Άλλος ένας ηθοποιός του παλιού σινεμά "αποχώρησε" διακριτικά την Κυριακή 11 Απριλίου. Ο Αλέκος Τζανετάκος ήταν μια χαρακτηριστική φιγούρα του εμπορικού κινηματογράφου, στενά δεμένος με τα πρώτα μιούζικαλ του Δαλιανίδη στα οποία γνώρισε επιτυχία ως... καρπαζοεισπράχτορας (θύμα κυρίως του Κώστα Βουτσά), ενώ πήρε μέρος και σε αρκετά από τα κοινωνικά δράματα της εποχής (πχ. Νόμος 4000, Εγωισμός). Γεννήθηκε το 1937 και σπούδασε στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν αλλά και στη Σχολή Κινηματογράφου του Λυκούργου Σταυράκου. Διαβάζω ότι το 1956 συμμετείχε σε ρόλο κομπάρσου στον Δράκο του Νίκου Κούνδουρου, ενώ η πρώτη του επίσημη εμφάνιση έγινε στην ταινία Η απαργή της Περσεφόνης την ίδια χρονιά. Το 1957 πραγματοποίησε και τα πρώτα του βήματα στο θέατρο, στον θίασο του Νίκου Χατζίσκου.
Βλαχοπούλου-Βουτσάς-Τζανετάκος στο Κάτι να καίει.
Η αναγνωρισιμότητα για τον Αλέκο Τζανετάκο ήρθε φυσικά με τις ταινίες του Φίνου. Μετά τον Ηλία του 16ου, ήρθαν οι ταινίες του Δαλιανίδη. Εκεί συναντήθηκε και με τη Ρένα Βλαχοπούλου: σεζόν 1962-63: Μερικοί το προτιμούν κρύο, σεζόν 1963-64: Ένα κορίτσι για δύο και Κάτι να καίει, σεζόν 1964-65: Κορίτσια για φίλημα. Οι δυο τους βρέθηκαν επίσης και στη Βουλευτίνα του οργανισμού Καραγιάννης-Καρατζόπουλος. Από τις πιο απολαυστικές εμφανίσεις του Τζανετάκου σε ταινίες εκείνης της περιόδου είναι νομίζω στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου Μια τρελή-τρελή οικογένεια, όπου έπαιξε τον σύντροφο της Κατερίνας Γώγου: οι δυο τους ήταν ένα αχτύπητο ντουέτο και νομίζω ότι ήταν ζευγάρι και στη ζωή. Χαρακτηριστικές ήταν επίσης οι κινματογραφικές εμφανίσεις του Αλέκου Τζανετάκου στο πλευρό του Λάμπρου Κωνσταντάρα (Τρελοπενηντάρης, Πατέρα, κάτσε φρόνιμα) αλλά και του Θανάση Βέγγου. Ερμήνευε ιδανικά τον τέντυ-μπόυ, τον χαραμοφάη γιο ή αδελφό (πχ. στο Καλώς ήρθες το δολλάριο του Αλέκου Σακελλάριου), τον φουκαρά που προσπαθεί να πιάσει την καλή. Δεν έγινε ποτέ πρωταγωνιστής αλλά ήταν ένας απαραίτητος "δεύτερος" στις ταινίες της περιόδου εκείνης. Όταν το λαϊκό σινεμά άρχισε να παρακμάζει, αναπόφευκτα πήρε μέρος σε φτηνότερες ταινίες, ενώ δεν έμεινε μακριά από τον κόσμο του βίντεο: λέγεται ότι έγραψε δεκάδες σενάρια για βιντεοταινίες στις οποίες πρωταγωνιστούσε. Οι τίτλοι κάποιων από αυτές δεν αφήνουν πολλά περιθώρια... ποιότητας, οπότε είναι καλύτερα να μείνουμε με την ανάμνηση του ανέμελου τύπου μιας κινηματογραφικά ανέμελης εποχής.
Βλαχοπούλου-Τζανετάκος και πίσω τους η Νίτσα Μαρούδα, στη Βουλευτίνα
Συμμετείχε ακόμα σε τηλεοπτικές παραγωγές και σε αρκετές θεατρικές παραστάσεις, κυρίως κωμωδίες και επιθεωρήσεις. Σε τέσσερις μάλιστα επιθεωρήσεις της δεκαετίας του '60 συνεργάστηκε και με τη Ρένα Βλαχοπούλου: το καλοκαίρι του 1966 στο θέατρο Μετροπόλιταν, στα έργα Σκούπα και φαράσι και Ο γάιδαρος του χότζα που παρουσίασε ο θίασος Ρένας Βλαχοπούλου, Γιώργου Κωνσταντίνου και Γιάννη Βογιατζή, και τον χειμώνα 1966-67 στο θέατρο Ακροπόλ στα έργα Βρε πού πάμε και Λαγοί με πετραχήλια που παρουσίασε ο θίασος Ρένας Βλαχοπούλου-Βασίλη Αυλωνίτη-Μπέτυς Μοσχονά και Νινής Τζάνετ. Η Νινή Τζάνετ ήταν αδελφή του (έχει δουλέψει αρκετά στο θέατρο με τη Ρένα και μπορείτε να τις δείτε μαζί στην ταινία Φωνάζει ο κλέφτης), όπως επίσης και η Κάση Τζάνετ που έκανε καριέρα στο μουσικό θέατρο και στο τραγούδι.
Ρένα Βλαχοπούλου και Νινή Τζάνετ στο Φωνάζει ο κλέφτης
Ο Αλέκος Τζανετάκος γνώρισε μεγάλη επιτυχία περιοδεύοντας στην Αμερική με το έργο Ο τρελός του Λούνα Παρκ του Γιώργου Λαζαρίδη. Αγαπούσε την ταχύτητα και συμμετείχε σε αγώνες αυτοκινήτων και μοτοσυκλέτας, κερδίζοντας μετάλια και βραβεία. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του εμφανιζόταν περιστασιακά σε τηλεοπτικές εκπομπές και μιλούσε για τις επιτυχημένες εμφανίσεις του στα χρόνια του '60 και του '70. Θα τον θυμόμαστε πάντα σαν τέντυ-μπόυ, ζηλεύοντας ίσως κρυφά τους χαρακτήρες που ερμήνευε για την ξεγνοιασιά τους και ενίοτε την παλαβομάρα τους...
Στις 22 Μαρτίου πέθανε ο Λάκης Μιχαηλίδης, ένας από τους σημαντικότερους επιθεωρησιογράφους του μεταπολεμικού μουσικού θεάτρου κι ένας από τους παραγωγικότερους σεναριογράφος του εμπορικού κινηματογράφου. Ο Λάκης Μιχαηλίδης συνεργάστηκε στενά και με τη Ρένα Βλαχοπούλου, με χαρακτηριστικότερη ίσως συνεργασία τους την ταινία Βίβα Ρένα, ο τίτλος της οποίας δόθηκε αρκετά χρόνια αργότερα και στην επίσημη βιογραφία της.
Ο Λάκης Μιχαηλίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη τον Νοέμβριο του 1931. Αρχικά σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα δραματικής τέχνης στο Μακεδονικό Ωδείο (συμμαθητές τους εκεί ήταν ο Άλκης Στέας και ο Κώστας Βουτσάς). Στα πρώτα του επαγγελματικά βήματα, ωστόσο, τον κέρδισε η διαφήμιση. Στα μέσα της δεκαετίας του '50 ήταν ένας από τους πιο επιτυχημένους διαφημιστές της Θεσσαλονίκης. Το 1953 ίδρυσε μαζί με φίλους του τη διαφημιστή εταιρία "Ηχώ" που έγινε περιζήτητη σε όλη την Ελλάδα. Δικής του έμπνευσης ήταν μια σειρά από διαφημιστικά για τα ξυραφάκια "Άστορ" με τον Κώστα Χατζηχρήστο να λανσάρει τα σλόγκαν "Αμ πώς!", "Τίπουτας" και "Ασουπή". Σιγά-σιγά άρχιζε να δοκιμάζει τις δυνατότητές του στο μουσικό θέατρο, γράφοντας νούμερα και επιθεωρήσεις για θιάσους της συμπρωτεύουσας ή για αθηναϊκούς θιάσους που επισκέπτονται τη Θεσσαλονίκη. Η πρώτη του επιθεώρηση είχε τίτλο Χαρούμενες τουλίπες που ανέβηκε στο Στρατιωτικό Θέατρο της Θεσσαλονίκης από τον θίασο της Αλεξάνδρας Δέλτα και του Γιάννη Μπέρτου, ενώ σταθμός στα πρώτα του βήματα ήταν η επιθεώρηση Όλα σπάστα που παρουσίασε στο θέατρο Μετροπόλ της συμπρωτεύουσας ο αθηναϊκός θίασος Μαίρης Βασιλάκη-Νίκου Σταυρίδη, με τη συμμετοχή και θεσσαλονικιών ηθοποιών όπως ο Γιώργος Κάππης και ο Κώστας Βουτσάς. Το τραγούδι της έναρξης ερμήνευε η επίσης Σαλονικιά Κική Παπαδοπούλου που σύντομα τη γνώρισε το πανελλήνιο ως Μαρινέλλα...
Κάπου εκεί συναντήθηκε για πρώτη φορά με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Όπως διηγείται ο ίδιος στο βιβλίο του Ιερά τέρατα... αγγελικά πλασμένα, η αξέχαστη πρωταγωνίστρια εμφανιζόταν στο τέλος της δεκαετίας του '50 στο Στρατιωτικό Θέατρο της Θεσσαλονίκης με ένα νούμερο που δεν είχε επιτυχία (με βάση τις δικές μου έρευνες η Βλαχοπούλου εμφανίστηκε το 1958 στο θέατρο Παλλάς της Θεσσαλονίκης). Τότε ο Άλκης Στέας της πρότεινε να γνωρίσει τον ανερχόμενο συγγραφέα για να της γράψει εκείνος ένα καινούριο νούμερο. "Αύριο το βράδυ, κυρία Βλαχοπούλου, θα έχετε ένα καινούριο σόλο. Έχω ήδη βρει και την ιδέα." "Αυτή θέλω... την ιδέα... την υπόθεση. Τα άλλα άσ' τα επάνω μου", του απάντησε εκείνη. Αυτά της τα λόγια τα επαναλάμβανε πάντοτε ο Μιχαηλίδης, σε εκπομπές και αφιερώματα, όταν του ζητούσαν να μιλήσει για τη μεγάλη κωμικό και για την υποκριτική της τέχνη.
Τελικά ο νεαρός επιθεωρησιογράφος τής έγραψε ένα νούμερο που γνώρισε επιτυχία και φυσικά η Βλαχοπούλου. όπως συνήθιζε, δεν ξέχασε την υποχρέωση που του είχε. Λίγα αργότερα, το 1960 ο Κώστας Χατζηχρήστος καλεί τον Μιχαηλίδη στην Αθήνα για να συνεργαστούν στο θέατρο Παρκ (στην επιθεώρηση Φέρρυ Μπόουτ, για την οποία γράφου επίσης κείμενα οι καθιερωμένοι Κώστας Νικολαΐδης, Ηλίας Λυμπερόπουλος και Γιώργος Οικονομίδης) αλλά και τον κινηματογράφο (Το παιδί της πιάτσας και Ο Μιχαλιός του 14ου Συντάγματος είναι τα πρώτα του σενάρια). Ταυτόχρονα γράφει νούμερα για ραδιοφωνικές επιθεωρήσεις του ΕΙΡ. Το όνομά του ακούγεται όλο και περισσότερο και την άνοιξη του '64 η Ρένα σκέφτεται ότι πρέπει να του χαρίσει την απόλυτη καταξίωση που θα ονειρευόταν κάθε επιθεωρησιογράφος: να γράψει για το θέατρο Ακροπόλ του Βασίλη Μπουρνέλλη. Λέει λοιπόν τα καλύτερα λόγια στον θρυλικό επιχειρηματία για το νέο συγγραφικό ταλέντο και τον πείθει να συναντηθούν. Τηλεφωνεί στον Μιχαηλίδη και του λέει: "Αύριο το μεσημέρι θα σε περιμένει στο γραφείο του στο Ακροπόλ για να σε γνωρίσει και να συζητήσετε για τη συνεργασία σας. Του έχω πει τα καλύτερα λόγια... Πρόσεχε μόνο... Όχι πολλά λόγια και φούμαρα με τον Μπουρνέλλη, γιατί δεν τα σηκώνει,.. Είναι χορτάτος από 'ταλαντούχους'. Σεμνά και ταπεινά΄. Να του κάνεις καλή εντύπωση σαν χαρακτήρας, και τα υπόλοιπα άσ' τα επάνω μου. Άντε με το καλό και να με ενημερώσεις αμέσως".
Ο θρυλικός επιχειρηματίας Βασίλης Μπουρνέλλης και η Ρένα Βλαχοπούλου υπογράφουν συμβόλαιο συνεργασίας...
