Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

Αφιέρωμα στη Δανάη Στρατηγοπούλου στο νέο "Δίφωνο" που μόλις κυκλοφόρησε...


Από χτες βρίσκεται στα περίπτερα το τεύχος 159 του περιοδικού Δίφωνο με πλούσια ύλη και τρία καταπληκτικά CD (μια συλλογή τραγουδιών της Αρλέτας, το θρυλικό άλμπουμ Ζωντανοί στο Κύτταρο, και μια συλλογή τραγουδιών του Georges Brassens). Στο τεύχος αυτό υπάρχει μια απολαυστική συνέντευξη της Αρλέτας στον Αντώνη Μποσκοϊτη--η πρώτη συνέντευξη που έδωσε η Αρλέτα μετά τη σοβαρή περιπέτεια της υγείας της, από την οποία βγήκε ευτυχώς νικήτρια. Ακόμα θα διαβάσετε συνεντεύξεις των Μανώλη Λιδάκη και Παντελή Θαλασσινού (τους οποίους βλέπετε και στο εξώφυλλο) που μιλούν για τη νέα τους δισκογραφική συνάντηση αλλά και των Τάνιας Τσανακλίδου και Μάρθας Φριντζήλα που μιλούν για τις παραστάσεις που δίνουν με πολύ μεγάλη επιτυχία στο "Μετρό" (αυτόν τον καιρό μπορείτε να κάνετε κράτηση στο "Μετρό" για το τέλος Μαρτίου μόνο...). Υπάρχει επίσης μια συνέντευξη της Βικτωρίας Ταγκούλη και του Χρίστου Θεοδώρου, δυο εξαιρετικών παιδιών που γνωρίσαμε χάρη στη Σπείρα-Σπείρα και τον Σταμάτη Κραουνάκη. Μπορείτε να διαβάσετε και άλλες πολύ ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις της Αγαθής Δημητρούκα, του Γιώργου Καζαντζή και του Παντελή Αμπαζή, καθώς και μια πολύ ενδιαφέρουσα εργασία του Ηρακλή Οικονόμου (Μουσικά Προάστια) για τη συμπόρευση Ελλήνων ζωγράφων και μουσικών στα εξώφυλλα δίσκων.

Τέλος, στο τεύχος αυτό θα διαβάσετε ένα κείμενο που έγραψα για τη μεγάλη μας Δανάη Στρατηγοπούλου. Πρόκειται για ένα αφιέρωμα στη ζωή και το μουσικό έργο της Δανάης (λόγω έλλειψης χώρου γίνονται αναγκαστικά μόνο σύντομες αναφορές στο ποιητικό και το μεταφραστικό της έργο). Το κείμενο επρόκειτο αρχικά να συνοδεύεται και από μια συνέντευξη που μου παραχώρησε η κόρη της Δανάης, η σημαντική τραγουδοποιός και ποιήτρια Λήδα Χαλκιαδάκη, αλλά λόγω της επαναφοράς του παλιού, "μικρού" σχήματος του περιοδικού, χρειάστηκε να γίνει περικοπή της ύλης και η συνέντευξη δεν στάθηκε δυνατό να δημοσιευτεί. Ελπίζω όμως ότι σύντομα θα μπορέσω να σας την παρουσιάσω, γιατί η Λήδα έχει να μοιραστεί μαζί μας πολύτιμες αναμνήσεις από τη ζωή της με τη μητέρα της, τον πατέρα της Γιώργο Χαλκιαδάκη αλλά και τη θεία της, τη Μίρκα Στρατηγοπούλου, που έφυγε επίσης πριν από λίγες μέρες.
Να σημειώσω τέλος ότι το κείμενό μου για τη Δανάη συνοδεύεται από εξώφυλλα βιβλίων της Δανάης και "μουσικών τεμαχίων" από το αρχείο μου αλλά και από δυο σπάνια ντοκουμέντα που είχε την καλοσύνη να μου παραχωρήσει η Λήδα Χαλκιαδάκη (και δυστυχώς μαζί με τη συνέντευξη χάθηκε και η σχετική αναφορά στο όνομά της): μια οικογενειακή φωτογραφία της Δανάης με τον σύζυγό της Γιώργο Χαλκιαδάκη και τη Λήδα μωρό λίγων μόλις μηνών, καθώς και την πρώτη σελίδα από ένα βιβλίο που χάρισε η Δανάη στον σύζυγό της, στην οποία υπάρχει η ιδιόχειρη αφιέρωσή της στον Γιώργο Χαλκιαδάκη αλλά και ένα σχόλιο του Χαλκιαδάκη για τη... διακόσμηση της μικρής Λήδας στο εξώφυλλο του βιβλίου. Θέλω να ευχαριστήσω και από εδώ την κυρία Λήδα Χαλκιαδάκη για τα ντοκουμέντα αυτά και για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε. Και βέβαια να ευχαριστήσω το Δίφωνο που φιλοξενεί αυτό το αφιέρωμα και τον καλό φίλο και συν-blogger Αντώνη Μποσκοίτη που είναι ο βασικός υπεύθυνος για αυτή τη συνεργασία μου με το περιοδικό.

Έφυγε και η Μίρκα Στρατηγοπούλου

Στις 26 Φεβρουαρίου, ακριβώς 40 μέρες μετά το φευγιό της μεγάλης μας Δανάης Στρατηγοπούλου (18/1/2009), έφυγε, σε ηλικία 86 ετών, και η αδελφή της, η Μίρκα Στρατηγοπούλου, η οποία ζούσε τα τελευταία χρόνια στο Παρίσι.

Η Μίρκα Στρατηγοπούλου ήταν μια σπουδαία μουσική προσωπικότητα που δυστυχώς ελάχιστα γνωρίζουμε στην Ελλάδα. Σε εφηβική ακόμα ηλικία ξεκίνησε να τραγουδά πλάι στην κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερη αδελφή της. Με το ψευδώνυμο "Μίρκα Στρέη" ηχογράφησε γύρω στα δέκα τραγούδια, τα πιο πολλά σε ντουέτο με τη Δανάη ("Φεύγα αφού δεν μ' αγαπάς", "Χάιδω", "Μελαγχολία" κ.ά.). Μετά από αυτό το σύντομο πέρασμα από το ελαφρό ελληνικό τραγούδι, η Μίρκα Στρατηγοπούλου ακολούθησε πολύ πιο σοβαρά μονοπάτια στον χώρο της τέχνης. Παράλληλα με τις μουσικές της σπουδές (ήταν σπουδαία φλαουτίστα--έπαιζε flauta dulce), σπούδασε και χορό στη σχολή Νίκολς. Μετά τον πόλεμο βρέθηκε στη Χιλή όπου έζησε για 30 περίπου χρόνια. Όπως μας πληροφορεί η τραγουδοποιός και ποιήτρια Λήδα Χαλκιαδάκη, κόρη της Δανάης, η Μίρκα Στρατηγοπούλου δημιούργησε την έδρα Ρυθμολογίας στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της χιλής, στο Σαντιάγο. Επίσης, έπαιζε flauta dulce και viola da gampa στο Conjunto de musica antigua, μουσικό συγκρότημα που ήταν διάσημο στη Λατινική Αμερική και εμφανίστηκε μάλιστα και στο Ηρώδειο το 1965. Η Μίρκα Στρατηγοπούλου δημοσίευσε στη Χιλή μουσικολογικές μελέτες καθώς και μεθόδους εκμάθησης flauta dulce.


Η Μίρκα Στρατηγοπούλου (δεξιά) με τη Δώρα Βλαστού, συμμαθήτριά της στη σχολή Νίκολς: οι δυο τους παρουσίασαν, μεταξύ άλλων, και την "Ηχώ", ένα μικρό χορευτικό κομμάτι του Νίκου Σκαλκώτα.

Η Μίρκα στάθηκε η αφορμή να γνωρίσει η Δανάη Στρατηγοπούλου τη Χιλή και τον Πάβλο Νερούδα. Το 1966 η Δανάη επισκέφτηκε τη Μίρκα για πρώτη φορά στη Χιλή και έτσι γνώρισε από κοντά τον σπουδαίο ποιητή, ενώ την επόμενη χρονιά, μετά την κήρυξη της δικτατορίας, η Δανάη αυτοεξορίστηκε στη Χιλή και εκεί εργάστηκε με ζήλο για να προσφέρει απλόχερα τον λατινοαμερικάνικο πολιτισμό στην Ελλάδα (μέσα από τις μεταφράσεις της) αλλά και τον ελληνικό πολιτισμό στη Χιλή (μέσα από το διδακτικό της έργο στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο).

Οι δυο αδελφές μπορεί να ζούσαν χωριστά για πολλά χρόνια, αλλά επικοινωνούσαν τακτικά και νοιάζονταν η μια την άλλη. Είδα από κοντά την έγνοια της Δανάης για τη μικρούλα αδελφή της, πριν από λίγα χρόνια, όταν η Μίρκα, μια ευγενική γοητευτική κυρία με γκρίζα μαλλιά, επισκέφτηκε για τελευταία φορά την Ελλάδα. Η Δανάη εξέφρασε και ποιητικά την αγάπη της για τη Μίρκα στο ποίημά της "Η Μίρκα κι εγώ":

Έχει αδελφή η νύχτα; Δεν έχει. Γι' αυτό με ζηλεύει.

Η σορός της Μίρκας Στρατηγοπούλου θα φτάσει στην Αθήνα την Πέμπτη και από το Σάββατο 7 Μαρτίου οι δύο αδελφές θα αναπαύονται η μία πλάι στην άλλη στον οικογενειακό τάφο των Στρατηγόπουλων στο Α΄ Νεκροταφείο.

