Ξενίδη) και θυμωμένη ανηψιά (στη Σ. Παναγιωτοπούλου), να κινείται και να υπόσχεται ως καπάτσα συνεργάτιδα του υποψήφιου βουλευτή σε μπακάλικα και κομμωτήρια (ένα σύντομο ντουέτο με τη Ρένα Πασχαλίδου πριν τον θρίαμβο της Παριζιάνας και του "Σούζυ, τρως!" αλλά και ένα σύντομο στιγμιότυπο με τον Σταύρο Παράβα), να διεκδικεί και να διαπληκτίζεται ως δυναμική βουλευτίνα. Απολαυστική όταν τσακώνεται στη στάση του λεωφορείου με άλλες επιβάτιδες και στο εκλογικό κέντρο με αντιπροσώπους υποψηφίων αλλά και άλλες ψηφοφόρους, όταν συνειδητοποιεί ότι έριξε το ψηφοδέλτιο χωρίς να σταυρώσει το όνομα του Περικλή και εκλιπαρεί να το πάρει πίσω ("Κυρία μου, μ' ένα σταυρό δεν γίνεται τίποτα, θα τον ψηφίσουν άλλοι" της λέει ο εκλογικός αντιπρόσωπος. "Κανένας δεν θα τον ψηφίσει, εγώ κι ο κοντός είμαστε!" του απαντά η Ρένα) και βέβαια όταν τραγουδάει (εκτός από το γλυκό τραγούδι του φινάλε ερμηνεύει και τον "Παρά", ένα όψιμο αρχοντορεμπέτικο του Γιώργου Μουζάκη--το τραγούδι μιλάει για διπλοπενιές, αλλά μπουζούκι δεν ακούγεται!). Μπορεί το αποτέλεσμα να μην κάνει κάποια τομή στην ελληνική κινηματογραφία, έδειξε ωστόσο την πραγματική δύναμη της Ρένας Βλαχοπούλου, επιβεβαιώνοντας την επιτυχία που είχε στον Φίνο και την κορυφαία θέση της στο εγχώριο κινηματογραφικό σταρ σύστεμ. Η ταινία κατακτά την έκτη θέση στον πίνακα εισιτηρίων πρώτης προβολής (461.540 εισιτήρια--Η κόρη μου η σοσιαλίστρια κατακτά την πρωτιά με 659.671 εισιτήρια, ενώ Οι θαλασσιές οι χάντρες, το πρώτο μιούζικαλ του Δαλιανίδη χωρίς τη Ρένα, έρχεται πλέον στην τρίτη θέση με 531.287 εισιτήρια. Το Ραντεβού στον αέρα την προηγούμενη σεζόν, με τη συμμετοχή της Ρένας, είχε έρθει πρώτο και είχε κόψει 617.423).
Η Ρένα ζητά να πάρει πίσω το ψηφοδέλτιό της γιατί ξέχασε να σταυρώσει τον Αράπη!

Η ίδια η ταινία έχει αξία για δυο ακόμα λόγους. Ο πρώτος είναι ότι διασώζει πλάνα από τις εκλογικές δραστηριότητες της εποχής εκείνης (την κίνηση στα εκλογικά κέντρα, την καταμέτρηση και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων). Ο δεύτερος είναι λιγότερο φανερός σήμερα: μπορεί στην αρχή του έργου η Ρένα να λέει ότι δεν θα μας δείξει τίτλους διότι γράμματα δεν διαβάζει κανένας μας, ωστόσο το έργο έχει μια μεγάλη πρωτοτυπία: στους τίτλους του τέλους, σε ένα πνεύμα... απίστευτης κινηματογραφικής δημοκρατίας, αναφέρονται όλα τα ονόματα των ηθοποιών, από τα  γνωστότερα ως τα λιγότερο γνωστά, με τη σειρά που εμφανίζονται στην ταινία, μαζί με τον ρόλο τον οποίο ερμηνεύουν. Έτσι μαθαίνουμε, μεταξύ άλλων, ότι η κυρία με το φτερό στη στάση του λεωφορείου είναι η Υβόννη Βλαδιμήρου, ο ταξιτζής είναι ο Γιώργος Κωβαίος και ο εκφωνητής του ραδιοφώνου είναι ο Γιάννης Κωστής. Δυστυχώς όμως αυτός ο λόγος έχει ακυρωθεί σήμερα, γιατί πλέον η ταινία προβάλλεται στην τηλεόραση και κυκλοφορεί σε DVD με την ανεκδίηγητη επεξεργασία που δυστυχώς "επέβαλε" σε όλες τις ταινίες της η εταιρία Καραγιάννης-Καρατζόπουλος, επιτρέποντας στη μοντέρ Θεοδώρα Σολωμού να επέμβει στις ταινίες αλλοιώνοντας το αρχικό μοντάζ και αλλάζοντας τους τίτλους των ταινιών. Έτσι, στην "τηλεοπτική έκδοση" της Βουλευτίνας οι πρωτότυποι τίτλοι τέλους έχουν αντικατασταθεί από καινούριους (και μάλιστα με σύγχρονη κομπιουτερίστικη γραμματοσειρά) που αναφέρουν πρώτα τα ονόματα των πρώτων ρόλων και έπειτα τα μικρότερα και λιγότερο γνωστά ονόματα, και χωρίς να αναφέρονται όμως οι ρόλοι που ερμηνεύουν. Με αυτόν τον τρόπο, η σύγχρονη γενιά χάνει μια μοναδική ευκαιρία να γνωρίσει καλύτερα κάποια πρόσωπο του ελληνικού κινηματογράφου. Ψιλά γράμματα, θα μου πείτε. Ναι, αλλά (και) έτσι γράφεται η ιστορία...


Κώστας Καραγιάννης, Σταύρος Ξενίκης και Ρένα Βλαχοπούλου στην πρεμιέρα της Βουλευτίνας

Αξίζει επίσης να δείτε πώς διαφημίστηκε η Βουλευτίνα μετά την πρεμιέρα της: η εταιρία δημοσίευσε σε διαφημιστικό κλισέ την άποψη που σχημάτισαν για την ταινία προσωπικότητες του θεάματος. Επικεφαλής τους τίθεται η Αλίκη Βουγιουκλάκη (προφανώς έχει ήδη υπογράψει συμβόλαιο συνεργασίας με την Καραγιάννης-Καρατζόπουλος...)
 

Βουλευτικές εκλογές και στο θέατρο: "Η αλλαγή της Ρένας"

Όπως είναι γνωστό, η Ρένα Βλαχοπούλου υπηρέτησε με σπάνια αφοσίωση την επιθεώρηση. Ήταν φυσικό λοιπόν οι βουλευτικές εκλογές να αποτελούν το θέμα σε πολλά νούμερά της, από τον πρώτο καιρό που ξεκίνησε να παίζει σε νούμερα (όπως το ντουέτο της με την Πόπη Άλβα "Μεγαλοφυίες και ψώνια" τη σεζόν 1955-56 στην επιθεώρηση Τζώννηδες και Κάου-μπόυ του θεάτρου Ακροπόλ). Αξίζει να αναφέρουμε επίσης ότι λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα της Βουλευτίνας η Ρένα εμφανίστηκε ως "Βουλευτίνα" και στο ομότιτλο νούμερο της επιθεώρησης Βρε πού πάμε που παιζόταν στο θέατρο Ακροπόλ από τα Χριστούγεννα του 1966 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1967 (η ανατροφοδότηση του θεάτρου με υλικό του κινηματογράφου έχει ήδη αρχίσει...). 


Σήμερα όμως θα ήθελα να σταθώ σε ένα νούμερο της Ρένας που μοιραία είναι ελάχιστα γνωστό, αφού η εφήμερη φύση του θεάτρου, και ιδιαίτερα της επιθεώρησης, έχει καταδικάσει τα περισσότερα επιθεωρησιακά κείμενα στην αφάνεια. Το νούμερο παιζόταν στην επιθεώρηση Δεν θέλω ου των Κώστα Νικολαΐδη-Γιάννη Καλαμίτση που παρουσιάστηκε με μουσική του Σάκη Τσιλίκη στο θέατρο Ρεξ τη σεζόν 1981-82. Επικεφαλής του πολυπληθούς θιάσου η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Γιώργος Κωνσταντίνου, ο Νίκος Ρίζος, η Έλσα Ρίζου και ο Φώτης Μεταξόπουλος που χορογράφησε και σκηνοθέτησε την παράσταση. Η πρεμιέρα της δόθηκε λίγο μετά τις βουλευτικές εκλογές του 1981 που ανέδειξαν θριαμβευτικά νικητές τον Ανδρέα Παπανδρέου, το ΠΑΣΟΚ και την αλλαγή. Δεν είχα την τύχη να δω την επιθεώρηση εκείνη, ωστόσο ο γλυκύτατος ηθοποιός--και φίλος μου--Μιχάλης Δεσύλλας (που συμμετείχε στην παράσταση) μου παραχώρησε ευγενικά από το αρχείο του μια ερασιτεχνική ηχογράφηση του νούμερου "Η αλλαγή της Ρένας", δίνοντάς μου τη σπάνια πια ευκαιρία να χαρώ (έστω και μόνο ως ακροατής) τη Ρένα στην πλήρη της ακμή, σε ένα ολόκληρο νούμερο. Τον ευχαριστώ πολύ.
Ο θίασος του Δεν θέλω ου (φωτογραφία από το αρχείου του Μιχάλη Δεσύλλα)

Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό αυτό το νούμερο, όχι μόνο γιατί μας δίνει πολλά στοιχεία για τα τεκταινόμενα της εποχής εκείνης, την παρουσία της Ρένας πάνω στη σκηνή και τη σχέση της με το κοινό, αλλά επιπλέον γιατί αποδεικνύει το σπάνιο χάρισμά της να αυτοσατιρίζεται και να αυτοσαρκάζεται. Παρόλο που η επιθεώρηση οφείλει να έχει βασικά αντιπολιτευτικό χαρακτήρα, μια μετεκλογική επιθεώρηση που έρχεται "αντιμέτωπη" με μια τόσο θριαμβευτική νίκη όπως εκείνη του ΠΑΣΟΚ τον Οκτώβριο του 1981 έχει μάλλον δεμένα τα χέρια της σε ό,τι αφορά τη σάτιρα της νέας κυβέρνησης (που άλλωστε δεν έχει δώσει ακόμα δείγματα κυβερνητικής "γραφής"). Αξίζει να πω επίσης, ότι τόσο η έναρξη όσο και η αποθέωση του Δεν θέλω ου έχουν στίχους κάθε άλλο παρά αντιπολιτευτικούς, που αναφέρονται στο νέο ξεκίνημα που επέλεξε ο λαός και προτρέπουν τον κόσμο να αγκαλιάσει την αλλαγή, γιατί "άμα μονιάσουμε, κάτι θα βγει". Είναι απορίας άξιο το πώς αντιμετώπιζε αυτούς τους στίχους μια ηθοποιός που ήταν πάντα φίλα προσκείμενη στη δεξιά παράταξη και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Η ηχογράφηση του Μιχάλη Δεσύλλα μού το αποκαλύπτει: τους αντιμετώπισε με αυτοσαρκασμό!

Στο νούμερο "Η αλλαγή της Ρένας" (σκετς θα το αποκαλούσαμε με την ορολογία της παλιάς επιθεώρησης) η Ρένα υποδύεται την υποψήφια βουλευτίνα Ρένα Κικιρίκου. Στην αρχή του νούμερου ακούγονται οι ηχογραφημένες επευφημίες μιας προεκλογικής της συγκέντρωσης που ενώνονται με το θερμότατο χειροκρότημα του κοινού του Ρεξ, μόλις η Ρένα εμφανίζεται στη σκηνή. Μια κοπέλα (σε ρόλο κομμέρ) την πλησιάζει και της κάνει ορισμένες ερωτήσεις για να πάρουμε το background της υπόθεσης. Η Ρένα κατεβαίνει ως ανεξάρτητη υποψήφια στις εκλογές, "ακομμάτιστη και αχρωμάτιστη... προς τα δεξιά", διότι είχε μια υποχρέωση προς τον Καραμανλή που της ζήτησε να συνεργαστεί με το κόμμα του: Του απάντησε όμως ότι κατεβαίνει αχρωμάτιστη: "Και όταν λέμε αχρωμάτιστη, είναι θέμα τιμής! Και όταν λέμε, κύριε Κώστα, είναι θέμα τιμής... όποιος δώσει τα πιο πολλά!" Η υποψήφια δηλώνει πολύ κουρασμένη και πηγαίνει στο σπίτι της για να ξεκουραστεί και να μάθει τα αποτελέσματα.

Όταν φτάνει κατάκοπη στο σπίτι της, συναντά τον γιο της (Γιώργος Βασιλείου, πολύ πριν τα σίριαλ του Νίκου Φώσκολου και τη δική του βουλευτική σταδιοδρομία) που της παραπονιέται γιατί τους έχει αφήσει νηστικούς: "Βρε γιατί αγωνίζεται η μάνα σου; Για να 'χουνε να τρώνε και τα δισέγγονά σου..." Ανακαλύπτει όμως ότι ο γιος της, που φυσικά πίστευε ότι θα την ψηφίσει, έχει ψηφίσει ΠΑΣΟΚ! Ενώ προσπαθεί να συνέλθει από την προδοσία του γιου της, εμφανίζεται η κόρη της η Μαίρη (Στάμυ Κακαρά): "Γιατί τη σταυρώνεις τη μάνα μας;" "Μακάρι να με σταύρωνε ο παλιάνθρωπος!", αναφωνεί η Ρένα. Η Μαίρη ακούγεται αγανακτισμένη: "Μας πούλησες; Πήγες και ψήφισες ΠΑΣΟΚ και δεν ψήφισες εμάς;... Ποιος θα κοιτάξει τα δικά μας τα συμφέροντα;" Η Ρένα ενθουσιάζεται: "Η μανούλα σας θα τα κοιτάξει!" Για να λάβει την απάντηση της Μαίρης; "Ποια μανούλα μας, ρε μάνα; ... Ένα είναι το κόμμα του εργάτη και του φοιτητή..." Δεύτερο σοκ για τη Ρένα: "ΚΚΕ είσαι;" "Αμ, τι νόμιζες;", απαντά η Μαίρη. Και η Ρένα θυμώνει: "Ε, βγάλ' το παντελόνι που έχει εφτά χιλιάδες!"
Ν. Λυγίζος-Ε. Ρίζου-Φ. Μεταξόπουλος
Γ. Κωνσταντίνου-Ρ. Βλαχοπούλου-Ν. Ρίζος
στο
Δεν θέλω ου

Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται ο Θόδωρος, ο σύζυγος της Ρένας (Ντάνος Λυγίζος). Όταν η Ρένα τού ανακοινώνει τις προτιμήσεις των παιδιών τους, κι εκείνος αγανακτεί: "Κι εγώ προοδευτικός άνθρωπός είμαι, αλλά ψήφισα μια πρόοδο που να εξυπηρετεί τα συμφέροντά μας!" "Θόδωρέ μου... εμένα ψήφισες, τη γυναίκα σου, ε;" "Τρελάθηκες", της λέει; "Μία ψήφο είχα να ρίξω. Να τη ρίξω σε σένα να πάει χαμένη; Την έριξα στο ΚΟΔΗΣΟ να πιάσει τόπο!" Πλήρως απογοητευμένη από την οικογένειά της, η Ρένα στήνεται στην τηλεόραση για να μάθει τα εκλογικά αποτελέσματα: η οικογένεια διακόπτει κάθε τόσο τον παρουσιαστή (τον υποδύεται ο Μιχάλης Δεσύλλας) που απειλεί να σταματήσει τη μετάδοση.
Η Ρένα Κικιρίκου αγωνιά να μάθει τα εκλογικά αποτελέσματα που μεταδίδει ο παρουσιαστής (Μιχάλης Δεσύλλας). Προσέξτε το πορτρέτο του Καραμανλή πάνω από την τηλεόραση... (Φωτογραφία από το βιβλίο Βίβα Ρένα, εκδ. Άγκυρα, 2002)

Αρχικά η Ρένα ερμηνεύει με λάθος τρόπο τα αποτελέσματα νομίζοντας ότι έχει νικήσει ("Πάω να πάρω το υπουργείο γιατί θα τ' αρπάξουν οι συγγενείς και φίλοι!"), ωστόσο σύντομα προσγειώνεται ανώμαλα: το ΠΑΣΟΚ έχει νικήσει πανηγυρικά. Η Ρένα φαντάζεται διάφορα σενάρια πολέμου και καταστροφής, αλλά ο γιος της τής ζητά να σταματήσει να κινδυνολογεί: "Ο Αντρίκος θα πάρει από αυτούς που έχουνε και θα τα δώσει σε αυτούς που δεν έχουνε". Κι η Ρένα τρομοκρατείται: "Θόδωρε, το σπίτι μας!" Σε αυτό το σημείο τραγουδάει μια παρωδία της "Δραπετσώνας" αναφερόμενη στα πολυτελή σπίτα των πολιτικών (κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ...) στην Πολιτεία και το Καστρί. Όταν ο Θόδωρος τής θυμίζει ότι μένουν με ενοίκιο η Ρένα γλυκαίνεται: "Δηλαδή θα πάρει το σπίτι από τον ιδιοκτήτη και θα το δώσει σε μας; Ε, τη θέλουμε αυτή την Αλλαγή!..." Η οικογένειά της την πείθει πως τώρα που νίκησε η Αλλαγή πρέπει να αλλάξει κι εκείνη και η Ρένα τραγουδά το τραγούδι "Η αλλαγή της Ρένας" (έχει συμπεριληφθεί στον δίσκο του Σάκη Τσιλίκη 20 χρόνια θέατρο)--βγάζοντας, από ό,τι μπορώ να καταλάβω από τους στίχους του τραγουδιού, κάποια από τα ρούχα της αποκαλύπτοντας τα υπέροχα πόδια της. 
Μετά το τραγούδι περνούμε στο τελευταίο (και λιγότερο δυνατό) κομμάτι του νούμερου, στο οποίο η Ρένα φαντάζεται μια εναλλακτική, κωμική αλλαγή: θα άλλαζε επάγγελμα στους δημοφιλείς τραγουδιστές και θα τραγουδούσε πλέον εκείνη ως τραυλή--και τραγουδά μια όχι και τόσο politically correct αλλά πάντως κωμική εκδοχή τού "Όσο έχω φωνή" (της Άννας Βίσση, βεβαίως, και του Φίλιππου Νικολάου). Φτάνοντας στο τέλος του νούμερου, η Ρένα απευθύνεται στο πορτρέτο του Κωνσταντίνου Καραμανλή που έχει κρεμασμένο πάνω από την τηλεόρασή της: "Κωστάκη, την ψυλλιάστηκες τη δουλειά, ε; ... Πήρες δρόμος πρώτος! ... Ποιος θα μας σώσει άραγε;" για να πάρει την απάντηση: "Η Αλλαγή, Ρένα μου, από ό,τι είδα μόνο η Αλλαγή θα σας σώσει!" Ένα ακόμα σοκ για τη Ρένα που άναυδη ακούει τον Καραμανλή να της λέει ότι άφησε τον Γεώργιο Ράλλη στην προεδρεία της Ν.Δ. για να αγανακτήσει ο κόσμος και να εκλέξει τον Ανδρέα...