Η συνάντηση βέβαια δεν εξελίχθηκε τόσο καλά όσο περίμεναν η Βλαχοπούλου και ο Μιχαηλίδης. Ο Μπουρνέλλης, για να δοκιμάσει τη σεμνότητα και την υπομονή του νεαρού Σαλονικιού, εμφανίζεται αδιάφορος και ψυχρός και του λέει "Θα σε ειδοποιήσω". Η Ρένα κλείνει κι άλλα ραντεβού, το σκηνικό επαναλαμβάνεται και κάποια στιγμή, όταν για πολλοστή φορά ο Μπουρνέλλης ρωτά τον Μιχαηλίδη "Ποιος είσαι;", εκείνος αντιδρά άσχημα και του απαντά προσβλητικά (έως... χυδαία, όπως ομολογεί ο ίδιος) και ορκίζεται ότι δεν θα συνεργαστεί ποτέ μαζί του. Η Ρένα χαίρεται, γιατί πιστεύει ότι ο Μπουρνέλλης θα έχει εκτιμήσει αυτή τη συμπεριφορά: πράγματι, στην επόμενη, τυχαία, συνάντησή τους ο επιχειρηματίας δηλώνει στον Μιχαηλίδη ότι θα χαρεί πολύ να συνεργαστεί μαζί του, ωστόσο ο νεαρός συγγραφέας δεν δέχεται, γιατί η απόφασή του να μη συνεργαστεί ποτέ με τις επιχειρήσεις του είναι αμετάκλητη. Πραγματικά, τον όρκο αυτό τον κράτησε όσο ζούσε ο αξέχαστος Μπουρνέλλης, παρόλο που συνέχισαν να συναντιούνται φιλικά, και κατά συνέπεια, ο Μιχαηλίδης άργησε να συνεργαστεί στην επιθεώρηση με τη Ρένα Βλαχοπούλου, αφού εκείνη τότε συνεργαζόταν στενά με τον Μπουρνέλλη.
Δεν άργησαν όμως να συναντηθούν στον κινηματογράφο. Η νεοσύστατη κινηματογραφική εταιρία "Καραγιάννης-Καρατζόπουλος" εξασφαλίζει το 1966 τη συνεργασία της Βλαχοπούλου και η πρώτη μεγάλη της παραγωγή είναι η Βουλευτίνα σε σενάριο του Λάκη Μιχαηλίδη και του Γιώργου Κατσαμπή και σκηνοθεσία του Κώστα Καραγιάννη. Η ταινία, αν και ασπρόμαυρη, γνωρίζει μεγάλη εισπρακτική επιτυχία (κατακτά την 6η θέση στον πίνακα εισιτηρίων της σεζόν 1966-67) και οδηγεί στη δεύτερη συνεργασία των ιδίων συντελεστών την επόμενη σεζόν: το Βίβα Ρένα είναι πιο ακριβή έγχρωμη παραγωγή και σηματοδοτεί τη δεύτερη κινηματογραφική συνεργασία της Ρένας με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Και οι δυο ταινίες δεν ανήκουν σεναριακά στις καλύτερες της φιλμογραφίας της Βλαχοπούλου: ωστόσο, έχουν χαριτωμένες καταστάσεις, αρκετές έξυπνες άτακες και βέβαια είναι άκρως επιτυχμένα star vehicles για τη Ρένα. Επιπλέον της δίνουν την ευκαιρία να ερμηνεύσει αρκετά τραγούδια, σε μουσική Γιώργου Μουζάκη και Γιώργου Κατσαρού αντίστοιχα, που τους στίχους τους έχει γράψει ο Λάκης Μιχαηλίδης δείχνοντας τις ικανότητές του και σ' αυτόν τον τομέα.
Στο δυναμικό της εταιρίας Καραγιάννης-Καρατζόπουλος προστίθεται και η Αλίκη Βουγιουκλάκη και ο Μιχαηλίδης τής γράφει Το πιο λαμπρό αστέρι και Το κορίτσι του Λούνα Παρκ. Όταν αργότερα η Βουγιουκλάκη επιστρέφει στη Φίνος Φιλμ παίρνει μαζί της και τον Μιχαηλίδη που της δίνει τις μεγάλες της επιτυχίες Η αρχόντισσα κι ο Αλήτης, Η νεράιδα και το παλικάρι και Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά. Ο θεσσαλονικιός συγγραφέας είναι πια καθιερωμένος σεναριογράφος που δίνει επιτυχίες και στον Φίνο (Η ωραία του κουρέα, Το λεβεντόπαιδο, Ξυπόλητος Πρίγκιψ)και στον Καραγιάννη (Πατέρα κάτσε φρόνιμα, Ο γεροντοκόρος)ενώ παράλληλα γράφει επιθεωρήσεις και κωμωδίες για μεγάλους αθηναϊκούς θιάσους. Μαζί με τον επί χρόνια συνεργάτη του Πολύβιο Βασιλειάδη γράφουν τις κωμωδίες Επτά χρόνια γάμου, Ο επαρχιώτης, Ο αισιόδοξος, Ο ξύπνιος που κοιμήθηκε, Ένας κοντός θα μας σώσει, Ο σιγανοπαπαδιάς, Ο δημοκράτης, Ο άγουρος και το τρελοκόριτσο, Τι το ‘θελα κι αμάρτησα.
Με τη Ρένα Βλαχοπούλου συναντιέται ξανά το 1980 στον κινηματογράφο, στον οποίο η Ρένα έχει επιστρέψει μετά από μακρόχρονη απουσία την προηγούμενη χρονιά με τις Φανταρίνες. Οι συνθήκες του σινεμά έχουν αλλάξει, ο Φίνος είναι αισθητά απών αλλά η παλιά γενιά δίνει τη μάχη με τις δυνάμεις της αλλά και με συμβιβασμούς. Ο Μιχαηλίδης γράφει για τη Ρένα την κωμωδία (Ρένα), Να η ευκαιρία, που γνωρίζει σαφώς επιτυχία αλλά δεν μπορεί να συγκριθεί με τις ταινίες του παρελθόντος. Αμέσως μετά την ταινία αυτή, οι δυο τους συνεργάζονται για πρώτη φορά και στο θέατρο. Σε συνεργασία και πάλι με τον Βασιλειάδη, τής γράφουν το μιούζικαλ Η μάνα μου η γόησσα με το οποίο η Ρένα περιοδεύει τη σεζόν 1980-81 σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο, γνωρίζοντας τεράστια επιτυχία (στον θίασό της ανήκουν η Ρένα Παγκράτη, ο Γιώργος Λουκάκης, ο Κώστας Παληός, ο Μιχάλης Δεσύλλας και άλλοι ηθοποιοί).
Ο θίασος του μιούζικαλ Η μάνα μου η γόησσα(φωτογραφία από το αρχείο του Μιχάλη Δεσύλλα)
Αν και το έργο έχει ατέλειες, δίνει την ευκαιρία στη Ρένα να λάμψει και να ερμηνεύσει αρκετά επιτυχημένα τραγούδια σε μουσική του Γιώργου Θεοδοσιάδη και στίχους του Λάκη Μιχαηλίδη. Πιο χαρακτηριστικά από αυτά είναι η "Αρτίστα" που συνοψίζει στο τέλος της τη δυσκολία του επαγγέλματος:
Δεν τον νοιάζει, ναι, τον κοσμάκη
αν οι πίκρες σου είναι μάτσο
"Σε πληρώνω", σου φωνάζει,
"και γι΄ αυτό, ρίντι παλιάτσο!"
Αλλά το πιο συγκινητικό είναι το "Τι θα μείνει":
Τι θα μείνει,
ένα άλμπουμ κριτικές απ' τις πρεμιέρες
που το κλείνει βιαστικά ο χρόνος όπως και τις μέρες.
Τι θα μείνει
λίγα μπράβο και παλιές φωτογραφίες
μια γαλήνη, ένα τέρμα στης χαράς τις τρικυμίες.
Τι θα μείνει,
κάποιοι δίσκοι στο πικάκ κι αυτοί φθαρμένοι.
Τι να γίνει,
για το σήμερα είσαι πια ξεπερασμένη.
Από ό,τι έχεις δώσει, το τίποτα μένει,
σωρό αναμνήσεις η μόνη ομορφιά.
Δεν είσαι ζωγράφος, το χτες του να δένει
αφήνοντας πίσω μια απλή ζωγραφιά...
Ένα απολαυστικό ντουέτο: Ρένα Βλαχοπούλου και Μιχάλης Δεσύλλας
στην ταινία Η μανούλα, το μανούλι και ο παίδαρος
(φωτογραφία από το αρχείο του Μ. Δεσύλλα)
Το έργο αυτό μεταφέρεται τη σεζόν 1982-83 στον κινηματογράφο, με τον τίτλο Η μανούλα, το μανούλι και το παίδαρος και με κάποιες αλλαγές στο καστ (βασικότερη η συμμετοχή του Πάνου Μιχαλόπουλου που το όνομά του φιγουράρει "εντός πλαισίου" στις αφίσες μαζί με τον χαρακτηρισμό "Το τσακάλι του ελληνικού κινηματογράφου). Η ταινία, σε σκηνοθεσία Κώστα Καραγιάννη, προδίδει κάποιες αδυναμίες του κειμένου, αλλά μας δίνει την ευκαιρία να χαιρόμαστε τη Ρένα στα τραγούδια του έργου, αν και δυστυχώς το "Τι θα μείνει" είναι συντομευμένο. Για αυτόν τον λόγο προτείνω να το απολαύσουμε από το κανάλι του φίλου desmich8, που το έχει ανεβάσει έτσι ακριβώς όπως ακουγόταν στην παράσταση. Είναι η στιγμή που τα νέα παιδιά προσπαθούν να πείσουν την παλιά πρωταγωνίστρια να εμφανιστεί και πάλι στην πίστα. Στην αρχή της ηχογράφησης ακούγονται οι επευφημίες του κοινού που φέρνει στον νου της η πρωταγωνίστρια...
Η θεατρική καριέρα του μιούζικαλ Η μάνα μου η γόησσα δεν ολοκληρώθηκε με την τουρνέ, αλλά πριν μιλήσουμε γι' αυτήn, να αναφέρουμε πως ο Λάκης Μιχαηλίδης έγραψε ένα ακόμα κινηματογραφικό σενάριο για τη Ρένα, τη Σιδηρά κυρία, ταινία που δεν είναι απαραίτητο να σχολιάσουμε καθώς αποτελεί τη χειρότερη ταινία της Ρένας (αν και η ίδια ξεχωρίζει πάντα, ακόμα και σε... αντίξοες συνθήκες), ενώ συναντήθηκαν και στα χρόνια του βίντεο: της έγραψε το σενάριο για τη Βασίλισσα της ρέγγας, στο οποίο επαναδιαπραγματεύτηκε ιδέες από παλιότερά του σενάρια, ενώ έγραψε επίσης τους στίχους για τα τραγούδια μιας άλλης βιντεοταινίας της με τίτλο Η μεγάλη ρεμούλα (το σενάριο ανήκε στη Μέλπω Ζαρόκωστα). Ο Γιώργος Θεοδοσιάδης γράφει και πάλι τη μουσική και η Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδά το "Ανάβουν τα φώτα" και κυρίως το τρυφερό "Αφού ήταν να 'ρθεις, γιατί άργησες". Στην ίδια ταινία η Μάγια Μελάγια τραγουδά το "Τράβα λοιπόν": τους στίχους αυτούς είχε ερμηνεύσει σε μουσική του Ζακ Ιακωβίδη η αξέχαστη Καίτη Μπελίντα σε μια από τις πρώτες ραδιοφωνικές επιθεωρήσεις που έγραψε ο Λάκης Μιχαηλίδης για το ΕΙΡ, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '60, το Ελάτε να γελάσουμε...
Ας επιστρέψουμε όμως στη θεατρική συνεργασία Ρένας Βλαχοπούλου και Λάκη Μιχαηλίδη. Οι δυο τους συναντιούνται στις θεατρικές επιχειρήσεις των αδελφών Μαρασούλη. Αρχικά το καλοκαίρι του '83 στο "Δεφλινάριο", στην επιθεώρηση Μας πρήξανε τα ούμπαλα, στην οποία συνεργάζονται και οι αξέχαστοι συγγραφείς Ναπολέων Ελευθερίου και Μίμης Τραϊφόρος (αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Μιχαηλίδης παρέμεινε πιστός στο "Δελφινάριο" από το 1983 ως το 1992, γράφοντας, σε συνεργασία πλέον με τον Βύρωνα Μακρίδη κείμενα για όλες τις επιθεωρήσεις που ανέβηκαν εκεί, ενώ επέστρεψε αρκετές φορές και τα επόμενα χρόνια). Τις επόμενες δυο χειμερινές σεζόν, Βλαχοπούλου και Μιχαηλίδης συνεργάζονται στις μεγάλες επιθεωρήσεις που ανεβάζουν οι αδελφοί Μαρασούλη στον "Ορφέα" (της οδού Σταδίου, που δεν "άντεξε" πολύ, παρά τη μεγάλη επιτυχία που γνώριζαν οι παραστάσεις του και έκλεισε): το 1983-84 στο Αλαλούμ Ελλάς και το 1984-85 στο Έξω η Ελλάδα από το ΚΙΑΤΟ. Και τις δυο χρονιές η Ρένα είναι επικεφαλής των πολυπρόσωπων θιάσων στους οποίους συμμετέχουν ο Θανάσης Βέγγος (και τις δυο σεζόν) ο Γιώργος Κωνσταντίνου, ο Γιάννης Μιχαλόπουλος (στο Αλαλούμ), ο Στάθης Ψάλτης, η Σπεράντζα Βρανά (στο Κιάτο) και άλλα μεγάλα ονόματα.
