Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Εκδήλωση για τη Ρένα Βλαχοπούλου στην Κερκυραϊκή Ένωση Θεσσαλονίκης

Η Κερκυραϊκή Ένωση Θεσσαλονίκης "Ο Άγιος Σπυρίδων" διοργανώνει μια εκδήλωση αφιερωμένη στη μνήμη της Ρένας Βλαχοπούλου, της "Βασίλισσας της Τζαζ, του γέλιου, της καρδιάς μας", την Τετάρτη 18 Απριλίου 2012, στις 8.30μμ. Η εκδήλωση, που διοργανώνεται με πρωτοβουλία της Μάνθης Χατζημιχαηλίδου, σπουδάστριας υποκριτικής και θαυμάστριας της Ρένας, θα πραγματοποιηθεί στον νέο χώρο της Ένωσης, στη συμβολή των οδών Πέτρου Συνδίκα και Κίμωνος Βόγα.
Στην εκδήλωση θα προβληθούν αποσπάσματα από κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές συνεντεύξεις της Ρένας Βλαχοπούλου, ενώ η Μάνθη Χατζημιχαηλίδου και ο Απόστολος Πούλιος θα παρουσιάσουν γνωστές και άγνωστες πτυχές της καριέρας της Ρένας στο τραγούδι, το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Στον χώρο της Ένωσης θα εκτίθεται σπάνιο υλικό που αφορά τη Ρένα (αφίσες, προγράμματα, παρτιτούρες).

Οι διοργανωτές σημειώνουν στο πρόγραμμα της εκδήλωσης:

"Καλώς ήρθατε σε μια εκδήλωση μνήμης και αγάπης για τη Ρένα Βλαχοπούλου, την κορυφαία καλλιτέχνιδα του 20ού αιώνα, που λάμπρυνε με το ταλέντο της και την προσωπικότητά της όλους τους χώρους του ελληνικού θεάματος για περισσότερο από 5 δεκαετίες. Και δεν υπάρχει αρμοδιότερος φορέας για να διοργανώσει αυτή την εκδήλωση στην πόλη μας από την Ένωση Κερκυραίων που με μεγάλη προθυμία και πολλή αγάπη ανέλαβε να τιμήσει τη δημοφιλέστερη Κερκυραία.

Παρουσιάζοντάς σας γνωστές αλλά και άγνωστες πτυχές της καριέρας της Ρένας Βλαχοπούλου, θέλουμε να σας θυμίσουμε ξανά πόσο σπουδαία προσωπικότητα υπήρξε και να αναδείξουμε την προσφορά της στους διάφορους τομείς της Τέχνης τους οποίους υπηρέτησε ακούραστα (τραγούδι, θέατρο, σινεμά). Κυρίως όμως θέλουμε να εκφράσουμε για άλλη μια φορά την αγάπη μας για αυτή τη γυναίκα που ομόρφυνε τόσο τις ζωές μας χαρίζοντάς μας γέλιο, αισιοδοξία και μελωδία. Η Ρένα Βλαχοπούλου δεν έχει ανάγκη εμάς, καθώς το έργο που άφησε θα λάμπει και θα τη δικαιώνει, έτσι κι αλλιώς, για πάντα. Εμείς όμως έχουμε ανάγκη να τη θυμόμαστε και να αντλούμε από τη μνήμη της δύναμη και κουράγιο για να δημιουργούμε και να συνεχίζουμε..."

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

"Αναζητώντας τον Αττίκ" στο Badminton (αλλά και στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης!)

Φίλες και φίλοι του του μουσικού θεάτρου γενικότερα, και του ελαφρού τραγουδιού ειδικότερα, σας προτείνω ανεπιφύλακτα να δείτε την εξαιρετική παράσταση Αναζητώντας τον Αττίκ, που ξεκίνησε με συγκρατημένη αισιοδοξία την πορεία της στο θέατρο Badminton τον περασμένο Φλεβάρη για να δώσει δέκα παραστάσεις, αλλά γνώρισε μεγαλη επιτυχία και πήρε αρκετές παρατάσεις. Την Κυριακή των Βαΐων, 8 Απριλίου, η παράσταση ολοκληρώνει τον κύκλο της στην Αθήνα. Ωστόσο, από τις 20 ως τις 29 Απριλίου θα παίζεται στο Μέγαρο Μουσικής της Θεσσαλονίκης και έτσι οι Βορειοελλαδίτες/ισσες θα έχουν κι εκείνοι/ες την ευκαιρία να ζήσουν μια υπέροχη μουσικοθεατρική εμπειρία.
 
Σκέφτηκα αρκετά, μαζί με την παρέα μου, το βράδυ που είδα την παράσταση, σε ποιο θεατρικό είδος θα κατέτασσα το Αναζητώντας τον Αττίκ. "Μουσική βιογραφία" μού πρότεινε μια φίλη θεατρολόγος, "musical pastiche" σκέφτηκα εγώ (δηλαδή "μουσική συρραφή", σ' αυτήν την κατηγορία ανήκουν μιούζικαλ όπως το Mamma Mia που στήνουν την πλοκή τους γύρω από ήδη γνωστά τραγούδια, για να δώσουν το μουσικό στίγμα μιας εποχής, ή το Jersey Boys που είναι ταυτοχρόνως και pastiche/συρραφή τραγουδιών των Frankie Valley and the Four Seasons και μουσική βιογραφία του συγκροτήματος). Φαίνεται πως η παράσταση του Badminton συνδυάζει και τα δυο είδη, αλλά εγώ νομίζω ότι θα πω απλά ότι το Αναζητώντας τον Αττίκ είναι ένα πολύ ωραίο ελληνικό μιούζικαλ που περιγράφει μια περίοδο 40 χρόνων του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού, αυτό που κατά καιρούς κάποιοι/ες ονομάζουν υποτιμητικά "ρετρό". Ωστόσο, η μεγάλη επιτυχία αυτού του έργου είναι ότι δεν είναι καθόλου ρετρό, δεν πρόκειται για μια κλασική, νοσταλγική υπενθύμιση παλιών ελαφρών τραγουδιών. Απεναντίας, η παράσταση μάς προσφέρει φρέσκιες, δυναμικές και συχνά χιουμοριστικές, προσεγγίσεις στο ρεπερτόριο αυτό, που δεν έχουν πάνω τους κανένα ίχνο ναφθαλίνης ή στείρας αναπόλησης. Το έργο του Αττίκ (αλλά και το έργο άλλων συνθετών/στιχουργών) παρουσιάζεται ολοζώντανο μπροστά μας και όχι νεκραναστημένο, μέσα από ελκυστικές επανεκτελέσεις που δίνουν την ευκαιρία όχι απλώς "να θυμηθούν οι παλιοί" (όπως τόσο κοινότοπα λέγεται για παρόμοιες προσπάθειες) αλλά να ανανεώσουν τη γνωριμία τους με αυτό όσοι/ες ήδη το γνωρίζουν, και να το γνωρίσουν όσοι/ες δεν το γνώριζαν.

Η δημιουργική ομάδα που έστησε το Αναζητώνας τον Αττίκ αποτελείται από τον Λάμπρο Λιάβα (μουσική έρευνα-κείμενα), τη Σοφία Σπυράτου (σκηνοθεσία-χορογραφία), τον Γιάννη Ξανθούλη (στιχουργικά ιντερμέδια), τη Λιλή Πεζανού (σκηνικά-κοστούμια) και τον Θόδωρο Κοτεπάνο (ενορχήστρωση και μουσική διεύθυνση). Οι τρεις πρώτοι εμπλέκονταν και στη μεγάλη επιτυχία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής Το μικρόβιο του έρωτα που παρουσιάστηκε στο Ακροπόλ τη σεζόν 2009-10 και την επόμενη σεζόν στο Ολύμπια. Υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία με την παράσταση εκείνη που αφορούσε τη ζωή και το έργο ενός άλλου σπουδαίου συνθέτη, του Κώστα Γιαννίδη (και που επίσης μού είχε αρέσει πολύ, διαβάστε εδώ τις εντυπώσεις μου), ωστόσο οφείλω να πω πως η φετινή παράσταση στο Badminton δεν είναι απλώς συνέχεια εκείνου του εγχειρήματος, αλλά είναι μια εξελιγμένη και βελτιωμένη πρόταση από τους/τις δημιουργούς του.
Η Μάντρα του Αττίκ, το 1934, τη χρονιά που εγκαινίασε τη συνεργασία της μαζί του η Δανάη (διακρίνεται με την κιθάρα της στο κέντρο της φωτογραφίας). Φωτογραφία από το πρόγραμμα της παράστασης

Πρώτα από όλα, το Αναζητώντας τον Αττίκ δεν έχει τους οπερεττικούς περιορισμούς που "επέβαλλε" η συνεργασία με την Εθνική Λυρική Σκηνή, περιορισμούς ως προς την αξιοποίηση του δυναμικού της αλλά και ως προς το οπερεττικό στυλ που αναπόφευκτα χαρακτήριζε τις περισσότερες εκτελέσεις και ερμηνείες--κάτι που σαφώς δεν ήταν κακό, απεναντίας κάποιες ερμηνείες ήταν πραγματικά υπέροχες, απλώς τα ελαφρά τραγούδια δεν είναι γραμμένα για να τραγουδιούνται πάντα a grande voix. Το Αναζητώντας τον Αττίκ έχει δύο λυρικούς καλλιτέχνες (τη Νίνα Λοτσάρη και τον Ζαφείρη Κουτελιέρη, που άλλωστε έπαιζαν και στο Μικρόβιο του έρωτα) που μας χαρίζουν εξαιρετικές ερμηνείες σε αυτό το ύφος, αλλά διαθέτει κι άλλους/ες καλλιτέχνες/ιδες (που θα αναφέρω παρακάτω), ώστε τα τραγούδια της παράστασης να αποδίδονται με την εκφραστικότητα που κάθε φορά προϋποθέτουν και απαιτούν.

Έπειτα, το Αναζητώντας το Αττίκ έχει την τύχη να παρουσιάζεται στο Badminton, ένα θέατρο με πολύ περισσότερες δυνατότητες από τους αντίστοιχους χώρους της Λυρικής (το Ακροπόλ παλιότερα και τώρα το Ολύμπια). Πάντοτε πίστευα ότι η Αθήνα είναι τυχερή που διαθέτει το Badminton. Με το έργο αυτό όμως το ένιωσα πραγματικά. Ο παραγωγός του Badminton, ο Μιχάλης Αδάμ, έχει ήδη αποδείξει την αγάπη του για το μιούζικαλ (με τόσες μετακλήσεις ξένων παραγωγών) αλλά και για το ελαφρό τραγούδι (με συναυλίες αφιερωμένες στον Φώτη Πολυμέρη και τον Νίκο Γούναρη καθώς και μια συναυλία για τον Μιχάλη Σουγιούλ που θα γίνει στις 14 Μαΐου). Αυτή τη φορά όμως τόλμησε να στήσει από την αρχή ένα μιούζικαλ για το ελαφρό τραγούδι, καθόλου εύκολη απόφαση για τις εποχές που ζούμε. Και το θέατρό του, με τις άψογες ηχητικές εγκαταστάσεις και τη  μεγάλη σκηνή του (αλλά και τους... βοηθητικούς χώρους, όπως τον εξώστη στον οποίο εμφανίζεται η Νίνα Λοτσάρη για να τραγουδήσει το "Είν' η αγάπη χίμαιρα"), ήταν ο ιδανικός χώρος για να ζωντανέψει δυναμικά και γενναιόδωρα το όραμα του Λάμπρου Λιάβα, της Σοφίας Σπυράτου και των συνεργάτιδών/τών τους.