Τότε, η Ρένα απευθύνεται στο κοινό: "Η αλλαγή δεν είναι άσχημο πράγμα... αλλά να είναι αλλαγή σωστή, χωρίς ρουσφέτια και κλεψιές... μια τίμια και σωστή αλλαγή ποιος από μας δεν τη θέλει;" Και το νούμερο ολοκληρώνεται με ένα πολύ όμορφο τραγούδι, "Το θαύμα", που σκέφτηκα να σας το παρουσιάσω σήμερα, μέρα που 'ναι. Προφανώς η λέξη "αλλαγή" δεν είναι πλέον τόσο φορτισμένη όσο τότε και η χρήση της στο τραγούδι δεν έχει για τους ακροατές/τις ακροάτριες σήμερα τη σημασία που είχε το 1981-82. Οι στίχοι του όμως  παραμένουν δυστυχώς επίκαιροι--και, κακά τα ψέματα, θα είναι επίκαιροι πάντοτε, αφού η ουτοπία που περιγράφουν δια στόματος Ρένας Βλαχοπούλου ο Κώστας Νικολαΐδης και ο Γιάννης Καλαμίτσης με τη γλυκιά μουσική του Σάκη Τσιλίκη είναι καταδικασμένη να παραμείνει ουτοπία... Το τραγούδι αυτό εντάχθηκε ευτυχώς στον δίσκο του Σάκη Τσιλίκη 20 χρόνια θέατρο που κυκλοφόρησε το 1994. Για κάποιον λόγο όμως στον δίσκο δεν υπάρχει το φινάλε του. Χρησιμοποίησα λοιπόν το φινάλε από την ερασιτεχνική ηχογράφηση του Μιχάλη Δεσύλλα (τον οποίο ευχαριστώ για άλλη μια φορά), κρατώντας και το χειροκρότημα που χάριζε το κοινό του Ρεξ στη Ρένα. Απολαύστε την.


Το νούμερο μάλλον δεν διακρίνεται για ιδιαίτερα πρωτότυπες ιδέες ή ευρηματικές ατάκες. Θεωρώ όμως σημαντικό ότι οι συγγραφείς του επέλεξαν να σατιρίσουν την περσόνα της οπαδού της δεξιάς που βλέπει τον "δεξιό" της κόσμο να καταρρέει αλλά και το γεγονός ότι η Ρένα δέχτηκε να ερμηνεύσει αυτοσαρκαζόμενη και τόσο πειστικά (μάλλον επειδή κάπως έτσι ένιωθε) τον ρόλο αυτόν. Ακούγοντας επιπλέον στην ηχογράφηση την ανταπόκριση του κοινού, δεν μπορώ να μην εντυπωσιαστώ από τον τρόπο που είχε να κερδίζει το κοινό της, το εξαιρετικό timing στις ατάκες της, τη φυσικότητα στις αντιδράσεις της. Είναι απολαυστική ως απογοητευμένη και αγανακτισμένη μάνα και σύζυγος και ως φοβισμένη και αιφνιδιασμένη οπαδός. Εκτοξεύει υπέροχα ατάκες οργής (για τα παιδιά της), απόγνωσης (για τις πολιτικές της πεποιθήσεις), καπατσοσύνης (ως υποψήφια), γοητευτικής ειρωνίας (για τους τραγουδιστές που σατιρίζει), κούρασης ("Να 'χα έναν τραχανά τώρα...") και κωμικού παραλογισμού ("Πάρε μου ένα άρλεκιν να ξεχαστώ..."--το παλιό διαφημιστικό σλόγκαν που η Ρένα λέει τόσο χαριτωμένα...). Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε πως αν και στα χρόνια του '80 η "παραδοσιακή" επιθεώρηση είχε ήδη περάσει σε μια εποχή σταδιακής παρακμής, το νούμερο αυτό  διακρινόταν αν μη τι άλλο για την έλλειψη χυδαιότητας (που δυστυχώς είχε αρχίσει να χαρακτηρίζει τα κείμενα πολλών παραστάσεων). Πάντως ακούγοντάς το, δεν μπορώ να μη σκεφτώ πόσα ονόματα ακούγονται σήμερα ανεπίκαιρα, αλλά πόσο επίκαιρες παραμένουν κάποιες από τις καταστάσεις που περιγράφονται...

Μετά την αναφορά μας στην πασίγνωστη κινηματογραφική βουλευτίνα και στην ελάχιστα γνωστή θεατρική υποψήφια βουλευτίνα, επιστρέφουμε στη δύσκολη πραγματικότητα των σημερινών εκλογικών αποτελεσμάτων και ακούω στο μυαλό μου μια αγαπημένη φωνή να τραγουδά "Ας ήταν να γινότανε το θαύμα..."

Ας ήταν να γινότανε το θάμα
της ανθρωπιάς να χάραζε η αυγή.
του κόσμου να σταμάταγε το κλάμα,
αυτή, Θεέ μου, θα 'ταν αλλαγή.
Της κοινωνίας μας να καίγαμε τους φράχτες,
και να λουλούδιαζε η αγάπη από τις στάχτες,
κάποιος να μίλαγε τ' αφέντη του τρανού
να συμμερίζεται τον πόνο του αλλουνού.
Να ΄ταν η άσφαλτος να γίνει ανθοκήποι
να 'χανε όλα τα παιδιά ό,τι τους λείπει
να 'ταν για όλους και ο ήλιος και τ' αστέρια
για ζητιανιά να μην απλώνανε τα χέρια.
Να 'ταν η αγάπη να πλημμύριζε τη γη
και οι κακίες μας να γίνονταν στοργή
ποιος δεν την ήθελε μια τέτοια αλλαγή...

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Ρηνιώ-Ρηνούλα...

Της Αγίας Ειρήνης σήμερα. Τη θυμηθήκαμε και φέτος, όπως κάθε χρόνο. Στη μνήμη της μούσας μας αναρτώ το φινάλε της πρώτης (επίσημα) ταινίας της. Το τραγούδι των Μενέλαου Θεοφανίδη-Ηλία Λυμπερόπουλου "Ρηνιώ-Ρηνούλα" από τις Πρωτεουσιάνικες περιπέτειες του Γιάννη Πετροπουλάκη.


Χρόνια πολλά και καλά στις Ειρήνες, τις Ρηνούλες, τις Ρένες, τους Ρένους...

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Ο Μάιος μάς έφτασε...

Αφορμή για τη σημερινή πρωτομαγιάτικη ανάρτηση ήταν η προχθεσινή μου εκδρομή στη θάλασσα... Μέσα στο αυτοκίνητο μιας καλής φίλης μού ήρθε αυθόρμητα να τραγουδήσω το "Ο Μάιος μάς έφτασε", σκεφτόμενος τον Κώστα Δούκα και τη Ρένα Βλαχοπούλου στην εναρκτήρια σκηνή της ταινίας του Γιάννη Δαλιανίδη Μερικοί το προτιμούν κρύο! Πόσο γελώ με το ντουέτο πατέρα και κόρης που κάνει τα άλλα μέλη της οικογένειας να δυσανασχετούν. Χαρείτε το απόσπασμα που ολοκληρώνεται με εναν καβγά στον οποίο συμμετέχει και η Ρένα (τον πρώτο καβγά της κινηματογραφικής της καριέρας--και θα ακολουθούσαν αρκετοί και όλοι τους απολαυστικοί!).


Και παλιότερα, τέτοια μέρα, είχα θυμηθεί σε ανάρτηση ένα τραγούδι της Ρένας που αναφέρει την Πρωτομαγιά. Είναι φυσικά το περίφημο "Σ' αγαπώ και μ' αρέσει η ζωή" με μουσική του Μενέλαου Θεοφανίδη και στίχους των Μίμη Τραϊφόρου και Γιώργου Γιαννακόπουλου που πρωτοτραγούδησε η Σοφία Βέμπο το 1955 και είπε σε δεύτερη (αλλά, επιτρέψτε μου, ωραιότερη) εκτέλεση η Ρένα.


