Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χατζηαποστόλου Νίκς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χατζηαποστόλου Νίκς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2021

Σαν σήμερα το 1961: Συναυλία με συνθέσεις Νίκου και Ανδρέα Χατζηαποστόλου

Στις 5 Φεβρουαρίου 1961 η Ρένα Βλαχοπούλου συμμετείχε σε μια κυριακάτικη πρωινή συναυλία με έργα του Νίκου και του Ανδρέα Χατζηαποστόλου που δόθηκε στην αίθουσα του Παρνασσού. Όπως έγραψαν οι εφημερίδες ήταν μια σπάνια συγκυρία να μοιράζονται το πρόγραμμα μιας συναυλίας συνθέσεις πατέρα και γιου. 

Εξώφυλλο δίσκου 33 στροφών με παλιές επιτυχίες
του Νίκου Χατζηαποστόλου.\
(Φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.discogs.com)

Αποσπάσματα από τα έργα του Νίκου Χατζηαποστόλου τραγούδησαν οι μονωδοί της Λυρικής Σκηνής Γαλάτεια Αμαξοπούλου, Ελευθέριος Τερζής και Μιχάλης Κορώνης. Συνθέσεις του γιου του τραγούδησαν η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Τώνης Μαρούδας, η Νάντια Κωνσταντοπούλου, η Γιοβάννα, η Ζωή Μάγγου, η Λόλα Τσακίρη, η Άντζελα Ζήλια, η Σούλα Μπίτσα, ο Γ. Γαλάνης και το ντουέτο Μουζάς-Λιγνός. Στο πιάνο συνόδευσε ο πιανίστας Νίκος Τριανταφύλου και το πρόγραμμα παρουσίασε ο Δημήτρης Νικολαΐδης. 

Ανδρέας Χατζηαποστόλου
Φωτογραφία από το εξώφυλλο του βιβλίου
Ανδρέας Χατζηαποστόλου-Αξέχαστες μελωδίες
των εκδόσεων Φίλιππος Νάκας


Η Ρένα Βλαχοπούλου είχε ήδη τραγουδήσει ένα τραγούδι του Ανδρέα Χατζηαποστόλου στη δισκογραφία, το "Ποτέ δεν είναι αργά" σε στίχους του Τάκη Σωτήρχου, ενώ είχε επίσης τραγουδήσει στους ραδιοθαλάμους του ΕΙΡ τα τραγούδια του "Πρώτη φορά", "Γλυκέ μου έρωτα", "Τι φταίω εγώ αν σ' αγαπώ", "Όλα τα άλλαξες, όλα" και το "Αγάπη μου, αγάπη μου" (που έχει διασωθεί σε δύο εκτελέσεις, μία μόνο με τη φωνή της Ρένας και μία με τη Ρένα και τον Σώτο Παναγόπουλο). Φαίνεται όμως πως και το έργο του Νίκου Χατζηαποστόλου δεν ήταν ήταν εντελώς άγνωστο, αφού ένα από τα έργα του ρεπερτορίου της περιοδεύουσας Θεατρικής Μουσικής Εταιρίας (χειμώνας 1953-54) ήταν η οπερέτα Γιόλα του μεγάλου συνθέτη. Και βέβαια, την ακούμε να τραγουδάει ένα δίστιχο από τη "Μοδιστρούλα" σε μια σκηνή της ταινίας Ρένα, να η ευκαιρία...

Το εξώφυλλο του CD Γλυκέ μου έρωτα
με συνθέσεις του Ανδρέα Χατζηαποστόλου.
Παρόλο που αφήνεται να εννοηθεί ότι η Ρένα Βλαχοπούλου
τραγουδάει όλα τα τραγούδια του δίσκου, μόνο τα πρώτα
έξι ερμηνεύονται από εκείνη. Τα υπόλοιπα τραγουδούν
άλλες φωνές, των οποίων τα ονόματα δεν δηλώνονται.
(Φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.discogs.com) 

Τη συναυλία της 5ης Φεβρουαρίου 1961 στον Παρνασσό προλόγισε ένας άλλος μεγάλος του ελαφρού τραγουδιού, ο Χρήστος Χαιρόπουλος. Το Έθνος δημοσίευσε την ομιλία του. Την αναδημοσιεύω, καθώς μας δίνει γλαφυρά τα συναισθήματα του Χαιρόπουλου για το μουσικό κλίμα της δεκαετίας του '60... 
Μια αναδρομή σαν τη σημερινή εξομοιώνεται με αλλόκοτη μυσταγωγία! Τραγούδια του Χατζηαποστόλου!... Μέσα στην εποχή της αναρχίας και της αλλοφροσύνης δεν ήτανε δυνατόν και η μουσική να μη παρασυρθή. Έπαψε να ανεβάζη τους ανθρώπους ως τις ζώνες της φαντασιώσεως και των ονείρων, για να γίνη ήχος κακού γούστου και πρότυπο για κακές μιμήσεις. Με ποιον τρόπο να αντιδράση κανείς; Με αναδρομές του τύπου της σημερινής; Άδικος ο κόπος... Μετά από το γλυκύτατο άκουσμα των μελωδιών του απαλού "μπελκαντίστα" παλαιοτέρων χρόνων, η τύρβη, η αναρχία και η τάσις προς το κακό θα κατακλύσουν πάλι το ελληνικό πεντάγραμμο... Δεν έχει σημασία. Ο Νίκος Χατζηαποστόλου θα κάνη και σήμερα το καθήκον του. όπως το έκανε και όταν ζούσε: Αυστηρός--όπως ήτανε πάντα, όταν του εζητούντο ευτελείς παραχωρήσεις--θα βάλη το δάκτυλο στα χείλη για να επιβάλη σιωπή στους ποικίλους αυθάδεις θορύβους και θα υψώση την μπαγκέττα της γοητείας! Και τότε, όσοι ταλαιπωρούμε και ταλαιπωρούμεθα "μοντέρνοι" συνθέται της καινούργιας εσοδείας και υποτακτικό παρασυρόμενο Κοινόν, θα ιδούμε πώς εγράφετο άλλοτε η μουσική και πώς δεν γράφεται πια. Θα ακούσουμε, θα δακρύσωμε όσοι έχουμε ακόμη το προνόμιο να δακρύζωμε και θα νοσταλγήσουμε τους συνθέτες που έγιναν παρελθόν. την εποχή που με την ευγένειά της, τις αβρές της νότες που υπέκρουαν σαν βελουδένια χάδια τον έρωτα--αιώνια πηγή εμπνεύσεως και πηγή ομορφιάς. Ας ακούσουμε, λοιπόν, με κατάνυξι τον Νίκο Χατζηαποστόλου και ύστερα ας ακούσουμε τον Ανδρέα Νικολάου Χατζηαποστόλου που επήρε με ενθουσιασμό, με πίστι, με πείσμα, την ωραία σκυτάλη από τα πατρικά χέρια για να συνεχίση ακούραστος τον ανηφορικό δρόμο, τον δρόμο του καλού γούστου, της ευγενικής εμπνεύσεως, της αβρής μελωδίας, που είναι στρωμένος με τόσους τριβάλους και πλαισιώνεται από τόσες απογοητεύσεις. Η μουσική Χατζηαποστόλου ας κάμη το καθήκον της. Ας μας μεταφέρη με τα φτερά του ονείρου εις τους κόσμους από τους οποίους έχουμε απομακρυνθή με νότες, τις οποίες ο αχαλίνωτος "μοντερνισμός" μας επέβαλε να απαρνηθούμε...
Έθνος, 7-2-1961 


Ο Χρήστος Χαιρόπουλος στην εκπομπή
του Γιώργου Παπαστεφάνου και της ΕΡΤ

Οι παλιοί μας φίλοι

 

Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.  

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Εορταστικές προτάσεις II: "Οι απάχηδες των Αθηνών" στο ίδρυμα Μ. Κακογιάννης

Το blog αγαπάει την οπερέττα (ας μην ξεχνάμε ότι η μούσα του είχε κάποιες σχέσεις μαζί της ιδίως στα πρώτα βήματα της καριέρας της) και παρόλο που προτιμάει τις οπερέττες του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, εκτιμά και το έργο του Νίκου Χατζηαποστόλου (η Ρένα Βλαχοπούλου άλλωστε συμμετείχε κάποια στιγμή στη Γιόλα, ενώ είχε καλές σχέσεις με την οικογένεια του συνθέτη, καθώς τραγούδησε με επιτυχία τραγούδια του γιου του, Ανδρέα Χατζηαποστόλου). Έτσι ο Rena Fan δεν θα μπορούσε να λείπει από το φετινό ανέβασμα της πασίγνωστης οπερέττας Οι απάχηδες των Αθηνών, το γνωστότερο έργο του συνθέτη, σε λιμπρέτο του Γιάννη Πρινέα: το εμβληματικό έργο του οπερεττικού ρεπερτορίου παρουσιάζεται φέτος για έξι μόνο παραστάσεις μέχρι τις 30 Δεκεμβρίου από την Εταιρία Λυρικού Θεάτρου Ραφή στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, σε σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Ευκλείδη, ενορχήστρωση και μουσική διεύθυνση του Μιχάλη Παπαπέτρου, με σκηνικά-κοστούμια της Χριστίνας Σπανού και τη δραματουργική συνεργασία της Κατερίνας Κωνσταντινάκου.

Οι Απάχηδες των Αθηνών είναι η δημοφιλέστερη ελληνική οπερέττα μαζί με τον Βαφτιστικό του Σακελλαρίδη: παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά το 1921 και παίχτηκαν επί δύο χρόνια, πραγματοποιώντας περισσότερες από 650 παραστάσεις--αριθμός-ρεκόρ για την εποχή εκείνη. Από τότε μέχρι σήμερα ανέβηκαν αμέτρητες φορές (όπως και ο Βαφτιστικός): δοκιμάστηκαν σε αυτούς μεγάλα και μικρά ονόματα της "ελαφράς" σκηνής, αθηναϊκοί--κεντρικοί και συνοικιακοί--και επαρχιακοί θίασοι, ενώ την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία σε διαφορετικά ανεβάσματα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο θέατρο Ακροπόλ. Εάν ο Σακελλαρίδης και ο Βαφτιστικός του θεωρούνταν ότι πλησίαζαν περισσότερο τον κόσμο της ευρωπαϊκής οπερέττας, ο Χατζηαποστόλου θεωρούνταν γνήσιος εκπρόσωπος της αθηναϊκής μουσικής ηθογραφίας με τραγούδια που--υποτίθεται--ήταν πιο κοντά στο πνεύμα και το κλίμα της λαϊκής αθηναϊκής γειτονιάς.
Νίκος Χατζηαποστόλου

Βέβαια, όπως σημειώνουν και οι συντελεστές του τωρινού ανεβάσματος, το έργο αναπαράγει μια αστική ματιά, παρόλο που συγγραφέας του λιμπρέτου ήταν ο σοσιαλιστής Πρινέας. Η λέξη απάχης που προέρχεται από τους Ινδιάνους Απάτσι, χρησιμοποιούνταν στον μεσοπόλεμο για να χαρακτηρίσει του περιθωριακούς, επικίνδυνους αλήτες του Παρισιού. Η σημερινή ανάγνωση της οπερέττας από τον Αλ. Ευκλείδη (που αξίζει να υπενθυμίσω ότι μας έδωσε ως τώρα πολύ ενδιαφέρουσες παραστάσεις του Βαφτιστικού και της Κόρης της Καταιγίδος του Σακελλαρίδη) φωτίζει το περιθώριο της σύγχρονης Αθήνας και επαναφέρει τον κοινωνικό διάλογο που υπάρχει στον πυρήνα του έργου (έστω και μέσα από την αστική ματιά του λιμπρέτου): η δράση μεταφέρεται στο Μεταξουργείο,  στις εισόδους των γκαλερί όπου, σημειώνει ο σκηνοθέτης, "η αφρόκρεμα της νέας αθηναϊκής δημιουργικότητας, υποστηριζόμενη από το τελευταίο κύμα της δημοσιογραφικής βιομηχανίας του lifestyle, εκθέτει τους (συχνά πολιτικούς) προβληματισμούς της [και] οι σύγχρονοι απάχηδες βρίσκονται σωριασμένοι, εκθέματα κι αυτοί μας από τις πιο αποτρόπαιες δημιουργίες του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού". 
Ο Γιάννης Πρινέας στη δεύτερη κινηματογραφική μεταφορά των 
Απάχηδων (1950)

Έτσι, η οικογένεια Παραλή έρχεται πλέον στην Αθήνα και εγκαθίσταται στο Μεταξουργείο με έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο: η κόρη του Ξενοφώντα Παραλή, η Βέρα, πρόκειται να εγκαινιάσει τη νέα της γκαλερί. Οι απάχηδες (ο Πρίγκιπας--διχασμένος ερωτικά αφού είναι ήδη ερωτευμένος με τη Βέρα αλλά διατηρεί δεσμό και με τη Ρωσίδα μετανάστρια Τιτίκα--, ο Καρούμπας και ο Καρκαλέτσος) που εισβάλλουν στον χώρο της παριστάνοντας τους τεχνοκριτικούς και τσακίζουν τον νεοπλουτισμό και την έπαρσή τους είναι άτομα του σύγχρονου περιθωρίου (άστεγοι, μετανάστες) που θα γοητεύσουν τόσο τη Βέρα όσο και τη γεροντοκόρη θεία της, την Αρετούσα. Η τελική λύση που δίνει η ίδια η Βέρα για να αφήσει το φτωχό ζευγάρι να ζήσει τον έρωτά του είναι ευρηματική, όπως είναι και όλες οι διακριτικές προσθήκες και αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα της σύγχρονης πραγματικότητας.

Η ανάδειξη όλων αυτών των στοιχείων στην παράσταση της Ραφής λειτουργεί πολύ αποτελεσματικά κατά τη γνώμη μου. Το αρχικό, ευχάριστο ξάφνιασμα του να ακούς τις πολυτραγουδισμένες επιτυχίες του Χατζηαποστόλου σε ένα εντελώς καινούριο περιβάλλον (το "Μάη τρελέ με τα λουλούδια", ας πούμε, ερμηνεύεται εδώ με αγωνιστική διάθεση από τη χορωδία των αστέγων) διαδέχεται η διαπίστωση ότι όλο αυτό το σκηνικό είναι πραγματικά ο μοναδικός χώρος στον οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει σήμερα το έργο και να "μιλήσει" στο σημερινό κοινό. Δεν θα ωφελούσε προφανώς ένα ακόμη νοσταλγικό, μουσειακό ανέβασμα των Απάχηδων που θα συγκινούσε το κοινό μεγαλύτερης ηλικίας και θα απωθούσε τους/τις νεότερους/ες. Τα ζητήματα του κοινωνικού διαλόγου που θέτει η σκηνοθεσία ενισχύονται από τις ερμηνείες των τραγουδιστών/τριών και της χορωδίας (υπεύθυνη για τη διδασκαλία της ήταν η Ιωάννα Φόρτη) και την άψογη εκτέλεση της μουσικής (η ανάγνωση της αυθεντικής παρτιτούρας από τον Μιχάλη Παπαπέτρου και τους τέσσερις μουσικούς του αναδεικνύει πολύ όμορφες πτυχές των συνθέσεων του Χατζηαποστόλου). Ίσως σε λίγα σημεία (τουλάχιστον τη βραδιά που είδα εγώ το έργο) να έπρεπε να είναι πιο γοργός ο ρυθμός της πρόζας, αλλά η παράσταση είναι  γενικά καλοκουρδισμένη, χωρίς πλαδαρότητες που χαρακτηρίζουν συχνά οπερεττικές παραστάσεις.

Η σκηνοθεσία έχει οδηγήσει τα μέλη της ομάδας σε πολύ πετυχημένες σατιρικές αλλά και αυτοσαρκαστικές πινελιές. Ξεχωρίζουν ο Δημήτρης Ναλμπάντης ως Πρίγκιπας, η εξαιρετική Ιωάννα Φόρτη ως ασυγκράτητη Αρετούσα (μοναδικές οι πόζες της, το περπάτημά της και τα βλέμματά της, ειδικά στο "Πω πω τρελάθηκα"), η Λουντμίλα Μπονταρένκο ως απολαυστική μετανάστρια Τιτίκα (θαυμάσιο το ντουέτο της με τον Πρίγκιπα στο "Μόνο με σένα"), ο Δημήτρης Δημόπουλος ως ξιπασμένος νεόπλουτος Ξενοφών Παραλής και η Αναστασία Κότσαλη ως αφελής γκαλερίστα Βέρα Παραλή. Τη διανομή συμπληρώνουν οι Θοδωρής Μπιράκος, Γιάννης Πεδιαδιτάκης, Βασίλης Πελαντάκης, Κωνσταντίνος Πασσάς και Μικαέλα Δανά. Τη χορωδία αποτελούν οι Χριστίνα Αλεξίου, Δημήτρης Γκογκόσης, Ξένια Ζήση, Κατερίνα Θεοδοσίου, Αντωνίνα Καλαϊτζή, Λίνα Καλπαζίδου, Ξένια Καπώνη, Άρτεμις Κονδυλοπούλου, Γαρυφαλιά Κουτσογιάννη, Αναστασία Μολυβδά, Μαρία Μουρκούση, Μαριαλένα Πολίτη και Χριστίνα Τσίμπρη. Ο πολύ καλός συντονισμός όλου του συνόλου αναδεικνύεται σε πολλά σημεία της παράστασης, και κυρίως στο φινάλε της δεύτερης πράξης που συγκεντρώνει και κάποια από τα πιο γνωστά μοτίβα του. Εκτός από τον Μιχάλη Παπαπέτρου που παίζει πιάνο παίρνουν μέρος οι μουσικοί Άγγελος Λιακάκης (βιολοντσέλο), Γιώργος Γουμενάκης (μαντολίνο), Δημήτρης Τίγκας (κοντραμπάσο) και Αντώνης Παπακώστας (κλαρινέτο).

Οι Απάχηδες των Αθηνών του Αλέξανδρου Ευκλείδη και της Ραφής παρουσιάζονται μόνο για έξι παραστάσεις: οι τρεις τελευταίες δίνονται σήμερα, αύριο και μεθαύριο, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (πληροφορίες εδώ). Σας προτείνω ανεπιφύλακτα να δείτε το εγχείρημα της Ραφής, να αφουγκραστείτε τα θέματα που θίγει η σκηνοθεσία και, εντέλει και, το ίδιο το έργο και, φυσικά, να απολαύσετε και τα όμορφα τραγούδια του Χατζηαποστόλου. Κάποια από αυτά λίγο πειραγμένα ίσως, αλλά όλα τους απολαυστικά.




Φωτογραφίες του Ιωάννη Σκλάβου από την παράσταση:
Η απολαυστική Ιωάννα Φόρτη ως ασυγκράτητη Αρετούσα

Απολαυστικό ντουέτο: 
ο Δημήτρης Ναλμπάντης (Πρίγκιπας) και η Λουντμίλα Μπονταρένκο (Τιτίκα) 

Ο Δημήτρης Ναλμπάντης και ο θίασος

Ο θίασος στο φινάλε της δεύτερης πράξης

Η χορωδία και οι μουσικοί στην έναρξη του έργου