Ποιο ήταν αυτό το όραμα; Να περάσει μπροστά από τα μάτια των θεατών η πολυτάραχη ζωή του Αττίκ και το μοναδικό έργο του, αλλά και η εποχή στην οποία κυριάρχησε ο Αττίκ, οι τέσσερις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Έτσι, ο Λιάβας επέλεξε 18 τραγούδια του μέγιστου τραγουδοποιού (τις μεγάλες του επιτυχίες αλλά κι ένα-δυο λιγότερο γνωστά κομμάτια) και 22 τραγούδια άλλων δημιουργών, Ελλήνων και ξένων, τραγούδια δηλαδή που ακούγονταν στην Αθήνα την εποχή εκείνη και που βεβαίως παρουσιάζονταν και στους χώρους στους οποίους έδρασε καλλιτεχνικά ο Αττίκ, κυρίως στη Μάντρα του αλλά και στα βαριετέ όπου δούλευε πριν ιδρύσει τη Μάντρα. Τα τραγούδια είναι σοφά τοποθετημένα και στα δυο μέρη του έργου προσφέροντας, εκτός από ευκαιρίες για συγκρίσεις και, ενδιαφέρουσες εναλλαγές: από το ευρύτερο μουσικό κλίμα της κάθε περιόδου της ζωής του Αττίκ περνούμε στα τραγούδια του που είναι δεμένα με τα δικά του βιώματα και που οδηγούν σε γοητευτικές κλιμακώσεις.

Η οικογένεια του Αττίκ: από αριστερά: Αλέξανδρος Μπουρδούμης, Σία Κοσκινά, Ευαγγελία Μουμούρη, Νικορέστης Χανιωτάκης, Νίνα Λοτσάρη και Ζαφείρης Κουτελιέρης

Για τη ζωή του Αττίκ (και τις συναντήσεις του με τη Ρένα Βλαχοπούλου) έχω ξαναγράψει και δεν θα επεκταθώ εδώ. Στο Αναζητώντας τον Αττίκ παρουσιάζονται τα σημαντικότερα γεγονότα της προσωπικής και καλλιτεχνικής του πορείας. Τα παιδικά χρόνια του Κλέωνα Τριανταφύλλου στην Αίγυπτο στο τέλος του 19ου αιώνα, η μετακόμιση της οικογένειας στην Αθήνα μετά τον θάνατο του πατέρα, οι ιδιορρυθμίες της μητέρας του Εριθέλγης (μια γυναίκα ξεχωριστής πνευματικής καλλιέργειας που δεν είχε καθόλου καλή σχέση με το χρήμα και οδήγησε την οικογένεια στη χρεωκοπία, αφού νοίκιαζε ένα ολόκληρο τρένο για να μεταβεί με την οικογένειά της στο Παρίσι προκειμένου να παραστούν σε μια πρεμιέρα της Όπερας), η ζωή του Κλέωνα και του αδελφού του Κίμωνα στο Παρίσι, όπου αρχικά επρόκειτο να συνεχίσουν τις σπουδές τους στη Νομική αλλά τελικά αφοσιώθηκαν και οι δυο στη μουσική. Τα πρώτα καλλιτεχνικά βήματα του Κλέωνα που θριαμβεύει ως Αττίκ στην Πόλη του Φωτός (αλήθεια, πότε θα μπορέσουμε να ανακαλύψουμε κάποια από τα 300 τραγούδια που έγραψε εκεί;), η επιστροφή στην Αθήνα, οι γάμοι του και οι καλλιτεχνικές του επιτυχίες.

Ο Κίμων Τριανταφύλλου, ο Κλέων Τριανταφύλλου (Αττίκ), η μικρή Πέλεια Τριανταφύλλου (μετέπειτα κυρία Τζαρτίλη)
και η Εριθέλγη Τριανταφύλλου.

Τα γεγονότα παρουσιάζονται μέσα από την αφήγηση των ηρώων (και σε κάποιες περιπτώσεις τα σχόλια ενός σκηνοθέτη και των ηθοποιών που παίζουν στην παράσταση που στήνεται μπροστά μας). Ο Λάμπρος Λιάβας έχει στηριχτεί στο πλουσιότατο αρχείο της οικογένειας του Αττίκ που του παραχώρησε η ανηψιά του, η υπέροχη κυρία Πέλεια Τριανταφύλλου-Τζαρτίλη (κόρη του Κίμωνα Τριανταφύλλου), καθώς και στο βιβλίο που έγραψε η Δανάη Στρατηγοπούλου (η οποία είχε επίσης αντλήσει πολλά στοιχεία από το αρχείο της Πέλειας, αλλά είχε προσθέσει και τις δικές της πολύτιμες εμπειρίες από τη δεκαετή της συνύπαρξη με τον Αττίκ). Οφείλω να πω ότι σε κάποια σημεία τα ιστορικά στοιχεία δεν συμφωνούν απόλυτα με τα όσα διαδραματίζονται στη σκηνή (πχ. η απόδοση κάποιων τραγουδιών από συγκεριμένους χαρακτήρες του έργου, κάποιοι διάλογοι, κάποιες φράσεις που ίσως να μην ταίριαζαν σε κάποιους ήρωες, κάποια από τα τεκταινόμενα στη Μάντρα). Αυτές οι λεπτομέρειες όμως καθόλου δεν μειώνουν το δραματουργικό και παραστασιακό αποτέλεσμα: το κοινό μεταφέρεται επιτυχώς στο μουσικό κλίμα της εποχής, αισθάνεται τη δυναμική σχέση ανάμεσα στα γεγονότα της ζωής του Αττίκ και στη γέννηση των αριστουργηματικών τραγουδιών του, και αποκτά μια σχετικά πλήρη εικόνα του φαινομένου Αττίκ. Γράφω "σχετκά πλήρη", γιατί, κρίνοντας από όσα έχει γράψει και πει κατά καιρούς η Δανάη, είναι ίσως αδύνατο να αντιληφθούμε το μεγαλείο και το πολυσύνθετο ταλέντο αυτού του ανθρώπου όσοι/ες δεν είχαμε την τύχη να τον δούμε στη σκηνή (καθώς η μοναδική του κινηματογραφική εμφάνιση στα Χειροκροτήματα δίνει μια μάλλον πληγωμένη εικόνα του). 
Ο Άκης Σακελλαρίου--ώριμος Αττίκ
(φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.sfera989.com)


Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης--νεαρός Αττίκ--και η Ευαγγελία Μουμούρη--Μαρίκα Φιλιππίδου


Παρόλα αυτά, στην παράσταση του Badminton οι δυο ηθοποιοί που μοιράζονται τον ρόλο του Αττίκ, ο Άκης Σακελλαρίου και ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης, φωτίζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό, κατά τη γνώμη μου, αυτό το μεγαλείο. Ο Μπουρδούμης ενσαρκώνει τον καλλιτέχνη στα νεανικά του χρόνια (και στις σκηνές αυτές ο Σακελλαρίου αναλαμβάνει τον ρόλο του σκηνοθέτη της παράστασης), ενώ ο Σακελλαρίου παίρνει τη σκυτάλη όταν ο Αττίκ εγκαθίσταται μόνιμα πλέον στην Ελλάδα, στο τέλος της δεκαετίας του '20 (αφού για δέκα χρόνια έδινε παραστάσεις σε όλον τον κόσμο) και ξεκινάει τη λαμπρή του καριέρα στο βαριετέ Όασις. Ο Μπουρδούμης αποδίδει το νεανικό σφρίγος, τη γοητεία, τον πόνο του νεαρού Κλέωνα για το άδοξο τέλος των δυο πρώτων γάμων του (και τραγουδά εξαιρετικά, μεταξύ άλλων, το "Από μέσα πεθαμένος"). Ο Σακελλαρίου μας μεταφέρει τη γοητεία της καλλιτεχνικής ωριμότητας του Αττίκ, την πατρική στοργή για τα παιδιά-θαύματα της Μάντρας--στοργή που άγγιξε τα όρια του πλατωνικού έρωτα για τη Λουίζα Ποζέλλι--και ίσως και για την τρίτη του γυναίκα--η Σούρα ήταν για εκείνον η φυγάδα που ζητούσε προστασία--και βέβαια τη σπιρτάδα, την ετοιμότητα, τη λάμψη και το γκελ που είχε ο performer Αττίκ στη σκηνή της Μάντρας του (από τα τραγούδια που ερμηνεύει θα ξεχώριζα τη συμμετοχή του στο "Δεν σου πάει το πάχος, Δημητράκη" και στα "Τελευταία γιασεμιά" αλλά και τη διακοπείσα--πριν καλά καλά ξεκινήσει...--προσπάθειά του να πει το "Ζητάτε να σας πω").


Η Νίνα Λοτσάρη ως Δανάη


Γύρω από τους δυο Αττίκ, δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό και οι υπόλοιποι/ες καλλιτέχνες/ιδες. Αρχίζοντας από τις κυρίες, η Νίνα Λοτσάρη είναι αστραφτερή και επιβλητική σε όλες της τις εμφανίσεις. Τυπικά καλείται να ενσαρκώσει τρεις καλλιτέχνιδες εντελώς διαφορετικού ύφους (Ζαζά Μπριλλάντη, Κάκια Μένδρη, Δανάη), αλλά οι ερμηνείες της έχουν τελικά τη δική της εξαιρετική σφραγίδα. Μπριόζα στο "Αχ Μαρί", επιβλητική στο "Είν' η αγάπη χίμαιρα" (υπέροχη η ενορχήστρωσή του και εξαιρετικής έμπνευσης η σκηνοθεσία του), σαγηνευτική στο "Σιγαρέτο" (αιφνιδιαστικά γοητευτική η διασκευή του) και στο "Αντόνιο Βάργκας Χερέδια", και τρυφερή στη σκηνή του ντεμπούτου της Δανάης--ερμηνεύει συγκινητικά το "Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες" παρασύροντας ολόκληρο το Badminton (όχι μόνο τη βραδιά που είδα εγώ την παράσταση αλλά και άλλες βραδιές σύμφωνα με μαρτυρίες των συντελεστών).
Η εξαιρετική Ευαγγελία Μουμούρη