Άλλο ένα επίκαιρο τραγούδι που έχει μια μικρή σχέση με τη Ρένα είναι η "Πρωτομαγιά" με τον Γιάννη Βογιατζή με μουσική Αλέκου Γεωργιάδη και στίχους Κώστα Μάνεση. Ποια η σχέση του με τη Ρένα; Το τραγούδι ακούστηκε στο Β΄ Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού του ΕΙΡ που διοργανώθηκε τον Ιούλιο του 1960. Στο ίδιο εκείνο φεστιβάλ η Ρένα Βλαχοπούλου τραγούδησε ντουέτο με τον Βογιατζή το "Πρώτο χελιδόνι" με μουσική Γεράσιμου Λαβράνου και στίχους Γιώργου Οικονομίδη, που κέρδισε το βραβείο στίχου. Το τραγούδι κυκλοφόρησε σε δίσκο 45 στροφών και στη δεύτερη πλευρά του υπήρχε η "Πρωτομαγιά" με τον Βογιατζή!
Βέβαια, μπορείς εμείς εδώ στο blog να είμαστε του... ελαφρού, αλλά δεν ξεχνούμε τις μνήμες που (οφείλει να) ξυπνάει η σημερινή μέρα. Ωστόσο, επειδή είμαστε του ελαφρού, θα ακούσουμε το υπέροχο "Μέρα Μαγιού μού μίσεψες" από τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης στην πρώτη του εκτέλεση, με την ενορχήστρωση του Μάνου Χατζιδάκι και την ερμηνεία της Νάνας Μούσχουρη.


Πρόσφατα ωστόσο έγινε γνωστή μια ακόμα, ανεπίσημη αρχικά και μάλλον ερασιτεχνική, ηχογράφηση του τραγουδιού με την υπέροχη Φλέρυ Νταντωνάκη.


Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, παρακολουθώ την εκπομπή Στην υγειά μας στη ΝΕΤ με θέμα το πολιτικό τραγούδι. Και θυμάμαι πάντα τα λόγια της γιαγιάς Δανάης, όταν απαντούσε στις κατηγορίες που δεχόταν το ελαφρό τραγούδι για έλλειψη πολιτικής θεματολογίας: "Μα δεν είναι πολιτικό τραγούδι το 'Χρήμα' του Αττίκ ή το 'Οργανάκι' το οποίο κριτικάρει την εκμετάλλευση του φτωχού κοριτσιού από το πλουσιόπαιδο;" Μπορεί να ήταν σπάνιες αυτές οι στιγμές του ελαφρού τραγουδιού, αλλά υπήρξαν. Και δεν νομίζω ότι πρέπει να μας πειράζει που ήταν τόσο σπάνιες. Γιατί να υποτιμούμε τόσο τον ρόλο του τραγουδιού που μιλάει για το απλό, καθημερινό και τόσο σημαντικό βάσανο, την αγάπη--ειδικά μάλιστα όταν αυτό το τραγούδι μιλούσε για την αγάπη με τόσο όμορφο και συχνά σύνθετο τρόπο; 


Από αλλού ξεκίνησα και αλλού πήγα. Εύχομαι να έχουμε καλό μήνα και οι πολιτικές εξελίξεις που θα έχουμε τέτοια ώρα την επόμενη εβδομάδα να οδηγήσουν τη χώρα σε μια καλύτερη μοίρα. Μέχρι τότε όμως, ακούστε το "Χρήμα" του Αττίκ και αφεθείτε στις σκέψεις, τις αναλογίες και τα συναισθήματα που θα σας γεννήσουν οι στίχοι του...

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Εκδήλωση για τη Ρένα Βλαχοπούλου στην Κερκυραϊκή Ένωση Θεσσαλονίκης

Η Κερκυραϊκή Ένωση Θεσσαλονίκης "Ο Άγιος Σπυρίδων" διοργανώνει μια εκδήλωση αφιερωμένη στη μνήμη της Ρένας Βλαχοπούλου, της "Βασίλισσας της Τζαζ, του γέλιου, της καρδιάς μας", την Τετάρτη 18 Απριλίου 2012, στις 8.30μμ. Η εκδήλωση, που διοργανώνεται με πρωτοβουλία της Μάνθης Χατζημιχαηλίδου, σπουδάστριας υποκριτικής και θαυμάστριας της Ρένας, θα πραγματοποιηθεί στον νέο χώρο της Ένωσης, στη συμβολή των οδών Πέτρου Συνδίκα και Κίμωνος Βόγα.
Στην εκδήλωση θα προβληθούν αποσπάσματα από κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές συνεντεύξεις της Ρένας Βλαχοπούλου, ενώ η Μάνθη Χατζημιχαηλίδου και ο Απόστολος Πούλιος θα παρουσιάσουν γνωστές και άγνωστες πτυχές της καριέρας της Ρένας στο τραγούδι, το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Στον χώρο της Ένωσης θα εκτίθεται σπάνιο υλικό που αφορά τη Ρένα (αφίσες, προγράμματα, παρτιτούρες).

Οι διοργανωτές σημειώνουν στο πρόγραμμα της εκδήλωσης:

"Καλώς ήρθατε σε μια εκδήλωση μνήμης και αγάπης για τη Ρένα Βλαχοπούλου, την κορυφαία καλλιτέχνιδα του 20ού αιώνα, που λάμπρυνε με το ταλέντο της και την προσωπικότητά της όλους τους χώρους του ελληνικού θεάματος για περισσότερο από 5 δεκαετίες. Και δεν υπάρχει αρμοδιότερος φορέας για να διοργανώσει αυτή την εκδήλωση στην πόλη μας από την Ένωση Κερκυραίων που με μεγάλη προθυμία και πολλή αγάπη ανέλαβε να τιμήσει τη δημοφιλέστερη Κερκυραία.

Παρουσιάζοντάς σας γνωστές αλλά και άγνωστες πτυχές της καριέρας της Ρένας Βλαχοπούλου, θέλουμε να σας θυμίσουμε ξανά πόσο σπουδαία προσωπικότητα υπήρξε και να αναδείξουμε την προσφορά της στους διάφορους τομείς της Τέχνης τους οποίους υπηρέτησε ακούραστα (τραγούδι, θέατρο, σινεμά). Κυρίως όμως θέλουμε να εκφράσουμε για άλλη μια φορά την αγάπη μας για αυτή τη γυναίκα που ομόρφυνε τόσο τις ζωές μας χαρίζοντάς μας γέλιο, αισιοδοξία και μελωδία. Η Ρένα Βλαχοπούλου δεν έχει ανάγκη εμάς, καθώς το έργο που άφησε θα λάμπει και θα τη δικαιώνει, έτσι κι αλλιώς, για πάντα. Εμείς όμως έχουμε ανάγκη να τη θυμόμαστε και να αντλούμε από τη μνήμη της δύναμη και κουράγιο για να δημιουργούμε και να συνεχίζουμε..."

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

"Αναζητώντας τον Αττίκ" στο Badminton (αλλά και στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης!)

Φίλες και φίλοι του του μουσικού θεάτρου γενικότερα, και του ελαφρού τραγουδιού ειδικότερα, σας προτείνω ανεπιφύλακτα να δείτε την εξαιρετική παράσταση Αναζητώντας τον Αττίκ, που ξεκίνησε με συγκρατημένη αισιοδοξία την πορεία της στο θέατρο Badminton τον περασμένο Φλεβάρη για να δώσει δέκα παραστάσεις, αλλά γνώρισε μεγαλη επιτυχία και πήρε αρκετές παρατάσεις. Την Κυριακή των Βαΐων, 8 Απριλίου, η παράσταση ολοκληρώνει τον κύκλο της στην Αθήνα. Ωστόσο, από τις 20 ως τις 29 Απριλίου θα παίζεται στο Μέγαρο Μουσικής της Θεσσαλονίκης και έτσι οι Βορειοελλαδίτες/ισσες θα έχουν κι εκείνοι/ες την ευκαιρία να ζήσουν μια υπέροχη μουσικοθεατρική εμπειρία.
 