Αποχαιρετούμε τη Μίρκα Στρατηγοπούλου ακούγοντας τη Δανάη Στρατηγοπούλου να τραγουδά "Ξεκίνησα, Μίρκα, να 'ρθω να σε βρω", ένα αυτοβιογραφικό τραγούδι της Δανάης από τον δίσκο Danae canta a Neruda, ο οποίος κυκλοφόρησε στη Χιλή το 1972 και περιλαμβάνει οκτώ τραγούδια σε ποίηση Νερούδα και μουσική Δανάης και τέσσερα τραγούδια σε μουσική και στίχους της Δανάης.

Μόνο που τούτη τη φορά ξεκίνησε η Μίρκα για να 'ρθει να βρει τη Δανάη και να πορευτούν, αχώριστες πια, σε ένα "δρόμο μακρύ, δίχως άκρη".

Καλό τους ταξίδι.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

Έρωτες μιας άλλης εποχής...

Τέτοια μέρα που μας κατακλύζουν (χαζο)μηνύματα, (χαζο)διαφημίσεις, (χαζο)δώρα για τον έρωτα και τον άγιό του, εγώ βρίσκω την ευκαιρία να σας μιλήσω και πάλι για τη Ρένα Βλαχοπούλου και τους έρωτές της...

Βαθιά ερωτική γυναίκα, από ό,τι λένε όσοι/ες τη γνώριζαν καλά, τραγούδησε μοναδικά τον έρωτα σε όλη της την καριέρα και τον "κορόιδεψε" απολαυστικά αρκετές φορές στις ταινίες της μέσα από τους ρόλους μεγαλοκοπέλας που την καθιέρωσαν στο σινεμά--ρόλοι που συχνά είχαν μια πολύ ανθρώπινη και συγκινητική διάσταση, όταν συνειδητοποιούσε ότι εκείνη δεν την ήθελαν (Ζητείται επειγόντως γαμπρός, Ραντεβού στον αέρα), κάποιες φορές "ούτε στα ψέματα" (Κάτι να καίει).

Στην πραγματικότητα τη Ρένα Βλαχοπούλου την ήθελαν πολύ πολλοί! Αγαπήθηκε και αγάπησε πολύ, σε μια εποχή βέβαια που όλα αυτά γίνονταν πολύ πιο διακριτικά και τα έντυπα δεν κυνηγούσαν τις διασημότητες και δεν ασχολούνταν με τους έρωτές τους. Ή τουλάχιστον δεν ασχολούνταν τόσο όσο σήμερα.

Διότι σκαλίζοντας κατοχικές εφημερίδες, ανακάλυψα ότι ακριβώς πριν από 66 χρόνια, τον Φεβρουάριο του 1943, όταν ο Άγιος Βαλεντίνος ήταν κάτι άγνωστο στην Ελλάδα και όταν οι καλλιτεχνικοί έρωτες θα 'λεγε κανείς ότι δεν ήταν μια προτεραιότητα στην καθημερινότητα ενός βασανιζόμενου λαού, ένας τέτοιος έρωτας απασχόλησε την καλλιτεχνική στήλη της Βραδυνής.

Με ιδιαίτερην συγκίνησιν επληροφορήθησαν οι θεατρικοί κύκλοι την εξαφάνισιν γνωστοτάτης ντιζέζ η οποία κατέκτησε τελευταίως το Αθηναϊκόν κοινόν με τα ρυθμικά της τραγούδια και η οποία επανεμφανίσθη χθες από σκηνής μετά τριήμερον απουσίαν.

Λέγεται ότι η "βασίλισσα της τζαζ" απήχθη από τον νεαρόν υιόν αποθανόντος τραπεζίτου ο οποίος υπήρξε και εις εκ των ιδρυτών του Φαληρικού Ιπποδρόμου.

Ίσως βέβαια αυτές οι... δραστηριότητες να ήταν προνόμιο ανθρώπων που στην Κατοχή είχαν μια διαφορετική οικονομική άνεση, αλλά όπως και να 'χει, νομίζω ότι είναι ένα πολύ ενδιαφέρον δημοσίευμα που προφανώς αναφέρεται στη Ρένα Βλαχοπούλου, η οποία λίγο καιρό πριν είχε πάρει διαζύγιο από τον πρώτο της σύζυγο, τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Κώστα Βασιλείου, και λίγο καιρό μετά παντρεύτηκε τον δεύτερό της σύζυγο, τον τραπεζίτη Γιάννη Κωστόπουλο--γάμος που επίσης κατέληξε σε διαζύγιο λίγα χρόνια αργότερα.

Ο μεγάλος έρωτας της Ρένας Βλαχοπούλου αποδείχτηκε πως ήταν ο τρίτος της σύζυγος, ο υπέροχος Κύριος Γιώργος Λαφαζάνης, τον οποίο γνώρισε το 1965 και παντρεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 1967 (ο γάμος τους αποτέλεσε μεγάλο κοσμικό γεγονός της εποχής). Έμειναν μαζί αγαπημένοι ως το τέλος της ζωής της (2004). Ο Γιώργος Λαφαζάνης, ευγενέστατος και πνευματώδης επιχειρηματίας, τη φρόντισε με συγκινητική αφοσίωση και την προστάτεψε από κάθε ταλαιπωρία και αδιακρισία στα δύσκολα τελευταία χρόνια της. Του στέλνουμε την αγάπη μας και του ευχόμαστε να είναι καλά.



Ωστόσο, πριν από τον μεγάλο αυτόν έρωτα, η Ρένα Βλαχοπούλου είχε κι άλλους δεσμούς, αφού, όπως ομολογούσε ευθαρσώς στον Νίκο Χατζηνικολάου το 1994, "Αγάπησα και ξανααγάπησα και ξανααγάπησα, ήμουνα λίγο ρομαντική και ερωτιάρα..." Ένας μακροχρόνιος δεσμός της με κάποιον στρατιωτικό ("Με ζήλευε αφόρητα..." δήλωνε σε άλλες συνεντεύξεις της με τον απολαυστικό της τρόπο η ανεπανάληπτη Ρένα) είχε γίνει αρκετά γνωστός στο κοινό της Αθήνας και γι' αυτόν τον λόγο προφανώς ο συγγραφέας Δημήτρης Γιαννουκάκης τόλμησε να τον σχολιάσει στη σειρά των τετράστιχων "σατιρικών πορτραίτων" του που δημοσίευσε στην καλλιτεχνική στήλη των Νέων το 1956.
Τραγουδίστρια Κερκυραία
κι ενώ γύρω της μοιραία

τάγμα θαυμαστών υπάρχει
προτιμά τον... ταγματάρχη!
Με αυτές τις διακριτικές... αδιακρισίες μιας άλλης εποχής σας αφήνω να χαρείτε τους δικούς σας έρωτες, σήμερα και κάθε μέρα, όπως εσείς επιθυμείτε, διακριτικά ή... αδιάκριτα!

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

Μουσικό απόγιομα στην Κέρκυρα...

Πριν από λίγο καιρό, ανακάλυψα το blog Τα εφτάνησα που ανήκει στον Ντένη Κονταρίνη, κεφαλλονίτη δημοσιογράφο που μεγάλωσε στην Κέρκυρα και πλέον ζει στις ΗΠΑ. Ο κ. Κονταρίνης ήταν παρών στην πρώτη επαγγελματική εμφάνιση της Ρένας Βλαχοπούλου στην Κέρκυρα και κατέγραψε τις αναμνήσεις του από κείνη τη βραδιά σε ένα γλυκό κείμενο που, με την άδειά του, μεταφέρω από το blog του στο blog μου:

ΜΟΥΣΙΚΟ ΑΠΟΓΙΟΜΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ
Γιά την Ελλάδα η μουσική έχει γεννηθεί στην Κέρκυρα. Είναι ίσως το μόνο νησί , από τα υπόλοιπα του εφτανησιακού συγκροτήματος, που δέχτηκε γιά περισσότερα χρόνια την κατοχή των Ενετών και η πολιτιστική και καλλιτεχνική επίδραση ήταν καθοριστική.



Κείνη την εποχή που η Μοίρα, μου χάρισε την ευκαιρία να ζήσω γιά δεκαπέντε χρόνια στο νησί των Φαιάκων, δεν υπήρχε Κερκυραίος, που να μην είχε κάποια σχέση με την μουσική. Όλα τα παιδιά από την ηλικία των οκτώ ετών και πάνω θα έπρεπε να πάρουν μαθήματα μουσικής, να μάθουν κάποιο όργανο.



Από τούτον τον κανόνα δεν κατάφερα να ξεφύγω κι εγώ, όπου γιά κάποια χρόνια έπαιρνα μαθήματα βιολιού. Βέβαια Παγκανίνι δεν έγινα αλλά πολλές φορές δημόσια γρατσούνιζα τις χορδές προκαλώντας κάποιες ανατριχίλες. Γι΄αυτό και κάποια στιγμή το βιολί μπήκε σε κάποιο μπαούλο και από τότε αγνοείται η τύχη του.