Η Ευαγγελία Μουμούρη είναι μια από τις πιο υπολογίσιμες γυναικείες παρουσίες στο ελληνικό μουσικό θέατρο. Στην παράσταση αυτή αναλαμβάνει αρκετούς σημαντικούς ρόλους μεγαλύτερους και μικρότερους) και είναι απολαυστική σε όλους. Αποδίδει τη λεπτή, ιδιόρρυθυμη τρέλα που (πρέπει να) είχε η Εριθέλγη Τριανταφύλλου, την καπατσοσύνη της Μαρίκας Κοτοπούλη (στη συνάντησή της με τη Δανάη) αλλά και τη γοητεία της Μαρίκας Φιλιππίδου. Είναι θαυμάσια η ερμηνεία της στη "Ριρίκα" αλλά και στα "Τελευταία γιασεμιά" (που τραγουδά μαζί με τον Άκη Σακελλαρίου προς το τέλος του έργου).
 Η Ευαγγελία Μουμούρη και ο Άκης Σακελλαρίου τραγουδούν "Της μιας δραχμής τα γιασεμιά"


Η Σία Κοσκινά και ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης

Η Σία Κοσκινά, που έχει ήδη μακρόχρονη θητεία στο μιούζικαλ και εδώ και λίγο καιρό διδάσκει το είδος στη σχολή που έχει ιδρύσει, ξεχωρίζει ως Σούρα Τριανταφύλλου, προκαλώντας το γέλιο με τη ρωσική προφορά της, αλλά γοητεύει και ως Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου με το χαρακτηριστικό της φράκο. Τραγουδά θαυμάσια το "Τάγκο Νοτούρνο" και κυρίως το "Έχετε δίκιο, ας αλλάξουμε ομιλία" (τραγούδια που έχουν βεβαίως ταυτιστεί με τη Δανάη, το δεύτερο μάλιστα γράφτηκε ειδικά για εκείνη από τον Αττίκ). Πρέπει επίσης να πω ότι η Μουμούρη και η Κοσκινά εμφανίζονται μαζί και ως Άννα και Μαρία Καλουτά στην παιδική τους ηλικία (τραγουδώντας το "Θέλω μαμά έναν αντρούλη"). Με συγκίνησε το γεγονός ότι στο άκουσμα του ονόματος Καλουτά το κοινό του Badminton χειροκρότησε αυθόρμητα, όπως έκανε και λίγη ώρα αργότερα στο άκουσμα του ονόματος Δανάη Στρατηγοπούλου.

Ο Ζαφείρης Κουτελιέρης, ανάμεσα στη Σία Κοσκινά και την Ευαγγελία Μουμούρη, αναρωτιέται:
"Απ' την Κική κι απ' την Κοκό ποια να διαλέξω;"

Ο Ζαφείρης Κουτελιέρης είχε ήδη δώσει το στίγμα του στο Μιρκόβιο του Έρωτα ως ένας εξαιρετικός λυρικός ερμηνευτής που μπορεί να αποδώσει με πολύ κέφι και εκφραστικότητα το ρεπερτόριο της ελαφράς μούσας. Στο Αναζητώντας τον Αττίκ είναι ακόμα καλύτερος (ίσως να είναι και πιο απελευθερωμένος μακριά από το περιβάλλον της Λυρικής, στην οποία έτσι κι αλλιώς ανήκει και στην οποία δικαιωματικά θα επιστρέψει). Στους ρόλους του κονφερασιέ και του ποιητή δίνει ευκαιρία στο προσωπικό του χιούμορ να λάμψει, ενώ ως κανταδόρος βρίσκεται σαφώς στο στοιχείο του τραγουδιστικώς.
Νίνα Λοτσάρη-Νικορέστης Χανιωτάκης και οι άντρες του μπαλέτου

Τον Νικορέστη Χανιωτάκη τον γνώρισα για πρώτη φορά σε αυτή την παράσταση και... χάρηκα για τη γνωριμία. Έχει τη δική του προσωπική λάμψη (μια λάμψη λιγότερο... εξωστρεφή σε σχέση με τους/τις υπόλοιπους/ες ηθοποιούς) και το δικό του χιούμορ που προσφέρει τις απαραίτητες πινελιές γέλιου στην παράσταση, πινελιές που απηχούν το χιούμορ της Μάντρας και του κλίματος που ήθελε να επικρατεί πάντα ο δημιουργός της. Αυτό συμβαίνει ειδικά όταν ο Χανιωτάκης εμφανίζεται ως Μίμης Τραϊφόρος παρέα με τον Αλέξανδρο Μπουρδούμη που εμφανίζεται ως Ορέστης Λάσκος και μας θυμίζουν τους δυο θρυλικούς κονφερασιέ που ξεκίνησαν από τη Μάντρα για να θριαμβεύσουν αργότερα κι οι δυο τους επικεφαλής των δικών τους συγκροτημάτων σε θέατρα ή βαριετέ.

Ο Άγγελος Παπαδημητρίου ως Ζαζάς και Ζοζεφίν Μπέικερ μαζί!

Ο Άγγελος Παπαδημητρίου (επίσης "απόφοιτος" του Μικροβίου του έρωτα) είναι ένας ξεχωριστός καλλιτέχνης με το δικό του ιδιαίτερο χιούμορ: στην παράσταση αυτή αναλαμβάνει να μας θυμίσει τον θρυλικό Ζαζά. Ο Ζαζάς ειδικευόταν σε νούμερα που παρωδούσαν μεγάλες πρωταγωνίστριες της εποχής, όπως η Ζοζεφίν Μπέικερ. Ο Παπαδημητρίου πράγματι παρουσιάζει απολαυστικά ένα τέτοιο νούμερο, αλλά το μεγάλο του ατού είναι, νομίζω, η ικανότητά του να παρουσιάζει (και ενίοτε να υπονομεύει) τις τρυφερές ιστορίες που διηγούνται τραγούδια όπως η "Παπαρούνα", η "Κατινιώ" (αν και δεν παρουσιάζεται ολοκληρωμένο, ίσως να ήταν σε βάρος του ρυθμού της παράστασης) και το "Είδα μάτια". Ξεκαρδιστικός είναι βέβαια και στο "Καλαθάκι" των Γ. Ψύλλα-Π. Μενεστρέλ. Εάν στην παράσταση ακουγόταν το "Την ώρα που περνούσε το οργανάκι" (για την ακρίβεια ακούγεται μόνο η μουσική του όταν εμφανίζεται η Λουζία Ποζέλλι), σίγουρα θα το είχε αναλάβει ο Παπαδημητρίου και, όπως παρατήρησε ένας φίλος, θα το είχε "σχολιάσει" απολαυστικά.
 Ο Άγγελος Παπαδημητρίου στην "Παπαρούνα"

Εχοντας παρουσιάσει τους πέντε βασικούς άνδρες πρωταγωνιστές της παράστασης, θέλω να πω ότι με συγκίνησε ιδιαίτερα η εκτέλεση και από τους πέντε του αριστουργηματικού "Κι αν βγουν αλήθεια όσα νομίζεις παραμύθια". Σε ένα κείμενο του 1995 που αναδημοσιεύεται στο πρόγραμμα, η σπουδαία Νινή Ζαχά (που είναι νομίζω από τους ελάχιστους ανθρώπους που δούλεψαν με τον Αττίκ και βρίσκονται ακόμα ανάμεσά μας) αναφέρει ότι υπάρχουν τραγούδια του Αττίκ "που δεν είναι τα λέμε όλοι μαζί, κανταδόρικα". Ένα τέτοιο τραγούδι πίστευα ότι είναι κι αυτό (βαθιά επηρεασμένος ίσως από την definitive ερμηνεία της Δανάης στον δίσκο με τον Μίμη Πλέσσα), μέχρι τη βραδιά που άκουσα τους πέντε κυρίους να το τραγουδούν στη σκηνή του Badminton. Η ομαδική ερμηνεία τους με άγγιξε ιδιαίτερα και την κρατώ σαν μια από τις πιο πολύτιμες στιγμές της παράστασης για μένα--μιας παράστασης που, επαναλαμβάνω, είναι γεμάτη από όμορφες στιγμές. Μια γεύση από αυτή την όμορφη στιγμή μπορείτε να πάρετε από το παρακάτω βίντεο της εκπομπής "Έχει γούστο", με τρεις από τους πέντε εκλεκτούς κυρίους της παράστασης:



(Περισσότερα βίντεο από αυτή την εκπομπή του Έχει γούστο μπορείτε να δείτε εδώ)


Η Ζωζώ Σαπουντζάκη, έξοχη ως Μιστενγκέτ στο "Mon Homme"

Άφησα τελευταία την Κυρία Ζωζώ Σαπουντζάκη, και όχι απλώς επειδή πραγματοποιεί μια "τιμητική εμφάνιση" στο Αναζητώντας τον Αττίκ. Η Ζωζώ Σαπουντζάκη φέρνει στην παράσταση ατόφιο τον δικό της μύθο και τον εντάσσει λειτουργικότατα στο έργο. Αν η Σαπουντζάκη δρούσε καλλιτεχνικά στην εποχή της Μάντρας, θα ήταν σίγουρα ένα από τα αστέρια της, όχι απαραίτητα με τραγούδια του ίδιου του Αττίκ (άλλωστε όλοι/ες οι καλλιτέχνες/ιδες που εμφανίζονταν εκεί είχαν ποικίλο ρεπερτόριο). Στην παράσταση αυτή ερμηνεύει μοναδικά το "Mon homme" με ελληνικούς στίχους του Γιάννη Ξανθούλη παραπέμποντας στη Μιστενγκέτ (και πραγματοποιώντας μια εντυπωσιακή είσοδο στη σκηνή από την... οροφή της), ενώ βρίσκεται στο στοιχείο της με τη "Μιχάκα" (την είχε, θυμάμαι, τραγουδήσει ξανά στην εκπομπή Τα φώτα της ράμπας δεν σβήνουν ποτέ του Αρτέμη Μάτσα το 1990) και το "Ακόμα ένα ποτηράκι" της Σωτηρίας Ιατρίδου (που το τραγουδά στην πλατεία, παίζοντας με το κοινό). Παίζει με τον μύθο της στο νούμερο "Η βαλίτσα" που μοιράζεται με τον Άγγελο Παπαδημητρίου πριν ερμηνεύσει την "Κομπαρσίτα". 