Σκέφτηκα αρκετά, μαζί με την παρέα μου, το βράδυ που είδα την παράσταση, σε ποιο θεατρικό είδος θα κατέτασσα το Αναζητώντας τον Αττίκ. "Μουσική βιογραφία" μού πρότεινε μια φίλη θεατρολόγος, "musical pastiche" σκέφτηκα εγώ (δηλαδή "μουσική συρραφή", σ' αυτήν την κατηγορία ανήκουν μιούζικαλ όπως το Mamma Mia που στήνουν την πλοκή τους γύρω από ήδη γνωστά τραγούδια, για να δώσουν το μουσικό στίγμα μιας εποχής, ή το Jersey Boys που είναι ταυτοχρόνως και pastiche/συρραφή τραγουδιών των Frankie Valley and the Four Seasons και μουσική βιογραφία του συγκροτήματος). Φαίνεται πως η παράσταση του Badminton συνδυάζει και τα δυο είδη, αλλά εγώ νομίζω ότι θα πω απλά ότι το Αναζητώντας τον Αττίκ είναι ένα πολύ ωραίο ελληνικό μιούζικαλ που περιγράφει μια περίοδο 40 χρόνων του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού, αυτό που κατά καιρούς κάποιοι/ες ονομάζουν υποτιμητικά "ρετρό". Ωστόσο, η μεγάλη επιτυχία αυτού του έργου είναι ότι δεν είναι καθόλου ρετρό, δεν πρόκειται για μια κλασική, νοσταλγική υπενθύμιση παλιών ελαφρών τραγουδιών. Απεναντίας, η παράσταση μάς προσφέρει φρέσκιες, δυναμικές και συχνά χιουμοριστικές, προσεγγίσεις στο ρεπερτόριο αυτό, που δεν έχουν πάνω τους κανένα ίχνο ναφθαλίνης ή στείρας αναπόλησης. Το έργο του Αττίκ (αλλά και το έργο άλλων συνθετών/στιχουργών) παρουσιάζεται ολοζώντανο μπροστά μας και όχι νεκραναστημένο, μέσα από ελκυστικές επανεκτελέσεις που δίνουν την ευκαιρία όχι απλώς "να θυμηθούν οι παλιοί" (όπως τόσο κοινότοπα λέγεται για παρόμοιες προσπάθειες) αλλά να ανανεώσουν τη γνωριμία τους με αυτό όσοι/ες ήδη το γνωρίζουν, και να το γνωρίσουν όσοι/ες δεν το γνώριζαν.

Η δημιουργική ομάδα που έστησε το Αναζητώνας τον Αττίκ αποτελείται από τον Λάμπρο Λιάβα (μουσική έρευνα-κείμενα), τη Σοφία Σπυράτου (σκηνοθεσία-χορογραφία), τον Γιάννη Ξανθούλη (στιχουργικά ιντερμέδια), τη Λιλή Πεζανού (σκηνικά-κοστούμια) και τον Θόδωρο Κοτεπάνο (ενορχήστρωση και μουσική διεύθυνση). Οι τρεις πρώτοι εμπλέκονταν και στη μεγάλη επιτυχία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής Το μικρόβιο του έρωτα που παρουσιάστηκε στο Ακροπόλ τη σεζόν 2009-10 και την επόμενη σεζόν στο Ολύμπια. Υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία με την παράσταση εκείνη που αφορούσε τη ζωή και το έργο ενός άλλου σπουδαίου συνθέτη, του Κώστα Γιαννίδη (και που επίσης μού είχε αρέσει πολύ, διαβάστε εδώ τις εντυπώσεις μου), ωστόσο οφείλω να πω πως η φετινή παράσταση στο Badminton δεν είναι απλώς συνέχεια εκείνου του εγχειρήματος, αλλά είναι μια εξελιγμένη και βελτιωμένη πρόταση από τους/τις δημιουργούς του.
Η Μάντρα του Αττίκ, το 1934, τη χρονιά που εγκαινίασε τη συνεργασία της μαζί του η Δανάη (διακρίνεται με την κιθάρα της στο κέντρο της φωτογραφίας). Φωτογραφία από το πρόγραμμα της παράστασης

Πρώτα από όλα, το Αναζητώντας τον Αττίκ δεν έχει τους οπερεττικούς περιορισμούς που "επέβαλλε" η συνεργασία με την Εθνική Λυρική Σκηνή, περιορισμούς ως προς την αξιοποίηση του δυναμικού της αλλά και ως προς το οπερεττικό στυλ που αναπόφευκτα χαρακτήριζε τις περισσότερες εκτελέσεις και ερμηνείες--κάτι που σαφώς δεν ήταν κακό, απεναντίας κάποιες ερμηνείες ήταν πραγματικά υπέροχες, απλώς τα ελαφρά τραγούδια δεν είναι γραμμένα για να τραγουδιούνται πάντα a grande voix. Το Αναζητώντας τον Αττίκ έχει δύο λυρικούς καλλιτέχνες (τη Νίνα Λοτσάρη και τον Ζαφείρη Κουτελιέρη, που άλλωστε έπαιζαν και στο Μικρόβιο του έρωτα) που μας χαρίζουν εξαιρετικές ερμηνείες σε αυτό το ύφος, αλλά διαθέτει κι άλλους/ες καλλιτέχνες/ιδες (που θα αναφέρω παρακάτω), ώστε τα τραγούδια της παράστασης να αποδίδονται με την εκφραστικότητα που κάθε φορά προϋποθέτουν και απαιτούν.

Έπειτα, το Αναζητώντας το Αττίκ έχει την τύχη να παρουσιάζεται στο Badminton, ένα θέατρο με πολύ περισσότερες δυνατότητες από τους αντίστοιχους χώρους της Λυρικής (το Ακροπόλ παλιότερα και τώρα το Ολύμπια). Πάντοτε πίστευα ότι η Αθήνα είναι τυχερή που διαθέτει το Badminton. Με το έργο αυτό όμως το ένιωσα πραγματικά. Ο παραγωγός του Badminton, ο Μιχάλης Αδάμ, έχει ήδη αποδείξει την αγάπη του για το μιούζικαλ (με τόσες μετακλήσεις ξένων παραγωγών) αλλά και για το ελαφρό τραγούδι (με συναυλίες αφιερωμένες στον Φώτη Πολυμέρη και τον Νίκο Γούναρη καθώς και μια συναυλία για τον Μιχάλη Σουγιούλ που θα γίνει στις 14 Μαΐου). Αυτή τη φορά όμως τόλμησε να στήσει από την αρχή ένα μιούζικαλ για το ελαφρό τραγούδι, καθόλου εύκολη απόφαση για τις εποχές που ζούμε. Και το θέατρό του, με τις άψογες ηχητικές εγκαταστάσεις και τη  μεγάλη σκηνή του (αλλά και τους... βοηθητικούς χώρους, όπως τον εξώστη στον οποίο εμφανίζεται η Νίνα Λοτσάρη για να τραγουδήσει το "Είν' η αγάπη χίμαιρα"), ήταν ο ιδανικός χώρος για να ζωντανέψει δυναμικά και γενναιόδωρα το όραμα του Λάμπρου Λιάβα, της Σοφίας Σπυράτου και των συνεργάτιδών/τών τους.


Ποιο ήταν αυτό το όραμα; Να περάσει μπροστά από τα μάτια των θεατών η πολυτάραχη ζωή του Αττίκ και το μοναδικό έργο του, αλλά και η εποχή στην οποία κυριάρχησε ο Αττίκ, οι τέσσερις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Έτσι, ο Λιάβας επέλεξε 18 τραγούδια του μέγιστου τραγουδοποιού (τις μεγάλες του επιτυχίες αλλά κι ένα-δυο λιγότερο γνωστά κομμάτια) και 22 τραγούδια άλλων δημιουργών, Ελλήνων και ξένων, τραγούδια δηλαδή που ακούγονταν στην Αθήνα την εποχή εκείνη και που βεβαίως παρουσιάζονταν και στους χώρους στους οποίους έδρασε καλλιτεχνικά ο Αττίκ, κυρίως στη Μάντρα του αλλά και στα βαριετέ όπου δούλευε πριν ιδρύσει τη Μάντρα. Τα τραγούδια είναι σοφά τοποθετημένα και στα δυο μέρη του έργου προσφέροντας, εκτός από ευκαιρίες για συγκρίσεις και, ενδιαφέρουσες εναλλαγές: από το ευρύτερο μουσικό κλίμα της κάθε περιόδου της ζωής του Αττίκ περνούμε στα τραγούδια του που είναι δεμένα με τα δικά του βιώματα και που οδηγούν σε γοητευτικές κλιμακώσεις.

Η οικογένεια του Αττίκ: από αριστερά: Αλέξανδρος Μπουρδούμης, Σία Κοσκινά, Ευαγγελία Μουμούρη, Νικορέστης Χανιωτάκης, Νίνα Λοτσάρη και Ζαφείρης Κουτελιέρης

Για τη ζωή του Αττίκ (και τις συναντήσεις του με τη Ρένα Βλαχοπούλου) έχω ξαναγράψει και δεν θα επεκταθώ εδώ. Στο Αναζητώντας τον Αττίκ παρουσιάζονται τα σημαντικότερα γεγονότα της προσωπικής και καλλιτεχνικής του πορείας. Τα παιδικά χρόνια του Κλέωνα Τριανταφύλλου στην Αίγυπτο στο τέλος του 19ου αιώνα, η μετακόμιση της οικογένειας στην Αθήνα μετά τον θάνατο του πατέρα, οι ιδιορρυθμίες της μητέρας του Εριθέλγης (μια γυναίκα ξεχωριστής πνευματικής καλλιέργειας που δεν είχε καθόλου καλή σχέση με το χρήμα και οδήγησε την οικογένεια στη χρεωκοπία, αφού νοίκιαζε ένα ολόκληρο τρένο για να μεταβεί με την οικογένειά της στο Παρίσι προκειμένου να παραστούν σε μια πρεμιέρα της Όπερας), η ζωή του Κλέωνα και του αδελφού του Κίμωνα στο Παρίσι, όπου αρχικά επρόκειτο να συνεχίσουν τις σπουδές τους στη Νομική αλλά τελικά αφοσιώθηκαν και οι δυο στη μουσική. Τα πρώτα καλλιτεχνικά βήματα του Κλέωνα που θριαμβεύει ως Αττίκ στην Πόλη του Φωτός (αλήθεια, πότε θα μπορέσουμε να ανακαλύψουμε κάποια από τα 300 τραγούδια που έγραψε εκεί;), η επιστροφή στην Αθήνα, οι γάμοι του και οι καλλιτεχνικές του επιτυχίες.

