Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

Έφυγε η γιαγιά Δανάη...

Ετοίμαζα μια ανάρτηση για τον Κώστα Γιαννίδη, που χτες συμπληρώθηκαν 25 χρόνια από τον θάνατό του, και, γράφοντας για την πρώτη του μεγάλη επιτυχία, το "Θα ξανάρθεις", έστελνα χαιρετίσματα στην αγαπημένη μας γιαγιά Δανάη. Λίγη ώρα μετά μου τηλεφώνησε ένας φίλος για να μου πει ότι η Δανάη, η μεγάλη μας Δανάη Στρατηγοπούλου πέθανε σήμερα το πρωί, πλήρης ημερών, στα 96 της χρόνια. Θα ακολουθήσει φυσικά αφιέρωμα στη Δανάη λίγο αργότερα. Προς το παρόν, ας την ακούσουμε από την τελευταία της δισκογραφική δουλειά να μας τραγουδάει το πρώτο της τραγούδι, το "Θα ξανάρθεις" των Κώστα Γιαννίδη-Αλέκου Σακελλάριου. Γιαγιά Δανάη, καλό σου ταξίδι...

Κώστας Γιαννίδης

Το Σαββατοκύριακο αυτό συμπληρώνονται 25 χρόνια από τον θάνατο δύο σπουδαίων ελλήνων συνθετών. Στις 17 Ιανουαρίου 1984 πέθανε ο κορυφαίος συνθέτης του ελαφρού τραγουδιού Κώστας Γιαννίδης και την επόμενη μέρα, στις 18 Ιανουαρίου 1984, πέθανε ο κορυφαίος συνθέτης του ρεμπέτικου Βασίλης Τσιτσάνης. Ο Βασίλης Τσιτσάνης δοξάστηκε όσο ζούσε, δοξάζεται, δικαίως, και τώρα που έφυγε από τη ζωή. Ο Κώστας Γιαννίδης όμως, θύμα της μοίρας του «ελαφρού» τραγουδιού, έχει κάπως ξεχαστεί. Χρέος λοιπόν του blog αυτού να θυμηθεί αυτή την τεράστια μουσική προσωπικότητα—καθώς μάλιστα συναντήθηκε αρκετά και με τη Ρένα Βλαχοπούλου στα πρώτα βήματα της καριέρας της.


Αν ο Αττίκ και ο Χρήστος Χαιρόπουλος ήταν οι δυο σημαντικότεροι συνθέτες του ελαφρού τραγουδιού που πρωταγωνίστησαν στη δεκαετία του ’20, ο Κώστας Γιαννίδης μαζί με τον Μιχάλη Σουγιούλ είναι οι καινούριοι πρωταγωνιστές της δεκαετίας του ’30 (δίχως φυσικά να επισκιάζουν το έργο των άλλων δύο μεγάλων δημιουργών). Το ιδιαίτερο με τον Κώστα Γιαννίδη είναι ότι διέπρεψε όχι μόνο στο ελαφρό τραγούδι αλλά και στη λεγόμενη σοβαρή ή λόγια μουσική: με το αληθινό του όνομα, Γιάννης Κωνσταντινίδης, έγραψε σημαντικά έργα για πιάνο αλλά και για ορχήστρα. Αυτή του η δραστηριότητα είναι φυσικά απόρροια των σημαντικών μουσικών σπουδών του, οπότε ας πάρουμε το νήμα από την αρχή...


Το ξεκίνημα

Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1903. Γόνος εύπορης οικογένειας, είδε από πολύ μικρός θέατρο (στην αγκαλιά της νονάς του, όπως θυμόταν στην εκπομπή του Γιώργου Παπαστεφάνου Οι παλιοί μας φίλοι, είδε την πρώτη του παράσταση που ήταν απογοήτευση για εκείνον γιατί για κάποιον λόγο περίμενε ότι θα έβλεπε θηρία επί σκηνής!) και φυσικά σπούδασε μουσική. Λίγο πριν την καταστροφή του 1922 η οικογένειά του τον έστειλε στη Γερμανία για να συνεχίσει τις μουσικές σπουδές του. Μαθήτευσε δίπλα σε σπουδαίους δασκάλους: Καρλ Ράισλερ (πιάνο), Πάουλ Γιουάν (ανώτερα θεωρητικά και σύνθεση), Καρλ Έρενσμπεργκ (διεύθυνση ορχήστρας) και Κουρτ Βάιλ (ενορχήστρωση—πριν ο Βάιλ γίνει ο διάσημος συνθέτης των έργων του Μπρεχτ, τον καιρό που ήταν μαθητής του και ο Νίκος Σκαλκώτας, φίλος του Κώστα Γιαννίδη). Λόγω της καταστροφής της Σμύρνης όμως, η οικογένειά του δεν μπορεί πλέον να τον συντηρεί και έτσι αναγκάζεται να δουλέψει σε διάφορα μουσικά πόστα: πιανίστας σε καμπαρέ, ζαχαραπλαστεία, μπαρ, στον βωβό κινηματογράφο, στο ραδιόφωνο. Σύντομα θα ασχοληθεί και με το θέατρο. Γράφει την πρώτη του οπερέτα (Το μικρόβιο της αγάπης) για ένα επαρχιακό θέατρο της Βόρειας Γερμανίας την οποία ενορχηστρώνει με τη βοήθεια του φίλου του Νίκου Σκαλκώτα. Όλες αυτές του οι δραστηριότητες τον βοηθούν να γνωρίσει καλά τα μυστικά της ελαφράς μουσικής και του μουσικού θεάτρου, μυστικά που θα του φανούν ιδιαίτερα χρήσιμα λίγο καιρό αργότερα, στην Ελλάδα.


Επέστρεψε το 1931 στην Ελλάδα, για να συνοδέψει ελληνολάτρεις φίλους του σε διακοπές στην Αστυπάλαια και, γοητευμένος από το ελληνικό τοπίο, «κόλλησε» εδώ. Άλλωστε η άνοδος του ναζισμού στη Γερμανία δεν ευνοούσε την επιστροφή του εκεί. Γνωρίζεται με τον Δημήτρη Γιαννουκάκη και γράφει μαζί του την πρώτη του οπερέτα: Η κουμπάρα μας. Απογοητεύεται από τον τρόπο που λειτουργεί το αθηναϊκό θέατρο (η Κουμπάρα παίχτηκε μόνο για δεκαπέντε μέρες γιατί ο θιασάρχης Παπαϊωάννου έπρεπε να φύγει στην Κωνσταντινούπολη όπου είχε κάποιο συμβόλαιο) και προτιμά να γράφει μουσική για θεατρικά έργα που ανέβαιναν κυρίως καλοκαίρι και γνώριζαν μεγαλύτερη επιτυχία από τις χειμερινιές παραστάσεις, για να μην πηγαίνει χαμένος ο κόπος του! Η πρώτη του επιθεώρηση είχε τίτλο Αέρας Φρέσκος και ανέβηκε στο θέατρο «Εντέν» του Θησείου—τότε που το Θησείο θεωρούνταν εξοχή... Ο Γιαννουκάκης του λέει ότι δεν μπορεί να υπογράφει τα έργα με το ονόμα «Γ. Κωνσταντινίδης» γιατί το κοινό θα τον μπερδεύει με τον καταξιωμένο συνθέτη Γρηγόρη Κωνσταντινίδη. Έτσι σκέφτονται και οι δυο το ψευδώνυμο «Κώστας Γιαννίδης» (για τους φίλους του όμως παρέμεινε ο Γιάγκος!).


Αξέχαστα τραγούδια...

Για τα πρώτα του έργα έγραψε μαζί με τον Γιαννουκάκη μερικά τραγούδια (από τα οποία το πιο γνωστό είναι το «Ξέχασέ με») ωστόσο η πρώτη ουσιαστικά μεγάλη του επιτυχία ήρθε το 1933 όταν έγραψε μαζί με τον πρωτοεμφανιζόμενο Αλέκο Σακελλάριο το περίφημο «Θα ξανάρθεις» που τραγούδησε η επίσης πρωτοεμφανιζόμενη στη δισκογραφία Δανάη Στρατηγοπούλου. Το τραγούδι αγαπήθηκε πολύ από το κοινό, παρόλο που δεν ήταν θεατρικό τραγούδι, δεν ξεκίνησε δηλαδή την καριέρα του από κάποια επιθεώρηση, όπως γινόταν τότε, και αυτό, έλεγε ο Γιαννίδης, αποδείκνυε τη μεγάλη ερμηνευτική δύναμη της Δανάης. Το ηχογράφησαν και άλλοι/ες σε δίσκο, ωστόσο η εκτέλεση της Δανάης ήταν αυτή που αγαπήθηκε και έμεινε στον χρόνο. Η ίδια η Δανάη όμως δεν ήταν ευχαριστημένη από την ερμηνεία της αυτή. Θεωρούσε ότι ήταν λίγο «επιθετική», έτσι το 1977 αποφάσισε να το ηχογραφήσει ξανά, ολοκληρώνοντας τη δισκογραφική της καριέρα με το ίδιο τραγούδι που όμως το ερμήνευσε πλέον με τον τρόπο που εκείνη ήθελε, τρυφερά. Αυτήν την ηχογράφηση ακούμε εδώ στο blog, στέλνοντας την αγάπη μας στη γιαγιά Δανάη.


Μετά το «Θα ξανάρθεις», ο Κώστας Γιαννίδης γίνεται πλέον ο αγαπημένος του αθηναϊκού κοινού. Κάθε χρόνο χαρίζει στο θεατρόφιλο κοινό της πρωτεύουσας (αλλά και στο μουσικόφιλο κοινό όλης της Ελλάδας, αρχικά μέσα από τους δίσκους και έπειτα από τη Ραδιοφωνία) καινούριες επιτυχίες. Συνεργάζεται με όλες τις μεγάλες φωνές του ελαφρού τραγουδιού: την Κάκια Μένδρη («Μην περιμένεις», «Ποτέ σου δεν μ’ αγάπησες, ποτέ σου»), τον Κώστα Μανιατάκη («Κι όλο μου λες πως πια δεν μ’ αγαπάς, γιατί, γιατί, γιατί»), τον Νίκο Περδίκη («Δως μου δυο φιλιά κι ας είναι ψεύτικα»), την Κούλα Νικολαΐδου («Θα ‘ρθω μια νύχτα με φεγγάρι»). Κάποια από τα τραγούδια του λανσάρουν ηθοποιοί στις παραστάσεις: ο Πέτρος Κυριακός και η Μαρία Καλουτά τραγουδούν το «Λες και ήταν χτες» και το «Σπιτάκι μου παλιό».

Ας ακούσουμε σ' αυτό το σημείο την αδελφή της Μαρίας Καλουτά, τη θαλερή Άννα, να ερμηνεύει το "Λες και ήταν χτες" και το "Σπιτάκι μου παλιό" από την εκπομπή του Γιώργου Παπαστεφάνου Οι παλιοί μας φίλοι (1983).




Η Σοφία Βέμπο τραγουδά Κώστα Γιαννίδη

Η συνάντηση όμως που σημάδεψε ανεξίτηλα αυτή την περίοδο του ελληνικού τραγουδιού ήταν η συνεργασία του Κώστα Γιαννίδη με τη μεγάλη Σοφία Βέμπο. Για τη φωνή της Σοφίας Βέμπο ο Γιαννίδης θα κάνει την επανάστασή του: δεν αντέχει να γράφει πια μόνο ταγκό (όπως απαιτούσαν οι θεατρικοί επιχειρηματίες και οι παράγοντες της δισκογραφίας της εποχής) και της γράφει μερικά γοητευτικότατα βαλς: «Κάποιο μυστικό», «Ψεύτικα βγήκανε όσα ονειρεύτηκα» και το υπέροχο «Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα» (όλα σε στίχους των Β. Σπυρόπουλου-Παν. Παπαδούκα). Ειδικά για αυτό το τελευταίο τραγούδι που γνώρισε μεν επιτυχία όχι όμως τόση όση τα ταγκό, ο θρυλικός επιχειρηματίας Φώτης Σαμαρτζής του είπε «Δεν μπορείτε εσείς, κύριε Γιαννίδη, να παίζετε με τα λεφτά τα δικά μου!» Αυτό ο Γιαννίδης το θυμόταν μέχρι το τέλος της ζωής του και καλοτύχιζε τους σύγχρονους συνθέτες για τη δύναμη που είχαν ως δημιουργοί και διαχειριστές της μουσικής τους. Άλλες μεγάλες επιτυχίες της Βέμπο σε μουσική Γιαννίδη είναι το «Αφήστε με να πιω», το ιδιαίτερο «Παίξε τσιγγάνε» καθώς και τα τραγούδια που έγραψε ο Γιαννίδης για την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της Σοφίας Βέμπο στην ταινία Η προσφυγοπούλα.



Η προσφυγοπούλα είχε την τύχη να γυριστεί στην Αίγυπτο με τα πιο σύγχρονα μέσα της εποχής (και σύγχρονο ήχο!) και την ακόμα μεγαλύτερη τύχη να σωθεί (αντίθετα από άλλες ελληνικές ταινίες του μεσοπολέμου). Έτσι έχουμε σήμερα την ευκαιρία να απολαμβάνουμε τη Βέμπο του 1937-38 να τραγουδά (ζωντανά, γιατί τότε δεν υπήρχε play back στις ταινίες) αλλά και να αντιληφθούμε το μεγαλείο του κινηματογραφικού συνθέτη Γιάννη Γιαννίδη (όπως αναφέρεται το όνομά του στους τίτλους της ταινίας):

η εμπειρία του ως πιανίστα των γερμανικών βωβών κινηματογράφων του πρόσφερε πολύτιμη γνώση για την κινηματογραφική μουσική: ντύνει τις εικόνες της Προσφυγοπούλας με ευστοχία και μοναδική ευαισθησία και βέβαια δίνει την ευκαιρία στη Βέμπο να τραγουδήσει πέντε υπέροχα τραγούδια—ανάμεσά τους το δημοτικοφανές «Ο Γιάννος κι η Παγώνα», το «Ζητώ να σε ξεχάσω» και το μοναδικό «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ο μόνος» που σας καλώ να θυμηθείτε εδώ από τη φωνή της Δήμητρας Γαλάνη (ενορχήστρωση: Στέλιος Φωτιάδης, από την εκπομπή του Γιώργου Παπαστεφάνου Οι παλιοί μας φίλοι, 1983).




Η Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδά Κώστα Γιαννίδη

Κάπου εκεί ο Κώστας Γιαννίδης συναντά τη Ρένα Βλαχοπούλου. Ένα από τα τραγούδια που γράφει για τη Σοφία Βέμπο το καλοκαίρι του 1940, το «Πάψε να κλαις» σε στίχους Δημήτρη Γιαννουκάκη και Δημήτρη Ευαγγελίδη, αρνείται η Columbia να το δισκογραφήσει (για άλλη μια φορά ο συνθέτης Γιαννίδης είναι θύμα των υπαλλήλων) και έτσι η αντίπαλη εταιρία Odeon-Parlophone δίνει την ευκαιρία στην πρωτοεμφανιζόμενη κερκυραία τραγουδίστρια Ρένα Βλαχοπούλου να ηχογραφήσει τον πρώτο της δίσκο (στην άλλη πλευρά η Ρένα τραγουδά το «Θα φύγω για πάντα» των Φαρούγια-Κοφινιώτη). Ποιος ξέρει σε ποιου συλλέκτη τη δισκοθήκη βρίσκεται αυτός ο θησαυρός. Ωστόσο πρόσφατα ανακλύφθηκε η δεύτερη δισκογραφική συνάντηση του Κώστα Γιαννίδη με τη Ρένα Βλαχοπούλου: το πολεμικό τραγούδι «Πήγαινε κι όταν θα ‘ρθεις» από την Πολεμική Αθήνα, την τρίτη πολεμική επιθεώρηση του θεάτρου «Μοντιάλ» (1941) (βλ. σχετικά εδώ).


Στα χρόνια της Κατοχής η Ρένα Βλαχοπούλου θα συναντήσει ξανά τον Κώστα Γιαννίδη. Χειμερινή περίοδος 1942-43. Οι καλλιτέχνες και οι καλλιτέχνιδες του ελληνικού θεάτρου γνωρίζουν το μαρτύριο του «ντουμπλαρίσματος». Ντουμπλάρισμα εκείνα τα χρόνια ονόμαζαν τις διπλές εμφανίσεις των καλλιτεχνών σε δυο διαφορετικά θέατρα, την ίδια μέρα! Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να παίξουν το νούμερό τους στην απογευματινή παράσταση του ενός θεάτρου, να πάνε στο δεύτερο θέατρο για την απογευματινή επίσης, να επιστρέψουν στο πρώτο θέατρο για τη βραδινή παράσταση και να πάνε και πάλι στο δεύτερο θέατρο για τη βραδινή.

Τη σεζόν εκείνη η Ρένα Βλαχοπούλου εμφανίζεται παράλληλα στο θέατρο «Πάνθεον» της οδού Πανεπιστημίου και στο θέατρο «Παπαϊωάννου» της οδού Πατησίων. Στο μεν «Πάνθεον» συντροφιά με τον Γιάννη Σπάρτακο κάνουν τη μουσική τους επανάσταση με τις τζαζ επιτυχίες τους. Στο δε «Παπαϊωάννου» ακολουθεί πιο... κλασικά μονοπάτια συνεργαζόμενη με τη σταθερή αξία που λέγεται Κώστας Γιαννίδης. Η συγκομιδή της σεζόν είναι τέσσερις παραστάσεις στο «Πάνθεον» (όλες επιθεωρήσεις, από τις οποίες ξεπηδούν τα σουξέ του Σπάρτακου και οι ιταλικές επιτυχίες που παρουσιάσαμε και παλιότερα στο blog) και άλλες 4 παραστάσεις στο «Παπαϊωάννου», όπου ο θίασος Πέτρου Κυριακού, Ορέστη Μακρή, Σοφίας και Καίτης Βερώνη με συμμετοχή του Γιάννη Πρινέα και τραγουδίστρια τη Ρένα Βλαχοπούλου παρουσιάζει τρεις επιθεωρήσεις: Αθηναϊκά μοτίβα (όπου η Ρένα τραγουδάει το «Κατερίνα, Κατερινάκι, Κατινιώ» των Κώστα Γιαννίδη-Α. Σαράφη), Η προπολεμική και Αλήθειες και ψευτιές (όπου η Ρένα τραγουδά το «Στα σκοτεινά» των Κώστα Γιαννίδη-Δημήτρη Γιαννουκάκη) και μία «αθηναϊκή μουσική ηθογραφία» του Δημήτρη Ευαγγελίδη με τίτλο Έτσι είν’ η ζωή στην οποία η Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδάει, μεταξύ άλλων, το ομότιτλο τραγούδι. Οι υπέροχοι στίχοι του Δημήτρη Ευαγγελίδη ντύνονται μοναδικά από τη μουσική του Κώστα Γιαννίδη:


Χαρές και λύπες όλα ψεύτικα,
το σκέφτηκα το είδα,
ψέμα κι η κάθε ελπίδα
κι αλήθεια η ρυτίδα.
Όλα στον κόσμο είναι χίμαιρα,
το σήμερα μη χάνεις.
Τρέχει και δεν το φτάνεις
το τρένο της ζωής.
Έτσι είν’ η ζωή, μικρό μου,
πάντα, έτσι είν’ η ζωή.
Κι όποιος δεν τη ζει πικρά μετανοεί.
Νιάτα που γερνούν, χαρές που φεύγουν,
πόνοι που περνούν.
Μικρό μου, έτσι είν’ η ζωή,
λουλούδι που φυλορροεί.
Τον χρόνο τώρα τον αντέχουμε
και τρέχουμε αθώοι.
Κι αυτός με το ρολόι,
πόση ζωή μας τρώει.
Κι όταν εκείνος βγάλει τ’ άχτι του,
τη στάχτη του μας ρίχνει.
Παλιάς φωτιάς τα ίχνη
που μένουν στα μαλλιά.
Έτσι είν’ η ζωή μικρό μου...


Η πρεμιέρα του Έτσι είν’ η ζωή δόθηκε την Πρωτοχρονιά του 1943 και οι παραστάσεις κράτησαν για ενάμιση περίπου μήνα. Μια από τις καλές κριτικές που γράφτηκαν για την παράσταση αυτή κάνει λόγο για την πρωτοτυπία των «προ ριντώ δυο τραγουδιών με [την] μοναδικήν Ρένα Βλαχοπούλου που ξεκουράζουν τον θεατή» Φυσικά, λόγω της Κατοχής, κανένα από αυτά τα τραγούδια δεν δισκογραφείται τότε. Το «Έτσι είν’ η ζωή» θα βρει τον δισκογραφικό δρόμο του πολύ αργότερα, αρχικά με τη φωνή της Κάκιας Μένδρη, στη συνέχεια σε δίσκους με επανεκτελέσεις από άλλους καλλιτέχνες (Ελίζα Μαρέλι, Φώτης Πολυμέρης) και στα νεότερα χρόνια από τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά και τη Μαρινέλλα. Σήμερα όμως στο blog έχουμε έναν σπάνιο συνδυασμό: αρχικά ακούμε την πρώτη διδάξασα Ρένα Βλαχοπούλου να τραγουδάει ακαπέλα το ρεφραίν του τραγουδιού αυτού στην Ελένη Μενεγάκη, στη διάρκεια μιας από τις τελευταίες συντεντεύξεις που έδωσε η Ρένα στην ελληνική τηλεόραση (Πρωινός Καφές, Ιανουάριος 1999). Στη συνέχεια ακούμε τη μοναδική Δήμητρα Γαλάνη να ερμηνεύει το τραγούδι σε ένα αφιέρωμα του Γιώργου Παπαστεφάνου στον Κώστα Γιαννίδη (Οι παλιοί μας φίλοι, 1983), στο οποίο μάλιστα εμφανίζεται και ο ίδιος ο συνθέτης.


Μετά την απελευθέρωση ο Κώστας Γιαννίδης θα γράψει αρκετά ακόμα υπέροχα τραγούδια: «Τι σου λένε τα λουλούδια» που δισκογραφούν ταυτόχρονα η Ρένα Βλαχοπούλου και η Νίτσα Μόλυ, «Χτες το βράδυ» που δισκογραφούν η Στέλλα Γκρέκα και η Δανάη, αλλά και το περίφημο «Τραγούδι της Μαρίνας» που τραγουδά η Στέλλα Γκρέκα αρχικά στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου Μαρίνα και έπειτα σε δίσκους. Εκτός από τη Μαρίνα γράφει μουσική για μερικές ακόμα ταινίες (από τις οποίες σημαντικότερη είναι Οι Γερμανοί ξανάρχονται του Αλέκου Σακελλέριου).


Το «Χτες το βράδυ», ερμηνεύει με τζαζ διάθεση η Δήμητρα Γαλάνη, από την εκπομπή του Γ. Παπαστεφάνου "Οι παλιοί μας φίλοι" (1983). Ενορχήστρωση: Στέλιος Φωτιάδης


Ο συνθέτης Γιάννης Κωνσταντινίδης

Ωστόσο η κατάσταση στη δισκογραφία. στο θέατρο αλλά και στον κινηματογράφο αρχίζει να γίνεται ανυπόφορη για τον σπουδαίο συνθέτη. Δεν αντέχει πλέον να εξαρτάται από τη βούληση των υπαλλήλων των δισκογραφικών εταιριών ή των ανίδεων παραγόντων του θεάτρου και του σινεμά. Επιπλέον, νιώθει ότι θέλει να επιστρέψει στις κλασικές μουσικές του σπουδές και να εκφραστεί μέσα από πιο λόγιους δρόμους, με αφετηρία όμως την ελληνική μουσική παράδοση.


Έπειτα από προτροπή του Δημήτρη Μητρόπουλου γράφει έργα για ορχήστρα: τις Δύο Δωδεκανησιακές Σουίτες, τη Μικρασιατική Ραψωδία. Ο διευθυντής του Ωδείου Αθηνών Σπυρ. Φαραντάτος του ζητά ελληνικά κομμάτια για πιάνο για να παίζουν τα παιδιά στο Ωδείο: χρησιμοποιεί ελληνικές μελωδίες και γράφει τα 44 παιδικά κομμάτια σε λαϊκά θέματα. Ο Φαραντάτος ενθουσιάζεται και θέλει να τα επιβάλει ως υποχρεωτικό ρεπερτόριο του Ωδείου—κάτι που αποδεικνύεται αδύνατο καθώς οι απαιτήσεις τους ξεπερνούν συχνά τις ικανότητες των δασκάλων και τα κομμάτια αυτά περνούν τελικά στο ρεπερτόριο των σολίστ του πιάνου. Όσοι περάσαμε από τα ελληνικά ωδεία, συναντηθήκαμε κάποια στιγμή είτε με αυτά τα «παιδικά» κομμάτια είτε με τους Ελληνικούς νησιωτικούς χορούς για πιάνο του Γιάννη Κωνσταντινίδη, ο οποίος ήταν ιδιαίτερα υπερήφανος για αυτό του το συνθετικό έργο που περιελάμβανε ακόμα έργα μουσικής δωματίου αλλά και φωνητικής μουσικής. Ο ιστορικός του ελληνικού τραγουδιού Κώστας Μυλωνάς θεωρεί ότι ο Κωνσταντινίδης/Γιαννίδης, με αυτές τις δυο παράλληλες πορείες στον κόσμο της μουσικής, είναι ο πιο ολοκληρωμένος συνθέτης που πέρασε από το ελληνικό τραγούδι μέχρι την εμφάνιση του Θεοδωράκη, του Μαμαγκάκη και του Κουνάδη.


Στο ΕΙΡ

Στα χρόνια του ’50 λοιπόν, όταν δεν συνθέτει κλασική μουσική, ο Γιαννίδης ασχολείται κυρίως με τη ραδιοφωνία. Ιδρυτής της Ορχήστρας Ελαφράς Μουσικής του ΕΙΡ θα τη διευθύνει πάρα πολλές φορές και θα χαρίσει στο αρχείο της ΕΡΑ απίστευτους μουσικούς θησαυρούς, ανεπανάληπτα ελαφρά κομμάτια που τραγουδούν φωνές όπως η Νάνα Μούσχουρη (που πάντα δηλώνει πόσο πολύ τη βοήθησε ο Γιαννίδης στα πρώτα της βήματα, πριν την αναλάβουν ο Μίμης Πλέσσας και ο Μάνος Χατζιδάκις), η Τζένη Βάνου και άλλες. Κάπου εκεί θα πραγματοποιηθεί και η τελευταία καταγεγραμμένη συνάντησή του με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Ο Γιαννίδης είναι μουσικός υπεύθυνος για τη ραδιοφωνική σειρά Η ιστορία της ελληνικής επιθεωρήσεως που δυστυχώς σταμάτησε στην έβδομη εκπομπή αλλά ευτυχώς διασώζεται στο αρχείο της ΕΡΑ. Σ’ αυτές τις εκπομπές ο Γιαννίδης ενορχηστρώνει και διευθύνει επιθεωρησιακά νούμερα και τραγούδια των αρχών του 20ού αιώνα που ερμηνεύουν σπουδαίες παρουσίες του μουσικού θεάτρου: η Σωτηρία Ιατρίδου, η Μαρίκα Νέζερ, ο Μήτσος Μυράτ, ο Γιώργος Γαβριηλίδης, ο Κούλης Στολίγκας, ο Κώστας Μανιατάκης και, φυσικά, η Ρένα Βλαχοπούλου που τραγουδάει μοναδικά επτά τραγούδια (στις πέντε από τις επτά εκπομπές), με κορυφαία στιγμή την υπέροχη «Σερενάτα της Μοδιστρούλας» του Αττίκ.


Προς το τέλος

Στα χρόνια του ’50 ο Γιαννίδης θα δώσει ελάχιστα νέα ελαφρά τραγούδια. Σημαντικότερο από αυτά είναι το γλυκόπικρο «Όταν γυρίζουν τα χελιδόνια» που τραγουδούσε η Σοφία Βέμπο στην ομότιτλη ηθογραφία του Μίμη Τραϊφόρου. Ο Γιαννίδης θα αποχαιρετήσει οριστικά το ελαφρό τραγούδι με τρεις απανωτές βραβεύσεις! Το 1960 κερδίζει το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Μεσογειακού Τραγουδιού της Βαρκελώνης με το «Ξύπνα, αγάπη μου» που τραγουδά η Νάνα Μούσχουρη (σε δικούς του στίχους).

Το 1961 κερδίζει το δεύτερο βραβείο στο ίδιο Φεστιβάλ με το «Σαν αντικρύζω τα δυο σου γκρίζα ματάκια» και το 1962 το πρώτο βραβείο στο 1ο Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης με τις «Αλυσίδες» που τραγούδησε η αξέχαστη Καίτη Μπελίντα (στίχοι Σ. Χριστοφή). Λίγο πριν αποσυρθεί, όμως, φρόντισε να αποδείξει ότι μπορεί να συνθέσει και λαϊκό τραγούδι: συνθέτει μια σειρά δημοτικοφανών και λαϊκών τραγουδιών από τα οποία αποδεικνύονται δημοφιλέστερα τα «Νέα της Αλεξάντρας» που τραγουδά ο Βαγγέλης Περπινιάδης (το εξώφυλλο της παρτιτούρας σχεδίασε ο Μποστ).


Τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του έζησε σεμνά και αθόρυβα, δίνοντας κάποιες σποραδικές συνεντεύξεις στις οποίες θυμόταν με χιούμορ, μετριοφροσύνη και διακριτικότητα τα επιτεύγματά του, τους συνεργάτες και τις συνεργάτιδές του και μια ολόκληρη εποχή του ελληνικού τραγουδιού και θεάτρου. Πέθανε σχεδόν ξεχασμένος, λίγους μήνες μετά την προβολή ενός αφιερώματος στο έργο του που επιμελήθηκε ο Γιώργος Παπαστεφάνου, στις 17 Ιανουαρίου 1984. Την επόμενη μέρα πέθανε ο Βασίλης Τσιτσάνης. Στην κηδεία του Τσιτσάνη παραβρέθηκε σύσσωμος ο πολιτικός και καλλιτεχνικός κόσμος. Στην κηδεία του Γιαννίδη πήγαν ελάχιστοι/ες. Οι φίλοι/ες του ελαφρού τραγουδιού διαμαρτυρήθηκαν (και δικαιολογημένα) για αυτό, ιδίως για την πλήρη αδιαφορία της πολιτείας. Ίσως ο ίδιος ο Γιαννίδης, με τη φιλοσοφημένη του στάση απέναντι στη ζωή και τα καλλιτεχνικά δρώμενα, να δεχόταν πιο στωικά αυτή την κατάσταση. Ο ίδιος άλλωστε με αξιοπρέπεια και συνέπεια επέλεξε να αποσυρθεί και να παραμείνει διακριτικά στο περιθώριο. Ωστόσο η ιστορία του τραγουδιού επιβάλλει σήμερα εμείς να μην τον ξεχάσουμε. Στα πολλά αφιερώματα που έγιναν στον σπουδαίο Βασίλη Τσιτσάνη σε διάφορα blog, έντυπα και εκπομπές, αλλά και στις ελάχιστες αναφορές στον Κώστα Γιαννίδη (πχ στο blog Αποχρώσεις ή στη σημερινή εκπομή του Βασίλη Αγγελικόπουλου στο Δεύτερο) ας προστεθεί και αυτό το κείμενο. Ελπίζω να δικαιώνει ως ένα βαθμό τη μνήμη του.


Ο Κώστας Γιαννίδης στο σήμερα

Αν και εξίσου δημοφιλής στην εποχή του με τον σύγχρονό του Μιχάλη Σουγιούλ, ο Κώστας Γιαννίδης και το έργο του δεν έχουν σήμερα την ίδια απήχηση που έχει το έργο του Σουγιούλ. Αφενός ο Σουγιούλ διακρίθηκε ιδιαίτερα στα αρχοντορεμπέτικα που, όντας συγγενικό είδος με το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι, άντεξαν στον χρόνο και τραγουδιούνται από εκπροσώπους όλων των ειδών και των γενεών. Αφετέρου ο Σουγιούλ είχε την τύχη να έχει τρεις θαυμάσιες κόρες που αγωνίζονται για τη διάδοση και την αναβίωση του έργου του πατέρα τους. Ο Γιαννίδης επιβιώνει σήμερα κυρίως μέσα από τη μνήμη και τις επιλογές κάποιων ερμηνευτριών/τών που συγκινούνται ακόμα από το έργο του. Λίγο καιρό μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησε μια ολοκληρωμένη δισκογραφική πρόταση που επιμελήθηκε ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ο εξαίρετος κύριος Γιαννίδης με τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά αποτελεί μια υποδειγματική εργασία πάνω στο έργο του μεγάλου δημιουργού. Από κει και πέρα, υπάρχουν πάντα μεμονωμένες περιπτώσεις επανεκτελέσεων τραγουδιών του Γιαννίδη. Κορυφαία η περίπτωση της Δήμητρας Γαλάνη που όσο ακόμα ζούσε ο συνθέτης τραγούδησε το «Ξύπνα, αγάπη μου», στον εξαιρετικό της δίσκο Ατέλειωτος Δρόμος (μια επανεκτέλεση που της έδωσε την ευκαιρία στον συνθέτη και την ερμηνεύτρια να γνωριστούν και να αλληλοεκτιμηθούν—η ίδια η Γαλάνη ζήτησε την άδειά του για να τραγουδήσει το κομμάτι και αυτό τον είχε εντυπωσιάσει). Η Δήμητρα Γαλάνη τραγούδησε υπέροχα τα τελευταία χρόνια σε συναυλίες (πιο πρόσφατα στο αφιέρωμα στη Σοφία Βέμπο τον Ιούνιο του 2006) το «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ο μόνος» αλλά και το «Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα». Το «Θα ξανάρθεις» τραγούδησαν πολύ όμορφα τόσο ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου όσο και η Αρλέτα. Επίσης Γιαννίδη τραγουδά εξαιρετικά και η Χαρά Κεφαλά αφενός με τον Ζαχαρία Καρούνη στις παραστάσεις τους στο Τρένο του Ρουφ και αφετέρου με τη συνοδεία της Ευγενίας Καρλαύτη στην παράσταση Μια Χαρά στο φουαγιέ στο Αγγέλων Βήμα (ερμηνείες που βρίσκονται και στα σχετικά CD). Η πιο πρόσφατη επανεκτέλεση τραγουδιού του Γιαννίδη έγινε από τον Δώρο Δημοσθένους: στο CD του One for the Road ερμηνεύει γοητευτικά το «Πόσο λυπάμαι». Ίσως είναι το πιο πολυτραγουδισμένο κομμάτι του Γιαννίδη στα νεότερα χρόνια. Αξίζει να σημειωθεί πως το ίδιο αυτό τραγούδι ερμήνευε μοναδικά στο θέατρο (και παρά λίγο και σε CD) η Νατάσα Μανίσαλη ως Σοφία Βέμπο (και με τη συνοδεία της Δάφνης Λαμπρόγιαννη) στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου Βίρα τις Άγκυρες τη διετία 1997-1999, αλλά και οι Μπέσυ Μάλφα, Νίκος Ψαρράς και Μαρία Κατσανδρή στην έργο Βαλς Εξιτασιόν της Ελένης Πέγκα που ανέβηκε στο θέατρο Αμόρε το 1997: επρόκειτο για ένα έργο εμπνευσμένο από τη ζωή του Κώστα Γιαννίδη, που αν και δεν ήταν μια πιστή βιογραφία του συνθέτη, μετέφερε με αρκετή επιτυχία την ατμόσφαιρα της εποχής του, χάρη φυσικά και στα πανέμορφα τραγούδια του με τα οποία ήταν διανθισμένη η παράσταση εκείνη...


ΠΗΓΕΣ: Πολύτιμος οδηγός για αυτό το κείμενο στάθηκαν οι απολαυστικές συνεντεύξεις του Κώστα Γιαννίδη στον Γιώργο Παπαστεφάνου (στην εκπομπή της ΕΡΤ Οι παλιοί μας φίλοι, 1983) και στον Μίμη Πλέσσα (σε δύο από τις τρεις σχετικές εκπομπές της σειράς Ας μιλήσουμε για μουσική (1978) του Δεύτερου Προγράμματος της ΕΡΑ που μεταδόθηκαν ξανά χτες, Σάββατο 17/1/09, από την εκπομπή 70 χρόνια ραδιοφωνίας που επιμελείται ο Σιδερής Πρίντεζης. Η τρίτη εκπομπή θα μεταδοθεί το ερχόμενο Σάββατο 24/1/09). Για το έργο του Κώστα Γιαννίδη έχει γράψει ο Κώστας Μυλωνάς στον πρώτο τόμο της Ιστορίας του ελληνικού τραγουδιού (Κέδρος, 1984) και σε άλλα βιβλία του. Μέρος του πιανιστικού έργου του Γιάννη Κωνσταντινίδη έχει αναλυθεί από τον Κώστα Τσούγκρα στο βιβλίο του Τα 44 παιδικά κομμάτια του Γιάννη Κωνσταντινίδη: ανάλυση με χρήση της γενετικής θεωρίας της τονικής μουσικής. (Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2003). Με το ορχηστρικό έργο του Γιάννη Κωνσταντινίδη έχει ασχοληθεί ο Γιώργος Σακαλλιέρος στη διδακτορική του διατριβή με τίτλο Γιάννης Κωνσταντινίδης (1903-1984): η ζωή και το έργο του: αναλυτική προσέγγιση και παρουσίαση του συνθετικού του ύφους, με άξονα τα έργα για ορχήστρα (Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2005). Πληροφορίες αντλήθηκαν επίσης από το σχετικό λήμμα στο Λεξικό της Ελληνικής Μουσικής του Τάκη Καλογερόπουλου.

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008

Πρωτοχρονιά...

Τα Χριστούγεννα ταξιδέψαμε σαράντα χρόνια πίσω και είδαμε πώς πέρασε η Ρένα Βλαχοπούλου τα Χριστούγεννα του 1968. Σήμερα θα δούμε με τη βοήθεια μιας φωτογραφίας τι έκανε η Ρένα λίγες μέρες μετά, την Πρωτοχρονιά του 1969... Δεν θα δούμε βέβαια κάτι ιδιαίτερα πρωτότυπο:


Την Πρωτοχρονιά του 1969 λοιπόν η Ρένα Βλαχοπούλου έκοβε τη βασιλόπιτα του θεάτρου «Ακροπόλ» μαζί με τον επιχειρηματία του, τον θρυλικό Βασίλη Μπουρνέλη. Εκείνη τη σεζόν, 1968-69, παρουσιάστηκαν δυο επιθεωρήσεις στο θέατρο «Ακροπόλ»: Άλλος για κούρεμα και Η γυναίκα του ’69 στις οποίες πρωταγωνιστούσαν οι Ρένα Βλαχοπούλου, Γιώργος Κωνσταντίνου, Μάρθα Καραγιάννη και οι δύο Γιάννηδες Βογιατζήδες, ο δημοφιλής κωμικός και ο δημοφιλής τραγουδιστής...

Το κόψιμο της βασιλόπιτας είναι μια παλιά παράδοση στα αθηναϊκά θέατρα. Παλιότερα, πριν το 1950, τα θέατρα έπαιζαν το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς και η βασιλόπιτα κοβόταν επί σκηνής, παρουσία του κοινού. Αργότερα όμως βελτιώθηκαν οι συνθήκες του επαγγέλματος των ηθοποιών και η παράσταση της παραμονής κόπηκε. Έτσι οι ηθοποιοί βρίσκονταν στα πόστα τους την πρώτη μέρα του χρόνου, συνήθως για δύο παραστάσεις, και κόβουν κάποια στιγμή και τη βασιλόπιτά τους, γύρω από την οποία φυσικά φωτογραφίζονται... Ωστόσο, ακόμα κι όταν καθιερώθηκε η αργία της Παραμονής της Πρωτοχρονιάς, η Ρένα Βλαχοπούλου έκανε πολλές φορές ρεβεγιόν μακριά από το σπίτι της. Για να δούμε ένα από αυτά τα ρεβεγιόν θα πάμε πενήντα χρόνια πίσω.


Στην παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1959. Η Ρένα Βλαχοπούλου πραγματοποιεί μια έκτακτη εμφάνιση στο ρεβεγιόν που διοργανώνει το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία». Το φωτογραφικό ντοκουμέντο δεν χρειάζεται περισσότερα σχόλια... Στη δεκαετία του '50 αλλά και του '60, η Ρένα είναι πρώτο όνομα στα νυχτερινά κέντρα της Αθήνας και φυσικά πολλοί Αθηναίοι και Αθηναίες επιλέγουν να κάνουν ρεβεγιόν μαζί της!


Ας πάμε όμως ακόμα πιο πίσω, αλλά ας μείνουμε στην ίδια γειτονιά, πέριξ της «Μεγάλης Βρετανίας». Τι συνέβη εκεί γύρω στις 31 Δεκεμβρίου 1955; Μας πληροφορούν τα Νέα της 2ας Ιανουαρίου 1956:

Οι πρωταγωνισταί της νέας εγχρώμου Ελληνικής ταινίας «Πρωτευουσιάνικες
περιπέτειες» Ρένα Βλαχοπούλου και Στέφανος Στρατηγός προσέφερον προχθές,
παραμονήν του Νέου Έτους, δώρα στους αστυφύλακες της Τροχαίας. Στη φωτογραφία οι
δύο καλλιτέχνες ενώ χαιρετούν ένα τροχονόμο απέναντι από το ξενοδοχείο της
«Μεγάλης Βρεταννίας».

Αυτό που δεν διευκρίνιζε ο συντάκτης των Νέων είναι ότι δεν επρόκειτο (απλώς;) για ένα διαφημιστικό κόλπο: η προσφορά των δώρων στον αστυφύλακα ήταν μέρος της ταινίας! Δίχως να έχει κάποια ιδιαίτερη σχέση με την υπόθεση της ταινίας, υπάρχει αυτή η χαριτωμένη σεκάνς με γοητευτικές εικόνες της Παραμονής Πρωτοχρονιάς στην Αθήνα του 1955... Γονείς, γιαγιάδες, παππούδες και παιδάκια να διαλέγουν δώρα στις υπαίθριες αγορές της πόλης... Αντίστοιχες εικόνες μπορεί να δει κανείς και στη συγκινητική Κάλπικη λίρα του Γιώργου Τζαβέλλα που είχε γυριστεί ένα χρόνο νωρίτερα, ωστόσο οι Πρωτεουσιάνικες Περιπέτειες κερδίζουν πόντους (αν και λιγότερο καλή ταινία, σαφώς), επειδή είναι έγχρωμες και αποτυπώνουν καλύτερα το εορταστικό κλίμα της πρωτεύουσας. Χαρείτε λοιπόν την Αθήνα της 31ης Δεκεμβρίου του 1955 και αυτό το ξεχασμένο πια έθιμο της προσφοράς δώρων στους τροχονόμους (με όποιους συνειρμούς σας γεννούν τα πρόσφατα γεγονότα...)






Υπενθυμίζω ότι οι Πρωτεουσιάνικες Περιπέτειες είναι η δεύτερη έγχρωμη ελληνική ταινία μεγάλου μήκους, αλλά είναι η πρώτη με σύγχρονο θέμα και έχει μεγάλη αξία για το ελληνικό σινεμά και επειδή διασώζει τις έγχρωμες κινούμενες εικόνες της Ελλάδας του ’50 και επειδή φιλοξενεί μια λιγότερο γνωστή εικόνα της Ρένας Βλαχοπούλου που πραγματοποιούσε με αυτή την ταινία το ντεμπούτο της στο ελληνικό (αλλά όχι και στο παγκόσμιο...) σινεμά... Για την ταινία αυτή θα έχουμε να πούμε πολλά το 2009...

Προς το παρόν όμως, ακούγοντας τη Ρένα στο γλυκό τραγούδι του Μίμη Πλέσσα "Φεύγουν τα χρόνια" από την ταινία Ραντεβού στον αέρα του Γιάννη Δαλιανίδη (που έχει γενέθλια σήμερα, χρόνια του πολλά!), εύχομαι καλή χρονιά σε όλους και όλες, Υγεία και ειρήνη—παντού...

Ημερολόγια με Ρένα!

Χρονιά της Ρένας Βλαχοπούλου το 2009—αν κρίνουμε από τα ημερολόγια που κυκλοφόρησαν στην αγορά τις τελευταίες εβδομάδες: η Ρένα φιγουράρει στα εξώφυλλα δύο ημερολογίων γραφείου... Το ένα από αυτά μάλιστα είναι αφιερωμένο στη Ρένα Βλαχοπούλου—κατά το ήμισυ. Γιατί το άλλο μισό του είναι αφιερωμένο στον Ντίνο Ηλιόπουλο.

Την παράδοση των ημερολογίων με θέματα από τον ελληνικό κινηματογράφο ξεκίνησαν οι εκδόσεις Καστανιώτη τον Δεκέμβριο του 1992. Στο εξώφυλλο του πρώτο ημερολογίου που εξέδωσαν τότε με ατάκες από αγαπημένες ταινίες του παλιού ελληνικού σινεμά είχε κεντρική θέση η Ρένα Βλαχοπούλου σε μια πόζα από τη Χαρτοπαίχτρα. Από τότε σχεδόν κάθε χρόνο φωτογραφίες ή/και ατάκες από ταινίες της Ρένας γέμιζαν κάποιες από τις σελίδες των ημερολογίων του Καστανιώτη—κάποιες φορές και το εξώφυλλο. Φέτος όμως, η Ρένα έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στο ημερολόγιο του 2009 που τιτλοφορείται Η τρελή σαραντάρα κι ο ατσίδας και είναι γεμάτο με φωτογραφίες και ατάκες από ταινίες της αιώνιας σαραντάρας Ρένας Βλαχοπούλου και του αιώνιου ατσίδα Ντίνου Ηλιόπουλου.

Την επιμέλεια αυτού του ημερολογίου είχε ο Βασίλης Σπηλιόπουλος, ο οποίος σημειώνει μεταξύ άλλων στον πρόλογό του:
Τρεις ταινίες κάνανε μαζί στη χρυσή περίοδο της ελληνικής κωμωδίας. Μα
γιατί
μόνο τρεις;
Αυτή γλωσσού, σαρωτική, εκρηκτική... Αυτός cool,
δειλός,
ντελικάτος...
(...)
Τα χρόνια περνάνε... τους βλέπεις, τους
ξαναβλέπεις
και αναρωτιέσαι. Γιατί μόνο τρεις; Πώς τους άφησαν ο
Σακελλάριος, ο Δημόπουλος
να τους ξεφύγουν;

Έχει δίκιο ο Σπηλιόπουλος. Γιατί να τους χαιρόμαστε μαζί μόνο στις τρεις ταινίες του Γιάννη Δαλιανίδη (Μερικοί το προτιμούν κρύο, Κάτι να καίει, Φωνάζει ο κλέφτης); Βέβαια, υπήρξε και μια τέταρτη συνάντησή τους, όταν προσπάθησαν να νεκραναστήσουν την ελληνική κωμωδία με τις Φανταρίνες το 1979, αλλά το αποτέλεσμα δεν ήταν το ίδιο εκρηκτικό (και υπάρχει επίσης μαγνητοσκοπημένη η δεύτερη και τελευταία θεατρική τους συνάντηση στους Τελευταίους ΠΑΣΟΚράτορες του θέατρου «Καλουτά», 1988-89, αλλά εκεί πια το κείμενο πάσχει πολύ και οι τεχνικές συνθήκες της μαγνητοσκόπησης είναι άθλιες...)

Χάρη λοιπόν στις εκδόσεις Καστανιώτη, όλο το 2009 «θα είναι μαζί, εναλλάς ο Ντίνος κι η Ρένα, ξανά και ξανά, από βδομάδα σε βδομάδα, από ταινία σε ταινία... Κι όχι μόνο τρεις, περισσότερες, πολύ περισσότερες...»

Το καλαίσθητο ημερολόγιο-λεύκωμα του «Καστανιώτη» είναι γεμάτο από φωτογραφίες της Ρένας, και κάποιες από αυτές δεν δημοσιεύονται πολύ συχνά. Θα είναι σίγουρα μια καλή παρέα για το 2009.

Καλή παρέα είναι όμως και το ημερολόγιο του 2009 που εξέδωσαν οι «Μοντέρνοι Καιροί» του Κ. Γιαννίκου: και πάλι η Ρένα Βλαχοπούλου στο εξώφυλλο, μαζί με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο αυτή τη φορά, από την ταινία Φωνάζει ο κλέφτης. Αυτή η έκδοση περιέχει αποκλειστικά αφίσες του ελληνικού κινηματογράφου από τη συλλογή του Παντελή Παλιεράκη. Πρόκειται δηλαδή για το ίδιο υλικό που θα βρει κανείς και στην έκδοση με τις Αφίσες του ελληνικού κινηματογράφου που παρουσίασε το blog πριν από λίγο καιρό. Αν δεν προμηθευτήκατε εκείνη, μπορείτε να προμηθευτείτε αυτήν, ωστόσο εκείνη έχει περισσότερο υλικό.

Να πω, ακόμα, ότι Ρένα Βλαχοπούλου θα βρείτε σε δυο ακόμα ημερολόγια του 2009 που εξέδωσαν οι εκδόσεις Σιούτρης (που έχουν επίσης παράδοση στην έκδοση ημερολογίων με θέματα και φωτογραφίες από τον παλιό λαϊκό κινηματογράφο). Πρόκειται για το ημερολόγιο τοίχου Κορίτσια για φίλημα που αφιερώνει τους 12 μήνες του 2009 σε 12 κορίτσια του ελληνικού σινεμά, για την ακρίβεια σε 11 συν μία ωραίες του ελληνικού σινεμά (η μία είναι η μοναδική Γεωργία Βασιλειάδου...) Σ’ αυτό το ημερολόγιο μήνας Ρένας Βλαχοπούλου είναι ο Οκτώβριος... Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορεί και ένα μικρότερο ημερολόγιο με τίτλο Ρε πού πάμε, που φιλοξενεί τη Ρένα και στο εξώφυλλο αλλά και στη σελίδα του Αυγούστου...

Ε, ναι, το 2009 θα είναι η χρονιά της! Ελπίζω και η δική μας!

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008

Χριστούγεννα...

Σαράντα χρόνια πίσω θα ταξιδέψουμε με τη σημερινή ανάρτηση: στα Χριστούγεννα του 1968. Με τη βοήθεια ενός ρεπορτάζ της Μαρίας Παπαδοπούλου που δημιοσιεύτηκε στο Έθνος στις 26 Δεκεμβρίου 1968 με τίτλο «Χριστούγεννα και αστέρια: Πώς έζησαν την «άγια μέρα» πρωταγωνισταί και ηθοποιοί». Ας διαβάσουμε τον πρόλογο:

Παράξενα Χριστούγεννα τα φετεινά: 25 Δεκεμβρίου 1968: Ο Άνθρωπος ταξιδεύει στον διαστημικό χώρο και πατάει το νεκρό ασημένιο αστέρι των ερωτευμένων. Μαζί με τον χρόνο, που σβύνει, πεθαίνει άλλος ένας μύθος, ένα ακόμη κομματάκι ρωμανιστμού, καθώς γεννιέται μια νέα εποχή. Λένε πως βρισκόμαστε στην αρχή μιας καινούριας Αναγεννήσεως. Ωστόσο, ο κόσμος μας είναι πάντα δεμένος στο άρμα των άλυτων προβλημάτων, στο κύκλωμα της γήινης μικροχαράς. Γιορτάζει ένα άλλο «ρεβεγιόν» με χάρτινα λαμπερά αστέρια, ψεύτικα ασήμια, παιδικά στολίδια την ίδια ώρα που το «Απόλλων 8» θα πλησιάζει το φεγγάρι και στην Βηθλεέμ σχηματίστηκε—λένε τα ξένα πρακτορεία—ένα τεράστιο Ουράνιο Τόξο. Κάτω από τον βαθυγάλανο νυκτερινό ουρανό της Αθήνας, τα δικά μας αστέρια της φήμης και της επιτυχίας γιώρτασαν, σε μικρές ή μεγάλες ομάδες, το πατροπαράδοτο ελληνικό «ρεβεγιόν» απλά, οικογενειακά.

Στο ρεπορτάζ διαβάζουμε για το ρεβεγιόν της εγκυμονούσας Τζένης Καρέζη και του Κώστα Καζάκου, για τα δώρα που δέχτηκε η Έλλη Λαμπέτη, τις σκέψεις και τις ευχές της επίσης εγκυμονούσας Αλίκης Βουγιουκλάκη, της Μάρως Κοντού, της Μαίρης Χρονοπούλου, της Άννας Φόνσου, του Κώστα Βουτσά και, φυσικά, της Ρένας Βλαχοπούλου. Ας διαβάσουμε τη σχετική παράγραφο:

Η Ρένα Βλαχοπούλου πέρασε σπίτι της τα Χριστούγενα. Νιόνυμφη—φέτος παντρεύθηκε—με τον άνδρα της, λίγους φίλους και λίγο χαρτάκι. [Σημείωση του Rena Fan: αυτό είναι λάθος, ο γάμος της Ρένας και του Γιώργου Λαφαζάνη έγινε την προηγούμενη χρονιά, τον Σεπτέμβριο του 1967] Είναι μελαγχολική και δηλώνει: τα Χριστούγεννα δεν την πείθουν ότι μπορούν να την ξανανοιώσουν ψυχικά. Η Τηλεόρασις έπαιξε χθες την πρώτη της ταινία, το πρώτο έγχρωμο μιούζικαλ, όπου η Ρένα υποδύεται μια κοπέλλα από την Κέρκυρα. Την χάρηκε ο κόσμος, την χαίρεται πάντα. Είναι το άστρο, που λάμπει, σε πείσμα της μελαγχολίας της.


Η Ρένα Βλαχοπούλου στην πρώτη της ταινία
Πρωτευουσιάνικες Περιπέτειες (1956) που προβλήθηκε για πρώτη φορά από την ασπρόμαυρη τηλεόραση τα Χριστούγεννα του 1968.


Σαν σήμερα λοιπόν, Χριστούγεννα του 1968, η ελληνική τηλεόραση μετέδωσε για πρώτη φορά την πρώτη ταινία της Ρένας, τις έγχρωμες Πρωτευουσιάνικες Περιπέτειες που, βέβαια, το ελληνικό τηλεοπτικό κοινό τις χάρηκε τότε ασπρόμαυρες. Στην ταινία αυτή θα επιστρέψουμε την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Ας μείνουμε τώρα στη μελαγχολία της Ρένα μας, μια μελαγχολία που δεν έλειπε από την καθημερινότητά της, από ό,τι λένε οι μαρτυρίες, παρά την κεφάτη περσόνα των ρόλων της. Την ίδια εκείνη χρονιά το 1968, ακούστηκε για πρώτη φορά στην Αμερική ένα τραγούδι που η Ρένα Βλαχοπούλου αγάπησε πολύ και μετέφερε με αυτό τη μελαγχολία της στη σκηνή 34 χρόνια αργότερα. Αυτό το τραγούδι θα μοιραστώ σήμερα μαζί σας μέσα από ένα χριστουγεννιάτικο τηλεοπτικό πρόγραμμα του 1993. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.



Η Ρένα Βλαχοπούλου και η Τέτα Ντούζου σε χριστουγεννιάτικο ντεκόρ. Από την τηλεοπτική σειρά του ΑΝΤ1
Μάλιστα, Κύριε (Δεκέμβρης 1992)


Τον Ιούλιο του 1992, στην εκπομπή του ΑΝΤ1 Απόψε με τον Τέρενς Κουίκ, ο γνωστός δημοσιογράφος κάνει την τελευταία του ερώτηση στη Ρένα Βλαχοπούλου: «Αν ο πρωθυπουργός σου έλεγε "Ρένα, πες μου ένα τραγούδι", ποιο θα ήταν αυτό;» Η Ρένα σκέφτεται λίγο και αρχίζει να τραγουδάει τη γνωστή επιτυχία του Louis Armstrong (που έγραψαν ο Bob Thieleμε το ψευδώνυμο George Douglasκαι ο George David Weiss):
I see trees of green, red roses, too,
I see them grow for me and you.
And I say to myself
“What a wonderful world”

Και αμέσως προσθέτει: «Βέβαια, έτσι που εγινε ο κόσμος μας θα πρέπει να του πω: “What a terrible world” γιατί έτσι τον καταντήσανε».


Λίγες μέρες μετά, η Ρένα Βλαχοπούλου συμφώνησε να εμφανιστεί τον χειμώνα του 1992-93 στην παράσταση του θεάτρου «Ακροπόλ» που θα γιόρταζε τα 100 χρόνια της Επιθεώρησης (και τελικά τιτλοφορήθηκε, μετά τη νίκη της Βούλας Πατουλίδου στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης, Για την Ελλάδα ρε γαμώτο, έχουμε αναφερθεί και στο παρελθόν στην παράσταση αυτή εδώ). Δεν γνωρίζω αν ήταν ιδέα της Ρένας Βλαχοπούλου ή των άλλων συντελεστών του «Ακροπόλ», το τραγούδι αυτό πάντως εντάχθηκε στην παράσταση.


Στο πρώτο μέρος (και αφού είχε ήδη εμφανιστεί στην έναρξη του έργου και στο βασικό της νούμερο), με το τραγούδι αυτό η Ρένα αναβίωνε τον θεσμό της τραγουδίστριας της επιθεώρησης. Αρχικά κατέβαινε μια οθόνη που πρόβαλε υποτίθεται απόσπασμα από κάποιο τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων με δυσάρεστα νέα και αμέσως εμφανιζόταν η Ρένα για να πει: «Δυστυχώς, όλο δυσάρεστες ειδήσεις ακούμε πλέον και δεν ξέρω αν αυτό θα αλλάξει. Θα ήθελα λοιπόν να σας πω ένα τραγούδι για τον όμορφο κόσμο μας». Και, ενώ στην οθόνη πίσω της συνέχιζαν να εναλλάσσονται όμορφες και άσχημες εικόνες του κόσμου μας, η Ρένα τραγουδούσε το τραγούδι αυτό: έλεγε όμως μόνο την πρώτη στροφή στα αγγλικά, μετά συνέχιζε με ελληνικούς στίχους του Άγγελου Πυριόχου.

Τότε που ο ουρανός ήταν σκεπή
και η βροχή μια μουσική
που τα βήματα αν βρεις
σ’ όμορφο κόσμο θα μπεις.
Μα χάθηκε το χρώμα από τον ουρανό
κι οι νότες σ’ άλλο τόνο
τις παίζω και πονώ.
Και ρωτώ γιατί
σ’ ένα κλουβί
είναι κλειστό το «σ’ αγαπώ».
Ρίξε μια ματιά
παντού μοναξιά
Κλαμμένα παιδιά
παιχνίδια η φωτιά.
Και πώς να κοιμηθώ
σ’ αυτόν τον κόσμο που ζω.

Ήταν μια συγκινητική στιγμή της παράστασης (που είχε βέβαια αρκετές συγκινητικές στιγμές στο δεύτερο μέρος της, στο αφιέρωμα στα 100 χρόνια Επιθεώρησης) κι η ίδια η Ρένα δάκρυζε κάθε βράδυ στο τέλος του τραγουδιού (ίσως δάκρυ θεατρίνας, ίσως δάκρυ ανθρώπου, ίσως και τα δυο). Δυστυχώς, όταν, λίγους μήνες μετά το τέλος των παραστάσεων, ο ΑΝΤ1 πρόβαλε την επιθεώρηση αυτή, θεώρησε περιττή αυτή τη σκηνή και την έκοψε (προβλήθηκε μόνο η κάθοδος της οθόνης)! Ευτυχώς όμως, έναν χρόνο αργότερα, τον Δεκέμβρη του 1993, ο σταθμός επανόρθωσε. Πρόβαλε ένα χριστουγεννιάτικο αφιέρωμα στον δίσκο της Αλέξιας Η Αλέξια τραγουδάει τα κλασικά στον οποίο η Ρένα τραγουδάει ντουέτο με τη νεαρή τραγουδίστρια το «Έχω απόψε ραντεβού». Στο αφιέρωμα αυτό, εκτός από το video clip του «ραντεβού», η Ρένα μας χάρισε και τον «Όμορφο κόσμο» ως «ένα τραγούδι που αγαπά ιδιαίτερα», όπως το παρουσίασε ο Μ. Δελαπόρτας. Από αυτήν την εκπομπή λοιπόν το video clip που ακολουθεί.





Λίγους μήνες αργότερα, ο Μ. Δελαπόρτας αποφάσισε να εντάξει την ηχογράφηση αυτή στον προσωπικό του δίσκο Όλα τα παιδιά του κόσμου τα έσοδα του οποίου προσφέρθηκαν από τους συντελεστές του στα παιδιά με μεσογειακή αναιμία και το παραπάνω βίντεο έγινε το επίσημο video clip που παίχτηκε αρκετές φορές σε διάφορουςμικρούς κυρίωςτηλεοπτικούς σταθμούς.


Ιδιόχειρη αφιέρωση του τραγουδιού «Όμορφος κόσμος» από τη Ρένα Βλαχοπούλου «σε όλα τα παιδιά του κόσμου» (από το εξώφυλλο του δίσκου
Όλα τα παιδιά του κόσμου, 1994)


Τα φετινά Χριστούγεννα, με όσα συνέβησαν και συμβαίνουν, νομίζω πως συμμερίζομαι τη χριστουγεννιάτικη μελαγχολία της Ρένας Βλαχοπούλου του 1968 και την πίκρα που έβγαινε από το χριστουγεννιάτικο τραγούδι της το 1993. Παρόλα αυτά, εύχομαι σε όλους και όλες χρόνια πολλά και καλά. Και διατηρώ μια μικρή ελπίδα ότι μπορεί κάτι να γίνει και αυτός ο κόσμος να ομορφύνει και πάλι...

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2008

Το πολεμικό τραγούδι της Ρένας Βλαχοπούλου κυκλοφορεί σε CD!

Αυτό κι αν είναι χριστουγεννιάτικο δώρο! Μπορεί η συλλεκτική έκδοση της Οδού Ονείρων που θα περιείχε το φιλμάκι της παράστασης με τη Ρένα Βλαχοπούλου και τον Μάνο Χατζιδάκι να μην κυκλοφόρησε ακόμα (είχε ανακοινωθεί ότι θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο, αλλά ποιος ξέρει πού σκάλωσε η υπόθεση), ωστόσο η MINOS-EMI μας έκανε ένα άλλο εξίσου σημαντικό δώρο. Πριν από λιγες μέρες κυκλοφόρησαν, σε επιμέλεια Μ. Δελαπόρτα, δυο κασετίνες (με τέσσερα CD η καθεμιά) με τίτλο Μέρες Ραδιοφώνου. Αν και η φωτογραφία της Ρένας Βλαχοπούλου βρίσκεται στο εξώφυλλο της δεύτερης κασετίνας που περιέχει ελαφρά τραγούδια της δεκαετίας του '50, σημαντικότερη είναι η πρώτη κασετίνα που καλύπτει τη δεκαετία του '40 και περιέχει και δύο από τα τραγούδια που πρόλαβε να ηχογραφήσει η Ρένα Βλαχοπούλου σε δίσκους 78 στροφών το 1941 λίγο πριν μπουν οι Γερμανοί στην Αθήνα και κλείσει το εργοστάσιο δίσκων.

Τα τραγούδια που περιέχονται στην κασετίνα αυτή είναι αφενός η θρυλική "Κονσίτα" των Τάσου Βάμπαρη-Κρέωνα Ρηγόπουλου, που εδώ στο blog ακούμε ήδη από το καλοκαίρι χάρη στον φίλο blogger desmich (ο οποίος "ενημερώνει" διαρκώς το blog του με κλασικές ηχογραφήσεις ελαφρών τραγουδιών) και αφετέρου το "Όταν θα 'ρθεις", το πολεμικό τραγούδι των Κώστα Γιαννίδη-Μίμη Τραϊφόρου που ερμήνευε η Ρένα Βλαχοπούλου στη βραχύβια πολεμική επιθεώρηση του θεάτρου "Μοντιάλ" Πολεμική Αθήνα (διαβάστε τη σχετική ανάρτηση εδώ). Πρόκειται για ένα ανεκτίμητο δώρο για όσους/όσες αγαπούν τη Ρένα Βλαχοπούλου και αναζητούν απεγνωσμένα τις 6 ηχογραφήσεις που έκανε στα χρόνια του '40. Με την έκδοση αυτή αποκτούμε επισήμως τις 2 από αυτές ενώ γεννιούνται αυτόματα ελπίδες ότι θα ακούσουμε άλλη μία, δηλαδή το flip side της "Κονσίτας", που είναι, σύμφωνα με τον Οδηγό της ελληνικής δισκογραφίας του Διονύση Μανιάτη, το τραγούδι "Χωρισμένοι κι αν ζούμε" που τραγουδούν μαζί η Ρένα Βλαχοπούλου και η Σούλα Καραγιώργη!

Όσο για τη δεύτερη κασετίνα, όπου ακούγονται οι ηχογραφήσεις της δεκαετίας του '50, περιλαμβάνει τέσσερα τραγούδια της Ρένας (που περιέχονται και σε άλλες συλλογές): "Ομόνοια Πλας", "Σατράπη μου", Κάποιος, κάπου, κάποτε", "Έχω απόψε ένα κέφι τρελό". Γενικά, και οι δυο συλλογές περιλαμβάνουν τραγούδια που στην πλειοψηφία τους έχουν κυκλοφορήσει ήδη σε CD (τα περισσότερα από αυτά και στη συλλογή της εφημερίας Το Βήμα που επιμελήθηκε ο Σιδερής Πρίντεζης), ενώ, δυστυχώς, δεν αναφέρονται οι χρονολογίες ηχογράφησης των τραγουδιών ούτε κάποια άλλα στοιχεία πέρα από τα ονόματα των δημιουργών τους. Ωστόσο αυτά τα δυο σπάνια τραγούδια της Ρένας είναι πραγματικό απόκτημα για το κοινό της και τα 35 ευρώ για την πρώτη κασετίνα αξίζουν δίχως συζήτηση... Η ερμηνεία της Ρένας Βλαχοπούλου στο πολεμικό της τραγούδι "Όταν θα 'ρθεις" είναι υπέροχη. Στο άκουσμα των πρώτων λέξεων "Δεν το πίστευα" την έκπληξη και την αμφιβολία ("Αυτή είναι η Ρένα;") διαδέχεται η σιγουριά ("Ναι, αυτή είναι!") όταν τραγουδά τη λέξη "καλέ μου" και τραβάει το "ε" με τον δικό της χαρακτηριστικό τρόπο.

Καταλαβαίνετε λοιπόν τι θα ακούγεται στο blog αυτό τον Οκτώβριο του 2009!

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

...είμαι ο αστυνόμος...

Πριν από ογδόντα περίπου χρόνια ένα παιδάκι τραγουδούσε πάνω σ' ένα τραπέζι:
"...είμαι ο αστυνόμος
ο ζωντανός ο νόμος
χωρίς εμένα η τάξη
διασαλεύεται..."

Ποια τάξη; Ποιος νόμος;

Από σήμερα ένα παιδί δεν θα ξανατραγουδήσει ποτέ.

"Αφίσες από τον ελληνικό κινηματογράφο" από το αρχείο του Π. Παλιεράκη

Μια ακόμα, σχετικά πρόσφατη, έκδοση που ενδιαφέρει τους φίλους και τις φίλες του ελληνικού κινηματογράφου και φυσικά και αυτό το μπλογκ σας παρουσιάζω σήμερα. Πρόκειται για το λεύκωμα Αφίσες από τον ελληνικό κινηματογράφο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μοντέρνοι καιροί» του Κ. Γιαννίκου και περιέχει κινηματογραφικές αφίσες από το αρχείο του Παντελή Παλιεράκη.


Ο Παντελής Παλιεράκης ήταν αρχικά αστυνομικός αλλά γρήγορα τον κέρδισε ο κινηματογράφος. Δούλεψε για τριάντα χρόνια ως φροντιστής σε πάρα πολλές ταινίες. Οι περισσότερες από αυτές ήταν παραγωγές της Φίνος Φιλμ.Τις αναμνήσεις του από αυτή τη «θητεία» στον Φίνο τις κατέγραψε με τη βοήθεια του Αλκίνοου Μπουνιά στο βιβλίο 30 χρόνια πίσω από την κάμερα της Φίνος Φιλμ που εκδόθηκε το 1983 από τις εκδόσεις Σμυρνιωτάκη (και επανεκδόθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’90 με εμπλουτισμένο φωτογραφικό υλικό και έναν πρόλογο του Ιάσονα Τριανταφυλλίδη).


Στο βιβλίο εκείνο διηγείται πολλά ενδιαφέροντα παρασκήνια από τα γυρίσματα ταινιών με όλα τα μεγάλα και λιγότερο μεγάλα αστέρια του ελληνικού σινεμά. Υπάρχει φυσικά και ένα κεφαλαιάκι αφιερωμένο στη Ρένα Βλαχοπούλου, στο οποίο ο Παλιεράκης θυμάται ότι συνήθως όταν πήγαινε να την πάρει από το σπίτι της για να την πάει στο γύρισμα, συναντούσει μια Βλαχοπούλου υπό κατεδάφισιν («Ωρέ πού με πάτε εμένα τη γρια;»). Ωστόσο, μόλις έμπαινε στο πλατώ, η Ρένα μεταμορφωνόταν σε αυτό που όλοι/ες γνωρίσαμε και αγαπήσαμε. Επίσης ο Παλιεράκης θυμάται ότι η Ρένα έχανε πολύ συχνά την πίπα της και αναστάτωνε όλο το συνεργείο για να της τη βρούνε («Ωρέ τη χρυσή μου την πίπα, βρείτε την!»), διαφορετικά ήταν ικανή να σταματήσει το γύρισμα. Ο Παλιεράκης διηγείται πως ήταν μια πλαστική πίπα και όταν την έβρισκαν της έλεγε «Πλαστική είναι, Ρένα μου, γιατί τη λες χρυσή;» και εκείνη απαντούσε «Ωρέ έτσι το είπα, για να μου τη βρείτε». (Ωστόσο η ίδια η Ρένα είχε δηλώσει στον Νίκο Χατζηνικολάου ότι δεν ήταν πλαστική, απεναντίας ήταν μια ακριβή πίπα Ronson…)

Η Ρένα Βλαχοπούλου χαρούμενη που βρήκε τη χρυσή της πίπα...


Κάποιες φορές ο Παλιεράκης εμφανίστηκε και μπροστά στην κάμερα, παίζοντας μικρούς, χαρακτηριστικούς ρόλους, όταν δεν υπήρχε άλλος διαθέσιμος ηθοποιός. Για παράδειγμα, είναι ο σωφέρ της Αλίκης Βουγιουκλάκη στην ταινία Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο (με τη Βουγιουκλάκη τον συνδέει ένα άσχημο περιστατικό: σύμφωνα με αφηγήσεις του ιδίου, η πρωταγωνίστρια έσβησε κάποτε το τσιγάρο της στο πρόσωπό του, πράγμα που φυσικά η Βουγιουκλάκη διέψευσε επανειλημμένα).

Ο Παλιεράκης εμφανίζεται όμως και μαζί με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Στη θρυλική Χαρτοπαίχτρα ο ηθοποιός που επρόκειτο να υποδυθεί τον αστυνομικό που συλλαμβάνει την παρέα της χαρτοπαίχτρας και τους οδηγεί στο Τμήμα, αρνούνταν να φερθεί βίαια στη Ρένα Βλαχοπούλου. «Βρε δεν είμαι η Βλαχοπούλου τώρα, ηθοποιός είμαι», του έλεγε εκείνη, αλλά εκείνος δεν μπορούσε να τη σπρώξει όσο δυνατά ήθελε ο σκηνοθέτης Γιάννης Δαλιανίδης. Την κατάσταση έσωσε ο Παλιεράκης που ανέλαβε και έπαιξε τον ρόλο του βίαιου αστυνομικού. Τον έπαιξε μάλιστα τόσο πειστικά που, όπως φαίνεται και στην ταινία, η Βλαχοπούλου μάλλον δυσανασχέτησε πραγματικά με το σπρώξιμο...

Ας επανέλθουμε όμως στην πρόσφατη έκδοση με τις αφίσες του ελληνικού κινηματογράφου που καλύπτουν το διάστημα 1950-1985. Σ’ αυτή θα βρείτε αφίσεις από ταινίες της Φίνος Φιλμ κυρίως, αλλά και άλλων ελληνικών εταιριών (κωμωδίες, δράματα, αλλά και κάποιες ταινίες σεξ). Είναι μια ευκαιρία να κάνετε ένα γοητευτικό ταξίδι στον χρόνο και να δείτε τις διαφημιστικές τεχνικές των κινηματογραφικών εταιριών και βέβαια πώς αυτές εξελίσσονται μέσα σ’ αυτά τα χρόνια που καλύπτει η έκδοση.

Σε ό,τι αφορά τη μούσα μας, Ρένα Βλαχοπούλου, υπάρχουν συνολικά δέκα αφίσες από τις εξής ταινίες της: Μερικοί το προτιμούν κρύο, Ένα κορίτσι για δύο, Χαρτοπαίχτρα, Κορίτσια για φίλημα, Ραντεβού στον αέρα, Φωνάζει ο κλέφτης, Βουλευτίνα Η Ρένα είναι οφ-σάιντ, Να η ευκαιρία και Παριζιάνα (μάλιστα πρόκειται για μια από τις πρώτες αφίσες που τυπώθηκαν για την Παριζιάνα και έχει τον αρχικό τίτλο της ταινίας που ήταν Παριζιάνα απ’ τα Τρίκαλα—στο αρχείο του Rena Fan υπάρχουν συνολικά τέσσερις αφίσες με αυτόν τον τίτλο...)

Οι εκδόσεις «Μοντέρνοι καιροί» χρησιμοποίησαν το υλικό αυτού του βιβλίου (που δημιουργήθηκε με τη συμβολή του Αλέξανδρου Παλιεράκη, γιου του Παντελή) και για ένα ημερολόγιο του 2009 που εκδόθηκε πριν από λίγες μέρες, αλλά με αυτό θα ασχοληθούμε σε μελλοντική ανάρτηση... Τέλος, μια από τις αφίσες αυτές συνοδεύει κάθε εβδομάδα το τηλεοπτικό περιοδικό TiVo (την έκδοση που προσφέρει DVD ελληνικών ταινιών), οπότε έχουμε την ευκαιρία να έχουμε κάποιες από αυτές και σε ελαφρώς μεγαλύτερο μέγεθος και σε χαρτόνι.