Η Ζωζώ Σαπουντζάκη αναλαμβάνει ως πρωταγωνίστρια να ερμηνεύσει και το "Ζητάτε να σας πω" όταν ο Αττίκ (Άκης Σακελλαρίου) φορτισμένος από την παρουσία της Φιλιππίδου στη Μάντρα αδυνατεί να το πει. Αν και η Ζωζώ δεν θα ήταν ίσως αναμενόμενη επιλογή για το τραγούδι αυτό, ομολογώ πως το τραγουδά λιτά και δίνει μια αξιοπρόσεκτη ερμηνεία του, με την οποία ολοκληρώνεται εντυπωσιακά το πρώτο μέρος της παράστασης. Αντίστοιχα, λίγο πριν το τέλος του έργου, ερμηνεύει με έναν λιτά ερωτικό τρόπο το "Πόσο λυπάμαι" του Κώστα Γιαννίδη. Θα ήθελα η Ζωζώ να μην ξεχωρίζει από τον υπόλοιπο θίασο και να βρίσκεται μαζί τους επί σκηνής στο συγκινητικό φινάλε, στο οποίο τραγουδούν όλοι/ες το "Τρεχαντήρι" (κι ας σήμαινε αυτό ότι θα εμφανιζόταν λιγότερο εντυπωσιακά για τον χαιρετισμό της), γιατί έτσι θα ήταν ακόμα πιο έντονη η διαπίστωση ότι δένει αρμονικότατα με το σύνολο. Ίσως όμως αυτό δεν έχει τόση σημασία. Η παρουσία της Κυρίας Ζωζώς Σαπουντζάκη είναι πολύτιμη για την παράσταση και αυτή η συμμετοχή της (που αν δεν κάνω λάθος ξεκίνησε από πρόταση του Μιχάλη Αδάμ στους συντελεστές του Αναζητώντας τον Αττίκ) είναι ένα συν στο μακρύ βιογραφικό της.
Η Ζωζώ Σαπουντζάκη στη "Μιχάκα"

Ανοίγω μια παρένθεση για να πω ότι (υποθέτω) κάθε βράδυ εμφανίζεται και ένας/μία guest star από το κοινό: μια αναπαράσταση της Μάντρας του Αττίκ δεν θα μπορούσε να παραλείψει τον διαγωνισμό ταλέντων. Έτσι, το βράδυ που παρακολούθησα εγώ την παράσταση ο 85χρονος κύριος Κωνσταντίνος Μαφίδης ανέβηκε στη σκηνή για να τραγουδήσει με κέφι το "Ποια είναι αυτή που αγαπάς" (πιθανώς πρόκειται για το τραγούδι των Γιάννη Κουγιουμτζόγλου-Κώστα Κοφινιώτη που τραγουδούσε το 1937 η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου), ενώ, όπως είδα στο βίντεο που έχει ανεβάσει η ιστοσελίδα Camera Stylo Online, το βράδυ της επίσημης πρεμιέρας κάποιος άλλος κύριος τραγούδησε το "Να ζει κανείς ή να μη ζει" του Αττίκ. Θα ήθελα πραγματικά να μάθω λεπτομέρεις για την εμφάνιση ταλένων  άλλες βραδιές--και ειδικά αν άτομα νεαρότερης ηλικίας είχαν το κουράγιο, όπως οι δυο αυτοί κύριοι, να ανέβουν στη σκηνή του Badminton και να τραγουδήσουν κάποιο τραγούδι μπροστά σε 2.000 περίπου θεατές (αν γνωρίζει κανείς/καμιά, παρακαλώ ας το γράψει στα σχόλια)!

Οι χορευτές/τριες του Αναζητώντας τον Αττίκ στο "Καλέ πατώνεις"


Πλάι στην πρωταγωνιστική ομάδα λάμπουν με τα νιάτα τους, το ταλέντο τους και τις χορογραφίες της Σπυράτου οι χορευτές/τριες Πάνος Αθανασόπουλος, Έλενα Βακάλη, Diana Gussman, Αμαλία Κοσμά, Μαργαρίτα Κώστογλου, Αλέξανδρος Λασκαράτος, Άννα Λιανοπούλου, Γιώργος Μποντάρης, Aleksander Qejvanaj και Ανδρέας Ράμα. Επί σκηνής, στο πλάι, βρίσκεται και το άρτιο μουσικό σύνολο με επικεφαλής τον ίδιο τον Θόδωρο Κοτεπάνο (πιάνο) που το απαρτίζουν οι Θεοφάνης Βερνίκος (τρομπέτα), Μαρίνος Γαλατσινός (κλαρινέτο, φλάουτο, άλτο και βαρύτονο σαξόφωνο), Βαγγέλης Θάνος (κρουστά), Σοφία Μουλακάκη (μπαγιάν), Γιάννης Μουμούρης (βιολί, μαντολίνο, μαντόλα) και Δημήτρης Τσεκούρας (κοντραμπάσο, κιθάρα). Είναι έτσι κι αλλιώς ενεργή η συμμετοχή τους σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, αλλά θεωρώ πολύ όμορφη τη στιγμή του φινάλε όταν όλοι/ες τους ενώνονται με τους/τις ηθοποιούς και τις/τους χορεύτριες/τές για να τραγουδήσουν το "Τρεχαντήρι". Μπορεί να ακούγεται μόνο το ρεφρέν αυτού του αριστουργήματος, είναι όμως το πιο ταιριαστό τραγούδι για φινάλε, αφού, όπως έλεγε η Δανάη, ο Αττίκ το αφιέρωνε πάντα στους/στις καλλιτέχνες/ιδες που, ίδια τρεχαντήρια, δεν ξέρουν ποτέ σε ποιον γιαλό θα βρίσκονται την επόμενη μέρα.
Ο θίασος στον χαιρετισμό του φινάλε (φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.espresso.gr)

Το έργο ολοκληρώνει την αφήγηση των γεγονότων της ζωής του Αττίκ με το κλείσιμο της τρίτης Μάντρας το 1940 και την απέλαση της Λουίζας Ποζέλι μετά την κήρυξη του πολέμου. Δεν μιλάει καθόλου για τα γεγονότα της Κατοχής--είναι άλλωστε περίοδος παρακμής για τον Αττίκ--και συνεπώς δεν γίνεται αναφορά στα Χειροκροτήματα ή στα περιστατικά που στάθηκαν αφορμές για την αυτοκτονία του καλλιτέχνη. Λείπει ίσως η αναφορά στον θάνατο της μητέρας του (1940), με αφορμή τον οποίο έγραψε άλλωστε το τελευταίο του τραγούδι, το "Χωρίς εσένα το μυαλό μου αργεί" (που αποδίδει θαυμάσια η Νίνα Λοτσάρη). 
Στιγμιότυπο από την έναρξη του έργου: "Τα καημένα τα νιάτα τι γρήγορα που περνούν"
(φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.athensmagazine.gr)

Όπως είπαμε όμως, δεν έχει ίσως τόση σημασία η λεπτομερής αφήγηση των ιστορικών γεγονότων, όσο η αναπαράσταση της εποχής που γίνεται με γοργούς ρυθμούς και ευφάνταστες σκηνικές λύσεις. Οι αρχικές μου επιφυλάξεις για τις σκηνογραφικές επιλογές της Λιλής Πεζανού ξεπεράστηκαν, και, όσο περνάει ο καιρός και σκέφτομαι την παράσταση, καταλαβαίνω ότι οι λειτουργικές αυτές επιλογές της--με τη συμβολή και των φωτισμών του Γιώργου Τέλλου--συνέβαλαν στους γοργούς ρυθμούς του έργου. Θα ήταν άδικο να μην αναφέρω και το όνομα του Simon Honywill που είναι υπεύθυνος για τον σχεδιασμό του ήχου της παράστασης που αγκαλιάζει ολόκληρη την αίθουσα του Badminton.
Η πρώτη Μάντρα του Αττίκ, τη δεύτερη χρονιά λειτουργίας της (1931). Φωτογραφία από το βιβλίο Αττίκ της Δανάης Στρατηγοπούλου (εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986)


Το Αναζητώντας τον Αττίκ κλείνει συγκινητικά με τον Αττίκ να λέει ότι η Μάντρα του δεν πέθανε, αλλά ίσως κοιμάται κάπου μέχρι να ξυπνήσει ξανά μια μιέρα. Πρόκειται για κάτι που είχε πει ο ίδιος στην τελευταία του μεγάλη συναυλία-διάλεξη, τον Γενάρη του 1944, στο θέατρο Ρεξ. Φοβάμαι πως είναι πλέον πολύ δύσκολο να ξυπνήσει ξανά η Μάντρα, αλλά η παράσταση του Badminton μάς βοηθάει να τη θυμηθούμε με πολύ όμορφο και συγκινητικό τρόπο. Μέχρι την Κυριακή των Βαΐων 8 Απριλίου όσοι/ες βρίσκεστε στην Αθήνα και από τις 20 ως τις 29 Απριλίου όσοι/ες βρίσκεστε στη Θεσσαλονίκη σπεύσατε να βυθιστείτε στη μαγεία του μιούζικαλ Αναζητώντας τον Αττίκ. Κι αν είναι μάλλον ακατόρθωτο να βρείτε τον πραγματικό Αττίκ, θα βρείτε σίγουρα την αύρα του, την ομορφιά του έργου του, τη γοητεία της εποχής που τον δημιούργησε αλλά και τη γοητεία της εποχής που ο ίδιος δημιούργησε.

(Όι φωτογραφίες της παράστασης--όπου δεν αναφέρεται πηγή--προέρχονται από την ιστοσελίδα του θεάτρου Badminton. Οι φωτογραφίες του Αττίκ, της παλιάς Μάντρας και της οικογένειάς του προέρχονται από το καλαίσθητο πρόγραμμα της παράστασης που με το πλούσιο φωτογραφικό του υλικό αποτελεί ένα απαραίτητο συμπλήρωμα στο βιβλίο Αττίκ που έγραψε η Δανάη Στρατηγοπούλου το 1986 και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας)

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Το "Τρίτο Στεφάνι" και πάλι στο "Τρίτο Πρόγραμμα" της ΕΡΑ

Έπειτα από τρία χρόνια (και κάτι...) η ραδιοφωνική διασκευή του μυθιστορήματος Το τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή επιστρέφει στη συχνότητα του Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΑ. Κάθε απόγευμα στις 5μμ, στο πλαίσιο της εκπομπής Θεατρικές ερμηνείες που επιμελείται η Μάρα Καλούδη μεταδίδεται σε συνέχειες η ιστορική πια ηχογράφηση του μυθιστορήματος που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Παυριανός σε μουσική επιμέλεια του Δημήτρη Λέκκα. Στον ρόλο της Νίνας ακούγεται η Ρένα Βλαχοπούλου και στον ρόλο της Εκάβης η Σμάρω Στεφανίδου. 
Κώστας Ταχτσής και Ρένα Βλαχοπούλου
 
Το τρίτο στεφάνι μεταδόθηκε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 1979. Η ηχογράφησή του ξεκίνησε αρκετά επεισοδιακά: αρχικά ο Γιώργος Παυριανός πρότεινε τους δυο ρόλους στη Μελίνα Μερκούρη και τη Δέσπω Διαμαντίδου, οι οποίες αρνήθηκαν, στη συνέχεια σκέφτηκε τη Ρένα Βλαχοπούλου και τη Γεωργία Βασιλειάδου, η Βασιλειάδου όμως δεν τα κατάφερε στα δοκιμαστικά και ο Ταχτσής απέρριψε την πρόταση, και τελικά ο ρόλος δόθηκε στη Σμάρω Στεφανίδου, στις ηχογραφήσεις γίνονταν διάφορα ευτράπελα, πότε λόγω των αστείων που έλεγε η Ρένα, πότε λόγω της ελλιπούς προετοιμασίας της, και τελικά ο Ταχτσής μάλλον δεν έμεινε πολύ ικανοποιημένος από την ερμηνεία της (δείτε εδώ).

Ωστόσο χάρη στην επιμονή του Γιώργου Παυριανού έχουμε σήμερα την ευκαιρία να απολαμβάνουμε τη Ρένα Βλαχοπούλου σε κάτι διαφορετικό. Κάποιες φορές μπορεί να ακούσει κανείς ότι δεν έχει προετοιμαστεί αρκετά για την ηχογράφηση, πολλές φορές όμως είναι πραγματικά υπέροχη (όπως στα επεισόδια που αφηγείται τον θάνατο του Δημήτρη και της Εκάβης). Και βέβαια είναι εξαιρετική η ερμηνεία της Σμάρως Στεφανίδου (και πολύ απολαυστικοί οι διάλογοι των δύο γυναικών).

Η σειρά ήταν "χαμένη" κάπου μέσα στο αρχείο της ΕΡΤ για 30 περίπου χρόνια μέχρι τον Αύγουστο του 2008 που την ανακάλυψε η τότε υπεύθυνη των θεατρικών εκπομπών της ΕΡΑ Αιμιλία Κτενά και επιμελήθηκε την αναμετάδοσή της σε εξήντα συνέχειες.
Η επιστολή που έγραψε ο Κ. Ταχτσής για να δημοσιευτεί τον Τύπο
με αφορμή την έναρξη της μετάδοσης. Από το λεύκωμα
70 χρόνια ΕΡΑ

Σας προτείνω ανεπιφύλακτα να ακούσετε το ραδιοφωνικό Τρίτο στεφάνι, γιατί, όπως σημείωνε ο ίδιος ο Ταχτσής το 1979 στο κείμενο που δημοσιευόταν στον Τύπο με αφορμή την έναρξη της μετάδοσης (έστω και αν τελικά άλλαξε γνώμη), θα ακούσετε το μυθιστόρημα να "μεταμορφ[ώνεται], χάρη σε δυο τόσο χαρακτηριστικές ελληνικές φωνές, σε ζωντανό λόγο, ίσως όχι ακριβώς αλλά περίπου όπως τον άκουγα στο μυαλό μου όταν τον έγραφα".
Γιώργος Παυριανός

Κρίνοντας από όσα έγραψε ο Ταχτσής αργότερα και από όσα διηγείται ο Γιώργος Παυριανός (διαβάστε εδώ ένα απολαυστικό κείμενο με τις αναμνήσεις του από την ηχογράφηση που πρωτοδημοσιεύτηκε στην Athens Voice το 2008), η Νίνα της Ρένας Βλαχοπούλου ίσως να μην ήταν αυτό που τελικά είχε εκείνος στο μυαλό του όταν έγραφε το βιβλίο. Ωστόσο, η Νίνα της Ρένας Βλαχοπούλου είναι εκείνο που εγώ έχω πάντα στο μυαλό μου όταν σκέφτομαι πόσο σημαντικά πράγματα ήταν ικανή να κάνει αλλά για διάφορους λόγους (για κάποιους από τους οποίους ευθυνόταν και η ίδια) δεν έκανε.

Καλή ακρόαση!

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Τρία χρόνια χωρίς τη Δανάη Στρατηγοπούλου

Συμπληρώθηκαν σήμερα το πρωί τρία χρόνια από τη μέρα που πέθανε η μεγάλη ερμηνεύτρια, ποιήτρια και μεταφράστρια Δανάη Στρατηγοπούλου. Ήταν η μέρα του Αγίου Αθανασίου, 18 Ιανουαρίου του 2009, που η Δανάη πέρασε στην αθανασία. Η Δανάη σφράγισε το προ- πολεμικό και μεταπολεμι- κό ελαφρό τραγούδι με τις δαντελένιες ερμηνείες της και μας χάρισε (δίδαξε στην ουσία) τις ωραιότερες εκδοχές των τραγουδιών του Αττίκ και του Χαιρόπουλου. Μας γνώρισε το έργο του Πάβλο Νερούδα και άλλων λατινοαμερικανών ποιητών και συγγραφέων. Μας χάρισε τη δική της ποίηση, τα δικά της τραγούδια (άλλοτε μόνο στίχους--"Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη", "Αν σ' αρνηθώ αγάπη μου", "Ο τοίχος"--άλλοτε στίχους και μουσική--"Έγραψα τη μοίρα μας καυτό μελάνι", "Ο φίλος", "Φουρτούνα θάλασσα"). Μας γνώρισε μαθήτριες, μαθητές της αλλά και συνεργάτες της (ο τραγουδοποιός Σπήλιος Μεντής ήταν δική της "ανακάλυψη"). Μας έδωσε μέσα από τα γραφτά της, τα λόγια της και τη στάση της μαθήματα και παραδείγματα αγωνιστικότητας, αλληλεγγύης, δυναμισμού και αξιοπρέπειας. Μαζί με τον σύζυγό της, τον δημοσιογράφο Γιώργο Χαλκιαδάκη, μάς χάρισαν την κόρη τους Λήδα Χαλκιαδάκη, που βαδίζοντας στα χνάρια της μητέρας της, ακολουθώντας όμως τους δικούς της δημιουργικούς δρόμους, εξελίχθηκε σε σημαντικότατη ερμηνεύτρια, τραγουδοποιό και ποιήτρια. 

Όταν ρώτησα τη Λήδα Χαλκιαδάκη, στη διάρκεια μιας συνέντευξης που μου παραχώρησε λίγες μέρες μετά τον θάνατο της μητέρας της, αν ξεχωρίζει εκείνη κάτι από το τεράστιο έργο της Δανάης, μού απάντησε: "Η Δανάη ήταν φυσικά ένας άνθρωπος του πνεύματος. Ήταν επίσης μια ολοκληρωμένη γυναίκα στην προσωπική της ζωή, αγάπησε πολύ, έγινε μητέρα και ευτύχησε να χαρεί πολλά χρόνια τα τρία εγγόνια της. Ωστόσο, για μένα, η κορύφωση της Δανάης ως προσωπικότητας είναι το σκεπτόμενο αίσθημά της. Και αυτή είναι η μεγάλη παρακαταθήκη που αφήνει στους Έλληνες, δηλαδή αυτό που εκφράστηκε μέσα από τη φωνή της ως κορυφαίας ερμηνεύτριας του τραγουδιού."

Αυτό το σκεπτόμενο αίσθημα της Δανάης θέλησα να σας μεταφέρω και φέτος, μέσα από τη φωνή της και την πένα της. Θα ξεκινήσω με δυο τραγούδια, ένα πασίγνωστο και ένα λιγότερο γνωστό. Το "Τρεχαντήρι" του Αττίκ, ένα πραγματικό αριστούργημα που εμπνεύστηκε ο Αττίκ στα Κύθηρα το 1923. Η Δανάη το τραγούδησε μοναδικά σε δίσκους 78 στροφών λίγο μετά τον πόλεμο. Αυτή την ηχογράφηση διάλεξα να ακούσουμε και σήμερα. Ο Αττίκ τής έλεγε ότι τρεχαντήρια είναι οι καλλιτέχνες που δεν ξέρουν ποτέ τη μοίρα τους. Σήμερα εδώ, αύριο εκεί. Σκέφτομαι ότι τελικά τρεχαντήρια είμαστε όλοι/ες μας...


Ακούγοντας τη Δανάη να τραγουδάει για τη μοίρα του τρεχαντηριού, έρχεται στο μυαλό μου το λιγότερο γνωστό τραγούδι της "Έγραψα τη μοίρα μας με καυτό μελάνι". Πρόκειται για ένα αδικημένο τραγούδι: ηχογραφήθηκε το 1965 για τον δίσκο Η Δανάη τραγουδάει Δανάη (η πρώτη ολοκληρωμένη δισκογραφική πρόταση Ελληνίδας τραγουδοποιού). Ωστόσο, όταν ο δίσκος αυτός κυκλοφόρησε σε CD πριν δέκα χρόνια (στο πλαίσιο του διπλού CD που περιλαμβάνει τα άπαντα της Δανάης στις 33 και τις 45 στροφές), οι υπεύθυνοι της εταιρίας προτίμησαν να εντάξουν στον ψηφιακό δίσκο αποσπάσματα από τις πρόβες της ηχογράφησης του δίσκου και να αφήσουν εκτός δυο από τα ωραιότερα τραγούδια του: τον "Τοίχο" (μουσική Ανδρέα Οικονόμου, στίχοι Δανάης), με το οποίο η τραγουδίστρια διαγωνίστηκε στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης το 1964, και το "Έγραψα τη μοίρα μας", ένα τραγούδι της που η ίδια αγαπούσε πολύ. Ας το ακούσουμε σήμερα, ηχογραφημένο από το παλιό βινύλιο.


Ένα πασίγνωστο τραγούδι που γνώρισε διεθνή επιτυχία ήταν το περίφημο "Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη" Τη μουσική του έγραψε ο Τάκης Μωράκης. Τους στίχους έγραψε η Δανάη, αλλά τους παραχώρησε στον δημοσιογράφο Γιάννη Φερμάνογλου (όπως και τους στίχους άλλων τραγουδιών) για να τον ευχαριστήσει που δημοσίευε φωτογραφίες μαθητριών της στα έντυπα στα οποία εκείνος εργαζόταν. Ωστόσο του είχε ζητήσει (μόνο για αυτό το τραγούδι) να της δώσει τα μισά ποσοστά. Ο Φερμάνογλου δεν το έκανε, αλλά χρόνια μετά της έδωσε ένα ιδιόχειρο σημείωμα με το οποίο βεβαίωνε ότι οι στίχοι του τραγουδιού της ανήκουν. Χρόνια μετά τον θάνατό του, μετά από πολύ κόπο, η Δανάη κατάφερε να πείσει τους ιθύνοντες ότι το τραγούδι της ανήκει (αν και στις περισσότερες εκδόσεις του, ακόμα και σήμερα, παρουσιάζεται το όνομα του Φερμάνογλου ως στιχουργού). Σε κάθε περίπτωση, ας ακούσουμε το υπέροχο αυτό τραγούδι από τη μούσα του blog. Πρόκειται για μια ηχογράφηση που πραγματοποίηθηκε στους ραδιοθαλάμους του ΕΙΡ στα μέσα της δεκαετίας του '50, αλλά έχει κυκλοφορήσει επανειλημμένα σε βινύλιο και CD από το 1991 μέχρι σήμερα.