Ο Κίμων Τριανταφύλλου, ο Κλέων Τριανταφύλλου (Αττίκ), η μικρή Πέλεια Τριανταφύλλου (μετέπειτα κυρία Τζαρτίλη)
και η Εριθέλγη Τριανταφύλλου.

Τα γεγονότα παρουσιάζονται μέσα από την αφήγηση των ηρώων (και σε κάποιες περιπτώσεις τα σχόλια ενός σκηνοθέτη και των ηθοποιών που παίζουν στην παράσταση που στήνεται μπροστά μας). Ο Λάμπρος Λιάβας έχει στηριχτεί στο πλουσιότατο αρχείο της οικογένειας του Αττίκ που του παραχώρησε η ανηψιά του, η υπέροχη κυρία Πέλεια Τριανταφύλλου-Τζαρτίλη (κόρη του Κίμωνα Τριανταφύλλου), καθώς και στο βιβλίο που έγραψε η Δανάη Στρατηγοπούλου (η οποία είχε επίσης αντλήσει πολλά στοιχεία από το αρχείο της Πέλειας, αλλά είχε προσθέσει και τις δικές της πολύτιμες εμπειρίες από τη δεκαετή της συνύπαρξη με τον Αττίκ). Οφείλω να πω ότι σε κάποια σημεία τα ιστορικά στοιχεία δεν συμφωνούν απόλυτα με τα όσα διαδραματίζονται στη σκηνή (πχ. η απόδοση κάποιων τραγουδιών από συγκεριμένους χαρακτήρες του έργου, κάποιοι διάλογοι, κάποιες φράσεις που ίσως να μην ταίριαζαν σε κάποιους ήρωες, κάποια από τα τεκταινόμενα στη Μάντρα). Αυτές οι λεπτομέρειες όμως καθόλου δεν μειώνουν το δραματουργικό και παραστασιακό αποτέλεσμα: το κοινό μεταφέρεται επιτυχώς στο μουσικό κλίμα της εποχής, αισθάνεται τη δυναμική σχέση ανάμεσα στα γεγονότα της ζωής του Αττίκ και στη γέννηση των αριστουργηματικών τραγουδιών του, και αποκτά μια σχετικά πλήρη εικόνα του φαινομένου Αττίκ. Γράφω "σχετκά πλήρη", γιατί, κρίνοντας από όσα έχει γράψει και πει κατά καιρούς η Δανάη, είναι ίσως αδύνατο να αντιληφθούμε το μεγαλείο και το πολυσύνθετο ταλέντο αυτού του ανθρώπου όσοι/ες δεν είχαμε την τύχη να τον δούμε στη σκηνή (καθώς η μοναδική του κινηματογραφική εμφάνιση στα Χειροκροτήματα δίνει μια μάλλον πληγωμένη εικόνα του). 
Ο Άκης Σακελλαρίου--ώριμος Αττίκ
(φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.sfera989.com)


Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης--νεαρός Αττίκ--και η Ευαγγελία Μουμούρη--Μαρίκα Φιλιππίδου


Παρόλα αυτά, στην παράσταση του Badminton οι δυο ηθοποιοί που μοιράζονται τον ρόλο του Αττίκ, ο Άκης Σακελλαρίου και ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης, φωτίζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό, κατά τη γνώμη μου, αυτό το μεγαλείο. Ο Μπουρδούμης ενσαρκώνει τον καλλιτέχνη στα νεανικά του χρόνια (και στις σκηνές αυτές ο Σακελλαρίου αναλαμβάνει τον ρόλο του σκηνοθέτη της παράστασης), ενώ ο Σακελλαρίου παίρνει τη σκυτάλη όταν ο Αττίκ εγκαθίσταται μόνιμα πλέον στην Ελλάδα, στο τέλος της δεκαετίας του '20 (αφού για δέκα χρόνια έδινε παραστάσεις σε όλον τον κόσμο) και ξεκινάει τη λαμπρή του καριέρα στο βαριετέ Όασις. Ο Μπουρδούμης αποδίδει το νεανικό σφρίγος, τη γοητεία, τον πόνο του νεαρού Κλέωνα για το άδοξο τέλος των δυο πρώτων γάμων του (και τραγουδά εξαιρετικά, μεταξύ άλλων, το "Από μέσα πεθαμένος"). Ο Σακελλαρίου μας μεταφέρει τη γοητεία της καλλιτεχνικής ωριμότητας του Αττίκ, την πατρική στοργή για τα παιδιά-θαύματα της Μάντρας--στοργή που άγγιξε τα όρια του πλατωνικού έρωτα για τη Λουίζα Ποζέλλι--και ίσως και για την τρίτη του γυναίκα--η Σούρα ήταν για εκείνον η φυγάδα που ζητούσε προστασία--και βέβαια τη σπιρτάδα, την ετοιμότητα, τη λάμψη και το γκελ που είχε ο performer Αττίκ στη σκηνή της Μάντρας του (από τα τραγούδια που ερμηνεύει θα ξεχώριζα τη συμμετοχή του στο "Δεν σου πάει το πάχος, Δημητράκη" και στα "Τελευταία γιασεμιά" αλλά και τη διακοπείσα--πριν καλά καλά ξεκινήσει...--προσπάθειά του να πει το "Ζητάτε να σας πω").


Η Νίνα Λοτσάρη ως Δανάη


Γύρω από τους δυο Αττίκ, δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό και οι υπόλοιποι/ες καλλιτέχνες/ιδες. Αρχίζοντας από τις κυρίες, η Νίνα Λοτσάρη είναι αστραφτερή και επιβλητική σε όλες της τις εμφανίσεις. Τυπικά καλείται να ενσαρκώσει τρεις καλλιτέχνιδες εντελώς διαφορετικού ύφους (Ζαζά Μπριλλάντη, Κάκια Μένδρη, Δανάη), αλλά οι ερμηνείες της έχουν τελικά τη δική της εξαιρετική σφραγίδα. Μπριόζα στο "Αχ Μαρί", επιβλητική στο "Είν' η αγάπη χίμαιρα" (υπέροχη η ενορχήστρωσή του και εξαιρετικής έμπνευσης η σκηνοθεσία του), σαγηνευτική στο "Σιγαρέτο" (αιφνιδιαστικά γοητευτική η διασκευή του) και στο "Αντόνιο Βάργκας Χερέδια", και τρυφερή στη σκηνή του ντεμπούτου της Δανάης--ερμηνεύει συγκινητικά το "Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες" παρασύροντας ολόκληρο το Badminton (όχι μόνο τη βραδιά που είδα εγώ την παράσταση αλλά και άλλες βραδιές σύμφωνα με μαρτυρίες των συντελεστών).
Η εξαιρετική Ευαγγελία Μουμούρη

Η Ευαγγελία Μουμούρη είναι μια από τις πιο υπολογίσιμες γυναικείες παρουσίες στο ελληνικό μουσικό θέατρο. Στην παράσταση αυτή αναλαμβάνει αρκετούς σημαντικούς ρόλους μεγαλύτερους και μικρότερους) και είναι απολαυστική σε όλους. Αποδίδει τη λεπτή, ιδιόρρυθυμη τρέλα που (πρέπει να) είχε η Εριθέλγη Τριανταφύλλου, την καπατσοσύνη της Μαρίκας Κοτοπούλη (στη συνάντησή της με τη Δανάη) αλλά και τη γοητεία της Μαρίκας Φιλιππίδου. Είναι θαυμάσια η ερμηνεία της στη "Ριρίκα" αλλά και στα "Τελευταία γιασεμιά" (που τραγουδά μαζί με τον Άκη Σακελλαρίου προς το τέλος του έργου).
 Η Ευαγγελία Μουμούρη και ο Άκης Σακελλαρίου τραγουδούν "Της μιας δραχμής τα γιασεμιά"


Η Σία Κοσκινά και ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης

Η Σία Κοσκινά, που έχει ήδη μακρόχρονη θητεία στο μιούζικαλ και εδώ και λίγο καιρό διδάσκει το είδος στη σχολή που έχει ιδρύσει, ξεχωρίζει ως Σούρα Τριανταφύλλου, προκαλώντας το γέλιο με τη ρωσική προφορά της, αλλά γοητεύει και ως Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου με το χαρακτηριστικό της φράκο. Τραγουδά θαυμάσια το "Τάγκο Νοτούρνο" και κυρίως το "Έχετε δίκιο, ας αλλάξουμε ομιλία" (τραγούδια που έχουν βεβαίως ταυτιστεί με τη Δανάη, το δεύτερο μάλιστα γράφτηκε ειδικά για εκείνη από τον Αττίκ). Πρέπει επίσης να πω ότι η Μουμούρη και η Κοσκινά εμφανίζονται μαζί και ως Άννα και Μαρία Καλουτά στην παιδική τους ηλικία (τραγουδώντας το "Θέλω μαμά έναν αντρούλη"). Με συγκίνησε το γεγονός ότι στο άκουσμα του ονόματος Καλουτά το κοινό του Badminton χειροκρότησε αυθόρμητα, όπως έκανε και λίγη ώρα αργότερα στο άκουσμα του ονόματος Δανάη Στρατηγοπούλου.

