Τετάρτη 21 Ιουλίου 2021

Σαν σήμερα το 1980: Δυο ρεπορτάζ και δυο κριτικές

Στις 21 Ιουλίου 1980 η εφημερίδα Τα Νέα δημοσίευσε ένα ρεπορτάζ του Γιώργου Λιάνη σχετικά με τα θεάματα της καλοκαιρινής σεζόν, κυρίως στον χώρο του θεάτρου και του τραγουδιού. Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο τα θέατρα "δεν περπάτησαν" και το κοινό της Αθήνας "διασκεδάζει, αλλά με... πλήξη":
Από πού να αρχίσει τον εξάψαλμο κανένας; Από τις τιμές των εισιτηρίων; Τρακόσες πενήντα το θέατρο! Πενήντα το πρόγραμμα, 50 η ταξιθέτις, 50 η πορτοκαλάς, 80 η γρανίτα άνευ καλαμάκι... Τουτέστιν εξακόσες κατά κεφαλήν...
Γι' αυτό ο κοσμάκης δεν πάει στο θέατρο και κάθεται ευλαβικά στην τηλεόραση...
Κάποτε ο ζωγράφος Μοντριάν εξεστόμισε την εξής "ελπιδοφόρο" κοτσάνα περί της τέχνης: "Η τέχνη θα εξαφανίζεται καθώς η ζωή θα αποκτά περισσότερη ισορροπία...".
Στην Αθήνα συνεπώς με την ανισόρροπη ζωή που ζούμε η τέχνη δεν θα εξαφανιστεί ποτέ...
Και για του λόγου το αληθές ιδού το οδοιπορικό μιας βραδινής περιήγησης σε θέατρα και θεάματα, κέντρα και αναψυκτήρια.
Στο "Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού" του Μίκη Θεοδωράκη η ταπεινή μου άποψη είναι ότι σπάνια ένα καθιερωμένος σκηνοθέτης, όπως ο Αλέξης Σολομός, δεν ανταποκρίθηκε σ' ένα θεατρικό έργο, πες ελεγεία ή λαϊκή όπερα, γραμμένο από έναν μεγάλο μουσουργό, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης. Η παράσταση λειτουργεί τόσο παγερά ώστε και αυτά ακόμα τα εξαίσια τραγούδια του "ψηλού", όπως το "Στα περβόλια", η "Προδομένη αγάπη", το "Ένα δειλινό" και το "Δοξαστικό", να περνάνε αδιάφορα, αν και είναι τραγουδημένα πολύ όμορφα από τον Γιώργο Νταλάρα.
Αληθινά ποια είναι η αιτία που κάνει τα θέατρα και τους σκηνοθέτες, τους θεατρικούς επιχειρηματίες να γιορτάσουν φέτος τα σαράντα χρόνια του Τσιτσάνη, τα είκοσι χρόνια του Μίκη Θεοδωράκη και ποιος ξέρει τι μας περιμένει ακόμα; Εάν δεν είναι η βαθύτατη θεατρική κρίση και η αμηχανία της Επιθεώρησης, που ολοένα εντείνεται καθώς αυτοί που την υπηρέτησαν σωστά ολοένα λιγοστεύουν (Τσιφόρος, Πρετεντέρης, Πυθαγόρας), τότε τι είναι;
Ποιο είναι το αίτιο που το θέατρο δέχεται αυτές τις καρδιοτονωτικές ενέσεις από το τραγούδι; Γιατί, σε τελευταία ανάλυση, με τούτες τις επικαιρικές επιμειξίες χάνουν και τα δύο είδη...
Δεν φτάνουν οι πελώριες αφίσες του Μίκη και του Νταλάρα, η εκμετάλλευση του Τσιτσάνη, δεν φτάνει ούτε η επιστράτευση μεγάλων τραγουδιστών (Νταλάρας, Μητσιάς, Μοσχολιού) για να σώσουν την κατάσταση. Δεν φτάνει ακόμα το "πυροτέχνημα" ή το "σκάνδαλο", δημιουργημένα έντεχνα σε δοκιμαστικούς σωλήνες, όπου η κουλτούρα προσπαθεί να παράγει αφύσικα ιδιοφυή παιδιά. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση του Φλωρινιώτη, ενός δύσμοιρου από το χωριό Κάτω Κλειναί της Φλώρινας, που έπεσαν πάνω του ως... καννίβαλοι η εταιρία του και οι ιδεολογικοί ταγοί των μουσικών μας πραγμάτων;
Εδώ φτάσαμε στο σημείο η τέχνη, αντί να διαφωτίζει και διεγείρει τη δράση, να συσκοτίζει τον θεατή και να τον αποκοιμίζει με τις κατ' εξακολούθηση ανούσιες παραστάσεις.
Δίχως το ελάχιστο απομεινάρι μαγείας σ' όλα τα θεάματα που παρουσιάζονται αυτόν τον καιρό είναι αδύνατο να υπάρξει τέχνη αληθινή.
Για τι να πρωτομιλήσει κανένας; Για την πτώση των θρύλων Τσιτσάνη, Θεοδωράκη; Για το "χρυσό ρόδο" στο Στάδιο που έγινε αγκάθι για τους διοργανωτές του που υπολόγιζαν σε 60.000 θεατές και είχαν συνολικά 2.000!! Για την αναγκαστική προσγείωση ιπταμένων φιρμών όπως ο πολύς Χούλιο Ιγκλέσιας και η Αμάντα Ληρ... Αναβολές επί αναβολών, "δηλητηριάσεις", μετεωρολογικά φαινόμενα, επιστρατεύθηκαν για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα μια και ο λαός μας το έδειξε καλά ότι άλλο κουτόχορτο δεν επιθυμεί να φάει.
Τούτο το καλοκαίρι είναι σημαδιακό. Από τα δέκα αναψυκτήρια παρέμειναν τα τέσσερα, από τις 20 φίρμες που υπήρχαν στο τραγούδι είναι ζήτημα να απομείναν τρεις που να μπορούν να γεμίσουν ένα κέντρο, ένα γήπεδο και μια συναυλία.
Τούτο το καλοκαίρι είχαμε και μια βίαιη εισβολή ροκατζήδων και ντισκοφιρμών στο χώρο της Αθήνας. Μουσικές που μέχρι σήμερα δεν μπολιάστηκαν ποτέ στο εκρηκτικό μεσογειακό μας ταμπεραμέντο με την υπόδειξη άλλοτε ενός "ροζ" τρόπου ζωής ή κάτω από την κυριαρχία άγνωστων ακόμα αστερισμών, όπως οι δρόγες και η βία.
Όμως ας έρθουμε στα επί μέρους. Αναρωτιούνται οι υπεύθυνοι για ποιο λόγο όποτε έχει ποδόσφαιρο ερημώνει η Αθήνα, σβήνουν τα θέατρα, αδειάζουν τα μαγαζιά. Γιατί τώρα με την Ολυμπιάδα θα ξαναγίνει το ίδιο φαινόμενο;
Γιατί τα θεάματα είναι εξαιρετικά χαμηλού επιπέδου και πανάκριβα, έτσι ώστε το οποιοδήποτε ποδοσφαιρικό ή αθλητικό γεγονός να τα σμπαραλιάζει, γιατί είναι πιο πλούσιο σε θέαμα και κυρίως πιο φθηνό.
Δεν είναι τυχαίο που παραστάσεις με "κράχτες" ασυναγώνιστους όπως ο Τσιτσάνης και ο Θεοδωράκης, ο Νταλάρας, δεν σπάσαν τα ταμεία, όπως περίμεναν όλοι.
Στο ειδικό μέρος θα ξεχωρίσουμε για μια ακόμα φορά το εκτυφλωτικό φαινόμενο της Αλίκης Βουγιουκλάκη, που ό,τι αγγίζει γίνεται χρυσός... Αυτή και αν δεν συνετέλεσε στον αποπροσανατολισμό του κοσμάκη... Αυτή και αν δεν πρόσφερε το τίποτα με τις λάμψεις σμαραγδιού. Ωστόσο, θα πρέπει να της καταμαρτυρήσει κανένας τον πλούτο με τον οποίο αντιμετωπίζει τη δουλειά και το κοινό, τα χρήματα που ρίχνει, το ίδιο της το ταλέντο, φαινόμενα ανεξήγητα για μια εικοσαετία, όπου [sic] μετατρέπει αυτό το αφελέστατο στόρυ που είναι η "Εύθυμη χήρα" σε ζωντανή παράσταση, που την παρακολουθούν κάθε βράδυ 1.500 Αθηναίοι. Στο άρμα της Αλίκης δέθηκαν φέτος πολλοί αξιόλογοι καλλιτέχνες, ο ηθοποιός Ντίνος Ηλιόπουλος, ο στιχουργός Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο πολλά υποσχόμενος χορογράφος Δημήτρης Παπάζογλου, ο ταλαντούχος σκηνογράφος Γιώργος Πάτσας, η Καίτη Λαμπροπούλου.
Στο "Δελφινάριο", το δαιμόνιο ενός παιδιού βγαλμένου από τα σπλάχνα της γειτονιάς, που ακούει στο όνομα Μαροσούλης, έφερε για μια ακόμα φορά την επιθεώρηση "Κάντε τους λιγάκι πρ..." να καταρρίπτει όλο τα ρεκόρ από συστάσεως του ελληνικού θεάτρου!... Το κενό που άφησε ο Πυθαγόρας το κάλυψε ο Γιάννης Καλαμίτσης που οι λίγες μέχρι σήμερα δουλειές του έχουν όλες μια ξεχωριστή ποιότητα. Εδώ πρόκειται για υπερθέαμα. Όλα είναι γιγαντιαία και εντυπωσιακά, από τις επιγραφές, τις αφίσσες, τους φωτεινούς τίτλους, τα σκηνικά μέχρι το ζωντανό υλικό, τους υπεραστέρες του γέλιου Θανάση Βέγγο, Σωτήρη Μουστάκα, Σταύρο Παράβα και Ρένα Βλαχοπούλου. Ο Μεταξόπουλος απλώθηκε τούτη τη φορά και σε άλλες ηπείρους με μια μετάγγιση ρυθμού από ένα μπαλλέτο Νέγρων που βέβαια δεν είναι σπουδαίο αλλά καλύτερο από οποιοδήποτε ελληνικό. Τι κρίμα ωστόσο ατόφια ταλέντα κωμικών, όπως ο Μουστάκας, ο Βέγγος, ο Παράβας να συνθλίβονται μέσα στις μυλόπετρες κειμένων και ιδεών που τίποτα το ξεχωριστό δεν έχουν.
Η πολιτική σάτιρα εξανεμίστηκε από την ελληνική επιθεώρηση. Ακόμα και τα παιδιά της "Ελεύθερης Σκηνής", που γνώρισαν μέρες δόξας σαν "Ελεύθερο Θέατρο", βρίσκονται σε καταφανή αμηχανία. Ωραίες ιδέες αλλά νούμερα που τραβάνε σε μάκρος και δεν τελειώνουν ποτέ, επιστροφή ολοταχώς στην κλασική επιθεώρηση. Ποιος θα θυμηθεί τις αρχικές επαγγελίες, ποιος θα ζητήσει ευθύνες από τους άκρως αυστηρούς της... κουλτούρας, που σφάζανε με το βαμβάκι ό,τι υπήρχε στον χώρο μέχρι που χρειάστηκε το πλήρωμα του χρόνου για να κάνουν κι αυτοί τα ίδια; Δεν φτάνουν οι καλοί ηθοποιοί, ο Χρυσομάλλης, ο Λευτέρης Βογιατζής, δεν φτάνουν τα πανώρια παιδιά που δεν τους λείπει και το ταλέντο (ο Κιμούλης), δεν φτάνει η ικανότητα του Φασουλή και της Παναγιωτοπούλου στο γράψιμο, τα γεγονότα ξεπερνάνε με ιλιγγιώδη ταχύτητα τις καλύτερες προθέσεις. Μπορεί το "Άλσος" Παγκρατίου να είναι κάθε βράδυ γεμάτο, αλλά το κοκκαλιάρικο δάκτυλο του θεατρικού θανάτου έχει αγγίξει και τούτο το θέαμα...
Τι να πει κανείς για τα κέντρα της παραλίας; Τι να πει για τη σκυταλοδρομία Μαρινέλλας-Πάριου-Μαρίνου, που επινόησε ένας νέος ταγός στον χώρο του θεάματος; Μετακαλεί Νέγρους που θυμίζουν Πλάτερς, εγγλέζικα μπαλέτα και δεν ξέρει πόσο περισσότερο νοθεύει τον χώρο όπου μπήκε με το θράσος του νεόπλουτου...