Ας περάσουμε τώρα στην πένα της Δανάης. Μια σπάνια ηχογράφηση από μια υπέροχη βραδιά που ζήσαμε αρκετοί/ές προνομιούχοι/ες τον Αύγουστο του 2000 στον Άη-Νικόλα της Ραφήνας. Επί δέκα χρόνια η Λήδα Χαλκιαδάκη οργάνωνε σε αυτή την υπέροχη γωνιά της Αττικής μουσικοποιητικές βραδιές υπό το φως της Αυγουστιάτικης Πανσελήνου. Τη χρονιά εκείνη η εκδήλωση ήταν αφιερωμένη στον Γιώργο Σεφέρη. Ωστόσο, κάποια στιγμή η Δανάη ζήτησε να διαβάσει ένα δικό της ποίημα. Κανείς φυσικά δεν μπορούσε ποτέ να της αρνηθεί τίποτα. Έτσι η Δανάη ανέβηκε στη σκηνή, μίλησε στο κοινό με πολύ χιούμορ (παρομοίασε τον ευατό της με τη Μέδουσα επειδή ο αέρας ανακάτωνε τα μαλλιά της), διάβασε το ποίημά της και αποθεώθηκε. Ευτυχώς διέσωσα με ερασιτεχνικά μέσα εκείνη την απαγγελία και έτσι μπορώ να τη μοιραστώ για άλλη μια φορά μαζί σας. Η φωνή της Δανάης γεμίζει από συγκίνηση όταν αναφέρεται στα εγγόνια της, Γιώργο-Απόλλωνα, Ευδοκία και Κωνσταντίνο-Θησέα, στην κόρη της και, στο τέλος στον αγαπημένο της σύζυγο, που μέχρι το τέλος της ζωής της θυμόταν και λαχταρούσε να ακούσει τη φωνή του.



ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΟΥ ΠΟΙΗΜΑ


Το στερνό ποίημα που θα γράψω
δε θα μοιάζει με τα δικά σας.
Θα έχει τον τρόπο που ετοιμάζομαι
να καθίσω, που ισιώνω τα γυαλιά μου.
Θα έχει δυο δάχτυλα να σφίγγουν
τον κρόταφό μου --όπως η Μίρκα μου--
όταν σκέφτομαι, και το βλέμμα μου
όταν αφαιρένομαι· και τη φωνή μου
την αλλιώτικη κάθε φορά:
βραχνή, γάργαρη, βαρετή, παιδική
μοιραία και τα χίλια ενδιάμεσά της.
Το ποίημά μου θα βουρκώνει με τους πολέμους,
με τις πλημμύρες και τους σεισμούς,
με την πείνα και το άθλιο
εμπόριο της ανθρώπινης σάρκας
στην Ινδοκίνα και το Βέλγιο και παντού.
Θα έχει εφιάλτες, διθύραμβους,
απόγνωση και περισυλλογή
στο μέτρο του Ανήσυχου Ελεύθερου Έλληνα.
(τις νιρβάνες δεν τις κατάλαβα ποτέ).
Το ποίημά μου θα είναι γαλάζιο
σαν το βλέμμα του Γιώργου-Απόλλωνα.
Θα είναι τρυφερό σαν το χαμόγελο
της Ευδοκίας και βεργολυγερό
σαν τον Κωνσταντίνο Θησέα. Θα 'ναι
ζωγραφιστό σαν τον Άη-Νικόλα
της Ραφήνας, λουσμένον στις μελωδίες
της Λήδας.
Το ποίημά μου θα το γράψουν
τα τρία δάχτυλά μου με το στυλό
του αγαπητού μου Αγαπητού, ενώ θα πίνω τον
καφέ του χρυσού μου Χρυσού,
και θα με τρέφει μια λαχτάρα,
μια φλογερή υπομονή*
να χτυπήσει το τηλέφωνο
και να είσαι εσύ...

*Η φλογερή υπομονή είναι του Ρεμπώ, το υιοθέτηκε και ο Νερούδα



Άφησα για το τέλος ένα ποίημα που έχει ιδιαίτερη σημασία για μένα, καθώς συνδέει τη Δανάη με μένα και κάποια ακόμα νεαρά (τότε...) παιδιά που είχαμε την τύχη να βρεθούμε κοντά της, να μας "χρίσει" θετά της εγγόνια και να μας χαρίσει τη συντροφιά της, τη σοφία της, τις αναμνήσεις της αλλά και κάποιους στίχους της, αυτοσχέδια ποιήματα για τον καθένα ξεχωριστά αλλά και ένα ποίημα που συμπεριέλαβε στην τελευταία της ποιητική συλλογή Αλλιώτικα από τ' άλλα (εκδόσεις Ιωλκός, 2002) και αφιέρωσε στη μνήμη του Δαμιανού Στρομπούλη και του Γλαύκου Αλιθέρση και στα εγγονοθετημένα της: Νάσο Παΐδα, Άρη Βασιλειάδη, Γιώργο Σιμήρη, Γιώργο Κακούτα, Απόστολο Πούλιο, Φρέντυ Πυτιλάκη και Μάριο Μύλαρη.

 
ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ

Πόση έγνοια για το τίποτα
Πόση αδιαφορία για το παν
Πόσοι πήραν το φιλί που έστειλα στον κόσμο
Πόσες ανησυχίες περιμένουν να μου γίνουν στίχοι.
Πόσα ναυάγια μου 'γιναν κοράλλια ξεγδαρτικά στα μέσα μου
Πόσα ναυάγια γίναν μέσα μου μαργαριτάρια
Πόσοι -- πόσο πενθούμε μια νεκρή πεταλούδα
Πόσες λέξεις κρύβει το σ' αγαπώ
Πόσο "κόσμος" είμαι εγώ μα δεν το ξέρει ο κόσμος.
Πόσοι ήλιοι για να λιώσει ο πάγος της αμφιβολίας
Πόσες ζωές ακόμα ώς να ξανανταμώσουμε
Πόσα σημάδια αφήνουν οι χαρές.
Πόσα αστέρια συναντιούνται σε μια στάλα βροχής
Πόσο αγαπάω τους υδάτινους αυλούς της βροχής
Πού πήγε η βελούδινη σεμνότητα του μενεξέ;
Πού πήγε η ανοιξιάτικη αττική κοσμοφρόσυνη χάρη;
Πού πήγε το ιώδες και η σκιά των θυμαριών;
Πού είμαι;
Πού θα 'μαι;

Η Δανάη Στρατηγοπούλου είναι πάντα εδώ. Την ευχαριστούμε για όλα.


(Διαβάστε εδώ μια αρκετά εκτενή ανάρτηση του Rena Fan για τη ζωή και το έργο της Δανάης Στρατηγοπούλου)

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Σιδηρά Κυρία...

Ξεκίνησε να προβάλλεται σήμερα στους κινημα- τογράφους η ταινία της Φιλίντα Λόιντ The Iron Lady, στα καθ' ημάς Σιδηρά Κυρία, που αναφέρεται στη ζωή της πρώην Βρεταννίδας πρω- θυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ, με πρωταγωνίστρια τη Μέριλ Στριπ. Φυσικά το μυαλό μου πηγαίνει αυτομάτως σε μια ελληνική πρωτοπορία: την ταινία Σιδηρά Κυρία που προβλήθηκε στις αθηναϊκές αίθουσες τον Μάρτιο του 1983 με πρωταγωνίστρια τη Ρένα Βλαχοπούλου...

Αφίσα της ταινίας (από την ιστοσελίδα www.retrodb.gr)
 
Ας το πω εξαρχής, για να μην παρεξηγηθώ: θεωρώ πως η Σιδηρά Κυρία, η προ-τελευταία κινηματογραφική εμφάνιση της Ρένας Βλαχοπούλου, είναι η χειρότερη από τις 25 ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες που γύρισε η ηθοποιός--είναι ωστόσο καλύτερη από τις 9 βιντεοταινίες και τις δυο τηλεοπτικές σειρές που γύρισε αργότερα. Η σύμπτωση όμως του τίτλου με την πολύ ενδιαφέρουσα--όπως έκρινα από το τρέιλερ που είδα--ταινία της Λόιντ αλλά και το... ίχνος που έχει αφήσει η ταινία εκείνη στο αθηναϊκό τοπίο σχεδόν τριάντα χρόνια μετά οδήγησαν στην παρούσα ανάρτηση...

Η Σιδηρά Κυρία του 1983 είναι προϊόν της εποχής του Νέου Εμπορικού Κινηματογράφου, όπως την αποκαλούν οι ιστορικοί του ελληνικού σινεμά, δηλαδή της περιόδου που ξεκίνησε στο τέλος της δεκαετίας του '70 και τελείωσε στα μέσα της δεκαετίας του '80. Αν δεχτούμε ότι η παντοδυναμία του Παλιού Εμπορικού Κινηματογράφου τελείωσε στα 1972-73, όταν ηθοποιοί όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Νίκος Κούρκουλος εγκατέλειψαν τα κινηματογραφικά πλατώ, η εποχή του Νέου Εμπορικού Κινηματογράφου αρχίζει μάλλον στα 1979, όταν οι ίδιες/οι ηθοποιοί επιστρέφουν στα πλατώ και το κοινό επιστρέφει στις αίθουσες για να δει τις νέες τους ταινίες. Ειδικά η Ρένα Βλαχοπούλου πραγματοποιεί την επιστροφή της με τις καλύτερες των προθέσεων, καθώς σμίγει και πάλι με τον παλιό της συμπρωταγωνιστή, τον Ντίνο Ηλιόπουλο σε μια ταινία που διαφημίζεται ως υπερπαραγωγή, τις Φανταρίνες του Ντίμη Δαδήρα, σε παραγωγή της εταιρίας του Μιχάλη Λεφάκη Γκρέκα Φιλμ. Το κοινό ανταποκρίνεται (η ταινία κατακτά τη 2η θέση στον πίνακα εισιτηρίων), αλλά οι κριτικοί είναι σαφώς λιγότερο ενθουσιασμένοι (κάποιοι μιλούν για νεκρανάσταση του παλιού σινεμά).

Σε κάθε περίπτωση όμως η αρχή έγινε και η Ρένα Βλαχοπούλου θα προσθέσει έξι συνολικά ταινίες στη φιλμογραφία της. Μετά την Γκρέκα Φιλμ περνάει στους παλιούς της γνώριμους Καραγιάννη-Καρατζόπουλο και γυρίζει με την εταιρία τους τρεις ταινίες, τις πρώτες δυο (Να η ευκαιρία, Της πολιτσμάνας το κάγκελο) με μεγάλη επιτυχία. Η τρίτη, Η μανούλα, το μανούλι και ο παίδαρος προβάλλεται στις αθηναϊκές αίθουσες στην αρχή της σεζόν 1982-83, τον Οκτώβρη. Κι ενώ η Ρένα Βλαχοπούλου απέφευγε να γυρίζει παραπάνω από μία ταινία σε μία σεζόν ακόμα και στις καλές μέρες του Φίνου, αποφασίζει τώρα, στα αμήχανα χρόνια του νέου εμπορικού σινεμά να γυρίσει και δεύτερη ταινία μέσα στην ίδια σεζόν. Έτσι, με σεναριογράφο τον Λάκη Μιχαηλίδη και σκηνοθέτη τον Τάκη Βουγιουκλάκη ξεκινά χειμωνιάτικα το γύρισμα της ταινίας Σιδηρά Κυρία.
Η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Τάκης Βουγιουκλάκης στο γύρισμα της Σιδηράς Κυρίας.
Φωτογραφία από το blog του Μιχάλη Λεφάκη, γιου του παραγωγού της ταινίας

Είναι η δεύτερη "σεζόν" της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, το οποίο έχει σαφώς αρχίσει να δέχεται κριτικές για το κυβερνητικό του έργο. Είναι επίσης η τέταρτη χρονιά της πρωθυπουργίας της Μάργκαρετ Θάτσερ στη Μεγάλη Βρεταννία, της οποίας η συντηρητική φιλελεύθερη πολιτική προφανώς γοητεύει τις δεξιές παρατάξεις πολλών χωρών της Ευρώπης. Δεν γνωρίζω αν η ίδια η Ρένα Βλαχοπούλου ήταν πραγματικά οπαδός της Θάτσερ, μπορώ όμως να το υποθέσω με βάση τις πολιτικές προτιμήσεις της ηθοποιού (υποστήριζε ανοιχτά τη Νέα Δημοκρατία). Έτσι δεν μας εκπλήσσει καθόλου η απονομή του τίτλου της Σιδηράς Κυρίας!
Η Ρένα Ρεμούνδου πλάι στο πόστερ της Μάργκαρετ Θάτσερ που έχει αναρτήσει στην κρεβατοκάμαρά της. Σουρεάλ οι σκηνές της ταινίας στις οποίες η Ρένα λέει στο πόστερ "Goodnight, Margaret" και το πόστερ απαντά "Goodnight, Rena"....

Η υπόθεση της ταινίας: μια... μέση Ελληνίδα νοικοκυρά, η Ρένα Ρεμούνδου είναι μεγάλη θαυμάστρια της Θάτσερ (η ταινία ξεκινά με τη Ρένα να παρακολουθεί τη Θάτσερ στις ειδήσεις και να θαυμάζει την πολιτική της αλλά και τα ρούχα της...) και αγανακτεί με τα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας. Ένα βράδυ που παρακολουθεί τηλεόραση, θυμώνει τόσο πολύ με την ακαταλαβίστικη παρουσίαση μιας ταινίας (σάτιρα της, ιστορικής πια, Κινηματογραφικής Λέσχης και του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου) που αποφασίζει να πάει η ίδια στο γραφείο του προέδρου της ΕΡΤ Γιώργου Ρωμαίου (τον υποδύεται ο Δημήτρης Μπάνος) και να διαμαρτυρηθεί για το γεγονός ότι η ελληνική τηλεόραση δεν εκφράζει τον απλό κόσμο. Ο Ρωμαίος τότε τής αναθέτει να ετοιμάσει εκείνη ένα ρεπορτάζ για να αναδείξει τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας δίνοντας τον λόγο στους απλούς πολίτες. Πραγματικά η Ρένα, μαζί με έναν οπερατέρ, οργώνει την Αθήνα αλλά και την ελληνική ύπαιθρο για να εντοπίσει τις πληγές της σύγχρονης κοινωνίας. Όταν όμως παραδίδει το υλικό στην ΕΡΤ, το κανάλι προβάλλει ένα μικρό μόνο απόσπασμα, μονταρισμένο έτσι ώστε να διαστρεβλώνει εντελώς το ρεπορτάζ της Ρένας και να παρουσιάζει τους πολίτες ευχαριστημένους με τη σύγχρονη πραγματικότητα και την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Όπως σημειώνει ο Δημήτρης Κολιοδήμος στο Λεξικό Ελληνικών Ταινιών, ένα από τα ρεκόρ της ταινίας είναι ο αριθμός των ονομάτων που παρουσιάζονται στους τίτλους της. Διαβάζουμε λοιπόν 63 ονόματα ηθοποιών καθώς και το όνομα του χορευτή Αλέξη Γεωργίου, ενώ σαφώς παραλείπονται τα ονόματα των χορευτριών του 8μελούς (νομίζω) μπαλέτου του και των άπειρων κομπάρσων που συμμετέχουν στα γυρίσματα (σε μια σκηνή διαδήλωσης ενάντια στα νέα τέλη κυκλοφορίας των ΙΧ συμμετέχουν δεκάδες κομπάρσοι και καμιά 30αριά παιδάκια που μάλλον τα... πέτυχαν στο σχόλασμα από το σχολείο τους, καθώς αρκετά από αυτά κουβαλούν τη σάκα τους!). Εκτός από την ομάδα των πρωταγωνιστών/τριών, από την ταινία περνούν ηθοποιοί που είχαν γίνει γνωστοί από σίριαλ της τηλεόρασης ή από τις ταινίες του νέου εμπορικού σινεμά... Μικρότερα ονόματα που αργότερα διέπρεψαν στις βιντεοταινίες, όπως η Στέλλα Κωνσταντινίδου, ο Αλέκος Ζαρταλούδης... Παλαίμαχοι/ες δευτεραγωνιστές/τριες όπως ο Γιάννης Φύριος, η Ζωή Βουδούρη και η Ζαφειρίνη Γκιουζέπε (αδελφή της παλιάς πρωταγωνίστριας του μουσικού θεάτρου Κούλας Γκιουζέπε)... Μετέπειτα μεγάλα ή μεγαλούτσικα ονόματα όπως η Τζέση Παπουτσή. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους εμφανίζονται η Τέτη Σχοινάκη και ο Τάσος Πεζιρκιανίδης (υποδύονται τα ανίψια της Ρένας που αρχικά υποστηρίζουν το ΠΑΣΟΚ, αλλά στη συνέχεια το μετανιώνουν) και ο Κώστας Φλωράτος (υποδύεται τον σύζυγό της). Ως γκεστ σταρ εμφανίζονται ο Δημήτρης Ζακυνθινός και ο Νίκος Τσούκας...


Η ταινία φιλοδοξεί να σατιρίσει τον νόμο περί μοιχείας, τη θέσπιση του πολιτικού γάμου, τις προσπάθειες της κυβέρνησης για την αποκέντρωση και την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας, τις επαφές της με πολιτικούς της Μέσης Ανατολής (ευκαιρία για τη Ρένα να τραγουδήσει το "Εμίρη μου, βοήθα μας και σκλάβα σου θα γίνω" και να παραπέμψει στην παλιά της επιτυχία Μια Ελληνίδα στο χαρέμι)... Βέβαια στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας όλα αυτά παραμένουν φιλοδοξίες (αν και υπάρχουν κάποια χαριτωμένα σχόλια για τον τρόπο σκέψης των πολιτών που τάσσονται κατά ενός νόμου όταν βλάπτει τα μικροσυμφέροντά τους--όπως της κυρίας που διαμαρτύρεται για τον πολιτικό γάμο και τελικά αποκαλύπτει πως έχει κατάστημα με είδη γάμου...) και, παρά τους γρήγορους ρυθμούς της σκηνοθεσίας του Βουγιουκλάκη, η ταινία μοιάζει με ξεχειλωμένο επιθεωρησιακό νούμερο (ή, έστω, ξεχειλωμένο δεύτερο μέρος επιθεώρησης). Μέσα σ' αυτό το κλίμα, δυστυχώς δεν απουσιάζουν και κάποια ατυχή σεξουαλικά υπονοούμενα (αν και σε σύγκριση με ταινίες άλλων πρωταγωνιστών της περιόδου εκείνης, παραμένουν απλά πταίσματα...). Πάντως, αν και το σενάριο του Λάκη Μιχαηλίδη στρέφεται κυρίως εναντίον του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου, σε κάποια στιγμή γνήσιας αγανάκτησης, η ηρωίδα κατηγορεί τον διευθυντή του ΟΤΕ πως ξέρει καλά να ξεσκονίζει όλους τους πολιτικούς, ενώ καμία κυβέρνηση δεν είπε ποτέ την αλήθεια στον λαό. "Σωτήρες της Ελλάδος, μας σώσατε, χρόνια, αιώνες τώρα, τον εαυτούλη σας, όλοι τον εαυτούλη σας..."
Η Ρένα Βλαχοπούλου και η Αντιγόνη Κουκούλη: η Ρένα προσπαθεί να μιλήσει 
σε μια δημόσια υπάλληλο που την αγνοεί επειδή μιλάει στο τηλέφωνο.

Τι απομένει λοιπόν; Απομένει η Ρένα Βλαχοπούλου! Κάποτε η Στέλλα Βλαχογιάννη (όταν έγραφε κριτική τηλεόρασης) είχε γράψει με αφορμή μια βιντεοταινία της Ρένας: "Η Ρένα Βλαχοπούλου είναι απολαυστική ακόμα και μέσα στη μεγαλύτερη αθλιότητα". Η Σιδηρά Κυρία δεν ήταν ασφαλώς η μεγαλύτερη αθλιότητα και η Ρένα είναι σε πολλές στιγμές απολαυστική, ειδικά όταν καταλαβαίνουμε ότι μεταφέρει τη γνήσια αγανάκτησή της για διάφορα κακώς κείμενα της χώρας: όταν ταλαιπωρείται μαζί με άλλους πολίτες στο γεμάτο λεωφορείο, όταν απορεί για τη στάση εργασίας των οδηγών που συμπαραστέκονται στο Σαλβαδόρ (θυμάμαι πάντα τα σχετικά της λόγια στη συνέντευξη του Σωτήρη Κακίση, λόγια που ενόχλησαν κάποιους από τους πρασινοφρουρούς που σατίριζε και στην ταινία αυτή) ή αγανακτεί με τις τιμές στα σούπερ μάρκετ, τον λογαριασμό του ΟΤΕ, τη συμπεριφορά ενός ταξιτζή και της αγενούς συνεπιβάτισσάς της και φυσικά το χάλι της γραφειοκρατίας. Υπάρχουν και δυο επιθεωρησιακής υφής τραγούδια του Γιώργου Κατσαρού για να μας θυμίσουν τις μουσικοθεατρικές καταβολές της Ρένας και... αυτό είναι όλο. Α, ναι, μας μένουν ίσως και κάποιες εικόνες της Αθήνας της δεκαετίας του '80...

Η ταινία ξεκίνησε την καριέρα της στις αθηναϊκές αίθουσες στις 4 Μαρτίου 1983. Προβλήθηκε σε 11 κινηματογράφους σε διάφορες γωνιές της πρωτεύουσας--με πιο κεντρική αίθουσα αυτήν του Τιτάνια. Καλώς ή κακώς, το κοινό δεν ανταποκρίθηκε. Η ταινία έκοψε 40.880 εισιτήρια και κατέκτησε την 32η θέση στον πίνακα εισιτηρίων επί... συνόλου 48 ταινιών--για να κάνετε τις συγκρίσεις σας, σας αναφέρω ότι η εμπορικότερη ταινία της σεζόν ήταν το Αλαλούμ του Χάρρυ Κλυν που έκοψε 299.491 εισιτήρια, ενώ η άλλη ταινία της Ρένας, Η μανούλα, το μανούλι και ο παίδαρος ήρθε 9η με 140.010 εισιτήρια (ανάμεσά τους βρίσκονταν οι ταινίες Άγγελος, Βασικά καλησπέρα σας, Πάτερ Γκομένιος, Ρόδα, τσάντα και κοπάνα, Η στροφή, Πέστα βρωμόστομε, Εγώ και το πουλί μου--μ' άλλα λόγια το τοπίο ορίζουν οι προσωπικές επιτυχίες του Στάθη Ψάλτη, του Σωτήρη Μουστάκα αλλά και της νέας γενιάς που προωθεί ο Γιάννης Δαλιανίδης στη δεύτερη καριέρα του). Λαμβάνοντας ίσως το μήνυμα, η Ρένα Βλαχοπούλου απουσίασε τις δυο επόμενες σεζόν από τις κινηματογραφικές αίθουσες. Έκανε μια ύστατη προσπάθεια να θυμίσει τις παλιές εποχές σμίγοντας και πάλι με τον Αλέκο Σακελλάριο τη σεζόν 1985-86. Το Ρένα, τα ρέστα σου δεν ξέφυγε από τη μοίρα του Νέου Εμπορικού Κινηματογράφου που έδυσε σύντομα, άδοξα και... δικαίως. Η Ρένα στράφηκε στο βίντεο: γύρισε εννιά βιντεοταινίες, σε μια από τις οποίες, συναντήθηκε και πάλι με τον Τάκη Βουγιουκλάκη. Τραγική ειρωνεία (ή σημάδι των καιρών;): ο σκηνοθέτης που της έδωσε τη χειρότερη κινηματογραφική της ταινία, τής έδωσε την καλύτερη βιντεοταινία της (Η μεγάλη ρεμούλα, 1989).

Η Σιδηρά Κυρία, πάντως, έκανε μια ικανοποιητική καριέρα στα βίντεο κλαμπ όλης της Ελλάδας, ενώ γνώρισε επιτυχία και στην πρώτη τηλεοπτική της προβολή το 1991 από τον ΑΝΤ1. Βέβαια όσο τα χρόνια περνούν, τόσο πιο ανεπίκαιρη γίνεται η σάτιρα του ΠΑΣΟΚ--ωστόσο, η ταινία προβλήθηκε κάποιες φορές και μετά το 2000, κυρίως από το, τότε νέο κανάλι, ALTER. Η Σιδηρά Κυρία καθώς και η άλλη ταινία της Ρένας στη "Γκρέκα Φιλμ", οι Φανταρίνες, είναι οι μόνες κινηματογραφικές ταινίες της που δεν έχουν κυκλοφορήσει ποτέ σε DVD (παρόλο που άλλες ταινίες της εταιρίας έχουν κυκλοφορήσει από την εταιρία εκμετάλλευσης Παπανδρέου).


Κι όμως, η Σιδηρά Κυρία δίνει ακόμα και σήμερα το "παρούσα" στο αθηναϊκό τοπίο. 29 χρόνια μετά την κυκλοφορία της, μια διαφημιστική ταμπέλα της ταινίας υπάρχει ακόμα στα γραφεία της εταιρίας "Γκρέκα Φιλμ" στη συμβολή των οδών Ακαδημίας και Εμμανουήλ Μπενάκη. Δεν είμαι σίγουρος αν το γραφείο αυτό εξακολουθεί να λειτουργεί (η εταιρία σταμάτησε να παράγει ταινίες το 1985, αλλά ίσως κάποιος/α να διαχειρίζεται από εκεί τα δικαιώματα προβολής των ταινιών της εταιρίας στην τηλεόραση, έχω δει κάποιες φορές το στόρι ανοιχτό...), ομολογώ όμως ότι κάθε φορά που περνώ από το σημείο εκείνο χαίρομαι που βλέπω το όνομα της Ρένας Βλαχοπούλου, έστω και με αφορμή τη χειρότερη κινηματογραφική της εμφάνιση. Αφού η αίθουσα τέχνης "Ρένα Βλαχοπούλου" του Νίκου Ζαχόπουλου έχει κλείσει και το μοναδικό θέατρο που φέρει το όνομα της Ρένας βρίσκεται αρκετά μακριά από το κέντρο, στο Αιγάλεω, η πινακίδα αυτή είναι μια γλυκιά υπενθύμιση της παρουσίας (ή της απουσίας;) της αγαπημένης μου πρωταγωνίστριας. 

Δεν ξέρω πόσο καιρό ακόμα η πινακίδα αυτή θα συνεχίσει να βρίσκεται εκεί πάνω, αλλά ας σημειώσω για την ιστορία πως η ύπαρξή της απαθανατίστηκε το 2004 από τον Νίκο Παναγιωτόπουλο στην ταινία του Delivery. Μπορείτε να τη δείτε σε κάποια στιγμή της ταινίας που ο πρωταγωνιστής Θάνος Σαμαράς διασχίζει την οδό Ακαδημίας με τη μηχανή του... (Χαριτωμένες αναρτήσεις για την πινακίδα αυτή μπορείτε να διαβάσετε στο blog Mattina Mandarinaki Reloaded και στο blog της Δέσποινας Τριβόλη στη Lifo).

Ξέρω πως μπορεί να φανεί σε κάποιους/ες αστείο, αλλά στο δίλημμα Μέριλ Στριπ ή Ρένα Βλαχοπούλου ο Rena Fan θα προτιμήσει τη δεύτερη... Μπορεί το Iron Lady να είναι κλάσεις ανώτερη ταινία από τη Σιδηρά Κυρία, αλλά... Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται...

Δείτε το σουρρέαλ (ή ρεαλιστικό;) φινάλε της ταινίας:

Και τέλος, δείτε τη σκηνή με τη σάτιρα της γραφειοκρατίας: γελώ πάντα με τις ατάκες της Ρένας όταν ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες: "Σκέψου να ζήταγα δάνειο..."

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Καλή χρονιά!

Τηρώντας την παράδοση του μπλογκ, ανεβάζω για άλλη μια φορά το ωραιότερο πρωτοχρονιάτικο βίντεο (φιλμ, για την ακρίβεια) που διαθέτουμε με τη μούσα μας, τη Ρένα Βλαχοπούλου. Το γνωστό στιγμιότυπο από τις Πρωτεουσιάνικες περιπέτειες που μας μεταφέρει στις 31 Δεκεμβρίου του 1955, στην ατμόσφαιρα της πρωτοχρονιάτικης Αθήνας (διαβάστε την ιστορία του εδώ).



Ναι, το ξέρω ότι επαναλαμβάνομαι. Και ναι, το ξέρω, ότι σε κάποιες/ους από σας που έρχεστε τακτικά εδώ έχουν λείψει οι παλιές "καλές" εποχές που αναρτούσα τεράστια κείμενα με αφιερώματα σε στιγμές της καριέρας της Ρένας αλλά και σε καλλιτέχνιδες/ες που έφυγαν από κοντά μας. Δυστυχώς η ζωή μου, όπως και οι ζωές όλων μας, είχε φέτος αρκετές ανατροπές αλλά και κάποιες σημαντικές, πολύ θετικές εξελίξεις που είχαν ως αποτέλεσμα να μην μπορώ να είμαι συνεπής στις... ιστολογικές μου υποχρεώσεις. Ως New Year Resolution λοιπόν δηλώνω ότι το 2012 θα δίνω και πάλι το "παρών" όσο πιο συχνά μπορώ, για να φτάσω και να ξεπεράσω τον... παλιό καλό Rena Fan, εκπληρώνοντας τις υποσχέσεις που έχω δώσει για αφιερώματα που εκκρεμούν--πλέον--περισσότερο από έναν χρόνο και βρίσκοντας διαρκώς αφορμές για να μιλήσω για τη Ρένα Βλαχοπούλου.

Και επιτρέψτε μου να κλείσω με μια ακόμα "επανάληψη" (άλλωστε οι ευχές που δίνουμε τέτοιες μέρες και τα τα τραγούδια που ακούμε τα ίδια δεν είναι πάντα;): θα δώσω τον λόγο στη μούσα μου για να σας δώσει εκείνη τις ευχές της (μέσα από μια παλιά ραδιοφωνική εκπομπή του Νίκου Μαστοράκη και ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Μίμη Πλέσσα). 

Καλή χρονιά σε όλες και όλους.

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Έφτασε!

Ένα μήνα μετά την κυκλοφορία του γραμματοσήμου με την προσωπογραφία της Ρένας Βλαχοπούλου (και μετά την έκκλησή μου σε γνωστούς/ές και φίλους/ες...), έφτασε προχτές στην πόρτα μου ένας φάκελος με δύο αντίτυπα του γραμματοσήμου! Η καλή μου φίλη Γωγώ έσπευσε να βρει στα ταχυδρομεία του Βόλου το γραμματόσημο και τα κατάφερε!
Η Γωγώ μού γράφει ότι ελπίζει η κάρτα της και το πολυπόθητο γραμματόσημο να μού φέρει άρωμα άλλων εποχών--και φυσικά μού έφερε, όχι μόνο την εποχή που ξαναζωντανεύει το γραμματόσημο αλλά και τα όχι και τόσο μακρινά χρόνια που ανταλλάσσαμε με τη Γωγώ και άλλα αγαπημένα φιλαράκια "συμβατικές" κάρτες (τα e-cards και η ηλεκτρονική επικοινωνία μας έχουν πλέον αντικαταστήσει τα ΕΛΤΑ).

Λίγες μέρες πριν φτάσει η κάρτα της Γωγώς, ωστόσο, άλλες δυο καλές μου φίλες, η Κατερίνα και η Παναγιώτα, μού χάρισαν δύο φιλοτελικά αντικείμενα που κυκλοφόρησαν από τα ΕΛΤΑ στο πλαίσιο της σειράς "Έλληνες ηθοποιοί": τον συλλεκτικό "Φάκελο πρώτης ημέρας κυκλοφορίας" πάνω στον οποίο βρίσκονται και τα έξι γραμματόσημα της σειράς αλλά και τη συλλεκτική κάρτα με το γραμματόσημο της Ρένας και το προπληρωμένο τέλος αποστολής.

Αυτή την κάρτα σκέφτηκα να χρησιμοποιήσω για να σας στείλω κι εγώ (ηλεκτρονικά ομολογουμένως, δάσκαλε που δίδασκες...) τις δικές μου ευχές για τις γιορτινές μέρες. Εύχομαι τα καλύτερα για σας και τους ανθρώπους σας. Βαστάτε γερά!
Το ότι πήρα την κάρτα της Γωγώς αλλά και τα παραπάνω συλλεκτικά αντικείμενα δεν σας... απαλλάσσει από την αποστολή που σας έχω αναθέσει! Στείλτε μου φακέλους. Σας βεβαιώνω ότι μόλις πήρα στα χέρια μου τον φάκελο της Γωγώς και είδα το γραμματόσημο (και μάλιστα εις διπλούν!) ένιωσα υπέροχα, άλλαξε η διάθεσή μου! Εν πάση περιπτώσει, το γραμματόσημο κυκλοφορεί σε 2.000.000 αντίτυπα. Πρέπει να τα χρησιμοποιήσουμε...