Ο Ζαφείρης Κουτελιέρης, ανάμεσα στη Σία Κοσκινά και την Ευαγγελία Μουμούρη, αναρωτιέται:
"Απ' την Κική κι απ' την Κοκό ποια να διαλέξω;"

Ο Ζαφείρης Κουτελιέρης είχε ήδη δώσει το στίγμα του στο Μιρκόβιο του Έρωτα ως ένας εξαιρετικός λυρικός ερμηνευτής που μπορεί να αποδώσει με πολύ κέφι και εκφραστικότητα το ρεπερτόριο της ελαφράς μούσας. Στο Αναζητώντας τον Αττίκ είναι ακόμα καλύτερος (ίσως να είναι και πιο απελευθερωμένος μακριά από το περιβάλλον της Λυρικής, στην οποία έτσι κι αλλιώς ανήκει και στην οποία δικαιωματικά θα επιστρέψει). Στους ρόλους του κονφερασιέ και του ποιητή δίνει ευκαιρία στο προσωπικό του χιούμορ να λάμψει, ενώ ως κανταδόρος βρίσκεται σαφώς στο στοιχείο του τραγουδιστικώς.
Νίνα Λοτσάρη-Νικορέστης Χανιωτάκης και οι άντρες του μπαλέτου

Τον Νικορέστη Χανιωτάκη τον γνώρισα για πρώτη φορά σε αυτή την παράσταση και... χάρηκα για τη γνωριμία. Έχει τη δική του προσωπική λάμψη (μια λάμψη λιγότερο... εξωστρεφή σε σχέση με τους/τις υπόλοιπους/ες ηθοποιούς) και το δικό του χιούμορ που προσφέρει τις απαραίτητες πινελιές γέλιου στην παράσταση, πινελιές που απηχούν το χιούμορ της Μάντρας και του κλίματος που ήθελε να επικρατεί πάντα ο δημιουργός της. Αυτό συμβαίνει ειδικά όταν ο Χανιωτάκης εμφανίζεται ως Μίμης Τραϊφόρος παρέα με τον Αλέξανδρο Μπουρδούμη που εμφανίζεται ως Ορέστης Λάσκος και μας θυμίζουν τους δυο θρυλικούς κονφερασιέ που ξεκίνησαν από τη Μάντρα για να θριαμβεύσουν αργότερα κι οι δυο τους επικεφαλής των δικών τους συγκροτημάτων σε θέατρα ή βαριετέ.

Ο Άγγελος Παπαδημητρίου ως Ζαζάς και Ζοζεφίν Μπέικερ μαζί!

Ο Άγγελος Παπαδημητρίου (επίσης "απόφοιτος" του Μικροβίου του έρωτα) είναι ένας ξεχωριστός καλλιτέχνης με το δικό του ιδιαίτερο χιούμορ: στην παράσταση αυτή αναλαμβάνει να μας θυμίσει τον θρυλικό Ζαζά. Ο Ζαζάς ειδικευόταν σε νούμερα που παρωδούσαν μεγάλες πρωταγωνίστριες της εποχής, όπως η Ζοζεφίν Μπέικερ. Ο Παπαδημητρίου πράγματι παρουσιάζει απολαυστικά ένα τέτοιο νούμερο, αλλά το μεγάλο του ατού είναι, νομίζω, η ικανότητά του να παρουσιάζει (και ενίοτε να υπονομεύει) τις τρυφερές ιστορίες που διηγούνται τραγούδια όπως η "Παπαρούνα", η "Κατινιώ" (αν και δεν παρουσιάζεται ολοκληρωμένο, ίσως να ήταν σε βάρος του ρυθμού της παράστασης) και το "Είδα μάτια". Ξεκαρδιστικός είναι βέβαια και στο "Καλαθάκι" των Γ. Ψύλλα-Π. Μενεστρέλ. Εάν στην παράσταση ακουγόταν το "Την ώρα που περνούσε το οργανάκι" (για την ακρίβεια ακούγεται μόνο η μουσική του όταν εμφανίζεται η Λουζία Ποζέλλι), σίγουρα θα το είχε αναλάβει ο Παπαδημητρίου και, όπως παρατήρησε ένας φίλος, θα το είχε "σχολιάσει" απολαυστικά.
 Ο Άγγελος Παπαδημητρίου στην "Παπαρούνα"

Εχοντας παρουσιάσει τους πέντε βασικούς άνδρες πρωταγωνιστές της παράστασης, θέλω να πω ότι με συγκίνησε ιδιαίτερα η εκτέλεση και από τους πέντε του αριστουργηματικού "Κι αν βγουν αλήθεια όσα νομίζεις παραμύθια". Σε ένα κείμενο του 1995 που αναδημοσιεύεται στο πρόγραμμα, η σπουδαία Νινή Ζαχά (που είναι νομίζω από τους ελάχιστους ανθρώπους που δούλεψαν με τον Αττίκ και βρίσκονται ακόμα ανάμεσά μας) αναφέρει ότι υπάρχουν τραγούδια του Αττίκ "που δεν είναι τα λέμε όλοι μαζί, κανταδόρικα". Ένα τέτοιο τραγούδι πίστευα ότι είναι κι αυτό (βαθιά επηρεασμένος ίσως από την definitive ερμηνεία της Δανάης στον δίσκο με τον Μίμη Πλέσσα), μέχρι τη βραδιά που άκουσα τους πέντε κυρίους να το τραγουδούν στη σκηνή του Badminton. Η ομαδική ερμηνεία τους με άγγιξε ιδιαίτερα και την κρατώ σαν μια από τις πιο πολύτιμες στιγμές της παράστασης για μένα--μιας παράστασης που, επαναλαμβάνω, είναι γεμάτη από όμορφες στιγμές. Μια γεύση από αυτή την όμορφη στιγμή μπορείτε να πάρετε από το παρακάτω βίντεο της εκπομπής "Έχει γούστο", με τρεις από τους πέντε εκλεκτούς κυρίους της παράστασης:



(Περισσότερα βίντεο από αυτή την εκπομπή του Έχει γούστο μπορείτε να δείτε εδώ)


Η Ζωζώ Σαπουντζάκη, έξοχη ως Μιστενγκέτ στο "Mon Homme"

Άφησα τελευταία την Κυρία Ζωζώ Σαπουντζάκη, και όχι απλώς επειδή πραγματοποιεί μια "τιμητική εμφάνιση" στο Αναζητώντας τον Αττίκ. Η Ζωζώ Σαπουντζάκη φέρνει στην παράσταση ατόφιο τον δικό της μύθο και τον εντάσσει λειτουργικότατα στο έργο. Αν η Σαπουντζάκη δρούσε καλλιτεχνικά στην εποχή της Μάντρας, θα ήταν σίγουρα ένα από τα αστέρια της, όχι απαραίτητα με τραγούδια του ίδιου του Αττίκ (άλλωστε όλοι/ες οι καλλιτέχνες/ιδες που εμφανίζονταν εκεί είχαν ποικίλο ρεπερτόριο). Στην παράσταση αυτή ερμηνεύει μοναδικά το "Mon homme" με ελληνικούς στίχους του Γιάννη Ξανθούλη παραπέμποντας στη Μιστενγκέτ (και πραγματοποιώντας μια εντυπωσιακή είσοδο στη σκηνή από την... οροφή της), ενώ βρίσκεται στο στοιχείο της με τη "Μιχάκα" (την είχε, θυμάμαι, τραγουδήσει ξανά στην εκπομπή Τα φώτα της ράμπας δεν σβήνουν ποτέ του Αρτέμη Μάτσα το 1990) και το "Ακόμα ένα ποτηράκι" της Σωτηρίας Ιατρίδου (που το τραγουδά στην πλατεία, παίζοντας με το κοινό). Παίζει με τον μύθο της στο νούμερο "Η βαλίτσα" που μοιράζεται με τον Άγγελο Παπαδημητρίου πριν ερμηνεύσει την "Κομπαρσίτα". 