Γιώργος Λιάνης
Τα Νέα, 21-7-1980 

Αξίζει ίσως να θυμηθούμε κάποια πράγματα για τη θερινή σεζόν του 1980, ξεκινώντας από την τελευταία παρατήρηση του Λιάνη για το κέντρο Νεράιδα: ο επιχειρηματίας του παρουσίασε τη Μαρινέλλα, τον Γιάννη Πάριο και τον Γιώργο Μαρίνο, διαδοχικά, για περιορισμένες παραστάσεις τον καθένα. Κάποια στιγμή η Μαρινέλλα επανήλθε, γιατί γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία. Το "Χρυσό ρόδο" ή "Χρυσό τριαντάφυλλο", όπως ήταν πιο γνωστό, ήταν ένας τριήμερος διαγωνισμός ελληνικού και γαλλικού τραγουδιού, στον οποίο εμφανίστηκαν ως guest stars η Δαλιδά, ο Αζναβούρ και ο Τζο Ντασέν, λίγο πριν τον αιφνίδιο θάνατό του, ενώ το ελληνικό τραγούδι εκπροσώπησαν μεταξύ άλλων (και βραβεύτηκαν) η Δήμητρα Γαλάνη, ο Δάκης, η Μίλλυ Καραλή και η Τάνια Τσανακλίδου.


Σε ό,τι αφορά την παρουσία τραγουδιστών και τραγουδιστριών σε θεατρικά μουσικά θεάματα, όντως ο Γιώργος Νταλάρας εμφανιζόταν, μαζί με τον Γιάννη Κούτρα και τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά, στην παράσταση Το τραγούδι του νεκρού αδελφού στο θέατρο Αθήναιον--πρωταγωνιστούσαν η Ελένη Ζαφειρίου και ο Νότης Περγιάλης. Στο Αθηναϊκό Κηποθέατρο γιορταζόταν η σαραντάχρονη καριέρα του Βασίλη Τσιτσάνη με το έργο Συννεφιασμένη Κυριακή (όπως είχαν γιορταστεί την προηγούμενη χρονιά τα 20χρονα του Θεοδωράκη στο Παρκ). Όλος ο θίασος (επικεφαλής οι Μαίρη Χρονοπούλου, Νίκος Δαδινόπουλος, Σπεράντζα Βρανά) εμφανιζόταν σε νούμερα εμπνευσμένα από τραγούδια του μεγάλου συνθέτη, ενώ ο ίδιος εμφανιζόταν στο φινάλε της παράστασης, πλαισιωμένος από τον Μανώλη Μητσιά και την Αλεξάνδρα. Η Βίκυ Μοσχολιού εμφανιζόταν στο θέατρο Παρκ: τραγουδούσε αρχοντορεμπέτικα τραγούδια στην επιθεώρηση Πιάσαμε το... τρίτο. Παρόλο που ο τίτλος (πέρα από το σεξουαλικό υπονοούμενο) παρέπεμπε στο Τρίτο Πρόγραμμα του Χατζιδάκι, η κεντρική ιδέα της επιθεώρησης ήταν το στήσιμο ενός πειρατικού τηλεοπτικού σταθμού που θα ήταν η απάντηση στα τρωτά των δύο, τότε, σταθμών της κρατικής τηλεόρασης. Πρωταγωνιστούσαν η Σμαρούλα Γιούλη, ο Κώστας Καρράς, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, η Ελένη Ανουσάκη και οι ανερχόμενοι Δημήτρης Πιατάς, Ελένη Γερασιμίδου και Στάθης Ψάλτης (στο νούμερο της άτυχης καθαρίστριας που πέφτει από τον 14ο όροφο μιας πολυκατοικίας). Τέλος, ο Γιάννης Φλωρινιώτης (που λίγους μήνες νωρίτερα απογειώθηκε μετά την εκπομπή που του αφιέρωσε ο Μάνος Χατζιδάκις στο Τρίτο Πρόγραμμα και είχε ακουστεί ότι θα συμμετέχει σε μια νέα Οδό Ονείρων που θα ετοίμαζε ο συνθέτης) εμφανιζόταν στο θέατρο Μπουρνέλλη, στο μιούζικαλ Σερ Αντρίκος με τον Σπύρο Καλογήρου και την Ευαγγελία Σαμιωτάκη--παράσταση που δεν "άντεξε", ο Φλωρινιώτης αποχώρησε και το πρωταγωνιστικό ζευγάρι ανέβασε την επιθεώρηση Άρτζι, Μπούρτζι και Ελλάς.

Η Βίκυ Μοσχολιού τραγουδούσε αρχοντορεμπέτικα τραγούδια
στην επιθεώρηση Πιάσαμε το... τρίτο του θεάτρου Παρκ
Πηγή:
Ταχυδρόμος, 7-8-1980

Οι... αμιγώς θεατρικοί θίασοι συμπεριλάμβαναν φυσικά τον θίασο της Αλίκης Βουγιουκλάκη που παρουσίαζε την οπερέτα του Λέχαρ Εύθυμη Χήρα στο θερινό θέατρο Αλίκη, προσαρμοσμένη μάλλον στις... φωνητικές δεξιότητες ενός θιάσου που σαφώς δεν ήταν οπερετικός (οι κακεντρεχείς έλεγαν ότι το κοινό που γνώριζε καλά το έργο του Λέχαρ διαμαρτυρόταν στη διάρκεια της παράστασης για τις αυθαίρετες τροποποιήσεις) αλλά σε μια πανάκριβη παραγωγή--η πρωταγωνίστρια δήλωσε πως είχε κοστίσει 18 εκατομμύρια. Στο Ρουαγιάλ οι Γιώργος Κωνσταντίνου, Μάρθα Καραγιάννη, Νίκος Γαλανός και Μίμης Φωτόπουλος έπαιζαν στο μιούζικαλ του Κωνσταντίνου Οι διάβολοι του Τσάρλι (ήταν η εποχή που "έσκιζαν" στην τηλεόραση οι Άγγελοι του Τσάρλι) και στο Μετροπόλιταν οι Νίκος Ρίζος, Βάσος Ανδριανός, Χαριτίνη Καρόλου στη μουσική κωμωδία Οι ερωτιάρηδες. Οι εμπορικές παραστάσεις πρόζας που πάσχιζαν, μάλλον μάταια, να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του αθηναϊκού κοινού συμπεριλάμβαναν τα έργα Κίμων ο νεόπλουτος (Γιάννης Γκιωνάκης, Γκέλυ Μαυροπούλου--που ο πρόσφατος θάνατός της δυστυχώς πέρασε στα ψιλά στα ΜΜΕ, στη σκιά προφανώς του θανάτου του Τόλη Βοσκόπουλου--, Κατερίνα Γιουλάκη στο θέατρο Αθηνά), Ό,τι θέλει η γυναίκα (Γιώργος Πάντζας, Γωγώ Ατζολετάκη, Σωτήρης Τζεβελέκος στο Φλορίντα), Σου χαρίζω τη γυναίκα μου (Βασίλης Τσιβιλίκας, Ελένη Ερήμου, Γιάννης Μιχαλόπουλος στο Μινώα) και Το στοίχημα (Γιώργος Τζώρτζης, Τόνια Καζιάνη). Σε άλλους δρόμους κινούνταν σαφώς το ρεπερτόριο του Θεάτρου Τέχνης (Ο μπαμπάς ο πόλεμος του Ιάκωβου Καμπανέλλη) και το Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο (Ο μουγγός του Στρατή Καρρά).

Από τις πρόβες της Εύθυμης Χήρας στο κηποθέατρο Αλίκη:
η Αλίκη Βουγιουκλάκη συζητά με τον Γρηγόρη Βαλτινό
υπό το βλέμμα του Δάνη Κατρανίδη.
Πηγή:
Ταχυδρόμος, 12-6-1980

Στο Άλσος Παγκρατίου η Ελεύθερη Σκηνή παρουσίαζε την επιθεώρηση Αναντάμ Παπαντάμ και ο επιθεωρησιακός θίασος του Πειραϊκού Λυρικού (επικεφαλής οι Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Μάκης Δεμίρης, Μαίρη Χαλκιά, Αρτέμης Μάτσας) παρουσίασε τις επιθεωρήσεις Καρχαρίες και ατσίδες, φουκαράδες και μαρίδες και Χαβούζα, Βακτηρίδια και Άγιος Πρεβέζης. Ο δεύτερος τίτλος ήταν φυσικά μια αναφορά στο πολυσυζητημένο έργο του Δημήτρη Κολλάτου Ο Άγιος Πρεβέζης, στο θέατρο Σμαρούλα, με πρωταγωνιστές τον ίδιο και τον Πέτρο Φυσσούν, παράσταση που γνώρισε διάφορες περιπέτειες με δίκες, νευρικό κλονισμό των πρωταγωνιστριών, περικοπές σκηνών και... εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στον Κολλάτο και τον Φυσσούν--όλα αυτά βέβαια λειτούργησαν διαφημιστικά υπέρ της παράστασης που κάποιες φορές βρέθηκε σε σχετικά ψηλές θέσεις στον πίνακα των εισιτηρίων των θεάτρων Αθήνας-Πειραιά. 



Η κατάταξη των αθηναϊκών θεάτρων
με βάση τις εισπράξεις τους
κατά την εβδομάδα 15-20 Ιουλίου 1980
Πηγή: Βραδυνή, 24-7-1980


Η κατάταξη κατά την εβδομάδα
12-17 Αυγούστου 1980:
ο θόρυβος που δημιουργήθηκε γύρω
από το έργο
Ο Άγιος Πρεβέζης
αυξάνει την πληρότητα του θεάτρου Σμαρούλα
που απειλεί να ρίξει το θέατρο Αλίκη
από τη δεύτερη θέση.
Το
Αναντάμ Παπαντάμ της Ελεύθερης Σκηνής
εκτοπίζεται από την πέμπτη θέση
λόγω των εισπράξεων των
Ερωτιάρηδων
του Μετροπόλιταν, παρόλο που υπερτερεί
σε πληρότητα...
Πηγή:
Ταχυδρόμος

Επικεφαλής βέβαια όλων των θεάτρων στον συγκεκριμένο πίνακα ήταν το Δελφινάριο. Η επιθεώρηση Κάντε τους λιγάκι... πρρρ (ο όχι ιδιαίτερα εύηχος τίτλος ήταν εμπνευσμένος από το σουξέ "Κάνε μου λιγάκι μμμ" που ήταν η ελληνική απόδοση του σουξέ της Αμάντα Λιρ "Give a bit of hmm") κόστιζε, σύμφωνα με τον επιχειρηματία της Ηλία Μαροσούλη, 300.000 δρχ. τη μέρα, αλλά τα σαββατοκύριακα (3 παραστάσεις) οι εισπράξεις της ξεπερνούσαν το 1,5 εκατομμύριο. Η παράσταση... δομικά είχε την εξής πρωτοτυπία: το νούμερο της Ρένας Βλαχοπούλου ήταν το πρώτο, μετά την έναρξη (συνήθως εμφανιζόταν προτελευταία ή τελευταία, πριν το χορευτικό του Φώτη Μεταξόπουλου). Είχε τον τίτλο "Ντισκομανία" (η μόδα της ντίσκο μουσικής είχε κατακλύσει την Ελλάδα, μέχρι και η Γκλόρια Γκέινορ ήρθε στην Αθήνα για συναυλίες) και, σύμφωνα με το πρόγραμμα, την πλαισίωναν οι Γιώργος Βασιλείου, Στάμη Κακαρά, Νίκος Μαντάς, Νίκος Παπαναστασίου, αλλά από αφηγήσεις γνωρίζουμε ότι εμφανιζόταν και ο Μάκης Δελαπόρτας σ' αυτό. Η Ρένα υποδυόταν μια μάνα που τρέχει να μαζέψει τον γιο της (Δελαπόρτας) από τις διάφορες ντίσκο, βρίζοντας τις ξενόφερτες συνήθειες. Σε μια από τις ντίσκο όμως της προτείνουν να γυρίσει ένα τηλεοπτικό σόου και τότε... "την ψωνίζει". Δείχνει στον σκηνοθέτη τι μπορεί να καταφέρει στο τραγούδι και τον χορό (στο αρχείο του Φώτη Μεταξόπουλου έχει διασωθεί από το playback της παράστασης--τα περισσότερα τραγούδια εκτελούνταν ζωντανά, αφού στις φωτογραφίες φαίνονται οι μουσικοί της ορχήστρας--μια ηχογράφηση της Ρένας σε ένα κωμικό ταγκό: "Μες στο χλωμό το φως της ντισκοτέκ/το τάγκο με λιγώνει σαν εκμέκ..."), ώσπου συνειδητοποιεί πόσο γελοία κατάντησε καθώς παρασύρθηκε από τις ξενόφερτες συνήθειες που στηλίτευε στην αρχή... 

Η Ρένα Βλαχοπούλου απολαμβάνει το μασάζ που της κάνει στα πόδια
ο Μάκης Δελαπόρτας (γιος της στο νούμερο "Ντισκομανία")
στα καμαρίνια του Δελφινάριου το καλοκαίρι του 1980.
Η Ρένα λάτρευε το μασάζ στα πόδια. Οπουδήποτε κι αν βρισκόταν,
στο σπίτι, στο καμαρίνι ή σε δεξίωση, ήταν ικανή να βγάλει τα παπούτσια της
και να πει "Τώρα, τρίψτε μου τα πόδια!..."
Πηγή φωτογραφίας: 
Σούπερ Κατερίνα


Μετά την "Ντισκομανία" της Ρένας Βλαχοπούλου ακολουθούσε το "Χάγη, μανούλα μ', Χάγη" με τη Μαρία Μπονέλλου ως Αμάντα Ντερβίση που επιστρέφει από τη Χάγη επικεφαλής του συγκροτήματος του επικουρικού ταμείου. Στη συνέχεια ο Σωτήρης Μουστάκας, στο "Άνθρωποι και πουλιά" εμφανιζόταν ως πουλί: έτσι τον είχε καταντήσει η πείνα. Ως πουλί όμως πετούσε παντού και έβλεπε πολλά και διάφορα: είδε τι συνέβη στη Βουλή, τι είπε η Αμάντα Λιρ στον γιατρό της κατά την επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου που υποτίθεται ότι είχε κάνει και άλλα πολλά. Μετά εμφανιζόταν ο Θανάσης Βέγγος ως κλόοουν στο "Τσίρκο Ψωροκώσταινα": ξεναγούσε τους επισκέπτες και τις επισκέπτριες στα αξιοπερίεργα του τσίρκου και τους έδειχνε τα παράξενα ζώα του ελληνικού ζωολογικού κήπου. Έδειχνε ακόμα στο κοινό τις καθημερινές ασκήσεις που πρέπει να κάνει ένας Έλληνας εργαζόμενος για να τα βγάλει πέρα και ολοκλήρωνε το νούμερο με έναν μονόλογο για την ταπείνωση όσων ζουν στο "Τσίρκο η Ελλάς". Ο βασικός κορμός των νούμερων του Κάνε τους λιγάκι... πρρρ ολοκληρωνόταν με το νούμερο του Σταύρου Παράβα "Τα Νομπελάκια", στο οποίο ο δημοφιλής πρωταγωνιστής υποδυόταν τον Οδυσσέα... Κουρελύτη, ένα παιδάκι αλλιώτικο από τ' άλλα, γεννημένο με εξωσωματική γονιμοποίηση από σπέρμα Νομπελίστα, που φτάνει να πάρει κι αυτό βραβείο Νόμπελ. Με την ευκαιρία της βράβευσής του ενημερώνει τους δημοσιογράφους για το τι σημαίνουν στην Ελλάδα οι όροι "πλειοψηφία", "ισότητα", "ελευθερία" και για το τι πιστεύουν οι Έλληνες πολιτικοί αρχηγοί [Παρενθετική παρατήρηση του Rena Fan: η γιγάντωση του θεάματος στο Δελφινάριο είχε ως αποτέλεσμα και τη γιγάντωση των νούμερων των επιθεωρήσεών του για μια δεκαετία περίπου: πέντε μεγάλα ονόματα, πέντε μεγάλα νούμερα όλα κι όλα στο πρώτο μέρος. Αυτό μετριάστηκε κάπως στη δεκαετία του '90]. Το πρώτο μέρος ολοκληρωνόταν με το χορευτικό "Life Show" του Φώτη Μεταξόπουλου και του μπαλέτου. 

Το "σαλόνι" του προγράμματος του Κάντε τους λιγάκι... πρρρ 
από τη συλλογή προγραμμάτων του Τμήματος Παραστατικών Τεχνών
του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ

Το δεύτερο μέρος του Κάντε τους λιγάκι... πρρρ είχε τον τίτλο "Ολυμπιακοί αγώνες" (είχαν διεξαχθεί εκείνη τη χρονιά στη Μόσχα). Η Ρένα Βλαχοπούλου ως... Νάντια Γκομενάτσι κέρδιζε το χρυσό μετάλλιο (φαντάζομαι τι κωμικά ακροβατικά θα έκανε πάλι επί σκηνής...), ενώ ο Σωτήρης Μουστάκας ως Δώρα Δακαφιόρα, αθλήτρια των αλμάτων, ερωτευόταν τον Ρώσο επίσημο Παβαρώφ και το ειδύλλιο είχε αίσιο τέλος.

Ο Σταύρος Παράβας, η Ρένα Βλαχοπούλου
και ο Θανάσης Βέγγος στα καμαρίνια του Δελφινάριου
το καλοκαίρι του 1980.
Πηγή: Η σελίδα του Facebook
Τρόπος Θεάτρου (Πατάρι)

Όλα αυτά ακούγονται πολύ κωμικά και χαριτωμένα--και έτσι τα είδε ο θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και κριτικός Γιώργος Χατζηδάκης, που έγραψε μια πολύ θετική κριτική για την παράσταση στη Μεσημβρινή τον Αύγουστο του 1980 (την αντιγράφω από τη σελίδα του Γ. Χατζηδάκη στο Facebook Τρόπος Θεάτρου (Πατάρι)). Εκτός από την άποψή του για τα νούμερα της παράστασης, ο Χατζηδάκης περιγράφει με ενδιαφέροντα τρόπο τις υποκριτικές περσόνες των ηθοποιών του θιάσου.

Η Μαγική Ψευδαίσθηση

Η επιθεώρηση ρεστοραρισμένη, εξωραϊσμένη, ανανεωμένη μέσα στο φαντασμαγορικό πλαίσιο ενός πανύψηλου ασκέπαστου σκηνικού που υψώνεται στον φαληρικό ουρανό, παρουσιάζει με κοκεταρία τα κάλλη της στο «Δελφινάριο».

Πρώτα τα νούμερα, πανέξυπνα, καλογραμμένα, με εύστοχη σάτιρα αποκαθιστούν την τραυματισμένη υπόληψη της «Μεγάλης Κυρίας» του ελληνικού θεάτρου σ’ αυτόν τον τομέα. Ύστερα οι ηθοποιοί, οι καλύτεροι της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, προσφέρουν πλουσιοπάροχα μια απολαυστική ευδαιμονία. Μετά η μουσική πλούσια, ζωντανή και πλημμυρική, πάνω στους γνωστούς επιθεωρησιακούς δρόμους. 

Τα σκηνικά και τα κοστούμια φοντάριζαν κι έντυναν το θέαμα με την μαγική ψευδαίσθηση του νυχτερινού θαύματος. Και μόνο το χορευτικό φρενάριζε την χαρούμενη πανδαισία. Αν έλλειπε η πληκτική διπλή εμφάνιση του μπαλέτου, που απλώνεται δυσανάλογα μέσα στο θέαμα, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την επιθεώρηση του «Δελφινάριου» σαν το πιο διασκεδαστικό θέαμα του καλοκαιριού.

Είναι παρατηρημένο ότι στερεότυπα τα τελευταία χρόνια εξακοντίζονται αφορισμοί για την κατάντια των κειμένων στην επιθεώρηση. Κι αυτό εντελώς δίκαια γιατί χάθηκε η ευπρέπεια και η πνευματώδης σάτιρα, χάθηκε το εύρημα και η γεύση του αττικού άλατος. Κυριάρχησαν η αναίτια βωμολοχία και η κοινοτοπία των θεμάτων. Όσες επιθεωρήσεις παρακολούθησα για λογαριασμό αυτής της στήλης, είτε τον χειμώνα στον Υμηττό, είτε στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και στο Παγκράτι το καλοκαίρι, όλες σκόνταφταν στα κείμενα. Ξεχώριζε η ανεπάρκεια του χειρισμού, έλλειπε η στιχουργική άνεση, η έμπνευση και η δεξιοτεχνία. Κι ενώ αναζητούσα μια ικανοποιητική εξήγηση και προσανατολιζόμουν στο φαινόμενο παρακμής η στη στροφή της μάζας σε βαθύτερους προβληματισμούς, πέφτω πάνω στην επιθεώρηση του «Δελφινάριου» που μου ανέτρεψε τα δεδομένα.

Νούμερα όπως τα «Νομπελάκια» (τα παιδιά των νομπελιστών, με τεχνητή γονιμοποίηση), το «Άνθρωποι και πουλιά», (παρωδία των «Ορνίθων» του Αριστοφάνη), η «Ντισκομανία» και το «Χάγη, μανούλα μ΄ Χάγη» μπαίνουν στη συλλογή των κλασικών. Εκείνο που προεξέχει όμως είναι η ουσιαστική πολιτική σάτιρα προς κάθε κατεύθυνση. Αλλά όχι αναμασήματα και επαναλήψεις. Σάτιρα με μεδούλι, με στόχο και συνέπεια. Ιδιαίτερα το νούμερο «Ντισκομανία» ξεπερνάει τα όρια της επιφανειακής σάτιρας και προχωρεί σε κοινωνική κριτική, χωρίς, ωστόσο, να χάνει την ελαφράδα της.

Και οι ηθοποιοί; Α, οι ηθοποιοί! Ευτύχησα φέτος να ιδώ πολλούς από τους μεγαλύτερους τεχνίτες του επιθεωρησιακού παλκοσένικου. Είδα στην αρχή της σεζόν τον Χρόνη Εξαρχάκο που τον θεωρώ απ’ τους μεγαλύτερους. Μετά είδα τον Στάθη Ψάλτη και τον Γιώργο Κάπη, Στο «Δελφινάριο» είδα τον Σωτήρη Μουστάκα, τον Σταύρο Παράβα και την Ρένα Βλαχοπούλου. Οι περισσότεροι θεατρικοί κριτικοί, κάποιοι καλλιτεχνικοί συντάκτες, οι διανοούμενοι των κοσμικών καφενείων, σ’ όλες τις εποχές σήκωναν ένα τείχος προκατάληψης και διαχωρισμού ανάμεσα στους ηθοποιούς. Τους χώριζαν ανάμεσα στους σοβαρούς και τους ευτελείς, ανάλογα με το είδος θεάτρου που υπηρετούσαν Η επιθεώρηση λογιζόταν πάντα απ’ το «ιερατείο» σαν ένα παρακατιανό και ανυπόληπτο είδος. Και η ηθοποιοί της, με κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις εξοστρακίζονταν εκτός του τείχους και μέσα παρέμεναν οι εκλεκτοί και μυθοποιούνταν και λιβανίζονταν, έστω και αν σε κάποιες περιπτώσεις σε απροκατάληπτη σύγκριση οι μέσα υστερούσαν καλλιτεχνικά με τους έξω. Φαινόμενο κάθε εποχής του θεάτρου μας, που δεν εξαιρεί και την δική μας.

Αν ανοίξουμε παράθυρα σ’ αυτό το τείχος της προκατάληψης θα δούμε στις επιθεωρησιακές σκηνές πραγματικά μεγάλους ηθοποιούς. Τρεις απ’ τους ηθοποιούς του «Δελφινάριου» εντάσσονται σ’ αυτήν την κατηγορία. Η Βλαχοπούλου, ο Μουστάκας και ο Παράβας. Η Ρένα Βλαχοπούλου είναι χωρίς δισταγμό η μεγάλη της επιθεώρησης. Η Άννα Καλουτά είναι ντάμα σουμπρέτα και η Ρένα Ντορ κλοουνερί κωμική. Όσο θαυμαστές και αν είναι εξαντλούνται μέσα στα περιθώριά τους. Μόνο η Ρένα Βλαχοπούλου είναι κωμική καρατερίστα και ντάμα και κλόουν και δραματική σολίστα και ρολίστα στην πρόζα και τραγουδίστρια και τόσα άλλα που οι ευκαιρίες δεν βοήθησαν να φανερωθούν ακόμη. Η περίπτωσή της έρχεται από άλλους καιρούς που ο ηθοποιός ήταν όν μαγικό, που πάνω στο σανίδι γινόταν τα πάντα. Η εποχή της τυποποίησης την Βλαχοπούλου δεν την άγγιξε.

Ο Παράβας είναι λιτός και επίπεδος με την έννοια ότι δεν έχει κωμικά ξεσπάσματα. Δεν έχει κρεσέντα, δεν έχει υπερβολές, δεν έχει κωμική κίνηση ή στάση. Όλα ξεπηδάνε με άνεση από μια φυσικότητα. Έχει μεγάλη αίσθηση του διαστήματος και ξέρει να πλασάρει το κενό, την παύση. Χειρίζεται το κείμενό του με δεξιοτεχνία. Το απλώνει, το κόβει, το τρέχει, το ανεβάζει και το κατεβάζει και πάντως το αξιοποιεί ιδανικά.

Ο Μουστάκας είναι κλασικός επιθεωρησιακός κωμικός. Αυτός, αντίθετα απ’ τον Παράβα, έχει κρεσέντα και υπερβολές, έχει γκριμάτσες και φωνητικά ανεβοκατεβάσματα, έχει κωμική κίνηση και στάση. Όλα αυτά όμως τα χαρακτηρίζει μια έμφυτη φινέτσα και χάρη κι αυτό δίνει στον ηθοποιό την ιδιόμορφη αξία του.

Η Βλαχοπούλου σαν ντισκοβεντέτα, ο Παράβας σαν νομπελάκι και ο Μουστάκας σαν άνθρωπος πουλί δίνουν στο «Δελφινάριο» μια γεύση ξεχασμένη από καιρό. Η περίπτωση του Θανάση Βέγγου που συμμετέχει κι αυτός στην επιθεώρηση αυτή, είναι ιδιόμορφη. Πρώτα-πρώτα ανάμεσα στον κινηματογραφικό Βέγγο και τον θεατρικό, υπάρχει μια σαφής διαφορά, τέτοια που αφαιρεί απ’ τον δεύτερο κάθε προσόν για το θέατρο πολύ περισσότερο για την επιθεώρηση. Μοναδική ικανότητα που ο ηθοποιός επιδεικνύει πάνω στο θεατρικό πατάρι είναι η όντως αξιοθαύμαστη αντοχή του. Τρέχει ασταμάτητα κάνει στροφές και ξανατρέχει, σταματάει μια στιγμή λέει κάποια ακατανόητα απ’ το λαχάνιασμα λόγια και ξανατρέχει. Η τρομερή του ένταση καταλαμβάνει και τον θεατή και του δημιουργεί άγχος, αυτό ακριβώς που θέλει να αποβάλλει πηγαίνοντας στην επιθεώρηση.

Κεφάτη και άμεση η Μαρία Μπονέλλου ανεβαίνει χρόνο με τον χρόνο τα σκαλοπάτια της επιθεωρησιακής ιεραρχίας καθώς πλουτίζει παράλληλα την τεχνική της. Πολύ καλή στο νούμερο «Χάγη μανούλα μ’ Χάγη». Από τους υπόλοιπους ηθοποιούς ξεχώρισαν οι Γιώργος Βασιλείου και Στάμη Κακαρά (Ρένα Ντίσκο) Γ. Σταυρόπουλος και Ν. Φοβάκη (Νομπελάκια), Κ. Παληός, Γ. Βασιλείου, (Άνθρωποι και πουλιά), Έφη Θεοχάρη, Χριστίνα Δελαβίνια (Χάγη).

Το ασημένιο σκηνικό του Παμίνο εντυπωσιακό και τα κοστούμια του Γιάννη Βούρου με γούστο και φαντασία. Η μουσική του Ζακ Ιακωβίδη πολύ κατάλληλη για το είδος, δημιουργεί την ατμόσφαιρα που χρειάζεται.

Ένα θέαμα πλούσιο και εντυπωσιακό, που προσαρμόζεται και αξιολογείται απ’ τις απαιτήσεις του μεγάλου κοινού που δεν είναι όμως ποτέ υπερβολικές. Αυτού του κοινού που είτε το «Δελφινάριο» γεμίζει, είτε το αρχαίο θέατρο του Πολύκλειτου, αρκείται πάντα στις εντυπώσεις

Γιώργος Χατζηδάκης
Μεσημβρινή, Αύγουστος 1980


Από το πρόγραμμα του Κάντε τους λιγάκι... πρρρ
Συλλογή προγραμμάτων του Τμήματος Παραστατικών Τεχνών
του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ

Δεν συμμερίζονταν όμως όλες και όλοι τον ενθουσιασμό του Γιώργου Χατζηδάκη για τα κείμενα και τις προσωπικότητες των ηθοποιών. Στο τέλος του Αυγούστου η Ρένα Θεολογίδου στον Ταχυδρόμο χρησιμοποιεί το Κάντε τους λιγάκι... πρρρ ως παράδειγμα για να εξηγήσει τους κινδύνους που κρύβουν οι τακτικές που ακολουθούν συγγραφείς και ηθοποιοί της επιθεώρησης: επίθεση εναντίον όλων των κομμάτων, εμμονή στο χυδαίο σόκιν, δημοκοπία... 

Ο Γιώργος Σταυρόπουλος, η Στάμη Κακκαρά και ο Σταύρος Παράβας
στο νούμερο "Τα νομπελάκια" της επιθεώρησης
Κάντε τους λιγάκι... πρρρ
Πηγή: Ταχυδρόμος, 28-8-1980


Επιθεωρήσεις:
Πολύ νερό στο μύλο της χούντας
Από τη σκηνή του "Δελφινάριου" και άλλων θεάτρων μια ενορχηστρωμένη(;) επίθεση εναντίον του δημοκρατικού πολιτεύματος. Δεν επικρίνονται ούτε σατιρίζονται συγκεκριμένα πρόσωπα ή πράξεις τους, αλλά ο πολιτικός κόσμος και οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί, στο σύνολό τους
"Εν αρχή ην το θέαμα". Έτσι γράφουν συνήθως οι θεατρικοί κριτικοί για όλες αυτές τις μέτριες καλοκαιρινές επιθεωρήσεις, που βασίζουν στα φανταχτερά σκηνικά και στα κοστούμια με τα πολύχρωμα φτερά τη φτωχή τους ποιότητα.
Φέτος, στο "Δελφινάριο", το θέαμα ήταν και "εν αρχή" και "εν τέλει".
Ένα θέαμα, που το μετράς με το χιλιόμετρο του ασημόχαρτου, τα χρωματιστά βατ των προβολέων, τα μισόγυμνα σώματα του μαύρου μπαλέτου, τις αντικρυστές σκάλες, τα πυροτεχνήματα, που υποδέχονται την έναρξη...
Ο Σεσίλ Ντε Μιλ, παρέα με τον Μέλβιν Λε Ρόυ, χρόνια τώρα πλουτίζουν ή νοθεύουν--διαλέξτε ό,τι θέλετε--αυτό το είδος, που το είπαμε "αθηναϊκή επιθεώρηση".
Ξεχάσαμε και τις βεντέτες. Ναι, γιατί και αυτοί, στην επιθεώρηση, είναι λιγάκι "θέαμα". Και τα ονόματά τους χρωματιστά και πολύφωτα στην είσοδο κι αυτά είναι θέαμα. Μόνο θέαμα. Γιατί δε σε γοητεύουν, δε σε παίρνουν μαζί τους, αφού το "έργο" δεν έχει να σε πάει πουθενά...
Και από την επιθεώρηση δεν περιμένεις να σε πάει κάπου αλλού. Μόνο να καταφέρει να σε παρασύρει να γελάσεις με την πολιτική σάτιρα ή με το σκαμπρόζικο αστείο. Και στο "Δελφινάριο", φέτος, ο κόσμος δε γελάει. Μπορεί να χειροκροτάει τους πρωταγωνιστές, γιατί θέλει και κάπως να εκτονωθεί και να νιώσει ότι το τριακοσοπενηντάρι που έδωσε έπιασε κάποιο τόπο, αλλά δε γελάει, πού και πού απλώς χαμογελάει.
Τώρα, το γιατί είναι μια μεγαλύτερη ιστορία.
Το αστείο δεν είναι πια σκαμπρόζικο, όπως το λέγαμε έτσι χαριτωμένα, πιο παλιά. Είναι χυδαίο και μερικές φορές αφόρητα χυδαίο. Θέλετε μερικά παραδείγματα;
"Τάμαθες, κυρά Ευτέρπη μου; Ο Βοσκόπουλος την έχασε και δεν τη βρίσκει! Κρίμα και είναι νέο παιδί! Εμ, βέβαια, τι περίμενες; Ξενύχτια, καταχρήσεις, θαυμάστριες! Αλλά κι εμείς τι να κάνουμε; Να γυρνάμε γύρω-γύρω όλοι και ψάξτε να βρούμε πού είναι του Τόλη... ας ψάξει η Μαρινέλλα...".
Δεύτερο δείγμα:
"Μέσα σ' εκείνο το δωμάτιο. Είναι ένας με μια γυναίκα! Της έριξε τρία! Αυτή του ζητάει κι άλλο! Της ρίχνει τέσσερα! Πέντε! Του ζητάει κι άλλο! Της ρίχνει έξι! Εφτά! Του ζητάει κι άλλο! Ρε την αχόρταγη, δεν της φτάνουν εφτά;".
Δείγμα τρίτο:
"Πάμε ν' ακούσουμε Γάμμα πρόγραμμα. Γάμμα πρόγραμμα και κατούρα παράσταση...".
Δείγμα τέταρτο και τελευταίο του... είδους η Αμάντα Ληρ, που, ενώ ήταν άντρας, πήγε στο γιατρό και ζήτησε να της κάνει εγχείρηση, για να γίνει γυναίκα:
"Κάνε μου ορμόνες ΜΠΟΥ
για να φυτρώσουν και μεγάλα ΒΟΥ
και μ' επέμβαση γιατρού
να βγω βεντέτα στη Συγγρού...
Γι' αυτό σου λέω
Κόψε μου, γιατρέ, τον ΠΟΥ
και φτιάξε μου ένα ωραίο ΜΟΥ.
Κόψε, γιατρέ, στα πεταχτά
τα κρεμαστά, τα περιττά
κάνε μου τη χάρη--κάνε μου τη χάρη, κάνε μου γιατρέ το ΜΟΥ...".
Και λες, τώρα, εσύ: "Καλά όλα αυτά. Έστω. Τα βρίσκεις και στον... Αριστοφάνη. Αλλά η πολιτική σάτιρα; Δεν μπορεί να μην υπάρχει πολιτική σάτιρα!".
Πώς δεν υπάρχει και μάλιστα μπόλικη. Μόνο που, τα τελευταία χρόνια, η πολιτική σάτιρα έχει αλλοιωθεί. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο για το "Δελφινάριο". Γίνεται παντού. Οι επιθεωρησιογράφοι άρχισαν μία επίθεση εναντίον όλων των κομμάτων, όλων των πολιτικών αρχηγών, που, στο τέλος, είναι μια επίθεση εναντίον του πολυκομματικού συστήματος.
Νοσταλγοί της επταετίας;
Εφτά ολόκληρα χρόνια, δεν ακούγαμε τίποτα άλλο. Ο συνταγματάρχες που μας κυβερνούσαν έβριζαν όλη μέρα το "αμαρτωλό παρελθόν", που είχαν έρθει να εξαγνίσουν... Μία παρόμοια επίθεση, όπου και να προέρχεται--και αυτό τον καιρό αρχίζει φαίνεται να μεθοδεύεται συστηματικά και από πολλά μέτωπα--δεν μπορεί παρά, στο τέλος, να σημαίνει, για όποιον θα ήθελε να το δει έτσι:
"Πού είναι κάποιος 'σωτήρας' με χακί κοστούμι να μας απαλλάξει από τον κοινοβουλευτισμό;"
Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι, σε κάποια στιγμή, λέγεται:
"Σ' όλα αυτά τα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, μάς έχουνε πηδήξει...".
Τι άλλο μπορείς να υποθέσεις από το ότι, πριν τη μεταπολίτευση, κανείς δεν μας πείραζε και περνούσαμε ζωή χαρισάμενη;
Πριν προχωρήσουμε, πρέπει να επισημάνουμε κάτι: Όλα όσα ακούγονται δεν είναι καταδικαστέα. Ίσως γι' αυτό και όσα είναι καταδικαστέα γίνονται πιο απειλητικά... Λέγονται αλήθειες, μισές αλήθειες και ψέματα... Και όταν ακούς μια αλήθεια και συμφωνείς ικανοποιημένος, το ψέμα της επόμενης ατάκας "περνάει" πιο εύκολα, όπως και η δημοκοπία. Συμβαίνει ένα κωμικό νούμερο, όπως εκείνο της Ρένας Βλαχοπούλου, να αρχίζει και να προχωράει με αστεία--τα πιο πολλά σαχλά--και να καταλήγει σ' ένα τραγούδι μελό, που θύμιζε τον Τώνη Βαβάτσικο, σε φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Όπως το νούμερο με τον Σταύρο Παράβα που, ενώ βρίζει όλους τους πολιτικούς που ψήφισε ο λαός, στο τέλος συνθηματολογεί υπέρ του λαού. Με δυο λόγια, τον ίδιο το λαό σε άλλα στιχάκια τον κολακεύουν και σε άλλα τον βρίζουν τον προκαλούν ανοιχτά.
Λέει, για μια στιγμή, ο Βέγγος στο "Δελφινάριο":
"Σ' αυτόν τον τσιρκολότοπο, μόνο ζώα έχουμε! Μόνο ζώα! Κοίταξε τι ψηφίζουν στις εκλογές, για να καταλάβεις τι ζώα είναι...".
Και από το λαό περνάνε στην κυβέρνηση, που ψήφισε:
"Έκανε ό,τι κάνουν όλοι οι υπουργοί. Μας περιπαίζουν. Περιπαίζουν τα πουλιά τους...".
Ή σε κάποιο άλλο σημείο:
"Γι' αυτό κι εγώ ονειρεύομαι νάμουνα μεγάλος... νάμουνα ατσίδας και νάμουνα..."
"Τι νάσουνα;"
"Νάμουνα υπουργός για λίγο, να τ' αρπάξω και να φύγω..."

Και, ύστερα, πιάνουμε την Αντιπολίτευση...
"Είμαι κεφάλι ζωντανό, με μάτια και με στόμα, σπαράζω, σκούζω και θρηνώ, γιατί δεν έχω σώμα; Τι είμαι;
...Το βρήκα, το βρήκα, είναι ο Πεσμαζόγλου και το ΚΟΔΗΣΟ!...
...Ένα κεφάλι χωρίς σώμα, ένας αρχηγός χωρίς κόμμα!...
...Μεγάλο νούμερο ο Πεσμαζόγλου! Τύφλα νάχει ο Ζίγδης!".
"Περάστε, κόσμε, να δείτε! Αιλουροειδή του Κέντρου και της ΕΔΗΚ, που μ' ένα σάλτο ανεβαίνουν στα γραφεία των υπουργείων! Ερπετά που σούρνονται και γλείφουν!"...

Και παρακάτω:
"Όλοι έχουν τους πεποιθήσεις τους! Ο Πεσμαζόγλου είναι σοσιαλιστής... Ο Ηλιού είναι μαρξιστής... Ο Φλωράκης είναι λενινιστής..."
"Και ο Αντρέας; Ο Αντρέας τι είναι;"
"Αυτός πρέπει να είναι πανηδονιστής!".

Όλος ο πολιτικός κόσμος άχρηστος;
Οι συγγραφείς, έχουν κι εκείνοι τα παράπονά τους. Πολλά από όσα ακούγονται στη σκηνή τα πρωτοακούνε κι εκείνοι, όπως και οι θεατές, γιατί απλώς οι ηθοποιοί, στη διάρκεια του προγράμματος, προσθέτουν ολόκληρα... ανέκδοτα μέσα στο ρόλο τους ή αρνιούνται να πούνε κάποια "κακία" για ένα γνωστό τους υπουργό, με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται η παράσταση. Εκείνο που γίνεται ακόμα πιο φανερό είναι η επιμονή των ηθοποιών να επιμένουν σε κάποιο "σόκιν" υπονοούμενο, που απλώς "περνάει" μέσα στο κείμενο. Και πάρα πολλές φορές ζητάνε να αλλάξει ολόκληρο νούμερο. Όσο για την πολιτική σάτιρα, εκεί επεμβαίνουν ο... καθένας ανάλογα με την πολιτική του τοποθέτηση...
Και συνεχίζουμε με μια ανθολογία από κείμενα, που αναφέρονται όχι πια σε ένα πολιτικό χωριστά και συγκεκριμένης κομματικής απόχρωσης, αλλά σε ολόκληρο το πολιτικό μας σύστημα και με αιχμές για την εκλογική νομιμότητα...
Λέει στο νούμερό του ο Σταύρος Παράβας:
"Εμένα, να μέβγαζε ο λαός βουλευτή, με την αξία μου, ρε! Όχι επειδή ήτανε βουλευτής ο μπαμπάς μου, σα μερικούς-μερικούς, 'μώ το γονιό τους... ή επειδή ο μπαμπάς μου ήτανε κομματάρχης, σα μερικούς-μερικούς, 'μώ το γονιό τους...".
"Αχ, για πες μου, γιατί η Νέα Δημοκρατία πέφτει συνέχεια; Κάθε εκλογές και πέφτει! Τι φταίει; Φταίει η εξέλιξη της Ιατρικής! Κάτι τα αντιβιοτικά, κάτι τα καινούργια φάρμακα, ανέβηκε ο μέσος όρος ζωής και μειώθηκε η θνησιμότητα...".
"Και τι σχέση έχει, καλέ, η θνησιμότητα με τη Νέα Δημοκρατία;"
"Δεν καταλαβαίνεις, μωρή χαζή! Μειώθηκε η θνησιμότητα και δεν υπάρχουν πεθαμένοι να ψηφίσουνε...!"
"Δηλαδή πριν ψηφίζανε και οι πεθαμένοι;"
"Έλα τώρα... εδώ το '77, κάποιος, ονόματα δε λέμε, αν δε μάζευε από τα νεκγοταφεία σταυγό, σταυγό, σταυγό, σταυγό... δε θάχαμε σήμεγα πγωθυπουγό!...".

Και παρακάτω:
"Μας δουλεύουν με ψέματα
μας ανάβουν τα αίματα
τσακωμοί και παλέματα
και πουλάν μουσαντό. 
Τ' ακούς; Τ' ακούς; Τ' ακούω να λες!
Εδώ παπάς, εκεί ο βαλές!
Για μας καημός, για αυτούς χαβαλές.
Τ' ακούς; Τ' ακούς; Τ' ακούω να λες!
Τι τα θες; Τι τα θες; Έτσι 'ν' η πολιτική,
δούλεμα, μηχανή πολυεθνική!
Τι τα θες; Τι τα θες! Έτσι 'ν' η πολιτική!
Κι όσοι τρων' μοναχά κάνουν τουμπεκί!".

Ανίκανοι και απατεώνες!...
Δεν είμαστε υπέρ της λογοκρισίας. Αυτό είναι πασίγνωστο. Πιστεύουμε ότι η πολυφωνία είναι απαραίτητη. Αυτό, ωστόσο, δε σημαίνει ότι στο όνομα της ελευθερίας μπορεί να λέγονται και να προβάλλονται όποια προκλητικά, αηδή και αντιδημοκρατικά. Και δε θα πάψουμε να τα επισημαίνουμε. Γιατί δεν είδαμε κριτική της κυβερνητικής πολιτικής ή κάποιου υπουργικού παραπτώματος. Κι όχι μόνο υπουργικού, ας ήτανε και κριτική για κάποιο στέλεχος της αντιπολίτευσης. Όχι όμως, πολεμική χωρίς επιχειρήματα. Σχεδόν πουθενά δεν ακούσαμε κάποιος πολιτικός να γίνεται στόχος για ένα συγκεκριμένο λόγο. Γενικά και αόριστα κατηγορούνται όλοι για απατεώνες.
Παρακολουθείστε τον παρακάτω διάλογο:
--Αρχηγέ, πεινάω. Πεινάω!
"Εντάξει. Ετοιμαστείτε, πάμε για φαΐ...".
--Πού θα πάμε;
"Εκεί πούχει πολύ φαΐ, στον Άγνωστο Στρατιώτη, με τα περιστέρια."
--Αλήθεια, γιατί μαζεύονται τόσα περιστέρια εκεί;
"Γιατί, πλάι απ' τον Άγνωστο Στρατιώτη, είναι η γνωστή ταβέρνα, Η ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, και τα περιστέρια έχουν μυριστεί μάσα. Μόλις τελειώνουν τη συνεδρίαση, βγαίνουν στο μπαλκόνι και τινάζουν το τραπεζομάντηλο..."
--Γεμίζει όλος ο Άγνωστος Στρατιώτης ψίχουλα.
"Πολλά ψίχουλα! Πολλά ψίχουλα!!"
--Για να πετάνε τόσα ψίχουλα... σκέψου τι τρώνε μέσα! Το καταπέτασμα! Τον αγλέορα!

Αλλά δε λείπουν παράλληλα και τα αναρχικά συνθήματα... Και φυσικά--είπαμε--τα "φιλολαϊκά". Για να χρυσώνεται το χάπι. Και για να "περνάνε" ανώδυνα όλα τα άλλα... Θαυμάστε:
--Κι άμα είναι όπως τα λες, γιατί και η κυβέρνηση και ο Πεσμαζόγλου και όλοι είναι υπέρ της ΕΟΚ;
"Γιατί είδε ο γύφτος τη γενιά του και αναγάλλιασε η καρδιά του! Ίδια κι όμοια είναι όλοι! Δε βλέπεις που τσακώνονται ποιος θα γίνει αρχηγός; Μόλις έφυγε η γάτα... τα ποντίκια μαλώνουνε για το ποιος θαρπάξει το τυρί! Δηλαδή την εξουσία. Αν περιμένεις απ' τους πολιτικούς αρχηγούς... σώθηκες!..."
--Ρε συ! Δε φοβάσαι μη σ' ακούσει ο γέρος σου;
"Να κι αν μ' ακούσει ο γέρος μου, να κι αν δεν μ' ακούσει! Λες και δεν τους καταλάβαμε τους πολιτικούς όλους τι καπνό φουμάρουνε! Λες και δεν τους καταλάβαμε!
Ούλαλα--ούλαλα--όλοι παρεούλαλα
ψιλοκουβεντούλαλα και υπερβολές.
Όλοι τους στη ζούλαλα--πέφτουν στη ρεμούλαλα
και δεν πα' να κλαίγεσαι, και δεν πα' να λες!
Αρχηγοί και κόμματα--γιουπαϊντί--γιουπαϊντά
κόνξες και καμώματα--γιουπαϊντί--αϊντά.
Μοναχοί τους υπογράφουν και στα τέτοια τους σε γράφουν!
Ούλαλα--ούλαλα κάθε μία νούλαλα
θέλει για την πάρτη του νάναι αρχηγός!
Ούλαλα--ούλαλα, πάρτε το πρεφούλαλα
αρχηγός στον τόπο του είναι ο ΛΑΟΣ!".
Με όλα αυτά που ακούγονται κανείς μας πια δεν μπορεί να καμαρώνει για την επιθεώρηση, έτσι που κατάντησε. Κι ας έχει εισπράξεις το "Δελφινάριο", απογευματινή και βραδινή το Σάββατο, ένα εκατομμύριο. Θάρθει σύντομα η ώρα που ο κόσμος δε θα ανεχτεί να τον βρίζουνε. Κι ακόμα, θα θυμηθεί ότι οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι, που τώρα "στηλιτεύουν" τις αδυναμίες του πολιτικού μας συστήματος, εν έτει 1968, στο θέατρο του Εθνικού Κήπου, λιβάνιζαν ανοιχτά--τότε, γιατί όχι;--τη χούντα και διακωμωδούσαν τον Καραμανλή και το Γεώργιο Παπανδρέου. Ήταν η επιθεώρηση "Λουλουδιασμένη Αθήνα" και πάλι με τη Ρένα Βλαχοπούλου, στο νούμερο "Οι δικοί μας άνθρωποι", που πλέκονταν το εγκώμιο των συνταγματαρχών!...
Ρένα Θεολογίδου
Ταχυδρόμος, 28-8-1980

Η επιθεώρηση Λουλουδισμένη Αθήνα είχε ανέβει το πρώτο καλοκαίρι της δικτατορίας, το 1967, και όντως σε εκείνη υπήρχε νούμερο με αυτόν τον τίτλο, στο οποίο, σύμφωνα με το πρόγραμμα, έπαιζαν οι Ρένα Βλαχοπούλου, Φώτης Παπαλάμπρος, Κώστας Καφάσης, Μάκης Δεμίρης, Ν. Κατακουζηνός, Α. Ζαχαράκος, Π. Παναγιωτόπουλος. Δεν ήταν το μόνο φιλοχουντικό νούμερο αθηναϊκής επιθεώρησης εκείνο το καλοκαίρι. Και στο Κοντά στα ξημερώματα του θεάτρου Βέμπο υπήρχαν φιλοχουντικές αναφορές (έχει προβληθεί μέρος μιας παρλάτας με την Άννα Μαντζουράνη στην εκπομπή Ριμέικ της Ρένας Θεολογίδου). Η Κωνστάντζα Γεωργακάκη (στο βιβλίο της Βίος και πολιτεία  μιας γηραιάς κυρίας στην επταετία. Επιθεώρηση και δικτατορία, εκδ. Ζήτη, 2015) έχει επισημάνει ότι τα πρώτα δύο χρόνια η επιθεώρηση στάθηκε "αμήχανη" απέναντι στους συνταγματάρχες, ώσπου ανασυντάχθηκε και άρχισαν οι συγγραφείς της να επινοούν τρόπους για να ασκήσουν την κριτική τους στο καθεστώς. Ως τότε όμως (αλλά και αργότερα) σίγουρα παρουσιάστηκαν κείμενα με ανεπίτρεπτες "παραχωρήσεις" στους δικτάτορες. Κάποια από αυτά, δυστυχώς, ακούστηκαν και από το στόμα της Ρένας Βλαχοπούλου, τα έχουμε ξαναπεί. Αλλά η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στην ηθοποιό, ανήκει και στους συγγραφείς... 


Μιλώντας για συγγραφείς, αξίζει να καταγράψουμε το γεγονός ότι ο Γιάννης Καλαμίτσης ενοχλήθηκε από την τελευταία παράγραφο του κειμένου της Ρένας Θεολογίδου και διαμαρτυρήθηκε στον Ταχυδρόμο. Το περιοδικό απάντησε πως "καμιά φορά κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά" καθώς ήταν γνωστή "η σαφώς αντιφασιστική στάση του Γιάννη Καλαμίτση και βέβαια καθόλου δεν εννοούσαμε εκείνον, αλλά άλλο συνεργάτη του "Δελφινάριου", που συμμετείχε σ' εκείνες τις επιθεωρήσεις του '67, που λιβάνιζαν τους συνταγματάρχες". Ο συνεργάτης ήταν φυσικά ο Κώστας Νικολαΐδης που είχε γράψει τη Λουλουδισμένη Αθήνα σε συνεργασία με τον Αλέκο Σακελλάριο και τον Γιώργο Γιαννακόπουλο...

Φώτης Μεταξόπουλος και Σωτήρης Μουστάκας
στις πρόβες της επιθεώρησης
Κάντε τους λιγάκι... πρρρ
Πηγή: Βραδυνή, 6-6-1980

Λίγες μέρες μετά το ρεπορτάζ της Ρένας Θεολογίδου, δημοσιεύτηκε η σύντομη κριτική του Αλκιβιάδη Μαργαρίτη για το Κάντε τους λιγάκι... πρρρ. Ο Μαργαρίτης επαινεί το πλούσιο θέαμα και θεωρεί πως πρωταγωνιστής του είναι ο Φώτης Μεταξόπουλος, αν και δεν εμφανίζεται ανανεωμένος, ενώ αισθητή είναι και η απουσία της Νάντιας Φοντάνα. Συμπρωταγωνιστές του Μεταξόπουλου ήταν, σύμφωνα με τον κριτικό, ο σκηνογράφος Παμίνο (στη συνέντευξη Τύπου ειπώθηκε πως το σκηνικό κόστισε 2 εκατομμύρια) και ο ενδυματολόγος Γ. Βούρος. Και ο Μαργαρίτης συνεχίζει:
Όσο για το κείμενο, γενικά αδύνατο, έχει πού και πού μερικές "εκλάμψεις". Αλλά οι λαμπροί ηθοποιοί κ. Μ. Μπονέλλου, κ. Σ. Μουστάκας, κ. Σ. Παράβας και η αρχιμαστόρισσα στο επιθεωρησιακό ύφος κ. Ρ. Βλαχοπούλου ξέρουν να τις αξιοποιήσουν. Ο κ. Θ. Βέγγος είναι μεν διασκεδαστικός, αλλά παραεπαναλαμβάνεται. Αξιοσημείωτη είναι και η λογική ένταση των μεγαφώνων [Σημείωση του Rena Fan: κάτι που μάλλον δεν ήταν καθόλου δεδομένο, σε άλλα, μικρότερα θέατρα, οι κριτικοί είχαν διαμαρτυρηθεί πως η ένταση των μεγαφώνων ήταν υπερβολικά δυνατή!...].

Αλκ. Μαργαρίτης
Τα Νέα,  6-9-1980


Στη συνέντευξη Τύπου για το Κάντε τους λιγάκι... πρρρ οι συγγραφείς Γιάννης Καλαμίτσης και Κώστας Νικολαΐδης δήλωσαν πως θέλουν το έργο τους όχι απλώς να κάνει το κοινό να γελάσει, "αλλά να είναι πιστό και σε μια ιδεολογία: Αυτήν που πολύ απλά λέει: 'Αν δεν κάνεις εσύ κάτι γι' αυτά που σε βασανίζουν, τίποτα δεν πρόκειται ν' αλλάξει!'". Κρίνοντας από τα ρεπορτάζ και τις κριτικές, μάλλον διάλεξαν λάθος μέσα για να πετύχουν τον στόχο τους. Αγαθές πάντα οι προθέσεις των επιθεωρησιογράφων μας και των επιθεωρησιακών θιάσων γενικότερα. Ο βαθμός όμως στον οποίο οι προθέσεις αυτές γίνονταν πραγματικότητα είναι πλέον δυσδιάκριτος, αφού χάνεται μέσα σε μια γλυκιά ομίχλη νοσταλγίας και λήθης.



Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: