Αυτές τις μέρες σε διάφορες γωνιές της Ελλάδας γιορτάζεται η Εθνική Αντίσταση. Πολλοί και πολλές εκπρόσωποι από τον χώρο του θεάτρου και του τραγουδιού πολέμησαν στον αγώνα κατά των Γερμανών: η Δανάη Στρατηγοπούλου, η Αλέκα Παϊζη, η Ασπασία Παπαθανασίου, η Καίτη Ντιριντάουα, είναι κάποια από τα μεγάλα ονόματα που αγωνίστηκαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και εκδιώχθηκαν από τις αρχές Κατοχής ή από τους Έλληνες δοσίλογους που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς.
Με την αφορμή αυτή ταξιδεύουμε σήμερα 65 χρόνια πίσω. Ενάμιση μήνα μετά την απελευθέρωση διαβάζουμε στον Τύπο:
ΠΑΛΛΑΣ, Κυριακή 26 Νοεμβρίου 1944 Τιμητική
ΛΙΤΣΑΣ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ
ΡΕΝΑΣ ΝΤΟΡ
Των δυο ηθοποιών αι οποίαι συνελήθφησαν
υπό των Γερμανών και παρέμειναν
επί 7μηνον εις Χαίδάρι
Συμμετέχουν: από το θέατρο Κοτοπούλη: Λογοθετίδης, Τ. Μυράτ από το θέατρο Πάνθεον: Μαίρη Αρώνη, Τάκης Χορν από το θέατρο Μουσούρη: Κ. Μουσούρης, Α. Λώρη, Νανά Σκιαδά, Γαβριηλίδης, Χριστοφορίδης από το θέατρο Κυβέλης: Άννα και Μαρία Καλουτά, Μίμης Κοκκίνης, Ρένα Βλαχοπούλου, Ορέστης Μακρής από το θέατρο Βρετάννια: Γιώργος Παππάς από το θέατρο Απόλλων: Μαρίκα Κρεβατά, Ντιριντάουα, Μαυρέας, Αυλωνίτης, Ιατρίδης, Μαρίκα Νέζερ
από το θέατρο Αργυροπούλου: Χαντά, Φιλιππίδης, Δούκας, Μανιατάκης, Ανακτορίδης, Αναστασιάδης, Γαβριηλίδης, Θηβαίος από τη Λυρική Σκηνή: Πέτρος Επιτροπάκης
Χορεύουν: Φλερύ-Άλμα-Μοσχόπουλος
Ορχήστρα: Γιάννη Σπάρτακου
Κονφερανσιέ: Γιώργος Οικονομίδης
Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι εκείνο το φθινόπωρο στο θέατρο Κυβέλης της Πλατείας Συντάγματος, γνωστό και ως "UFA" επειδή εκεί προβάλλονταν ταινίες της γνωστής γερμανικής εταιρίας όταν λειτουργούσε ως κινηματογράφος, παιζόταν η επιθεώρηση Welcome των Αλέκου Σακελλάριου-Δημήτρη Ευαγγελίδη-Γιάννη Σπάρτακου, με τις αδελφές Καλουτά, τον Μίμη Κοκκίνη, τον Ορέστη Μακρή και τη Μαρίκα Νέζερ. Βασικό μοτίβο της επιθεώρησης ήταν το τραγούδι "Θα σε πάρω να φύγουμε" που τραγουδούσε κάθε βράδυ η Ρένα Βλαχοπούλου. Οπότε, υποθέτω, αυτό το τραγούδι θα ερμήνευσε και στην κυριακάτικη εκείνη παράσταση του "Παλλάς".
Σύσσωμο το ελληνικό θέατρο λοιπόν βρέθηκε στο πλευρό των δυο ηθοποιών που φυλακίστηκαν από τους κατακτητές. Δυστυχώς οι ηθοποιοί δεν έδειξαν την ίδια σύμπνοια για την περίπτωση της τραγωδού Ελένης Παπαδάκη που λίγες μέρες αργότερα, στη διάρκεια των Δεκεμβριανών, θα οδηγούνταν στην εκτέλεση, θύμα, καθώς λένε, κάποιων ύποπτων κινήσεών της στη διάρκεια της Κατοχής (απόρροιας της φημολογούμενης αλλά όχι αποδεδειγμένης σχέσης της με τον κατοχικό πρωθυπουργό Ράλλη) αλλα κυρίως της μισαλλοδοξίας των συναδέλφων της που όπλισε τα χέρια των εκτελεστών της...
Ας επιστρέψουμε όμως στα του μουσικού θεάτρου, αφού οι δυο τιμώμενες καλλιτέχνιδες της συγκεκριμένης παράστασης προέρχονταν από τα σπλάχνα του. Η Λίτσα Λαζαρίδου, λησμονησμένη σήμερα, υπήρξε πρωταγωνίστρια της μουσικής σκηνής στα χρόνια πριν τον πόλεμο. Μαζί με τη Σοφία Βέμπο υποδέχτηκε στο θεάτρο "Μοντιάλ" το φθινόπωρο του 1940 τη νεαρή Ρένα Βλαχοπούλου χαρίζοντάς της ένα φόρεμα "άσπρο με δαντελίτσες ροζ", κίνηση που η Ρένα θυμόταν με ευγνωμοσύνη ως το τέλος. Η Ρένα Ντορ είχε λίγο καλύτερη τύχη στη μνήμη μας γιατί άφησε πίσω της μερικές ταινίες, οι οποίες όμως φαίνεται πως δεν αποτελούν αντιπροσωπευτικές καταγραφές του ταλέντου της και της προσωπικότητάς της. Κορυφαία πρωταγωνίστρια και θιασάρχισσα για πολλά χρόνια, συναντήθηκε αρκετές φορές με τη Ρένα Βλαχοπούλου από το 1945 ως το 1959 σε επιθεωρησιακά θέατρα της Αθήνας, ενώ πραγματοποίησαν μαζί και μία περιοδεία στην Ελλάδα, την Κύπρο και την Κωνσταντινούπολη, τη σεζόν 1953-54. Στη Ρένα Ντορ αξίζει να αφιερώσουμε κάποια στιγμή μια ξεχωριστή ανάρτηση. Σήμερα ας τιμήσουμε τις δυο πρωταγωνίστριες και μαζί τους όλα εκείνα τα μικρά και μεγάλα ονόματα του θεάτρου και του τραγουδιού που έβαλαν το λιθαράκι τους στην Εθνική Αντίσταση.
Η Ρένα Ντορ, η Μπέτυ Μοσχονά και η Ρένα Βλαχοπούλου
στο θέατρο Ακροπόλ, το 1958.
Είκοσι χρόνια λειτουργίας συμπληρώνει σήμερα το MegaChannel. Η δημιουργία του πρώτου μη κρατικού ελληνικού τηλεοπτικού σταθμού άλλαξε για πάντα το σκηνικό των Μ.Μ.Ε. στη χώρα μας, την ενημέρωσή μας αλλά και την ψυχαγωγία μας. Από το πρωί γίνονται αναφορές στη σημασία της ιδιωτικής τηλεόρασης και στη συμβολή του Megaστον σύγχρονο τηλεοπτικό πολιτισμό, ωστόσο το blogθα σταθεί σήμερα σε λιγότερο ίσως σημαντικές στιγμές τηλεοπτικής ιστορίας, στιγμές όμως που είναι γεμάτες Ρένα Βλαχοπούλου. Αν και η Ρένα συνδέθηκε, για διάφορους λόγους, περισσότερο με τον ΑΝΤ1 (θα αναφερθούμε σ’ αυτόν στη δική του επέτειο), σήμερα θα σταθούμε στις Mega-λες στιγμές της αγαπημένης καλλιτέχνιδας.
Για τους θαυμαστές και τις θαυμάστριες της Ρένας Βλαχοπούλου η εμφάνιση ενός ακόμα τηλεοπτικού σταθμού στους δέκτες μας το 1989, σήμαινε περισσότερες ευκαιρίες για εμφανίσεις της τόσο κινηματογραφικές όσο και τηλεοπτικές. Πράγματι, τα πρώτα χρόνια λειτουργίας τους οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί στήριξαν μεγάλο μέρος του προγράμματός τους στις ελληνικές ταινίες. Οι αλεπάλληλες προβολές των παλιών ελληνικών ταινιών στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90 τόσο από το Megaόσο και από τον ANT1 (που κλείνει κι αυτός τα 20 σε λίγες εβδομάδες) έφερναν υψηλότατα ποσοστά τηλεθέασης και μεγάλα έσοδα από τις διαφημίσεις ενώ γέννησαν και τη μόδα των κινηματογραφικών τραγουδιών (που ευνόησε στη συνέχεια την έκδοση πολλών δίσκων με αυθεντικές ή καινούριες εκτελέσεις των τραγουδιών αυτών).
Ειδικά το MegaChannelτους πρώτους μήνες της λειτουργίας του, την άνοιξη του 1990, αγόρασε ένα πακέτο ταινιών της εταιρίας Καραγιάννης-Καρατζόπουλος. Έτσι πρόβαλλε από τη μια ταινίες που γύρισε η Ρένα στα χρόνια του ’60 και δεν είχαν παιχτεί από τα κρατικά κανάλια τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια (Η βουλευτίνα, Βίβα Ρένα—για πολλά χρόνια η ταινία αυτή κρατούσε τα σκήπτρα της πιο εμπορικής ελληνικής ταινίας που παίχτηκε στην ελληνική ιδιωτική τηλεόραση—Η ζηλιάρα) και από την άλλη, πρόσφατες ταινίες της δεκαετίας του ’80 που προβάλλονταν για πρώτη φορά από τηλεοπτικούς σταθμούς όπως Η μανούλα, το μανούλι και ο παίδαρος (που σημείωσε ρεκόρ τηλεθέασης κατακτώντας την πρώτη θέση στον πίνακα θεαματικότητας εκείνης της εβδομάδας, γεγονός που, όπως γράφτηκε τότε, δημιούργησε ενδιαφέρον στους παράγοντες των καναλιών για τηλεοπτικές εμφανίσεις της Ρένας Παγκράτη, κάτι που τελικά δεν έγινε, ενισχύοντας την απογοήτευση της ηθοποιού που την οδήγησε αργότερα στην αυτοκτονία) και Της πολιτσμάνας το κάγκελο). Η ταινία αυτή όμως ευτυχώς ξαναβαφτίστηκε (όπως και πολλές άλλες της περιόδου εκείνης που άρχισαν να προβάλλονται από τους ιδιωτικούς σταθμούς) και πήρε τον πιο... εύηχο τίτλο Η πολιτσμάνα...
Τους πρώτους εκείνους μήνες όμως της λειτουργίας των ιδιωτικών σταθμών οι ανάγκες για πρόγραμμα ήταν μεγάλες και δεν μπορούσαν ακόμα να καλυφθούν από τηλεοπτικές σειρές ή άλλες εκπομπές. Έτσι, τα κανάλια κατέφυγαν στις ελληνικές βιντεοταινίες! Ταινίες που ούτε οι συντελεστές τους δεν πίστευαν ότι θα είχαν ζωή πέρα από τα ράφια των βίντεο κλαμπ (και αυτό άντε για 1-2 χρόνια το πολύ...) άρχισαν ξαφνικά μια νέακαριέρα... Το πρώτο εκείνο καλοκαίρι της ιδιωτικής τηλεόρασης το Megaπρόβαλε τις μέτριες βιντεοταινίες που γύρισε η Ρένα Βλαχοπούλου με την «Ανδρομέδα Φιλμ»: Η γόησσα και Όρμα Ρένα στην αρένα... Σύντομα όμως το Mega(όπως και ο ΑΝΤ1) αγόρασε όλες τις ταινίες της FinosFilmπου προφανώς κοστολογούνταν πλέον πολύ ακριβά και έτσι η ΕΡΤ αναγκάστηκε να προβάλει εκείνη βιντεοταινίες και κινηματογραφικές ταινίες «δεύτερων» εταιριών... (Μόλις το τελευταίο τρίμηνο η ΕΡΤ άρχισε και πάλι, μετά από 20 ολόκληρα χρόνια να προβάλλει ταινίες της FinosFilm, είτε επειδή πλέον η τιμή τους «έπεσε» είτε επειδή η ΕΡΤ απέκτησε χρήματα και μπόρεσε να τις αγοράσει... Αυτό το αρκετά σημαντικό γεγονός δυστυχώς πέρασε γενικά απαρατήρητο—εξαιρούνται τα άγρυπνα μάτια των μελών του Retromaniax!)
Πέρα όμως από τις ταινίες, η έναρξη της λειτουργίας του Megaμας γέννησε ελπίδες για περισσότερες «καινούριες» εμφανίσεις της Ρένας Βλαχοπούλου στο γυαλί. Άρχισαν λοιπόν να την επισκέπτονται στο καμαρίνι της όλο και πιο συχνά τηλεοπτικά συνεργεία και δημοσιογράφοι που της ζητούσαν να μιλήσει για διάφορα θέματα. Στην ίδια τη Ρένα είχε κάνει εντύπωση το γεγονός αυτό και σχολίαζε: «Τώρα μας ανακαλύψανε; Τόσα χρόνια ήμασταν στο ντουλάπι;» (αφήνοντας πιθανώς ένα υπονοούμενο για τις φήμες που ακούγονταν, ή μάλλον γράφονταν σε κάποια έντυπα, ότι μέχρι το ’89 ήταν «κομμένη» από τα κρατικά κανάλια λόγω των πολιτικών της πεποιθήσεων και της αντίθεσής της με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ). Σε κάθε περίπτωση, οι εμφανίσεις της και οι μίνι-συνεντεύξεις της άρχισαν πλέον να γίνονται πιο πολλές. Μια από τις παλιότερες εμφανίσεις της στο Mega έγινε την άνοιξη του ’90, όταν προέβλεψε—«επηρεασμένη» και από... τον ρόλο της καφετζούς που έπαιζε εκείνη τη χρονιά στο «Ακροπόλ»—ότι η Νέα Δημοκρατία θα γινόταν αυτοδύναμη Κυβέρνηση και ότι τη Μεγάλη Εβδομάδα θα... έβρεχε (ήταν η εποχή της λειψυδρίας, τότε που τα κανάλια μας ενημέρωναν καθημερινά για πόσες ακόμα μέρες θα είχε νερό η Αθήνα...), προβλέψεις που... επαληθεύτηκαν προς μεγάλη της χαρά (για την ιστορία, επανέλαβε την πολιτική της πρόβλεψη το 1993, αλλά τότε έπεσε έξω, και έκτοτε ευτυχώς σταμάτησε τις πολιτικές της δραστηριότητες...). Άλλες φορές της ζητούσαν να μιλήσει για αγαπημένους της συναδέλφους: έτσι εμφανίστηκε, τη δεύτερη σεζόν της λειτουργίας του Mega, σε εκπομπές αφιερωμένες στον Τόλη Βοσκόπουλο και στον Κώστα Βουτσά. Ωστόσο οι εμφανίσεις της παρέμειναν λίγες, συγκριτικά με άλλους/ες συναδέλφους της. Σπάνια ήταν πρόθυμη να δώσει συνεντεύξεις μεγάλης διάρκειας για τη ζωή και την καριέρα της. Πλήθαιναν όμως σε πρωινές, μεσημεριανές και απογευματινές εκπομπές τα κοσμικά ρεπορτάζ από εκδηλώσεις, πρεμιέρες, γάμους όπου η Ρένα έδινε το "παρών" (ή μάλλον το... "παρούσα"!) και έτσι πλήθαιναν και τα πλάνα με το πρόσωπό της στις μικρές μας οθόνες...
Μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις της στο Megaπροβλήθηκε τον Φεβρουάριο του 1992, από την εκπομπή Cocktailπου παρουσίαζε ο Ιάσονας Τριανταφυλλίδης συνεπικουρούμενος από την Ελένη Μενεγάκη στα πρώτα της βήματα (σχεδόν αγνώριστη!) και τον Νίκο Διαμανταρίδη. Η Ρένα τότε αλώνιζε στη σκηνή του «Ρεξ», ο Ιάσονας την είχε καλέσει επανειλημμένα στο στούντιο αλλά εκείνη δεν κατάφερνε να πάει και έτσι το συνεργείο της εκπομπής πήγε στο «Ρεξ» και της πήρε συνέντευξη στη σκηνή του musichall, λίγο πριν αρχίσει η παράσταση. Στη διάρκεια εκείνης της απολαυστικής εκπομπής προβλήθηκαν αρκετά αποσπάσματα από την υπέροχη εμφάνισή της στην παράσταση εκείνη (πολύ καλύτερα γυρισμένα από την «επίσημη» κάλυψη της παράστασης που πρόβαλε ο ΑΝΤ1 λίγο αργότερα).
Μπορεί να μην της άρεσε να δίνει συνεντεύξεις στην τηλεόραση, αλλά μερικές φορές καταλάβαινε ότι έπρεπε να εμφανίζεται σε εκπομπές για να προωθήσει και τη δουλειά της. Έτσι, δυο μέρες πριν φύγει το 1993 και πέντε μέρες μετά την πρεμιέρα της τελευταίας της θεατρικής παράστασης, της Χαρτοπαίχτρας, η Ρένα Βλαχοπούλου, μαζί με την Έλντα Πανοπούλου και τον Μάκη Δελαπόρτα που συμπρωταγωνιστούσαν στον έργο, επισκέφτηκε την εκπομπή Χαμογελάτε, είναι μεταδοτικό που παρουσίαζαν ο Αντρέας Μικρούτσικος και η Μαρίνα Τσιντικίδου εκτάκτως σε ένα κλειστό γήπεδο ενός κολλεγίου στην Αγία Παρασκευή. Πλήθος νέων παιδιών αποθεώνει όρθιο τη Ρένα Βλαχοπούλου που ενθουσιασμένη από αυτή την ανταπόκριση αλωνίζει τη στενή πασαρέλα που έχει στηθεί πρόχειρα. Εκτός από την παράσταση, προώθησε και τον δίσκο Αυθεντικές εκτελέσεις από τον ελληνικό κινηματογράφο που είχε κυκλοφορήσε τρεις μήνες πριν, τραγουδώντας, πλέι μπακ φυσικά, τρία τραγούδια. Στο τέλος της εκπομπής, σε μια γλυκιά εορταστική στιγμή: η Έλντα παίζει στο ακορντεόν το «Πάει ο παλιός ο χρόνος» και το τραγουδάει μαζί με τον Μάκη, ενώ η Ρένα τους κάνει... σεγόντο. Καθώς τελειώνει η εκπομπή ο Μικρούτσικος τη... φυγαδεύει στα παρασκήνια γιατί αντιλαμβάνεται ότι τα παιδιά που παρακολουθούν την εκπομπή είναι έτοιμα να της ορμήξουν (ορμούν τελικά στους στις υπόλοιπους/ες που απέμειναν στη σκηνή, ενώ ο Μικρούτσικος ουρλιάζει από απόγνωση για να σώσει τον τεχνικό εξοπλισμό...).
Μια άλλη σπάνια εμφάνισή της που έμεινε... κλασική ήταν στην εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου Ενώπιος ενωπίω τον Μάρτιο του 1995. Η Ρένα είχε πλέον σταματήσει τις θεατρικές της εμφανίσεις οπότε αναγκαστικά έπρεπε να ανοίξει τις πόρτες του σπιτιού της στη Βούλα (όπου είχε σχετικά πρόσφατα μετακομίσει). Ο σκηνοθέτης Τάσος Μπιρσίμ έπαιρνε έξοχα πλάνα των πορτρέτων της Ρένας που είχε φιλοτεχνήσει ο ζωγράφος και φίλος της Νίκος Ζαχόπουλος και κοσμούσαν τους τοίχους του σαλονιού της, ενώ εκείνη διηγούνταν περιστατικά από τη ζωή της στον γνωστό δημοσιογράφο που τότε ακόμα έπαιρνε σχετικά σπάνια συνεντεύξεις από καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες και ήταν σχετικά κουμπωμένος (σε αντίθεση με τις πολιτικές συνεντεύξεις του στις οποίες διακρινόταν).
Η Άννα Βλαβιανού είχε επισημάνει στο Βήμα ότι υπήρχε έλλειψη χημείας ανάμεσα στη Ρένα και τον Χατζηνικολάου και ότι η Ρένα έδειχνε να πλήττει... Ίσως να μη συνέβαινε αυτό, ίσως να είχε αρχίσει απλώς να γίνεται εμφανές ένα «πέσιμο» στη διάθεση της μεγάλης ηθοποιού λόγω του διαβήτη που είχε αρχίσει να επηρεάζει την υγεία της. Παρόλα αυτά, η συνέντευξη εκείνη έμεινε κλασική και αποσπάσματά της προβλήθηκαν αρκετές φορές με διάφορες αφορμές, τόσο όσο ζούσε η Ρένα όσο κι όταν είχε πλέον φύγει, τόσο από το Megaόσο και από τον Alphaόπου αργότερα μετακόμισε ο Νίκος Χατζηνικολάου (τη μέρα του θανάτου της και οι δυο σταθμοί πρόβαλλαν αποσπάσματα ταυτόχρονα στα δελτία ειδήσεών τους)...
Οι δυσκολίες στην κίνηση της Ρένας ήταν πλέον πολύ εμφανείς όταν πήρε μέρος τον Δεκέμβρη του 1995 στο γύρισμα της εορταστικής εκπομπής του πρωινού Μεταξύ μας (η οποία προβλήθηκε το βράδυ της 3ης Ιανουαρίου 1996). Ήταν η πρώτη σεζόν της πρωινής εκπομπής που παρουσίαζαν η Σοφία Βόσσου και η Έλντα Πανοπούλου, κουμπάρα της Ρένας (στους τίτλους της εκπομπής παρουσιάζονταν φωτογραφίες των παρουσιαστών/τριών με σημαντικά πρόσωπα της ζωής τους, και μια από αυτές τις φωτογραφίες έδειχνε τις δυο κουμπάρες στην επιθεώρηση Για την Ελλάδα ρε γαμώτο). Η έτσι κι αλλιώς σπάνια παρουσία της Ρένας έδωσε έναν επίσημο χαρακτήρα στο έκτακτο πρωτοχρονιάτικο πρόγραμμα. Τραγούδησε (για τελευταία φορά λάιβ με τη συνοδεία στο πιάνο του Γιώργου Θεοδοσιάδη—θα ακολουθούσε μια τελευταία φορά λάιβ και ακαπέλα λίγα χρόνια αργότερα στον ΑΝΤ1) το «Αγάπη μου, πού να ‘σαι» των Σπάρτακου-Σακελλάριου για να προωθήσει τον δίσκο Η Ρένα τραγουδάει jazzπου τότε προετοιμαζόταν (με πολύ αργά βήματα όπως αποδείχτηκε, αφού κυκλοφόρησε σχεδόν 1,5 χρόνο αργότερα). Παρούσα στο στούντιο και η Αλέξια (είχαν τραγουδήσει μαζί σε δίσκο το «Έχω απόψε ραντεβού») που μαζί με τη Σοφία Βόσσου ερμήνευσαν το Summertime, προ(σ)καλώντας τη Ρένα να τις συνοδεύσει σε 1-2 στίχους. Η εκπομπή έκλεισε και πάλι με το «Πάει ο παλιός ο χρόνος» με τη Ρένα περιστοιχισμένη από νέους/ες ηθοποιούς και τραγουδιστές/τριες που (της) τραγουδούσαν «Συ είσ’ αρχόντισσα κυρία»...
Μια τελευταία, λάιβ συντέντευξη της Ρένας Βλαχοπούλου προβλήθηκε ανήμερα της γιορτής της το 1999. Η επίσης εορτάζουσα Ειρήνη Νικολοπούλου και η Λίζα Δουκακάρου παρουσίαζαν εκείνη την άνοιξη το πρωινό πρόγραμμα Φρου φρου και εκείνη τη μέρα αποφάσισαν να συνδεθούν ζωντανά με το σπίτι της Ρένας για να της στείλουν τις ευχές τους. Στο στούντιο μαζί με τις παρουσιάστριες βρισκόταν ο Δάνης Κατρανίδης και σε παράθυρο ο Κώστας Καρράς ο οποίος έστειλε την αγάπη του στη Ρένα και την ευχαριστούσε γιατί το 1991 στο «Ακροπόλ» τον έσωσε όταν έπαθε ένα ισχαιμικό επεισόδιο την ώρα της παράστασης. Ωστόσο η σύνδεση με το σπίτι της Ρένας δεν κράτησε πολύ, γιατί ο ήχος δεν έφτανε καθαρά στα αφτιά της και η επικοινωνία γινόταν δύσκολα («Τώρα εσύ μου μιλάς αλλά τι μου λες;» έλεγε με τον δικό της κωμικό μα πλέον γλυκά καταβεβλημένο τρόπο στον Καρρά...)
Ωστόσο τηλεοπτικές εμφανίσεις δεν είναι μόνο οι συνεντεύξεις, είναι και οι τηλεοπτικές σειρές. Όπως είναι γνωστό, η Ρένα γύρισε δυο σίριαλ στα χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης που προβλήθηκαν από τον ΑΝΤ1 (Μάμα μία, Μάλιστα κύριε). Ωστόσο, το καλοκαίρι του 1990, πριν αρχίσει να γυρίζεται το Μάμα μία, κυκλοφόρησε ένα δελτίο τύπου στα τηλεοπτικά έντυπα που μιλούσε για μια νέα σειρά με τη Ρένα Βλαχοπούλου και τον Κώστα Ρηγόπουλο που θα έφερε τον τίτλο Τα παιδιά της Ευτυχίας και θα παρουσίαζε την ιστορία μιας ιδιοκτήτριας εφοπλιστικού γραφείου που είχε τρεις κόρες της παντρειάς... Παραγωγός της σειράς επρόκειτο να είναι ο Αντώνης Μανιάτης ο οποίος τελικά ήταν ο παραγωγός των δυο σίριαλ της Ρένας στον ΑΝΤ1. Δεν γνωρίζω αν το σενάριο της Ευτυχίας θα ήταν καλύτερο από τα άλλα δυο σενάρια που τελικά γυρίστηκαν και προβλήθηκαν, ωστόσο η συνύπαρξη της Ρένας Βλαχοπούλου με τον Κώστα Ρηγόπουλο θα ήταν σίγουρα πολύ ενδιαφέρουσα.
Αν και η Ρένα Βλαχοπούλου δεν πρωταγωνίστησε σε κάποιο σίριαλ του MegaChannel, ωστόσο πραγματοποίησε μια εμφάνιση ως gueststarσε ένα από τα πιο επιτυχημένα σίριαλ του σταθμού αλλά και της ελληνικής τηλεόρασης γενικότερα. Ήταν το τιμώμενο πρόσωπο (το όνομά της με μεγάλα κεφαλαία γράμματα γέμιζε την οθόνη στους τίτλους, πριν από οποιοδήποτε άλλο όνομα) στο τελευταίο επεισόδιο της πρώτης περιόδου της σειράς Δέκα μικροί Μήτσοι (1992-1995) του Λάκη Λαζόπουλου, τον Ιούνιο του 1995. Είναι αλήθεια πως ο Λάκης Λαζόπουλος είχε κουραστεί μετά από τέσσερις σεζόν και τα τελευταία επεισόδια δεν είχαν τη σπιρτάδα και το κέφι των πρώτων σεζόν. Η Ρένα Βλαχοπούλου προσκλήθηκε να συμμετάσχει σε μια από τις τρεις εκδοχές που παρουσίασε ο Λαζόπουλος για το τέλος της σχέσης της χήρας Μήτση με τον στρατηγό. Στη δεκάλεπτη εμφάνισή της παρουσίασε ένα συνδυασμό των δυο πιο χαρακτηριστικών της ρόλων, της Χαρτοπαίχτρας και της Τρελής σαραντάρας χήρας (αν και η κυρία που υποδυόταν στο επεισόδιο αυτό δήλωνε ότι είχε γεννηθεί το 1938...) και τραγούδησε ένα από τα πιο δημοφιλή κινηματογραφικά σουξέ των πρώτων χρόνων της ιδιωτικής τηλεόρασης, το «Έχω στενάχωρη καρδιά». Ο πιο μικρός ρόλος της καριέρας της Ρένας Βλαχοπούλου ήταν τελικά και ο τελευταίος ρόλος που έπαιξε στην καριέρα της...
Xαριτωμένες αναμνήσεις του πρόσφατου τηλεοπτικού παρελθόντος μας που ίσως να μη χωρέσουν σε τηλεοπτικές ανασκοπήσεις αυτών των ημερών. Σκέφτομαι πόσο μεγάλη τύχη θα ήταν να είχε εμφανιστεί νωρίτερα η ιδιωτική τηλεόραση στην Ελλάδα. Θα είχε καλύψει και—το σημαντικότερο—θα είχε διασώσει ακόμα πιο πολλές στιγμές της Ρένας στα παραγωγικά της χρόνια... Μέρα γενεθλίων λοιπόν η σημερινή, ας ευχηθούμε στο Mega και στην ιδιωτική τηλεόραση γενικότερα χρόνια πολλά και να μας χαρίζει καλά προγράμματα και ουσιαστική ψυχαγωγία.
Η Ρένα Βλαχοπούλου επιστρέφει στην Αθήνα... Σίγουρα δεν μαθαίνετε από μένα ότι εδώ και 3 εβδομάδες έχουν ξεκινήσει στο θέατρο "Πόρτα" οι παραστάσεις της Χαρτοπαίχτρας του Δημήτρη Ψαθά με τον Τάκη Ζαχαράτο ως... Ρένα Βλαχοπούλου στον ρόλο της Αλέκας...
Η είδηση για την παράσταση αυτή ανακοινώθηκε πριν από μερικούς μήνες και όπως ήταν φυσικό προκάλεσε πολλές και ποικίλες αντιδράσεις. Η αλήθεια είναι πως πρέπει να είναι ένα εγχείρημα που δεν έχει προηγούμενο. Δεν γνωρίζω, και ας με διορθώσει όποιος/α ξέρει κάτι, αν έχει άλλη φορά πραγματοποιηθεί κάτι ανάλογο, να ανέβει έναν έργο με πρωταγωνιστή έναν καλλιτέχνη που μιμείται την ηθοποιό που έχει ταυτιστεί με το έργο και τον ρόλο... Φυσικά είναι πολύ συνηθισμένο σε επιθεωρήσεις, τηλεοπτικές εκπομπές, drag shows να υπάρχουν καλλιτέχνες που μιμούνται μεγάλες σταρ του παρελθόντος σε ιστορικούς τους ρόλους. Ο Τάκης Ζαχαράτος ασφαλώς πρωτοστατεί στη χώρα μας στον τομέα αυτόν. Έχει μιμηθεί, με εξαιρετική επιτυχία, πολλές φορές τη Ρένα Βλαχοπούλου (όπως και τόσες άλλες σταρ), δηλώνοντας κάθε φορά την αγάπη του για τη μεγάλη καλλιτέχνιδα και τιμώντας, τα τελευταία χρόνια, τη μνήμη της.
Ωστόσο είναι άλλο πράγμα να μιμείσαι μία σταρ σε ένα δεκάλεπτο νούμερο και άλλο πράγμα να μιμείσαι επί δύο ώρες τη σταρ παίζοντας έναν ολοκληρωμένο ρόλο σε ένα έργο που ταυτίστηκε μαζί της. Ομολογώ ότι δέχτηκα την είδηση μουδιασμένος και φυσικά δεν έχω ακόμα ολοκληρωμένη άποψη για το όλο εγχείρημα γιατί δεν είδα την παράσταση (σκοπεύω να το κάνω στο άμεσο μέλλον και να επανέλθω με λεπτομέρειες...). Ακούστηκαν όμως αρκετές φωνές, από τότε που πρωτοακούστηκε η είδηση μέχρι σήμερα, που εκφράστηκαν αρνητικά (πχ ο δημοσιογράφος Γιώργος Σαρηγιάννης στα Νέατης 16ης Ιουλίου 2009, η Έλντα Πανοπούλου και ο Στάθης Ψάλτης ("Βλαχοπούλου ήταν μόνο μία") σε ρεπορτάζ και πάλι του Γ. Σαρηγιάννη στα Νέα της 29ης Αυγούστου 2009, αλλά και πολλοί θεατές/θεάτριες που είδαν την παράσταση και έγραψαν τη γνώμη τους στο site του Αθηνοράματος. Βέβαια στο ίδιο site πολύς κόσμος έχει γράψει και θετικά σχόλια για την παράσταση, τονίζοντας ότι η προσπάθεια τιμά τη Βλαχοπούλου και ότι η παράσταση είναι καλή, ο δε Ζαχαράτος απολαυστικός. Από ένα βιντεάκι που παρακολούθησα και που παραθέτω παρακάτω, φαίνεται ότι πρόκειται για μια φροντισμένη παραγωγή, από τις πρώτες, νομίζω, στην Ελλάδα που χρησιμοποιούν συστηματικά την τεχνική των προβολών αντί για σκηνικά (τεχνική που ενισχύει την κινηματογραφική προέλευση του εγχειρήματος). Ο σκηνοθέτης Βασίλης Μυριανθόπουλος, που είχε σκηνοθετήσει και το ανέβασμα του έργου από το ΔΗΠΕΘΕ Χίου με την Υρώ Μανέ το 2003, έχει διασκευάσει το έργο, ώστε να θυμίζει πιο πολύ την ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη (στο βίντεο βλέπουμε ότι υπάρχει η σκηνή της παρτίδας στο σπίτι της κυρίας Μπάρδακα, ενώ στην πρωτότυπη εκδοχή του Ψαθά το έργο ξεκινάει στο σπίτι της Αλέκας, με την κυρα-Μαριγώ να απαντά στο τηλέφωνο...). «Είναι πολύ συγκεκριμένο το ζητούμενό μας: η "Χαρτοπαίχτρα" της Ρένας Βλαχοπούλου», επιβεβαιώνει στην Ελεθεροτυπία και στην Ιωάννα Κλεφτόγιαννη ο Μυριανθόπουλος. «Δεν γίνεται μόνο μίμηση, παρ' όλο που η Βλαχοπούλου είναι αδιαμφισβήτητα το μεγάλο μας ατού», ενώ ο Ζαχαράτος σπεύδει να προσθέσει: «το στοίχημα δεν ήταν να κάνω τη Ρένα. Θυμίζω τη Ρένα Βλαχοπούλου, αλλά υποδύομαι την Αλέκα Οικονομίδου. Ξεκινώ από τη Ρένα αλλά οδηγούμαι αλλού. Η δυσκολία είναι, δηλαδή, ότι βλέπουμε μια άλλη... Ρένα». Από τις σκηνές που είδα στο βίντεο, σαφώς θα πω ότι ο Ζαχαράτος παρουσιάζει μια άλλη Ρένα, αλλά αυτό έκανε πάντα: μπορεί να μην είμαι αντικειμενικός, αλλά ποτέ ο Ζαχαράτος δεν μπόρεσε--ή δεν θέλησε--να μιμηθεί τόσο πιστά τη Ρένα Βλαχοπούλου όσο μιμήθηκε, για παράδειγμα, την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Ίσως επειδή η Ρένα ήταν τόσο μοναδική και άρα... αμίμητη;
Σε κάθε περίπτωση, θα περιμένω να δω την παράσταση και θα επανέλθω. Προς το παρόν πάρτε κι εσείς μια γεύση από αυτήν μέσα από το βίντεο του «Πάμε θέατρο»:
Στο Badminton
Ωστόσο η Ρένα δεν επιστρέφει(?) φέτος μόνο στο θέατρο «Πόρτα». Όπως ακούστηκε πριν από έναν μήνα και επιβεβαιώθηκε πριν από λίγες μέρες από την εφημερίδα Λοιπόν (2-11-2009), η Ρένα θα επιστρέψει και μέσα από μια έκθεση που θα οργανώσει ο Μάκης Δελαπόρτας τον Ιανουάριο στο θέατρο Badminton (τη διεύθυνση του οποίου, όπως και του θεάτρου «Πόρτα» έχει ο Μιχάλης Αδάμ). Εκεί θα εκτεθούν προσωπικά αντικείμενα της Ρένας, θεατρικά της κοστούμια, χειρόγραφά της και άλλα κειμήλια. Εκτός από την έκθεση, θα παρουσιαστεί στο Badminton και μια μεγάλη συναυλία στην οποία θα πάρουν μέρος οι Τάνια Τρύπη, Μπέσυ Μάλφα, Νίνα Λοτσάρη και Παναγιώτης Πετράκης, ενώ γκεστ σταρ θα είναι η Κλειώ Δενάρδου. Θα εμφανιστούν επίσης άνθρωποι που συνεργάστηκαν στενά μαζί της: ο Γιάννης Δαλιανίδης, η Μάρθα Καραγιάννη, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιώργος Κατσαρός και ο Φώτης Μεταξόπουλος. Τέλος θα είναι παρών και πάλι ο Τάκης Ζαχαράτος τον οποίο ο Μ. Δελαπόρτας αποκαλεί «μετεμψύχωση της Ρένας». Κάθε εκδήλωση προς τιμήν της Ρένας Βλαχοπούλου παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και έτσι περιμένουμε με ανυπομονησία την εκδήλωση αλλά κυρίως την έκθεση των προσωπικών αντικειμένων μιας σπουδαίας γυναίκας και καλλιτέχνιδας.
Επιστροφή της Ρένας Βλαχοπούλου λοιπόν; Μα δεν έχει λείψει ούτε μια στιγμή από αυτό το blog και, θέλω να πιστεύω, και από τη σκέψη όλων των θαυμαστριών/στών της. Μένει να δούμε πόσο «παρούσα» είναι στο θέατρο «Πόρτα» και φυσικά να υποδεχτούμε τον «κόσμο» της στο θέατρο «Badminton»...
Άλλο ένα άγνωστο τραγούδι σας παρουσιάζω σήμερα, για το οποίο σας έχω ξαναμιλήσει, αλλά σήμερα επιβάλλεται να το θυμηθούμε λόγω της ημέρας! Πρόκειται για το μοναδικό πολεμικό τραγούδι που ηχογράφησε η Ρένα Βλαχοπούλου το 1941, τις τελευταίες μέρες του ελληνοϊταλικού πολέμου και λίγο πριν μπουν οι Γερμανοί στην Ελλάδα...
Πέρσι τέτοιες μέρες θυμηθήκαμε με λεπτομέρειες τον ρόλο του ελαφρού τραγουδιού και της επιθεώρησης στον πόλεμο του '40. Το ξεκίνημα της καριέρας της Ρένας συνέπεσε με εκείνες τις δύσκολες μέρες της ελληνικής ιστορίας και η νεαρή Κερκυραία έβαλε το λιθαράκι της στην προσπάθεια που κατέβαλε ο καλλιτεχνικός κόσμος για να τονώσει το ηθικό του λαού όσο ο στρατός μαχόταν στα βουνά της Αλβανίας. Η Ρένα Βλαχοπούλου ανήκε στο δυναμικό του θεάτρου "Μοντιάλ" όπου βέβαια η ρενομέ τραγουδίστρια ήταν η μεγάλη Σοφία Βέμπο, που συγκινούσε το κοινό με το τραγούδι "Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά" αλλά και το διασκέδαζε με τις κωμικές παρωδίες ("Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του", "Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός"). Τρεις ήταν οι επιθεωρήσεις που ανέβασε ο θίασος του "Μοντιάλ" στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου: την πρόχειρη Πολεμική επιθεώρηση (όπου η Ρένα πρωτοτραγούδησε το πασίγνωστο "Κορόιδο Μουσολίνι", σε στίχους του Γιώργου Οικονομίδη, που δισκογράφησε όμως ο Νίκος Γούναρης, και το "Πατρίδα, πατρίδα, Ελλάδα δοξασμένη", παρωδία της "Διαμάντως" του Γιάννη Βέλλα, από τον Μίμη Τραϊφόρο που δισκογράφησε τελικά η Σοφία Βέμπο) διαδέχτηκε η επιθεώρηση Μπέλλα Γκρέτσια, όπου η Ρένα τραγουδούσε ένα μη πολεμικό τραγούδι, το "Γλυκά μου μάτια". Τον Μάρτιο του 1941 δόθηκε η πρεμιέρα της τρίτης επιθεώρησης της σεζόν που τιτλοφορήθηκε Πολεμική Αθήνα.
Στο αρχείο του Θεατρικού Μουσείου έχει σωθεί το πρόγραμμα αυτής της επιθεώρησης--το παρουσίασε η Βιργινία Φωτιάδου στη μεταπτυχιακή της διατριβή Η επιθεώρηση του 1940-41 (τμήμα Φιλολογίας, Α.Π.Θ. 1992) από όπου το αναδημοσιεύω κι εγώ:
Στην πρώτη πράξη βλέπουμε τους τίτλους από τα επίκαιρα νούμερα των ημερών εκείνων: "Ο τσολιάς σε άδεια" με την Ηρώ Χαντά και τον Μάνο Φιλιππίδη, "Η γυναίκα στον πόλεμο" με την Αννα και τη Μαρία Καλουτά, "Ο Ζαχαρίας τραυματίας" με τη Λίτσα Λαζαρίδου και τον Μίμη Κοκκίνη, "Ένας φαντάρος φεύγει για το μέτωπο" με τη Μαρία Καλουτά, τη Γεωργία Βασιλειάδου και τον Ανακτορίδη, "Επιστροφή στη βάση μας" με την Ντιριντάουα και το μπαλέτο". Φυσικά επίκαιρο είναι και το φινάλε που έχει τον τίτλο "Ένα όνειρο του Ντούτσε". Αμέσως πριν το φινάλε όμως ήταν παραδοσιακά η θέση της πρώτης τραγουδίστριας του θιάσου. Πράγματι, διαβάζουμε στο πρόγραμμα: "Σαν κι απόψε" με τη Σοφία Βέμπο. Υποθέτω ότι με κάποιο τρόπο οι συγγραφείς της επιθεώρησης Αλέκος Σακελλάριος, Χρήστος Γιαννακόπουλος και Δημήτρης Γιαννουκάκης είχαν επικαιροποιήσει τους στίχους αυτού του τραγουδιού που είχε λανσάρει η Βέμπο του καλοκαίρι του '40 και έδιναν στη Βέμπο την ευκαιρία να τραγουδήσει όλα τα πολεμικά σουξέ που είχε λανσάρει τους προηγούμενους μήνες.
Το ενδιαφέρον για μας όμως είναι το εναρκτήριο νούμερο της δεύτερης πράξης της Πολεμικής Αθήνας. Ο τίτλος του είναι "Στο καμπαρέ" και διαβάζουμε πως συμμετέχουν "το μπαλλέττο και η κ. Ρ. Βλαχοπούλου στο τραγούδι 'Πήγαινε κι όταν ξαναρθής'"... Η κυρία Ρένα Βλαχοπούλου, ευτυχώς για την ιστορία του ελαφρού τραγουδιού, πρόλαβε και ηχογράφησε σε δίσκο 78 στροφών το τραγούδι αυτό που ελάχιστα έγινε γνωστό. Αφενός η επιθεώρηση αυτή ανέβηκε αργά, στα μέσα Μαρτίου του '41, και παίχτηκε για λιγότερο από έναν μήνα, αφού σε λίγες μέρες η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα και οι νίκες του αλβανικού μετώπου ήταν πλέον παρελθόν... Αφετέρου πρέπει να ομολογήσουμε ότι οι στίχοι του Μίμη Τραϊφόρου δεν παρουσιάζουν κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Άλλωστε ό,τι είχαν να πουν πια οι στιχουργοί για τον πόλεμο, το είχαν πει στα δεκάδες τραγούδια που είχαν γραφτεί και δισκογραφηθεί κυρίως από τη Σοφία Βέμπο, αλλά και από τη Δανάη Στρατηγοπούλου (η οποία δεν δέχτηκε να ηχογραφήσει άλλο πολεμικό τραγούδι πέρα από το υπέροχο "Άντε στο καλό", θεωρώντας πατριδοκαπηλική όλη αυτή την υπερπαραγωγή) την Κάκια Μένδρη, τον Νίκο Γούναρη και την Κούλα Νικολαΐδου. Θέλω ωστόσο εμείς σήμερα να θυμηθούμε αυτό τραγούδι (μας το παραχωρεί ο φίλος desmich από το κανάλι του στο greektube):
Δεν το πίστευα, καλέ μου,
δεν το πίστευα ποτέ μου
πως θα ρθει αυτή η ώρα
να φύγεις σαν τώρα.
Μα αφού πας για την πατρίδα
σαν περήφανη Ελληνίδα
σε φιλώ χωρίς να κλαίω
και να τι σου λέω:
Πήγαινε κι όταν θα 'ρθεις, θα είμαι δική σου.
Πήγαινε κι όπου βρεθείς να θυμηθείς:
Αν σε βρουν κάπου νεκρό εγώ εδώ πέρα
Νύχτα και μέρα εσένανε θα καρτερώ.
Όλα θα σε καρτερούνε
καλώς ήρθες να σου πούνε
κι όλα θα χαρούν τριγύρω
κοντά σου σαν γείρω.
Και πιασμένοι από το χέρι
στα παλιά γνωστά μας μέρη
της αγάπης το μεθύσι
σαν πρώτα θα αρχίσει...
Πήγαινε κι όταν θα 'ρθεις, θα είμαι δική σου.
Πήγαινε κι όπου βρεθείς να θυμηθείς:
Αν σε βρουν κάπου νεκρό εγώ εδώ πέρα
Νύχτα και μέρα εσένανε θα καρτερώ...
Ο συνθέτης Κώστας Γιαννίδης έγραψε ένα γλυκό βαλς γι' αυτούς τους στίχους, οι οποίοι όμως νομίζω πως ατυχώς αναφέρουν τη λέξη "νεκρός"--δεν νομίζω ότι ήθελε κανείς ή καμιά τις μέρες εκείνες να τραγουδά αυτό το ενδεχόμενο σε ένα ερωτικό τραγούδι, ακόμα κι αν η σκέψη δεν έφευγε στιγμή από το μυαλό τους...
Εν πάση περιπτώσει, το τραγούδι δεν έκανε κάποια ιδιαίτερη καριέρα και η μήτρα του πιθανότατα καταστράφηκε μόλις μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα και φρόντισαν να εξαφανίσουν όλα τα πολεμικά τραγούδια που εμψύχωναν το ελληνικό κοινό στον πόλεμο. Όσα τραγούδια σώθηκαν και ακούγονται σήμερα είναι είτε από μήτρες του εξωτερικού είτε από τις αυθεντικές πλάκες των 78 στροφών που διέσωσαν γενναίοι συλλέκτες είτε από ηχογραφήσεις που έγιναν μετά τον πόλεμο. Το πολεμικό αυτό τραγούδι της Ρένας "αναστήθηκε" για λίγο καιρό και ξανακυκλοφόρησε, όπως και κάποια ακόμα πολεμικά τραγούδια, στα χρόνια του Εμφυλίου, όταν πια η Ρένα βρισκόταν στην Αμερική. Έκτοτε η τύχη του αγνοούνταν. Τον περσινό Δεκέμβριο όμως επανεκδόθηκε σε μια συλλογή με τίτλο Μέρες Ραδιοφώνου: χρόνια του '40 που επιμελήθηκε ο Μ. Δελαπόρτας. Έτσι έχουμε τη σπάνια ευκαιρία να ακούσουμε και να χαρούμε την υπέροχη ερμηνεία της Ρένας Βλαχοπούλου: η νεανική της φωνή, αν και σχεδόν αγνώριστη, είναι μαγευτική: η τοποθέτησή της ίσως μαρτυρεί κάποιες περιορισμένες σπουδές που έκανε στο κλασικό τραγούδι λίγα χρόνια πριν, στην Κέρκυρα, και σίγουρα αποκαλύπτει τη δυναμική της και τις τραγουδιστικές της ικανότητες. Όπως έχουμε επανειλημμένα πει και στο παρελθόν, είναι κρίμα που η Ρένα ηχογράφησε μόνο πέντε τραγούδια στη δεκαετία του '40 και από αυτά έχουμε στη διάθεσή μας δυστυχώς μόνο τα δύο... Αλλά ελπίζουμε πάντα πως κάποιος συλλέκτης ή κάποια συλλέκτρια θα μας χαρίσει κάποτε αυτούς τους χαμένους θησαυρούς....
Όπως είπαμε και πέρσι, έχουν γραφτεί ωραιότατα πολεμικά ρεμπέτικα τραγούδια (διαβάστε τη φετεινή σχετική ανάρτηση του συν-blogger Allu Fun-Marx), αλλά η επιβλητική μορφή της Σοφίας Βέμπο και η προνομιούχα, τότε, θέση του ελαφρού τραγουδιού στο ραδιόφωνο, τη δισκογραφία και την κοινωνία, έχουν περιορίσει τη δόξα των πολεμικών ρεμπέτικων. Είναι η μόνη μέρα του χρόνου όμως που το ελαφρό μπορεί να πάρει τη ρεβάνς για τον σημερινό παραγκωνισμό του, οπότε ας δώσουμε για άλλη μια χρονιά τον... λόγο στη Σοφία Βέμπο, τη Δανάη, την Κάκια Μένδρη και την Κούλα Νικολαΐδου για να μας τραγουδήσουν το παράξενο αυτό μίγμα λύπης και χαράς που νιώθουν καθώς οι σύντροφοί τους φεύγουν για το μέτωπο... Και από φέτος θα δίνουμε τον λόγο και στη Ρένα Βλαχοπούλου που θα λέει γενναία στον καλό της "Πήγαινε κι όταν θα 'ρθεις, θα 'μαι δική σου..."
Με αφορμή... προσωπικά βιώματα αυτών των ημερών (ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε σε ιστολόγιο!), σκέφτηκα να σας παρουσιάσω ένα μάλλον άγνωστο τραγούδι της Ρένας Βλαχοπούλου από τα χρόνια του '50. Πρόκειται για ένα "λαϊκό τραγουδάκι" σε ρυθμό 9/8 που τραγουδούσε η Ρένα στο θέατρο "Ακροπόλ" από τον Γενάρη ως τον Μάιο του 1957, στην επιθεώρηση Αλήθειες και ψευτιές.
Όπως κάθε σεζόν, έτσι και τη σεζόν 1956-57 ο δαιμόνιος επιχειρηματίας Βασίλης Μπουρνέλλης είχε "επιστρατεύσει" μεγάλα ονόματα για τον θίασο του "Ακροπόλ". Με τη σειρά που διαβάζουμε τα ονόματα στο πρόγραμμα: Ρένα Βλαχοπούλου, Ορέστης Μακρής, Μπελίντα, Βασίλης Αυλωνίτης, Σπεράντζα Βρανά, Γεωργία Βασιλειάδου, Γιάννης Γκιωνάκης, Νίκος Ρίζος, Στέλλα Στρατηγού, Έλσα Ρίζου, Ζωή Φυτούση, Γιάννης Φέρμης, Πόπη Πόλυ, Ι. Σύλβας. Συμμετείχε επίσης το χορευτικό ζευγάρι Μανώλης Καστρινός-Χρυσούλα Ζώκα και ένα 20μελές μπαλέτο με επικεφαλής τους/τις Φώτη Μεταξόπουλο, Μιράντα Ναϊς, Βαγγέλη Σειληνό και Ελένη Προκοπίου...
Ο θίασος ανέβασε τον Οκτώβρη του 1956 την επιθεώρηση Σιγά και με το μαλακό των Θίσβιου-Γιαλαμά-Πρετεντέρη (στην οποία η Ρένα τραγουδούσε μεταξύ άλλων και το γοητευτικό "ρεαλιστικό" τραγούδι "Το αλκοόλ κι η νικοτίνη", διαβάστε εδώ περισσότερα) ενώ στις 15 Ιανουαρίου 1957 παρουσίασε την επιθεώρηση της τριάδας Ασημακόπουλος-Σπυρόπουλος-Παπαδούκας Αλήθειες και ψευτιές. Και στα δυο έργα τη μουσική έγραψαν ο Γιάννης Βέλλας και ο Ζακ Ιακωβίδης. Όλα τα τραγούδια που κυκλοφόρησαν είτε σε δίσκους είτε σε "μουσικά τεμάχια" από τα έργα αυτά υπογράφονται και από τους δυο συνθέτες και αυτό είναι κάτι σχετικά σπάνιο στο ελληνικό τραγούδι (ήταν συνηθισμένο να υπογράφουν τους στίχους παραπάνω από ένα άτομο, όχι όμως και τη μουσική!).
Οι πέντε αυτοί σπουδαίοι κύριοι του ελαφρού τραγουδιού έγραψαν δυο τραγούδια για να τραγουδάει η Ρένα στην τραγουδιστική της εμφάνιση (είχε φυσικά και μια εμφάνιση ως ηθοποιός με το σόλο "Το είπε ο Διονυσάκης"--όπου ως επτανήσια αναφερόταν στον κόντε Διονύσιο Σολωμό που είχε προφητέψει τα πάντα στα "λίμπρα" του...). Το πρώτο τραγούδι της είχε τον τίτλο "Πάρε μια γυναικούλα αγκαλιά": ήταν ένα μπαγιό που η Ρένα τραγουδούσε πλαισιωμένη από τέσσερις χορεύτριες. Το χαριτωμένο αυτό κομμάτι που δυστυχώς δεν δισκογραφήθηκε εξυμνούσε τις χαρές του γάμου με καθόλου φεμινιστικούς στίχους! Αμέσως μετά η Ρένα, πλαισιωμένη από το αντρικό μπαλέτο, τραγουδούσε:
Άνοιξε γιατρέ την πόρτα, κάνε με καλά, μ' έμπλεξαν δυο μαύρα μάτια κι έβαλα μπελά. Δώσ' μου φάρμακα να γειάνω και παρηγοριά κάθε μια ματιά τους είναι και μια μαχαιριά.
Άνοιξε γιατρέ την πόρτα πριν να τρελαθώ είναι κρίμα για δυο μάτια έτσι να χαθώ. Της αγάπης πώς περνάνε πες μου οι καημοί μ' έχουν λιώσει τα ξενύχτια και οι στεναγμοί.
Άνοιξε γιατρέ την πόρτα κι είναι σοβαρό, μια φωτιά με καίει στα στήθια κι άλλο δεν μπορώ. Στο μυαλό μου τα δυο μάτια έχουν καρφωθεί κι απ' τον έρωτα η καρδιά μου έχει πληγωθεί.
Άνοιξε γιατρέ την πόρτα, σβήνω και πονώ λες κι απάνω στην καρδιά μου κάθησε βουνό. Κι όσο παν' τα βάσανά μου όλο πιο πολλά άνοιξε γιατρέ την πόρτα, κάνε με καλά...
Το τραγούδι αυτό ευτυχώς δισκογραφήθηκε στις 78 στροφές και μάλιστα με τη φωνή της Ρένας Βλαχοπούλου (ενώ αρχικά είχε γραφτεί στον Τύπο ότι θα το ηχογραφούσε μια νέα λαϊκή τραγουδίστρια). Πρόκειται για ένα από τα λίγα λαϊκού χρώματος τραγούδια που ηχογράφησε η Ρένα στα χρόνια του '50 (διαβάστε εδώ περισσότερα για τις λαϊκές στιγμές της τραγουδιστικής καριέρας της Ρένας Βλαχοπούλου) και ακολουθώντας την παράδοση των αρχοντορεμπέτικων εκτελείται από ορχήστρα χωρίς μπουζούκι. Στον δίσκο της Odeon ακούγονται μόνο οι τρεις από τις τέσσερις στροφές που υπάρχουν τυπωμένες στο πρόγραμμα της παράστασης και στην παρτιτούρα του τραγουδιού (η διάρκεια των δίσκων 78 στροφών ήταν περιορισμένη, και αυτός είναι δυστυχώς ένας λόγος που πολλά ελαφρά τραγούδια είτε δεν δισκογραφήθηκαν ποτέ είτε δισκογραφήθηκαν με... περικοπές) ενώ για την ιστορία να αναφέρουμε ότι στην άλλη του πλευρά ακούγεται ένα ακόμα τραγούδι από την ίδια επιθεώρηση, το "Πόσο στενή είναι η φυλακή" με την Καίτη Μπελίντα (το τραγούδι που συνυπάρχει με το "Άνοιξε γιατρέ" και στη δίφυλλη παρτιτούρα που εξέδωσε ο Νάκας). Λίγα χρόνια αργότερα, με τν ερχομό των δίσκων 45 στροφών, η Parlophone επανεκδίδει το "Άνοιξε γιατρέ την πόρτα" σε ένα δισκάκι Extended Play. Το τραγούδι αυτό δεν επανεκδόθηκε ποτέ μέχρι σήμερα στις 33 στροφές ή σε CD. Εγώ είχα την τύχη να το ακούσω χάρη στον καλό φίλο Ι. που το είχε στη συλλογή του. Δεν ανήκει στα σπουδαία τραγούδια της Ρένας Βλαχοπούλου, αλλά εκείνη καταφέρνει για άλλη μια φορά να σου επιβληθεί με την ερμηνεία της και να σε βοηθήσει να σου φαίνονται όλα... περαστικά!
Σε όσες κι όσους λοιπόν θα χτυπήσουν τις πόρτες γιατρών αυτές τις μέρες εύχομαι περαστικά και σύντομα!
Το Δεύτερο Πρόγραμμα αξιοποιεί ευτυχώς για άλλη μια φορά το πολύτιμο αρχείο του αλλά και τις γνώσεις των παραγωγών του και παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον αφιέρωμα στην αξέχαστη Σπεράντζα Βρανά. Σήμερα Παρασκευή από τις 6 ως τις 8μμ, αλλά και την επόμενη Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου, την ίδια ώρα, ο Γιώργος Τσάμπρας και ο Σιδερής Πρίντεζης τιμούν τη Σπεράντζα παρουσιάζοντας πολύτιμο υλικό από το αρχείο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας.
Tραγούδια, θεατρικές ηχογραφήσεις, αποσπάσματα συνεντεύξεων θα φέρουν ξανά μπροστά μας τη μεγάλη θεατρίνα και ξεχωριστή γυναίκα που σφράγισε μια ολόκληρη εποχή και άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα της σ' αυτό το λαοφιλές θεατρικό είδος, την επιθεώρηση. Μέσα από σπάνια ντοκουμέντα οι δυο παραγωγοί θα ζωντανέψουν ραδιοφωνικά την εποχή της παλιάς επιθεώρησης και θα μας ταξιδέψουν μουσικά αλλά και θεατρικά σε έναν κόσμο που αν και ανήκει στο χθες, μας αφορά και μας συγκινεί σε μέγιστο βαθμό και σήμερα. Συντονιστείτε... (http://www.deutero.gr/)
Μία εβδομάδα πριν ξεφύλλιζα τα βιβλία της, ψάχνοντας λεπτομέρειες για την Καίτη Μπελίντα. Τα βιβλία της Σπεράντζας Βρανά όμως δεν σε αφήνουν εύκολα: στεκόμουν σε άλλα γεγονότα της δικής της καλλιτεχνικής και προσωπικής ζωής, γραμμένα με την αφοπλιστική της ειλικρίνεια και ευθύτητα, και κολλούσα. Πού να το φανταζόμουν ότι μία εβδομάδα μετά η Σπεράντζα Βρανά θα γινόταν το βασικό θέμα μιας ανάρτησής μου. Η μεγάλη πρωταγωνίστρια της επιθεώρησης πέθανε σήμερα τα ξημερώματα, ήρεμα, στον ύπνο της.
Το ελληνικό μουσικό θέατρο και ιδιαίτερα η επιθεώρηση (και βέβαια τούτο εδώ το blog!) χρωστούν πολλά στη Σπεράντζα Βρανά. Όχι μόνο επειδή υπηρέτησε με αφοσίωση, λατρεία και συνέπεια αυτό το είδος, αλλά και επειδή ήταν η πρώτη που κατέγραψε, παράλληλα με τα προσωπικά της βιώματα, την ιστορία της επιθεώρησης από το 1948 ως το 1985. Η Σπεράντζα έκανε πρώτη τη δουλειά που τα τελευταία χρόνια αρχίζουν να κάνουν νέες και νέοι που αποφοιτούν από τα θεατρολογικά τμήματα των παντεπιστημίων μας. Από τα βιβλία της μάθαμε λεπτομέρειες για τη χρυσή εποχή του «Ακροπόλ» και των άλλων θεάτρων στα οποία βρέθηκε. Μάθαμε λεπτομέρειες για ηθοποιούς, τραγουδιστές, τραγουδίστριες που δεν θα τις βρούμε πουθενά αλλού. Γνωρίσαμε καλύτερα μορφές που είτε τις ξέραμε μόνο από το σινεμά είτε τις ξέραμε μόνο από παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες... Μορφές του μουσικού θεάτρου που μας συστήνονται ολοζώνταντες είτε μέσα από τις αφηγήσεις της Σπεράντζας είτε μέσα από τις δικές τους διηγήσεις (το βιβλίο της Επιθεώρηση καψούρα μου περιέχει τις απολαυστικές συζητήσεις της με 35 πρωταγωνίστριες και πρωταγωνιστές της επιθεώρησης). Πρώτη η Σπεράντζα, χάρη στο καλά οργανωμένο αρχείο της, παρουσίασε στα βιβλία της στοιχεία για θιάσους, συγγραφίες, συνθέτες, σκηνογράφους, έργα, με χρονολογική ακρίβεια (αργότερα ακολούθησε, όχι με την ίδια ακρίβεια, ο Μίμης Τραϊφόρος στη δική του αυτοβιογραφία). Και πέρα από τα πολύτιμα βιβλία της, η Σπεράντζα επιμελούνταν και ραδιοφωνικές εκπομπές με θέμα την επιθεώρηση.
Η Σπεράντζα Βρανά στην ιστορική πασαρέλα του Ακροπόλ στα χρόνια του '50
Ίσως όμως πιο σημαντική και από τη θεατρολογική της εργασία, να είναι τελικά η αυτοβιογραφική της κατάθεση. Δίχως να είμαι ειδικός στις βιογραφίες, νομίζω ότι η Σπεράντζα Βρανά ήταν η πρώτη που κατέγραψε με τέτοια αφοπλιστική ειλικρίνεια, χαρακτηριστική ντομπροσύνη αλλά και πικάντικη γεύση προσωπικά βιώματα, καταστάσεις, συναισθήματα μιας γυναίκας της εποχής της που έζησε τον έρωτα χωρίς αναστολές ή σεμνοτυφία, εκφράζοντας, όπως έγραψε και ο bosko, τον ερχομό της σεξουαλικής επανάστασης στη μεταπολεμική Ελλάδα πριν κι από τα αθώα 60s. Λόγος σχεδόν προφορικός, χυμώδης, αυθεντικός και γι’ αυτό πολύτιμος. Νομίζω ότι οι φεμινίστριες εκτίμησαν ιδιαιτέρως το πρώτο της βιβλίο, το αυτοβιογραφικό Τολμώ, όχι γιατί προβάλλει ιδιαίτερα φεμινιστικές ιδέες (έφαγε πολύ ξύλο, στα ερωτικά της όπως ομολογεί και η ίδια) αλλά γιατί αποτελεί μια αυθεντική καταγραφή γυναικείας φωνής που διεκδικεί, αποκτά, εκφράζεται ελεύθερα, συγκρούεται με το κατεστημένο της εποχής της (ίσως και της δικής μας) και απολαμβάνει τον έρωτα χωρίς αναχρονιστικά ταμπού και προκαταλήψεις.
Η αλήθεια είναι βέβαια ότι κάποιες φορές ο αναγνώστης/η αναγνώστρια αιφνιδιάζεται: ενώ για άτομα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην προσωπική της ζωή η Σπεράντζα χρησιμοποιεί με διακριτικότητα ψευδώνυμα, όταν αναφέρεται σε προσωπικές (κυρίως ερωτικές) ιστορίες γνωστών και λιγότερο γνωστών ονομάτων του θεάτρου συχνά δεν κρύβει τα ονόματά τους. Δεν γνωρίζω πώς ακριβώς αντέδρασαν οι «θιγόμενοι/ες» (και νομίζω ότι η Σπεράντζα δέχτηκε κριτική γι’ αυτή της την τόλμη, παρόλο που η πλειοψηφία των κριτικών και του κοινού λάτρεψε το Τολμώ). Ωστόσο το άτομο που «εκτίθεται» περισσότερο από όλους και όλες είναι η ίδια η Σπεράντζα που με παρρησία αναφέρεται σε καλές και κακές της στιγμές, περιγράφει με λεπτομέρειες τη σεξουαλική της αφύπνιση και την ερωτική της ζωή και αναπόφευκτα σε κερδίζει με τον ευθύ τρόπο της. Δεν τα παρουσιάζει όλα ρόδινα κι ούτε φοβάται να μιλήσει για τα σκαμπανεβάσματα της καριέρας της. Δεν την αφορά η εξιδανίκευση του παρελθόντος. Θέλει απλώς να τα καταγράψει όλα, όπως έγιναν, για να μην τα ξεχάσει...
Τα πρώτα χρόνια και τα μπουλούκια
Η Ελπίδα Χωματιανού γεννήθηκε στο Μεσολόγγι, μάλλον το 1928. Στα βιβλία της δεν υπάρχει η ακριβής χρονολογία αλλά από τη διήγησή της προκύπτει ότι γεννήθηκε αυτή τη χρονιά (βέβαια, αναφέρει επίσης ότι ήταν συμμαθήτρια του Μάνου Χατζιδάκι—που γεννήθηκε το 1925—και της Άννας Συνοδινού—που γεννήθηκε το 1927. Άρα τα πράγματα είναι μάλλον κάπως συγκεχυμένα... Στο Τολμώ περιγράφει τα πολύ δύσκολα παιδικά και νενανικά της χρόνια: οι γονείς της χώρισαν νωρίς και ο πατέρας της πέθανε όταν εκείνη ήταν 7 χρόνων, η μικρή Ελπίδα μεγάλωσε στην Αθήνα με τη μητέρα της, την οποία έχασε το 1942, μέσα στην Κατοχή. Αμέσως μετά βρέθηκε στο Μεσολόγγι για να ζητήσει βοήθεια από τους συγγενείς του πατέρα της της (η αδελφή της μητέρας της στην Αθήνα είχε ήδη αρνηθεί να την περιθάλψει), αλλά φαίνεται πως ένα έφηβο κορίτσι ήταν μεγάλο βάρος για όλους/ες.
Όσο ακόμα ήταν στην Αθήνα, η μικρή Ελπίδα είχε καταφέρει να πάει κάποιες φορές στον κινηματογράφο και στο θέατρο. Θυμόταν μάλιστα, ότι μια φορά που έκανε σκασιαρχείο από το γυμνάσιο (γύρω στο 1941-42), βρέθηκε στο θέατρο «Μοντιάλ» όπου μαγεύτηκε από τις δυο τραγουδίστριες: την καθιερωμένη ντίβα Σοβία Βέμπο και την ανερχόμενη Ρένα Βλαχοπούλου, που με τα μοντέρνα τραγούδια της την είχε συναρπάσει... Ένιωθε πως την τραβούσε ο κόσμος του θεάματος αλλά αυτό έμοιαζε μάλλον με παιδικό καπρίτσιο. Όταν όμως επισκέτηκε το Μεσολόγγι ο περιοδεύων «Θίασος Μέμφη», η Σπεράντζα έγινε η... τραγουδίστριά του, χάρη σε έναν νεαρό που εργαζόταν στον θίασο και που ανέλαβε την προστασία της. Μετά από διάφορες περιπέτειες ήταν πλέον δαχτυλοδειχτούμενη και φυσικά δεν μπορούσε να μείνει στην πόλη. Ακολούθησε λοιπόν τον Γιώργο και το... μπουλούκι στους διάφορους σταθμούς της περιοδείας του. Σύντομα θα βρεθούν σε άλλα μπουλούκια και θα συνεργαστούν με μεγάλες μορφές του θεάτρου της υπαίθρου (όπως ήταν ο Ρολάνδος Χρέλιας) αλλά και με ηθοποιούς που αργότερα θα τους συναντήσει ξανά στην αθηναϊκή της καριέρα, τον Κώστα Χατζηχρήστο και την Μπέτυ Μοσχονά. Μετά την Κατοχή, συνεχίζει τις περιοδείες με τα μπουλούκια, παίζοντας δραματικούς ρόλους, αλλά το 1945 γνωρίζει τον πρώτο σύζυγό της που μετά τον γάμο τους την παίρνει μαζί του στην Αίγυπτο. Εκεί συναντά την αρνητική αντίδραση της οικογένειάς του και τελικά επιστρέφει στην Ελλάδα, στα μπουλούκια της επαρχίας και στα συνοικιακά θέατρα της πρωτεύουσας. Ποτέ δεν υποτίμησε αυτή της τη θητεία: έλεγε πάντα ότι το μπουλούκι ήταν μεγάλο σχολείο.
Το αθηναϊκό ντεμπούτο: Άνθρωποι, άνθρωποι
Στο «κανονικό» αθηναϊκό θέατρο θα μπει θριαμβευτικά το καλοκαίρι του 1948. Ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Τσαγανέας αποφασίζουν να ανεβάσουν επιθεώρηση στη θερινή Λυρική Σκηνή που μετονομάζουν σε «Μετροπόλιταν». Η ιδέα τους είναι να παρουσιάσουν ένα θίασο που θα στελεχώσουν νέα ταλέντα. Τα μόνα «μεγάλα» ονόματα είναι ο Ορέστης Μακρής και ο Χρήστος Τσαγανέας, ο οποίος γνώρισε μεγάλη επιτυχία τις προηγούμενες σεζόν με τον ρόλο του τρελού στην κωμωδία Οι Γερμανοί ξανάρχονται, ερμηνεύοντας τον περίφημο μόνολογο «Άνθρωποι, άνθρωποι, προς τι το μίσος και ο αλληοσπαραγμός». Ο εμφύλιος βρίσκεται στην κορύφωσή του και τα λόγια αυτά δίνουν τον τίλο στην πρώτη επιθεώρηση του «Μετροπόλιταν». Οι Σακελλάριος-Γιαννακόπουλος έχουν δει τη Σπεράντζα σε μια παράσταση για στρατιώτες, γοητεύονται από το μπρίο και τη ζωνάντια της (έχει στο μεταξύ ξεκινήσει να παίζει επιθεώρηση και να εμφανίζεται ως «Σπεράντζα»—σκέτο) και της προτείνουν να πάρει μέρος στο Άνθρωποι, άνθρωποι. Τα άλλα νέα ταλέντα του θιάσου είναι ο Μίμης Φωτόπουλος (στο σόλο του λανσάρει την ιστορική φράση «Θα κάαααααθεσαι...» που θα τον ακολουθεί μέχρι τον θάνατό του), ο Ντίνος Ηλιόπουλος, η Ειρήνη Παππά, ο Νίκος Ρίζος, η Σμαρούλα Γιούλη, η Λιάνα Βιτσώρη (σύζυγος του Γιώργου Οικονομίδη), η Νίκη Ντέμις (γνωστή «γυναικάρα» του μουσικού θεάτρου), ο Περικλής Χριστοφορίδης, η Άννα Φυλλίδου, η Μαίρη Νικολαΐδου (αδελφή της δημοφιλούς τραγουδίστριας Κούλας Νικολαΐδου) και άλλοι/ες που δεν έκαναν αργότερα σπουδαία καριέρα.
Σ’ αυτή την επιθεώρηση λοιπόν, η Σπεράντζα αποκτά το επίθετο «Βρανά» και εμφανίζεται στην έναρξη σ’ ένα ντουέτο με τη Λιάνα Βιτσώρη, ενώ στο φινάλε του έργου, που είναι ένα αφιέρωμα στα παλιά επιθεωρησιακά τραγούδια, της δίνουν να ερμηνεύσει την παλιά επιτυχία της Ζαζάς Μπριλάντη «Αχ Μαρί». Είναι τόση η επιτυχία της που οι εφημερίδες γράφουν μετά την πρεμιέρα ότι η Σπεράντζα είναι η καινούρια Ζαχά Μπριλάντη. Ωστόσο, η πιο χαρακτηριστική της εμφάνιση σ’ αυτό το έργο είναι σε ένα κουιντέτο με τους Φωτόπουλο, Ρίζο, Φυλλίδου και Φιλιππόπουλο: ήταν το «Τραμ το τελευταίο» το σκετσονούμερο που κορυφωνόταν με το κλασικό αρχοντορεμπέτικο—που ήταν και το πρώτο αρχοντορεμπέτικο που γράφτηκε. Συνθέτης ο Μιχάλης Σουγιούλ, που εγκαινίασε με το «Τραμ» αυτό το νέο, δημοφιλέστατο είδος. Το νούμερο ξεκινούσε με τη Σπεράντζα να λέει στη Φυλλίδου «Προχώρα, ρε Άρτεμις, και φτάσαμε...» και παρουσίαζε τις προσπάθειες δυο ζευγαριών να πείσουν έναν ταξιτζή (Φιλιππόπουλος) να τους μεταφέρει δωρεάν στα σπίτια τους. Φυσικά οι προσπάθειές τους δεν είχαν αποτέλεσμα και έτσι τα δυο ζευγάρια κατέληγαν στο τραμ... Το θρυλικό αυτό τραγούδι πέρασε στην τότε δισκογραφία με γνωστούς τραγουδιστές της εποχής (Μαρούδας, Πολυμέρης), ενώ η Σπεράντζα Βρανά το τραγούδησε αρκετές φορές σε τηλεοπτικές εκπομπές στα χρόνια του του ’90. Μια από αυτές τις εκτελέσεις συμπεριλήφθηκε και στον μοναδικό μεγάλο δίσκο της που κυκλοφόρησε το 1993.
Ο Βασίλης Μπουρνέλλης και το «Ακροπόλ»
Ας επιστρέψουμε όμως στα θεατρικά βήματα της Σπεράντζας, η οποία διαμορφώνει το καλοκαίρι αυτό τον τύπο της μάγκισσας, με ιδανικούς παρτενέρ τον Φωτόπουλο και τον Ρίζο. Μετά τη μεγάλη επιτυχία που γνωρίζει στο «Μετροπόλιταν» εκείνο το καλοκαίρι, την καλεί ο Βασίλης Μπουρνέλλης για να εμφανιστεί στο θέατρο «Παπαϊωάννου». Εγκαινιάζουν έτσι μια συνεργασία που θα διαρκέσει (με κάποια διαλείμματα) 18 χρόνια, ώς το 1966, και θα χαρίσει στη Σπεράντζα τις μεγαλύτερες επιθεωρησιακές της επιτυχίες. Τη σεζόν 1948-49 ανήκαν μεγάλα ονόματα στον θίασο του Μπουρνέλλη: η Ηρώ Χαντά, ο Πέτρος Κυριακός, η Μπέμπα Δόξα, ο Κώστας Δούκας, ο Κώστας Μανιατάκης, και πολλά μικρότερα ονόματα, ανάμεσά τους και η Μάγια Μελάγια που δυο χρόνια πριν είχε ξεκινήσει τη δική της τραγουδιστική καριέρα. Βρανά και Μελάγια γίνονται στενές φίλες, μια δυνατή φιλία που κράτησε μέχρι τον θάνατο της Σπεράντζας...
Τα βιβλία της Σπεράντζας παρουσιάζουν γλαφυρά την εξέλιξή της από νέο ταλέντο σε πρωταγωνίστρια. Ο δρόμος δεν είναι εύκολος, υπάρχουν πισωγυρίσματα. Φεύγει για λίγο από τον Μπουρνέλλη για να συνεργαστεί με τον θίασο της Σοφίας Βέμπο που τη σεζόν 1951-52 περιοδεύει στη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη. Στην Κωνσταντινούπολη η Σοφία Βέμπο θα της επιτεθεί άδικα, νομίζοντας ότι η Σπεράντζα έχει σχέσεις με τον Τραϊφόρο. Παρά το ξύλο που θα φάει, η Σπεράντζα δεν σταματά να θαυμάζει τη Βέμπο και να γοητεύεται από τη μεγάλη τραγουδίστρια (που τελικά της ζήτησε συγνώμη...).
Ο θίασος του "Ακροπόλ" το καλοκαίρι του '52. Η Ρένα τρίτη από αριστερά, στην πάνω σειρά. Η Σπεράντζα δεύτερη από δεξιά στην κάτω σειρά.
Επιστρέφοντας από την περιοδεία, συνεργάζεται και πάλι με τον Μπουρνέλλη στο θέατρο «Ακροπόλ». Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1952, και καταγράφουμε την πρώτη συνεργασία της Σπεράντζας Βρανά με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Μεγάλος θίασος με τον Αυλωνίτη, την Ντιριντάουα, τη Ρένα Ντορ, τον Κούλη Στολίγα, την Μπέμπα Δόξα, την Μπελίντα, τη Μάγια Μελάγια, τον Νίκο Ρίζο, και τόσους άλλους και τόσες άλλες... Μιλήσαμε και στην ανάρτηση για την Καίτη Μπελίντα για τη θρυλική τριφωνία των Βλαχοπούλου-Βρανά-Μπελίντα με τις τρεις σεμνές κυρίες που μεταμορφώνονται σε μοντέρνες γυναίκες της εποχής. Εκτός από αυτό το νούμερο, η Σπεράντζα έχει και ένα ντουέτο με την Μπέμπα Δόξα, τις «Δυο καρδιές», νούμερο που προοριζόταν για τη Ρένα και την Μπελίντα, αλλά εκείνες το αρνήθηκαν και έτσι δόθηκε η ευκαιρία στη Σπεράντζα (αλλά και στην Μπέμπα Δόξα, που ήταν ήδη πρωταγωνίστρια) να κάνουν μεγάλη επιτυχία: η Δόξα είναι η ρομαντική καρδιά, με αναφορές στο χτες, ενώ η Σπεράντζα είναι η μάγκικη καρδιά του σήμερα...
Η θρυλική τριφωνία: Μπελίντα-Βλαχοπούλου-Βρανά
Από το 1948 που ξεκίνησε τις εμφανίσεις της στο αθηναϊκό θέατρο, η ανερχόμενη Σπεράντζα κάνει τριφωνίες με άλλες κοπέλες, ντουέτα με πρωταγωνιστές όπως ο Πέτρος Κυριακός ή ο Κυριάκος Μαυρέας, αλλά και ντουέτα με τον επίσης ανερχόμενο Νίκο Ρίζο (τα «μάγκικα» ντουέτα τους άφησαν εποχή...). Έτσι συνηθιζόταν τότε, οι νέες/νέοι ηθοποιοί έπρεπε να «ψηθούν» πάνω στο σανίδι μέχρι να κρίνει ο επιχειρηματίας και οι συγγραφείς ότι ήρθε η στιγμή να τους εμπιστευτούν ένα σόλο. Για τη Σπεράντζα η στιγμή αυτή ήρθε το καλοκαίρι του 1953, στην επιθεώρηση 30 το δολλάριο του θεάτρου «Ακροπόλ». Η συγγραφική τριάδα Ασημακόπουλος-Σπυρόπουλος-Παπαδούκας και ο συνθέτης Γιώργος Μουζάκης γράφουν για τη Σπεράντζα το θρυλικό «Δώσε, παιδί μου, δώσε». Για τη Σπεράντζα ήταν μεγάλη κατάκτηση, αφού το σόλο τής δινόταν χωρίς να έχει... παρασκηνιακές σχέσεις με τον επιχειρηματία ή κάποιον άλλον παράγοντα του θεάτρου (οι δεσμοί της ήταν πάντα εξωθεατρικοί). Γνωρίζει πολύ μεγάλη επιτυχία με το «Δώσε» (που στη δισκογραφία πέρασε με τη φωνή της Μάγιας Μελάγια) και πλέον χρίζεται πρωταγωνίστρια...
Βρανά-Ρίζος: "Αυτός είναι ο Παμείνος για έστειλε δείγμα;"
Σε κάθε επιθεώρηση θα έχει πλέον το σόλο της και βέβαια συνεχίζει τα θρυλικά της ντουέτα με τον Νίκο Ρίζο—«Ο Παμείνος» (όπου λέει την κλασική φράση: «Αυτός είναι ο Παμείνος για έστειλε δείγμα;»), «Σιγά Μανώλη, σιγά»—και τον Κυριάκο Μαυρέα («Η λατέρνα»)... Είναι η ρενομέ μάγκισσα των θιάσων, είναι η ρενομέ σέξυ πρωταγωνίστρια. Πολύ σύντομα, στις αποθεώσεις των επιθεωρήσεων, η Σπεράντζα αρχίζει να εμφανίζεται με μαγιό (μέχρι τότε μόνο η πρώτη χορεύτρια, η Χρυσούλα Ζώκα ή η Λίντα Άλμα, εμφανίζονταν με μαγιό, οι υπόλοιπες πρωταγωνίστριες εμφανίζονταν με τουαλέτες). Ο ανδρικός πληθυσμός ξετρελαίνεται μαζί της, λαμβάνει εκατοντάδες γράμματα από στρατιώτες, πολιορκείται από θαυμαστές—αλλά και θαυμάστριες...—ενώ ο Γιώργος Μουζάκης, την προειδοποιεί ότι δεν θα παίρνει το χειροκρότημα που της αξίζει γιατί οι άντρες θεατές θα έχουν τα χέρια στις τσέπες τους...
Στο μεταξύ έχει μπει στη ζωή της και ο κινηματογράφος. Η πρώτη της ταινία ήταν το Έλα στον θείο του Νίκου Τσιφόρου που γυρίστηκε το 1950 από τη Φίνος Φιλμ. Σ’ αυτά τα πρώτα χρόνια της κινηματογραφικής της καριέρας γυρίζει τις σημαντικότερες ταινίες της: το Σωφεράκι του Γιώργου Τζαβέλλα (Φωτόπουλος: «Να τα βάψω μαύρα;» Βρανά: «Ολόμαυρα»), την Ωραία των Αθηνών του Νίκου Τσιφόρου με τη Βασιλειάδου και τον Αυλωνίτη (εδώ τραγουδάει τις θρυλικές επιτυχίες του Μουζάκη «Η βαλίτσα» και «Αυτό το μάμπο το μπραζιλέρο», που τότε δισκογράφησε η Μάγια Μελάγια), και βέβαια την Κάλπικη λίρα του Γιώργου Τζαβέλλα, ταινία που θα γνωρίσει διεθνή αναγνώριση. Η Σπεράντζα και ο Φωτόπουλος αντιπροσωπεύουν το μουσικό θέατρο στην ταινία και θριαμβεύουν ως κοκότα και ζητιάνος... Η ίδια ομολογούσε πως δεν αγάπησε ποτέ τον κινηματογράφο, η καρδιά της ήταν δοσμένη στο θέατρο. Συνέχισε πάντως να πρωταγωνιστεί σε ταινίες τα επόμενα 30 χρόνια: οι συμμετοχές της ξεπερνούν τις 50, ωστόσο οι περισσότερες από αυτές είναι «δεύτερες» ταινίες. Πιο σημαντική από τις υπόλοιπες ταινίες της είναι ο Σκληρός άντρας του Γιάννη Δαλιανίδη, με τον Κώστα Χατζηχρήστο, στην οποία η Σπεράντζα εμφανίζεται ως γκεστ σταρ, στη φυλακή, και σχεδόν κλέβει την παράσταση από τον συγκρατούμενό της Χατζηχρήστο... Και βέβαια, δεν ξεχνάμε την τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση, το 1999, στο SafeSexτων Θανάση Παπαθανασίου-Μιχάλη Ρέππα, όπου υποδύεται απολαυστικά την ιδιοκτήτρια ενός sexshopκάπου στην Ομόνοια...
Στο ζενίθ
Ας επιστρέψουμε όμως στο θέατρο. Τη σεζόν 1954-55 η Σπεράντζα Βρανά συναντά και πάλι τη Ρένα Βλαχοπούλου στο θέατρο «Κυβέλης», στις επιθεωρήσεις Το τραγούδι της Αθήνας, Ομόνοια Πλας και στη μουσική κωμωδία Ραντεβού στο καμπαρέ. Πλέον η Ρένα εμφανίζεται και ως ηθοποιός και η Σπεράντζα καμαρώνει την επιτυχία της καλής συναδέλφου και φίλης της. Δεν ήταν βέβαια τόσο στενές φίλες όσο ήταν η Σπεράντζα με τη Ρένα Ντορ ή τη Μάγια Μελάγια, αλλά συνυπήρξαν για πολλά χρόνια στα καμαρίνια των θεάτρων του Μπουρνέλλη. Τη σεζόν 1955-56 συναντιούνται στο «Ακροπόλ» που λειτουργεί για πρώτη φορά ως χειμερινό θέατρο. Το πρώτο έργο της σεζόν είναι το Τζώννηδες και καουμπόυ. Η Σπεράντζα αποθεώνεται στην πρεμιέρα του έργου όταν το κοινό της φωνάζει «Πες μας κάτι δικό σου» κι εκείνη τραγουδάει μόνη της στην πασαρέλα του θεάτρου το «Απόψε φίλα με» του Μανώλη Χιώτη, διασκευασμένο σε μπλουζ από τον Μουζάκη: «Είναι η πιο μεγάλη μου στιγμή», γράφει. Νιώθει πως βρίσκεται στο ζενίθ της καριέρας της και ο Μπουρνέλλης την έχει για το πιο «ταμειακό» του στοιχείο. Δεύτερο έργο της σεζόν το «Άσπρο-μαύρο και ζερό». Παράλληλα με το θέατρο «ντουμπλάρει» και σε κέντρα όπου πραγματοποιεί δεκάλεπτες εμφανίσεις με ένα νούμερο μόνο και αμείβεται με μεγάλα ποσά. Τον επόμενο χειμώνα, 1956-57, πάλι στο «Ακροπόλ» η Ρένα και η Σπεράντζα συναντιούνται στις επιθεωρήσεις Αλήθειες και ψευτιές και Σιγά και με το μαλακό. Η Ρένα αποχωρεί για λίγο καιρό από τις επιχειρήσεις του Μπουρνέλλη, για να επιστρέψει τη σεζόν 1958-59. Την ίδια σεζόν όμως αποχωρεί η Σπεράντζα που με τις ευλογίες του Μπουρνέλλη περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία στην πρώτη της επαφή με το κοινό της επαρχίας.
Αποθέωση στο "Ακροπόλ", 1955. Η Μπελίντα (μισή), η Ελένη Προκοπίου, η Σπεράντζα Βρανά, η Χρυσούλα Ζώκα και η Ρένα Βλαχοπούλου
Επιστρέφει στην Αθήνα και επανεμφανίζεται στο «Ακροπόλ», το καλοκαίρι του ’59, στην επιθεώρηση Τριάντα κότες κι ένας κόκορας. Σ’ αυτή την επιθεώρηση πλέκεται το ειδύλλιό της με τον Κώστα Βουτσά που τότε πραγματοποιούσε τα πρώτα του δειλά βήματα στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Ο θυελλώδης δεσμός τους κρατάει για τέσσερα χρόνια. Σ’ αυτά τα χρόνια η Σπεράντζα θεατρικά μένει πιστή (με εξαίρεση μια τουρνέ) στις επιχειρήσεις του Μπουρνέλλη. Ακροπόλ, Παπαιωάννου και θέατρο Εθνικού Κήπου που για πρώτη φορά στεγάζει μουσικό θίασο το καλοκαίρι του ’62. Σ’ αυτό το θέατρο, δυο χρόνια μετά, το καλοκαίρι του ’64 συναντιούνται και πάλι Βρανά και Βλαχοπούλου. Τα ονόματά τους βρίσκονται πλέον στη φίρμα του θιάσου: θίασος Χρήστου Ευθυμίου-Ρένας Βλαχοπούλου-Καίτης Μπελίντα-Γιάννη Γκιωνάκη και η Σπεράντζα Βρανά. Γυναίκες και λουλούδια ο τίτλος της επιθεώρησης που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Ο θίασος συνεχίζει τον χειμώνα 1964-65 στο Ακροπόλ (20 θέατρα μαζί, Η δημοκρατία χορεύει), το καλοκαίρι επιστρέφει στον Εθνικό Κήπο (Γκάρντεν πάρτυ)και τον χειμώνα 1965-66 πάλι στο Ακροπόλ. Η πρώτη επιθεώρηση που παρουσιάζουν, Αυλή και πεζοδρόμιο,είναι ένας σημαντικός σταθμός στην καριέρα της Σπεράντζας Βρανά, γιατί είναι η τελευταία φορά που συνεργάζεται με τον Βασίλη Μπουρνέλλη και το θέατρο «Ακροπόλ». Αφορμή για να διακόψει τη συνεργασία τους ήταν ένα ασήμαντο γεγονός, όπως γράφει και η ίδια, ένας καβγάς στα καμαρίνια όπου έπαιζε χαρτιά με τη Ρένα και την Μπελίντα... Νιώθει θιγμένη και υποβάλλει παραίτηση. Ο Μπουρνέλλης δεν θέλει να την αφήσει να φύγει, αλλά εκείνη επιμένει. Αυτό ήταν το μοιραίο λάθος της, έλεγε η ίδια. Από τότε ξεκίνησαν μια σειρά από περιπέτειες που αναγκάζουν αυτή την πιστή υπηρέτρια της επιθεώρησης να... απιστήσει.
Ο Κώστας Βουτσάς, η Σπεράντζα και ο καλός της φίλος Λεωνίδας
Ο γάμος και η νέα εποχή
Συνεργάζεται αρχικά με το θέατρο «Βέμπο», το καλοκαίρι του ’66. Το ίδιο καλοκαίρι παντρεύεται τον τραγουδιστή Παύλο Πατάκα. Αν και τον είχε γνωρίσει στα χρόνια του ’50 στις επιθεωρήσεις του «Ακροπόλ» τον «ανακάλυψε», όπως γράφει, τον Σεπτέμβριο του 1963, όταν χώρισε με τον Κώστα Βουτσά. Κουμπάρα του ζεύγους η Καίτη Μπελίντα ενώ τη Σπεράντζα οδήγησε στην εκκλησία η Ρένα Ντορ. Η Σπεράντζα και ο Παύλος έζησαν αγαπημένοι ως τη μέρα που έφυγε ο Παύλος, την άνοιξη του 2008. Τη φρόντισε όσο ελάχιστοι σύζυγοι φροντίζουν τις γυναίκες τους (η Μάγια Μελάγια έλεγε ότι μόνο ο Γιώργος Λαφαζάνης είχε δείξει αντίστοιχη φροντίδα για τη Ρένα Βλαχοπούλου)...
Παύλος Πατάκας και Σπεράντζα Βρανά
Στο μουσικό θέατρο αρχίζει να διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα, καθώς μπαίνουν πλέον ηθοποιοί που γίνονται γνωστοί/ές από τον κινηματογράφο και έχουν πολλές απαιτήσεις (αρχίζει η εποχή του «Πού θα μπει το όνομά μου;», κάτι που στα χρόνια του ’50 δεν συζητιόταν ποτέ, ούτε από τα πιο μεγάλα ονόματα...). Η Σπεράντζα περιγράφει διάφορες τέτοιες φαιδρές καταστάσεις που υπονόμευαν την επιτυχία των παραστάσεων και τη συνεργασία των ηθοποιών, όπως συνέβη, για παράδειγμα τη σεζόν 1967-68, στο μιούζικαλ Γιεγιέδες και μπουζούκια, που πάντως γνώρισε μεγάλη επιτυχία, με έναν μεγάλο θίασο: Μπελίντα, Βρανά, Μηλιάδης, Στολίγκας, Ζωζώ Σαπουντζάκη (με την οποία η Βρανά φαίνεται ότι κοντραρίστηκε αρκετές φορές στις κατά καιρούς συναντήσεις τους...), Τόλης Βοσκόπουλος... Εκείνη τη σεζόν γίνεται πρόταση στη Σπεράντζα και στον σύζυγό της να αρχίσουν να τραγουδούν στην μπουάτ Κατακόμβη. Δεκαπέντε χρόνια πριν, όταν της είχαν προτείνει να τραγουδάει σε κέντρο είχε εξοργιστεί. Τώρα όμως δέχεται, και η επιτυχία της είναι τόσο μεγάλη που τελικά συνεχίζει να τραγουδάει όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στο εξωτερικό, από τον Καναδά ώς τη Νότιο Αφρική! Μέχρι το 1976 μοιράζει τον χρόνο της σε μπουάτ/κέντρα και σε επιθεωρησιακά θέατρα (όπου όμως διαρκώς συναντά προβλήματα σχετικά με τη «μαρκίζα»...)
Το καρέ του έρωτα: Βρανά, Βαλαβανίδης, Καρράς
Το 1976 ο Παύλος Πατάκας εγκαταλείπει το τραγούδι και η Σπεράντζα Βρανά δοκιμάζει τις δυνάμεις της σε δυο νέους χώρους: την τηλεόραση και την πρόζα. Και για τα δυο υπεύθυνος είναι ο Κώστας Πρετεντέρης που αρχικά της κάνει πρόταση να παίξει στον Ονειροπαρμένο, τη μεγάλη τηλεοπτική επιτυχία του Κώστα Βουτσά, και έπειτα την πείθει, με πολύ κόπο, να εμφανιστεί στην κωμωδία Καρέ του έρωτα με τον θίασο του Κώστα Καρρά. Η επιτυχία της είναι μεγάλη και η Σπεράντζα γνωρίζει τον κόσμο της πρόζας. Η αλήθεια είναι όμως πως της λείπει η επιθεώρηση και γι’ αυτό δυσκολεύεται να αρνηθεί τις επιθεωρησιακές προτάσεις που της γίνονται. Τα πράγματα όμως έχουν αλλάξει και αυτό τη θλίβει. Η επιθεώρηση που η ίδια αγάπησε και δόξασε παρακμάζει. Μπορεί τα επιθεωρησιακά θηρία να είναι ακόμα σε δράση, αλλά τα κείμενα δεν είναι αντάξιά τους. Επιπλέον, έχει εμφανιστεί η Ελεύθερη Σκηνή που έχει ανοίξει καινούριους δρόμους στο μουσικό θέατρο και οι παλιοί/ές αντιιμετωπίζουν με αμηχανία τη νέα κατάσταση... Η Σπεράντζα Βρανά, μεγάλη θαυμάστρια του Σταμάτη Φασουλή, της Άννας Παναγιωτοπούλου και των υπόλοιπων «παιδιών» της Ελεύθερης Σκηνής παρακολουθεί όλες τις παραστάσεις τους και τους στηρίζει με γενναιοδωρία.
Αποχώρηση
Σημαντικότερες εμφανίσεις της στα τελευταία χρόνια της θεατρικής της καριέρας είναι ίσως Τα παιδιά της πιάτσας του Νίκου Τσιφόρου στο Ρεξ (όπου όμως αντιμετωπίζει προβλήματα με τον άλλοτε καλό της συνεργάτη Νίκο Ρίζο) και η επιθεώρηση 40 χρόνια Τσιτσάνης στο Κηποθέατρο της Οδού Μαυροματαίων, με έναν μεγάλο θίασο, τον ίδιο τον Τσιτσάνη και τον Μανώλη Μητσιά. Στις τελευταίες της εμφανίσεις αξιοποιεί τον τύπο της μάγκισσας ακόμα και σε πιο... ώριμη ηλικία. «Είμαι πλέον μια ώριμη γκόμενα», σχολιάζει...
Λίγο πριν αποσυρθεί από το θέατρο, η Σπεράντζα Βρανά συναντιέται και πάλι με τη Ρένα Βλαχοπούλου (και μοιράζονται ξανά το ίδιο καμαρίνι όπως στα χρόνια του «Ακροπόλ»...), στον «Ορφέα» της οδού Σταδίου, όπου ο Ηλίας Μαροσούλης παρουσιάζει την επιθεώρηση Έξω η Ελλάδα από το Κιάτο, τον χειμώνα 1984-85 με έναν πολύ μεγάλο θίασο, όπως το συνήθιζε ο Μαροσούλης εκείνα τα χρόνια στο «Δελφινάριο» και τον «Ορφέα»: Βλαχοπούλου, Βέγγος, Ψάλτης, Βρανά, Μιχάλης Μόσιος, Νατάσα Γερασιμίδου, Αντώνης Καφετζόπουλος, Πηνελόπη Πιτσούλη, Μάγδα Τσαγγάνη, Ισμήνη Καλέση και πολλά μικρότερα ονόματα ακόμα. Τους/τις συντονίζει ο Φώτης Μεταξόπουλος που λύνει και δένει στην παράσταση και στεναχωρεί τη Σπεράντζα με κάποιες επιλογές και αποφάσεις του για το νούμερό της. Έχει ήδη απογοητευτεί από την κατάσταση στον «Ορφέα», όταν ξεκινάει η συνεργασία της με το θέατρο «Αθήναιον» το καλοκαίρι του ’85. Μουστάκας, Παπαζήσης, Βογιατζής, Μάρθα Καραγιάννη, Νατ. Γερασιμίδου, Κάτια Αθανασίου και η Σπεράντζα Βρανά. Και πάλι προβλήματα με το νούμερό της, και πάλι παρασκηνιακά παρατράγουδα, οπότε η Σπεράντζα Βρανά παίρνει μια μεγάλη και δύσκολη απόφαση: αποσύρεται από το θέατρο. Δεν είναι πια «καψούρα» με την επιθεώρηση της δεκαετίας του ’80. Γι’ αυτόν τον λόγο προτιμάει να την εγκαταλείψει...
Η Σπεράντζα συγγραφέας
Στο μεταξύ έχει ήδη αρχίσει να γράφει τα βιβλία της. Το 1981 γράφει το Τολμώ στο οποίο ασχολείται κυρίως με τα γεγονότα της προσωπικής της ζωής και αναφέρεται, δίχως πολλές λεπτομέρειες, και στα θεατρικά της βιώματα. Μετά την τεράστια επιτυχία του Τολμώ, εκδίδει το... «συμπλήρωμά του», Τα μπουλούκια, το θέατρο κι εγώ, που παρουσιάζει αναλυτικά τα θεατρικά της βήματα από την περίοδο των μπουλουκιών μέχρι το ζενίθ της καριέρας της, το 1955. Συνέχεια αυτού του βιβλίου είναι το Επιθεώρηση καψούρα μου που περιέχει εκτός από τα θεατρικά της βήματα και τις συζητήσεις της με τους πρωταγωνιστές και τις πρωταγωνίστριες που συνάντησε στην καριέρα της. Απολαυστικές εξομολογήσεις και αναμνήσεις ανθρώπων της επιθεώρησης, από τις αδελφές Καλουτά, τη Ρένα Ντορ και τον Κώστα Χατζηχρήστο μέχρι τον Στάθη Ψάλτη και τη Νατάσα Γερασιμίδου.
Ανάμεσά τους φυσικά και η Ρένα Βλαχοπούλου, η οποία είναι παρούσα «με συναδεφλική αλληλεγγύη» όπως γράφουν οι εφημερίδες, και στην επίσημη παρουσίαση του βιβλίου. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες αυτές οι συνεντεύξεις της Σπεράντζας. Πέρα από τα γεγονότα που εξιστορούν οι ηθοποιοί (η ιστορική ακρίβεια των οποίων δεν είναι πάντα εύκολο να επαληθευτεί), είναι σημαντικό να διαβάζουμε πώς έβλεπαν τη δουλειά τους και την επιθεώρηση άνθρωποι τόσο διαφορετικών γενιών και καταβολών. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν οι συζητήσεις της Σπεράντζας με τον Στ. Φασουλή και την Α. Παναγιωτοπούλου που αντιπροσώπευαν τότε το νέο είδος...
Η Σπεράντζα συνέχισε να γράφει βιβλία, τα οποία όμως δεν ήταν πλεόν τόσο συναρπαστικά όσο τα πρώτα. Κάποια από αυτά επαναλάμβαναν γεγονότα και πληροφορίες από τα τρία πρώτα (Πιπεράτα θεατρικά ανέκδοτα ή Ο οργασμός του μπράβο που πρόκειται για μια πρόχειρη και μη δεδηλωμένη επανέκδοση του Επιθεώρηση καψούρα μου), άλλα είναι πιο εξομολογητικά (Πώς πάχυνα κάνοντας δίαιτες)ή δείχνουν τη διάθεσή της να δοκιμαστεί και σε άλλα είδη γραφής, όπως το μυθιστόρημα (Το τίμιο μπορντέλο). Ωστόσο, όπως είπα και στην αρχή, είναι τόσο σημαντική η προσφορά της με τα τρία πρώτα βιβλία της που μπορούμε να παραβλέψουμε τις αδυναμίες των τελευταίων.
Στα MME…
Εκτός από τα βιβλία της, πολύτιμες πηγές για τη μελέτη της επιθεώρησης ήταν και η ραδιοφωνική εκπομπή της Σπεράντζας Βρανά Ας επιθεωρησιολογήσουμε. Την παρουσίαζε, με τη συνεργασία του Άγγελου Πυριόχου και του Πάνου Χατζηκουτσέλη, από το 1989 ως το 1991 στον 9,84. Σ’ αυτήν αναβίωνε παλιά επιθεωρησιακά νούμερα, τόσο δικά της όσο και άλλων πρωταγωνιστών/τριών, προσφέροντας στους τυχερούς και τις τυχερές που την άκουγαν διασκέδαση αλλά μοναδικά ντοκουμέντα... Ελπίζω αυτή η εκπομπή να υπάρχει στα αρχεία κάποιων ανθρώπων που θα την αξιοποιήσουν όπως της αξίζει.
Η αφίσα της πρώτης της τουρνέ (1958-59)
Με τον ερχομό της ιδιωτικής τηλεόρασης η Σπεράντζα Βρανά πύκνωσε τις εμφανίσεις της στις μικρές μας οθόνες. Ήταν πάντα παρούσα στα αφιερώματα στην επιθεώρηση του χτες. Δεν κουραζόταν ποτέ να διηγείται τις εμπειρίες της από τα χρόνια του «Ακροπόλ», περιστατικά με τις μεγάλες μορφές του χτες αλλά και πιπεράτα ανέκδοτα και παρασκήνια, όσο πιο καλυμένα μπορούσε... Μετά το 2000 έγινε μόνιμη συνεργάτις πρωινών και μεσημεριανών εκπομπών, όχι πλέον σε θέματα καλλιτεχνικά, αλλά σε θέματα σχέσεων, δίνοντας συμβουλές σε τηλεθεατές και τηλεθεάτριες... Ωστόσο η πραγματικά μεγάλη της αγάπη παρέμενε η επιθεώρηση: έψαχνε διαρκώς να ανακαλύψει παλιά κείμενα, να διασώσει ντοκουμέντα. Κάποια στιγμή ονειρευόταν να αναβιώσει την επιθεώρηση που αγάπησε και υπηρέτησε με τους σημερινούς θεατρικούς όρους, γράφοντας η ίδια τα κείμενα και σκηνοθετώντας τα. Τελικά αυτό δεν ευοδώθηκε...
Αυτή που έκαιγε το σανίδι...
Στα τελευταία χρόνια της ζωής της αντιμετώπιζε κινητικά προβλήματα, έπειτα από ένα τροχαίο ατύχημα, ωστόσο, δεν σταμάτησε να πηγαίνει στο θέατρο, συνήθως παρέα με τη Μάγια Μελάγια ή τον Άγγελο Πυριόχο. Κάποια στιγμή τα προβλήματα με τα πόδια της την καθήλωσαν σε αναπηρικό καροτσάκι. Αυτό όμως δεν την πτόησε τον Ιούνιο του 2008, όταν ο Σταμάτης Κραουνάκης της πρότεινε να εμφανιστεί στην παράσταση Χ-Σκηνής: Αυτά που κάψαν το σανίδι στο Ηρώδειο. Καθισμένη στον θώκο, τραγούδησε, ελαφρώς τρακαρισμένη στην αρχή, το «Τραμ το τελευταίο» αλλά και το «Μονοπάτι», ενώ με τη βοήθεια μιας κάμερας η εικόνα της προβαλλόταν ταυτόχρονα στους τοίχους του Ηρωδείου. Το κατάμεστο Ηρώδειο τη χειροκροτούσε όρθιο και τις δυο βραδιές. Συγκινημένος ο κόσμος φώναζε, μαζί με τον Κραουνάκη, «Γεια σου, Σπεράντζα, γεια σου κούκλα!»
Η Σπεράντζα έλεγε πως έβλεπε σημαδιακά όνειρα. Το 1951 είδε ένα όνειρο που της αποκάλυπτε ότι θα πέθαινε είτε το 1991 είτε στα 91 της χρόνια. Τελικά έφυγε πιο νωρίς από ό,τι η ίδια περίμενε. Ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Ήταν όμως μέχρι το τέλος κεφάτη, είχε δημιουργική διάθεση και βέβαια αυτό το αστείρευτο, πιπεράτο χιούμορ που γνωρίσαμε από τις ερμηνείες της και τη γραφή της. Μπορεί να μη θύμιζε πια το σύμβολο του σεξ που λάτρεψαν οι άντρες του ’50 και του ’60, παρέμεινε όμως ως το τέλος μάγκισσα... Όπως έγραψε ο συν-bloggerjbστο blogτου bosko, η Σπεράντζα είχε ως το τέλος «την αυτοπεποίθηση του θηριοδαμαστή και την κατανόηση του εξομολόγου, τη μαγκιά χωρίς τη χυδαιότητα, τη βαθειά γλύκα πού ‘χει το νεράντζι, την επικίνδυνη λάμψη πού ‘χει το αψέντι...»