Η Ζωζώ Σαπουντζάκη αναλαμβάνει ως πρωταγωνίστρια να ερμηνεύσει και το "Ζητάτε να σας πω" όταν ο Αττίκ (Άκης Σακελλαρίου) φορτισμένος από την παρουσία της Φιλιππίδου στη Μάντρα αδυνατεί να το πει. Αν και η Ζωζώ δεν θα ήταν ίσως αναμενόμενη επιλογή για το τραγούδι αυτό, ομολογώ πως το τραγουδά λιτά και δίνει μια αξιοπρόσεκτη ερμηνεία του, με την οποία ολοκληρώνεται εντυπωσιακά το πρώτο μέρος της παράστασης. Αντίστοιχα, λίγο πριν το τέλος του έργου, ερμηνεύει με έναν λιτά ερωτικό τρόπο το "Πόσο λυπάμαι" του Κώστα Γιαννίδη. Θα ήθελα η Ζωζώ να μην ξεχωρίζει από τον υπόλοιπο θίασο και να βρίσκεται μαζί τους επί σκηνής στο συγκινητικό φινάλε, στο οποίο τραγουδούν όλοι/ες το "Τρεχαντήρι" (κι ας σήμαινε αυτό ότι θα εμφανιζόταν λιγότερο εντυπωσιακά για τον χαιρετισμό της), γιατί έτσι θα ήταν ακόμα πιο έντονη η διαπίστωση ότι δένει αρμονικότατα με το σύνολο. Ίσως όμως αυτό δεν έχει τόση σημασία. Η παρουσία της Κυρίας Ζωζώς Σαπουντζάκη είναι πολύτιμη για την παράσταση και αυτή η συμμετοχή της (που αν δεν κάνω λάθος ξεκίνησε από πρόταση του Μιχάλη Αδάμ στους συντελεστές του Αναζητώντας τον Αττίκ) είναι ένα συν στο μακρύ βιογραφικό της.
Η Ζωζώ Σαπουντζάκη στη "Μιχάκα"

Ανοίγω μια παρένθεση για να πω ότι (υποθέτω) κάθε βράδυ εμφανίζεται και ένας/μία guest star από το κοινό: μια αναπαράσταση της Μάντρας του Αττίκ δεν θα μπορούσε να παραλείψει τον διαγωνισμό ταλέντων. Έτσι, το βράδυ που παρακολούθησα εγώ την παράσταση ο 85χρονος κύριος Κωνσταντίνος Μαφίδης ανέβηκε στη σκηνή για να τραγουδήσει με κέφι το "Ποια είναι αυτή που αγαπάς" (πιθανώς πρόκειται για το τραγούδι των Γιάννη Κουγιουμτζόγλου-Κώστα Κοφινιώτη που τραγουδούσε το 1937 η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου), ενώ, όπως είδα στο βίντεο που έχει ανεβάσει η ιστοσελίδα Camera Stylo Online, το βράδυ της επίσημης πρεμιέρας κάποιος άλλος κύριος τραγούδησε το "Να ζει κανείς ή να μη ζει" του Αττίκ. Θα ήθελα πραγματικά να μάθω λεπτομέρεις για την εμφάνιση ταλένων  άλλες βραδιές--και ειδικά αν άτομα νεαρότερης ηλικίας είχαν το κουράγιο, όπως οι δυο αυτοί κύριοι, να ανέβουν στη σκηνή του Badminton και να τραγουδήσουν κάποιο τραγούδι μπροστά σε 2.000 περίπου θεατές (αν γνωρίζει κανείς/καμιά, παρακαλώ ας το γράψει στα σχόλια)!

Οι χορευτές/τριες του Αναζητώντας τον Αττίκ στο "Καλέ πατώνεις"


Πλάι στην πρωταγωνιστική ομάδα λάμπουν με τα νιάτα τους, το ταλέντο τους και τις χορογραφίες της Σπυράτου οι χορευτές/τριες Πάνος Αθανασόπουλος, Έλενα Βακάλη, Diana Gussman, Αμαλία Κοσμά, Μαργαρίτα Κώστογλου, Αλέξανδρος Λασκαράτος, Άννα Λιανοπούλου, Γιώργος Μποντάρης, Aleksander Qejvanaj και Ανδρέας Ράμα. Επί σκηνής, στο πλάι, βρίσκεται και το άρτιο μουσικό σύνολο με επικεφαλής τον ίδιο τον Θόδωρο Κοτεπάνο (πιάνο) που το απαρτίζουν οι Θεοφάνης Βερνίκος (τρομπέτα), Μαρίνος Γαλατσινός (κλαρινέτο, φλάουτο, άλτο και βαρύτονο σαξόφωνο), Βαγγέλης Θάνος (κρουστά), Σοφία Μουλακάκη (μπαγιάν), Γιάννης Μουμούρης (βιολί, μαντολίνο, μαντόλα) και Δημήτρης Τσεκούρας (κοντραμπάσο, κιθάρα). Είναι έτσι κι αλλιώς ενεργή η συμμετοχή τους σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, αλλά θεωρώ πολύ όμορφη τη στιγμή του φινάλε όταν όλοι/ες τους ενώνονται με τους/τις ηθοποιούς και τις/τους χορεύτριες/τές για να τραγουδήσουν το "Τρεχαντήρι". Μπορεί να ακούγεται μόνο το ρεφρέν αυτού του αριστουργήματος, είναι όμως το πιο ταιριαστό τραγούδι για φινάλε, αφού, όπως έλεγε η Δανάη, ο Αττίκ το αφιέρωνε πάντα στους/στις καλλιτέχνες/ιδες που, ίδια τρεχαντήρια, δεν ξέρουν ποτέ σε ποιον γιαλό θα βρίσκονται την επόμενη μέρα.
Ο θίασος στον χαιρετισμό του φινάλε (φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.espresso.gr)

Το έργο ολοκληρώνει την αφήγηση των γεγονότων της ζωής του Αττίκ με το κλείσιμο της τρίτης Μάντρας το 1940 και την απέλαση της Λουίζας Ποζέλι μετά την κήρυξη του πολέμου. Δεν μιλάει καθόλου για τα γεγονότα της Κατοχής--είναι άλλωστε περίοδος παρακμής για τον Αττίκ--και συνεπώς δεν γίνεται αναφορά στα Χειροκροτήματα ή στα περιστατικά που στάθηκαν αφορμές για την αυτοκτονία του καλλιτέχνη. Λείπει ίσως η αναφορά στον θάνατο της μητέρας του (1940), με αφορμή τον οποίο έγραψε άλλωστε το τελευταίο του τραγούδι, το "Χωρίς εσένα το μυαλό μου αργεί" (που αποδίδει θαυμάσια η Νίνα Λοτσάρη). 
Στιγμιότυπο από την έναρξη του έργου: "Τα καημένα τα νιάτα τι γρήγορα που περνούν"
(φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.athensmagazine.gr)

Όπως είπαμε όμως, δεν έχει ίσως τόση σημασία η λεπτομερής αφήγηση των ιστορικών γεγονότων, όσο η αναπαράσταση της εποχής που γίνεται με γοργούς ρυθμούς και ευφάνταστες σκηνικές λύσεις. Οι αρχικές μου επιφυλάξεις για τις σκηνογραφικές επιλογές της Λιλής Πεζανού ξεπεράστηκαν, και, όσο περνάει ο καιρός και σκέφτομαι την παράσταση, καταλαβαίνω ότι οι λειτουργικές αυτές επιλογές της--με τη συμβολή και των φωτισμών του Γιώργου Τέλλου--συνέβαλαν στους γοργούς ρυθμούς του έργου. Θα ήταν άδικο να μην αναφέρω και το όνομα του Simon Honywill που είναι υπεύθυνος για τον σχεδιασμό του ήχου της παράστασης που αγκαλιάζει ολόκληρη την αίθουσα του Badminton.
Η πρώτη Μάντρα του Αττίκ, τη δεύτερη χρονιά λειτουργίας της (1931). Φωτογραφία από το βιβλίο Αττίκ της Δανάης Στρατηγοπούλου (εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986)


Το Αναζητώντας τον Αττίκ κλείνει συγκινητικά με τον Αττίκ να λέει ότι η Μάντρα του δεν πέθανε, αλλά ίσως κοιμάται κάπου μέχρι να ξυπνήσει ξανά μια μιέρα. Πρόκειται για κάτι που είχε πει ο ίδιος στην τελευταία του μεγάλη συναυλία-διάλεξη, τον Γενάρη του 1944, στο θέατρο Ρεξ. Φοβάμαι πως είναι πλέον πολύ δύσκολο να ξυπνήσει ξανά η Μάντρα, αλλά η παράσταση του Badminton μάς βοηθάει να τη θυμηθούμε με πολύ όμορφο και συγκινητικό τρόπο. Μέχρι την Κυριακή των Βαΐων 8 Απριλίου όσοι/ες βρίσκεστε στην Αθήνα και από τις 20 ως τις 29 Απριλίου όσοι/ες βρίσκεστε στη Θεσσαλονίκη σπεύσατε να βυθιστείτε στη μαγεία του μιούζικαλ Αναζητώντας τον Αττίκ. Κι αν είναι μάλλον ακατόρθωτο να βρείτε τον πραγματικό Αττίκ, θα βρείτε σίγουρα την αύρα του, την ομορφιά του έργου του, τη γοητεία της εποχής που τον δημιούργησε αλλά και τη γοητεία της εποχής που ο ίδιος δημιούργησε.

(Όι φωτογραφίες της παράστασης--όπου δεν αναφέρεται πηγή--προέρχονται από την ιστοσελίδα του θεάτρου Badminton. Οι φωτογραφίες του Αττίκ, της παλιάς Μάντρας και της οικογένειάς του προέρχονται από το καλαίσθητο πρόγραμμα της παράστασης που με το πλούσιο φωτογραφικό του υλικό αποτελεί ένα απαραίτητο συμπλήρωμα στο βιβλίο Αττίκ που έγραψε η Δανάη Στρατηγοπούλου το 1986 και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας)