Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βλαχοπούλου Ρένα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βλαχοπούλου Ρένα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Ιουλίου 2025

Εικοσιένα χρόνια χωρίς τη Ρένα Βλαχοπούλου

Σήμερα συμπληρώνονται εικοσιένα χρόνια από τον θάνατο της Ρένας Βλαχοπούλου. Τα χρόνια κυλούν σαν νερό, μα ευτυχώς οι αναμνήσεις δεν ξεθωριάζουν τόσο εύκολα. Η παρουσία αυτής της σπουδαίας γυναίκας παραμένει ζωντανή στη μνήμη μας, και ενίοτε στη φαντασία μας και στα όνειρά μας. Το blog αυτό έχει καθιερώσει τις δικές του παραδόσεις, και μία από αυτές είναι η επετειακή ανάρτηση που συνδέει τον αριθμό των ετών που πέρασαν από εκείνη τη δύσκολη μέρα του αποχωρισμού με ισάριθμες στιγμές από την καριέρα της Ρένας, συνοδευόμενες από αντίστοιχα ντοκουμέντα.

Φέτος, λοιπόν, για την 21η επέτειο της απώλειας της Μούσας μου, θα παρουσιάσω 21 φωτογραφικά της πορτρέτα. Διάλεξα 21 φωτογραφίες από ισάριθμα θεατρικά προγράμματα. Το σκεπτικό μου ήταν να ξετυλίξω την καριέρα και τη ζωή της Ρένας Βλαχοπούλου μέσα από τις σελίδες αυτών των προγραμμάτων –γιατί τα προγράμματα, πέρα από πολύτιμα τεκμήρια για τη θεατρολογική έρευνα, υπήρξαν ανέκαθεν για τον Rena Fan αγαπημένα ενθύμια της θεατρικής εμπειρίας.

Ιδιαίτερα στα παλιότερα χρόνια, δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε έναν θαυμαστή ή μια θαυμάστρια της Ρένας να αγοράζει το πρόγραμμα κυρίως για να έχει στην κατοχή του/της μια φωτογραφία της αγαπημένης καλλιτέχνιδας, σε μια εποχή όπου το φωτογραφικό υλικό ήταν σπάνιο και πολύτιμο. Οι φωτογραφίες που επέλεξα για να αποτυπώσουν την πορεία της Ρένας μέσα σε πέντε δεκαετίες δεν είναι εικόνες που τραβήχτηκαν ειδικά για τις ανάγκες των αντίστοιχων παραστάσεων. Ακόμα και στα νεότερα χρόνια –όταν κάτι τέτοιο θα ήταν πιο εύκολο– τα προγράμματα των εμπορικών θιάσων δυστυχώς σπάνια περιλάμβαναν φωτογραφίες από πρόβες ή σκηνές των παραστάσεων. Αυτές οι σπάνιες φωτογραφικές στιγμές, λοιπόν, δεν περιλαμβάνονται στο σημερινό αφιέρωμα. Θα δούμε, αντίθετα, φωτογραφικά πορτρέτα –συχνά ενυπόγραφα– και θα αναρωτηθούμε (ή θα φανταστούμε!) ποιο ήταν το σκεπτικό πίσω από την επιλογή τους· μια επιλογή που, σύμφωνα με μαρτυρίες, γινόταν από τους θεατρικούς επιχειρηματίες της εποχής, αλλά στην οποία σαφέστατα, από ένα σημείο και μετά, θα είχε λόγο και η ίδια η πρωταγωνίστρια. Θα δούμε, επίσης, πώς κάποια πορτρέτα από κινηματογραφικές της εμφανίσεις παρεισέφρεαν στον θεατρικό της κόσμο (κι εδώ ακούω τη Ρένα να με κοροϊδεύει: "Τι μόρφωσις!"), γιατί, κακά τα ψέματα, η θεατρική παντοδυναμία της Ρένας Βλαχοπούλου οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό και στην τεράστια κινηματογραφική της επιτυχία. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν!

Η πρώτη θεατρική εμφάνιση της Ρένας στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε λίγο μετά την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, σε μια περίοδο κατά την οποία, για λόγους οικονομίας, οι περισσότεροι θίασοι τύπωναν εξαιρετικά λιτά θεατρικά προγράμματα –συνήθως μονόφυλλα– στα οποία δεν περιλαμβάνονταν φωτογραφίες των μελών του θιάσου. Αυτή η τακτική συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής. Κατά συνέπεια, η πρώτη φορά που βλέπουμε φωτογραφία της Ρένας σε θεατρικό πρόγραμμα είναι μετά την Απελευθέρωση, στα έντυπα των επιθεωρήσεων που ανέβασε ο Βασίλης Μπουρνέλλης: το καλοκαίρι του 1945 στο θέατρο Ακροπόλ και τη χειμερινή σεζόν 1945–46 στο θέατρο Παπαϊωάννου. Σε αυτά τα πρώτα μεταπολεμικά, μικρού σχήματος, προγράμματα, οι φωτογραφίες των ηθοποιών είναι αντίστοιχα μικρές και συνυπάρχουν με στίχους από τα νούμερα και τα τραγούδια της παράστασης. Από το πρόγραμμα της επιθεώρησης Ας τα βλέπουν οι μεγάλοι βλέπουμε, λοιπόν, την πρώτη φωτογραφία της Ρένας μαζί με τους στίχους του ταγκό "Μόνον εγώ", που συνέθεσε ο Ιωσήφ Ριτσιάρδης σε στίχους της τριάδας Ασημακόπουλος–Σπυρόπουλος–Παπαδούκας

Μετά τις πετυχημένες εμφανίσεις της στο θέατρο Παπαϊωάννου, η Ρένα Βλαχοπούλου έφυγε από την Ελλάδα και ξεκίνησε –μαζί με τον Γιάννη Σπάρτακο– τη θριαμβευτική της περιοδεία στην Τουρκία, τη Μέση Ανατολή και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όταν επέστρεψε, τον Αύγουστο του 1951, έφερε μαζί της μια σειρά από φωτογραφικά πορτρέτα του Bruno-Hollywood, τα οποία διοχέτευσε στον αθηναϊκό Τύπο της εποχής. Ορισμένα από αυτά τα πορτρέτα χρησιμοποιήθηκαν και στα προγράμματα των επιθεωρήσεων στις οποίες εμφανίστηκε τη διετία 1951–52, στα θέατρα Σαμαρτζή και Ακροπόλ. Στη δεύτερη στάση του φετινού μας αφιερώματος βλέπουμε ίσως την πιο χαρακτηριστική από αυτές τις φωτογραφίες, η οποία χρησιμοποιήθηκε στο πρόγραμμα των επιθεωρήσεων Η βασίλισσα της νύχτας και Να τι θα πει Αθήνα, το καλοκαίρι του 1952. Σε εκείνες τις παραστάσεις, οι τρεις τραγουδίστριες του Ακροπόλ –Ρένα Βλαχοπούλου, Καίτη Μπελίντα και Μάγια Μελάγια– μοιράζονται την ίδια σελίδα του προγράμματος, όπως μοιράστηκαν (πότε ανά δύο, πότε και οι τρεις μαζί) και αρκετά από τα τραγούδια των δύο έργων. Δυστυχώς, αυτή η σημαντική σύμπραξη δεν αποτυπώθηκε στη δισκογραφία της εποχής.

Για τον τρίτο σταθμό του σημερινού αφιερώματος, μεταφερόμαστε στο θέατρο Περοκέ, όπου την επόμενη χρονιά, η Ρένα Βλαχοπούλου εμφανίζεται στις δύο επιθεωρήσεις που παρουσιάζονται εκεί: Πουλιά στον αέρα και Ο μήνας έχει εννιά. Από τα τραγούδια που ερμήνευσε σε αυτές τις παραστάσεις, το πιο κλασικό ήταν αναμφίβολα το "Τώρα βρέξε όσο θες"αν και δυστυχώς το τραγούδι πέρασε στη δισκογραφία με τη φωνή της Εύας Στυλ. Στο πρόγραμμα του έργου Και ο μήνας έχει εννιά, η φωτογραφία της Ρένας συνοδεύεται όχι από τον τίτλο του παραπάνω τραγουδιού, αλλά από το πιο ανάλαφρο "Οι κοτούλες κο κο κο". Ίσως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι το... βροχερό τραγούδι "κόπηκε" από την παράσταση, καθώς, όπως διηγούνταν η ίδια, κάθε φορά που ξεκινούσε να το τραγουδήσει, ο καιρός γύριζε... όντως σε βροχή! Χαρακτηριστικό στοιχείο της φωτογραφίας που κοσμούσε τα προγράμματα του Περοκέ το 1953 (αλλά και τις παρτιτούρες των αντίστοιχων τραγουδιών) ήταν η λευκή τούφα στα μαλλιά της – μια στιλιστική λεπτομέρεια που υπαγόρευε η μόδα της εποχής.

Η πραγματικά μεγάλη επιτυχία για τη Ρένα ήρθε το επόμενο καλοκαίρι, όταν εμφανίστηκε με τον θίασο της Σοφίας Βέμπο στην επιθεώρηση Σουσουράδα, που ανέβηκε τον Ιούνιο του 1954. Όπως είναι πλέον γνωστό, σε εκείνη την παράσταση η Ρένα βαφτίστηκε και νουμερίστα, αφού μοιράστηκε με τον Νίκο Σταυρίδη το σκετσονούμερο "Άλα πασά μου" (γνωστό και ως "Κάνε μου τέτοια"). Παράλληλα, ερμήνευσε καινούργια τραγούδια του Μενέλαου Θεοφανίδη, χωρίς να επισκιάζεται από τη σαρωτική –και ηγετική– παρουσία της Βέμπο. Στο πρόγραμμα του έργου, όπως βλέπουμε στην τέταρτη στάση μας, η Ρένα έχει τη δική της σελίδα, αν και η φωτογραφία της παραμένει σχετικά μικρή –ολοσέλιδες φωτογραφίες, άλλωστε, "δικαιούνται" μόνο οι δύο θιασάρχες: η Βέμπο και ο Σταυρίδης. Η ίδια φωτογραφία, δημιουργία του περίφημου φωτογράφου Elite, χρησιμοποιήθηκε και στα προγράμματα του θεάτρου Κυβέλης την επόμενη σεζόν. Εκεί, η Ρένα μοιράζεται τη σελίδα με τη Μαρίκα Κρεβατά, η οποία, ακόμα, προηγείται.

Από το 1955 και εξής, η άνοδος της Ρένας είναι ραγδαία. Επιστρέφει στις επιχειρήσεις του Βασίλη Μπουρνέλλη, και πλέον έχει περίοπτη θέση στις επιθεωρήσεις του. O επιχειρηματίας καθιερώνει τα μεγάλου σχήματος προγράμματα  –"σε μέγεθος Α4" όπως θα λέγαμε σήμερα...– και η φωτογραφία της Ρένας ξεχωρίζει με διάφορους τρόπους. Στο εναρκτήριο έργο της σεζόν 1955–56, Τζώννηδες και κάου-μπόι, η φωτογραφία της βρίσκεται στο κέντρο και ψηλότερα από τις εκατέρωθεν φωτογραφίες της Νανάς Σκιαδά και της Σπεράντζας Βρανά. Μάλιστα, και οι τρεις κυρίες τοποθετούνται πάνω από τους τρεις πρωταγωνιστές του θιάσου Βασίλη Αυλωνίτη, Ορέστη Μακρή και Κυριάκο Μαυρέα. Ήταν μια κίνηση "αβρότητος" που συνηθιζόταν τότε στα προγράμματα (και τις διαφημίσεις) των επιθεωρησιακών θιάσων, αναγνωρίζοντας τη γοητεία και τη δημοφιλία των γυναικών του θιάσου –παρόλο που οι άντρες είχαν το "πάνω χέρι" και στην κοινωνία και στο μετιέ... 

Η φωτογραφία αυτή, δημιουργία του γνωστού φωτογραφείου της εποχής Daz Athenes, χρησιμοποιήθηκε σε τουλάχιστον δύο εξώφυλλα περιοδικών της εποχής. Την επόμενη χρονιά, το καλοκαίρι του 1956, εμφανίζεται και στο πρόγραμμα του θεάτρου Βέμπο, όπου η Ρένα ήταν πια το πρώτο γυναικείο όνομα, αφού η ίδια η Βέμπο βρισκόταν στο εξωτερικό. Κατά συνέπεια, η φωτογραφία της ήταν πλέον ολοσέλιδη(ενώ ο παλαίμαχος Μαυρέας και ο δυναμικά ανερχόμενος Χατζηχρήστος μοιράζονταν την αμέσως προηγούμενη σελίδα...). 

Για την έκτη στάση του φετινού αφιερώματος, όμως, παραμένουμε στο θέατρο Ακροπόλ. Τη χειμερινή σεζόν 1956–57, η αναβάθμιση της Ρένας Βλαχοπούλου γίνεται ακόμη πιο αισθητή. Στο πρόγραμμα της επιθεώρησης Σιγά και με το μαλακό, η φωτογραφία της –ίσως η πιο αγαπημένη φωτογραφία αυτής της περιόδου για τον Rena Fan– εμφανίζεται πρώτη, τοποθετημένη πιο ψηλά από τη φωτογραφία του Ορέστη Μακρή. Στην ίδια σελίδα περιλαμβάνονται και οι στίχοι του τραγουδιού της "Το αλκοόλ κι η νικοτίνη" ένα τραγούδι στο οποίο έχουμε αναφερθεί πολλές φορές– καθώς και ένα σύντομο απόσπασμα από το σόλο της "Αμύνεσθαι περί γάμου".

Η έβδομη στάση του φετινού αφιερώματος μάς αποκαλύπτει ένα από τα τρικ του Μπουρνέλλη –από εκείνα που πιθανόν επινοήθηκαν για να ικανοποιηθούν κάποιες... ματαιοδοξίες των ηθοποιών του (αν και η Ρένα –και το επιβεβαίωναν και αρκετοί συνεργάτες της– υποστήριζε κατά καιρούς πως ποτέ δεν την ενδιέφερε πού θα μπει το όνομά της...). Τη σεζόν 1958–59, η Ρένα καλείται να μοιραστεί την πρώτη θέση στον θίασο του Ακροπόλ με τη συνονόματή της, την επίσης αδιαφιλονίκητη πρωταγωνίστρια της επιθεώρησης Ρένα Ντορ. Τι κάνει λοιπόν ο δαιμόνιος Βασίλης Μπουρνέλλης (ενδεχομένως κατόπιν... πιέσεων); Παρουσιάζει ως πρώτο όνομα τη Ρένα Ντορ, μόνη της σε μια σελίδα, συνοδευόμενη από στίχους των τραγουδιών της έναρξης και του τρίο που μοιραζόταν με τη Βλαχοπούλου και την Μπέτυ Μοσχονά. Η φωτογραφία της Ρένας Βλαχοπούλου όμως τοποθετείται σε ένθετη σελίδα –αν και δεν είναι σαφές σε ποιο σημείο του προγράμματος τοποθετούνταν η σελίδα αυτή (ούτε αν η θέση της ήταν σταθερή σε όλα τα πωλούμενα αντίτυπα...). Σε αυτή την ένθετη σελίδα βλέπουμε, εκτός από τη φωτογραφία της Ρένας, και τους στίχους του τραγουδιού "Και ήρθε και το τέλος", που τραγουδούσε σε ένα από τα λιγοστά δραματικά νούμερα της καριέρας της –το οποίο μοιραζόταν με την Τζένη Τσακίρη.

Ας σημειώσουμε εδώ πως η πρακτική της ένθετης σελίδας εφαρμοζόταν κυρίως για τα χορευτικά ζευγάρια των επιθεωρησιακών θιάσων (όπως οι Καστρινός–Ζώκα), και ενίοτε για έκτακτες συμμετοχές, όπως εκείνη του ζεύγους Καζαντζίδης–Μαρινέλλα στα προγράμματα της δεκαετίας του ’60. Για τη Ρένα, η ένθετη σελίδα θα χρησιμοποιηθεί άλλη μία φορά, στα χρόνια του ’70 –όπως θα δούμε παρακάτω... Σε κάθε περίπτωση, όμως, αυτή η πρακτική αποδείχθηκε επιζήμια για την ιστορική έρευνα, αφού στα πιο πολλά προγράμματα που διασώζονται σήμερα σε βιβλιοθήκες ή παλαιοπωλεία οι ένθετες σελίδες έχουν χαθεί... 

Ας επιστρέψουμε όμως στην επετειακή διαδρομή μας, για να κάνουμε την όγδοη στάση μας στο καλοκαίρι του 1959, στην επιθεώρηση Σαμπάνια και ρετσίνα. Μια ωραία φωτογραφία του "Ατελιέ Σκανάτοβιτς" συνυπάρχει στη σελίδα του προγράμματος με τους στίχους του τραγουδιού "Εκείνα τα μάτια" που τραγουδούσε η Ρένα κάθε βράδυ στη σκηνή του Μετροπόλιταν, μαζί με το τραγούδι "Ο άντρας της ζωής μου" (και τα δυο έχουν ηχογραφηθεί στους ραδιοθαλάμους του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας από τη Μαίρη Μοντ, σύζυγο του συνθέτη τους Αλέκου Σπάθη, η οποία τα τραγουδούσε στο Μετροπόλιταν, όταν η Ρένα αποχώρησε από τον θίασο τον Σεπτέμβρη για τις καθιερωμένες της εμφανίσεις στη Θεσσαλονίκη, την περίοδο της Διεθνούς Έκθεσης...).

Παραμένουμε στο θέατρο Μετροπόλιταν για την ένατη στάση μας: το 1960 η Ρένα, σταθερά το πρώτο όνομα του θιάσου, τραγουδά το "Ένα φιλί" των Αλέκου Σπάθη και Γιώργου Γιαννακόπουλου. Οι στίχοι του συνοδεύουν το πορτρέτο της, υπογεγραμμένο από τον φωτογράφο Καραπατσόπουλο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε και σε ένα από τα σπανιότατα εξώφυλλα δίσκων 45 στροφών που κυκλοφόρησε στις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Καθώς προχωρούσε η δεκαετία του '60 η Ρένα επέστρεψε στις επιχειρήσεις του Βασίλη Μπουρνέλλη και περνούσε τους χειμώνες της στο θέατρο Ακροπόλ και τα καλοκαίρια της στο Θέατρο του Εθνικού Κήπου (με ένα μόνο διάλειμμα στο Μετροπόλιταν του Τάκη Μακρίδη). Σε αυτή τη δεκαετία τρία ήταν τα φωτογραφικά της πορτρέτα που εναλλάσσονταν στις σελίδες των θεατρικών προγραμμάτων. Ένα από αυτά είχε επίσης χρησιμοποιηθεί ως εξώφυλλο στο 45άρι που κυκλοφόρησε το 1960 με τα τραγούδια "Έχω απόψε ραντεβού" και "Το χωριουδάκι μου" των Γιώργου Μουζάκη-Γιώργου Οικονομίδη και θα το δούμε στη δέκατη σημερινή μας στάση. Η ίδια φωτογραφία (που πολύ αργότερα μάλιστα χρησιμοποιήθηκε και ως εξώφυλλο στον δεύτερο δίσκο 33 στροφών της καριέρας της που κυκλοφόρησε μόλις το 1990...) χρησιμοποιήθηκε για τελευταία φορά στο πρόγραμμα της επιθεώρησης Καντσονίσιμα, σατιρίσιμα, ψιθυρίσμα που ανέβηκε στο Κοτοπούλη-Ρεξ τη σεζόν 1971-72. 

Λιγότερο στυλιζαρισμένη και πιο... καθημερινή η πόζα που είχε πάρει η Ρένα στη φωτογραφία που βλέπουμε στην εντέκατη στάση μας. Άλλοτε σε συνύπαρξη με τις φωτογραφίες των συν-θιασαρχών της (Χρήστος Ευθυμίου, Καίτη Μπελίντα, Σπεράντζα Βρανά, Γιάννης Γκιωνάκης) και άλλοτε ολοσέλιδη και μόνη της, η φωτογραφία φιλοξενήθηκε σε αρκετά προγράμματα της περιόδου 1963-1968.

Το 1968 όμως ξεκίνησαν τα... κινηματογραφικά δάνεια. Είναι η χρονιά που η Ρένα γυρίζει την ταινία Η ζηλιάρα με την εταιρία Καραγιάννης-Καρατζόπουλος και το χαρακτηριστικό πορτρέτο της που βλέπουμε στον δωδέκατο σταθμό της σημερινής επετείου χρησιμοποιείται συχνά στα θεατρικά προγράμματα της τριετίας 1968-1971 (τελευταία φορά το συναντάμε στο πρόγραμμα της επιθεώρησης Λέγονται δεν λέγονται στο θέατρο Ακροπόλ).

Τα κινηματογραφικά "δάνεια" συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος της δικτατορίας. Τη σεζόν 1972-73, το πρόγραμμα της επιθεώρησης Τι Λωζάννη, τι Κοζάνη φιλοξενεί πορτρέτο της Ρένας από την ταινία της Φίνος Φιλμ Η Ρένα είναι οφ σάιντ, που προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες την ίδια σεζόν. Το συγκεκριμένο στιγμιότυπο αποτελεί και τη δέκατη τρίτη στάση του φετινού αφιερώματός μας.


Την επόμενη σεζόν, 1973-74, το ίδιο θέατρο παρουσιάζει την επιθεώρηση Όλοι θα ζήσουμε--Επτά χρόνια φαγούρα και το πρόγραμμα της παράστασης δανείζεται μια φωτογραφία από τα γυρίσματα της ταινίας Η κόμησσα της Κέρκυρας που είχε προβληθεί δύο σεζόν νωρίτερα στα σινεμά.

Ενώ και η λίγο παλιότερη Παριζιάνα (1969) "δάνεισε" μια χαρακτηριστική πόζα της Ρένας στα θεατρικά προγράμματα της περιόδου αυτής και μάλιστα από σε ένα από αυτά κοσμεί και το εξώφυλλο. Το καλοκαίρι του '74 η Ρένα αποτολμά την πρώτη της περιοδεία ως θιασαρχίνα με την πολιτική σάτιρα Ο Σεΐχης της Καβάλας, που μετά την πτώση της χούντας, και κατόπιν τροποποιήσεων, μετονομάζεται σε Παπαδόπουλος και CIA. Το εξώφυλλο του προγράμματος αυτής της παράστασης είναι η δέκατη πέμπτη στάση του φετινού αφιερώματος.

Πηγή φωτογραφίας: Αρχεία Παραστατικών Τεχνών ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ,
Συλλογή Γιάννη και Γιώργου Ιορδανίδη

Μετά την περιοδεία, το Παπαδόπουλος και CIA παίχτηκε και στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά (οι παραστάσεις του κάλυψαν το μεγαλύτερο μέρος της σεζόν 1974-75). Τον Μάρτιο του '75 το διαδέχτηκε η Χαρτοπαίχτρα του Δημήτρη Ψαθά, παράσταση με την οποία η Ρένα επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη για να... ξεκαλοκαιριάσει (οι παραστάσεις διήρκεσαν από τον Ιούνιο ως τον Σεπτέμβριο, στο θέατρο Αυλαία). Στο πρόγραμμα της παράστασης υπάρχει ένα από τα πιο χαριτωμένα και ναζιάρικα πορτρέτα της Ρένας Βλαχοπούλου (που μάλλον άρεσε και στην ίδια, αφού ήταν ένα από τα ελάχιστα πορτρέτα της που είχε σε έναν τοίχο του τελευταίου της σπιτιού στη Βούλα). Θαυμάστε το στη δέκατη έκτη στάση μας.  

Λίγο ακόμα... σινεμά θα δούμε στην επόμενη, δέκατη έκτη στάση, που επαναφέρει την τακτική της ένθετης σελίδα! Καλοκαίρι του 1975, στο θέατρο Παρκ, ο Βαγγέλης Λιβαδάς παρουσιάζει με έναν μεγάλο θίασο την επιθεώρηση Στη φωλιά του Κούκου...ε. Επικεφαλής του θιάσου τρία τεράστια επιθεωρησιακά αστέρια της εποχής, και ενδεχομένως αναζητήθηκαν διάφορες λύσεις για τη συνύπαρξή τους στη μαρκίζα του Παρκ και στις σελίδες του προγράμματος (περισσότερες λεπτομέρειες εδώ). Σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα, επιλέχτηκαν οι... ένθετες λύσεις για τη Ρένα Βλαχοπούλου και τον Θανάση Βέγγο με σελίδες που ξεπερνούν τις μικρές διαστάσεις του προγράμματος (κάνοντας έτσι ακόμα πιο δύσκολη τη μελλοντική τους επιβίωση ή έστω αξιοπρεπή διατήρηση...). Έτσι εδώ βλέπουμε τις δύο όψεις του ένθετου της Ρένας που συνδυάζει φωτογραφίες από τις ταινίες της Ραντεβού στον αέρα, Μια τρελή τρελή σαραντάρα και Η θεία μου η χίπισσα, ένα στιγμιότυπο μάλλον από διάλειμμα τηλεοπτικού γυρίσματος (που χρησιμοποιήθηκε και σε αυτόγραφό της ένα διάστημα) και μια θεατρική πόζα, που προς το παρόν παραμένει άγνωστο από ποια παράσταση προέρχεται... 

Η μία όψη...

...και η άλλη όψη.
Πηγή φωτογραφίας: Αρχεία Παραστατικών Τεχνών ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ,
Συλλογή Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη

Μια... επιλογή-έκπληξη (ή μήπως όχι;) κάνει η Ρένα ή ίσως ο επιχειρηματίας Τάκης Μακρίδης για το πρόγραμμα της επιθεωρησιακής κωμωδίας Η Ρένα, ο κοντός και το σόι τους, που ανέβηκε στο θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ τη σεζόν 1977-78. Επιλέγεται φωτογραφία του Elite, τραβηγμένη είκοσι χρόνια νωρίτερα, η οποία είχε πρωτοχρησιμοποιηθεί ως εξώφυλλο σε παρτιτούρες τραγουδιών της Ρένας και αυτή ακριβώς βλέπουμε στη δέκατη όγδοη στάση μας. Ήταν άραγε μια στιγμή ανασφάλειας της Ρένας, μια ανάγκη να επιστρέψει φωτογραφικά στα χρόνια της νιότης της; Πάντως, στη δεύτερη έκδοση του προγράμματος, το πορτρέτο αντικαταστάθηκε από φωτογραφία που τραβήχτηκε ειδικά για την παράσταση και συνεπώς δεν την περιλαμβάνουμε στο σημερινό μας αφιέρωμα.

Κατ’ εξαίρεση όμως, για τη δέκατη ένατη στάση μας, θα σταθούμε σε προϊόν αντίστοιχης φωτογράφισης αφενός επειδή πρόκειται για αγαπημένο πορτρέτο του Rena Fan και αφετέρου επειδή διαφορετικές πόζες από την ίδια φωτογράφιση χρησιμοποιήθηκαν σε αρκετά προγράμματα παραστάσεων της Ρένας μέχρι και το 1987, καθώς και σε ένα αυτόγραφό της. Στο πρόγραμμα της άτυχης παράστασης Λυσιστράτη '79, που ανέβηκε τον Οκτώβρη του ’79 στο Κοτοπούλη-Ρεξ, βλέπουμε τη Ρένα, αν δεν κάνω λάθος, μπροστά στο σκηνικό του Γιώργου Ανεμογιάννη...

Αν και προτιμούσε λοιπόν για τα προγράμματα της δεκαετίας του '80 πορτρέτα από αυτή τη φωτογράφιση, τη σεζόν 1984-85 η Ρένα επιλέγει τη φωτογραφία ενός άλλου αυτόγραφου (που μάλλον τραβήχτηκε λίγο πριν το 1980 αλλά τη μοίραζε στους θαυμαστές και τις θαυμάστριές της μέχρι το τέλος της καριέρας της, με εκείνη τη γνωστή προτυπωμένη και γλυκά ανορθόγραφη αφιέρωσή της...). Το πρόγραμμα της επιθεώρησης Έξω η Ελλάδα από το Κιάτο που ανέβηκε στο θέατρο Ορφέας είναι η εικοστή μας στάση. 

Για την εικοστή πρώτη και τελευταία μας στάση διαλέγω το τελευταίο πορτρέτο που χρησιμοποιήθηκε στα θεατρικά προγράμματα της Ρένας από το 1988 ως το 1991 (για τις δυο τελευταίες της θεατρικές παραστάσεις, άλλωστε, χρησιμοποιήθηκαν φωτογραφίες που τραβήχτηκαν τις αντίστοιχες σεζόν). Πρόκειται για φωτογραφία του Γιάννη Γκίλα, σύμφωνα με τις πληροφορίες των αντίστοιχων προγραμμάτων, μια από τις πολύ αγαπημένες του Rena Fan (διαφορετικές πόζες από την ίδια φωτογράφιση εμφανίστηκαν σε κάποιες συνεντεύξεις της αλλά και στο εξώφυλλο της βιντεοταινίας της Μια Ρένα χωρίς φρένα). 

Δεν ξέρω γιατί αυτή η φωτογραφία της Ρένας μου αρέσει περισσότερο από άλλες. Ίσως επειδή διακρίνω σε αυτήν μια σοβαρότητα, μια υποψία μελαγχολίας, καθώς αυτή η φωτογραφία εγκαινιάζει την τελευταία φάση της θεατρικής της σταδιοδρομίας, λίγο μετά την περιπέτεια της υγείας της που ξεκίνησε με τη γαστρορραγία του 1988... Ίσως γιατί αυτό ακριβώς το βλέμμα της με συντρόφευε μέσα από μια κορνίζα στον τοίχο μου, σε εφηβικά, δύσκολα χρόνια, που τα ομόρφαινε όμως η δική της παρουσία.

Μια παρουσία που ομορφαίνει όλη μου τη ζωή, σχεδόν μισό αιώνα τώρα. Και γι’ αυτό, κυρία Βλαχοπούλου, θα σας είμαι πάντα ευγνώμων...


Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του σε έντυπα κείμενα και διαδικτυακές αναρτήσεις.

Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2023

Σαν σήμερα το 1955: Στη Λάρισα

Στις 4 Οκτωβρίου 1955 διαβάζουμε στη στήλη "Εφήμερα" της λαρισαϊκής εφημερίδας Ελευθερία:

Οι καλλιτέχναι που μετείχαν στο συγκρότημα Οικονομίδη έμειναν έκπληκτοι από την υποδοχή που τους έγινε. Ήξευραν βέβαια ότι η Λάρισα έχει θεατρόφιλο κοινό αλλά δεν περίμεναν να... αντιμετωπίσουν τέτοια επίθεσι.

Αυτό που έγινε τις πέντε ημέρες που έμεινε το συγκρότημα του Οικονομίδη στην πόλι μας ήταν απερίγραπτο. Και θάχουν να το λένε οι καλλιτέχνες που έφυγαν χθες.

Ελευθερία (Λάρισας), 4-10-1955

Ποιοι ήταν αυτοί οι καλλιτέχνες; Ήταν το "επιστρέφον από την θριαμβευτικήν εμφάνισιν εις την Διεθνή Έκθεσιν Θεσσαλονίκης Μουσικόν συγκρότημα του Γιώργου Οικονομίδη εις το οποίον συμμετέχουν εκτάκτως οι μεγαλύτερες βεντέτες του ελληνικού μουσικού θεάτρου Άννα και Μαρία Καλουτά" και μαζί τους "η δυναμικώτερη και πιο αγαπημένη τραγουδίστρια του Ελληνικού κοινού Ρένα Βλαχοπούλου", το "διεθνούς φήμης χορευτικό ζευγάρι" Γιάννης Φλερύ και Λίντα Άλμα, ο "κορυφαίος Έλλην τραγουδιστής Τώνης Μαρούδας, η "κουβανέζα δυναμίτις" Λολίν, ο "υπέροχος μίμος" Στέφανος Ξύδης και η "μπριόζα ορχήστρα" του Λυκούργου Μαρκέα.

Ξεχωριστές διαφημιστικές καταχωρίσεις για τις βεντέτες αδελφές Καλουτά και τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος του Γιώργου Οικονομίδη. Ενδιαφέρουσες οι πληροφορίες για τις τιμές των εισιτηρίων: πιο χαμηλές στις απογευματινές παραστάσεις (7.50 δρχ. στην πλατεία και 5.50 δρχ. στον εξώστη) και πιο υψηλές στις βραδινές (13.50 δρχ. οι αριθμημένες θέσεις της πλατείας και 5.50 δρχ. στον εξώστη). Σε άλλη διαφήμιση υπήρχε η επισήμανση: "ΙΔΙΑΙΤΕΡΑΙ ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΣΤΑΛΩΣΙ".  

Το "τουριστικό συγκρότημα" ολοκλήρωσε τις εμφανίσεις του στο κοσμικό κέντρο Χαβάη της Θεσσαλονίκης στις 25 Σεπτεμβρίου 1955 (έγραψα και παλιότερα για αυτή την εμφάνιση της Ρένας Βλαχοπούλου στη Χαβάη το 1955 αλλά και για τις εμφανίσεις της στη Θεσσαλονίκη στη διάρκεια της ΔΕΘ το 1957, το 1958 και το 1959) και μετά από ολιγοήμερη ξεκούραση ξεκίνησε τις εμφανίσεις του στο κινηματοθέατρο Ορφεύς της Λάρισας την Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου. 

Η Ελευθερία ανέφερε ότι το συγκρότημα θα πραγματοποιήσει
"τέσσερις αλλαγές προγράμματος", με άλλα λόγια, κάθε μέρα
θα παρουσίαζε και ένα διαφορετικό πρόγραμμα στο κοινό της Λάρισας...

Από την Ελευθερία της Λάρισας, 28-9-1955

Αρχικά είχε προγραμματιστεί να δίνονται δύο παραστάσεις κάθε μέρα (στις 7.30μμ και στις 10μμ), αλλά λόγω της μεγάλης ζήτησης, την Κυριακή 2 Οκτωβρίου, τελευταία μέρα των παραστάσεων, δόθηκε και μία επιπλέον απογευματινή στις 5μμ.

Ρένα Βλαχοπούλου, Μαρία και Άννα Καλουτά,
πιθανότατα στο κέντρο Χαβάη της Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο του 1955.
Φωτογραφία από το βιβλίο του Μ. Δελαπόρτα
Βίβα Ρένα
(εκδ. Άγκυρα, 2002)

Τη βδομάδα εκείνη διεξαγόταν στη Λάρισα η μεγάλη εμποροπανήγυρη της πόλης, η οποία όμως τερματίστηκε πρόωρα λόγω της αλλαγής του καιρού, καθώς το βράδυ του Σαββάτου 1 Οκτωβρίου ξέσπασε μια δυνατή καταιγίδα που διήρκεσε περισσότερο από δύο ώρες, "πλημμύρισε όλους τους δρόμους με νερά και τους κατέστησεν εντελώς αδιάβατους. Είχε δημιουργηθή μια κωμικοτραγική κατάστασις, η οποία ανεστάτωσε τους πάντας και τα πάντα, χωρίς να μπορή κανείς να αντισταθή ή να κάμη κάτι να σταματήση το μεγάλο κακό που έκανε η νεροποντή" (και σαν να μην άλλαξε τίποτα από τότε...).

Ρένα Βλαχοπούλου και Τώνης Μαρούδας
σε μεταγενέστερη συνεργασία τους.
Φωτογραφία από το βιβλίο του Μ. Δελαπόρτα
Βίβα Ρένα (εκδ. Άγκυρα, 2002)



Ρένα Βλαχοπούλου και Γιώργος Οικονομίδης
σε μεταγενέστερη συνεργασία τους.
Φωτογραφία από το περιοδικό
Δίφωνο, Μάιος 1997

Όπως έγραφε, επίσης σαν σήμερα, η στήλη "Πεννιές" της ίδιας εφημερίδας, "Με την αναχώρησι του μουσικού συγκροτήματος, τας εμφανίσεις του οποίου παρηκολούθησαν σχεδόν όλοι οι συμπολίται, το γενικόν ενδιαφέρον στρέφεται από χθες προς τους κινηματογράφους μας, οι οποίοι προβάλλουν και πάλιν ενδιαφέρουσες ταινίες που ευχαριστούν τον θεατή". Σκέφτηκα να σας δείξω πώς παρουσίαζε η στήλη των θεαμάτων τις ταινίες που προβάλλονταν--μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η επισήμανση πως ο Ο Λάκος των Κολασμένων θα συγκινήσει όλες τις Λαρισινές...

Από την εφημερίδα Ελευθερία της Λάρισας, 4-10-1955

Βέβαια, εκτός από τις νέες ταινίες, το κοινό της Λάρισας είχε να περιμένει και κάτι ακόμα: ένα ρεσιτάλ της διεθνούς φήμης μέτζο σοπράνο Έλενας Νικολαΐδου την Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 1955, και πάλι στον Ορφέα. Και όπως έγραψε η στήλη "Εφήμερα", "όλα καλά" με την υποδοχή του συγκροτήματος της ελαφράς μουσικής, "θα κερδίση όμως η πόλις μας πολύ στην εκτίμησι του καλλιτεχνικού κόσμου της χώρας αν παρόμοια και ανωτέρα υποδοχή γίνη την Παρασκευή και στην μεγάλη καλλιτέχνιδα του τραγουδιού" που επισκέπτεται τη Λάρισα "διότι η καλή φήμη της την έπεισε ότι θα απευθυνθή σε κοινό που διαθέτει καλλιεργημένο μουσικό αίσθημα".

Από την εφημερίδα Ελευθερία της Λάρισας, 4-10-1955

Και πριν κλείσω την ανάρτηση, λίγα ακόμα "εφήμερα" διαμαντάκια που... ψάρεψα ξεφυλλίζοντας τα φύλλα της Ελευθερίας εκείνων των ημερών: πρώτα από όλα, μια ενδιαφέρουσα αναφορά στον μαέστρο του συγκροτήματος Λυκούργο Μαρκέα, τον εκλεκτό συνθέτη που συνεργάστηκε αρκετά με τη Ρένα Βλαχοπούλου σε θέατρα, κέντρα και τηλεόραση, αλλά χάθηκε δυστυχώς πρόωρα. Σύμφωνα με τη στήλη "Εφήμερα" λοιπόν, ο Μαρκέας, αν και είχε γεννηθεί στην Τρίπολη, "είναι κατά 50% Λαρισινός διότι εδώ έζησε τα παιδικά του χρόνια".

Μου έκανε επίσης εντύπωση πως τις μέρες που εμφανιζόταν η Ρένα στον Ορφέα της Λάρισας, η Ελευθερία δημοσίευσε ένα χρονογράφημα για την... κατάντια της Ομόνοιας, αφού η εικόνα της αθηναϊκής πλατείας το 1955 δεν θύμιζε πλέον τις παλιότερες μέρες δόξας. Ως τίτλος του χρονογραφήματος που δημοσιεύτηκε στις 2 Οκτωβρίου 1955 επιλέχτηκε ο τίτλος του τραγουδιού που είχε πρωτοτραγουδήσει η Ρένα Βλαχοπούλου έναν χρόνο νωρίτερα: "Ομόνοια Πλας".

Τέλος, το μάτι μου στάθηκε σε μια διαφημιστική καταχώριση του καταστήματος Δημητρακόπουλου που αναφέρει ότι "παρελήφθησαν καρτ-ποστάλ ηθοποιών". 

Να βρίσκονταν άραγε ανάμεσά τους και αυτές οι φωτογραφίες, της Ρένας και άλλων συναδέλφων της, που είδα πρόσφατα να πωλούνται στο διαδίκτυο;...



Η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στις φίλες και τους φίλους που ζουν στη Λάρισα και σε άλλες περιοχές της Θεσσαλίας, οι οποίες δοκιμάζονται τις τελευταίες εβδομάδες από τις συνέπειες της κακοκαιρίας και των κακών χειρισμών της Πολιτείας...


Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2022

Δεκαοκτώ χρόνια χωρίς τη Ρένα Βλαχοπούλου

 Δεκαοκτώ χρόνια συμπληρώνονται αυτή την ώρα από τον θάνατο της Ρένας Βλαχοπούλου: στις εφτά το απόγευμα της Πέμπτης 29 Ιουλίου 2004 η καρδιά της μεγάλης τραγουδίστριας και ηθοποιού σταμάτησε να χτυπά, σκορπώντας συγκίνηση και θλίψη στο ελληνικό κοινό. Ο βιολογικός της θάνατος όμως δεν ήταν δυνατό να της στερήσει την αθανασία που της χάρισαν οι κινηματογραφικές της εμφανίσεις και οι ηχογραφήσεις της.

Η Ρένα στην κουζίνα του τελευταίου σπιτιού της, στη Βούλα.
Φωτογραφία του Γιώργου Καλφαμανώλη

Στο φετινό μου αφιέρωμα, αποφάσισα, για καθαρά… προσωπικούς λόγους, να αναφερθώ στη σχέση της Ρένας με το… φαγητό… Η Ρένα ήταν μια άριστη μαγείρισσα, όπως δήλωνε και η ίδια (η εξαιρετική της σχέση με την κουζίνα και το νοικοκυριό ήταν από τα λίγα πράγματα για τα οποία καυχιόταν—αυτά, και όχι το ταλέντο της στο τραγούδι ή την υποκριτική). Η Μπέτυ Βαλάση, φίλη και συνεργάτιδα της Ρένας, θυμόταν πως αυτό το χαρακτηριστικό της την «έδενε» με το άλλο μεγαθήριο του θεάτρου μας, την Κατίνα Παξινού (που ήταν δασκάλα της Βαλάση στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου): η καλή μαγειρική απαιτεί φαντασία, το ίδιο και η ηθοποιία, και οι δύο καλλιτέχνιδες ήταν άφταστες μαγείρισσες—και φυσικά άφταστη η καθεμιά τους στο είδος που υπηρέτησε…

Όταν αποφάσιζε να μαγειρέψει για φίλες και φίλους, η Ρένα αποσπούσε πάντα τα πιο κολακευτικά σχόλια. Η Ζωζώ Σαπουντζάκη έμαθε από εκείνη να κάνει μπάρμπεκιου, η Αλίκη Βουγιουκλάκη πείστηκε να απαρνηθεί για ένα βράδυ το ψάρι (που έτρωγε πάντα λόγω δίαιτας) και να φάει κρέας μαγειρεμένο από τα χεράκια της, ενώ ο άνδρας της, ο Γιώργος Λαφαζάνης, έλεγε σε κάθε ευκαιρία πόσο του άρεσαν τα φαγητά που του μαγείρευε—ειδικά τα ψάρια και η σκορδαλιά που τα ετοίμαζε με βάση κερκυραϊκές συνταγές, παρόλο που πάντα αυτοσχεδίαζε, όπως ακριβώς και στο παίξιμό της.

Η Ρένα σε εξώφυλλο του Ταχυδρόμου τον Μάιο του 1973

Αν και η Ρένα δήλωνε τα τελευταία χρόνια πως ήταν τρομερά λιτοδίαιτη, και απόφευγε τα βαριά φαγητά και τους… βαρυφορτωμένους μπουφέδες, ειδικά στις δεξιώσεις και τις δημόσιες εμφανίσεις της, στα… μικράτα της ήταν ένα παιδί γεμάτο όρεξη, έως και λαιμαργία! Σε μια από τις τελευταίες της συνεντεύξεις θυμόταν πως πριν καλά-καλά ο πατέρας της ακουμπήσει τα ψώνια στο τραπέζι της κουζίνας, είχε προλάβει να φάει κιόλας τα… μισά… Και υπάρχει βέβαια η διήγηση για το πρόγευμά της στο σχολείο, σε δύο εκδοχές: στη μία δίνει το μισό φαγητό της σε συμμαθητή της που δεν είχε να φάει, ενώ στην άλλη τρώει το φαγητό των υπέρβαρων συμμαθητών της (μπορεί κάλλιστα να συνέβαιναν και τα δύο…).

Η Ρένα μαγειρεύει για τις ανάγκες του διαφημιστικού σποτ
που γύρισε το 1987.
Από το αρχείο του Χρήστου Μαραμένου

Τι από όλα αυτά πέρασε όμως στους κινηματογραφικούς ρόλους της Ρένας; Θα θυμηθούμε σκηνές από δεκαοκτώ ταινίες της στις οποίες η ηρωίδα που κάθε φορά ενσαρκώνει μασουλάει κάτι ή μιλάει για κάτι… φαγώσιμο! (Θα μείνουν, φυσικά, εκτός οι δυο ατάκες της κινηματογραφικής Χαρτοπαίχτρας στις οποίες το ρήμα «τρώω» χρησιμοποιείται… υβριστικά!).

Θα αρχίσω από την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση σε ελληνικό έδαφος, τις αγαπημένες Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες, στην οποία υποδύεται την Κερκυραία Ρηνούλα που βρίσκεται από την απλή ζωή του χωριού της στο νησί στα αστικά σαλόνια της Αθήνας του ‘50. Φαίνεται πως πιο κοντά στη σχέση της… πραγματικής Ρηνούλας των παιδικών της χρόνων με το φαγητό βρίσκεται η κινηματογραφική αδελφή της, η Μαριέττα (Άννυ Μπωλ), που τρώει λαίμαργα τόσο στο χωριό όσο και στην πόλη. Στο χωριό και η Ρένα φαίνεται, βέβαια, να έχει αρκετή όρεξη, έστω κι αν στη διάρκεια του φαγητού η μάνα της επιμένει να της μιλάει για έναν υποψήφιο γαμπρό που δεν θέλει ούτε να τον ακούσει, ενώ στην πόλη κάνει ό,τι μπορεί για να μάθει να τρώει με μαχαιροπίρουνο το μεγάλο ψάρι που της σερβίρει ο Κούλης Στολίγκας.

Στη δεύτερη ταινία της, την κωμωδία Όταν λείπει η γάτα του Αλέκου Σακελλάριου, το σενάριο παρουσιάζει τη Ρένα ως Μαριγώ, μαγείρισσα της οικογένειας Ζέμπερη. Στο πρώτο μέρος της ταινίας, όταν το υπηρετικό προσωπικό (Βλαχοπούλου-Αυλωνίτης-Μπέμπη Κούλα) αποφασίζει να το ρίξει έξω υποδυόμενο τα αφεντικά, βλέπουμε πως η Μαριγώ δεν μπορεί να ξεχάσει τη δουλειά της, ακόμα κι όταν βρίσκεται στο κοσμικό κέντρο «Κουίν Άννα» και έρχεται η ώρα να παραγγείλει τον «αστακό αλ’ αμερικέν»: ζητάει από τον εστιάτορα Νίκο Ρίζο να της εξηγήσει τι είναι αυτός ο ιδιόρρυθμος τύπος μαγιονέζας που κάνουν στο κατάστημά τους. «Α, είναι σαν να λέμε περισσότερο έτσι λαδολέμονο, χτυπάμε τη σάλτσα με λίγο γαλατάκι για να πάρει άσπρο χρώμα». «Άσ’την τέχνη και παρήγγειλε (sic) να φάμε να τελειώνουμε» την επιπλήττει ο Αυλωνίτης. Φυσικά την επόμενη μέρα η Μαριγώ, που είχε ζητήσει από την παρέα να πάνε σε ένα κέντρο στις Τζιτζιφιές όπου «αν ήξερες τι περιποίηση θα μας κάνανε!», αποφαίνεται: «Σιγά τη βραδιά, μαγιονέζα να σου πετύχει!». Αργότερα, θα αναλάβει να ετοιμάσει μια σούπα για τον κύριό της, τον Γιώργο Γαβριηλίδη, που τον είχε πειράξει η θάλασσα το προηγούμενο βράδυ…

Τρίτος σταθμός μας το πρώτο κινηματογραφικό μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη, το Μερικοί το προτιμούν κρύο (παραγωγή φυσικά της Φίνος Φιλμ, 1963). Υπάρχει, βέβαια, στην ταινία μια χαριτωμένη σκηνή οικογενειακού τραπεζιού, όπου όμως η Ρένα δεν τρώει, αλλά μαζεύει τα πιάτα, ζητώντας από τις μικρότερες αδελφές της (Ζωή Λάσκαρη, Χλόη Λιάσκου) να κάνουν το ίδιο—κι αυτές εκνευρίζονται, γιατί δεν έχουν ακόμα αποφάει. Το επόμενο πρωί όμως βλέπουμε και την ίδια να μασουλάει ένα βούτημα ή μπισκοτάκι, μαζί με τον καφέ της, ενώ προσπαθεί να… ψαρέψει τον αδελφό της Ντίνο Ηλιόπουλο για τα νυχτοπερπατήματά του της προηγούμενης βραδιάς. Λίγο αργότερα, ο Ηλιόπουλος τής προσφέρει ακόμα ένα μπισκοτάκι, όταν προσπαθεί να την πείσει πως είναι ώρα να βγει έξω στον κόσμο για να γνωρίσει… γαμπρό!

Από το μασούλημα στο… μπουσούλημα, για την τέταρτη στάση στην κινηματογραφική σχέση της Ρένας Βλαχοπούλου με το φαγητό. Στην αισθηματική κωμωδία του Δαλιανίδη Ένα κορίτσι για δύο, που προβάλλεται το φθινόπωρο του ’63, η Ρένα έχει, ως τσαχπίνα χήρα Πολυξένη, μια ξεκαρδιστική σκηνή με τον κινηματογραφικό της αδελφό Αλέκο Αλεξανδράκη, όταν προσπαθεί να φύγει κρυφά από το σπίτι για να πάει λίγα φαγώσιμα στον άλλο της αδελφό, τον Κώστα Βουτσά, που βρίσκεται, μαζί με φίλους του, στο κρατητήριο. Έχει τυλίξει τα τρόφιμα σε μια πετσέτα που την κρατά στο στόμα, για να το σκάσει μέσα στη νύχτα μπουσουλώντας. 

Ο Αλεξανδράκης όμως την αντιλαμβάνεται και όταν τη ρωτάει πού πηγαίνει, του λέει πως πάει λίγη από την τυρόπιτα που έφτιαξε στη γειτόνισσά της τη Νίτσα, «γιατί της αρέσει πώς τη φτιάχνω εγώ την τυρόπιτα». Ο Αλεξανδράκης ξαφνιάζεται που η Πολυξένη έκανε τυρόπιτα και δεν του είπε τίποτα και επιμένει πως πρέπει να τη φάει εκείνος κι όχι οι ξένοι και, παρά τις παρακλήσεις της («Κίμων, μην την ανοίγεις, θα πάθεις!») ανοίγει την πετσέτα και έκπληκτος βλέπει τα φαγώσιμα: «Πού είναι η τυρόπιτα; Εδώ βλέπω αβγά, γάλα, τυρί!» Κι η Πολυξένη του απαντά: «Α, λείπει τ’ αλεύρι, ε; Ε, αυτό θα το ‘βαζε η Νίτσα!»

Πέμπτος σταθμός της διαδρομής μας είναι το δεύτερο κινηματογραφικό μιούζικαλ του Δαλιανίδη, το Κάτι να καίει (παραγωγή του 1964), όπου η Ρένα υποδύεται τη Σοφία που έχει παρατήσει τη δουλειά της για να αναζητήσει, μαζί με την αδελφή της Χλόη Λιάσκου, τον παιδικό της φίλο Ντίνο Εξαρχόπουλο στη Θεσσαλονίκη και να τον πείσει να την παντρευτεί για να μπορέσει να πάρει μια κληρονομιά. Επιστρέφει όμως άδοξα στην Αθήνα και φιλοξενεί στο σπίτι της μια παρέα φίλων που γνώρισε στη Θεσσαλονίκη (ανάμεσά τους και ο επίδοξος μνηστήρας της αδελφής της, ο Κώστας Βουτσάς). Έξι άτομα οι μουσαφίρηδες και δύο οι αδελφές, οκτώ στόματα, και εισόδημα κανένα. Έτσι, όταν Λιάσκου και Βουτσάς τής λένε «πρίμο σεκόντο» πως ο έρωτας δεν είναι σαχλαμάρες, η Ρένα εκνευρισμένη τους απαντά: «Βρε εδώ κοιτάζει ο κόσμος τι θα φάει για να στυλωθεί στα πόδια του και μετά κοιτάει τους έρωτες! Που έχουμε τρελάνει την ταχινόσουπα λες κι είναι Κατοχή!». Προηγουμένως πάντως έχει αρνηθεί να πάρει σταφύλια που της προσφέρει η αδελφή της, μάλλον γιατί λόγω της στεναχώριας της δεν πάει τίποτα κάτω… (Τα σταφύλια αυτά φαίνεται πως τα λαχτάρησε και ο Δαλιανίδης της τα πρόσφερε δις αργότερα, όπως θα δούμε…).

Στην έκτη στάση μας, στα περίφημα Κορίτσια για φίλημα του Δαλιανίδη και του Φίνου, η Ρένα είναι η ιδιοκτήτρια ενός τουριστικού γραφείου στη Νέα Υόρκη, στο οποίο βρίσκεται κάθε τρεις και λίγο ο μεγάλος θαυμαστής της, ο Γιάννης Βογιατζής. Ο Βογιατζής φλερτάρει… ασύστολα (ή, μάλλον, συνεσταλμένα) τη Ρένα, αλλά σε μια στιχομυθία τους εκείνη μυρίζει την αναπνοή του και τον ρωτά: «Σκόρδο έφαγες;» «Oh yes, πατρίδα!» της λέει εκείνος λιγωμένα, για να πάρει την απάντηση «Να σου λείπουν οι πατριωτισμοί και άσε με, γιατί εγώ φεύγω για την Ελλάδα!» (Της άρεσε πάντως το σκόρδο και το χρησιμοποιούσε συχνά στις συνταγές της, και όχι μόνο στη σκορδαλιά του μπακαλιάρου—σκορδαλιά που πρότεινε μέχρι και στην Ελένη Μενεγάκη να δοκιμάσει στη διάρκεια της τελευταίας τους συνέντευξης τον Γενάρη του ’99)…

Για την έβδομη στάση μας αλλάζουμε κινηματογραφική εταιρία, όπως έκανε και η Ρένα το 1966: στη Βουλευτίνα του Κώστα Καραγιάννη. Εδώ έχουμε ένα σπάνιο στιγμιότυπο της Ρένας όχι με φαγητό, αλλά με γλυκό (σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές δεν ήταν πολύ φίλη των γλυκών). Η Ρένα πηγαίνει σε ένα καφενείο όπου εκφωνεί τον προεκλογικό του λόγο ο αρραβωνιαστικός της, ο Περικλής Αράπης (Σταύρος Ξενίδης). Εκεί παραγγέλνει ένα γλυκό μελιτζανάκι, το οποίο μαθαίνει πως είναι πληρωμένο από τον υποψήφιο («Πάει το κτήμα στα Σούμερνα!») και στη συνέχεια το γλυκό της βγαίνει σχεδόν ξινό καθώς το τρώει σχολιάζοντας σχεδόν κάθε λέξη από τον λόγο του αρραβωνιαστικού της. 

Λίγο αργότερα, ενώ η Ρένα συζητά με τη θεία της (Σεβασμία Παναγιωτοπούλου) για το μέλλον της με τον Περικλή, μασουλάει ξηρούς καρπούς (μάλλον φιστίκια Αιγίνης), ενώ στο δεύτερο μέρος της ταινίας, όταν πια έχει η ίδια εκλεγεί βουλευτίνα και πηγαίνει στο γραφείο ενός υπουργού (Δημήτρης Νικολαΐδης) για τα αιτήματα των ψηφοφόρων της, εκείνος προσπαθεί να την εξευμενίσει φλερτάροντάς την και προτείνοντάς της να την πάει για σπληνάντερο στου Φώτη στη Γλυφάδα (και όχι στην ψησταριά του Γιώργου στο Μενίδι, όπου του έχει προτείνει νωρίτερα ο φίλος του να πάει)...

Την επόμενη σεζόν (1967-68) η Ρένα θριαμβεύει και πάλι στον οργανισμό Καραγιάννης-Καρατζόπουλος με το Βίβα Ρένα και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα στο πλευρό της. Θα κάνουμε την όγδοη στάση μας σε αυτή την ταινία, στην οποία ο Κωνσταντάρας είναι φυσικά ο εφοπλιστής Φωκάς που φλερτάρει επιμόνως τη Ρένα νομίζοντας πως είναι η διάσημη ξαδέλφη της Πεπίτα. Μετά την πρώτη τους νυχτερινή έξοδο, η Ρένα ενημερώνει τον Στρατάκια, τον αδελφό της (Νίκος Ρίζος) πως ο κύριος Φωκάς θα την πάει την άλλη μέρα στη Δροσιά για πεϊνιρλί… 

Αμέσως μετά η Ρένα πέφτει να κοιμηθεί και ονειρεύεται πως είναι μια μικρούλα Ινδιάνα που… μαγειρεύει στον καταυλισμό της όταν εμφανίζεται πάνω στο (ξύλινο!) άλογό του ο Κωνσταντάρας ως κάου-μπόι…

Ο ένατος σταθμός στο φετινό μου αφιέρωμα είναι η τελευταία ταινία της Ρένας στον οργανισμό Καραγιάννης-Καρατζόπουλος, στην οποία είναι μια παθολογική Ζηλιάρα (1968) που κάνει δύσκολη τη ζωή στον σύζυγό της Γιώργο Κωνσταντίνου. Τον αγαπά υπερβολικά φυσικά και τον φροντίζει: του έχει ετοιμάσει μία σούπα και τον σερβίρει (πριν του κόψει την όρεξη φορώντας το μπέμπι-ντολ που ανακάλυψε στον χαρτοφύλακά του). Αν και στην ταινία σούπα τρώει μόνο ο Κωνσταντίνου, σε μια από τις διαφημιστικές φωτογραφίες βλέπουμε να τρώνε και οι δύο!...

Για τη δέκατη στάση, επιστρέφουμε μαζί με τη Ρένα θριαμβευτικά στη Φίνος Φιλμ, για το… δέκα το καλό, την Παριζιάνα που προβάλλεται τον Δεκέμβρη του 1969. Οι περισσότερες/-οι φυσικά θυμούνται τη Ρένα ως μοδίστρα Πελαγία να ασχολείται όχι με το τι τρώει η ίδια, αλλά τι τρώει η… Σούζυ, η πελάτισσά της (η Ρένα Πασχαλίδου φυσικά), η οποία, σύμφωνα με την Πελαγία και ψεύδεται και τρώει! Το φαγητό όμως είναι ζήτημα που απασχολεί και τον τρελό ζωγράφο της ιστορίας, τον Λεωνίδα, που τον υποδύεται ο σπουδαίος Χρόνης Εξαρχάκος. 

Ο Λεωνίδας τρέχει σαν τρελός στο σπίτι της Πελαγίας, όπου σύμφωνα με έναν μπόμπιρα, τον περιμένει ένα κατσαρολάκι με φαγητό! Η Πελαγία και η αδελφή της Ελένη (Έρρικα Μπρόγιερ) προσπαθούν να δελεάσουν τον Λεωνίδα, ώστε να συμπράξει ως σχεδιαστής μόδας στο εγχείρημά τους. Όσο η Ρένα τον σερβίρει, η Ελένη προσπαθεί να εξηγήσει το σχέδιο στον Λεωνίδα που προτείνει να αφήσουν την κουβέντα για μετά τον φαγητό, για την ώρα του καφέ, αλλά η Ρένα του λέει: «Όχι, χρυσό μου, χορτάτο σε φοβάμαι». Ο Λεωνίδας αρχίζει επιτέλους να τρώει από το πιάτο που γενναιόδωρα του γέμισε η Πελαγία με κρέας και πατάτες («Φτάνει ή να σου βάλω όλη την πιατέλα;»), πολύ λαίμαργα όμως («Κοίτα γαμπρό που θα βάλουμε στο σπίτι μας… Άσ’τηνε να πάρει λίγη ντομάτα… Άσ’το κάτω το πιάτο μου! Άσ’το κάτω!»).

Στη συνέχεια η ομάδα πρέπει να προετοιμαστεί για τη μεγάλη εξόρμηση στην καλή κοινωνία της Μυκόνου. Έτσι η Ελένη προσπαθεί να δείξει στην Πελαγία πώς πρέπει να χρησιμοποιεί το μαχαιροπίρουνο για να φάει το κρέας της, αλλά η Πελαγία είναι ανεπίδεκτη μαθήσεως και προτείνει στην αδελφή της να φάει με τα χέρια: «Φάε κι εσύ έτσι, πιο ευκολία (sic) είναι!». Όταν τελικά οι τρεις τους βρεθούν αργότερα στη Μύκονο, η Πελαγία δέχεται το επίμονο φλερτ του Δημήτρη Καλλιβωκά που θέλει κάποιο βράδυ να της αποσπάσει ένα φιλί: εκείνη, για να το αποφύγει, βάζει στο στόμα της μερικά κριτσινάκια λέγοντας «Πολύ μ’ αρέσουν τα κριτσινάκια…». Τελικά θα ενδώσει στο φλερτ στη διάρκεια του ωραιότατου τραγουδιού του Μίμη Πλέσσα «Θέλω πολύ», που ξεκινά να το τραγουδά ενώ προσπαθεί να απαλλαγεί και από τα τελευταία υπολείμματα των κριτσινιών (φτύνοντας και μασουλώντας ό,τι απέμεινε…).

Ενδέκατη στάση στην κωμωδία Μια τρελή τρελή σαραντάρα, που έγραψε ο Αλέκος Σακελλάριος και σκηνοθέτησε ο Γιάννης Δαλιανίδης. Εδώ το φαγητό είναι μια καλή… κάλυψη για την τρελοχήρα Τζένη που θέλει να συναντήσει τον αγαπημένο της Ανδρέα Μπάρκουλη κρυφά από τα αδέλφια της. Τους λέει λοιπόν ότι η καλή της φίλη Καίτη (Μέλπω Ζαρόκωστα) θα της κάνει το τραπέζι. Επειδή όμως ο Γιάννης Μιχαλόπουλος δεν πιάνεται εύκολα κορόιδο, θέλει να διαπιστώσει αν όντως οι δύο φίλες έφαγαν μαζί το μεσημέρι. Διότι ενώ η Καίτη του έχει πει νωρίτερα πως η Τζένη της «ρήμαξε το ψυγείο, να φανταστείς ότι έφαγε μια μπαρμπουνάρα, τρεις κοτολέτες, έφαγε πουρέδες, έφαγε σαλάτα», όταν μετά ανακρίνει τις δύο φίλες… κατ’ αντιπαράσταση, η Ρένα φαίνεται πως λέει ψέματα: ισχυρίζεται πως δεν έφαγε τίποτα, «ενώ μου γονάτισε το ψυγείο!» διαμαρτύρεται η Καίτη, προσπαθώντας να σώσει την κατάσταση. Η Ρένα γκρινιάζει, «έφαγα δύο κοτολέτες και της γονάτισα το ψυγείο!», ενώ το μπαρμπούνι δεν πιάνεται «διότι το ψάρι γενικά είναι φρούτο, δεν είναι φαΐ!». Η Ρένα θυμώνει και για να αποπροσανατολίσει τον αδελφό της, του φωνάζει: «Ωραία, κύριε, δεν μου αρέσει το μπαρμπούνι, έφαγα λυθρίνι!» (Της άρεσε όμως μάλλον το μπαρμπούνι, γιατί το έφαγε ξανά και στον κινηματογράφο και στο βίντεο!...).

Αργότερα, επανερχόμαστε στα φρούτα: μεθυσμένη από έρωτα και από αλκοόλ η Τζένη απολαμβάνει τη μουσική που της παίζει ο Μπάρκουλης, ενώ ταυτόχρονα τον ταΐζει μπανάνα και σταφύλια. Οι ρόλοι θα αλλάξουν αμέσως μετά όταν η Τζένη θα αναλάβει να παίξει εκείνη βιολί (μολονότι δεν ξέρει να παίζει) και θα απαιτεί να την ταΐσει ο καλός της σταφύλια και μπανάνα.


Και βέβαια προς το τέλος της ταινίας, δεν ξεχνάμε τον καημό της Τζένης που περιμένει τηλέφωνο από τον αγαπημένο της και όταν χτυπάει το τηλέφωνο, ακούει να της ζητούν... γιαούρτι!

Την επόμενη σεζόν η Ρένα πρωταγωνιστεί σε δυο μουσικές κωμωδίες της Φίνος Φιλμ. Η ταινία του Αλέκου Σακελλάριου Η θεία μου η χίπισσα είναι ο δωδέκατος σταθμός στη διαδρομή μας: εδώ η Ρένα είναι η φτωχή καθαρίστρια κυρά-Λένη που υποδύεται την πλούσια κυρία για να μην απογοητεύσει τη θυγατέρα της (Νόρα Βαλσάμη) και το… συμπεθεριό. Κάθε πρωί όμως δίνει το «παρούσα» και ως καθαρίστρια του ξενοδοχείου όπου διαμένουν για να μη χάσει το μεροκάματό της.

Ο συμπέθερος τη βλέπει ως καθαρίστρια ένα πρωί και πιστεύει πως αυτή είναι η στολή που διάλεξε η συμπεθέρα του για τον χορό των μεταμφιεσμένων που διοργανώνει το ξενοδοχείο. Έτσι της προτείνει να τη συνοδέψει εκείνος στον χορό. Όταν ο συμπέθερος παραγγέλνει σαμπάνια, η κυρα-Λένη, κουρασμένη, ζητά από το γκαρσόνι: «φέρε ένα σάντουιτς με μπόλικο πράμα μέσα, γιατί πεινάω»! Και φυσικά ρωτά και τον συμπέθερό της αν θέλει ένα σαντουιτσάκι!...

Δέκατη τρίτη στάση στη δεύτερη ταινία της σεζόν 1970-71: Μια Ελληνίδα στο χαρέμι του Γιάννη Δαλιανίδη. Διάφορες ατάκες για το φαγητό και εδώ (αν και το «Φάε το πόδι μου, φάε το χέρι μου» δεν πιάνεται!). Η Ρένα έχει υπό την προστασία της τα δυο ανεπρόκοπα αδέλφια της. Ο μεν Χρόνης Εξαρχάκος ενθουσιάζεται όταν ο Νάσος Κεδράκας ως γείτονάς τους κυρ-Θόδωρος, («Ο μπακάλης;» «Που το έχει κάνει σελφ σέρβις!») φέρνει στη Ρένα να δοκιμάσει λίγη φέτα από το βαρέλι που μόλις άνοιξε, ως ένδειξη της ιδιαίτερης συμπάθειας που της τρέφει. Ο λαίμαργος Εξαρχάκος αρχίζει να δοκιμάζει τη φέτα, όσο η Ρένα εκμαιεύει την… αλήθεια από τον κυρ-Θόδωρο, ότι την προορίζει για… δούλα του ίδιου και των παιδιών του, οπότε και η φέτα και ο κυρ-Θόδωρος εκδιώκονται θεαματικά. Ο έτερος αδελφός, ο Βαγγέλης Σειληνός, είναι ερωτευμένος με τη Μαρία Ιωαννίδου που θα παντρευτούν και θα φέρει και την προίκα της, άρα δεν ανησυχούν για το φαγητό τους! «Θα φέρω τα σεντόνια μου, τις πετσέτες μου!» «Α, ωραία θα κόβουμε από μισή πετσέτα την ημέρα να την τρώτε!» Αργότερα, ως μέντιουμ πια η Ρένα οραματίζεται τον Μοχάμετ Αμπντάλα: «πλένει τα πόδια του και τρώει σταφύλι!». Τελικά λίγη ώρα αργότερα η Ρένα τρώει σταφύλια από τα χεράκια του ίδιου του Μοχάμετ Αμπντάλα, δηλαδή του Δημήτρη Καλλιβωκά…

Δέκατη τέταρτη στάση: Ζητείται επειγόντως γαμπρός. Εδώ η Ρένα βρίσκεται σε ένα παραθαλάσσιο ταβερνάκι με τον υπάλληλό της, τον κύριο Χαραλαμπίδη (Βάσος Ανδρονίδης) που την καλοπιάνει γιατί θέλει να του δανείσει χρήματα. Όταν ο κύριος Χαραλαμπίδης ρωτά τον σερβιτόρο (Νάσος Κεδράκας) αν έχει ψάρι, εκείνος απαντά ότι έχει φρεσκότατα ψάρια που μυρίζουν θάλασσα, κι η Ρένα του λέει: «Ε, τι ήθελες να μυρίζουν, ναφθαλίνη;» «Εννοώ ότι είναι φρεσκότατα» εξηγεί εκείνος μα η Ρένα τον αντικρούει λέγοντας πως ξέρει πως «όλα τα παραλιακά κατεψυγμένα πουλάτε. Τέλος πάντων, κατεψυγμένοι εμείς, κατεψυγμένα τα ψάρια». Ο σερβιτόρος τους προτείνει και πάλι μπαρμπούνι τηγανητό.

Μέχρι να ετοιμαστεί το ψάρι, η Ρένα ζητά χταποδάκι για ορεκτικό, το οποίο όμως ο κύριος Χαραλαμπίδης δεν τρώει γιατί το στομάχι του δουλεύει με… ένα καρμπιρατέρ! Εκείνος θα πάρει μια ντομάτα ξεφλουδισμένη ή, όπως λέει η Ρένα, μια ντομάτα που έχει κάνει στριπτίζ… Σε λίγη ώρα η Ρένα θα φιλοσοφεί τη ζωή της ακούγοντας το τραγούδι «Άνθρωπε, φιλοσόφησε» μασουλώντας μια (καυτερή;…) πράσινη πιπεριά… Νωρίτερα στην ταινία έχουμε κι ένα… σχήμα λόγου από τη θαυμάσια Άννα Κυριακού που χρησιμοποιεί τους… πατατοκεφτέδες για να δείξει στη Ρένα πόσο παράλογο ήταν που πίστεψε πως ο Αντρέας Μπάρκουλης ήταν ερωτευμένος μαζί της.

Δέκατη πέμπτη στάση ένα λαδερό φαγητό! Η Κόμησσα της Κέρκυρας σιόρα-Ανγκιολίνα διακόπτει για λίγο το μάθημά της και λέει στις μαθήτριες και τους μαθητές της: «Και τώρα κάντε πρόβα μόνοι σας να πάω να δω τσι μελιτζάνες μου μη μου καούνε και μείνω νηστικιά!». Το κρέας επανέρχεται όμως σε σχήμα λόγου και πάλι, όταν η Ανγκιολίνα λέει σε μια μαθήτριά της πως το μεγάλο βιολί (το μπάσο δηλαδή) το παίζει ένας μεγάλος άνθρωπος με κάτι δάχτυλα «νααα, σαν λουκάνικα Φρανκφούρτης!». Ας μην ξεχάσουμε βέβαια και την απολαυστική σκηνή που μοιράζεται η Ρένα με τον αδελφό της Χρήστο Βλαχόπουλο που υποδύεται έναν Κερκυραίο μανάβη και μαλώνει μαζί του για τα φρούτα που της βάζει! Και φυσικά το περίφημο κρεμμύδι που περιφέρεται από την κουζίνα της Ανγκιολίνας στο αστυνομικό τμήμα και στο ξενοδοχείο του Σπύρου Καρέτα…

Για τη δέκατη έκτη στάση μεταφερόμαστε στην περίοδο του Νέου Εμπορικού Κινηματογράφου: στη δεύτερη ταινία που γυρίζει η Ρένα σ’ αυτή την περίοδο, το (Ρένα) Να η ευκαιρία (1980) υποδύεται και πάλι μια μοδίστρα που όμως ράβει σε σπίτια και, όπως συνηθιζόταν τότε, γευματίζει με τα μέλη της εκάστοτε οικογένειας. Στο σπίτι μιας πελάτισσας όμως απογοητεύεται γιατί, ενώ περίμενε πως θα φάει χαβιάρι «μέσα σ’ αυτόν τον πλούτο», μαθαίνει πως θα φάει σπανακόρυζο, γιατί «κρέας, κρέας, κρέας, το βαρεθήκαμε πια!» Κι η Ρένα αγανακτεί: «Κι εγώ βαρέθηκα το σπανακόρυζο! Μία εβδομάδα στα σπίτια που πάω, όλο σπανακόρυζο τρώω. Σίδηρο θέλουνε να βάλουνε;». Λίγα λεπτά αργότερα η Ρένα ανακαλύπτει ότι κέρδισε το λαχείο! Η πελάτισσα και ο σύζυγός της (ο Πάνος Κορκοτάς) χαίρονται μαζί της: «Μπράβο, Ρένα μου, τι θα μας κεράσεις;» «Σπανακόρυζο θα σας κεράσω!»...

Στην ταινία Της πολιτσμάνας το κάγκελο η Ρένα είναι και πάλι μια αφοσιωμένη σύζυγος που ως Κερκυραία ετοιμάζει ένα ξεχωριστό δείπνο για τον σύζυγό της Μάριο (Δημήτρης Ζακυνθινός): «Σου ‘χω φτιάκει ένα σοφρίτο… μα τι σοφρίτο! Άσε που σου ‘φτιακα και μια μανέστρα κολοπίμπιρι να γλείφεις τα δάχτυλά σου. Την έκανα ελαφριά για το στομάχι σου, με λίγο λαδάκι».

Στο άλλο άκρο βρίσκεται η Ρένα στη Σιδηρά κυρία του Τάκη Βουγιουκλάκη (προτελευταία κινηματογραφική ταινία της και προτελευταία στάση του φετινού αφιερώματος) όπου λόγω της αφοσίωσής της στη… Μάργκαρετ Θάτσερ, η Ρένα καίει το παστίτσιο που περίμενε με τόση λαχτάρα να φάει ο σύζυγός της Κώστας Φλωράτος. Το παστίτσιο γίνεται κάρβουνο, οπότε η Ρένα προτείνει στον άντρα της να ξεκινήσουν… ανάποδα, από τις πάστες δηλαδή που έφερε ο «προνοητικός της άντρας» που φυσικά εξοργίζεται… Πιο χαλαρός εμφανίζεται ο ανηψιός της, Τάσος Πεζιρκιανίδης, που προτιμά τις κόντρες με τη μηχανή του από το βραδινό που θέλει να του ετοιμάσει η θεία του («Κάτσε να σου κάνω δύο αβγουλάκια με λίγες πατατούλες…»).

Για την τελευταία μας στάση θα πάρουμε μια γεύση από… βιντεοταινίες. Στις εννιά βιντεοταινίες που γύρισε η Ρένα υπάρχουν αρκετές αναφορές σε φαγητά (ας μην ξεχνάμε και τον τίτλο της κωμωδίας Η βασίλισσα της ρέγγας), ωστόσο θα σταθώ στη βιντεοταινία Όρμα, Ρένα, στην αρένα του Βαγγέλη Φουρνιστάκη, σε σενάριο του Σταμάτη Φιλιππούλη, που έχει κάποια ξεχωριστή αξία, γιατί διασώζει εικόνες της Ρένας στην πατρίδα της, την Κέρκυρα (με πολλές εσωτερικές και εξωτερικές σκηνές, μάλιστα, να έχουν γυριστεί στο υπέροχο εξοχικό της στη Δασιά). Στην ταινία αυτή η Ρένα υποδύεται μια ταβερνιάρισσα και έτσι, εκτός από τη γλυκιά κερκυραϊκή προφορά με την οποία διανθίζει τον ρόλο της, την ακούμε να μιλάει και για παραδοσιακά κερκυραϊκά πιάτα, κυρίως για παστιτσάδα και μπουρδέτο—με το οποίο γοητεύει την πελατεία της ταβέρνας αλλά και τους υποψήφιους μνηστήρες της κόρης της και τη μνηστή του γιου της… Τη βλέπουμε επίσης να παραγγέλνει (και να κουβαλά σε καφάσια!) τα υλικά που χρειάζεται για τη μαγειρική της, καθώς και να πίνει τον καφέ της με ένα βούτημα…

Η Ρένα Βλαχοπούλου χάριζε πολλές νοστιμιές στα πρόσωπα του περιβάλλοντός της που είχαν την ιδιαίτερη τύχη να γεύονται τις λιχουδιές της. Χάρισε όμως και αμέτρητες νοστιμιές στο κοινό της. Μόνο που η νοστιμάδα των τραγουδιών της και των ρόλων της απλώς ξεγελούν τη δική μου πείνα, γιατί η ρενοφανατική μου όρεξη δεν θα χορτάσει ποτέ! Αγαπημένη μου Κυρία Ρένα Βλαχοπούλου, θα σας θυμάμαι πάντα σαν ένα πεντανόστιμο ταλέντο, με φωνή γλυκιά και χιούμορ σαν αλατοπίπερο…