Τρίτη 16 Μαρτίου 2021

Σαν σήμερα το 1974: Όλοι θα ζήσουμε--Εφτά χρόνια φαγούρα

Στις 16 Μαρτίου 1974 διαβάζουμε στα Νέα:

250 παραστάσεις συμπλήρωσε στο θέατρο "Κοτοπούλη-Ρεξ" η σατιρική και φαντασμαγορική επιθεώρηση των Παν. Παπαδούκα, Κ. Καραγιάννη, Ν. Καμπάνη, Βύρ. Μακρίδη "Όλοι θα ζήσουμε--Εφτά χρόνια φαγούρα" που παίζεται από τον θίασο Ρένας Βλαχοπούλου-Γιώργου Πάντζα με συμμετοχή Αλέκου Λειβαδίτη.

Τα Νέα, 16-3-1974

Το Όλοι θα ζήσουμε--Εφτά χρόνια φαγούρα παιζόταν από τις 20 Οκτωβρίου 1973 με μεγάλη, όπως διαβάζουμε, επιτυχία. Επικεφαλής του θιάσου ήταν η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Γιώργος Πάντζας και, εντός πλαισίου, "ο θιασάρχης Σταύρος Παράβας" (συμβιβαστική λύση για το ποιος από τους δυο πρωταγωνιστές θα φανεί περισσότερο...). Στις 19 Ιανουαρίου του 1974 προστέθηκε στο θιασαρχικό σχήμα και ο Αλέκος Λειβαδίτης. Από τα νεότερα στελέχη του θιάσου τα πιο προβεβλημένα ήταν ο Σωτήρης Τζεβελέκος και η Τιτίκα Στασινοπούλου που έδιναν τα δικά τους διαπιστευτήρια στο επιθεωρησιακό είδος--η καριέρα και των δυο κορυφώθηκε τα επόμενα χρόνια, αλλά για διάφορους λόγους (ανάμεσά τους και η παρακμή της επιθεώρησης) έπαψαν δυστυχώς και οι δύο να "ακούγονται" στα μέσα της δεκαετίας του '90.

Η επίσημη πρεμιέρα της επιθεώρησης δόθηκε στις 9 Νοεμβρίου 1973, με αποτέλεσμα οι κριτικές για την παράσταση να δημοσιευτούν λίγο πριν ή λίγο μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Από τις πέντε κριτικές που εντόπισε η Κωστάντζα Γεωργακάκη στο βιβλίο της Βίος και πολιτεία μιας γηραιάς κυρίας στην επταετία. Επιθεώρηση και δικτατορία (εκδ. Ζήτη, 2015), κατάφερα να αποκτήσω πρόσβαση, μέχρι να μας βάλει εμπόδια η πανδημία, σε τρεις: μια μάλλον θετική, μια μάλλον αρνητική και μια... ενδιάμεση...


Ο Τώνης Τσιρμπίνος στα Σημερινά (19-11-1973) είναι πολύ αισιόδοξος για την εξέλιξη της επιθεώρησης καθώς πιστεύει ότι οι νέοι συγγραφείς που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια ανέβασαν τη στάθμη της ποιότητας του είδους. Βέβαια ανάμεσα στους συγγραφείς του Όλοι θα ζήσουμε βρισκόταν ένας τουλάχιστον βετεράνος, ο Παναγιώτης Παπαδούκας (της παλιάς θρυλικής τριάδας Ασημακόπουλος-Σπυρόπουλος-Παπαδούκας) που μαζί με τους Καραγιάννη, Καμπάνη και Μακρίδη έδωσαν σύμφωνα με τον Τσιρμπίνο ένα κείμενο "που σέβεται το κοινό και την γενική έννοια του θεάτρου" με ελάχιστες λεκτικές τολμηρότητες (τον περιορισμό των οποίων ο κριτικός επικροτεί με πολλή ικανοποίηση) και "μερικά πρωτότυπα ευρήματα λεκτικά και ερμηνευτικά". Τα κείμενα έχουν δροσιά, κέφι, πνευματώδη διάλογο, "ζωντάνια και άμεση επαφή με την επικαιρότητα και τον παλμό των στόχων του λαού μας" (άραγε σε ποιους στόχους, ποιας μερίδας του λαού αναφέρεται;...). Ο Αλκιβιάδης Μαργαρίτης, πιο συγκρατημένος, πιστεύει ότι το Όλοι θα ζήσουμε δεν φτάνει στο επίπεδο της επιθεώρησης που παρουσιαζόταν στο ίδιο θέατρο την προηγούμενη χρονιά (Τι Λωζάνη, τι Κοζάνη των Κ. Νικολαΐδη-Η. Λυμπερόπουλου με τη Ρένα Βλαχοπούλου, τον Σωτήρη Μουστάκα και τον Νίκο Σταυρίδη, παραγωγή και πάλι του Τάκη Μακρίδη) αλλά ούτε και στο επίπεδο άλλων έργων των τεσσάρων συγγραφέων. "Εν τούτοις είναι ένα πολύ ευχάριστο θέαμα και έτσι που είναι"... Τα κείμενα πιστεύει πως έχουν πολλά νόστιμα και διασκεδαστικά στοιχεία, ωστόσο άφηναν συχνά "την εντύπωσι του ελλιπούς, του ακρωτηριασμού... Σαν να επέβαινε κάποια απρόβλεπτη... αμνησία στους ηθοποιούς και τους έκανε να διεκπεραιώνουν και να τελειώνουν όπως-όπως το νούμερό τους". 

Ακόμα πιο αυστηρός, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος πιστεύει πως σε όλο το έργο υπάρχει ένα μόνο ολοκληρωμένο νούμερο ("Ο άνθρωπος που γύρισε απ' τον γύψο" με τον Γιώργο Πάντζα). Επιπλέον ο κριτικός αμφιβάλλει για τον βαθμό στον οποίο το Εφτά χρόνια φαγούρα (προτιμά να δώσει έμφαση στο δεύτερο μισό του τίτλου) είναι... θέατρο:

Ως τώρα η επιθεώρηση δάνειζε τους ηθοποιούς της στην "κοσμική πίστα". Τώρα η "κοσμική πίστα" εισέβαλε στο θέατρο. Η επιθεώρηση του "Ρεξ" φέρει όλα τα τραύματα της εισβολής. Το βάρος πέφτει στο χορό και στο τραγούδι. Ο αριθμός εφτά του τίτλου εκτός της αρρώστιας που υπαινίσσεται προσβάλλει και τους συγγραφείς (είναι τέσσερις) γιατί έγραψαν όλα κι όλα εφτά νούμερα. Δύο αποδίδει η Βλαχοπούλου, δύο ο Παράβας, ένα ο Πάντζας και τα δύο υπόλοιπα οι υπόλοιποι.

Το Βήμα, 16-11-1973 

Ξεχωριστά πλαίσια για τους πρωταγωνιστές και την πρωταγωνίστρια στις διαφημίσεις
του
Όλοι θα ζήσουμε--Εφτά χρόνια φαγούρα
Όσο για την "επιθεώρηση νέου τύπου" Τη λένε ακόμα δημοκρατία του θεάτρου Καλουτά,
πήρε μεν καλές κριτικές, αλλά οι καινοτομίες της αμφισβητήθηκαν--πλην μίας ίσως: στην έναρξη εμφανίζονταν όλες και όλοι (στην παλιά επιθεώρηση στην έναρξη εμφανιζόταν μόνο το μπαλέτο και κάποια από τα νεότερα στελέχη του θιάσου)


Όμως ο Γεωργουσόπουλος αποδοκιμάζει το γεγονός ότι η σάτιρα του έργου ασχολείται με πρόσωπα που δεν τροφοδοτούν πλέον την επικαιρότητα: "Αυτή η προβολή, που επιτρέπεται, δε βαρύνει τους συγγραφείς, που τη δέχονται, όταν αποκλείονται άλλα πρόσωπα, που δεν επιτρέπονται;" 

Ο Τσιρμπίνος είναι ενθουσιασμένος με τις χορογραφίες και τη σκηνοθεσία του Βαγγέλη Σειληνού: επισημαίνει μάλιστα πως με "τέτοιες σκηνοθετικές επιτεύξεις δημιουργείται παράδοσι ύφους στην παρουσίασι της επιθεωρήσεως". Ο Μαργαρίτης δεν στέκεται ιδιαίτερα στη σκηνοθεσία, αλλά είναι εμφανώς πολύ ικανοποιημένος με "ένα από τα καλύτερα μπαλλέτα που είδαμε σε επιθεωρησιακή σκηνή", ενώ, αντίθετα, ο Γεωργουσόπουλος εντοπίζει ως μόνο προσόν των χορευτικών "τα αισθητικά σώματα των χορευτριών, οπτική χαρά που σπάνια την έχουν τα μπαλλέτα μας". 

Η Ρένα Βλαχοπούλου στο Όλοι θα ζήσουμε--Εφτά χρόνια φαγούρα
Φωτογραφία από το βιβλίο του Μάκη Δελαπόρτα
Ρένα Βλαχοπούλου
(σειρά: Μεγάλοι Έλληνες Ηθοποιοί της Καθημερινής, 2018)


Μπορεί ο Τσιρμπίνος να πιστεύει ότι "πρέπει να εξαρθή η μουσική της επιθεωρήσεως που με πολλή έμπνευσι έγραψε ο Γιάννης Καστρινός" (μετέπειτα καθηγητής του Ελληνικού Ωδείου--από τους πολύ καλούς!), ο Γεωργουσόπουλος όμως δυσανασχετεί με την παρουσία του συνθέτη στο πόντιουμ του Ρεξ ("έκπληξη πρώτου μεγέθους"), καθώς ήταν ο "εμπνευσμένος συνθέτης του θούριου 'Το νέο Σύνταγμα' (1968) που σε στίχους Γ. Οικονομίδη και μαζί με τον 'Ύμνο της 21ης Απριλίου' εύφραινε τα αυτιά μας πριν λίγα χρόνια. Έχει και η ιστορία τη φαγούρα της".

Το δε τραγούδι, γράφει ο Γεωργουσόπουλος "καλύπτει ο κ. [Σάκης] Παπανικολάου και ο Μίκης Θεοδωράκης. Δύο μάλλον άφωνοι καλλιτέχνες κακοποιούν τις πιο γνωστές επιτυχίες του Θεοδωράκη, ο οποίος τελευταία, ερήμην του, έγινε αντικείμενο ασύστολης εκμεταλλεύσεως". Όπως είπα και πιο πάνω, οι κριτικές αναφέρονται στην επίσημη πρεμιέρα που δόθηκε πριν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, σε μια περίοδο που το καθεστώς έδειχνε τη διάθεση να επιτρέψει ξανά τα τραγούδια του συνθέτη. Δεν ξέρω αν αυτά συνέχισαν να ακούγονται και μετά την εξέγερση των φοιτηριών/-τών. Όσο για τους "άφωνους καλλιτέχνες" πιθανολογώ πως ο Γεωργουσόπουλος αναφέρεται στον Τώνη Στρατή και στη Φρύνη Γρηγορίου ή στη Μίνα...

Πριν περάσουμε στις ερμηνείες των ηθοποιών, αξίζει να σταθούμε και στη σκηνογραφική εργασία του Μάριου Αγγελόπουλου, η οποία, σύμφωνα με τον Τσιρμπίνο βρίσκεται "στα πλαίσια πάντα μιας ευαίσθητης καλαισθησίας και φαντασμαγορικής ατμόσφαιρας" ενώ, αντίθετα, ο Γεωργουσόπουλος πιστεύει πως ο σκηνογράφος "προσπαθεί να εκπλήξει με βαρβαρικά τεχνάσματα, πιστεύοντας πως οι σκηνογραφικές κατασκευές στο θέατρο πλέον οφείλουν να μιμούνται τις αρματούρες των δωρεάν ιστορικών θεαμάτων του Σταδίου" (αναφορά, φυσικά, στις αλήστου μνήμης φιέστες της χούντας...). Οι εκπλήξεις του Αγγελόπουλου ήταν η απογείωση ενός μαγικού χαλιού στο βασικό χορευτικό των Βαγγέλη Σειληνού-Μαρίας Ιωαννίδου που στηριζόταν στη "Σεχραζάτ" του Ρίμσκυ-Κόρσακοφ αλλά και η προσγείωση ενός boeing της Ολυμπιακής...

Ο Τσιρμπίνος είναι, φυσικά, ενθουσιασμένος με τη Ρένα: "Χαίρομαι πάντα τους αυτοσχεδιασμούς της Ρένας Βλαχοπούλου. Η επαφή και η αμεσότητα, με το κοινό, της ερμηνείας της είναι μοναδική στο ελληνικό θέατρο. Τα βασικά αυτά προσόντα της τα αξιοποιεί στο ύψιστο σημείο, ερμηνεύοντας το 'Οριζοντίως και καθέτως' και το 'Μπέιμπυ-Σίττερ'". Για το δεύτερο ο Μαργαρίτης γράφει πως είναι εντελώς περιττό νούμερο, "χωρίς καλαμπούρι". Για το πρώτο λέει ότι δεν συνάδει με την "επιθεωρησιακή δεοντολογία" και την "αδιαμφισβήτητη" πείρα της συγγραφικής τετράδας, αφού "δίνει την εντύπωση ενός βεβιασμένου αυτοσχεδιασμού: σαν να μην της είχε δοθή κανένα κείμενο". Και ο Γεωργουσόπουλος συνοψίζει: "Η κ. Βλαχοπούλου σκοτώνεται να παραγεμίσει δυο ανύπαρκτα νούμερα με αυτοσχεδιασμούς και διάλογο με την πλατεία".

Σε ό,τι αφορά τον Γιώργο Πάντζα και το νούμερό του "Ο άνθρωπος που γύρισε απ' τον γύψο", ο Τσιρμπίνος χαίρεται γιατί ο ηθοποιός βρήκε πάλι το μέτρο της λιτότητας που χαρακτήριζε παλιότερες ερμηνείες του (όπως το πετυχημένο νούμερο "Αγωνία" το καλοκαίρι του '69) και ο Μαργαρίτης συμφωνεί πως το νούμερο εκτελέστηκε πολύ καλά. Ο Γεωργουσόπουλος όμως πιστεύει πως εκτελείται μεν με κέφι "αλλά πάντα στο γνώριμο αντιθεατρικό ρυθμό" του ηθοποιού. 

Το βασικό νούμερο του Σταύρου Παράβα ήταν μια παρωδία της μεγάλης τραγουδιστικής επιτυχίας της εποχής "Ο Κουταλιανός" με τίτλο "Σταύρος ο Τίγρης". Το νούμερο αναδημοσιεύεται στο βιβλίο της Γεωργακάκη, όπως βρέθηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, Ο "Κουταλιανός" ήταν ο Ρωμιός που κατέληγε να τραγουδάει:

Όλα τα σηκώνει ο Κουταλιανός
όλα τα πληρώνει ο Κουταλιανός.
Κλαίει και γελάει ο Κουταλιανός
κι έτσι την περνάει ο Κουταλιανός.
Κι όπως κάθε μέρα ή χιονίσει είτε βρέξει,
της ζωής γυρίζει ο τροχός,

και γι' αυτόν θα φέξει λίαν προσεχώς
σας το λέει ο Κουταλιανός
σας το λέει ο φτωχός Ρωμιός 

Οι τρεις τελευταίοι στίχοι επισημαίνεται πως λογοκρίθηκαν--άγνωστο με τι αντικαταστάθηκαν. Ο Τσιρμπίνος και πάλι ενθουσιάστηκε: χαρακτηρίζει το νούμερο καλογραμμένο και επισημαίνει το γεγονός ότι ο Παράβας ξέρει "πόσο δραματική έντασι μπορεί να έχη ένα εξωτερικά κωμικό νούμερο" και έτσι "προσφέρει στους θεατές την αληθινή συγκίνησι και τη δραματική δόνησι που δίνει η προβολή του άγχους, της αγωνίας και της προσδοκίας ενός λαού σε μια δύσκολη καμπή της ιστορίας του". Ο Μαργαρίτης, από την άλλη, πιστεύει πως αυτή η "επιθεωρησιακή δραματική ιστορική ανασκόπησι δεν επρόσθεσε τίποτε ούτε στον κ. Παράβα ούτε στην επιθεώρησι", ενώ ο Γεωργουσόπουλος θεωρεί πως μπορεί ο ηθοποιός "να έδειξε τα σπάνια προσόντα του", εντούτοις "γελοιοποίησε το νούμερο". Υποθέτει πως ο ίδιος ο Παράβας "επέβαλε στους συγγραφείς να τσοντάρουν σ' ένα καθαρά επιθεωρησιακό νούμερο ένα δραματοπατριωτικό φινάλε για να επιδείξει το εύρος της υποκριτικής του γκάμας" με αποτέλεσμα το νούμερο να "καταντά επικινδύνως δημαγωγικό, αφού καταφεύγει στη φτηνή κολακεία του κοινού, μεταθέτοντας τις λύσεις των προβλημάτων του στο... μέλλον".

Η αποθέωση του Όλοι θα ζήσουμε--Εφτά χρόνια φαγούρα:
Μαρία Ιωαννίδου, Σταύρος Παράβας, Γιώργος Πάντζας,
Ρένα Βλαχοπούλου, Βαγγέλης Σειληνός.
Από το βιβλίο της Κωνστάντζας Γεωργακάκη

Βίος και πολιτεία μιας γηραιάς κυρίας στην επταετία. Επιθεώρηση και δικτατορία
(εκδ. Ζητή, 2015)

Σε ό,τι αφορά τα νεότερα στελέχη, ο Τσιρμπίνος πιστεύει πως έπρεπε να έχουν δοθεί καλύτερα κείμενα στον Τζεβελέκο και τη Στασινοπούλου, ενώ από τα μικρότερα ονόματα που ξεχωρίζουν τόσο ο Μαργαρίτης όσο και ο Τσιρμπίνος, θέλω να σταθώ στη Χριστίνα Δελαβίνια, τη χάρη της οποίας θυμάμαι σε επιθεωρήσεις της δεκαετίας του '80.

Θα ήθελα να έχω εντοπίσει την κριτική του, συνήθως αυστηρού με τη Ρένα, Θόδωρου Κρητικού, αλλά ας έχουμε κάτι να... περιμένουμε για τη μετά-Covid εποχή... Θα ήθελα επίσης να έχω πληροφορίες για το νούμερο που ερμήνευσε ο Αλέκος Λειβαδίτης στην παράσταση, αλλά μέχρι τώρα δεν έχω εντοπίσει κάτι...

Το Όλοι θα ζήσουμε--Εφτά χρόνια φαγούρα έκλεισε τον κύκλο του στις 9 Απριλίου 1974, ξεπερνώντας τις 300 παραστάσεις. Στο μεταξύ είχε ανακοινωθεί ότι η Ρένα μεταπηδά στην πρόζα--θα περιόδευε με το έργο Ο Σεΐχης της Καβάλας το επεισοδιακό καλοκαίρι του 1974...--ενώ ο Τύπος έγραφε ότι, σύμφωνα με κάποιες πηγές, το μεροκάματό της άγγιζε πλέον τις 5.000 δραχμές, μεγάλο ποσό για εκείνη την εποχή... 

Ο Σταύρος Παράβας και η Ρένα Βλαχοπούλου
σε παλιότερη συνεργασία τους.
Πηγή φωτογραφίας:
Εικόνες, 22-11-1974



Η παρούσα ανάρτηση, όπως και όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, είναι αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας. Είναι υποχρεωτική η ρητή αναφορά στο ιστολόγιο, όταν χρησιμοποιείται υλικό από τις αναρτήσεις του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: