Τετάρτη 22 Απριλίου 2009

Αυλαία για την Μπεάτα Ασημακοπούλου

Όταν έγραφα προχτές το κείμενο για το Πάσχα του 1944 και αναφερόμουν στον δημοφιλή κονφερασιέ και ποιητή Ορέστη Λάσκο, δεν φανταζόμουν ότι την επόμενη μέρα θα με απασχολούσε η σύζυγός του, η Μπεάτα Ασημακοπούλου, που πέθανε χτες σε ηλικία 77 χρόνων και κηδεύεται σήμερα.


Η Μπεάτα Ασημακοπούλου στην ταινία
Στουρνάρα 288
(φωτογραφία από το blog
Senile Decay
)

Η Μπεάτα Ασημακοπούλου ήταν μια γυναίκα με αριστοκρατική φυσιογνωμία και αυτήν την αριστοκρατική ευγένεια εξέπεμπε σε όλες τις εμφανίσεις της. Ήταν κοπελίτσα ακόμα, στα πρώτα της βήματα στο θέατρο, και της εμπιστεύονταν ρόλους ντάμας, ώριμης γυναίκας--χαρακτηριστική περίπτωση είναι η εμφάνισή της στο θεατρικό έργο Στουρνάρα 288 των Μίμη Τραϊφόρου-Μήτσου Βασιλειάδη, στο οποίο, αν και ήταν μικρότερη από τριάντα ετών, έπαιξε τον ρόλο της μητέρας του κακομαθημένου πλουσιόπαιδού. Τον ρόλο αυτόν, για τον οποίον απέσπασε θετικές κριτικές από τους θεατρικούς κριτικούς, κράτησε και στην κινηματογραφική διασκευή του έργου. Είναι, νομίζω, πειστικότατη ως πλούσια χαρτοπαίχτρα κυρία της αριστοκρατίας που ζει στον κόσμο της και δεν ενδιαφέρεται για τα ουσιαστικά προβλήματα της οικογένειάς της.



Σύμφωνα με το Λεξικό Ελλήνων Ηθοποιών του Θεόδωρου Έξαρχου (εκδόσεις Δωδώνη), η Μπεάτα Ασημακοπούλου σπούδασε θέατρο κοντά στον Τάκη Μουζενίδη και πραγματοποίησε την πρώτη της εμφάνιση, σπουδάστρια ακόμα, στο έργο Ρωμαίος και Ιουλιέτα, το 1954 με τον θίασο του Νίκου Χατζίσκου. Την επόμενη χρονιά πραγματοποιεί την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση με τον περιοδεύοντα θίασο του δασκάλου της, στη γαλλική μουσική κωμωδία Δημόσια σκάνδαλα. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με πολλούς αθηναϊκούς θιάσους πρόζας (Μίμη Φωτόπουλου, Νίκου Σταυρίδη, Αλέκου Αλεξανδράκη, Λάμπρου Κωνσταντάρα, Τζένης Καρέζη, Άγγελου Αντωνόπουλου) αλλά και μουσικούς θιάσους (στα θέατρα Ακροπόλ, Περοκέ και Βέμπο--με τον θίασο της Σοφίας Βέμπο συνεργάστηκε αρκετά στα πρώτα χρόνια της καριέρας της, στα έργα Στουρνάρα 288, Εν πλω, Όταν γυρίζουν τα χελιδόνια). Η Μπεάτα Ασημακοπούλου συμμετείχε στην περίφημη παράσταση του θιάσου Κάκιας Αναλυτή-Κώστα Ρηγόπουλου Αγάπη μου Ουά-Ουά που παιζόταν για πέντε χρόνια ενώ η ίδια είχε ένα σπάνιο θεατρικό ρεκόρ: συμμετείχε στα πέντε ανεβάσματα του έργου Κρατικές υποθέσεις του Λουί Βερνέιγ (πρώτο ανέβασμα το 1962, τελευταίο το 1988!) στο οποίο έπαιζε πάντα τον ρόλο της κυρίας Ράσσελ (το 1962 ήταν φυσικά πολύ νεότερη από ό,τι απαιτούσε ο ρόλος)...

Το 1960 παντρεύτηκε τον ποιητή, κονφερασιέ και σκηνοθέτη Ορέστη Λάσκο, με τον οποίο γύρισε τις περισσότερες από τις 30 περίπου ταινίες της. Συμμετείχε ακόμα σε βιντεοταινίες και σε τηλεοπτικές σειρές. Όπως γράφει εύστοχα η εκλεκτή συν-blogger Χρονοστιβάδα, είχε μονίμως ένα "σοβαρό, αποστασιοποιημένο, σχεδόν δωρικό στυλ παιξίματος". Αυτό ίσως την αδικούσε κάποιες φορές (ειδικά όταν οι σκηνοθέτες δεν ήξεραν να το εκμεταλλευτούν σωστά), αλλά τελικά της χάρισε την αθανασία καθώς έγραψε μ' αυτό τη δική της ιστορία ως μια ξεχωριστή φιγούρα του ελληνικού κινηματογράφου.

Από αυτό το blog όμως θέλω να ταξιδέψουμε στα πρώτα χρόνια της καριέρας της Μπεάτας Ασημακοπούλου, στη δεύτερη επαγγελματική της εμφάνιση στην Αθήνα, στο θέατρο "Ακροπόλ", όπου συναντήθηκε με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Τη χειμερινή σεζόν 1955-56, την πρώτη σεζόν που λειτούργησε ως χειμερινό θεάτρο το "Ακροπόλ", ο Βασίλης Μπουρνέλλης συγκέντρωσε μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της επιθεώρησης. Από γυναίκες, η Νανά Σκιαδά, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Σπεράντζα Βρανά, η Γεωργία Βασιλειάδου, η Καλή Καλό. Από άντρες, ο Βασίλης Αυλωνίτης, ο Ορέστης Μακρής, ο Κυριάκος Μαυρέας. Και πόσα ακόμα "μικρά" ονόματα που "μεγάλωσαν αργότερα" (Νίκος Ρίζος, Ρένα και Στέλλα Στρατηγού). Ξεφυλλίζω το πρόγραμμα και στέκομαι σε μια σελίδα με τέτοια "μικρά" ονόματα:



Βλέπουμε τη Ζωή Φυτούση, την Άννα Μαντζουράνη, τον Παύλο Πατάκα (μετέπειτα σύζυγο της Σπεράντζας Βρανά), την Έλσα Λαμπροπούλου (μετέπειτα Έλσα Ρίζου) και, τέλος, η... Μπέμπα Ασημακοπούλου. Έτσι τη φώναζαν στα πρώτα της βήματα (το κανονικό της όνομα ήταν Ευδοκία).



Πηγαίνω στη σελίδα της διανομής της πρώτης επιθεώρησης εκείνης της σεζόν που έγραψε η τριάδα Γ. Ασημακόπουλος, Β. Σπυρόπουλος, Π. Παπαδούκας, με μουσική του Γιώργου Μουζάκη, και είχε τον τίτλο Τζώννηδες και Κάου-μπόυ.



Βλέπουμε ότι η νεαρή... Μπέμπα εμφανίζεται σε τρία νούμερα (και προφανώς και στο φινάλε του έργου, μαζί με όλον τον θίασο). Σε ένα από αυτά συμμετέχει στο κόρο που τραγουδάει στη νεαρή Νέλλυ που είχε ξετρελάνει τότε τον Περόν (στον ρόλο της Νέλλυς η... Γεωργία Βασιλειάδου. Τότε στα προγράμματα των επιθεωρήσεων δημοσιεύονταν αποσπάσματα από τα τραγούδια του έργου. Έτσι διαβάζουμε το τραγούδι της Νέλλυς:



Στο δεύτερο έργο της σεζόν, την επιθεώρηση Άσπρο, μαύρο και ζερό που έγραψαν οι ίδιοι συγγραφείς με μουσική, αυτή τη φορά, του Μίμη Πλέσσα, η νεαρή Μπέμπα Ασημακοπούλου αναλαμβάνει να καλωσορίσει το κοινό, τραγουδώντας στην έναρξη του έργου τους παρακάτω στίχους:




Στα χρόνια του '80, η Μπεάτα Ασημακοπούλου διατηρούσε τη δική της μπουτίκ ρούχων (μπουτίκ "Μπεάτα") στην οδό Φωκίωνος Νέγρη. Εκεί περνούσε τα πρωινά της συντροφιά με τον σπουδαίο σύζυγό της (για τον οποίο φυσικά αξίζει να γράψω μια ολόκληρη ανάρτηση κάποια άλλη στιγμή...). Ο Ορέστης Λάσκος, σχεδόν 25 χρόνια μεγαλύτερός της, πέθανε το 1992 και ο χαμός του την κλόνισε. Είχε βέβαια συντροφιά τον γιο της Βασίλη (που έγινε ιδιαίτερα γνωστός αρκετά χρόνια αργότερα χάρη στη συμμετοχή του σε ένα τηλεπαιχνίδι reality). Στα χρόνια που ακολούθησαν η Μπεάτα έκανε κάποιες σποραδικές εμφανίσεις στην τηλεόραση και το θέατρο. Η πιο αξιοσημείωτη από αυτές ήταν στο έργο Anorexia Nervosa που ανέβασε ο Χρήστος Ευθυμίου.


Η Μπεάτα Ασημακοπούλου, ο Ανδρέας Μπάρκουλης,
η Σοφία Βέμπο, ο Νίκος Σταυρίδης και η Άννα Φόνσου
στο έργο
Όταν γυρίζουν τα χελιδόνια (θέατρο Βέμπο, 1959)

Η ευγενική και αγέρωχη Μπεάτα Ασημακοπούλου νικήθηκε τελικά προχτές από τον καρκίνο που τη βασάνισε αρκετά χρόνια. Την αποχαιρετούμε σήμερα, με αυτές τις αναμνήσεις από τα πρώτα της θεατρικά βήματα, και της ευχόμαστε καλό ταξίδι...

Κυριακή 19 Απριλίου 2009

Πάσχα του 1944

Θα σας ταξιδέψω (και) σήμερα πίσω στον χρόνο: 65 χρόνια πριν, στο τελευταίο κατοχικό Πάσχα, που γιορτάστηκε στις 16 Απριλίου 1944.


Είναι οι τελευταίοι μήνες της γερμανικής κατοχής και οι κατακτητές, γνωρίζοντας πως χάνουν τον πόλεμο, δείχνουν το πιο σκληρό τους πρόσωπο σε ολόκληρη την Ελλάδα με μανία που χειροτερεύει με τα διάφορα κατορθώματα της Εθνικής Αντίστασης. Λίγες εβδομάδες πριν το ΕΑΜ έχει ιδρύσει την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, τη γνωστή και ως Κυβέρνηση του Βουνού. Ο πληθωρισμός βρίσκεται στα ύψη. Οι κάτοικοι των πόλεων δεν πεθαίνουν στους δρόμους από την πείνα, ωστόσο τα τρόφιμα εξακολουθούν να είναι δυσεύρετα.


Κι όμως. Το θέατρο στην πρωτεύουσα δεν έχει πάψει ούτε στιγμή να σφύζει από ζωή. Δείτε τη στήλη θεαμάτων από την εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα της 26ης Απριλίου 1944:

Δεκατρία θέατρα σε τέτοιες εποχές δεν είναι μικρός αριθμός. Εμάς, σήμερα, μας αφορά το θέατρο ΚΑΠΡΙΣ. Ένα καινούριο θέατρο, όσο και βραχύβιο: πρωτοεμφανίστηκε στον θεατρικό χάρτη το Πάσχα του 1944. Βρισκόταν στον αριθμό 12 της οδού Πανεπιστημίου και ίσως επρόκειτο για τη μετονομασία κάποιου κινηματογράφου που μετατράπηκε σε θέατρο από κάποιον πανέξυπνο επιχειρηματία που θέλησε να εκμεταλλευτεί την απήχηση της βασίλισσας της τζας Ρένας Βλαχοπούλου.


Εξώφυλλο του κατοχικού περιοδικού Ράδιο-Τραγούδι,
τεύχος Ιανουαρίου 1943 με σκίτσο της Ρένας
Βλαχοπούλου στο εξώφυλλο...


Στο θέατρο ΚΑΠΡΙΣ λοιπόν δίνεται την Κυριακή του Πάσχα η πρεμιέρα της επιθεώρησης Ανθισμένες Πασχαλιές στην οποία, σύμφωνα με τον τύπο της εποχής, εμφανίζονται η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Ορέστης Λάσκος, το Τρίο Βάμπαρη, η Φωφώ Χαρμπή, ο Πιέρο Λοβάτι, ο Φραγκίσκος Μανέλλης, ο Μαγκρέλ και 15 πρωταγωνιστές. Επικεφαλής της ορχήστρας τζαζ ο Τάκης Μωράκης. Στα δημοσιεύματα της εποχής δεν γίνεται αναφορά σε άλλους συντελεστές, παρά μόνο στους συγγραφείς της επιθεώρησης που είναι η τριάδα Γιώργος Ασημακόπουλος, Βασίλης Σπυρόπουλος και Παναγιώτης Παπαδούκας. Πρόκειται για μια από τις πρώτες συνεργασίες των τριών συγγραφέων και η πρώτη συνεργασία τους με τη Ρένα Βλαχοπούλου: η θρυλική τριάδα θα χαρίσει στη Ρένα πολλές επιτυχίες στα επόμενα 25 χρόνια—ας αναφέρουμε, ενδεικτικά, τα τραγούδια «Ομόνοια Πλας» και «Καλημέρα ζωή».


Από τη σύνθεση του θιάσουένας δημοφιλής κονφερασιέ (Λάσκος), τρία τραγουδιστικά νούμερα (Βλαχοπούλου, Λοβάτι, Τρίο Βάμπαρη), ένας λαϊκός κωμικός (Μανέλλης)—καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται μάλλον για ένα βαριετέ που στήνεται, όπως είπαμε, κυρίως για να εκμεταλλευτεί την επιτυχία της Ρένας (δεν είναι τυχαίο το ότι είναι το πρώτο όνομα στις διαφημίσεις). Τη σεζόν εκείνη (1943-44) η Ρένα έχει χαλάσει κόσμο στο θέατρο «Μοντιάλ» συντροφιά, φυσικά, με τον Γιάννη Σπάρτακο (η συνεργασία τους είχε ξεκινήσει την προηγούμενη χειμερινή σεζόν, στο θέατρο «Πάνθεον»): το δημοφιλέστατο ντουέτο πρωτοστατεί στις επιθεωρήσεις που ανεβαίνουν εκεί. Τον Μάρτιο όμως το «Μοντιάλ» στεγάζει πλέον θίασο πρόζας και το ντουέτο Βλαχοπούλου-Σπάρτακος αρχίζει παραστάσεις στο θρυλικό Σινέ News (το σημερινό «Αστορ») της οδού Σταδίου όπου δίνουν μίνι συναυλίες αμέσως μετά την προβολή των ταινιών (συνήθως επίκαιρα, εξ ου και το News…). Λόγω της κοσμοσυρροής μάλιστα δίνουν τρεις παραστάσεις τη μέρα (αρχίζοντας από τις 10 το πρωί!).


Μετά από όλη αυτή την επιτυχία είναι φυσικό η Ρένα Βλαχοπούλου να είναι περιζήτητη. Έτσι, παράλληλα με τις εμφανίσεις στο Σινέ News, αρχίζει από το Πάσχα να εμφανίζεται και στο νέο θέατρο «Καπρίς», όπου συνεργάζεται για πρώτη φορά και με τον Τάκη Μωράκη. Ο Τάκης Μωράκης ήταν από τους πρώτους που ανακάλυψαν την αξία της νεαρής Κερκυραίας όταν ακόμα βρισκόταν στην Κέρκυρα, ακούγοντάς τη να τραγουδά κάπου στο νησί. Δυστυχώς δεν έχω ακόμα ανακαλύψει ποια τραγούδια του ερμήνευε η Ρένα στις Ανθισμένες πασχαλιές (η έρευνα φυσικά συνεχίζεται!), ωστόσο οι παραστάσεις του έργου αυτού κράτησαν λιγότερο και από ό,τι συνηθιζόταν τότε: οι κατοχικές επιθεωρήσεις είχαν συνήθως ένα μήνα ζωής, αλλά αυτό το έργο κατέβηκε 18 μέρες μετά, στις 2 Μαΐου. Την επόμενη μέρα ο θίασος του «Καπρίς» παρουσίασε την επιθεώρηση Αρλούμπες του δημοσιογράφου Ιωάννη Φερμάνογλου, σε μουσική και πάλι Τάκη Μωράκη (ο Φερμάνογλου, για την ιστορία, υπέγραφε αρκετά τραγούδια που έγραφε και του χάριζε η Δανάη Στρατηγοπούλου: το πιο φημισμένο από αυτά ήταν το «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη» που μελοποίησε ο Τάκης Μωράκης και τραγούδησαν πολλές σημαντικές φωνές του ελαφρού τραγουδιού—ανάμεσά τους και η Ρένα Βλαχοπούλου, με τη συνοδεία της ορχήστρας του ΕΙΡ, ηχογράφηση που έχει κυκλοφορήσει ευρέως τα τελευταία χρόνια σε βινύλιο και CD). Η νέα επιθεώρηση αποδείχτηκε ακόμα πιο βραχύβια και «άντεξε» δύο μόλις εβδομάδες. Ίσως αυτό να οφειλόταν στο έργο, ίσως στον «αδύναμο» θίασο, ίσως στις δύσκολες μέρες που ζούσε η θεατρική Αθήνα μαζί με όλη την υπόλοιπη Ελλάδα.


Πάντως, λίγες μέρες μετά, η Ρένα Βλαχοπούλου ξεκίνησε τις εμφανίσεις της στο θέατρο «Ερμής» της οδού Καρόλου (εκεί που βρίσκεται σήμερα το θέατρο «Βέμπο») ως η βασική τραγουδίστρια ενός μεγάλου θιάσου με πολλά γερά ονόματα που ωστόσο αναγκάστηκε να παρουσιάσει 5 έργα μέσα σ’ ένα καλοκαίρι, το τελευταίο κατοχικό καλοκαίρι, ενώ το θέατρο «Καπρίς» μάλλον εξαφανίστηκε για πάντα από τον θεατρικό χάρτη... Θα άξιζε πάντως να γίνει κάποια στιγμή μια ουσιαστική μελέτη, με όσα στοιχεία μπορούν να συγκεντρωθούν από τη σκοτεινή αυτή περίοδο, για να δούμε τι είδους κοινό συγκέντρωναν όλες εκείνες οι παραστάσεις που ηρωικά ο κόσμος του θεάτρου κατάφερνε να ανεβάζει εκείνα τα δίσεκτα χρόνια.


Με αυτές τις άγνωστες στιγμές του θεατρικού χτες και τις ξεθωριασμένες εικόνες ενός παράξενου Πάσχα, σας εύχομαι χρόνια πολλά και καλά. Να χαίρεστε τους δικούς σας ανθρώπους και να χαρίζετε αγάπη.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2009

Αεράκι...

Θυμήθηκα πάλι απόψε τη φωνή του Μάνου Χατζιδάκι: "Σ' αυτόν τον δρόμο γεννιούνται και πεθαίνουν τα όνειρα τόσων παιδιών, ίσαμε τη στιγμή που η αναπνοή τους θα ενωθεί με τ’ ανοιξιάτικο αεράκι του Επιταφίου και θα χαθεί"...

Δευτέρα 6 Απριλίου 2009

"Τα ετερώνυμα έλκονται": μια σπάνια ραδιοφωνική ηχογράφηση με Βλαχοπούλου-Φωτόπουλο-Ηλιόπουλο!

Ένα ακόμα δώρο θα μας κάνει ο παραγωγός του Δεύτερου Προγράμματος της ΕΡΑ Σιδερής Πρίντεζης: το ερχόμενο Σάββατο, 11 Απριλίου, από τη δίωρη ζώνη 70 χρόνια Ελληνική Ραδιοφωνία (που ακολουθεί την εκπομπή του Σ. Πρίντεζη Πάμε σαν άλλοτε) θα μεταδοθεί η μουσική κωμωδία του Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου Τα ετερώνυμα έλκονται στην οποία πρωταγωνιστούν ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο Μίμης Φωτόπουλος και η Ρένα Βλαχοπούλου!

Πρόκειται για μια σπάνια ηχογράφηση του 1954 στην οποία ακούγονται ακόμα ο Χρήστος Τσαγανέας, η Νίτσα Τσαγανέα και η Νάντια Χωραφά. Η κωμωδία αυτή, που σκηνοθέτησε ο Ίων Νταϊφάς, δεν έχει ακουστεί ολόκληρη εδώ και πολλά χρόνια (ένα απόσπασμά της μεταδόθηκε το 1993 από την εορταστική εκπομπή Ο καινούριος χρόνος μέσα από το παλιό ραδιόφωνο καθώς επίσης και λίγα χρόνια μετά από τις Θεατρικές Ερμηνείες που επιμελείται η Αιμιλία Κτενά για το Τρίτο Πρόγραμμα). Η ηχογράφηση αυτή παρουσιάζει ενδιαφέρον για αρκετούς λόγους.

Πρώτα από όλα πρόκειται για μια πρώιμη καταγραφή του υποκριτικού ταλέντου της Ρένας Βλαχοπούλου. Το 1954 είναι η χρονιά στην οποία κάνει το υποκριτικό της ντεμπούτο (με το νούμερο "Κάνε μου τέτοια" στο πλευρό του Νίκου Σταυρίδη, στο θέατρο "Βέμπο"). Φαίνεται λοιπόν πως αυτή η ηχογράφηση είναι η πρώτη καταγραφή ερμηνείας της ηθοποιού Ρένας Βλαχοπούλου που έχει φτάσει στις μέρες μας (η ταινία Πρωτευουσιάνικες Περιπέτειες γυρίστηκε την επόμενη χρονιά). Είναι ιδιαίτερα γοητευτικό να ακούει κανείς την κάπως άγουρη υποκριτικά Ρένα Βλαχοπούλου σε αυτό το έργο. Επιπλέον, φαίνεται πως η κωμωδία Τα ετερώνυμα έλκονται είναι μια από τις σπάνιες ραδιοφωνικές ηχογραφήσεις της Ρένας ως ηθοποιού. Παρόλο που είχε ήδη ξεκινήσει τη λαμπρή καριέρα της στην υποκριτική, φαίνεται πως δεν της πήγαινε και τόσο το ραδιόφωνο ως μέσο έκφρασης--κυρίως, πιστεύω, επειδή το χειμαρρώδες υποκριτικό της ύφος δεν μπορούσε να εκφραστεί μέσα από ρόλους που θα 'πρεπε να διαβάσει από το χαρτί μπροστά στο μικρόφωνο του ΕΙΡ. Έτσι, αν και υπάρχουν πολλά τραγούδια με τη φωνή της που ηχογραφήθηκαν στους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου με τη συνοδεία της ορχήστρας του ΕΙΡ στα χρόνια του '50 και του '60 (τα διαμάντια που μας χαρίζει κάθε τόσο ο κ. Πρίντεζης από τις εκπομπές του), φαίνεται πως είναι πολύ λιγότερες οι θεατρικές της ερμηνείες (εκτός κι αν ο κ. Πρίντεζης μας εκπλήξει με τα αποτελέσματα των... ανασκαφών του στο αρχείο του ΕΙΡ). Στις δεκαπέντε περίπου ραδιοφωνικές επιθεωρήσεις που εγώ έχω ακούσει από το αρχείο του ΕΙΡ παρελαύνουν όλοι οι άσσοι του μουσικού θεάτρου εκτός από τη Ρένα Βλαχοπούλου (ας μην ξεχνάμε, ωστόσο, το εξαιρετικό Τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή).

Τέλος, η ηχογράφηση αυτή αποτελεί τη μοναδική καταγραφή της συνεργασίας της Ρένας Βλαχοπούλου με τον αξέχαστο Μίμη Φωτόπουλο. Το ντουέτο Ντίνος Ηλιόπουλος-Ρένα Βλαχοπούλου έχει συναντηθεί δυο φορές στο θέατρο και τέσσερις φορές στον κινηματογράφο. Ωστόσο, το ντουέτο Ρένα Βλαχοπούλου-Μίμης Φωτόπουλος έχει συναντηθεί μόνο στο θέατρο, τη σεζόν 1979-80 στο "Κοτοπούλη-Ρεξ", αρχικά στη μουσική κωμωδία των Γιώργου Σκούρτη και Γιώργου Κατσαρού Λυσιστράτη '79, μια πολυδάπανη παραγωγή που, παρά την παρουσία πολλών καλών ηθοποιών (Μπέτυ Βαλάση, Βασίλης Μπουγιουκλάκης, Νίκος Παπαναστασίου, Ανέστης Βλάχος) και συντελεστών (Γιώργος Ανεμογιάννης, Γιάννης Φλερύ) και τη σκηνοθεσία του Γιάννη Δαλιανίδη, δεν ευτύχησε από πολλές απόψεις και έδωσε στο μέσο της σεζόν τη θέση της στην επιθεώρηση Φάτους πριν μας φάνε. Δεν γνωρίζω αν υπάρχουν (ερασιτεχνικές ή μη) ηχογραφήσεις από αυτά τα δυο έργα, υπάρχει όμως αυτή η ραδιοφωνική μουσική κωμωδία που διασώζει για πάντα τη συνύπαρξη του Μίμης Φωτόπουλου και της Ρένας Βλαχοπούλου που μάλιστα σμίγουν ως ανδρόγυνο!


Η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Μίμης Φωτόπουλος και όλος ο θίασος
του έργου των Γ. Σκούρτη-Γ. Κατσαρού Λυσιστράτη '79
(θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ. Η φωτογραφία προέρχεται από την
ιστοσελίδα του ηθοποιού Μιχάλη Δεσύλλα που συμμετείχε στην παράσταση).


Ας πούμε λοιπόν λίγα λόγια για την υπόθεση του έργου. Πρόκειται για την ιστορία δυο φίλων, του πράου Αργύρη (Μίμη Φωτόπουλος) και του ζόρικου Πελοπίδα (Ντίνος Ηλιόπουλος), οι οποίοι πιστεύοντας στη θεωρία "Τα ετερώνυμα έλκονται και τα ομώνυμα απωθούνται" παντρεύονται, αντίστοιχα, τη νευρική, τεμπέλα και σατράπισσα Μάχη (Ρένα Βλαχοπούλου) και την ήσυχη, λιγομίλητη και γλυκομίλητη Ευτυχία (Νάντια Χωραφά). Η θεωρία όμως αποδεικνύεται πως δεν ισχύει στην πράξη και έτσι τα δυο ζευγάρια παίρνουν διαζύγιο και παντρεύονται... αντίστροφα: σμίγει δηλαδή ο ζόρικος Πελοπίδας με τη σατράπισσα Μάχη και ο ήρεμος Αργύρης με τη γλυκιά Ευτυχία. Και πάλι φαίνεται όμως πως τα πράγματα δεν λειτουργούν...

Η κωμωδία του Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου δεν διεκδικεί βέβαια δάφνες πρωτοτυπίας ή αριστουργηματικού έργου. Είναι ωστόσο χαριτωμένη, οι διάλογοι αρκετά πνευματώδεις, οι ηθοποιοί κεφάτοι και ορεξάτοι, και υπάρχουν φυσικά και πολύ γλυκά τραγούδια του Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου που τραγουδούν η Ρένα Βλαχοπούλου (η μόνη τραγουδίστρια του "θιάσου") αλλά και οι άλλοι ηθοποιοί. Ο Βαγγέλης Λυκιαρδόπουλος, άλλωστε, έμεινε στην ιστορία του ελαφρού τραγουδιού κυρίως ως συνθέτης και πιανίστας (δικό του είναι το εξαιρετικό "Για σένα" που τραγούδησε πρώτη η Σοφία Βέμπο και ξανατραγούδησε η Μαρινέλλα είκοσι χρόνια μετά, αλλά και το αρχοντορεμπέτικο "Άλα της" ("Άλα της, κάπελα ηρέμησε, ώπα της, τα ποτήρια γέμισε"). Δούλεψε όμως πολύ στο ΕΙΡ όπου παρουσίασε μουσική για ραδιοφωνικές επιθεωρήσεις αλλά επιπλέον και μερικές μουσικές κωμωδίες, για τις οποίες έγραψε και το λιμπρέτο. Εκτός από Τα ετερώνυμα έλκονται δικά του ραδιοφωνικά έργα είναι το Όποιος αγαπά ζηλεύει, στο οποίο πρωταγωνιστούν και πάλι ο Μίμης Φωτόπουλος και ο Ντίνος Ηλιόπουλος (και δόθηκε σε CD με τη Ραδιοτηλεόραση πριν από ένα μήνα περίπου) αλλά και τα έργα Ερωτικές καντρίλλιες και Η φτώχεια θέλει καλοπέραση στα οποία πρωταγωνιστεί μόνον ο Ντίνος Ηλιόπουλος.



Ας συντονιστούμε λοιπόν στο Δεύτερο Πρόγραμμα, το ερχόμενο Σάββατο, στις 7μμ., για να ακούσουμε αυτή τη σπάνια ηχογράφηση της Ρένας Βλαχοπούλου από το αρχείο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Επίσης, αυτό το Σάββατο, εκτός από Τα ετερώνυμα έλκονται, ο κ. Πρίντεζης μεταδίδει τρία διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που διαβάζει η αξέχαστη Σαπφώ Νοταρά (οι ηχογραφήσεις τους έγιναν γύρω στο 1980). Νομίζω πως με τον πλούτο που υπάρχει στο αρχείο της η ΕΡΤ θα έπρεπε να αφιερώσει όχι απλώς ένα δίωρο, αλλά μια ολόκληρη συχνότητα στις αναμεταδόσεις εκπομπών από τις παλιές μαγνητοταινίες. Και επειδή φυσικά αυτό δεν πρόκειται να γίνει, ας ελπίσουμε ότι κάποια στιγμή όλος αυτός ο θησαυρός θα είναι διαθέσιμος μέσα από το διαδίκτυο. Η προσπάθεια αυτή έχει ξεκινήσει, αλλά σίγουρα θα αργήσει να ολοκληρωθεί. Μέχρι τότε θα αναμένουμε τη ραδιοφωνική σκαπάνη του Σιδερή Πρίντεζη...

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Κουίζ!

Τι κοινό έχουν οι παρακάτω ταινίες της Ρένας Βλαχοπούλου;

Κορίτσια για φίλημα
(σκηνοθεσία: Γιάννης Δαλιανίδης, παραγωγή: Φίνος Φιλμ, 1964-65)



Η θεία μου η χίπισσα
(σκηνοθεσία: Αλέκος Σακελλάριος, παραγωγή: Φίνος Φιλμ, 1970-71)



Μια Ελληνίδα στο χαρέμι
(σκηνοθεσία: Γιάννης Δαλιανίδης, παραγωγή: Φίνος Φιλμ, 1970-71)


Ρένα, τα ρέστα σου
(σκηνοθεσία: Αλέκος Σακελλάριος, παραγωγή: Φέστιβαλ Φιλμ, 1985-86)

Οι νικητές/νικήτριες που θα απαντήσουν σωστά εντός 24ώρου, θα λάβουν μια carte postale...

Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

Σοφία Βέμπο-Μίμης Τραϊφόρος


Ο Μάρτιος είναι μήνας θύμησης για ένα θρυλικό ζευγάρι του ελληνικού μουσικού θέατρου: Σοφία Βέμπο-Μίμης Τραϊφόρος. Δυο θυελλώδεις άνθρωποι που έζησαν μια θυελλώδη ζωή και καθόρισαν σε μέγιστο βαθμό τη φυσιογνωμία του μουσικού θεάτρου και του ελαφρού τραγουδιού. Και τους δυο τους θυμόμαστε τον Οκτώβριο, λόγω της ταύτισής τους με το πολεμικό τραγούδι του ’40. Αντιδρούμε όμως σ’ αυτή την άδικη—αν και σπουδαία—ταύτιση και, εφόσον η Βέμπο πέθανε στις 11 Μαρτίου του 1978 και ο Τραϊφόρος την ακολούθησε είκοσι χρόνια αργότερα, σαν σήμερα, στις 28 Μαρτίου του 1998, και επιπλέον εφόσον και οι δυο τους έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην καριέρα της Ρένας Βλαχοπούλου, επιβάλλεται τούτο το blog να τους θυμηθεί.

Σοφία Βέμπο
Η Σοφία Βέμπο γεννήθηκε το 1910 στην Καλλίπολη της Θράκης (αν και αμφισβητούνται τόσο το έτος όσο και ο τόπος γέννησης) αλλά μεγάλωσε στον Βόλο. Μετά από διάφορες δουλειές που έκανε ως νεαρή κοπέλα, ξεκίνησε την τραγουδιστική της καριέρα το 1933, αρχικά στο ζαχαροπλαστείο «Αστόρια» της Θεσσαλονίκης και αμέσως μετά στο θέατρο «Κεντρικόν» της Αθήνας. Το αληθινό της όνομα ήταν Μπέμπο, και ως Έφη Μπέμπο έγραψε τις πρώτες της σελίδες στην θεατρική και τραγουδιστική μας ιστορία. Πριν εμφανιστεί η Βέμπο οι τραγουδίστριες του ελαφρού τραγουδιού προέρχονταν από τον χώρο του λυρικού θεάτρου και οι ερμηνείες τους θύμιζαν τις οπερατικές ερμηνείες. Αν και τον δρόμο τον είχε προλειάνει η σπουδαία πολύπλευρη καλλιτέχνιδα Σωτηρία Ιατρίδου, η Βέμπο θεωρείται ουσιαστικά η πρώτη ελληνίδα ντιζέζ: τραγουδίστρια δηλαδή όχι μόνο με σπουδαία φωνή αλλά και με μεγάλη εκφραστικότητα. Αν και πολλές ντιζέζ είχαν μόνο μεγάλη εκφραστικότητα, η Βέμπο είχε πραγματικά και μια εξαιρετική φωνή, που δεν έμοιαζε με καμιά άλλη ως τότε: δεν ήταν σοπράνο, είχε αντίθετα μια βαθειά φωνή που ξένισε αρχικά και θεωρήθηκε «αντρική». Στις πρώτες της θεατρικές εμφανίσεις παρουσιαζόταν ως η «τσιγγάνα Έφη Μπέμπο»—αφενός γιατί η ίδια έδωσε την έμπνευση στη συνθέτρια Λόλα Βώτη να της γράψει «τσιγγάνικα» τραγούδια και αφετέρου γιατί η διαφορετικότητά της έπρεπε να πάρει έναν χαρακτηρισμό εξωτικό...

Πολύ σύντομα θα αρχίσει η δισκογραφική της καριέρα, που θα την κάνει γνωστή σε όλο το πανελλήνιο, πριν ακόμα αρχίσει να περιοδεύει και πριν αρχίσει να λειτουργεί ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών που θα βάλει τη φωνή της στα σπίτια όλης της Ελλάδας. Κατακτά την πρώτη θέση στο μουσικό θέατρο και το τραγούδι—θέση που τη μοιράζεται μόνο με τη Δανάη Στρατηγοπούλου. Οι δυο τους έχουν εντελώς διαφορετικές καταβολές (η Δανάη κατάγεται από λόγιο περιβάλλον και έχει σπουδάσει μουσική, η Βέμπο από πιο λαϊκή οικογένεια και είναι αυτοδίδακτη) και τελικά θριαμβεύουν και σε διαφορετικούς χώρους: η Βέμπο με συνοδεία ορχήστρας στις σκηνές των θεάτρων και η Δανάη με την κιθάρα της στην πίστα και το βαριετέ. Υπήρξαν και κάποιες φήμες ότι τις χώριζε μια δήθεν αντιπαλότητα, ωστόσο αυτό δεν ήταν αληθές: «Μαρ’ συ;», έλεγε στη Δανάη η Βέμπο με τη χαρακτηριστική βολιώτικη προφορά της νιότης της, «Να ‘ρθω να με μάθεις τραγούδι;». Δεν πήγε ποτέ όμως και αυτό ίσως να στάθηκε η αιτία (μαζί βέβαια και με κάποια προσωπικά της προβλήματα που είχαν αντίκτυπο στην υγεία της) για τη φθορά της φωνής της που παρουσιάστηκε σχετικά σύντομα. Πάντως, οι δυο τους ήταν φίλες και η Δανάη τις έδωσε αρκετές σωστές συμβουλές που τη βοήθησαν στην καριέρα της.

Η Βέμπο θριαμβεύει στα χρόνια του μεσοπολέμου κυρίως με ταγκό που γράφουν για εκείνη συνθέτες όπως ο Κώστας Γιαννίδης («Αφήστε με να πιω», «Ζητώ να σε ξεχάσω», «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ο μόνος»), ο Μιχάλης Σουγιούλ («Κάτι με τραβά κοντά σου», «Άσε τον παλιόκοσμο να λέει»), ο Ιωσήφ Ριτσιάρδης («Χειμώνας») αλλά και με εξαιρετικά βαλς του Κώστα Γιαννίδη («Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα», «Κάποιο μυστικό»). Η βαθειά φωνή της δίνει την έμπνευση για «αμαρτωλά» τραγούδια όπως το «Πριν το κορμί μου το ποτίσει η κοκαΐνη, το ποτό και η βρωμιά», και ανατολίτικα όπως η «Ζεχρά», αλλά πολύ σύντομα θα πρωτοστατήσει (και θα την ακολουθήσουν και οι υπόλοιπες) στα δημοτικοφανή τραγούδια («Στη Λάρισα βγαίνει ο αυγερινός», «Ο Γιάννος κι η Παγώνα»).

Η προσφυγοπούλα
Το 1937-38 πρωταγωνιστεί στην πρώτη της ταινία, την Προσφυγοπούλα που γυρίζει ο Τόγκο Μιζράχι στην Αίγυπτο. Πρόκειται για μια από τις ταινίες της λεγόμενης αιγυπτιακής περιόδου του ελληνικού κινηματογράφου, που γυρίστηκαν στα υπερσύγχρονα τότε στούνιο του Καΐρου και λέγεται ότι οι περισσότερες από αυτές ήταν άρτιες τεχνικώς αλλά μετριότατες καλλιτεχνικώς. Βλέποντας την Προσφυγοπούλα σήμερα (φαίνεται ότι είναι η μόνη ταινία αυτής της περιόδου που διασώθηκε), μας δημιουργούνται ανάμεικτα συναισθήματα, αλλά πιστεύω ότι η ζυγαριά γέρνει προς τα θετικά. Μπορεί το σενάριο να είναι κοινότυπο και η σκηνοθεσία σχεδόν ανύπαρκτη, ωστόσο υπάρχουν αρκετά προτερήματα που την καθιστούν μοναδική. Πρώτα από όλα, είναι η πρώτη ελληνική ταινία με σύγχρονο ήχο και είναι ουσιαστικά η πρώτη οπτικοακουστική καταγραφή αυθεντικού φυσικού διαλόγου στην ελληνική γλώσσα (έστω και αν πρόκειται για διαλόγους ενός σεναρίου). Έπειτα διασώζεται η παρουσία του μεγάλου πρωταγωνιστή της ελληνικής οπερέττας Μάνου Φιλιππίδη (πατέρα του Αντρέα Φιλιππίδη) που χάθηκε πρόωρα μετά τον πόλεμο. Ακόμα, έχουμε την πρώτη ολοκληρωμένη κατάθεση ελληνικής κινηματογραφικής μουσικής από τον σπουδαίο Κώστα Γιαννίδη (η μουσική επένδυσή του χαρακτηρίζεται από εξαιρετική ακρίβεια, συνέπεια και ευαισθησία). Και, τέλος, έχουμε τη νεανική παρουσία της μεγάλης Σοφίας Βέμπο. Αν και η φθορά του φιλμ παρουσιάζει κάπως αλλοιωμένη τη φωνή της, είναι ντοκουμέντα ανυπολόγιστης αξίας οι τραγουδιστικές της σκηνές (στις οποίες τραγουδάει ζωντανά, αφού το play back μάλλον δεν είχε... ανακαλυφθεί ακόμα!). Αλλά και στον υποκριτικό τομέα, η αυτοδίδακτη Βέμπο τα καταφέρνει μια χαρά.

Το 1940 αλλάζει για πάντα τη ζωή όλων των Ελλήνων. Αλλά είναι ιδιαίτερα σημαδιακό και για τη Σοφία Βέμπο. Αφενός θα γίνει η φωνή ενός ολόκληρου λαού τραγουδώντας τα πολεμικά τραγούδια που τη φέρνουν στην επικαιρότητα κάθε Οκτώβρη. Αφετέρου, θα ενώσει τη ζωή της με τη ζωή του Μίμη Τραϊφόρου και αυτό θα έχει θετικές συνέπειες για την καριέρα της και, μάλλον, αρνητικές για την προσωπική της ζωή.

Μίμης Τραϊφόρος
Ο Μίμης Τραϊφόρος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1912. Ήταν γόνος πολυμελούς οικογένειας και αγωνίστηκε σκληρά για να τη στηρίξει οικονομικά μέχρι να γίνει γίνει γνωστός στους καλλιτεχνικούς κύκλους ως ο νέος ανερχόμενος κονφερανσιέ του βαριετέ. Μετά τις σπουδές του στο Εθνικό Θέατρο προσπαθεί να ορθοποδήσει στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Μαθητής του μεγάλου Αττίκ και... απόφοιτος της «Μάντρας» του, ο Τραϊφόρος θα γίνει σύντομα ο πιο δημοφιλής κομφερανσιέ στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’30. Βασίλειό του είναι η περίφημη «Όασις» του Ζαππείου. Τα πλήθη συρρέουν να χειροκροτήσουν τα πρώτης τάξης νούμερα που εξασφαλίζει ο επιχειρηματίας Αντώνης Ζερβός, τα οποία όμως μπορούν να «εξαφανιστούν» αν δεν τα προλογίσει με θέρμη και με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο ο λαοφιλής Τραϊφόρος. Κάποιο βράδυ του Αυγούστου του 1940, ο Τραϊφόρος θα παρουσιάσει στο πολυπληθές κοινό του βαριετέ «μια θεοκουκλάρα που όταν την ακούς, νομίζεις ότι ακούς συναυλία αηδονιών: η Ρένα Βλαχοπούλου που μας ήρθε από την Κέρκυρα. Στο πιάνο θα τη συνοδέψει ο μαέστρος Μυρογιάννης. Στο σπίτι της το βράδυ θα τη συνοδέψω εγώ!». Το λογοπαίγνιο αυτό ποτέ δεν έγινε πραγματικότητα (η Βλαχοπούλου ήταν ήδη παντρεμένη τότε) αλλά ξεκίνησε έτσι η συνεργασία των δυο καλλιτεχνών που στάθηκε σημαδιακή για τη Ρένα.

Ένα βράδυ στην «Όαση» ο Τραϊφόρος θα συγκρουστεί με τη Σοφία Βέμπο, που πήγε να παρακολουθήσει το πρόγραμμα. Έτσι, θα ξεκινήσει ανάμεσά τους μια κόντρα που θα σταματήσει με την κήρυξη του πολέμου, όταν Βέμπο-Τραϊφόρος συνεργάζονται για πρώτη φορά στις πολεμικές επιθεωρήσεις του θεάτρου «Μοντιάλ». Στον θίασο ανήκει και η νεαρή τραγουδίστρια Ρένα Βλαχοπούλου, η οποία δεν έχει χρήματα για να ράψει φόρεμα για τις εμφανίσεις της και γι’ αυτό της ράβουν ένα «άσπρο φόρεμα με ροζ δαντελίτσες» η Σοφία Βέμπο και η ηθοποιός Λίτσα Λαζαρίδου—το θυμόταν αυτό με ευγνωμοσύνη η Βλαχοπούλου μέχρι το τέλος. Με το νέο της φόρεμα λοιπόν η Κερκυραία τραγουδίστρια, που αποτελεί το «πουλέν» του Τραϊφόρου, τραγουδάει κάθε βράδυ τους πρώτους πολεμικούς στίχους που έγραψε ο μέχρι τότε κονφερανσιέ: «Πατρίδα, πατρίδα, Ελλάδα δοξασμένη, κανείς δεν θα σ’ αγγίξει τη γη την τιμημένη». Η Βέμπο προσέχει τους στίχους αυτούς και ζητά από τον Τραϊφόρο να της γράψει ένα πολεμικό τραγούδι πάνω στους στίχους της «Ζεχράς». Σε χρόνο ρεκόρ εκείνος της παραδίδει τον νέο εθνικό ύμνο των Ελλήνων, τα «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά», η Βέμπο γοητεύεται και αρχίζει ο ταραχώδης έρωτάς τους.

Ο Τραϊφόρος γράφει αδικαιολόγητα πολλά πολεμικά τραγούδια (οι εταιρίες δίσκων θέλουν να κερδίσουν χρήματα με όποιον τρόπο μπορούν...), κυρίως για τη φωνή της Βέμπο. Θα γράψει όμως και ένα για τη Ρένα Βλαχοπούλου που είχαμε την... ευτυχία να δισκογραφηθεί και να φτάσει στις μέρες μας («Πήγαινε κι όταν θα ‘ρθεις» σε μουσική του Κώστα Γιαννίδη). Η Βέμπο, η Βλαχοπούλου και όλες οι τραγουδίστριες τραγουδούν παντού: στο θέατρο, στο ραδιόφωνο, στα νοσοκομεία για τους τραυματίες. Κάνουν ό,τι μπορούν για να εμψυχώσουν τον άμαχο πληθυσμό. Δυστυχώς όμως οι νίκες του ελληνοϊταλικού πολέμου θα δώσουν τη θέση τους στη γερμανική εισβολή στη χώρα μας και τα πολεμικά τραγούδια του ’40 θάβονται με πικρία στη μνήμη των Ελληνίδων και των Ελλήνων. Η Βέμπο συνεχίζει να τραγουδάει στα αθηναϊκά θέατρα μέχρι το καλοκαίρι του ‘42 με πολλά προβλήματα. Οι κατακτητές κάνουν ό,τι μπορούν για να της απαγορέψουν να εμφανίζεται και να θυμίζει στο κοινό τις ένδοξες στιγμές της νίκης. Είναι πλέον φανερό ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει και να δουλεύει στην Αθήνα και έτσι καταφεύγει στη Μέση Ανατολή, όπου την ακολουθεί λίγο αργότερα ο Τραϊφόρος. Με βασικούς τους συνεργάτες τον συνθέτη Λεό Ραπίτη και την Αλίκη Βέμπο, το ζευγάρι παρουσιάζει αμέτρητες επιθεωρήσεις στην Αλεξάνδρεια και το Κάιρο και προσφέρει τα έσοδα στον ελληνικό στρατό. Θα παραμείνουν στην Αίγυπτο μέχρι και το 1946, ενώ η επιστροφή τους θα ξεσηκώσει θύελλα ενθουσιασμού στην καλλιτεχνική Αθήνα.

Στα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου η Βέμπο θα προσπαθήσει να δώσει το δικό της μήνυμα συμφιλίωσης συντασσόμενη όμως με την πλευρά του Εθνικού Στρατού. Αυτό δεν την εμποδίζει να έρθει σε κόντρα με τη Φρειδερίκη σχετικά με κάποιες φιλανθρωπικές κινήσεις υπέρ των στρατιωτών. Ηχογραφεί δυο επίκαιρα τραγούδια που κακώς οι σημερινοί ραδιοφωνικοί παραγωγοί μεταδίδουν κάθε Οκτώβρη (μια δραματική διασκευή του «Πού να ‘σαι τώρα»—για τα παιδιά που μετακινήθηκαν στις ανατολικές χώρες—και μια νέα εκδοχή του «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά» με τίτλο «Η φανέλα του Στρατιώτη»). Ωστόσο, αν πρέπει να θυμόμαστε κάποια ερμηνεία της από αυτά τα χρόνια είναι το «Κάνε κουράγιο, Ελλάδα μου», στο οποίο γίνεται αναφορά στους συμμάχους που «μας τα λέγαν κάθε βράδυ απ’ τα Λονδίνα τους»: ο στίχος αυτός θα ενοχλήσει τους Άγγλους και σύντομα το τραγούδι θα απαγορευτεί. Επανακυκλοφορεί έπειτα από λίγο καιρό με την αναπόφευκτη αναφορά στους «Γράμμους και τα Βίτσια» (εκδοχή που ευτυχώς ακούγεται σπανιότερα σήμερα).

Σύντομα η Βέμπο θα εγκαταλείψει τις εμφυλιακές διαμάχες και θα ταξιδέψει στην Αμερική, όπου τραγουδώντας για τους ομογενείς αλλά και για το αμερικανικό κοινό (αποσπά θριαυμβευτικές κριτικές για το ρεσιτάλ της στο Carnegie Hall) συγκεντρώνει χρήματα για να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο της όνειρο: ένα θέατρο που θα φέρει το όνομά της. Όσο η Βέμπο βρίσκεται στην Αμερική, ο Τραϊφόρος της γράφει το «Ας ερχόσουν για λίγο» που μελοποιεί ο Μιχάλης Σουγιούλ και τραγουδά μοναδικά η Δανάη, αλλά ταυτόχρονα μπαινοβγαίνει σε ερωτικές περιπέτειες που εξοργίζουν τη Βέμπο και αρχίζουν να επηρεάζουν την υγεία της.

Το θέατρο "Βέμπο"
Το όνειρο του θεάτρου «Βέμπο» γίνεται πραγματικότητα το καλοκαίρι του 1950. Η πρώτη επιθεώρηση που ανεβαίνει εκεί τιτλοφορείται Βίρα τις Άγκυρες και αλλάζει για πάντα την ιστορία του ελαφρού μουσικού θεάτρου καθώς η Βέμπο (μαζί με τον αδελφό της, Τζώρτζη Βέμπο, που αναλαμβάνει τα οικονομικά της επιχείρησης, μερικές φορές σε βάρος της υγείας και της προσωπικής ευτυχίας της αδελφής του) επενδύει πολλά χρήματα και ανεβάζει τον πήχυ για τους παραγωγούς του μουσικού θεάτρου—μόνον ο Βασίλης Μπουρνέλλης στο θέατρο «Ακροπόλ» μπορεί να τη συναγωνιστεί. Ο Σταμάτης Φασουλής θυμάται πάντα πόσο τον σημάδεψε αυτή η παράσταση, στην οποία η Βέμπο τραγουδούσε, μεταξύ άλλων, το πρώτο αρχοντορεμπέτικο τραγούδι της, τη θρυλική «Ταμπακέρα». Στα χρόνια του ’50 η Βέμπο θα τραγουδήσει κι άλλα θρυλικά αρχοντορεμπέτικα στις καλοκαιρινές επιθεωρήσεις του θεάτρου της («Χαράμι», «Χαστούκι», «Όλα ρημάδια»)—τους χειμώνες εξακολουθεί να περιοδεύει στην Ελλάδα και το εξωτερικό για να ενισχύει το ταμείο των θεατρικών επιχειρήσεων της οικογένειάς της.

Σ’ αυτή τη δεκαετία θα γυρίσει και δυο ακόμα ταινίες που θα διασώσουν για πάντα την επιβλητική της παρουσία. Στη Στέλλα του Μιχάλη Κακογιάννη θα αφήσει για πάντα το στίγμα της στον ρόλο της Μαρίας, της ιδιοκτήτριας του «Παράδεισου» όπου τραγουδάει η Στέλλα. Ως Μαρία τραγουδά δυο κορυφαία τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι: «Το φεγγάρι είναι κόκκινο» και, κυρίως, «Ο Μήνας έχει δεκατρείς» δείχνοντας πόσο ωραία μπορούσε να τραγουδήσει λαϊκή μουσική. Ήθελε πολύ να τραγουδήσει Τσιτσάνη, και κατάφερε να ηχογραφήσει μόνο ένα τραγούδι του, κι αυτό στην Αμερική, αφού οι ελληνικές δισκογραφικές εταιρίες δεν επέτρεπαν τότε να μπλέκονται «ελαφροί» και «ρεμπέτες». Και πέρα από το τραγούδι της όμως, είναι εντυπωσιακή η γενικότερη παρουσία της στη Στέλλα—χρωστάμε ευγνωμοσύνη στον Μιχάλη Κακογιάννη που την έπεισε να παίξει στην ταινία αυτή. Συντομότερη είναι η εμφάνισή της στη Στουρνάρα 288 του Ντίνου Δημόπουλου. Πρόκειται για μεταφορά της ομώνυμης θεατρικής επιτυχίας του θεάτρου «Βέμπο», όπου πραγματοποιεί μια γλυκύτατη εμφάνιση ως ηλικιωμένη τραγουδίστρια αλλά και μια πιο εντυπωσιακή ως σύγχρονη ντίβα του τραγουδιού. Το έργο αυτό ήταν μια επιτυχημένη προσπάθεια του Τραϊφόρου να ανανεώσει το επιθεωρησιακό είδος. Στη δεκαετία του ’50 γραφει και σκηνοθετεί αδιάκοπα εντυπωσιακές επιθεωρήσεις κυρίως αλλά και μουσικές ηθογραφίες που αποσπούσαν θερμές κριτικές και βραβεία.

Σε μια από αυτές τις επιθεωρήσεις του θεάτρου «Βέμπο» που τιτλοφορείται Διπλοπενιές, το καλοκαίρι του 1954, θα κάνει το υποκριτικό της ντεμπούτο η Ρένα Βλαχοπούλου, χάρη στην επιμονή του Μίμη Τραϊφόρου που διέκρινε το ξεχωριστό κωμικό της ταλέντο. Το νούμερο «Άλα πασά μου» απογειώνει την καριέρα της Ρένας Βλαχοπούλου (διαβάστε περισσότερα εδώ). Η κορυφαία Βέμπο καμαρώνει την Κερκυραία τραγουδίστρια και—πλέον και—ηθοποιό που μάλιστα ηχογραφεί δυο τραγούδια της («Σ' αγαπώ και μ' αρέσει η ζωή» και «Κάποιος, κάπου, κάποτε») ενώ, πράγμα σπάνιο για τη Βέμπο, ηχογραφεί κι εκείνη ένα τραγούδι της Ρένας, το «Ομόνοια Πλας». Η Ρένα Βλαχοπούλου συνεργάζεται ξανά με το θέατρο «Βέμπο» δυο χρόνια μετά, στην επιθεώρηση Ρωμιός (η Βέμπο επρόκειτο να εμφανιστεί στο έργο αυτό, αλλά οι περιοδείες της την κράτησαν τελικά στο εξωτερικό και έτσι η Βλαχοπούλου παρέμεινε η βασική τραγουδίστρια του Ρωμιού). Θα περάσουν 20 χρόνια μέχρι να εμφανιστεί ξανά η Ρένα Βλαχοπούλου στο θέατρο «Βέμπο», αλλά τότε πλέον η επιχείρηση θα έχει περάσει στα χέρια του Βαγγέλη Λιβαδά. Η Ρένα Βλαχοπούλου θα θυμάται όμως πάντα με γλύκα τη σπουδαία αυτή καλλιτέχνιδα και γυναίκα—και καλή μαγείρισσα, που πάντα έφερνε μεζέδες στον θίασο.


Γενικά η Βέμπο αγαπούσε πολύ τα μέλη των θιάσων της—με εξαίρεση τις νεαρές καλλιτέχνιδες που έμπλεκαν σε ερωτικές περιπέτειες με τον Τραϊφόρο. Βασικός συγγραφέας και σκηνοθέτης όλων των έργων που ανεβαζε το θέατρο «Βέμπο», ο Τραϊφόρος βρισκόταν συνεχώς περιτριγυρισμένος από πειρασμούς στους οποίους συνήθως ενέδιδε. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να παθαίνει συχνούς νευρικούς κλονισμούς η Βέμπο και να καταφεύγει στο αλκοόλ. Δεν δίσταζε μάλιστα να επιτεθεί στις νεαρές κοπέλες που διεκδικούσαν τον Τραϊφόρο—η Σπεράντζα Βρανά διηγείται σ’ ένα βιβλίο της πώς την έδειρε κάποια φορά που νόμιζε πως κάτι έτρεχε ανάμεσά τους, αλλά τελικά της ζήτησε συγνώμη. Η κατάσταση χειροτέρευε από τη συμπεριφορά του επιχειρηματία αδελφού της που επέμενε να ελέγχει τις καλλιτεχνικές της κινήσεις για να επωφελείται ο ίδιος. Η Βέμπο βρισκόταν πάντα διχασμένη ανάμεσα στην αγάπη της για τον Τραϊφόρο (τον λάτρευε παρά τις αταξίες του) και στην αγάπη για την οικογένειά της. Πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο για τη Βέμπο να νιώθει ότι ενώ για έναν ολόκληρο λαό ήταν σύμβολο μιας μεγάλης πολεμικής νίκης, στην πραγματικότητα πάλευε σε ενα περιβάλλον διαρκών συγκρούσεων που οδηγούσαν στην επιδείνωση της υγείας της. Ακούγοντας τις ηχογραφήσεις της από το 1957 ως το 1963, διαπιστώνει κανείς τη φθορά της φωνής της. Τραγούδια όπως το «Για σένα» του Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου ή τα «Κόκκινα φανάρια» του Μενέλαου Θεοφανίδη μας φέρνουν μια Βέμπο κουρασμένη αλλά πάντα εκφραστική και ευαίσθητη. Στα χρόνια του '60 αραιώνει τις εμφανίσεις της. Το θέατρό της που συνεχίζει να παρουσιάζει επιτυχημένες επιθεωρήσεις που γράφει πάντα ο Μίμης Τραϊφόρος (Γαργάλατα, Άλλος για το Καστρί, Η Αθήνα που έφυγε κι η Αθήνα που ήρθε) σε κάποιες από τις οποίες εμφανίζεται και η ίδια τραγουδώντας κουρασμένα αλλά γοητευτικά ποτ-πουρί των παλιών της επιτυχιών. Εξίσου γοητευτική είναι και σε ένα από τα τελευταία τραγούδια που ηχογράφησε στο τέλος της δεκαετίας του '60, το «Λίγο το φως του μα ακόμα δεν βασίλεψε, ο έρωτάς μας που κι ο έρωτας τον ζήλεψε» του Ζακ Ιακωβίδη. Σχεδόν αυτοβιογραφικοί στίχοι του Τραϊφόρου για τη σχέση του με τη Βέμπο. Όπως είχε δηλώσει ο βιογράφος και πιστός της φίλος Ανδρέας Μαμάης στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη, ο Τραϊφόρος επίσης τη λάτρευε, αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί στους πειρασμούς και αυτό την πλήγωνε όλο και περισσότερο. Μπορεί να ήταν σπουδαίος ποιητής (και μοναδική του μούσα η Βέμπο), ως σύζυγος όμως αποδείχτηκε ανάξιος της σπουδαίας αυτής γυναίκας.

Προς το τέλος
Στα χρόνια της δικτατορίας η Βέμπο πραγματοποιεί ελάχιστες εμφανίσεις, ανάμεσά τους και μια θριαμβευτική αποχαιρετιστήρια συναυλία στο «Παλαί ντε Σπορ» της Θεσσαλονίκης (τελικά εμφανίστηκε άλλες δυο φορές στο θέατρο μετά από αυτή τη συναυλία). Μια από αυτές τις εμφανίσεις όμως δεν της έκανε καλό: σε κάποια επέτειο της δικτατορίας κάνει το λάθος να συμμετάσχει, όπως και άλλοι/ες καλλιτέχνες/ιδες, σε μια χουντική φιέστα στο Καλλιμάρμαρο. Οι συνταγματάρχες θέλουν να εκμεταλλευτούν την ταύτισή της με το έπος του ’40 και τη βάζουν να τραγουδήσει το «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά» πλαισιωμένη από τσολιάδες, στο γνωστό κιτς πνεύμα που θα επικρατούσε σε ανάλογες εκδηλώσεις τα επόμενα έξι χρόνια. Αν και η ίδια δεν συμμετείχε ξανά σε αντίστοιχη φιέστα, η εμφάνιση εκείνη, μαζί με το πολεμικό τραγουδιστικό της προφίλ, οδήγησε σε άδικους συσχετισμούς της Βέμπο με τη χούντα και την άκρα δεξιά (σ’ αυτό συνέτεινε και το ότι ακροδεξιοί οπαδοί συχνά χρησιμοποιούσαν σε πολιτικές συγκεντρώσεις τους τραγούδια της—και πολεμικά και ερωτικά!). Άλλωστε υπήρξαν κι άλλοι καλλιτέχνες που έκαναν το σφάλμα να συμμετάσχουν στη φιέστα της πρώτης επετείου της δικτατορίας (ανάμεσά τους ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Βίκυ Μοσχολιού—οι δυο τους τραγουδούν έναν από τους «ύμνους» της χούντας που γράφτηκαν για την επέτειο—ο Γιώργος Ζαμπέτας, η Μαρινέλλα, η Ρένα Ντορ και, φευ, η Ρένα Βλαχοπούλου—αν και για τις δυο τελευταίες δεν το έχω ακόμα εξακριβώσει, και πρέπει να πω ότι στα σχετικά επίκαιρα που υπάρχουν στο Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο δεν εμφανίζονται σε κάποιο πλάνο) και για κάποιους/ες από αυτούς/ές φαίνεται ότι είναι πιο εύκολο να ξεχαστούν τα λάθη τους—προφανώς και λόγω πρότερου έντιμου βίου. Λίγα χρόνια αργότερα η Σοφία Βέμπο—που το θέατρό της έγινε στόχος επιθέσεων στην περιόδο των Ιουλιανών όταν με την επιθεώρηση Γαργάλατα είχε σαφώς πάρει θέση υπέρ του Γεωργίου Παπανδρέου—δεν θα διστάσει να συγκρουστεί με τον Πατακό και τους ανθρώπους του όταν προσπαθούν να επιβάλουν τη λογοκρισία τους. Και τελικά, στέκεται στο ύψος του ονόματος και της ιστορίας της με την ηρωική της στάση στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, όταν δεν διστάζει να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού της, στη συμβολή των οδών Στουρνάρη και Πατησίων, για να περιθάλψει δεκάδες τραυματισμένων φοιτητών/τριών που έντρομοι/ες καταφεύγουν εκεί. Από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Πολυτεχνείου το μήνυμα φτάνει παντού: «Στο σπίτι της κυρίας Βέμπο, Στουρνάρα 23, έχει στηθεί πρόχειρος σταθμός πρώτων βοηθειών»...

Μετά τη μεταπολίτευση η Σοφία Βέμπο ζει τα τελευταία χρόνια της ζωής της παρέα με τον Τραϊφόρο και με λιγοστούς/ές φίλους/ες, ταλαιπωρημένη σωματικά και ψυχολογικά. Η διάθεσή της βελτιώθηκε για λίγο καιρό όταν ανακοινώθηκε ότι επρόκειτο να γυριστεί ταινία με θέμα τη ζωή της, αλλά το σχέδιο ναυάγησε κι εκείνη βυθίστηκε ξανά στην κατάθλιψη. Μια τηλεοπτική εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού έχει διασώσει, ωστόσο, το ταμπεραμέντο και το κέφι της, ακόμα και σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια, όταν τραγουδάει για χάρη μαθητών/τριών στο σαλόνι του σπιτιού της (και με τη συνοδεία του Ανδρέα Μαμάη στο πιάνο) το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του» και τη «Χωριάτα». Πέθανε το ξημέρωμα της 11ης Μαρτίου 1978. Ο θάνατός της ανακοινώθηκε με έκτακτες εκδόσεις των εφημερίδων και στην κηδεία της, παρόλο που ήταν Καθαρά Δευτέρα, συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου για να αποθεώσει τη μοναδική αυτή γυναίκα και τραγουδίστρια στην τελευταία της αυλαία.

Μετά τον θάνατό της, ο Μίμης Τραϊφόρος ασχολήθηκε με συγκινητική αφοσίωση με την επανέκδοση των ηχογραφήσεών της και τη διατήρηση της μνήμης της. Κάποια στιγμή παντρεύτηκε την εξαιρετική τραγουδίστρια Κρύσταλ Τσίχλα και, όπως έγραφε η Δανάη Στρατηγοπούλου (κάποτε, όταν βρίσκονταν κι οι δυο στη Μάντρα του Αττίκ, παρά λίγο να δημιουργηθεί ειδύλλιο ανάμεσά τους), με τη νέα του γυναίκα νοσταλγούσαν διαρκώς την παλιά... Ο ίδιος ο Τραϊφόρος θυμόταν πάντα με αγάπη τη Ρένα Βλαχοπούλου που τους ένωσαν τόσες επιτυχίες και τόνιζε πάντα ότι η Βλαχοπούλου δεν ξεχνούσε πόσα του όφειλε για τα δυο της ντεμπούτα, το τραγουδιστικό και το υποκριτικό. Κάποια στιγμή θέλησε να του το ανταποδώσει και έτσι ζήτησε από τον Ηλία Μαροσούλη να καλέσει τον μεγάλο επιθεωρησιογράφο για να συμμετάσχει στη συγγραφή της επιθεώρησης που θα ανέβαινε στο «Δελφινάριο» το καλοκαίρι του 1983. Πράγματι ο Τραϊφόρος συνεργάζεται με τον Ναπολέοντα Ελευθερίου και τον Λάκη Μιχαηλίδη και διαπιστώνει ότι πλέον δεν μπορεί να εγκλιμαστιστεί στο νέο πνεύμα και ήθος της επιθεώρησης—ο τίτλος του έργου, Μας πρήξανε τα ούμπαλα, αρκεί για να το διαπιστώσει κανείς... Βλαχοπούλου και Τραϊφόρος συνεχίζουν να συναντιούνται και να επιβεβαιώνουν την αγάπη και την αλληλοεκτίμησή τους σε διάφορες τιμητικές εκδηλώσεις και πρεμιέρες μέχρι τα πρώτα χρόνια του ’90. Στη συνέχεια αντιμετωπίζουν κι οι δυο τους σοβαρά προβλήματα υγείας. Η Ρένα περιορίζεται στο σπίτι της και ο Τραϊφόρος βρίσκεται σε κάποιο οίκο ευγηρίας παραπονούμενος ότι τελικά οι παλιοί του συνεργάτες τον ξέχασαν. Ο πιστός υπηρέτης του θεάτρου και του τραγουδιού, σβήνει τα ξημερώματα της 28ης Μαρτίου 1998, μια μέρα μετά τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου.

Βίρα τις Άγκυρες
Το βράδυ της 28ης Μαρτίου 1998 βρέθηκα στο θέατρο «Κοτοπούλη-Ρεξ», όπου εκείνη τη σεζόν το Εθνικό Θέατρο παρουσίαζε το υπερθέαμα των Θανάση Παπαθανασίου-Μιχάλη Ρέππα και Σταμάτη Φασουλή Βίρα τις άγκυρες, παράσταση που τιμούσε την επιθεώρηση και τους ανθρώπους της. Ο τίτλος της παρέπεμπε στην ιστορική πρώτη παράσταση του θεάτρου «Βέμπο» που άλλαξε την ιστορία του είδους, ενώ δυο από τους χαρακτήρες του έργου παρέπεμπαν στο θρυλικό ζευγάρι Βέμπο-Τραϊφόρος: η τραγουδίστρια Σμάρω Μπιζάνη και ο σύζυγός της και συγγραφέας Μάκης Αλεβίζος. Τους δυο ρόλους έπαιξαν απολαυστικά η Νατάσα Μανίσαλη και ο Νίκος Γαροφάλλου. Ειδικά η Μανίσαλη, ως άλλη Βέμπο, γοήτευε το κοινό τραγουδώντας και σαρώνοντας με την πληθωρική της παρουσία τη σκηνή του «Ρεξ». Εκείνο το βράδυ του Μαρτίου δεν έγινε, βέβαια, καμιά αναφορά στον θάνατο του Τραϊφόρου πριν από την παράσταση, ωστόσο στη σκηνή που η Μπιζάνη/Μανίσαλη/Βέμπο μεταμορφώνεται από τραγουδίστρια της «Ζεχρά» με ανατολίτικη φορεσιά σε τραγουδίστρια του «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά» με παραδοσιακή ελληνική φορεσιά ο κόσμος χειροκρότησε αυθόρμητα, αποτίοντας έτσι έστω και εν αγνοία του φόρο τιμής στον συγγραφέα, ποιητή και στιχουργό. Μπορεί όλος εκείνος ο πατριωτισμός του ’40 να είναι ξεπερασμένος και αδικαιολόγητος σήμερα, ωστόσο η ενθουσιώδης αντίδραση του κοινού όσες φορές είδα την υπέροχη εκείνη παράσταση (αντίδραση που επαναλαμβανόταν και λίγα λεπτά αργότερα με την εμφάνιση ανταρτών στη σκηνή) δείχνει ότι στη συνείδηση του κοινού η παρουσία της Βέμπο, με τη βοήθεια και των στίχων του Τραϊφόρου, είναι καταλυτικά δεμένη με μια σημαντική στιγμή της ελληνικής ιστορίας.

Η Βέμπο γνώρισε την πλατιά αποδοχή όχι μόνο από το μεγάλο κοινό αλλά και από τους/τις συναδέλφους της και τους ανθρώπους της τέχνης γενικότερα. Όλοι/ες μίλησαν και μιλούν με καλά λόγια για εκείνη, από τον Μανώλη Καλομοίρη, τον Αττίκ και τη Δανάη, μέχρι τον Βασίλη Τσιτσάνη, τη Δήμητρα Γαλάνη και τη Μαρινέλλα. Οι δυο τελευταίες τραγούδησαν τραγούδια της και σε δίσκους και σε ζωντανές εμφανίσεις. Η Μαρινέλλα μάλιστα αφιέρωσε έναν ολόκληρο δίσκο της στα τραγούδια της Βέμπο, ενώ η Δήμητρα Γαλάνη μαζί με τη Χαρούλα Αλεξίου τής αφιέρωσαν δυο εξαιρετικές συναυλίες που πραγματοποιήθηκαν στο Ηρώδειο τον Ιούνιο του 2006, στο πλαίσιο του ανανεωμένου Φεστιβάλ Αθηνών, με την επιμέλεια της Λίνας Νικολακοπούλου. Οι πιο πρόσφατες επανεκτελέσεις τραγουδιών της Βέμπο έγιναν από τη Δήμητρα Γαλάνη («Σε μισώ» των Θ. Παπαδόπουλου-Α. Σακελλάριου-Χρ. Γιαννακόπουλου, τραγούδι που η Γαλάνη πρωτοτραγούδησε στο Ηρώδειο και έκλεψε την παράσταση μαζί με τον «Άνθρωπό μου» που ερμήνευσε εντυπωσιακά η Χαρούλα Αλεξίου) και από τον Δώρο Δημοσθένους («Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα» των Κ. Γιαννίδη-Β. Σπυρόπουλου-Π. Παπαδούκα»).

Ωστόσο, το αφιέρωμα αυτό θα ήθελα να το ολοκληρώσω με τους υπέροχους στίχους που έγραψε για τη Βέμπο ο Ηλίας Κατσούλης. Τους μελοποίησε ο Νότης Μαυρουδής και τους τραγούδησε με ευαισθησία ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας στον δίσκο Carte Postale. Ο Κατσούλης κατάφερε να μπει βαθιά μέσα στην ψυχή της Βέμπο και να δώσει ανάγλυφα αυτό που μάλλον συνέβαινε μέσα της τα τελευταία χρόνια της ζωής της: από τη μια ο απόηχος μιας ένδοξης ταύτισης με το έθνος και τον πόλεμο του '40, από την άλλη η αληθινή Σοφία κρυμμένη στο βάθος του χρόνου, να χαμογελά θλιμμένη, αναλογιζόμενη τις αμέτρητες μάχες της προσωπικής της ζωής και τις ατυχίες της...
Άρωμα από δάφνη
Στη νύχτα πάλι χάνεται η μέρα
καπνός σε ασημένια ταμπακέρα
Φλερτάρουν δυο ποτήρια στο τραπέζι
κι εγώ παλιό ραδιόφωνο που παίζει.

Τριαντάφυλλο λικέρ στο μπουκάλι
στων ματιών σου μεθάω τη ζάλη
κι απ' το βάθος του χρόνου κρυμμένη
η Σοφία γελάει δακρυσμένη...

Επέτειος του σαράντα στο σχολείο
Ελλάδος παρελθόν και μεγαλείο.
Γιορτές σαν μουσική στο ίδιο τέμπο
μα πάντα μένει ροκ μόνο η Βέμπο.

Σε ένα άρωμα πικρό από δάφνη
η ψυχή μου ρωτάει κι όλο ψάχνει
αν η τύχη γεννά ατυχία
κι αν η δόξα σημαίνει ευτυχία.

Από παλιό ραδιόφωνο εκπέμπω
τραγούδια με το αίσθημα της Βέμπο
γεμίζει από έρωτα το σπίτι
Γιαννίδη, Τραϊφόρο και Ραπίτη.

Τριαντάφυλλο λικέρ στο μπουκάλι
στων ματιών σου μεθάω τη ζάλη
κι απ' το βάθος του χρόνου κρυμμένη
η Σοφία γελάει δακρυσμένη...


ΠΗΓΕΣ
Οι βιογραφίες της Σοφίας Βέμπο που έγραψαν ο Μίμης Τραϊφόρος και ο Ανδρέας Μαμάης.