Αυτή λοιπόν ήταν η μουσική κατάσταση στην Κέρκυρα κείνης της εποχής όταν κάποια μέρα ανακοινώθηκε ότι μιά νεαρή τραγουδίστρια, Κερκυραία, θα έκανε την εμφάνισή της στο καφενείο του Παπαφλωράτου, που βρισκόταν - και βρίσκεται ακόμη και σήμερα - στον ιστορικό δρόμο των Λιστών. Κομματάκι δύσκολο γιά μιά περιορισμένη κοινωνία κείνης της εποχής να βγει μιά κοπέλλα στο παλκοσένικο. Η Κέρκυρα όμως από μουσική παράδοση κάτι τέτοια τα ξεπερνούσε. Ήταν κάποια καλοκαιριάτικη Kυριακή του 1937-38 δεν θυμάμαι ακριβώς, που προγραμματίστηκε να γίνει αυτή η μεγάλη γιά την Κέρκυρα γιορτή. Μεγάλο το γεγονός, αφού τότε σε όλο το νησί, δεν είχαμε τίποτε άλλο από ένα κινηματογράφο και τα κονσέρτα που έδιναν οι δυό φιλαρμονικές τα καλοκαιρινά βράδυα στην εξέδρα της Απάνω Πλατείας.

Από νωρίς την Κυριακή λοιπόν η κίνηση ήταν μεγάλη στον χώρο που βρισκόταν το καφενείο του Παπαφλωράτου. Ο τόπος καθαρίστηκε, τραπέζια και καρέκλες απλώθηκαν, στήθηκε κι΄ένα μικρό παλκοσένικο στην άκρη της πλατείας Σπιανάδα. Μέσα στην πλατεία, όσοι ήθελαν να αποφύγουν τα έξοδα του καφενείου έφεραν τις δικές τους καρέκλες και τα σκαμνάκια τους και γέμισε ο χώρος από ένα πολύχρωμο και πολύβουο πλήθος.

Εμείς οι πιτσιρικάδες, ένα κοπάδι αμέτρητο, πιάσαμε προεδρικές θέσεις γύρω από το παλκοσένικο. Λόγω .....καλού χαρακτήρος όμως δεν μας άφησαν γιά πολύ εκεί. Όμως εμείς με κάποια τεχνάσματα καταφέρναμε πάντοτε να είμαστε όσο γίνεται πιό κοντά.

Όλοι περίμεναν με αγωνία. Και ήρθε η στιγμή. Πρώτα βγήκε η ορχήστρα, έπαιξε κάποια τραγούδια και μετά ανακοινώθηκε η εμφάνιση της τραγουδίστριας.



Η κοπέλλα που βγήκε ήταν μιά πολύ όμορφη δεσποινιδούλα. Ντυμένη απλά έμοιαζε να ζει την αγωνία της πρώτης εμφάνισης. Δεν φαινόταν πάρα πάνω από δεκάξη με δεκαεφτά χρόνων. Κάπως δειλή σαν γιά πρώτη φορά, υποκλήθηκε και άρχησε ένα ωραίο νοσταλγικό τραγούδι. Η φωνή της ήταν υπέροχη. Επιβλητική. Γεμάτη μελωδία. Σαν τέλειωσε το τραγούδι όλη η πλατεία, οι άνθρωποι που κάθονταν στα τραπεζάκια του καφενείου, ακόμη κι΄εμείς οι πιτσιρικάδες ξεσπάσαμε σε χειροκροτήματα και φωνές. Είπε κι΄άλλα τραγούδια η κοπέλλα. Και κάποια στιγμή όλοι εμείς τραγουδούσαμε μαζύ της και την χειροκροτούσαμε. Ήταν ένας θρίαμβος γι΄αυτήν. Μιά αποθέωση από ένα κοινό, που από παράδοση ήξερε να εκτιμάει το καλό τραγούδι. Ρένα Βλαχοπούλου την λέγαν κείνη την κοπέλλα.

Πέρασαν τα χρόνια. Νεαρός βρέθηκα στο χώρο του ελληνικού κινηματογράφου με την ειδικότητα του βοηθού σκηνοθέτη. Σε κάποια από τις ταινίες που γυρίζαμε βρήκα πρωταγωνίστρια τη Ρένα. Σ΄ένα διάλλειμα του γυρίσματος της θύμησα κείνο το καλοκαιρινό απόγιομα στην Κέρκυρα. Ξαφνιάστηκε. Μου έπιασε τα χέρια και με κοίταξε στα μάτια.

-Ήσουν εκεί; με ρώτησε.

Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Έμεινε σιωπηλή με τα μάτια χαμηλωμένα και τη σκέψη της χαμένη σε κείνη την πρώτη της εμφάνιση.

Οι φωτογραφίες της Ρένας προέρχονται από το βιβλίο Βίβα Ρένα των εκδόσεων Άγκυρα (2002).

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009

70 χρόνια Ελληνική Ραδιοφωνία στο Ζάππειο: η τελευταία σας ευκαιρία...

Τελευταία ευκαιρία για όσους/όσες θέλουν να επισκεφτούν ή να ξαναεπισκεφτούν την υπέροχη έκθεση με θέμα τα 70 χρόνια της Ελληνικής Ραδιοφωνίας που έστησαν με πολύ μεράκι οι άνθρωποι της ΕΡΤ τον Δεκέμβριο. Η επιτυχία της έκθεσης ήταν μεγάλη και έτσι η λειτουργία της παρατείνεται μέχρι και την Κυριακή 8 Φεβρουαρίου. Εάν δεν πήγατε ακόμα, σας συνιστώ να μην τη χάσετε.



Είναι μια μοναδική ευκαιρία να δείτε μηχανήματα από τα πρώτα χρόνια του ελληνικού ραδιοφώνου. Να κάνετε ένα γοητευτικό ταξίδι στην ελληνική ιστορία των τελευταίων 7ο χρόνων μέσα από πλούσιο φωτογραφικό υλικό αλλά και ηχητικά ντοκουμέντα που το συνοδεύουντα ακούτε από μια συσκευή ΜΡ3 που προμηθεύεστε στην είσοδο της έκθεσης. Μπορείτε να ακούσετε τον Ιωάννη Μεταξά, το διάγγελμα του Γεωργίου Παπανδρέου στην Απελευθέρωση, ντοκουμέντα από την περίοδο της δικτατορίας και πολλά ακόμα.



Εάν δεν σας τραβούν τα πολιτικά γεγονότα και προτιμάτε τις τέχνες, θα μείνετε επίσης ικανοποιημένοι, γιατί θα δείτε πλούσιο φωτογραφικό υλικό που αφορά θεατρικές και μουσικές εκπομπές της ραδιοφωνίας μας. Φωτογραφίες από ηχογραφήσεις θεατρικών έργων και εκπομπών λόγου--σε αρκετές περιπτώσεις έχετε ευκαιρία να ακούσετε στο ΜΡ3 απόσπασμα από την αντίστοιχη εκπομπή! Περισσότερα από 30 αποσπάσματα θεατρικών έργων, αλλά και δυο συγκινητικές ηχογραφήσεις της Μαρίκας Κοτοπούλη: στην πρώτη δίνει τις ευχές της για τα τρία χρόνια της εκπομπής Το θέατρο στο μικρόφωνο του Αχιλλέα Μαμάκη, ενώ στη δεύτερη μιλά για τον σεισμό της Κεφαλλονιάς, το 1953.



Θα δείτε επίσης αντικείμενα που χρησιμοποιούνταν στις ηχογραφήσεις των θεατρικών έργων (2 σκαλοπάτια για τον ήχο της σκάλας, πόρτα και παράθυρο για τα αντίστοιχα ηχητικά εφέ και αρκετά αντικείμενα ακόμα).



Αν προτιμάτε τις μουσικές εκπομπές, πάλι θα μείνετε ικανοποιημένοι/ες. Στο ΜΡ3 υπάρχουν ηχογραφήσεις με την ορχήστρα του ΕΙΡ (πχ. η Ευγενία Συριώτη τραγουδάει τον "Κυρ-Αντώνη" του Μάνου Χατζιδάκι), αποσπάσματα από συνεντεύξεις με ανθρώπους όλων των εποχών και ειδών της ελληνικής μουσικής (από την Τζίνα Μπαχάουερ και τον Χρήστο Χαιρόπουλο μέχρι τη Δήμητρα Γαλάνη και τη Δόμνα Σαμίου). Ακόμα θα ακούσετε αποσπάσματα από παιδικές εκπομπές (τη θρυλική "θεία Λένα" Αντιγόνη Μεταξά), αθλητικές εκπομπές αλλά και άλλα σπάνια αποσπάσματα: τον Οδυσσέα Ελύτη να κάνει δηλώσεις στο αεροδρόμιο της Στοκχόλμης λίγο πριν παραλάβει το Νόμπελ Λογοτεχνίας, θρυλικές εκπομπές με τον Γιώργο Οικονομίδη, τη "Νίνα" και τον "Νικολάκη", ραδιοφωνικά σίριαλ όπως η Πικρή μικρή μου αγάπη... Η αλήθεια είναι ότι αν θέλετε να ακούσετε και τα 199 αποσπάσματα που υπάρχουν στο ΜΡ3, πρέπει να παραμείνετε στο Ζάππειο γύρω στις 4 ώρες...



Στην έκθεση υπάρχουν πολλά εξώφυλλα από το περιοδικό Ραδιοπρόγραμμα (τον πρόγονο της Ραδιοτηλεόρασης) με φωτογραφίες αγαπημένων ηθοποιών και τραγουδιστών/τριών. Εξώφυλλα δίσκων και παρτιτούρες, αλλά και δίσκους με κομμάτια σελοτέηπ (που αχρήστευαν τους δίσκους που δεν ενέκρινε η λογοκρισία...). Θα δείτε ακόμα φωτογραφίες από τους τοπικούς σταθμούς της ΕΡΑ σε όλη την Ελλάδα και τέλος θα πάρετε μια γεύση από το ψηφιακό μέλλον, τις νέες τεχνολογίες του ραδιοφώνου...



Με την ευκαιρία της έκθεσης εκδόθηκαν δυο τόμοι που διατίθενται στο Ζάππειο, αλλά και σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία. Ο πρώτος τιτλοφορείται 70 χρόνια Ελληνική Ραδιοφωνία και αφορά αποκλειστικά το ραδιόφωνο. Στις σελίδες του θα βρείτε μεγάλο μέρος του υλικού που θα δείτε και στην έκθεση του Ζαππείου καθώς και τις γραπτές μαρτυρίες ανθρώπων που δούλεψαν στο ραδιόφωνο από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του μέχρι τα πιο πρόσφατα. Ο τόμος συνοδεύεται από ένα CD που περιέχει κάποια από τα αποσπάσματα που ακούτε και στο ΜΡ3 της έκθεσης αλλά και άλλα αποσπάσματα από το αρχείο της ΕΡΑ. Ο δεύτερος τόμος έχει τον τίτλο Ραδιοτηλεόραση: 40 χρόνια αποτυπώματα ραδιοφωνικής και τηλεοπτικής ιστορίας είναι ένα αφιέρωμα στα 2000 τεύχη της Ραδιοτηλεόρασης. Αν και είναι ακριβότερος από την έκδοση 70 χρόνια Ελληνική Ραδιοφωνία, είναι πολύ κατώτερός της. Τα στοιχεία που παρατίθενται σε διάφορες σελίδες του είναι ελλιπή και, κάποιες φορές, λανθασμένα ενώ αδικαιολόγητα μεγάλος αριθμός σελίδων απλώς αναδημοσιεύει αποσπάσματα από συνεντεύξεις ή παρουσιάζει τις ευχές γνωστών προσωπικοτήτων της πολιτικής, της τέχνης και των ΜΜΕ για το μέλλον της Ραδιοτηλεόρασης. Εφόσον γιορτάζονται τα 70 χρόνια της ΕΡΑ, θα έπρεπε η έκδοση να αφορά είτε το Ραδιοπρόγραμμα είτε να επικεντρώνεται περισσότερο στο ραδιόφωνο και λιγότερο στην τηλεόραση...

Αλλά ας αφήσουμε τις γκρίνιες και ας επιστρέψουμε στην αγαπημένη μούσα του blog. Η Ρένα Βλαχοπούλου είναι φυσικά "παρούσα" στον εορτασμό των 70 χρόνων Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Ας μην ξεχνάμε ότι η Ρένα από τα πρώτα χρόνια της καριέρας της τραγουδούσε σε εκπομπές του Ραδιοφωνικού Σταθμού και το αρχείο της ΕΡΑ έχει πολλά "διαμάντια" με τη φωνή της, ηχογραφήσεις τραγουδιών με τη συνοδεία της ορχήστρας ελαφράς μουσικής του ΕΙΡ (και μας χαρίζει κάθε τόσο ο Σιδερής Πρίντεζης μέσα από τις εκπομπές του στο "Δεύτερο"). Ένα από αυτά τα διαμάντια μάλιστα υπάρχει και στο CD που συνοδεύει τον τόμο 70 χρόνια ΕΡΑ: πρόκειται για μια σπάνια ηχογράφηση του τραγουδιού των Μίμη Πλέσσα-Βαγγέλη Γκούφα "Γελά γαλάζιος ουρανός" που ακουγόταν από τη φωνή της Ρένας Βλαχοπούλου στην ταινία Κορίτσια για φίλημα. Σ' αυτή την ηχογράφηση τη Ρένα συνοδεύει ο Γιάννης Βογιατζής και ο συνδυασμός των φωνών τους δίνει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα (να πούμε εδώ ότι το διαμάντι αυτό μας είχε προσφέρει εδώ και πολύ καιρό ο ανεξάντλητος desmich, αλλά η ηχογράφηση του CD της ΕΡΑ είναι καλύτερη).



Ρένα Βλαχοπούλου όμως υπάρχει και στο ΜΡ3 της Έκθεσης. Αρχικά μπορείτε να ακούσετε τον Γιάννη Σπάρτακο να μιλάει για την καριέρα του (άρα και για τη Ρένα) στη Σοφία Μιχαλίτση και την Έφη Μεταλλινού, ενώ υπάρχει ένα απόσπασμα και από τη ραδιοφωνική προσαρμογή του βιβλίο του Κώστα Ταχτσή Το τρίτο στεφάνι. Εκτός από το απόσπασμα, στην Έκθεση υπάρχει και μια φωτογραφία από τις δοκιμαστικές ηχογραφήσεις (παρούσα και η Γεωργία Βασιλειάδου) αλλά και η επιστολή που έγραψε ο ίδιος ο Ταχτσής σχετικά με την προσαρμογή αυτή (και πρωτοδημοσιεύτηκε τον περασμένο Σεπτέμβρη στην Athens Voice μαζί με το κείμενο του Παυριανού που αναδημοσιεύσαμε εδώ στο blog).



Και η φωτογραφία και η επιστολή βρίσκονται μέσα στον τόμο 70 χρόνια ΕΡΑ, μαζί με ένα κείμενο του Γιώργου Παυριανού (που ήταν ο διασκευαστής και σκηνοθέτης του ραδιοφωνικού Τρίτου στεφανιού). Ο Παυριανός θυμάται, με το γνωστό απολαυστικό του ύφος, τις εμπειρίες του στο Τρίτο Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι.



Ένα μέρος του κειμένου αφορά το Τρίτο στεφάνι και μπορούμε να πούμε ότι συμπληρώνει το κείμενο που είχε γράψει ο ίδιος τον Σεπτέμβρη για την Athens Voice. Αναδημοσιεύω ένα απόσπασμα που "λείπει" από το κείμενο της Athens Voiceκαι σίγουρα είναι σημαντικό να τη διαβάσουμε εδώ στο blog:

Σκέφτηκα τη Ρένα Βλαχοπούλου. Ο Ταχτσής την ήθελε και δεν την ήθελε. Ενημέρωσα τον Χατζιδάκι, η ιδέα του άρεσε, έπρεπε τώρα να βρεθεί η Εκάβη.

Είναι καλοκαίρι. Το "Τρίτο Στεφάνι" μεταδίδεται κανονικά, η Ρένα είναι εξαιρετική και η Σμάρω Στεφανίδου που παίζει την Εκάβη είναι συγκλονιστική.


Μια σύντομη αναφορά στο Τρίτο στεφάνι και τη Ρένα Βλαχοπούλου κάνει και ο Γιώργος Τσάμπρας στο κείμενό του "Radiomnimes", ενώ, τέλος, η Ρένα είναι παρούσα στον τόμο και μέσα από ένα εξώφυλλο του Ραδιοπρογράμματος που δυστυχώς δεν εκτίθεται στο Ζάππειο μαζί με τα υπόλοιπα εξώφυλλα. Ωστόσο αποζημιωνόμαστε από το μέγεθός τουείναι πολύ μεγαλύτερο από τα άλλα εξώφυλλα που υπάρχουν μέσα στην έκδοση.



Με αφορμή την Έκθεση αυτή ο Σταύρος Στρατηγάκος γύρισε μια σειρά έξι εκπομπών με τίτλο Κλείσε τα μάτια για να δεις, η οποία προβλήθηκε από την ΕΤ1 την πρώτη βδομάδα της Έκθεσης, αλλά προβάλλεται και στις ώρες λειτουργίας της στην Αίθουσα Παραστάσεων του Ζαππείου. Στις εκπομπές αυτές μίλησαν αρκετοί/ές πρωτεργάτες/τριες της Ελληνικής Ραδιοφωνίας αλλά και καλλιτέχνες/ιδες (ανάμεσά τους και η γλυκύτατη Κυρία Στέλλα Γκρέκα) και παρουσιάστηκαν σπάνια ντοκουμέντα.



Επίσης, από την αρχή της σεζόν, το Δεύτερο Πρόγραμμα μεταδίδει κάθε Σάββατο, σε επιμέλεια του Σιδερή Πρίντεζη (και αμέσως μετά την εκπομή του Πάμε σαν άλλοτε, της οποίας η διάρκεια δυστυχώς μειώθηκε), αποσπάσματα από σπάνιες μουσικές και θεατρικές εκπομπές του αρχείου της ΕΡΑ. Έτσι μας δίνεται η δυνατότητα να ακούμε πού και πού σπάνιες ραδιοφωνικές ερμηνείες της Ρένας Βλαχοπούλου αλλά και πολλά ακόμα ραδιοφωνικά διαμάντια--το ερχόμενο Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου, θα μεταδοθούν ραδιοφωνικές ηχογραφήσεις της μεγάλης Δανάης Στρατηγοπούλου καθώς και αποσπάσματα από συνεντεύξεις της.

Και μετά την Έκθεση τι θα ακολουθήσει; Ελπίζουμε ότι η ΕΡΑ θα αποφασίσει να εκμεταλλευτεί το αρχείο της και να μας προσφέρει τις σπάνιες ηχογραφήσεις του (και αναφέρομαι κυρίως στα τραγούδια που ηχογραφήθηκαν στους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου, γιατί θεατρικά, δόξα το Θεό, έχουν δοθεί πολλά) είτε μέσα από τα CD της Ραδιοτηλεόρασης είτε στο διαδίκτυο. Θα τολμούσα να πω και σε CD που θα κυκλοφορούν στο εμπόριο, αλλά, με την κρίση της δισκογραφίας και της αγοράς γενικότερα, αυτό μοιάζει εξαιρετικά απίθανο πλέον. Ωστόσο είναι πραγματικά κρίμα όλος αυτός ο θησαυρός να παραμένει σε κουτιά και ράφια και να περιμένουμε μόνο από τον κύριο Πρίντεζη να τον ανακαλύπτει και να μας τον χαρίζει. Πόσα πράγματα να προλάβει να παίξει ο άνθρωπος στις 3 ώρες που έχει στη διάθεσή του κάθε εβδομάδα;

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

Έφυγε η γιαγιά Δανάη...

Ετοίμαζα μια ανάρτηση για τον Κώστα Γιαννίδη, που χτες συμπληρώθηκαν 25 χρόνια από τον θάνατό του, και, γράφοντας για την πρώτη του μεγάλη επιτυχία, το "Θα ξανάρθεις", έστελνα χαιρετίσματα στην αγαπημένη μας γιαγιά Δανάη. Λίγη ώρα μετά μου τηλεφώνησε ένας φίλος για να μου πει ότι η Δανάη, η μεγάλη μας Δανάη Στρατηγοπούλου πέθανε σήμερα το πρωί, πλήρης ημερών, στα 96 της χρόνια. Θα ακολουθήσει φυσικά αφιέρωμα στη Δανάη λίγο αργότερα. Προς το παρόν, ας την ακούσουμε από την τελευταία της δισκογραφική δουλειά να μας τραγουδάει το πρώτο της τραγούδι, το "Θα ξανάρθεις" των Κώστα Γιαννίδη-Αλέκου Σακελλάριου. Γιαγιά Δανάη, καλό σου ταξίδι...

Κώστας Γιαννίδης

Το Σαββατοκύριακο αυτό συμπληρώνονται 25 χρόνια από τον θάνατο δύο σπουδαίων ελλήνων συνθετών. Στις 17 Ιανουαρίου 1984 πέθανε ο κορυφαίος συνθέτης του ελαφρού τραγουδιού Κώστας Γιαννίδης και την επόμενη μέρα, στις 18 Ιανουαρίου 1984, πέθανε ο κορυφαίος συνθέτης του ρεμπέτικου Βασίλης Τσιτσάνης. Ο Βασίλης Τσιτσάνης δοξάστηκε όσο ζούσε, δοξάζεται, δικαίως, και τώρα που έφυγε από τη ζωή. Ο Κώστας Γιαννίδης όμως, θύμα της μοίρας του «ελαφρού» τραγουδιού, έχει κάπως ξεχαστεί. Χρέος λοιπόν του blog αυτού να θυμηθεί αυτή την τεράστια μουσική προσωπικότητα—καθώς μάλιστα συναντήθηκε αρκετά και με τη Ρένα Βλαχοπούλου στα πρώτα βήματα της καριέρας της.


Αν ο Αττίκ και ο Χρήστος Χαιρόπουλος ήταν οι δυο σημαντικότεροι συνθέτες του ελαφρού τραγουδιού που πρωταγωνίστησαν στη δεκαετία του ’20, ο Κώστας Γιαννίδης μαζί με τον Μιχάλη Σουγιούλ είναι οι καινούριοι πρωταγωνιστές της δεκαετίας του ’30 (δίχως φυσικά να επισκιάζουν το έργο των άλλων δύο μεγάλων δημιουργών). Το ιδιαίτερο με τον Κώστα Γιαννίδη είναι ότι διέπρεψε όχι μόνο στο ελαφρό τραγούδι αλλά και στη λεγόμενη σοβαρή ή λόγια μουσική: με το αληθινό του όνομα, Γιάννης Κωνσταντινίδης, έγραψε σημαντικά έργα για πιάνο αλλά και για ορχήστρα. Αυτή του η δραστηριότητα είναι φυσικά απόρροια των σημαντικών μουσικών σπουδών του, οπότε ας πάρουμε το νήμα από την αρχή...


Το ξεκίνημα

Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1903. Γόνος εύπορης οικογένειας, είδε από πολύ μικρός θέατρο (στην αγκαλιά της νονάς του, όπως θυμόταν στην εκπομπή του Γιώργου Παπαστεφάνου Οι παλιοί μας φίλοι, είδε την πρώτη του παράσταση που ήταν απογοήτευση για εκείνον γιατί για κάποιον λόγο περίμενε ότι θα έβλεπε θηρία επί σκηνής!) και φυσικά σπούδασε μουσική. Λίγο πριν την καταστροφή του 1922 η οικογένειά του τον έστειλε στη Γερμανία για να συνεχίσει τις μουσικές σπουδές του. Μαθήτευσε δίπλα σε σπουδαίους δασκάλους: Καρλ Ράισλερ (πιάνο), Πάουλ Γιουάν (ανώτερα θεωρητικά και σύνθεση), Καρλ Έρενσμπεργκ (διεύθυνση ορχήστρας) και Κουρτ Βάιλ (ενορχήστρωση—πριν ο Βάιλ γίνει ο διάσημος συνθέτης των έργων του Μπρεχτ, τον καιρό που ήταν μαθητής του και ο Νίκος Σκαλκώτας, φίλος του Κώστα Γιαννίδη). Λόγω της καταστροφής της Σμύρνης όμως, η οικογένειά του δεν μπορεί πλέον να τον συντηρεί και έτσι αναγκάζεται να δουλέψει σε διάφορα μουσικά πόστα: πιανίστας σε καμπαρέ, ζαχαραπλαστεία, μπαρ, στον βωβό κινηματογράφο, στο ραδιόφωνο. Σύντομα θα ασχοληθεί και με το θέατρο. Γράφει την πρώτη του οπερέτα (Το μικρόβιο της αγάπης) για ένα επαρχιακό θέατρο της Βόρειας Γερμανίας την οποία ενορχηστρώνει με τη βοήθεια του φίλου του Νίκου Σκαλκώτα. Όλες αυτές του οι δραστηριότητες τον βοηθούν να γνωρίσει καλά τα μυστικά της ελαφράς μουσικής και του μουσικού θεάτρου, μυστικά που θα του φανούν ιδιαίτερα χρήσιμα λίγο καιρό αργότερα, στην Ελλάδα.


Επέστρεψε το 1931 στην Ελλάδα, για να συνοδέψει ελληνολάτρεις φίλους του σε διακοπές στην Αστυπάλαια και, γοητευμένος από το ελληνικό τοπίο, «κόλλησε» εδώ. Άλλωστε η άνοδος του ναζισμού στη Γερμανία δεν ευνοούσε την επιστροφή του εκεί. Γνωρίζεται με τον Δημήτρη Γιαννουκάκη και γράφει μαζί του την πρώτη του οπερέτα: Η κουμπάρα μας. Απογοητεύεται από τον τρόπο που λειτουργεί το αθηναϊκό θέατρο (η Κουμπάρα παίχτηκε μόνο για δεκαπέντε μέρες γιατί ο θιασάρχης Παπαϊωάννου έπρεπε να φύγει στην Κωνσταντινούπολη όπου είχε κάποιο συμβόλαιο) και προτιμά να γράφει μουσική για θεατρικά έργα που ανέβαιναν κυρίως καλοκαίρι και γνώριζαν μεγαλύτερη επιτυχία από τις χειμερινιές παραστάσεις, για να μην πηγαίνει χαμένος ο κόπος του! Η πρώτη του επιθεώρηση είχε τίτλο Αέρας Φρέσκος και ανέβηκε στο θέατρο «Εντέν» του Θησείου—τότε που το Θησείο θεωρούνταν εξοχή... Ο Γιαννουκάκης του λέει ότι δεν μπορεί να υπογράφει τα έργα με το ονόμα «Γ. Κωνσταντινίδης» γιατί το κοινό θα τον μπερδεύει με τον καταξιωμένο συνθέτη Γρηγόρη Κωνσταντινίδη. Έτσι σκέφτονται και οι δυο το ψευδώνυμο «Κώστας Γιαννίδης» (για τους φίλους του όμως παρέμεινε ο Γιάγκος!).


Αξέχαστα τραγούδια...

Για τα πρώτα του έργα έγραψε μαζί με τον Γιαννουκάκη μερικά τραγούδια (από τα οποία το πιο γνωστό είναι το «Ξέχασέ με») ωστόσο η πρώτη ουσιαστικά μεγάλη του επιτυχία ήρθε το 1933 όταν έγραψε μαζί με τον πρωτοεμφανιζόμενο Αλέκο Σακελλάριο το περίφημο «Θα ξανάρθεις» που τραγούδησε η επίσης πρωτοεμφανιζόμενη στη δισκογραφία Δανάη Στρατηγοπούλου. Το τραγούδι αγαπήθηκε πολύ από το κοινό, παρόλο που δεν ήταν θεατρικό τραγούδι, δεν ξεκίνησε δηλαδή την καριέρα του από κάποια επιθεώρηση, όπως γινόταν τότε, και αυτό, έλεγε ο Γιαννίδης, αποδείκνυε τη μεγάλη ερμηνευτική δύναμη της Δανάης. Το ηχογράφησαν και άλλοι/ες σε δίσκο, ωστόσο η εκτέλεση της Δανάης ήταν αυτή που αγαπήθηκε και έμεινε στον χρόνο. Η ίδια η Δανάη όμως δεν ήταν ευχαριστημένη από την ερμηνεία της αυτή. Θεωρούσε ότι ήταν λίγο «επιθετική», έτσι το 1977 αποφάσισε να το ηχογραφήσει ξανά, ολοκληρώνοντας τη δισκογραφική της καριέρα με το ίδιο τραγούδι που όμως το ερμήνευσε πλέον με τον τρόπο που εκείνη ήθελε, τρυφερά. Αυτήν την ηχογράφηση ακούμε εδώ στο blog, στέλνοντας την αγάπη μας στη γιαγιά Δανάη.


Μετά το «Θα ξανάρθεις», ο Κώστας Γιαννίδης γίνεται πλέον ο αγαπημένος του αθηναϊκού κοινού. Κάθε χρόνο χαρίζει στο θεατρόφιλο κοινό της πρωτεύουσας (αλλά και στο μουσικόφιλο κοινό όλης της Ελλάδας, αρχικά μέσα από τους δίσκους και έπειτα από τη Ραδιοφωνία) καινούριες επιτυχίες. Συνεργάζεται με όλες τις μεγάλες φωνές του ελαφρού τραγουδιού: την Κάκια Μένδρη («Μην περιμένεις», «Ποτέ σου δεν μ’ αγάπησες, ποτέ σου»), τον Κώστα Μανιατάκη («Κι όλο μου λες πως πια δεν μ’ αγαπάς, γιατί, γιατί, γιατί»), τον Νίκο Περδίκη («Δως μου δυο φιλιά κι ας είναι ψεύτικα»), την Κούλα Νικολαΐδου («Θα ‘ρθω μια νύχτα με φεγγάρι»). Κάποια από τα τραγούδια του λανσάρουν ηθοποιοί στις παραστάσεις: ο Πέτρος Κυριακός και η Μαρία Καλουτά τραγουδούν το «Λες και ήταν χτες» και το «Σπιτάκι μου παλιό».

Ας ακούσουμε σ' αυτό το σημείο την αδελφή της Μαρίας Καλουτά, τη θαλερή Άννα, να ερμηνεύει το "Λες και ήταν χτες" και το "Σπιτάκι μου παλιό" από την εκπομπή του Γιώργου Παπαστεφάνου Οι παλιοί μας φίλοι (1983).




Η Σοφία Βέμπο τραγουδά Κώστα Γιαννίδη

Η συνάντηση όμως που σημάδεψε ανεξίτηλα αυτή την περίοδο του ελληνικού τραγουδιού ήταν η συνεργασία του Κώστα Γιαννίδη με τη μεγάλη Σοφία Βέμπο. Για τη φωνή της Σοφίας Βέμπο ο Γιαννίδης θα κάνει την επανάστασή του: δεν αντέχει να γράφει πια μόνο ταγκό (όπως απαιτούσαν οι θεατρικοί επιχειρηματίες και οι παράγοντες της δισκογραφίας της εποχής) και της γράφει μερικά γοητευτικότατα βαλς: «Κάποιο μυστικό», «Ψεύτικα βγήκανε όσα ονειρεύτηκα» και το υπέροχο «Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα» (όλα σε στίχους των Β. Σπυρόπουλου-Παν. Παπαδούκα). Ειδικά για αυτό το τελευταίο τραγούδι που γνώρισε μεν επιτυχία όχι όμως τόση όση τα ταγκό, ο θρυλικός επιχειρηματίας Φώτης Σαμαρτζής του είπε «Δεν μπορείτε εσείς, κύριε Γιαννίδη, να παίζετε με τα λεφτά τα δικά μου!» Αυτό ο Γιαννίδης το θυμόταν μέχρι το τέλος της ζωής του και καλοτύχιζε τους σύγχρονους συνθέτες για τη δύναμη που είχαν ως δημιουργοί και διαχειριστές της μουσικής τους. Άλλες μεγάλες επιτυχίες της Βέμπο σε μουσική Γιαννίδη είναι το «Αφήστε με να πιω», το ιδιαίτερο «Παίξε τσιγγάνε» καθώς και τα τραγούδια που έγραψε ο Γιαννίδης για την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της Σοφίας Βέμπο στην ταινία Η προσφυγοπούλα.



Η προσφυγοπούλα είχε την τύχη να γυριστεί στην Αίγυπτο με τα πιο σύγχρονα μέσα της εποχής (και σύγχρονο ήχο!) και την ακόμα μεγαλύτερη τύχη να σωθεί (αντίθετα από άλλες ελληνικές ταινίες του μεσοπολέμου). Έτσι έχουμε σήμερα την ευκαιρία να απολαμβάνουμε τη Βέμπο του 1937-38 να τραγουδά (ζωντανά, γιατί τότε δεν υπήρχε play back στις ταινίες) αλλά και να αντιληφθούμε το μεγαλείο του κινηματογραφικού συνθέτη Γιάννη Γιαννίδη (όπως αναφέρεται το όνομά του στους τίτλους της ταινίας):

η εμπειρία του ως πιανίστα των γερμανικών βωβών κινηματογράφων του πρόσφερε πολύτιμη γνώση για την κινηματογραφική μουσική: ντύνει τις εικόνες της Προσφυγοπούλας με ευστοχία και μοναδική ευαισθησία και βέβαια δίνει την ευκαιρία στη Βέμπο να τραγουδήσει πέντε υπέροχα τραγούδια—ανάμεσά τους το δημοτικοφανές «Ο Γιάννος κι η Παγώνα», το «Ζητώ να σε ξεχάσω» και το μοναδικό «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ο μόνος» που σας καλώ να θυμηθείτε εδώ από τη φωνή της Δήμητρας Γαλάνη (ενορχήστρωση: Στέλιος Φωτιάδης, από την εκπομπή του Γιώργου Παπαστεφάνου Οι παλιοί μας φίλοι, 1983).




Η Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδά Κώστα Γιαννίδη

Κάπου εκεί ο Κώστας Γιαννίδης συναντά τη Ρένα Βλαχοπούλου. Ένα από τα τραγούδια που γράφει για τη Σοφία Βέμπο το καλοκαίρι του 1940, το «Πάψε να κλαις» σε στίχους Δημήτρη Γιαννουκάκη και Δημήτρη Ευαγγελίδη, αρνείται η Columbia να το δισκογραφήσει (για άλλη μια φορά ο συνθέτης Γιαννίδης είναι θύμα των υπαλλήλων) και έτσι η αντίπαλη εταιρία Odeon-Parlophone δίνει την ευκαιρία στην πρωτοεμφανιζόμενη κερκυραία τραγουδίστρια Ρένα Βλαχοπούλου να ηχογραφήσει τον πρώτο της δίσκο (στην άλλη πλευρά η Ρένα τραγουδά το «Θα φύγω για πάντα» των Φαρούγια-Κοφινιώτη). Ποιος ξέρει σε ποιου συλλέκτη τη δισκοθήκη βρίσκεται αυτός ο θησαυρός. Ωστόσο πρόσφατα ανακλύφθηκε η δεύτερη δισκογραφική συνάντηση του Κώστα Γιαννίδη με τη Ρένα Βλαχοπούλου: το πολεμικό τραγούδι «Πήγαινε κι όταν θα ‘ρθεις» από την Πολεμική Αθήνα, την τρίτη πολεμική επιθεώρηση του θεάτρου «Μοντιάλ» (1941) (βλ. σχετικά εδώ).


Στα χρόνια της Κατοχής η Ρένα Βλαχοπούλου θα συναντήσει ξανά τον Κώστα Γιαννίδη. Χειμερινή περίοδος 1942-43. Οι καλλιτέχνες και οι καλλιτέχνιδες του ελληνικού θεάτρου γνωρίζουν το μαρτύριο του «ντουμπλαρίσματος». Ντουμπλάρισμα εκείνα τα χρόνια ονόμαζαν τις διπλές εμφανίσεις των καλλιτεχνών σε δυο διαφορετικά θέατρα, την ίδια μέρα! Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να παίξουν το νούμερό τους στην απογευματινή παράσταση του ενός θεάτρου, να πάνε στο δεύτερο θέατρο για την απογευματινή επίσης, να επιστρέψουν στο πρώτο θέατρο για τη βραδινή παράσταση και να πάνε και πάλι στο δεύτερο θέατρο για τη βραδινή.

Τη σεζόν εκείνη η Ρένα Βλαχοπούλου εμφανίζεται παράλληλα στο θέατρο «Πάνθεον» της οδού Πανεπιστημίου και στο θέατρο «Παπαϊωάννου» της οδού Πατησίων. Στο μεν «Πάνθεον» συντροφιά με τον Γιάννη Σπάρτακο κάνουν τη μουσική τους επανάσταση με τις τζαζ επιτυχίες τους. Στο δε «Παπαϊωάννου» ακολουθεί πιο... κλασικά μονοπάτια συνεργαζόμενη με τη σταθερή αξία που λέγεται Κώστας Γιαννίδης. Η συγκομιδή της σεζόν είναι τέσσερις παραστάσεις στο «Πάνθεον» (όλες επιθεωρήσεις, από τις οποίες ξεπηδούν τα σουξέ του Σπάρτακου και οι ιταλικές επιτυχίες που παρουσιάσαμε και παλιότερα στο blog) και άλλες 4 παραστάσεις στο «Παπαϊωάννου», όπου ο θίασος Πέτρου Κυριακού, Ορέστη Μακρή, Σοφίας και Καίτης Βερώνη με συμμετοχή του Γιάννη Πρινέα και τραγουδίστρια τη Ρένα Βλαχοπούλου παρουσιάζει τρεις επιθεωρήσεις: Αθηναϊκά μοτίβα (όπου η Ρένα τραγουδάει το «Κατερίνα, Κατερινάκι, Κατινιώ» των Κώστα Γιαννίδη-Α. Σαράφη), Η προπολεμική και Αλήθειες και ψευτιές (όπου η Ρένα τραγουδά το «Στα σκοτεινά» των Κώστα Γιαννίδη-Δημήτρη Γιαννουκάκη) και μία «αθηναϊκή μουσική ηθογραφία» του Δημήτρη Ευαγγελίδη με τίτλο Έτσι είν’ η ζωή στην οποία η Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδάει, μεταξύ άλλων, το ομότιτλο τραγούδι. Οι υπέροχοι στίχοι του Δημήτρη Ευαγγελίδη ντύνονται μοναδικά από τη μουσική του Κώστα Γιαννίδη:


Χαρές και λύπες όλα ψεύτικα,
το σκέφτηκα το είδα,
ψέμα κι η κάθε ελπίδα
κι αλήθεια η ρυτίδα.
Όλα στον κόσμο είναι χίμαιρα,
το σήμερα μη χάνεις.
Τρέχει και δεν το φτάνεις
το τρένο της ζωής.
Έτσι είν’ η ζωή, μικρό μου,
πάντα, έτσι είν’ η ζωή.
Κι όποιος δεν τη ζει πικρά μετανοεί.
Νιάτα που γερνούν, χαρές που φεύγουν,
πόνοι που περνούν.
Μικρό μου, έτσι είν’ η ζωή,
λουλούδι που φυλορροεί.
Τον χρόνο τώρα τον αντέχουμε
και τρέχουμε αθώοι.
Κι αυτός με το ρολόι,
πόση ζωή μας τρώει.
Κι όταν εκείνος βγάλει τ’ άχτι του,
τη στάχτη του μας ρίχνει.
Παλιάς φωτιάς τα ίχνη
που μένουν στα μαλλιά.
Έτσι είν’ η ζωή μικρό μου...


Η πρεμιέρα του Έτσι είν’ η ζωή δόθηκε την Πρωτοχρονιά του 1943 και οι παραστάσεις κράτησαν για ενάμιση περίπου μήνα. Μια από τις καλές κριτικές που γράφτηκαν για την παράσταση αυτή κάνει λόγο για την πρωτοτυπία των «προ ριντώ δυο τραγουδιών με [την] μοναδικήν Ρένα Βλαχοπούλου που ξεκουράζουν τον θεατή» Φυσικά, λόγω της Κατοχής, κανένα από αυτά τα τραγούδια δεν δισκογραφείται τότε. Το «Έτσι είν’ η ζωή» θα βρει τον δισκογραφικό δρόμο του πολύ αργότερα, αρχικά με τη φωνή της Κάκιας Μένδρη, στη συνέχεια σε δίσκους με επανεκτελέσεις από άλλους καλλιτέχνες (Ελίζα Μαρέλι, Φώτης Πολυμέρης) και στα νεότερα χρόνια από τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά και τη Μαρινέλλα. Σήμερα όμως στο blog έχουμε έναν σπάνιο συνδυασμό: αρχικά ακούμε την πρώτη διδάξασα Ρένα Βλαχοπούλου να τραγουδάει ακαπέλα το ρεφραίν του τραγουδιού αυτού στην Ελένη Μενεγάκη, στη διάρκεια μιας από τις τελευταίες συντεντεύξεις που έδωσε η Ρένα στην ελληνική τηλεόραση (Πρωινός Καφές, Ιανουάριος 1999). Στη συνέχεια ακούμε τη μοναδική Δήμητρα Γαλάνη να ερμηνεύει το τραγούδι σε ένα αφιέρωμα του Γιώργου Παπαστεφάνου στον Κώστα Γιαννίδη (Οι παλιοί μας φίλοι, 1983), στο οποίο μάλιστα εμφανίζεται και ο ίδιος ο συνθέτης.


Μετά την απελευθέρωση ο Κώστας Γιαννίδης θα γράψει αρκετά ακόμα υπέροχα τραγούδια: «Τι σου λένε τα λουλούδια» που δισκογραφούν ταυτόχρονα η Ρένα Βλαχοπούλου και η Νίτσα Μόλυ, «Χτες το βράδυ» που δισκογραφούν η Στέλλα Γκρέκα και η Δανάη, αλλά και το περίφημο «Τραγούδι της Μαρίνας» που τραγουδά η Στέλλα Γκρέκα αρχικά στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου Μαρίνα και έπειτα σε δίσκους. Εκτός από τη Μαρίνα γράφει μουσική για μερικές ακόμα ταινίες (από τις οποίες σημαντικότερη είναι Οι Γερμανοί ξανάρχονται του Αλέκου Σακελλέριου).


Το «Χτες το βράδυ», ερμηνεύει με τζαζ διάθεση η Δήμητρα Γαλάνη, από την εκπομπή του Γ. Παπαστεφάνου "Οι παλιοί μας φίλοι" (1983). Ενορχήστρωση: Στέλιος Φωτιάδης


Ο συνθέτης Γιάννης Κωνσταντινίδης

Ωστόσο η κατάσταση στη δισκογραφία. στο θέατρο αλλά και στον κινηματογράφο αρχίζει να γίνεται ανυπόφορη για τον σπουδαίο συνθέτη. Δεν αντέχει πλέον να εξαρτάται από τη βούληση των υπαλλήλων των δισκογραφικών εταιριών ή των ανίδεων παραγόντων του θεάτρου και του σινεμά. Επιπλέον, νιώθει ότι θέλει να επιστρέψει στις κλασικές μουσικές του σπουδές και να εκφραστεί μέσα από πιο λόγιους δρόμους, με αφετηρία όμως την ελληνική μουσική παράδοση.


Έπειτα από προτροπή του Δημήτρη Μητρόπουλου γράφει έργα για ορχήστρα: τις Δύο Δωδεκανησιακές Σουίτες, τη Μικρασιατική Ραψωδία. Ο διευθυντής του Ωδείου Αθηνών Σπυρ. Φαραντάτος του ζητά ελληνικά κομμάτια για πιάνο για να παίζουν τα παιδιά στο Ωδείο: χρησιμοποιεί ελληνικές μελωδίες και γράφει τα 44 παιδικά κομμάτια σε λαϊκά θέματα. Ο Φαραντάτος ενθουσιάζεται και θέλει να τα επιβάλει ως υποχρεωτικό ρεπερτόριο του Ωδείου—κάτι που αποδεικνύεται αδύνατο καθώς οι απαιτήσεις τους ξεπερνούν συχνά τις ικανότητες των δασκάλων και τα κομμάτια αυτά περνούν τελικά στο ρεπερτόριο των σολίστ του πιάνου. Όσοι περάσαμε από τα ελληνικά ωδεία, συναντηθήκαμε κάποια στιγμή είτε με αυτά τα «παιδικά» κομμάτια είτε με τους Ελληνικούς νησιωτικούς χορούς για πιάνο του Γιάννη Κωνσταντινίδη, ο οποίος ήταν ιδιαίτερα υπερήφανος για αυτό του το συνθετικό έργο που περιελάμβανε ακόμα έργα μουσικής δωματίου αλλά και φωνητικής μουσικής. Ο ιστορικός του ελληνικού τραγουδιού Κώστας Μυλωνάς θεωρεί ότι ο Κωνσταντινίδης/Γιαννίδης, με αυτές τις δυο παράλληλες πορείες στον κόσμο της μουσικής, είναι ο πιο ολοκληρωμένος συνθέτης που πέρασε από το ελληνικό τραγούδι μέχρι την εμφάνιση του Θεοδωράκη, του Μαμαγκάκη και του Κουνάδη.


Στο ΕΙΡ

Στα χρόνια του ’50 λοιπόν, όταν δεν συνθέτει κλασική μουσική, ο Γιαννίδης ασχολείται κυρίως με τη ραδιοφωνία. Ιδρυτής της Ορχήστρας Ελαφράς Μουσικής του ΕΙΡ θα τη διευθύνει πάρα πολλές φορές και θα χαρίσει στο αρχείο της ΕΡΑ απίστευτους μουσικούς θησαυρούς, ανεπανάληπτα ελαφρά κομμάτια που τραγουδούν φωνές όπως η Νάνα Μούσχουρη (που πάντα δηλώνει πόσο πολύ τη βοήθησε ο Γιαννίδης στα πρώτα της βήματα, πριν την αναλάβουν ο Μίμης Πλέσσας και ο Μάνος Χατζιδάκις), η Τζένη Βάνου και άλλες. Κάπου εκεί θα πραγματοποιηθεί και η τελευταία καταγεγραμμένη συνάντησή του με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Ο Γιαννίδης είναι μουσικός υπεύθυνος για τη ραδιοφωνική σειρά Η ιστορία της ελληνικής επιθεωρήσεως που δυστυχώς σταμάτησε στην έβδομη εκπομπή αλλά ευτυχώς διασώζεται στο αρχείο της ΕΡΑ. Σ’ αυτές τις εκπομπές ο Γιαννίδης ενορχηστρώνει και διευθύνει επιθεωρησιακά νούμερα και τραγούδια των αρχών του 20ού αιώνα που ερμηνεύουν σπουδαίες παρουσίες του μουσικού θεάτρου: η Σωτηρία Ιατρίδου, η Μαρίκα Νέζερ, ο Μήτσος Μυράτ, ο Γιώργος Γαβριηλίδης, ο Κούλης Στολίγκας, ο Κώστας Μανιατάκης και, φυσικά, η Ρένα Βλαχοπούλου που τραγουδάει μοναδικά επτά τραγούδια (στις πέντε από τις επτά εκπομπές), με κορυφαία στιγμή την υπέροχη «Σερενάτα της Μοδιστρούλας» του Αττίκ.


Προς το τέλος

Στα χρόνια του ’50 ο Γιαννίδης θα δώσει ελάχιστα νέα ελαφρά τραγούδια. Σημαντικότερο από αυτά είναι το γλυκόπικρο «Όταν γυρίζουν τα χελιδόνια» που τραγουδούσε η Σοφία Βέμπο στην ομότιτλη ηθογραφία του Μίμη Τραϊφόρου. Ο Γιαννίδης θα αποχαιρετήσει οριστικά το ελαφρό τραγούδι με τρεις απανωτές βραβεύσεις! Το 1960 κερδίζει το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Μεσογειακού Τραγουδιού της Βαρκελώνης με το «Ξύπνα, αγάπη μου» που τραγουδά η Νάνα Μούσχουρη (σε δικούς του στίχους).

Το 1961 κερδίζει το δεύτερο βραβείο στο ίδιο Φεστιβάλ με το «Σαν αντικρύζω τα δυο σου γκρίζα ματάκια» και το 1962 το πρώτο βραβείο στο 1ο Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης με τις «Αλυσίδες» που τραγούδησε η αξέχαστη Καίτη Μπελίντα (στίχοι Σ. Χριστοφή). Λίγο πριν αποσυρθεί, όμως, φρόντισε να αποδείξει ότι μπορεί να συνθέσει και λαϊκό τραγούδι: συνθέτει μια σειρά δημοτικοφανών και λαϊκών τραγουδιών από τα οποία αποδεικνύονται δημοφιλέστερα τα «Νέα της Αλεξάντρας» που τραγουδά ο Βαγγέλης Περπινιάδης (το εξώφυλλο της παρτιτούρας σχεδίασε ο Μποστ).


Τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του έζησε σεμνά και αθόρυβα, δίνοντας κάποιες σποραδικές συνεντεύξεις στις οποίες θυμόταν με χιούμορ, μετριοφροσύνη και διακριτικότητα τα επιτεύγματά του, τους συνεργάτες και τις συνεργάτιδές του και μια ολόκληρη εποχή του ελληνικού τραγουδιού και θεάτρου. Πέθανε σχεδόν ξεχασμένος, λίγους μήνες μετά την προβολή ενός αφιερώματος στο έργο του που επιμελήθηκε ο Γιώργος Παπαστεφάνου, στις 17 Ιανουαρίου 1984. Την επόμενη μέρα πέθανε ο Βασίλης Τσιτσάνης. Στην κηδεία του Τσιτσάνη παραβρέθηκε σύσσωμος ο πολιτικός και καλλιτεχνικός κόσμος. Στην κηδεία του Γιαννίδη πήγαν ελάχιστοι/ες. Οι φίλοι/ες του ελαφρού τραγουδιού διαμαρτυρήθηκαν (και δικαιολογημένα) για αυτό, ιδίως για την πλήρη αδιαφορία της πολιτείας. Ίσως ο ίδιος ο Γιαννίδης, με τη φιλοσοφημένη του στάση απέναντι στη ζωή και τα καλλιτεχνικά δρώμενα, να δεχόταν πιο στωικά αυτή την κατάσταση. Ο ίδιος άλλωστε με αξιοπρέπεια και συνέπεια επέλεξε να αποσυρθεί και να παραμείνει διακριτικά στο περιθώριο. Ωστόσο η ιστορία του τραγουδιού επιβάλλει σήμερα εμείς να μην τον ξεχάσουμε. Στα πολλά αφιερώματα που έγιναν στον σπουδαίο Βασίλη Τσιτσάνη σε διάφορα blog, έντυπα και εκπομπές, αλλά και στις ελάχιστες αναφορές στον Κώστα Γιαννίδη (πχ στο blog Αποχρώσεις ή στη σημερινή εκπομή του Βασίλη Αγγελικόπουλου στο Δεύτερο) ας προστεθεί και αυτό το κείμενο. Ελπίζω να δικαιώνει ως ένα βαθμό τη μνήμη του.


Ο Κώστας Γιαννίδης στο σήμερα

Αν και εξίσου δημοφιλής στην εποχή του με τον σύγχρονό του Μιχάλη Σουγιούλ, ο Κώστας Γιαννίδης και το έργο του δεν έχουν σήμερα την ίδια απήχηση που έχει το έργο του Σουγιούλ. Αφενός ο Σουγιούλ διακρίθηκε ιδιαίτερα στα αρχοντορεμπέτικα που, όντας συγγενικό είδος με το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι, άντεξαν στον χρόνο και τραγουδιούνται από εκπροσώπους όλων των ειδών και των γενεών. Αφετέρου ο Σουγιούλ είχε την τύχη να έχει τρεις θαυμάσιες κόρες που αγωνίζονται για τη διάδοση και την αναβίωση του έργου του πατέρα τους. Ο Γιαννίδης επιβιώνει σήμερα κυρίως μέσα από τη μνήμη και τις επιλογές κάποιων ερμηνευτριών/τών που συγκινούνται ακόμα από το έργο του. Λίγο καιρό μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησε μια ολοκληρωμένη δισκογραφική πρόταση που επιμελήθηκε ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ο εξαίρετος κύριος Γιαννίδης με τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά αποτελεί μια υποδειγματική εργασία πάνω στο έργο του μεγάλου δημιουργού. Από κει και πέρα, υπάρχουν πάντα μεμονωμένες περιπτώσεις επανεκτελέσεων τραγουδιών του Γιαννίδη. Κορυφαία η περίπτωση της Δήμητρας Γαλάνη που όσο ακόμα ζούσε ο συνθέτης τραγούδησε το «Ξύπνα, αγάπη μου», στον εξαιρετικό της δίσκο Ατέλειωτος Δρόμος (μια επανεκτέλεση που της έδωσε την ευκαιρία στον συνθέτη και την ερμηνεύτρια να γνωριστούν και να αλληλοεκτιμηθούν—η ίδια η Γαλάνη ζήτησε την άδειά του για να τραγουδήσει το κομμάτι και αυτό τον είχε εντυπωσιάσει). Η Δήμητρα Γαλάνη τραγούδησε υπέροχα τα τελευταία χρόνια σε συναυλίες (πιο πρόσφατα στο αφιέρωμα στη Σοφία Βέμπο τον Ιούνιο του 2006) το «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ο μόνος» αλλά και το «Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα». Το «Θα ξανάρθεις» τραγούδησαν πολύ όμορφα τόσο ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου όσο και η Αρλέτα. Επίσης Γιαννίδη τραγουδά εξαιρετικά και η Χαρά Κεφαλά αφενός με τον Ζαχαρία Καρούνη στις παραστάσεις τους στο Τρένο του Ρουφ και αφετέρου με τη συνοδεία της Ευγενίας Καρλαύτη στην παράσταση Μια Χαρά στο φουαγιέ στο Αγγέλων Βήμα (ερμηνείες που βρίσκονται και στα σχετικά CD). Η πιο πρόσφατη επανεκτέλεση τραγουδιού του Γιαννίδη έγινε από τον Δώρο Δημοσθένους: στο CD του One for the Road ερμηνεύει γοητευτικά το «Πόσο λυπάμαι». Ίσως είναι το πιο πολυτραγουδισμένο κομμάτι του Γιαννίδη στα νεότερα χρόνια. Αξίζει να σημειωθεί πως το ίδιο αυτό τραγούδι ερμήνευε μοναδικά στο θέατρο (και παρά λίγο και σε CD) η Νατάσα Μανίσαλη ως Σοφία Βέμπο (και με τη συνοδεία της Δάφνης Λαμπρόγιαννη) στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου Βίρα τις Άγκυρες τη διετία 1997-1999, αλλά και οι Μπέσυ Μάλφα, Νίκος Ψαρράς και Μαρία Κατσανδρή στην έργο Βαλς Εξιτασιόν της Ελένης Πέγκα που ανέβηκε στο θέατρο Αμόρε το 1997: επρόκειτο για ένα έργο εμπνευσμένο από τη ζωή του Κώστα Γιαννίδη, που αν και δεν ήταν μια πιστή βιογραφία του συνθέτη, μετέφερε με αρκετή επιτυχία την ατμόσφαιρα της εποχής του, χάρη φυσικά και στα πανέμορφα τραγούδια του με τα οποία ήταν διανθισμένη η παράσταση εκείνη...


ΠΗΓΕΣ: Πολύτιμος οδηγός για αυτό το κείμενο στάθηκαν οι απολαυστικές συνεντεύξεις του Κώστα Γιαννίδη στον Γιώργο Παπαστεφάνου (στην εκπομπή της ΕΡΤ Οι παλιοί μας φίλοι, 1983) και στον Μίμη Πλέσσα (σε δύο από τις τρεις σχετικές εκπομπές της σειράς Ας μιλήσουμε για μουσική (1978) του Δεύτερου Προγράμματος της ΕΡΑ που μεταδόθηκαν ξανά χτες, Σάββατο 17/1/09, από την εκπομπή 70 χρόνια ραδιοφωνίας που επιμελείται ο Σιδερής Πρίντεζης. Η τρίτη εκπομπή θα μεταδοθεί το ερχόμενο Σάββατο 24/1/09). Για το έργο του Κώστα Γιαννίδη έχει γράψει ο Κώστας Μυλωνάς στον πρώτο τόμο της Ιστορίας του ελληνικού τραγουδιού (Κέδρος, 1984) και σε άλλα βιβλία του. Μέρος του πιανιστικού έργου του Γιάννη Κωνσταντινίδη έχει αναλυθεί από τον Κώστα Τσούγκρα στο βιβλίο του Τα 44 παιδικά κομμάτια του Γιάννη Κωνσταντινίδη: ανάλυση με χρήση της γενετικής θεωρίας της τονικής μουσικής. (Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2003). Με το ορχηστρικό έργο του Γιάννη Κωνσταντινίδη έχει ασχοληθεί ο Γιώργος Σακαλλιέρος στη διδακτορική του διατριβή με τίτλο Γιάννης Κωνσταντινίδης (1903-1984): η ζωή και το έργο του: αναλυτική προσέγγιση και παρουσίαση του συνθετικού του ύφους, με άξονα τα έργα για ορχήστρα (Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2005). Πληροφορίες αντλήθηκαν επίσης από το σχετικό λήμμα στο Λεξικό της Ελληνικής Μουσικής του Τάκη Καλογερόπουλου.