Ο θίασος του Βρετάννια με τους συγγραφείς της κωμωδίας Η δυναστεία της Ρένας Πολύβιο Βασιλειάδη και Λάκη Μιχαηλίδη και τον συνθέτη Γιώργο Θεοδοσιάδη
Τη σεζόν 1985-86 η Ρένα κρίνει πως ήρθε η στιγμή να αποστασιοποιηθεί για λίγο από την επιθεώρηση και να στραφεί στην κωμωδία. Η μάνα μου η γόησσα φαίνεται πως είναι η καλύτερη λύση: αποκτά τον καινούριο τίτλο Η δυναστεία της Ρένας και διαφορετικό καστ (συμμετέχουν αυτή τη φορά ο Δημήτρης Καλλιβωκάς, ο Γιάννης Κατράνης, η Στέλλα Κωνσταντινίδου) και παρουσιάζεται με επιτυχία στο θέατρο Βρετάννια. Αν και το έργο είναι πολύ γνωστό, αφού πλέον η κινηματογραφική του εκδοχή κυκλοφορεί σε βίντεο και μπαίνει στα σπίτια όλης της Ελλάδας (είναι η εποχή της παντοδυναμίας των βίντεο κλαμπ...), ο κόσμος συρρέει στο Βρετάννια και χειροκροτά με την ψυχή του την αγαπημένη πρωταγωνίστρια, φωνάζοντάς της στο τέλος, όπως θυμάται ο Δημήτρης Καλλιβωκάς, "Να μας ζήσεις, να μας ζήσεις!" Ο Καλλιβωκάς διηγείται πως η απόδοση της Ρένας σ' αυτό το έργο τον είχε εντυπωσιάσει και πως ήταν μια καλή ευκαιρία να αναδείξει το ταλέντο της για ένα δίωρο και όχι για τον περιορισμένο χρόνο που διαρκούν τα επιθεωρησιακά νούμερα. Η Ρένα ήταν τότε ακόμα στα μεγάλα της κέφια (δεν είχαν ακόμα παρουσιαστεί τα προβλήματα υγείας που οδήγησαν σταδιακά στην κάμψη της) και, κρίνοντας από τα λίγα βιντεοσκοπημένα αποσπάσματα της παράστασης που είχα την ευκαιρία να δω τότε, νομίζω πως ήταν πραγματικά απόλαυση για το κοινό να τη χαίρεται τόση ώρα στη σκηνή... (Αξίζει να αναφέρουμε επίσης ότι Η μάνα μου η γόησσα ή Η δυναστεία της Ρένας παρουσιάστηκε μια ακόμη φορά στο θέατρο, το 1995 από την Κατερίνα Γιουλάκη με τον τίτλο Μαμά μαμούνια. Αυτή τη φορά το έργο παρουσιάστηκε ως καθαρόαιμη πρόζα αλλά, κατά τη γνώμη μου, η εκλεκτή κωμικός δεν έπειθε όσο η Ρένα στον ρόλο αυτόν).
Η τελευταία θεατρική συνεργασία της Ρένας Βλαχοπούλου με τον Λάκη Μιχαηλίδη πραγματοποιήθηκε τη σεζόν 1990-91 στο θέατρο Ακροπόλ, στην επιθεώρηση Ούτε Ψηλός στον κόρφο μας. Τα κείμενα γράφουν εκτός από τον Μιχαηλίδη ο Βύρωνας Μακρίδης και ο Χάρης Ρώμας. Επί σκηνής βρίσκονται επίσης ο Κώστας Καρράς, ο Γιάννης Μιχαλόπουλος, ο Σωτήρης Τζεβελέκος, ο Τάσος Πεζιρκιανίδης, η Κάτια Αθανασίου και η Έλντα Πανοπούλου που παίζει μαζί με τη Ρένα Βλαχοπούλου στο νούμερο "Μια μόνιμη έκτακτη" που δίνει την ευκαιρία στη Ρένα να επαναλάβει κάποιες ατάκες από τη Μάνα μου τη γόησσα, όταν λέει στην κόρη της τι απαιτείται για να κάνει κάποιος/α καριέρα στο θέατρο.
Ο Λάκης Μιχαηλίδης συνέχισε να γράφει, επιθεωρήσεις κυρίως, σε συνεργασία με τον Βύρωνα Μακρίδη ακάθεκτος μέχρι πριν από λίγα χρόνια για κεντρικά θέατρα της Αθήνας. Αν και η επιθεώρηση είχε πλέον μπει σε μια δύσκολη περίοδο και η σάτιρα συχνά κατέφευγε σε φτηνές λύσεις, τα κείμενα του Μιχαηλίδη συχνά κατάφερναν να διακρίνονται για την ποιότητά τους και το χιούμορ τους. Όταν άρχισε πια να αραιώνει τις συνεργασίες του με θιάσους, ο Μιχαηλίδης ασχολήθηκε με τη συγγραφή βιβλίων. Εξέδωσε σε μυθιστορηματική μορφή τα επιτυχημένα του σενάρια Η νεράιδα και το παλικάρι (με τίτλο Φουρτουνάκηδες και Βροντάκηδες)και Η αρχόντισσα και ο αλήτης (και τα δύο το 2001, από τις εκδόσεις Σιδέρη).Μας έδωσε επίσης ένα χρήσιμο βιβλίο με τίτλο Έτσι γράφεται η επιθεώρηση (εκδ. Σιδέρη, 2002) στο οποίο μετέφερε πολύτιμες αναμνήσεις από την εμπειρία του σ' αυτό το θεατρικό είδος και κάποια από τα πρόσφατα νούμερά του. Δυστυχώς ο ίδιος δεν διέσωσε νούμερά του από τα χρόνια του '60. Υπάρχει, ωστόσο, στο βιβλίο και ένα νούμερο της Ρένας Βλαχοπούλου που το έγραψε σε συνεργασία με τον Γιάννη Καλαμίτση για την επιθεώρηση Έξω η Ελλάδα από το ΚΙΑΤΟ). Τέλος, ο Μιχαηλίδης εξέδωσε το απολαυστικό βιβλίο Ιερά τέρατα, αγγελικά πλασμένα στο οποίο θυμάται περιστατικά από τη γνωριμία του με σπουδαίες/ους ηθοποιούς του ελληνικού θεάτρου (εκδ. Σιδέρη, 2005).
Όπως μας πληροφορεί το βιογραφικό του που είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδας, ο Λάκης Μιχαηλίδης εργάστηκε και για την τηλεόραση: έγραψε σενάρια για τηλεοπτικές σειρές για την ΕΡΤ (από τα πρώτα κιόλας χρόνια λειτουργίας της, πχ. Οικογένεια Ταμτούρλα, Ο ταξιτζής) αλλάκαι για τον ΑΝΤ1 (Είμαι ο πρωθυπουργός, Η καλή πεθερά).
Ο Λάκης Μιχαηλίδης βραβεύτηκε τρεις φορές από την Εταιρία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων (ΕΕΘΣ, της οποίας ήταν τακτικό μέλος από το 1964, ενώ αρκετές φορές ήταν μέλος του Δ.Σ. της) αλλά και με το Βραβείο Παπαδούκα του Κέντρου Μελέτης του Θεάτρου. Δίδαξε επιθεώρηση στο Σπουδαστήριο Θεατρικής Παιδείας της ΕΕΘΣ. Υπήρξε Γ. Γραμματέας του Θεατρικού Μουσείου και Κέντρου Μελέτης του Θεάτρου, μέλος της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Θεάτρου, μέλος Κριτικής Επιτροπής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού θεάτρου. Ήταν επίσης από τα παλαιότερα μέλη της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδος και διετέλεσε για πολλά χρόνια μέλος του ΔιΣ. της αλλά και μέλος του Πειθαρχικού της Συμβουλίου. Η ένωση τον τίμησε για την προσφορά του το 2006, ενώ την ίδια χρονιά τον τίμησε και το 47ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για το σύνολο της προσφοράς του στον ελληνικό κινηματογράφο.
Το 2004, όταν εκδόθηκε από την Άγκυρα η βιογραφία της Ρένας, ο Λάκης Μιχαηλίδης επέτρεψε με πολύ μεγάλη χαρά να δοθεί στο βιβλίο ο τίτλος της ταινίας του Βίβα Ρένα και έγραψε στον πρόλογο τα εξής συγκινητικά λόγια: Όταν έχεις το κουράγιο να "στραπατσάρεις" την πλούσια ομορφιά σου... Όταν ο αυτοσαρκασμός σου δεν γνωρίζει περιθώρια... Όταν η αθυροστομία σου γίνεται ποιητικός λόγος... Όταν τραγουδάς σαν να λαλούνε αηδόνια... Όταν η υποκριτική σου δημιουργεί θαυμασμό... Τότε, ναι... Μπορείς να ισχυριστείς ότι είσαι η Ρένα Βλαχοπούλου. Πόσοι όμως μπορούν να το ισχυριστούν αυτό... εκτός από την ίδια;
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Λάκης Μιχαηλίδης αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας που οδήγησαν στον ακρωτηριασμό του ενός ποδιού του. Μέχρι το τέλος πάντως παρέμεινε πνευματώδης, οξυδερκής παρατηρητής της σύγχρονης πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, ακόμα και αν δεν είχε τη δυνατότητα να την αποτυπώνει σε εξαιρετικά επιθεωρησιακά νούμερα, όπως στο παρελθόν. Στον Λάκη Μιχαηλίδη χρωστώ εν μέρει την αγάπη μου για το μουσικό θεάτρο, καθώς η πρώτη επιθεώρηση που είδα ήταν γραμμένη από κείνον (σε συνεργασία με τον Β. Μακρίδη, τον Ν. Καμπάνη και τον Χ. Ρώμα). Ήταν το Αντρέα προχώρα, σε θέλει άλλη χώρα, στο κινηματοθέατρο Εγνατία της Θεσσαλονίκης, με τον θίασο Σωτήρη Μουστάκα, Μαρίας Μπονέλλου, Γιάννη Βογιατζή, Νάντιας Φοντάνα και Έρρικας Μπρόγιερ, στις 26 Απριλίου του 1987 (ήταν και τότε Κυριακή του Θωμά...). Ίσως ήταν μια από τις τελευταίες καλές επιθεωρήσεις της παλιάς σχολής που εκπροσωπούσε ο Λάκης Μιχαηλίδης και που με τον θάνατό του μοιάζει να αποσύρεται οριστικά από το προσκήνιο...
Οι συγγραφείς Βύρωνας Μακρίδης, Λάκης Μιχαηλίδης, Νίκος Καμπάνης
και ο συνθέτης Γιώργος Κριμιζάκης που συνεργάστηκαν
για την επιθεώρηση Αντρέα, προχώρα, σε θέλει άλλη χώρα
Η φετινή πασχαλινή ανάρτηση συνδυάζει τα... εικαστικά με το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Σας παρουσιάζω μια πρωτότυπη φωτογραφική σύνθεση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικο Κλικ (στο εορταστικό τεύχος του Ιανουαρίου 1999 που κυκλοφόρησε, ως είθισται, τον Δεκέμβριο του 2008) ως μέρος μιας "υπερπαραγωγής των στούντιο ΚΛΙΚ: κλασικά έργα με νέα διανομή και σκηνοθεσία. Αθάνατες επιτυχίες πάλι κοντά σας με νέους πρωταγωνιστές. Παρακαλείσθε να τηρείτε τη σειρά στο ταμίο". Αυτός ήταν ο πρόλογος για τα "Tableaux Vivants", για το ζωντάνεμα τεσσάρων κλασικών έργων και τεσσάρων έργων από τον 20ό αιώνα. Η "σκηνοθέτιδα" Μάρα Δεσύπρη, με τη βοήθεια της "σεναριογράφου" Μαργαρίτας Μιχελάκου και του "καλλιτεχνικού διευθυντή" Ηλία Μιχαλόλια παρουσίασαν τους οκτώ πίνακες με μια νέα ματιά, δίνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μεγάλα ονόματα από το θέατρο, τη μόδα, τη μουσική, την τηλεόραση, το Χρηματιστήριο και την πολιτική.
Η Ρένα Βλαχοπούλου επιλέχτηκε από τους συντελεστές της "υπερπαραγωγής" αυτής για τη νέα εκδοχή του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Στη νέα αυτή εκδοχή αντί για το τραπέζι του Χριστού και των δώδεκα μαθητών Του, έχουμε τον Μυστικό Δείπνο της σύγχρονης ελληνικής κωμωδίας: δώδεκα κωμικές/οί ηθοποιοί της νεότερης γενιάς πλαισιώνουν τη μεγάλη δασκάλα τους, τη Ρένα Βλαχοπούλου. Ο φακός της Μάρας Δεσύπρη απαθανάτισε ένα απόγευμα του Σεπτεμβρίου του 1998 τις/τους Καλλιόπη Ταχτσόγλου, Άννα Κουρή, Μαρία Καβογιάννη, Καίτη Κωνσταντίνου, Χρήστο Ευθυμίου, Τζόυς Ευείδη, Χρήστο Χατζηπαναγιώτη, Ρένια Λουϊζίδου, Υρώ Μανέ, Κόστα Κόκλα, Ματθίλδη Μαγγίρα και Γαλήνη Τσεβά στον ρόλο των μαθητριών/τών. Κατά τη γνώμη μου λείπει από τον πίνακα αυτόν η σπουδαία Χρύσα Ρώπα που ανήκει στην ίδια γενιά με τους/τις παραπάνω (νομίζω ότι είναι καταλληλότερη από τουλάχιστον μία από τις παραπάνω κυρίες για αυτή τη θέση). Ωστόσο, οι περισσότεροι/ες από τους/τις εικονιζόμενους/ες δικαίωσαν τη θέση τους στη σύνθεση αυτή δίνοντας εξαιρετικά δείγματα κωμικού ταλέντου στα δώδεκα χρόνια που μεσολάβησαν από τότε μέχρι σήμερα. Μοναδικές απουσίες ο Χρήστος Ευθυμίου που "έφυγε" πρόωρα πριν από ενάμιση χρόνο και, φυσικά, η Ρένα Βλαχοπούλου που το έργο της συνεχίζει να διδάσκει τις νεότερες γενιές κωμικών και να τους υποδεικνύει τα σπουδαιότερα προσόντα της/του κωμικής/ού ηθοποιού: την αμεσότητα και την αλήθεια.
Για την ιστορία αναφέρω ότι στο πρωτότυπο αφιέρωμα του Κλικ παρουσιάστηκαν οι νέες εκδοχές των παρακάτω έργων: Νεαρός άρρωστος βάκχος του Caravaggio με τον Χρήστο Ευθυμίου, Ο θάνατος του Μαρα του Jacques-Louis David με τον Σταύρο Τζιούφα, Η Παναγιά με βρέφος σε ροδόκλημα του Stephan Lochner με την Κοραλία Καράντη, Στο αυτοκίνητο του Roy Lichtenstein με τον Μάριο Φραγκούλη (που είναι και ανηψιός της Ρένας!), American Gothic του Grant Wood με τη Μαρία Μπακοδήμου και τον Φώτη Σεργουλόπουλο, Living των Gilbert και George με τους Γ. Τριανταφύλλου και Δ. Αλεξάκη/Deux Hommes, και Golconde του Rene Magrille με τον Άρη Σπηλιωτόπουλο. Στη φωτογράφηση χρησιμοποιήθηκαν κοστούμια των Κωνσταντίνου και Ευαγγελίνας Γερογιώργου. Για το μακιγιάζ και τα μαλλιά εργάστηκαν οι Μάνος Βυνιχάκης, Κερασία Κούη, Βανέσσα Κουτσοποδιώτου, Φράνσις Ευριπίδου. Βοηθός σκηνοθέτη ήταν ο Γιώργος Δημουλάς και διευθυντής παραγωγής ο Βασίλης Παππάς.
Με αυτή την εξαιρετική φωτογραφική σύνθεση σας εύχομαι Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση. Να περάσετε όμορφα αυτές τις μέρες με τα πρόσωπα που αγαπάτε. Το μπλογκ, που γίνεται αύριο δύο χρόνων, θα παρουσιάσει σε λίγες μέρες ένα αφιέρωμα στον συγγραφέα Λάκη Μιχαηλίδη που πέθανε την περασμένη εβδομάδα, ενώ θα ακολουθήσει ένα αφιέρωμα στον "βασιλιά της προσωπογραφίας" στην Ελλάδα, τον πορτρετίστα Νίκο Ζαχόπουλο, που ζωγράφισε εξαιρετικά πορτρέτα της Ρένας Βλαχοπούλου και έζησε κοντά της τα τελευταία δεκαέξι χρόνια της ζωής της.
Χρόνια πολλά, καλά και δημιουργικά σε όλες και όλους!
Πριν από λίγες μέρες το Mega Channel πρόβαλε το τελευταίο επεισόδιο της κωμικής σειράς Ντόλτσε Βίτα των Αλέξανδρου Ρήγα-Κώστα Παπαπέτρου. Στο επεισόδιο αυτό, στη σκηνή όπου η Χριστίνα αποφασίζει να ακολουθήσει τον μεγάλο της έρωτα, τον Αντώνη, και να εγκαταλείψει στα σκαλιά της εκκλησίας τον παρά λίγο δεύτερο σύζυγό της, ακούγεται το τραγούδι "Κάποιος ήρθε στη ζωή μου" που ερμηνεύει τρυφερά η Άννα Παναγιωτοπούλου. Πρόκειται φυσικά για το τραγούδι του Γιώργου Κατσαρού και του Πυθαγόρα που πρωτοερμήνευσε η Ρένα Βλαχοπούλου στην ταινία του Κώστα Καραγιάννη Η ζηλιάρα (1968-69). Αξίζει νομίζω να ακούσουμε το τραγούδι αυτό από την Άννα Παναγιωτοπούλου:
Λίγες μέρες μετά την προβολή αυτού του επεισοδίου είχα τη χαρά να απολαύσω την Άννα Παναγιωτοπούλου σε ένα ρεσιτάλ ερμηνείας, στον μονόλογο του Βασίλη Κατσικονούρη Το μπουφάν της Χάρλεϊ ή Πάλι καλά που παρουσίαζε η δημοφιλής ηθοποιός τους τελευταίους τέσσερις μήνες κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο θέατρο "Δημήτρης Χορν" (παράλληλα με τις εμφανίσεις της στην επιθεώρηση Ζωή σ' ελόγου μας, μια παράσταση που δεν ευτύχησε σε επίπεδο κειμένων--στην οποία όμως η Παναγιωτοπούλου κατάφερε να ξεχωρίσει με το κύρος και την εμπειρία της στο είδος). Το μπουφάν της Χάρλεϊ θα επαναληφθεί το φθινόπωρο και σας συστήνω ανεπιφύλακτα να το δείτε. Όπως έγραψε και ο φίλος Θράσος, πρόκειται για έναν πολύ ωραίο μονόλογο, και σε κάποια σημεία συγκλονιστικό, ο οποίος απογειώνεται με την ερμηνεία της Άννας Παναγιωτοπούλου που αποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο σπουδαία ηθοποιός είναι. Και δεν θα πω απλώς "πόσο σπουδαία κωμικός είναι", γιατί σίγουρα η Άννα Παναγιωτοπούλου δεν είναι μόνον κωμική ηθοποιός. Μπορεί οι περισσότερες και οι πιο επιτυχημένες ερμηνείες της να έχουν καταγραφεί στην κωμωδία και την επιθεώρηση, η ίδια ωστόσο έχει πάρα πολλές δυνατότητες, και σε αυτή την παράσταση των 45 μόλις λεπτών το αποδεικνύει. Με τη βοήθεια της σκηνοθεσίας του Πέτρου Ζούλια και τη γλυκιά μουσική υπόκρουση του Παναγιώτη Τσεβά, η Παναγιωτοπούλου μας παίρνει ασυζητητί με το μέρος της ως μάνα που επισκέπτεται το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη για να μιλήσει στον γιο της: ο Εύζωνας δεν μπορεί φυσικά να αντιδράσει παρά μόνο χτυπώντας τον υποκόπανο του όπλου του και έτσι εκείνη μπορεί να πει όλα όσα δεν μπόρεσε να πει μέχρι τώρα.
Το έργο του Κατσικονούρη είναι ταυτόχρονα τρυφερό και σκληρό: λέει σπουδαίες αλήθειες με απλά, καθημερινά λόγια και αυτή είναι η δύναμή του. Νομίζω ότι ο καθένας και η καθεμία θα βρει πράγματα που τον/την αγγίζουν ή/και τον/την εκφράζουν, και σίγουρα όχι μόνον οι μανάδες. Θα αναγνωρίσει κοινά στοιχεία με την κοπέλα που ξεκίνησε από τη Ροδόπολη (Σερρών, υποθέτω, αφού ο συγγραφέας κατάγεται από τα μέρη μας...) με πόθο για ζωή, έναν πόθος που δυστυχώς διαψεύστηκε από τη ζωή που τελικά της έλαχε να ζήσει. Η ματαίωση των νεανικών ονείρων της ηρωίδας θα μπορούσαν να κάνουν τον μονόλογο μελοδραματικό: ωστόσο το έργο δεν μπατάρει προς το μελόδραμα. Κωμικές και δραματικές στιγμές εναλλάσσονται διαρκώς. Και στις μεν κωμικές στιγμές η γνώριμη κωμική περσόνα της Παναγιωτοπούλου εξυπηρετεί το κείμενο με τα αναμενόμενα εξαιρετικά αποτελέσματα. Στις δραματικές στιγμές όμως έχουμε την έκπληξη: η Άννα Παναγιωτοπούλου θαρρώ πως δεν αφήνει κανέναν/καμία ασυγκίνητο/η. Υπάρχει μια φράση στο έργο (που δυστυχώς δεν μπορώ να αναφέρω γιατί θα λειτουργήσει ως spoiler) με την οποία η Παναγιωτοπούλου εμένα με συγκλόνισε. Ωστόσο, πιστεύω ότι όποιος/α δει την παράσταση θα βρει τη τις δικές του/της αγαπημένες στιγμές ή φράσεις. Θα αναγνωρίσει τη δύναμη των λέξεων του Κατσικονούρη--των λέξεων που η ηρωίδα του δεν χρειαζόταν να ακούει από τον γιο της: της έφτανε να βλέπει τα μάτια του και να βρίσκει εκεί μέσα όλες τις λέξεις του κόσμου, όπως λέει η ίδια. Θα γοητευτεί από τη δύναμη που έχει το ερώτημα που θέτει η μάνα: "Κι εσείς, ποια μυρωδιά να σας φέρνει δάκρυα αύριο; Ποια γεύση θα πεθυμήσετε;"
Καμαρώνοντας την Άννα Παναγιωτοπούλου σ' αυτή την ξεχωριστή ερμηνεία, δεν μπόρεσα να μην κάνω κάποιες αναπόφευκτες σκέψεις αλλά και συγκρίσεις με τη Ρένα Βλαχοπούλου (πέρα από το "παράπονο" που έχω για το γεγονός ότι η Ρένα Βλαχοπούλου δεν δοκιμάστηκε ποτέ σε κάτι αντίστοιχο...). Και οι δυο ηθοποιοί έχουν καταγραφεί στη συνείδηση του μεγάλου κοινού ως σπουδαίες κωμικοί, κορυφαία η καθεμία της γενιάς της στην επιθεώρηση και στην κωμωδία. Στη συγκινητική εκπομπή που αφιέρωσε στη μνήμη της Ρένας τον περασμένο Αύγουστο (Μπα, πήγε κιόλας δώδεκα; στο Δεύτερο Πρόγραμμα της ΕΡΑ), η Παναγιωτοπούλου είπε ότι θεωρεί τη Βλαχοπούλου δασκάλα της. Οι δυο γυναίκες βέβαια προσέγγισαν την κωμωδία και την υποκριτική τέχνη από εντελώς διαφορετικούς δρόμους. Αυτοδίδακτη και αυθόρμητη η Ρένα, μετέφερε στο θέατρο όψεις του εαυτού της, χωρίς επεξεργασμένες τεχνικές και υποκριτικούς κώδικες--στην αρχή της καριέρας της τουλάχιστον. Όπως είπε η Παναγιωτοπούλου στην εκπομπή της, η Ρένα στη σκηνή και την οθόνη "αφηνίαζε, γινόταν ο όποιος ρόλος κανονικά, δεν μεσολαβούσε τίποτα ανάμεσα σ' αυτήν και στον ρόλο". Στην προσπάθειά της να αποκωδικοποιήσει τους κώδικες της Βλαχοπούλου, η Άννα Παναγιωτοπούλου συνειδητοποίησε ότι "δεν είχε κώδικες, δεν είχε συγκεκριμένη τεχνική: την έφερε χωρίς καν να τη γνωρίζει". Η Παναγιωτοπούλου, από την άλλη, ανήκει σε μια γενιά πιο "διαβασμένη". Έπειτα από σπουδές στο Εθνικό Θέατρο και από σοβαρή μελέτη της επιθεώρησης και των επιθεωρησιακών ηθοποιών, η Παναγιωτοπούλου και η ομάδα του Ελεύθερου θεάτρου ανανέωσαν το μουσικό θέατρο και ανέπτυξαν τους δικούς τους ιδιαίτερους κώδικες, ίσως πιο εγκεφαλικά από τη γενιά της Βλαχοπούλου, αλλά με αντίστοιχη αμεσότητα και επιτυχία, εκφράζοντας και τις ανάγκες της νέας εποχής τόσο σε θεατρικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.
Η Άννα Παναγιωτοπούλου όμως έχει ένα ακόμα προσόν που η Ρένα Βλαχοπούλου δυστυχώς δεν το είχε, ίσως λόγω "καταβολών", ίσως και λόγω των συνθηκών του θεάτρου και της εποχής που εκπροσωπούσε. Η Παναγιωτοπούλου έχει αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργεί ως δημιουργικός πυρήνας. Τόσο στην εποχή του Ελεύθερου Θεάτρου και της Ελεύθερης Σκηνής, όπου ήταν μια από τις βασικές δημιουργικές μονάδες του θιάσου, όσο και στη μετέπειτα "προσωπική" της καριέρα, μέσα από τις επιλογές των έργων και των συνεργατών/συνεργάτιδών της (κυρίως στο θέατρο αλλά ώς έναν βαθμό και στην τηλεόραση), η Άννα Παναγιωτοπούλου ήταν η αιτία και η αφορμή να παρουσιαστούν σημαντικές δουλειές, κάποιες από τις οποίες έμειναν στην ιστορία. Κλασική απόδειξη αυτού του ισχυρισμού μου είναι φυσικά το Έκτο πάτωμα, η θρυλική πλέον παράσταση που εμπνεύστηκε η Άννα Παναγιωτοπούλου και παρουσίασε το 1991-92 στο θέατρο "Περοκέ". Η ίδια ανέλαβε τη διασκευή της παλιάς κωμωδίας του Αλφρέντ Ζερί και έχοντας στο πλευρό της τον Σταμάτη Κραουνάκη και τη Λίνα Νικολακοπούλου παρουσίασε μια φρέσκια εκδοχή του έργου που τη στήριξε ένας πολυπρόσωπος θίασος ταλαντούχων ηθοποιών: Χρήστος Βαλαβανίδης, Κατιάνα Μπαλανίκα, Νένα Μεντή, Ελένη Γερασιμίδου, Τάσος Χαλκιάς, Σοφία Ολυμπίου, Γιώργος Νινιός, Χρήστος Χατζηπαναγιώτης και άλλοι/ες, οδηγημένοι/ες από τον σκηνοθέτη Δημήτρη Έξαρχο έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό και με τις ερμηνίες τους ανέδειξαν το χιούμορ της διασκευής της Παναγιωτοπούλου και τη μαγεία των τραγουδιών των Κραουνάκη-Νικολακοπούλου.
Τηρουμένων των αναλογιών, θα τολμούσα να πω ότι η αντοχή, η απήχηση και η πορεία των τραγουδιών του Έκτου πατώματος θυμίζουν τα τραγούδια μιας άλλης ιστορικής θεατρικής παράστασης, της Οδού Ονείρων του Μάνου Χατζιδάκι, που ανέβηκε σχεδόν 30 χρόνια πριν Το έκτο πάτωμα. Στο Μετροπόλιταν του '62 ήταν η Ρένα Βλαχοπούλου που πήρε την πρωτοβουλία να καλέσει τον Μάνο Χατζιδάκι για να συνεργαστούν κι εκείνος ανέλαβε στη συνέχεια τα πάντα. Στο Περοκέ του 1991 η Άννα Παναγιωτοπούλου δεν κάλεσε απλώς τον Κραουνάκη και τη Νικολακοπούλου για να συνεργαστούν, αλλά υπήρξε η ψυχή του εγχειρήματος και κατάφερε να δημιουργήσει αυτόν τον θεατρικό μύθο που είναι σήμερα το Έκτο πάτωμα για όσους/ες δεν κατάφεραν να το δουν στη σκηνή, αλλά το χαίρονται μέσα από τις κλασικές πλέον ερμηνείες του δίσκου και τις διάφορες επανεκτελέσεις των τραγουδιών του.
Είχα τη χαρά να δω την παράσταση εκείνη στο κιν/θέατρο Ανατόλια της Θεσσαλονίκης (με κάποιες αλλαγές στη διανομή) και να χαρώ το άρτιο αποτέλεσμα τη δουλειάς όλων των συντελεστών της. Επιπλέον όμως, είχα άλλη μια ευκαιρία να απολαύσω την εξαιρετική διασκευή της Παναγιωτοπούλου σε ένα ερασιτεχνικό ανέβασμα του έργου τον Μάιο του 2003, από τη θεατρική ομάδα "Ψ" του τμήματος Ψυχολογίας του Α.Π.Θ. Εκεί διαπίστωσα ότι η διασκευή του έργου δεν είχε "παλιώσει" καθόλου (παρόλο που είχαν περάσει 12 χρόνια από την πρώτη της παρουσίαση) και χάρη σ' αυτήν το "παλαιό" έργου του Ζερί μπορούσε να περάσει και στο κοινό της νέας χιλιετίας (και μάλιστα δίχως τις προσωπικότητες των πεπειραμένων ηθοποιών της παράστασης του Περοκέ--δίχως βέβαια να υποτιμώ το παίξιμο των φοιτητών/τριών της ομάδας). Πέρσι είχε ακουστεί ότι αυτή η παράσταση θα επαναλαμβανόταν από την Άννα Παναγιωτοπούλου σε θέατρο της Αθήνας. Το σχέδιο αυτό όμως δυστυχώς ναυάγησε. Είναι ωστόσο μια ιδέα που δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί: τα σχόλια που αφήνουν χρήστες/τριες του youtube στα λιγοστά βιντεάκια με τραγούδια από το Έκτο πάτωμα του Περοκέ δείχνουν πως ένα νέο κοινό θα ήθελε πολύ να ξαναδεί αυτά τα τραγούδια στη σκηνή ενός θεάτρου.
Στο παρακάτω βίντεο η Άννα Παναγιωτοπούλου ερμηνεύει το "Τραγούδι της σταρ": είναι η σκηνή όπου η Ζερμαίν, η πρωταγωνίστρια του έργου, θυμάται ότι κάποτε στα νιάτα της είχε συναντήσει έναν κύριο που της πρότεινε να γίνει ηθοποιός.
Ένα από τα πιο ωραία τραγούδια του Έκτου πατώματος είναι το "Τραγούδι της Γκρίζας Κυρίας" που πριν από λίγα χρόνια ερμήνευσαν στην Κλασική Συνταγή του Σταμάτη Κραουνάκη αρχικά η Τζένη Μπότση και έπειτα η Πωλίνα. Στο παρακάτω βίντεο μπορούμε να το απολαύσουμε όπως ακριβώς παρουσιαζόταν στην παράσταση του Περοκέ, με τη Νένα Μεντή πλαισιωμένη από την Άννα Παναγιωτοπούλου, την Κατιάνα Μπαλανίκα και τη Σοφία Ολυμπίου.
Η Άννα Παναγιωτοπούλου είναι μια σημαντική ηθοποιός που ελπίζω ότι θα μας δώσει κι άλλες σπουδαίες ερμηνείες (όπως αυτή που μας χάρισε στο Μπουφάν της Χάρλεϋ). Επιλέον ελπίζω ότι θα οργανώσει και άλλες σημαντικές παραστάσεις όπως το Έκτο πάτωμα, τις παραστάσεις που παρουσίασε στο Βρετάννια αλλά και τη Θεία από το Σικάγο του θεάτρου Ήβη. Άτομα με τη δική της πείρα, τις ιδέες της και τη δύναμή της να λειτουργεί ως δημιουργικός πυρήνας μιας ομάδας είναι πολύτιμα για το θέατρό μας και τον πολιτισμό μας.
Θα κλείσω αυτό το αφιέρωμα στην Άννα Παναγιωτοπούλου με ένα τρυφερό τραγούδι που ερμήνευσε η ίδια πριν από είκοσι περίπου χρόνια για το αγαπημένο της σκυλάκι, τον Πατσατσούφα, ο οποίος εμφανίστηκε μάλιστα ως guest-star σε δυο επεισόδια της ιστορικής σειράς Οι τρεις χάριτες το 1990 (άλλος ένας αναπόφευκτος συσχετισμός της Παναγιωτοπούλου με τη Ρένα Βλαχοπούλου, που επίσης λάτρευε τα σκυλιά και το τελευταίο της πεκινουά, ο Μάο, τη συντρόφευσε σε αρκετές ταινίες της και σε τρία επεισόδια των τελευταίων της τηλεοπτικών σειρών). Είναι ένα τραγούδι του Σάκη Τσιλίκη που αγαπώ ιδιαίτερα, για διάφορους λόγους, και σίγουρα αγγίζει όσους/ες αγαπούν τα ζώα και έχουν ή είχαν κάποτε ένα ζωάκι για συντροφιά τους.
Δύο εβδομάδες μας χωρίζουν τυπικά από την επίσημη λήξη της θεατρικής χειμερινής σεζόν, αφού η Κυριακή των Βαΐων που πέφτει φέτος στις 28 Μαρτίου θεωρείται παραδοσιακά το τέλος της. Πρέπει λοιπόν, με αρκετή καθυστέρηση, να γράψω για 3 + 1 παραστάσεις αυτής της σεζόν που θυμίζουν Ρένα Βλαχοπούλου--στον Rena Fan τουλάχιστον. Πρόκειται για τρεις αθηναϊκές παραστάσεις, που συνεχίζονται μέχρι το Πάσχα, και για μια καλαματιανή που έχει μάλλον ρίξει οριστικά αυλαία...
Το τρίτο στεφάνιτου Κώστα Ταχτσή στο Εθνικό θέατρο
Η πιο εμπορική παράσταση της φετινής σεζόν είναι αναμφισβήτητα το Τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή που διασκεύασαν για το θέατρο ο Σταμάτης Φασουλής και ο Θανάσης Νιάρχος και σκηνοθέτησε ο Σταμάτης Φασουλής. Οι φίλοι/ες του blog έχουν πια... εμπεδώσει τη σχέση της Ρένας Βλαχοπούλου με το μυθιστόρημα του Ταχτσή. Το 1979 ο νεαρός Γιώργος Παυριανός αποφάσισε να το μεταφέρει στο ραδιόφωνο, στο φιλόξενο Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΑ και του Μάνου Χατζιδάκι. Με συνεργάτη τον Δημήτρη Λέκκα στη μουσική επιμέλεια, μετά από διάφορα εμπόδια και με κόπο και βάσανα, το φιλόδοξο αυτό εγχείρημα έκανε πρεμιέρα τον Μάρτιο του 1979 και έτσι σήμερα έχουμε την ευκαιρία να απολαμβάνουμε τη Ρένα Βλαχοπούλου σε κάτι διαφορετικό από αυτά που μας είχε συνηθίσει, στον ρόλο της Νίνας και, πλάι της, συγκλονιστική Εκάβη η Σμάρω Στεφανίδου.
Όπως είχε διηγηθεί η Βλαχοπούλου στον Παυριανό, και ο Μιχάλης Κακογιάννης την είχε σκεφτεί για την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου, ταινία που δεν πραγματοποιήθηκε. Εκτός από τον Κακογιάννη, και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος σχεδίαζε για ένα διάστημα την κινηματογραφική μεταφορά του έργου, αλλά εκείνος φαίνεται ότι είχε επιλέξει μόνο την Εκάβη, τη Λήδα Πρωτοψάλτη. Παρόλο που ούτε αυτή η ταινία πραγματοποιήθηκε ποτέ, η Λήδα Πρωτοψάλτη έπαιξε τελικά την Εκάβη στην τηλεοπτική μεταφορά του έργου (ΑΝΤ1, 1995-96), για την οποία υπεύθυνος ήταν ο Γιάννης Δαλιανίδης. Ο Δαλιανίδης είχε ένα πολύ καλό καστ και πολλές καλές ιδέες για την τηλεοπτική διασκευή του Στεφανιού, ωστόσο το αποτέλεσμα δεν ήταν αυτό που θα έπρεπε, επειδή, κατά τη γνώμη μου, η σειρά γυρίστηκε μάλλον γρήγορα και μάλλον με τηλεοπτικούς όρους (τρικάμερο, φτηνά σκηνικά). Ωστόσο, ήταν πολύ καλές στους ρόλους του και οι δυο πρωταγωνίστριές του τηλεοπτικού Τρίτου στεφανιού, η "Εκάβη" Λήδα Πρωτοψάλτη και η "Νίνα" Νένα Μεντή.
Και φέτος, 13 χρόνια μετά το σίριαλ, η Νένα Μεντή συμμετέχει και πάλι στο Τρίτο στεφάνι, στη θεατρική του μεταφορά, μα τούτη τη φορά αναλαμβάνει τον ρόλο της Εκάβης. Η ίδια η Μεντή εξάλλου δήλωσε πως νιώθει πολύ πιο κοντά στην ιδιοσυγκρασία της Εκάβης παρά της Νίνας (πέρα από το γεγονός ότι σήμερα είναι πλέον ηλικιακά πιο κοντά στην Εκάβη). Για τον ρόλο της Νίνας ο Φασουλής επέλεξε αρχικά την Πέγκυ Σταθακοπούλου η οποία όμως αναγκάστηκε για προσωπικούς λόγους να αποχωρήσει από τον θίασο λίγο καιρό πριν την πρεμιέρα και έτσι τον ρόλο ανέλαβε η Φιλαρέτη Κομνηνού.
Λίγες εβδομάδες πριν από την πρεμιέρα του έργου ο Σταμάτης Φασουλής έδωσε μια συνέντευξη στη Ρούλα Γεωργακοπούλου για τον Ταχυδρόμο των Νέων. Ο σκηνοθέτης δήλωσε μεταξύ άλλων πως αποφάσισε πώς ήρθε η ώρα να ανεβάσει αυτή την παράσταση αφού είδε τη Μεντή να ερμηνεύει την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου στον μονόλογο του Πέτρου Ζούλια, καθώς η Εκάβη δεν είναι ένα, είναι πολλά πράγματα, πρωτεϊκή μορφή με χιλιάδες εκφάνσεις, και αυτό η Μεντή μπορεί να το αποδώσει. Στην παρατήρηση της δημοσιογράφου ότι στον ρόλο της Νίνας έχουν διαπρέψει στο παρελθόν η Μεντή και η Βλαχοπούλου ο Φασουλής είπε "Δεν ήταν πολύ καλή η Ρένα εκεί. Απλώς διάβαζε τον ρόλο". Η Γεωργακοπούλου συμπλήρωσε πως "Είχε μια λαϊκότητα πάντως", αλλά ο Φασουλής την αντέκρουσε λέγοντας πως η Νίνα δεν είναι λαϊκό κορίτσι, αλλά βρίσκεται στο όριο ανάμεσα στο Κολωνάκι και στα Εξάρχεια.
Θα διαφωνήσω με τον Φασουλή στο ότι η Ρένα δεν ήταν πολύ καλή εκεί, όχι φυσικά επειδή είμαι Rena Fan. Σαφώς η Ρένα "διάβαζε" τον ρόλο (όπως και όλοι/ες όσοι/ες συμμετείχαν) αλλά δεν νομίζω ότι "είχε" απλώς λαϊκότητα. Μπορεί η κινηματογραφική της εικόνα να παρέπεμπε πάντα σε λαϊκές φιγούρες, ωστόσο τόσο οι οικογενειακές καταβολές της όσο και η τραγουδιστική της καριέρα τής κληροδότησαν αυτή τη δισυπόστατη ταυτότητα αστής και λαϊκής γυναίκας. Όσο για το αν ήταν πολύ καλή ή όχι, θα πω, όσο πιο αντικειμενικά μπορώ, ότι η Ρένα Βλαχοπούλου ως Νίνα ήταν πολύ καλή, με πολλές εξαιρετικές στιγμές. Δυστυχώς δεν ήταν πάντα εξαιρετική γιατί δεν ήταν πάντα προετοιμασμένη για την ηχογράφηση (όπως ήταν η Σμάρω Στεφανίδου), ωστόσο μας έδειξε πόσο πιο πολλά θα είχε κάνει στην καριέρα της αν αποφάσιζε να ρισκάρει και να δοκιμαστεί σε διαφορετικά πράγματα και αν βρίσκονταν και οι σκηνοθέτες που θα την έπειθαν να κάνει ανάλογες κινήσεις (με αυτό το δεδομένο θεωρώ κατόρθωμα του νεαρού τότε Γιώργου Παυριανού το ότι την έπεισε να πάρει μέρος στο Τρίτο στεφάνι και ότι τη βοήθησε να αποδώσει τον ρόλο τόσο καλά...).
Παρασύρθηκα όμως, το θέμα μου δεν είναι το Τρίτο στεφάνι του Τρίτου Προγράμματος, αλλά το Τρίτο στεφάνι του Εθνικού Θεάτρου. Ο Φασουλής είναι ειδικός στο να στήνει μεγάλα λαϊκά θεάματα, και το αλησμόνητο Βίρα τις Άγκυρες που σκηνοθέτησε σ' αυτή την ίδια σκηνή το 1997 θα αποτελεί πάντα το μέτρο για ό,τι ανάλογο κάνει ο ίδιος (αλλά και άλλοι/ες) στο μέλλον. Το Τρίτο στεφάνι δεν βρίσκεται στο ύψος εκείνης της παράστασης, αλλά πάντως είναι μια πολύ καλή παράσταση που καταφέρνει παρά τη μεγάλη διάρκειά της (4 ώρες και 15 λεπτά...) να μην κουράζει το κοινό. Οι ρυθμοί της είναι γρήγοροι και ίσως αυτό το προτέρημα να μην αφήνει παραδόξως την παράσταση να απογειωθεί, αφού εκ των πραγμάτων τα πράγματα πρέπει να κυλήσουν γρήγορα και σε κάποιες στιγμές η προσδοκώμενη εμβάθυνση δεν επιτυγχάνεται (ενώ στο Βίρα τις άγκυρες η εμβάθυνση αυτή προσφερόταν από τα τραγούδια του έργου). Ήταν βέβαια πολύ δύσκολο να "χωρέσει" ολόκληρο το βιβλίο του Ταχτσή στην παράσταση και παρά τις παραλείψεις που αναγκαστικά έγιναν (πχ το κομμάτι των Δεκεμβριανών) νιώθεις ότι έχεις δει πραγματικά όλο το έργο χωρίς σημαντικές απώλειες.
Το πρώτο μέρος της παράστασης είναι μάλλον καλύτερο τόσο ως διασκευή όσο και ως σκηνικό αποτέλεσμα. Σ' αυτό κυριαρχεί η ιστορία της Εκάβης και πραγματικά η Νένα Μεντή αποδεικνύει πόσο σπουδαία ηθοποιός είναι. Γράφτηκε ότι η ερμηνεία της αγγίζει το επίπεδο της Κατίνας Παξινού--δεν είχα βέβαια την τύχη να δω την Παξινού στη σκηνή για να το επαληθεύσω--και στο φινάλε του πρώτου μέρους νομίζω ότι είναι πραγματικά συγκλονιστική. Στο δεύτερο μέρος το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στη Νίνα και είναι η σειρά της Φιλαρέτης Κομνηνού να μας γοητεύσει. Όταν είδα εγώ την παράσταση, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, η Κομνηνού έμοιαζε να μην έχει ακόμα ολοκληρώσει τον ρόλο, είχε εντούτοις εξαιρετικές στιγμές και μια σκηνική παρουσία σαγηνευτική. Η Νίνα της κυριαρχεί έτσι κι αλλιώς και δραματουργικά (ενώ η Εκάβη είναι πιο παραγκωνισμένη και, αντίστοιχα, η Μεντή φαίνεται να μην αποδίδει τόσο όσο θα μπορούσε σε κάποιες σκηνές) και φυσικά στο εντυπωσιακό φινάλε, που είναι έμπνευση των διασκευαστών και όχι του Κώστα Ταχτσή, κινεί τα νήματα με μαεστρία.
Όσο για τον υπόλοιπο θίασο, οι περισσότεροι/ες ηθοποιοί έχουν μικρούς ρόλους τους οποίους φέρνουν σε πέρας ικανοποιητικά. Ξεχωρίζουν ασφαλώς ο Γιάννης Νταλιάνης (Αντώνης), ο Δημήτρης Στάνκογλου (Δημήτρης), η Μαργαρίτα Λουμάκη (Μαριέτα), ο Νίκος Χύτας (Λόγγος) και η Ντόρα Σιμοπούλου (Ερασμία). Η Τάνια Τρύπη ως Ελένη επαναλαμβάνει τον τύπο της μοιραίας γυναίκας που έχει ξαναπαίξει στη σκηνή του "Ρεξ" και σε άλλες δουλειές, αλλά νομίζω ότι στο τηλεοπτικό Τρίτο στεφάνι (όπου έπαιξε τον ίδιο ρόλο) ήταν καλύτερη. Η Όλγα Δαμάνη είναι καλύτερη ως Γαλάτεια παρά ως θεία Κατίγκω, ενώ η Μαρία Ζορμπά στον ρόλο της Μαρίας, της κόρης της Νίνας, είχε καλές στιγμές, ενώ σε κάποιες άλλες φαινόταν κάπως ακαθοδήγητη (ίσως στο μεταξύ να έχει βρει τους ρυθμούς της). Ο Φοίβος Ριμένας ως Άκης ήταν πολύ καλή επιλογή. Τα σκηνικά της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου ομολογώ πως δεν με ικανοποίησαν: αν και μπορώ να ερμηνεύσω την επιλογή του άσπρου χρώματος που κυριαρχούσε ως αναφορά στα νυφικά των τριών γάμων, νομίζω ότι δεν ταίριαζε με τα γεγονότα και τις καταστάσεις του έργου. Τα κοστούμια της Ντέννης Βαχλιώτη, αντίθετα, ήταν νομίζω εξαιρετικά. Καλά λόγια έχω να πω και για τη μουσική σύνθεση και επιμέλεια του Θοδωρή Οικονόμου και για την κίνηση της Αποστολίας Παπαδαμάκη.
Σας προτείνω ανεπιφύλακτα να δείτε το Τρίτο στεφάνι, αλλά σας ενημερώνω πως μέχρι το τέλος των παραστάσεων τα εισιτήρια έχουν σχεδόν εξαντληθεί: θα βρείτε μόνο θέσεις στον Β΄ εξώστη ή, αν είστε τυχεροί, θέσεις από ακυρώσεις ή εισιτήρια από επιστροφές. Αξίζει όμως τον κόπο να προσπαθήσετε να το δείτε...
Και δυο ρενα-φανατικές λεπτομέρειες. Η πρώτη: το τραγούδι Dormi Bambina που ακούγεται σε μια στιγμή στο έργο: είναι το τραγούδι που ακούει η Νίνα να τραγουδά κάποιο καλοκαιρινό βράδυ ένας Ιταλός από την απέναντι πολυκατοικία... Είναι το τραγούδι που τραγουδούσε η Ρένα εκείνη την εποχή στα επιθεωρησιακά θέατρα της Αθήνας και που στο ραδιοφωνικό Τρίτο στεφάνι ξανατραγούδησε η ίδια, ως Νίνα αυτή τη φορά... Η δεύτερη: στο ίδιο αυτό θέατρο, το "Ρεξ", εμφανιζόταν η Ρένα Βλαχοπούλου τη σεζόν 1978-79, στην επιθεώρηση Τα παιδιά του σωλήνα. Και μια μέρα, ο νεαρός Γιώργος Παυριανός περνώντας από έξω, είδε το όνομά της στη μαρκίζα και σκέφτηκε να της προτείνει τον ρόλο...
Το μικρόβιο του έρωτα του Κώστα Γιαννίδη στο "Ακροπόλ"
Λίγο πιο πάνω από το "Ρεξ", στο "Ακροπόλ", σε ένα θέατρο που επίσης σφράγισε η Ρένα με την παρουσία της για χρόνια ολόκληρα, η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάζει το μουσικό θέαμα Το μικρόβιο του έρωτα του Κώστα Γιαννίδη. Πρόκειται για μια σύνθεση τραγουδιών του σπουδαίου συνθέτη που έκανε καριέρα ως Γιαννίδης στον χώρο του ελαφρού θεάτρου και τραγουδιού και με το πραγματικό του όνομα, Γιάννης Κωνσταντινίδης, στον χώρο της λόγιας μουσικής. Γιατί φέρνει αυτή η παράσταση τη Ρένα Βλαχοπούλου στο μυαλό του Rena Fan; Μα φυσικά γιατί ο εκλεκτός συνθέτης συνεργάστηκε με τη νεαρή τραγουδίστρια στα χρόνια της Κατοχής και έναν από τους καρπούς αυτής της συνεργασίας, το υπέροχο τραγούδι "Έτσι είν' η ζωή" σε στίχους Δημήτρη Ευαγγελίδη, μπορείτε να απολαύσετε σ' αυτήν την παράσταση...
Υπεύθυνος για το καλόγουστο και υψηλής αισθητικής θέαμα του "Ακροπόλ" είναι ο μουσικολόγος Λάμπρος Λιάβας, ο οποίος γνώρισε τον Γιαννίδη λίγα χρόνια πριν πεθάνει, κέρδισε την εμπιστοσύνη του συνθέτη και ανέλαβε την ευθύνη του αρχείου του. Έκτοτε ο Λιάβας προσπαθεί να αναδείξει τις διάφορες πτυχές του πλούσιου έργου του Κωνσταντινίδη/Γιαννίδη και αυτή η παράσταση εντάσσεται σ' αυτές τις επιτυχημένες προσπάθειες. Πρόκειται για ένα μουσικό έργο χτισμένο από τραγούδια του Κώστα Γιαννίδη, στο πρώτο μέρος του οποίου κυριαρχούν αποσπάσματα από την οπερέττα Το μικρόβιο του έρωτα, την οποία ο Γιαννίδης συνέθεσε στο Βερολίνο, όταν σπούδαζε κοντά σε μεγάλους Γερμανούς μουσουργούς. Το πρωτότυπο λιμπρέτο της οπερέτας ήταν γραμμένο στα γερμανικά: για τις ανάγκες της φετινής παρουσίασής του επιστρατεύτηκε ο Γιάννης Ξανθούλης ο οποίος έγραψε τους στίχους για τις πανέμορφες μελωδίες του Γιαννίδη που μάλλον ακούμε για πρώτη φορά στην Ελλάδα και που ελπίζω να ηχογραφηθούν για να μπορούμε να τις ακούμε ξανά και ξανά. Τα κομμάτια αυτά είναι φανερά επηρεασμένα από το βερολινέζικο κλίμα και την ατμόσφαιρα των μεσοπολεμικών καμπαρέ στα οποία δούλεψε ο νεαρός Γιαννίδης για να μπορέσει να επιβιώσει, όταν η οικογένειά του καταστράφηκε οικονομικά...
Τα αποσπάσματα από το Μικρόβιο του έρωτα πλαισιώνουν οι πασίγνωστες επιτυχίες του Κώστα Γιαννίδη. Η επιλογή τους και η σύνθεσή τους σε μια ενιαία παράσταση έγινε από τον Λάμπρο Λιάβα, ο οποίος πρόσθεσε μικρά συνδετικά κείμενα που παρουσιάζουν την πορεία του συνθέτη από τη Σμύρνη, στο Βερολίνο και από κει στην Αθήνα. Τα κείμενα είναι απλώς η αφορμή για να ακουστούν τα υπέροχα κομμάτια του συνθέτη με το ιδιαίτερο χρώμα και τις μαγευτικές αρμονίες τους: ευτυχώς δεν φλυαρούν και δίνουν γοργά τη θέση τους στα τραγούδια. Εκτός από τον Κώστα Γιαννίδη που τον υποδύονται σε διπλή διανομή ο Γιώργος Κέντρος και ο Νίκος Αρβανίτης, βασικό πρόσωπο του έργου είναι ο κομπέρ του καμπαρέ, που υποδύονται ο Άγγελος Παπαδημητρίου και ο Κώστας Ζαχαράκης (εγώ είδα τους Αρβανίτη και Ζαχαράκη, και οι δυο πολυ καλοί στους ρόλους τους).
Από τους/τις υπόλοιπες σολίστες ξεχωρίζουν σαφώς η Ζωή (είδα την εξαιρετική Νίνα Λοτσάρη, κάθε χρόνο και καλύτερη, με εντυπωσιακή φωνή και σαγηνευτική σκηνική παρουσία--τον ρόλο παίζουν επίσης οι Ευδοκία Χατζηιωάννου και Δέσποινα Σκαρλάτου-Παρασκευοπούλου) και ο συνοδός της (είδα τον καλό Δημήτρη Σιγαλό--τον ρόλο παίζουν επίσης ο Νίκος Στεφάνου και ο εξαιρετικός Κωνσταντίνος Κληρονόμος). Στους ρόλους της Μνήμης και της Σοφίας Βέμπο είδα τη γοητευτική Ιωάννα Φόρτη (τους ρόλους παίζει επίσης η Ελένη Δάβου) και ως συνοδό της Μνήμης αλλά και ως Νίκο Γούναρη είδα τον αφοπλιστικό Χάρη Ανδριανό (τους ρόλους παίζει επίσης ο Μιχάλης Κατσούλης). Με ιδιαίτερο μπρίο, ως συνήθως, ερμήνευσε τη Σπιτονοικοκυρά του συνθέτη (και λιμπρετίστα του Μικροβίου!) αλλά και τη Μαμά του ζεύγους η απολαυστική Αλεξάνδρα Ματθαιουδάκη (τον ρόλο παίζει επίσης η Ζηνοβία Πουλή). Στους υπόλοιπους ρόλους χάρηκα τις/τους Ελπινίκη Ζερβού, Ζαφείρη Κουτελιέρη, Τάσο Λαζάρου (στους αντίστοιχους ρόλους εμφανίζονται επίσης οι Μυρτώ Μποκολίνη, Κωστής Ρασιδάκης, Γιώργος Σώχος). Σε πλήρη φόρμα η χορωδία της ΕΛΣ που διευθύνει ο Κώστας Δρακάκης αλλά και το μπαλέτο που χορογράφησε η Σοφία Σπυράτου. Την παράσταση που είδα εγώ διηύθυνε ο Χρύσανθος Αλισάφης. (Σ' αυτό το σημείο αξίζει να επισημάνουμε ότι θα έπρεπε η ΕΛΣ να μοιράζει μαζί με το πρόγραμμα μια σελίδα με τη διανομή της κάθε παράστασης, γιατί δεν είναι πάντα εύκολο να καταλάβεις ποιον/ποιαν σολίστα βλέπεις πάνω στη σκηνή με βάση τη μικρή φωτογραφία που υπάρχει στο πρόγραμμα...).
Στο καλόγουστο σκηνικό αποτέλεσμα της παράστασης έχουν σαφώς συμβάλει τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιάννη Μετζικώφ και οι φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ, ενώ οι διασκευές του Βασίλη Τενίδη απογείωσαν πολλά από τα τραγούδια. Στα highlights της βραδιάς τα βαλσάκια "Πάμε σαν άλλοτε" και "Λες και ήταν χτες", το "Θα ξανάρθεις" από τον Χάρη Ανδριανό, το "Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα" από την Ιωάννα Φόρτη (όσο κι αν η υπέροχη φωνή της δεν θύμιζε καθόλου τη Σοφία Βέμπο, στην οποία παρέπεμπε ο ρόλος της). Το φινάλε ξεκίνησε με την ενότητα "Θα 'ρθω μια νύχτα με φεγγάρι"/"Σπιτάκι μου παλιό" (με τον Ν. Στεφάνου και τη χορωδία) για να κορυφωθεί με το "Ξύπνα αγάπη μου" της... πλανεύτρας Νίνας Λοτσάρη και να ολοκληρωθεί με το "Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου" μπλεγμένο με το "Έτσι είν' η ζωή"...
Δείτε οπωσδήποτε το Μικρόβιο του έρωτα στο Ακροπόλ, αν ανήκετε στους/στις λάτρεις του ελαφρού τραγουδιού. Αλλά και αν δεν ανήκετε, αξίζει τον κόπο, νομίζω να γνωρίσετε τον μαγικό μουσικό κόσμο του Κώστα Γιαννίδη (έστω και σε μια οπερετική εκδοχή που σαφώς διαφέρει από την αρχική μορφή αυτού του ρεπερτορίου, αλλά δεν παύει να γοητεύει και να συγκινεί).
Και μια ρενα-φανατική επισήμανση: χαίρομαι όταν βλέπω πληροφορίες από τα κείμενα του blog να χρησιμοποιούνται από άλλους/ες ερευνητές/τριες. Είναι μια αναγνώριση της χρησιμότητας της δουλειάς μου. Αυτό συμβαίνει στο πρόγραμμα του "Ακροπόλ" όπου υπάρχει ένα κείμενο για τον Κώστα Γιαννίδη, στο οποίο αναγνώρισα κάποιες φράσεις και πληροφορίες από την ανάρτηση που αφιέρωσα πέρσι στον μεγάλο συνθέτη. Ωστόσο, δεν γίνεται αναφορά σ' αυτήν στη βιβλιογραφία του κειμένου. Επικοινώνησα με τον συγγραφέα του, ο οποίος μου είπε ότι η αναφορά υπήρχε στην αρχική μορφή του κειμένου που υπέβαλε για το πρόγραμμα, αλλά προφανώς αφαιρέθηκε από τον υπεύθυνο της ύλης του προγράμματος. Αν αυτό συνέβη επειδή πρόκειται για διαδικτυακή και όχι για έντυπη πηγή, νομίζω ότι είναι μια άκρως άκομψη και άδικη κίνηση που δείχνει έλλειψη σεβασμού για την εργασία των bloggers. Μπορεί να θέτουμε τη δουλειά μας στη διάθεση ενός μεγάλου κοινού μέσω του διαδικτύου, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αυτή η δουλειά παύει να είναι δική μας (αντίστοιχα ανάμικτα συναισθήματα χαράς και ενόχλησης ένιωσα πρόσφατα διαβάζοντας άλλο ένα κείμενο για τον Κώστα Γιαννίδη...).
Η Χαρτοπαίχτρα του Δ. Ψαθά στο θέατρο "Πόρτα"
Ομολογώ ότι στο θέατρο "Πόρτα" πήγα προκατειλημμένος μάλλον αρνητικά. Είχα διατυπώσει και παλιότερα τις επιφυλάξεις μου για το εγχείρημα του Τάκη Ζαχαράτου να ερμηνεύσει τον ρόλο της χαρτοπαίχτρας υποδυόμενος τη... Ρένα Βλαχοπούλου που δόξασε τον ρόλο στο σινεμά και στο θέατρο. Οφείλω να πω ότι ακόμα δεν έχω ξεκαθαρίσει μέσα μου το αν ο Ζαχαράτος έπρεπε να ανεβάσει τη Χαρτοπαίχτρα ή όχι, δεν έχω καταφέρει να δώσω απάντηση στο... ηθικό ζήτημα που τίθεται με την απόφασή του να μιμηθεί επί δύο ώρες τη Ρένα. Βλέποντας όμως την παράσταση στο θέατρο "Πόρτα", δεν ένιωσα ότι το θέαμα πρόσβαλλε τη μνήμη της. Αλλά αναμφίβολα η παράσταση έχει πολλές αδυναμίες.
Η παράσταση της ADAM Productions (του Μιχάλη Αδάμ) προσπαθεί βέβαια με κάθε τρόπο να θυμίσει την ταινία. Ακόμα και στο κείμενο έχουν γίνει επεμβάσεις προς αυτή την κατεύθυνση: προστέθηκε για παράδειγμα η εναρκτήρια σκηνή με την παρέα της χαρτοπαίχτρας η οποία δεν υπάρχει στο πρωτότυπο κείμενο του Ψαθά, ανήκει εξ ολοκλήρου στον Γιάννη Δαλιανίδη. Χρησιμοποιήθηκε η μουσική που είχε γράψει ο Μίμης Πλέσσας για την ταινία και σε μια προσπάθεια το έργο να γίνει μουσική κωμωδία έχουν προστεθεί από τον Γιώργο Μίτσιγκα στίχοι σε κάποια θέματα για να τα τραγουδάει κυρίως η χαρτοπαίχτρα αλλά και κάποιοι από τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Οπτικά η παράσταση παραπέμπει στη δεκαετία του '60. Τα σκηνικά του Ηλία Λεδάκη χρησιμοποιούν προβολές εικόνων που είναι ομολογουμένως έξυπνες και δίνουν σε κάποια σημεία ευφάνταστες λύσεις. Τα κοστούμια της Κλαιρ Μπρέισγουελ τονίζουν τη γκροτέσκ όψη της δεκαετίας του '60 χρησιμοποιώντας πολύ έντονα χρώματα και κάποιες φορές κιτς συνδυασμούς. Πρόκειται με άλλα λόγια για μια προσπάθεια να προστεθεί έντονο χρώμα και επιπλέον κέφι στην ασπρόμαυρη ταινία--στοιχεία βέβαια που η ταινία σαφώς δεν χρειαζόταν γιατί είχε γερό καστ με επικεφαλής βέβαια τη δαιμόνια Ρένα Βλαχοπούλου.
Τι συμβαίνει όμως με το τωρινό καστ; Μου δόθηκε η εντύπωση ότι ο σκηνοθέτης Βασίλης Μυριανθόπουλος δεν ασχολήθηκε με τους/τις υπόλοιπους/ες ηθοποιούς και ότι κάποιοι/ες από αυτούς/ές απλώς δεν ήταν σε θέση να ερμηνεύσουν σωστά τους ρόλους που ανέλαβαν. Προφανώς το επίκεντρο της παράστασης είναι ο Τάκης Ζαχαράτος και το "εύρημα" της μίμησης της Ρένας, τι συμβαίνει όμως με τους υπόλοιπους/ες; Ακόμα και οι πιο έμπειροι/ες μου φάνηκαν απροετοίμαστοι/ες. Ο Γιάννης Μποσταντζόγλου για παράδειγμα στον ρόλο του συζύγου της Χαρτοπαίχτραςέπαιζε μονόχορδα, φωνάζοντας και απειλώντας όλη την ώρα. Η Τζέσυ Παπουτσή παρομοίως χρησιμοποιούσε υψηλές εντάσεις χωρίς καθόλου να πείθει ότι είναι η φοβισμένη υπηρέτρια όταν πρέπει. Μόνον ο Μιχάλης Γιαννάτος στον ρόλο του Παπατζή και ο Χρήστος Συριώτης στον ρόλο του Γιαννάκη ήταν πειστικοί. Οι ηθοποιοί που ανέλαβαν τους μικρότερους ρόλους έμοιαζαν, με κάποιες εξαιρέσεις σαφώς, ακαθοδήγητοι/ες. Οπότε το μόνο που μας μένει είναι ο Τάκης Ζαχαράτος.
Μπορεί ο Τάκης Ζαχαράτος να είναι μίμος και όχι ηθοποιός, αλλά, όπως επεσήμανε ένας φίλος, έπαιξε πολύ καλύτερα και πολύ πιο ευσυνείδητα από τους/τις επαγγελματίες ηθοποιούς. Ο Ζαχαράτος ως Ρένα (ή στην προσπάθειά του να θυμίσει τη Ρένα, όπως ο ίδιος προτιμά να περιγράφεται το εγχείρημά του) είναι πολύ καλός στις δυο πρώτες εικόνες του έργου. Τον απόλαυσα ιδιαίτερα στη δεύτερη εικόνα (και υποθέτω τα εύσημα πρέπει να δοθούν και στον Μυριανθόπουλο για αυτό) όπου έδειξε ότι δεν μιμούνταν απλώς τη Ρένα αλλά στηριζόμενος στα δικά της υποκριτικά τερτίπια έβαζε τις δικές του πινελιές στον ρόλο: όπως για παράδειγμα όταν η Αλέκα προσπαθεί να τουμπάρει τον Μπάρδακα προξενεύοντας τον γιο της για την κόρη του και ταυτόχρονα τον αναγκάζει να... παίξουν χαρτιά ή όταν στρώνει το τραπέζι για την οικογένειά της. Ωστόσο στις υπόλοιπες εικόνες του έργου τα ευρήματα μοιάζουν να ελαττώνονται (δίχως φυσικά να λείπουν, όπως πχ. στην τέταρτη εικόνα όταν η Αλέκα προσπαθεί να γλιτώσει από τον θυμό του Αντρέα μπουσουλώντας--εδώ ο Ζαχαράτος χρησιμοποίησε έξυπνα το μπουσούλημα της Ρένας από το Ένα κορίτσι για δύο) και η μίμηση της Ρένας δεν είναι πια αποτελεσματική--ίσως μάλιστα να γίνεται και βαρετή. Ειδικά στην πέμπτη εικόνα όπου η Αλέκα πρέπει να δείξει την έγνοια της να ανακαλύψει την ερωμένη του συζύγου της, τον θυμό της και την πίκρα της, νομίζω ότι ο Ζαχαράτος δεν τα κατάφερε πολύ καλά. Ωστόσο, στην παράσταση που είδα εγώ φάνηκε η αυτοσχεδιαστική ικανότητα του Ζαχαράτου, όταν ο Μποσταντζόγλου και ο Δημήτρης Λιακόπουλος (που υποδύεται τον γιο της Αλέκας) μπέρδεψαν τις ατάκες τους και ο Ζαχαράτος σχολίασε έξυπνα το συμβάν.
Συνολικά μοιάζει να δικαιώνεται η αρχική μου σκέψη ότι ο Ζαχαράτος είναι εξαιρετικός στο να μιμείται (ή να... θυμίζει) τη Ρένα Βλαχοπούλου σε σύντομες σκηνές ή σε μουσικοχορευτικά νούμερα (όπως συμβαίνει και στα τραγούδια της Χαρτοπαίχτρας όπου η φωνή του θυμίζει την έκφραση της Ρένας και οι κινήσεις του τα κωμικά της χορευτικά), αλλά σε μια δίωρη παράσταση οι αδυναμίες δυστυχώς δεν μπορούν να κρυφτούν. Συνολικά πάντως, και παρόλο που όπως προείπα δεν έχω δώσει ακόμα απάντηση στο ηθικό ερώτημα του αν δικαιούται κάποιος/α να μιμείται επί ένα δίωρο έναν/μία ηθοποιό που έπαιξε ένα ρόλο, κρατώ την αγάπη του Ζαχαράτου, αλλά και ολόκληρης της παραγωγής, για τη Ρένα Βλαχοπούλου. Αγάπη που είναι έκδηλη και στο... συνοδευτικό υλικό της παράστασης, δηλαδή στο πρόγραμμα και στο CD με τα τραγούδια του έργου. Στο μεν πρόγραμμα γίνονται εκτενείς αναφορές στη Ρένα από τους συντελεστές της παράστασης ενώ φιλοξενούνται και οι αναμνήσεις του Γιάννη Δαλιανίδη και του Μάκη Δελαπόρτα για τη συνεργασία τους με τη Ρένα στην ταινία και στην τελευταία παράσταση της Χαρτοπαίχτρας. Υπάρχει επίσης και πλούσιο φωτογραφικό υλικό από την ταινία και την παράσταση του 1993 (μια από τις οποίες έχω την εντύπωση ότι έχει παρθεί από αυτό το blog, αλλά σαφώς δεν διαμαρτύρομαι γι' αυτό, γιατί δεν έχω την αποκλειστικότητα των φωτογραφιών που αναρτώ--άλλωστε το ίδιο συνέβη και σε πρόσφατο αφιέρωμα της εκπομπής Όμορφος κόσμος το πρωί στην Έλντα Πανοπούλου, όπου χρησιμοποιήθηκαν φωτογραφίες της Χαρτοπαίχτρας του 1993 από το blog). Σε ό,τι αφορά το CD, περιέχει τα τραγούδια της παράστασης με τον Ζαχαράτο και άλλους/ες ηθοποιούς της ενώ στα bonus tracks του συμπεριλαμβάνονται το "Η Αθήνα τη νύχτα" (από τα Κορίτσια για φίλημα) με την αφιέρωση "Στη Ρένα που αγαπάμε" (το τραγουδάει ο Ζαχαράτος) και το "Όπου κι αν ψάξω βρίσκεσαι" (από το Κάτι να καίει, που λανθασμένα όμως αναγράφεται ως "Όπου κι αν πάω") που το τραγουδάει η Ιώ Νικολάου με τη συνοδεία του Μίμη Πλέσσα στο πιάνο.
Λόξα και Δόξα του Γιάννη Ξανθούλη από την ομάδα "Συν ένα" της Καλαμάτας
Η τελευταία φετινή παράσταση που μου θύμισε τη Ρένα Βλαχοπούλου ανέβηκε στην Καλαμάτα από την ομάδα "Συν ένα". Πρόκειται για το σπονδυλωτό έργο του Γιάννη Ξανθούλη Λόξα και δόξα που ανέβηκε για πρώτη φορά από την Αλίκη Γεωργούλη στην "Αποθήκη" της, τη σεζόν 1989-90. Συμπρωταγωνιστούσαν η Ελένη Γερασιμίδου, ο Χρήστος Μπίρος, ο Ζανό Ντάνιας, ο Θανάσης Θεολόγης, η Ελισάβετ Ναζλίδου, ο Χρήστος Τάρλοου και ο ίδιος ο Γιάννης Ξανθούλης. Το έργο παρουσιάζει την ιστορία μιας οικογένειας που έχει ένα γραφείο τελετών κάπου στα Πατήσια. Το γραφείο προσπαθούν να διαχειριστούν τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας (η μεγάλη κόρη Ολυμπιάδα και οι τρεις αδελφοί της, ένας από τους οποίους είναι ο συγγραφέας του έργου) καθώς ο πατέρας τους δολοφονήθηκε πριν πολλά χρόνια από τη μητέρα τους, η οποία πλέον γυρίζει από φυλακή σε φυλακή. Τα τέσσερα αδέλφια έχουν επηρεαστεί από τον κινηματογράφο που βρίσκεται απέναντι από το γραφείο τους: οι αναμνήσεις τους, οι επιθυμίες τους και τα όνειρά τους μπλέκονται με τις ταινίες που παρακολουθούσαν εκεί από παιδιά και νιώθουν να ασφυκτιούν στη σκληρή πραγματικότητα του γραφείου και της ζωής τους γενικότερα. Το έργο παρουσιάζει γλυκόπικρα τα απωθημένα τους, τις αναμνήσεις τους, τα ματαιωμένα τους σχέδια αλλά και τις σύντομες περιπέτειές τους όταν τους επισκέπτεται η δίδυμη αδελφή της μητέρας τους που είναι καλόγρια ή όταν η μητέρα τους αποφυλακίζεται για λίγο καιρό χάρη σε ένα λαχείο που κερδίζει...
Το Λόξα και δόξα είναι ένα αγαπημένο μου έργο με έντονα επιθεωρησιακά στιχεία και τρυφερές επιρροές από το παγκόσμιο και το ελληνικό σινεμά. Η παράσταση της "Αποθήκης", σε σκηνοθεσία Γιάννη Διαμαντόπουλου και μουσική Στάμου Σέμση, ήταν εξαιρετική με την Αλίκη Γεωργούλη να συγκινεί στον ρόλο της Ολυμπιάδας και την Ελένη Γερασιμίδου να προκαλεί απίστευτο γέλιο στον διπλό ρόλο της μητέρας και της καλόγριας θείας. Το έργο επαναλήφθηκε δέκα χρόνια μετά, το καλοκαίρι του 1999: το σκηνοθέτησε για το ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας ο Θανάσης Θεολόγης που συμμετείχε στο πρώτο ανέβασμα. Τον ρόλο της Ολυμπιάδας έπαιξε η Νένα Μεντή και τον ρόλο του συγγραφέα ο αξέχαστος Μίμης Χρυσομάλλης, ενώ η Ελένη Γερασιμίδου επανέλαβε τον διπλό της ρόλο. Αυτή τη φορά τη μουσική έγραψε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης ο οποίος έδωσε έναν πιο επιθεωρησιακό χαρακτήρα στα τραγούδια, ταιριαστό σε καλοκαιρινή παράσταση περιοδείας, ενώ ο Σέμσης στο πρώτο ανέβασμα είχε καταφέρει να δώσει στα τραγούδια μια ατμόσφαιρα πιο φευγάτη και σκοτεινή, που ταίριαζε στις ματαιωμένες αυταπάτες των ιδιοκτητών ενός γραφείου τελετής.
Φέτος το Λόξα και δόξα ξεκίνησε έναν νέο κύκλο ζωής στην ελληνική περιφέρεια με μια παράσταση όμως που δεν θα έχουν την ευκαιρία να δουν άλλες πόλεις. Η ομάδα "Συν ένα" (που ιδρύθηκε το 2008 από παλιούς ερασιτέχνες ηθοποιούς και συντελεστές παλαιών θεατρικών σχημάτων της Καλαμάτας αλλά και νέους/ες φίλους/ες της τέχνης) έδωσε νέα πνοή στο έργο του Ξανθούλη. Ο σκηνοθέτης Κώστας Κατσουλάκης (που υπέγραψε επίσης τα σκηνικά, τα κοστούμια και τους φωτισμούς) έδωσε σωστούς ρυθμούς στην παράσταση και είδε με νέα δεδομένα κάποιες από τις σκηνές του έργου (χαρακτηριστική η αναφορά στο Brokeback Mountain στη σκηνή "Το φάντασμα του Βασιλάκη"). Επίσης, αξιοποιώντας τα πολυάριθμα μέλη της ομάδας ο Κατσουλάκης έδωσε... σάρκα και οστά στα κινηματογραφικά όνειρα των χαρακτήρων του Ξανθούλη: έτσι, πέρα από τα πρόσωπα που επινόησε ο συγγραφέας, η σκηνή γέμισε με κινηματογραφικούς/ές ήρωες/ηρωίδες, με φιγούρες που ξέφυγαν από ταινίες του παγκόσμιου σινεμά και έδωσαν ιδιαίτερη λάμψη στα επί σκηνής δρώμενα και όνειρα!
Τη μουσική και τα τραγούδια του έργου που τόνισαν αυτή την ονειρική διάστασή του έγραψε ο Μιχάλης Τούμπουρος και δυστυχώς αποδείχτηκαν το κύκνειο άσμα του συνθέτη: πριν από λίγες μέρες, στις 3 Μαρτίου 2010, ο πενηντάχρονος πυρηνικός ιατρός και, όπως δήλωνε ο ίδιος, ερασιτέχνης μουσικός βρήκε αναπάντεχο θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα στην Καλαμάτα όπου ζούσε και εργαζόταν. Λίγους μήνες πριν την πρεμιέρα της παράστασης είχε κυκλοφορήσει από τη Lyra ο πρώτος του δίσκος, με τίτλο Μονολογώντας. Ο ίδιος είχε γράψει και τους στίχους και τη μουσική και ερμήνευσε 9 τραγούδια ενώ τα υπόλοιπα έξι ερμήνευσαν οι Χάρις Αλεξίου, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Πάνος Μουζουράκης, Λάκης Παπαδόπουλος, Μπάμπης Στόκας και Διονύσης Τσακνής. Ο Τούμπουρος είχε πρωτοεμφανιστεί το 1991 στον χώρο του τραγουδιού συμμετέχοντας στους «Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού» του Μάνου Χατζιδάκι, όπου κέρδισε το τρίτο βραβείο. Εμφανίστηκε επίσης στο ανανεωμένο «Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης» το 2006 (με το τραγούδι "Άρωμα"), αλλά όλα αυτά τα χρόνια ασχολήθηκε κυρίως με μουσική για θεατρικές παραστάσεις που ανέβηκαν στη Ρόδο και την Καλαμάτα (σε κάποιες από τις οποίες έπαιξε και ως ηθοποιός). Στη δισκογραφία μπήκε χάρη στον Μανώλη Μητσιά που ερμήνευσε ένα (διαβάστε μια συνέντευξή του στη Γιώτα Συκκά και την Καθημερινήεδώ).
Η Μαρία Κρόμπα στον ρόλο της Ολυμπιάδας
Όσο για τους/τις ηθοποιούς της ομάδας "Συν ένα", ομολογώ ότι με εξέπληξαν. Αν και είναι έντονα εντυπωμένες μέσα μου οι ερμηνείες του πρώτου ανεβάσματος του έργου χάρη σε μια μαγνητοσκόπηση που έχω δει αμέτρητες φορές από το 1989 μέχρι σήμερα, τα μέλη της ομάδας με κέρδισαν με το κέφι τους, τον αυθορμητισμό τους και τις υποκριτικές τους ικανότητες. Ξεχώρισα τη Μαρία Κρόμπα ως Ολυμπιάδα, τη Ρούλα Μεντή ως κατάδικο μητέρα, την Όλγα Θεοδώρου ως καλόγρια θεία (στα πρώτα δυο ανεβάσματα του έργου τους δυο ρόλους έπαιζε η ίδια ηθοποιός εφόσον πρόκειται για... δίδυμες ηρωίδες, ωστόσο οι κυρίες Μεντή και Θεοδώρου έμοιαζαν αρκετά, ώστε να πείθουν για αδελφές!) και τον Ηλία Μαρκέτη ως συγγραφέα. Στους υπόλοιπους ρόλους εμφανίστηκαν με ικανοποιητικά αποτελέσματα (δίχως να λείπουν βέβαια κάποιες αναπόφευκτες αδυναμίες, εφόσον κάποια από τα μέλη ασχολούνται ερασιτεχνικά με το θέατρο) οι Βαγγέλης Χάχης, Τάκης Τσαπόγας, Σοφία Μποτσέα, Όλγα Θεοδώρου, Χαρούλα Νίκου, Λεωνίδας Παχτίτης, Λέανδρος Μιμίκος, Γιώργος Καμπούρης. Στον χορό συμμετείχαν οι Βάγια Αγαδάκου, Κωνσταντίνος Βλαχοδήμος, Ρένα Κολοκάθη, Αλεξάνδρα Λυμπεροπούλου, Ελένη Μαλιώρα, Νίκος Παναγιωτόπουλος, Ζωή Στεργιώτη, Λαμπρινή Τίτσου και Γωγώ Χρανιώτη.
Ο Τάκης Τσαπόγας, η Σοφία Μποτσέα και ο Βαγγέλης Χάχης
Τώρα, πού κολλάει η Ρένα Βλαχοπούλου σε όλα αυτά; Πρώτα από όλα, το όνομά της υπάρχει μέσα στο κείμενο του Ξανθούλη! Στην αρχή του έργου, τα αδέλφια της Ολυμπιάδας παραπονιούνται ότι η δική της κακή μοίρα τα παρέσυρε και αυτά. Λέει λοιπόν ο συγγραφέας: "Έπρεπε να παντρευτεί πρώτα η Ολυμπιάδα κι ύστερα εμείς" και συμπληρώνει ένα από τα αδέλφια: "Σαν τη Βλαχοπούλου στις ταινίες της Φίνος Φιλμ"...
"Σαν τη Βλαχοπούλου στις ταινίες της Φίνος Φιλμ..."
Στην παράσταση όμως της ομάδας "Συν ένα" η Ρένα Βλαχοπούλου, ή μάλλον η φωνή της, έχει άλλο ένα σύντομο "πέρασμα": στο τραγούδι "Τα καλοκαίρια τα παλιά" οι στίχοι του Ξανθούλη περιγράφουν τις κινηματογραφικές αναμνήσεις δύο παλιών φίλων, του Αλέξανδρου και του Βασιλάκη. Στους στίχους γίνεται αναφορά στους/στις αξέχαστους/ες ηθοποιούς μας: Φωτόπουλο, Λογοθετίδη, Αυλωνίτη, Σταυρίδη, Βρανά και Μακρή. Ο Μιχάλης Τούμπουρος έβαλε εμβόλιμα στο τραγούδι ατάκες από παλιές ταινίες με τις φωνές της Σαπφώς Νοταρά, του Νίκου Σταυρίδη, του Διονύση Παπαγιαννόπουλου και της Ρένας Βλαχοπούλου που απαγγέλει: "Πολύ μακράν με φέρανε σε δυο βουνά από πίσω, δεν φτάνει το χεράκι μου να σ' αποχαιρετήσω..." από την ταινία Όταν λείπει η γάτα του Αλέκου Σακελλάριου.
Η άρτι αποφυλακισθείσα έξαλλη μητέρα (Ρούλα Μεντή) πλαισιωμένη από τα παιδιά της
Με αυτό το τραγούδι θα κλείσει αυτή η... ατέλειωτη ανάρτηση για τις 3+1 θεατρικές παραστάσεις της φετινής σεζόν που μου θύμισαν (λες και χρειάζομαι πολλές αφορμές...) τη μούσα αυτού του blog. Αφιερώνω αυτό το βιντεάκι στη μνήμη του Μιχάλη Τούμπουρου.