Σάββατο, 30 Μαΐου 2009

Ακουαρέλλες

Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στο μουσικό θέατρο της Κατοχής (όσοι/ες επισκέπτεστε αυτό το blog συχνά, μάλλον θα το ‘χετε καταλάβει). Πρόκειται για μια εποχή (αλλά και ένα θεατρικό είδος) του νεοελληνικού θεάτρου που έχει ελάχιστα μελετηθεί που επιπλέον γίνεται ακόμα πιο ελκυστική για μένα γιατί σ’ αυτήν την περίοδο έφτασε στην κορυφή το άστρο της Ρένας Βλαχοπούλου. Βέβαια οι θεατρολόγοι έχουν αρχίσει σιγά-σιγά να μελετούν συστηματικά το μουσικό θέατρο και εκδόσεις όπως το βιβλίο Το ελαφρό μουσικό θέατρο στη Μεσοπολεμική Αθήνα που έγραψε ο Μανώλης Σειραγάκης (εκδ. Καστανιώτη, 2009) μου δίνουν την ελπίδα ότι και το κατοχικό μουσικό θέατρο σύντομα θα μελετηθεί από τους/τις ειδικούς/ές επιστήμονες/επιστημόνισσες και τα συμπεράσματα θα είναι άκρως ενδιαφέροντα.



Ας επιστρέψουμε όμως στο θέμα της σημερινής ανάρτησης. Θα πάμε πίσω, στο ελαφρό μουσικό θέατρο της Κατοχής και θα ασχοληθούμε με την επιθεώρηση Ακουαρέλλες που ανέβηκε σαν σήμερα, πριν από 66 χρονια, στις 30 Μαΐου 1943. Η επιθεώρηση αυτή είχε ως ιδιαίτερο ατού της την εμφάνιση για πρώτη φορά στο μουσικό θέατρο του μεγάλου Έλληνα κωμικού Βασίλη Αργυρόπουλου.


Ο Βασίλης Αργυρόπουλος είχε γεννηθεί το 1893 και θεωρούνταν από πολύ κόσμο ο μεγαλύτερος Έλληνας κωμικός μαζί με τον έτερο Βασίλη, τον Λογοθετίδη. Δυστυχώς εμείς έχουμε μόνο μια ταινία του, το Στραβόξυλο του 1952 (διασκευή της ομότιτλης κωμωδίας του Δημήτρη Ψαθά), και τα συμπεράσματά μας δεν μπορεί να είναι ασφαλή γιατί αυτή η ταινία του Χρήστου Αποστόλου δεν είναι ιδιαίτερα καλογυρισμένη. Ωστόσο αποτελεί σίγουρα ένα σπουδαίο ντοκουμέντο για την παρουσία του Αργυρόπουλου (καθώς και για τη Μαρίκα Νέζερ που συμπρωταγωνιστεί με τον Αργυρόπουλο—και που έπαιξε σε σχετικά λίγες καλές ταινίες). Ο Βασίλης Αργυρόπουλος πέθανε έναν χρόνο μετά από αυτήν ταινία, στις 29 Απριλίου 1953.

Έχει γραφτεί ότι ο Βασίλης Αργυρόπουλος συγκρότησε τον θίασο που παρουσίασε τις Ακουαρέλλες στο θέατρο «Λυρικόν» της οδού Γ΄ Σεπτεμβρίου και κάλεσε τη Ρένα Βλαχοπούλου, τη δημοφιλέστερη τραγουδίστρια εκείνης της χρονιάς, να συμμετάσχει σ’ αυτόν. Τα πράγματα όμως δεν έγιναν έτσι. Ο θίασος του θεάτρου «Λυρικόν» προϋπήρχε από τη χειμερινή σεζόν 1942-43 στο θέατρο «Πάνθεον» της οδού Πανεπιστημίου. Επικεφαλής του θιάσου ήταν ο Μάνος Φιλιππίδης, η Μαρίκα Κρεββατά, ο Κώστας Δούκας, ο Ι. Στυλιανόπουλος και η Μαρίκα Νέζερ. Συμμετείχε ακόμα η Πάολα (Νικολέσκο), το μεγάλο αστέρι της προπολεμικής οπερέττας και της πρώτης Μάντρας του Αττίκ. Βασική τραγουδίστρια του θιάσου ήταν η Ρένα Βλαχοπούλου και διευθυντής ορχήστρας ο Γιάννης Σπάρτακος. Είναι η χρονιά που το ντουέτο αυτό αλλάζει τη διασκέδαση της Αθήνας και επιβάλλει τα «ρυθμικά τραγούδια» τζαζ (συνθέσεις του Σπάρτακου αλλά και ιταλικές επιτυχίες με ελληνικούς στίχους Αλ. Σακελλάριου-Χρ. Γιαννακόπουλου). Ο θίασος παρουσίασε τρεις επιθεωρήσεις των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου και μια επιθεώρηση του Ασημάκη Γιαλαμά, όλες με μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ.


Η Μαρίκα Κρεββατά, ο Κώστας Δούκας και η Ρένα Βλαχοπούλου σε περιοδεία το 1953, δέκα χρόνια μετά τις Ακουαρέλλες (φωτογραφία από το βιβλίο Βίβα Ρένα)

Στο τέλος του Μαρτίου γράφτηκε στις εφημερίδες ότι ο θίασος του «Πανθέου» θα «μετακόμιζε» για τη θερινή περίοδο στο θέατρο «Λυρικόν» χωρίς όμως τον Μάνο Φιλιππίδη που θα συνεργαζόταν με τις αδελφές Καλουτά στο θέατρο «Σαμαρτζή». Τότε λοιπόν ο επιχειρηματίας του θεάτρου πρότεινε στον Βασίλη Αργυρόπουλο να ηγηθεί του θιάσου. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, ο Αργυρόπουλος δέχτηκε να πάρει μέρος στην παράσταση με τον όρο τα έργα που θα παρουσιαστούν να έχουν «περισσότερον φιλολογικόν χρώμα, δηλαδή επιθεωρήσεις λογοτεχνικαί με ειδικούς συνδυασμούς οι οποίοι να προσδώσουν εντελώς μίαν νέαν μορφήν εις το είδος» (Αθηναϊκά Νέα, 23 Απριλίου 1943). Η συμφωνία «έκλεισε» στις αρχές Μαΐου και έτσι στον θίασο προστέθηκε και η σύζυγος του Αργυρόπουλου και μόνιμη συμπρωταγωνίστριά του, η Γιώτα Λάσκαρη. Εκτός όμως από τον Φιλιππίδη, από το συγκρότημα του «Πανθέου» αποχώρησε και ο μαέστρος Γιάννης Σπάρτακος, ο οποίος συμφώνησε να συνεργαστεί με το θέατρο «Περοκέ».

Ο ανταγωνισμός των μουσικών θεάτρων επρόκειτο να είναι ιδιαίτερα σκληρός το καλοκαίρι του 1943. Κάθε θίασος είχε το δυνατό του χαρτί, ωστόσο όλοι οι θίασοι είχαν υιοθετήσει ένα κοινό στοιχείο: τη μουσική τζαζ. Η μόδα που είχαν δημιουργήσει ο Σπάρτακος και η Βλαχοπούλου δεν μπορούσε να αφήσει κανέναν αδιάφορο. Στο θέατρο «Περοκέ», λοιπόν, ο θίασος Μίμη Κοκκίνη-Ορέστη Μακρή με σύμπραξη της Ηρώς Χαντά παρουσιάζει την επιθεώρηση των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου Τα ίδια Παντελάκη μου με μαέστρο τον Γιάννη Σπάρτακο και την ορχήστρα του επί σκηνής. Στο «Σαμαρτζή» ο θίασος Άννας και Μαρίας Καλουτά, Κυριάκου Μαυρέα και Μάνου Φιλιππίδη παρουσιάζουν επιθεώρηση των Δ. Ευαγγελίδη και Δ. Γιαννουκάκη με τον τίτλο Τζαζ (μαέστρος ο Κώστας Γιαννίδης). Στο θέατρο «Λυρικόν» ο θίασος Βασίλη Αργυρόπουλου με σύμπραξη της Μαρίκας Κρεββατά, του Ι. Στυλιανόπουλου, του Κώστα Δούκα και της Μαρίκας Νέζερ παρουσιάζει τη «ρεβύ-επιθεώρηση» του Ασημάκη Γιαλαμά Ακουαρέλλες με μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ και τραγουδίστρια τη «βασίλισσα της τζαζ» Ρένα Βλαχοπούλου.



Ο όρος «ρεβύ-επιθεώρησις» είναι προφανώς μια προσπάθεια του θιάσου να ξεχωρίσει από τις υπόλοιπες επιθεωρήσεις της Αθήνας. Δεν έχω ακόμα πρόσβαση σε όλες τις κριτικές για να κρίνω αν τελικά ο Ασημάκης Γιαλαμάς κατάφερε να ανανεώσει το είδος, αλλά μία κριτική του Φερ. (προφανώς του Ιωάννη Φερμάνογλου) στη Βραδινή μιλάει με κολακευτικά λόγια για το «πνεύμα και τη λεπτή σάτιρα του εκλεκτού συγγραφέως» (που όμως ήταν και συνεργάτης της Βραδινής, άρα δεν ξέρω πόσο επηρεαζόταν ο κριτικός από αυτό το γεγονός!). Πάντως τόσο η κριτική αυτή όσο και το ρεπορτάζ των Αθηναϊκών Νέων μας δίνουν χρήσιμες πληροφορίες για τα νούμερα της επιθεώρησης αυτής.

Έτσι, ο Βασίλης Αργυρόπουλος και η Μαρίκα Κρεββατά συναντιούνται στο ντουέτο «Τα όνειρα» που είχε πρωτοπαρουσιαστεί στη πανηγυρική παράσταση Ο φανός των συντακτών τον προηγούμενο Απρίλιο από τους πρωταγωνιστές της πρόζας Γιώργο Παππά και Βάσω Μανωλίδου (στον Φανό των συντακτών αξίζει να αφιερώσω κάποια ανάρτηση κάποια στιγμή...) και το οποιό περιλαμβάνει ένα ποτ-πουρί από περίπου 35 μοντέρνα τραγούδια. Σύμφωνα με την κριτική του Φερ. ο Αργυρόπουλος τραγουδά και χορεύει αριστοτεχνικά στο νούμερο αυτό. Η Μαρίκα Κρεββατά είναι επίσης «γοητευτική» στο νούμερο «Ερωτικά ταξίδια», στο οποίο αναζητεί εραστές στα διάφορα σημεία του πλανήτη: ο Κώστας Δούκας ερμηνεύει έναν «αράπη», ο Ι. Στυλιανόπουλος έναν Ινδό και ο Β. Κοντογιάννης έναν φακίρη. Η Γιώτα Λάσκαρη εκτελεί «με πολύ μπρίο» το σόλο «Δουλικό στις διαλέξεις». Ο Κ. Δούκας εμφανίζεται στο νούμερο «Όλα στο λότο» ως μικροπωλητής με σύζυγο τη Μαρίκα Νέζερ. Στο δικό της σόλο, η Μαρίκα Νέζερ μιμείται το βάδισμα γνωστών ηθοποιών H Μαρίκα Νέζερ ήταν ειδική στις μιμήσεις. Όταν επανεμφανίστηκε στο Ρετρό του θεάτρου «Μινώα» το 1976 ξεσήκωνε το κοινό της Αθήνας μιμούμενη γνωστές πρωταγωνίστριες του θεάτρου πρόζας αλλά και του μουσικού, για του λόγου το αληθές σας παραπέμπω, στο τέλος της ανάρτησης, σε ένα απόσπασμα από την εκπομπή που της αφιέρωσε ο Φρέντυ Γερμανός εκείνη τη χρονιά, στο οποίο μιμείται άφταστα τη Σοφία Βέμπο.

Η Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδά, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, δυο «απολύτως επιτυχημένα ρυθμικά τραγούδια» (δεν έχω ακόμα ανακαλύψει τους τίτλους τους), ενώ εμφανίζεται επίσης μαζί με όλον τον θίασο στο «πρωτότυπο φινάλε» της παράστασης που έχει τον τίτλο «Κάτω η τζαζ». Το φινάλε αυτό παρουσιάζεται ως ένας πνευματώδης σατιρικός «φιλιππικός κατά του υπερμοντερνισμού» στον οποίον παρελαύνουν όλα τα θεατρικά είδη. Ο Αργυρόπουλος υποδύεται την κωμωδία, η Μαρίκα Νέζερ την τραγωδία, η Μαρίκα Κρεββατά την οπερέττα, η Πάολα την όπερα (σύμφωνα με την κριτική του Φερ. η Πάολα είναι παραγκωνισμένη στον θίασο, είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι το όνομά της δεν φαίνεται σε καμιά διαφημιστική καταχώριση στις εφημερίδες της εποχής. Γνωρίστε την Πάολα, στη δύση της, σε ένα βιντεάκι στο τέλος της ανάρτησης), και άλλοι ηθοποιοί υποδύονται άλλα θεατρικά είδη, από τον καβγά των οποίων γεννιέται η τζαζ (Αθηναϊκά Νέα, 26 Μαΐου 1943). Ο Φερ. χαρακτηρίζει το φινάλε ως μια «σπαρταριστή σάτιρα κατά της τζαζ, ‘της ασθενείας της εποχής’, γεμάτη από σπαρταριστά καλαμπούρια, όπως το μαράζι του Βλάχου, γιατί επέπρωτο να εξευτελίσει τα Βλάχικα τραγούδια μια... Βλαχοπούλου». Άλλη μια απόδειξη της μεγάλης απήχησης της Ρένας Βλαχοπούλου στην καλλιτεχνική ζωή της εποχής εκείνης...


Δυο μεγάλες πρωταγωνίστριες του μουσικού θεάτρου:
Μαρίκα Κρεββατά και Ρένα Βλαχοπούλου, 19 χρόνια μετά τις Ακουαρέλλες,
στην ταινία Όταν λείπει η γάτα


Αξίζει ακόμα, για την ιστορία, να αναφέρουμε ότι κομπέρ στις Ακουαρέλλες ήταν ο Ερίκος Κονταρίνης, σύζυγος της Μαρίκας Νέζερ, ενώ στον θίασο συμμετείχαν ακόμα οι Μ. Δημητρίου, Μ. Μακρίδης, Γ. Κουροπαλάτης, Μ. Νικολόπουλος, Γ. Μακρίδης. Τα σκηνικά ήταν του Γιώτη Στεφανίδη, τα κοστούμια του Μ. Δημητρίου και οι χορογραφίες του Μπαρκουλιέρο. Βέβαια, όπως φαίνεται και από τα ονόματα που προβάλλονται στις διαφημιστικές καταχωρίσεις, μεγάλα «ατού» του θιάσου εκτός από τον Αργυρόπουλο και τη Βλαχοπούλου ήταν δυο χορευτικά «νούμερα»: το ουγγρικό ακροβατικό μπαλέτο «Βίο Φρανκ» και οι κλόουν «Τρεις Καβαλλίνι». Συμμετείχε ακόμα το μπαλέτο του Μπαρκουλιέρο (που ήταν ο χορογράφος της παράστασης) που εμφανιζόταν μαζί με το «Βίο Φρανκ» στο «Καν-Καν», μαζί με όλη την ορχήστρα επί σκηνής.

Η εμφάνιση της ορχήστρας επί σκηνής στο φινάλε ήταν μια πρωτοτυπία που καθιέρωσε ο Σπάρτακος στο «Περοκέ» και στη συνέχεια τον μιμήθηκαν και οι υπόλοιποι θίασοι. Ωστόσο, φαίνεται ότι οι μιμήσεις δεν γνωρίζουν τόση επιτυχία όσο οι πρωτότυπες συνθέσεις και έτσι το κοινό της Αθήνας έδειξε την προτίμησή του για την παράσταση του «Περοκέ» Τα ίδια Παντελάκη μου. Όπως γράφει μια κριτική των Αθηναϊκών Νέων, εκεί η τζαζ κυριαρχεί σε όλη την παράσταση, τα πάντα τραγουδιούνται σε ρυθμούς τζαζ, ακόμα και τα δημοτικά τραγούδια! Πάντως στις Ακουαρέλλες ο Ασημάκης Γιαλαμάς σατίριζε, εκτός από την ίδια την τραγουδίστρια του θιάσου, και τον βασικό της συνεργό στη μόδα της τζαζ και, προσωρινά, αντίπαλό της στο ανταγωνιστικό θέατρο «Περοκέ»: σε κάποιο σημείο ακούγονταν οι παρακάτω στίχοι:
Σε κάποιο γειτονικό θέατρο υπάρχει
ένας δανδής μαέστρος εν εξάρσει
και δίπλα του οι ηθοποιοί κομπάρσοι...

Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, είναι ένα δύσκολο καλοκαίρι για τα μουσικά θέατρα που με εισιτήριο 3.000 δραχμών και με καλές εισπράξεις που αγγίζουν το 1,5 εκατομμύριο ημερησίως παρουσιάζουν, ωστόσο, παθητικό δεκάδων εκατομμυρίων. Για τα θέατρα πρόζας τα πράγματα είναι καλύτερα, καθώς τα έξοδά τους είναι μικρότερα (πρώτο σε εισπράξεις έρχεται το θέατρο «Παρκ» όπου ο θίασος Βάσως Μανωλίδου-Γιώργου Παππά-Νίκου Δενδραμή θριαμβεύει με την κομεντί του Ζακ Ντεβάλ Για ένα όμορφο κορίτσι). Η επιθεώρηση Τζαζ στο «Σαμαρτζή» γνωρίζει μεν επιτυχία, αλλά έχει υπέρογκα έξοδα που δεν καλύπτονται (κάποια από τα ονόματα του θιάσου με ειδική συμφωνία αρχίζουν να «ντουμπλάρουν» στο θέατρο «Γκλόρια» όπου υπάρχει ένω πρωτότυπο μουσικό θέαμα που αυτοαποκαλείται «καλλιτεχνική μπουάτ», και έχει σαφώς τη δική του ορχήστρα τζαζ με μαέστρο τον Αλέκο Γεωργιάδη) και στις αρχές Ιουλίου τη διαδέχεται η επιθεώρηση Αττικός ουρανός. Στις 4 Ιουλίου ολοκληρώνονται στο «Λυρικόν» οι Ακουαρέλλες. Στόχος του θιάσου είναι να παρουσιάσει σύντομα μια νέα επιθεώρηση του Δημήτρη Γιαννουκάκη. Μέχρι να ετοιμαστεί όμως η νέα επιθεώρηση, ο Βασίλης Αργυρόπουλος αποφασίζει να παρουσιάσει την κωμωδία του Δημήτρη Ψαθά Το στραβόξυλο που πρωτοπαρουσίασε ο ίδιος το 1940 με τεράστια επιτυχία. Αυτή τη φορά το Στραβόξυλο ανεβαίνει από ένα μικτό θίασο ηθοποιών πρόζας (Αργυρόπουλος, Λάσκαρη) και μουσικού θεάτρου (Κρεββατά, Δούκας, Στυλιανόπουλος). Το αποτέλεσμα κρίνεται απολύτως επιτυχημένο και σε συνδυασμό με το φτηνότερο εισιτήριο (2.000 δρχ.) προσελκύει πολύ κόσμο στο θέατρο. Οι εισπράξεις αγγίζουν το 1.300.000 δρχ ημερησίως και το ανέβασμα της νέας επιθεώρησης... αναβάλλεται.

Ωστόσο υπάρχει ακόμα μια πρωτοτυπία στο νέο ανέβασμα του Στραβόξυλου. Στον θίασο του θεάτρου «Λυρικόν» ανήκει μια δημοφιλέστατη τραγουδίστρια που η απήχησή της δεν είναι καθόλου αμελητέα και που κρίνεται καλό να χρησιμοποιηθεί ακόμα και σε μια παράσταση πρόζας: έτσι η Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδάει κάθε βράδυ τα ρυθμικά της τραγούδια στα διαλείμματα της παράστασης συνοδεία της ορχήστρας του θεάτρου! (Έχω την αίσθηση ότι πρόκειται για μια σπάνια—αν όχι μοναδική στα χρονικά του αθηναϊκού θεάτρου—περίπτωση ύπαρξης ενός «άσχετου» μουσικού διαλείμματος σε έργο πρόζας...) Οι διαφημιστικές καταχωρίσεις του Στραβόξυλου μιλούν από μόνες τους!



Ποιος μπορούσε όμως να προβλέψει ότι 21 χρόνια μετά από αυτήν την «ανορθόδοξη» παρουσία της τραγουδίστριας Ρένας Βλαχοπούλου σε έργο του Ψαθά, η ίδια θα θριάμβευε ως ηθοποιός πια στις κινηματογραφικές διασκευές δυο έργων του, τη Χαρτοπαίχτρα και το Φωνάζει ο κλέφτης, και αργότερα και σε νέες σκηνικές παρουσιάσεις της Χαρτοπαίχτρας. Η ζωή παίζει παράξενα παιχνίδια...


Πίσω στο καλοκαίρι του 1943: οι παραστάσεις του Στραβόξυλου συνεχίζονται θριαμβευτικά μέχρι τις 5 Αυγούστου (με μια αναγκαστική διακοπή από 22 ως 29 Ιουλίου κατόπιν διαταγής της Commando Piazza να κλείσουν όλα τα θέατρα και οι κινηματογράφοι μετά από την παναθηναϊκή διαδήλωση διαμαρτυρίας εναντίον της σχεδιαζόμενης εισόδου των Βουλγάρων στη Θεσσαλονίκη). Και ενώ ο Αργυρόπουλος είχε εγκαταλείψει την ιδέα μιας νέας επιθεώρησης και προσανατολιζόταν στο ανέβασμα μιας ξένης μουσικής κωμωδίας, κατάλαβε ότι το μεγάλο του κοινό δεν επιθυμούσε να τον δει ξανά σε μουσικό θέαμα αλλά στις καθαρόαιμες κωμωδίες στις οποίες τον είχε αγαπήσει. Έτσι, μετά το Στραβόξυλο, ο Αργυρόπουλος παρουσιάζει άλλη μια παλιά του επιτυχία, τον Πρωτεουσιάνο του Γεωργίου Ρούσσου και, αργότερα, τον Γυναικά. Η σύνθεση του θιάσου εξακολουθεί να παραμένει μικτή, ωστόσο η Ρένα Βλαχοπούλου διακόπτει τη συνεργασία της με το «Λυρικόν» και επανέρχεται στα μουσικά θεάματα στα οποία, προς το παρόν, ανήκει. Στις 30 Αυγούστου εμφανίζεται στο συγκρότημα βαριετέ του θεάτρου «Λουξ» στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, και στο τέλος του Σεπτεμβρίου τραγουδάει το ρεπερτόριό της στο βαριετέ που παρουσιάζεται στη σκηνή του κινηματογράφου «Αθηνά» της οδού Πατησίων (όπου εμφανιζόταν και στα πρώτα βήματα της καριέρας της το 1940), λίγο πριν συνεχίσει, τη χειμερινή περίοδο 1943-44, τη θριαμβευτική της συνεγασία με τον Γιάννη Σπάρτακο...


Βλαχοπούλου-Σπάρτακος στην περιοδεία τους
(φωτογραφία από το βιβλίο
Βίβα Ρένα)

Θυμηθήκαμε σήμερα, 66 χρόνια από την πρεμιέρα της επιθεώρησης Ακουαρέλλες, τη μοναδική συνεργασία του μεγάλου ηθοποιού Βασίλη Αργυρόπουλου με τη Ρένα Βλαχοπούλου αλλά και τη μοναδική του εμφάνιση στο μουσικό θέατρο, το καλοκαίρι του 1943. Μουσική υπόκρουση αυτών των αναμνήσεων ένα τραγούδι που έγραψε εκείνο το καλοκαίρι ο Γιάννης Σπάρτακος με στίχους του Αλέκου Σακελλάριου, για να το τραγουδήσει ο Κώστας Μανιατάκης στην επιθεώρηση του του Περοκέ και να το δοξάσει στη συνέχεια η Ρένα Βλαχοπούλου: «Αγάπη μου πού να ‘σαι»...


Η προτομή του Βασίλη Αργυρόπουλου στην είσοδο του Θεατρικού Μουσείου

Οπτικοακουστικά... υστερόγραφα: Γνωρίστε δυο κορυφαίες πρωταγωνίστριες του μουσικού θεάτρου...

Δείτε τη Μαρίκα Νέζερ να μιμείται τη Σοφία Βέμπο και ακούστε τη Σοφία Βέμπο να μιλάει για τη Μαρίκα Νέζερ. Από εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού, 1976.



Η Πάολα (Νικολέσκο) τραγουδάει το τραγούδι που της έγραψε ο Χρήστος Χαιρόπουλος. Στο πιάνο τη συνοδεύει ο συνθέτης. Από την εκπομπή Οι παλιοί μας φίλοι του Γιώργου Παπαστεφάνου, 1983.


Δευτέρα, 11 Μαΐου 2009

Ευγένιος Σπαθάρης και Θόδωρος Έξαρχος

Δυο σημαντικές μορφές του νεοελληνικού πολιτισμού «έφυγαν» το περασμένο Σάββατο: ο εμβληματικός Ευγένιος Σπαθάρης και ο πιο διακριτικός αλλα σημαντικότατος Θόδωρος Έξαρχος.

Ευγένιος Σπαθάρης

Ο Ευγένιος Σπαθάρης θα μείνει για πάντα στην ιστορία για την προσφορά του στο ελληνικό θέατρο σκιών. Ταυτίστηκε με τον Καραγκιόζη, παρουσιάζοντας τα παθήματά του για περισσότερα από 65 χρόνια... Γεννήθηκε το 1924 στην Κηφισιά. Ο πατέρας του, Σωτήρης Σπαθάρης, ήταν σημαντικός καραγκιοζοπαίχτης αλλά δεν ήθελε να ακολουθήσει ο γιος του αυτό το επάγγελμα—τον προόριζε για αρχιτέκτονα. Η μοίρα όμως θέλησε ο Ευγένιος να γίνει ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του θεάτρου σκιών του 20ού αιώνα. Έκανε το ντεμπούτο του ένα βράδυ του 1942 και γρήγορα ταυτίστηκε με τη μορφή του Καραγκιόζη. Παράλληλα αναγνωρίστηκε και ως λαϊκός ζωγράφος, παρουσιάζοντας ατομικές εκθέσεις και εικονογραφώντας παιδικά βιβλία.

Σημαντικές μορφές του πολιτισμού αναγνωρίζουν την τεράστια σημασία του έργου και της τέχνης του και τον καλούν να συνεργαστεί μαζί τους. Το 1950 η Ραλλού Μάνου και ο Μάνος Χατζιδάκις συνεργάζονται μαζί του για να παρουσιάσουν το χορόδραμα Ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο φίδι—θα είναι ο σκηνοθέτης και σκηνογράφος της παράστασης. Είναι επίσης ο σκηνογράφος για To Μεγάλο μας τσίρκο των Ιάκωβου Καμπανέλλη και Σταύρου Ξαρχάκου. Ο Διονύσης Σαββόπουλος τον καλεί για τις παραστάσεις που παρουσιάζει το 1973 στο «Κύτταρο», με τη Λήδα Χαλκιαδάκη, τον Σπύρο Βλασσόπουλο και άλλους. Εμφανίζεται ακόμα σε κινηματογραφικές ταινίες (Πικρό ψωμί, Τεριρέμ), ενώ με τη χαρακτηριστική του φωνή συμμετέχει σε τραγούδια γνωστών δημιουργών, όπως το «Εμένα, φίλε, με λένε Καραγκιόζη» των Σταύρου Ξαρχάκου-Νίκου Γκάτσου αλλά και το «Για την Ελλάδα ρε γαμώτο» των Στέφανου Φωτιάδη-Πάνου Φαλάρα, που τραγούδησε μαζί με τη Γλυκερία το 1992. Ηχογραφεί και τις δικές του παραστάσεις σε δίσκους (έχω ακόμα ένα από εκείνα τα ιστορικά 45άρια της Columbia...). Στα χρόνια του ’80 παρουσιάζει τις παραστάσεις του Καραγκιόζη στην κρατική τηλεόραση ενώ το 2001 εμφανίστηκε και στην Επίδαυρο, με το Θέατρο Τέχνης, ερμηνεύοντας τον Πλούτο στην ομώνυμη κωμωδία του Αριστοφάνη.



Τα βήματα του Ευγένιου Σπαθάρη και της Ρένας Βλαχοπούλου συναντήθηκαν το καλοκαίρι του 1962, στην παράσταση του Μάνου Χατζιδάκι Οδός Ονείρων. Λίγες μέρες μετά την αποχώρηση του Δημήτρη Χορν από τον θίασο του «Μετροπόλιταν», ο Μάνος Χατζιδάκις αποφάσισε να εντάξει μόνιμα τον Ευγένιο Σπαθάρη στο δυναμικό της Οδού Ονείρων. Ο δημοφιλής καραγκιοζοπαίχτης παρουσίαζε κάθε βράδυ από τις 28 Αυγούστου ως το τέλος των παραστάσεων τις «Μεταμορφώσεις του Καραγκιόζη» με αυτοσχεδιασμούς του Μάνου Χατζιδάκι στο πιάνο.



Ο Ευγένιος Σπαθάρης εξέφρασε όσο λίγοι καλλιτέχνες το λαϊκό αίσθημα, πορεύτηκε πλάι στις μεγάλες παρουσίες του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού και έκανε τον Καραγκιόζη σύμβολο αντίστασης σε δύσκολες εποχές (Κατοχή, Επταετία). Άφησε πίσω του περίπου 40 έργα με περιπέτειες του Καραγκιόζη, πολλές ηχογραφημένες και μαγνητοσκοπημένες παραστάσεις αλλά και το Σπαθάρειο Μουσείο που θα μαρτυρεί πάντα την τεράστια συμβολή αυτού του μεγάλου καλλιτέχνη (αν δεν έχετε χρόνο να πάτε στο Μαρούσι για να το επισκεφτείτε, πάρτε μία ιδέα εδώ).

Θόδωρος Έξαρχος

Ο Θόδωρος Έξαρχος ήταν μια αρχοντική φυσιογνωμία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Δεν ήταν ποτέ πρωταγωνιστής αλλά ήταν ένας από τους πολύτιμους «καρατερίστες» μας (αν και ο όρος αυτός τελικά μοιάζει υποτιμητικός όταν τον χρησιμοποιούμε για τόσους/ες σπουδαίους/ες ηθοποιούς μας). Γεννήθηκε (και αυτός!) στην Κέρκυρα, το 1930 και σπούδασε στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Το επαγγελματικό του ντεμπούτο έγινε στη Βροχή που παρουσίασε ο θίασος της κυρίας Κατερίνας το 1951. Συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα του θεάτρου (Κατράκης, Μουσούρης, Μυράτ, Καρέζη, Κούρκουλος, Βουτσάς, Λάσκαρη) σε ελληνικά και ξένα έργα, ενώ συμμετείχε και σε περισσότερες από 60 ταινίες (τελευταία του η Πολίτικη κουζίνα του Τ. Μπουλμέτη) και 30 τηλεοπτικές σειρές (τελευταία ο Ψεύτης παππούς).

Πέρα όμως από τις αξιόλογες ερμηνείες του, την πολιτική του δράση, τις μεταφράσεις του, την ποίησή του και την αυτοβιογραφία του, ο Θόδωρος Έξαρχος άφησε παρακαταθήκη για τους μελετητές και τις μελετήτριες του ελληνικού θεάτρου το τρίτομο (ουσιαστικά εξάτομο) Λεξικό των Ελλήνων Ηθοποιών των εκδόσεων «Δωδώνη». Χωρισμένο σε τρεις περιόδους, με βάση τη χρονολογία γέννηση των βιογραφούμενων ηθοποιών, (Αναζητώντας τις ρίζες—από τα τέλη του 18ου αιώνα ως το 1899, Αναζητώντας τις ρίζες—1900-1925 και Η γενιά μας—1925-1940), το έργο αυτό παρουσιάζει έναν απίστευτο όγκο πληροφοριών για τον κόσμο του ελληνικού θεάτρου. Πληροφορίες για γνωστούς πρωταγωνιστές και γνωστές πρωταγωνίστριες αλλά κυρίως για λιγότερο γνωστούς ήρωες και λιγότερο γνωστές ηρωίδες του θεάτρου μας. θα αποτελεί για πάντα πολύτιμο οδηγό όλων όσοι/ες θέλουν να ερευνήσουν αυτόν τον υπέροχο κόσμο...



Στους τόμους αυτούς ο Έξαρχος αποδελτιώνει πλήθος πληροφοριών από άλλες έγκυρες πηγές (όπως το Θέατρο του Θ. Κρίτα) αλλά και από λιγότερο προσβάσιμες πηγές (όταν ξεκίνησα να καταγράφω τη θεατρική πορεία της Ρένας Βλαχοπούλου το σχετικό λήμμα του Έξαρχου στον δεύτερο τόμο αυτού του έργου μου πρόσφερε στοιχεία που θα ήταν δύσκολο να εντοπίσω διαφορετικά (όπως η συμμετοχή της το 1952 στον θίασο Ορέστη Μακρή-Μπέμπας Δόξα-Σπύρου Πατρικίου στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, όπου—όπως ανακάλυψα στη συνέχεια μετά από τη δική μου έρευνα—η Ρένα εμφανίστηκε μόνο για δυο εβδομάδες, ψύλλοι στα άχυρα δηλαδή...)

Αποχαιρετούμε τον Θόδωρο Έξαρχο με ευγνωμοσύνη για αυτό του το έργο αλλά και για τη γλυκιά και αξιοπρεπή του παρουσία όλα αυτά τα χρόνια στις κινηματογραφικές και θεατρικές μας αναμνήσεις...

Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Μια συζήτηση με τη Λήδα Χαλκιαδάκη

Ειρήνης της Μεγαλομάρτυρος σήμερα, το blog γιορτάζει γιατί γιορτάζει το όνομα της μούσας του. Πέρσι στείλαμε ευχές στην κυρία Άννα-Ειρήνη Καλουτά και το κάνουμε και φέτος. Ωστόσο φέτος θα ευχηθούμε και σε μιαν άλλη Ειρήνη, την κυρία Λήδα-Ειρήνη Χαλκιαδάκη, την κόρη της μεγάλης μας Δανάης Στρατηγοπούλου.

Συνάντησα για πρώτη φορά τη Λήδα αρκετά χρόνια πριν, το 2000, στον Αη-Νικόλα της Ραφήνας, λίγο πριν από το "Αυγουστιάτικο Φεγγάρι" εκείνης της χρονιάς. Το "Αυγουστιάτικο Φεγγάρι" ήταν μια εκδήλωση που διοργάνωνε για μια δεκαετία η Λήδα Χαλκιαδάκη: μουσικο-ποιητικές βραδιές με τη συμμετοχή και άλλων σπουδαίων καλλιτεχνών κάτω από το φως της πανσελήνου. Συνάντησα κι άλλες φορές τη Λήδα όσο ζούσε η Δανάη, ωστόσο θεωρώ ότι τη γνώρισα ουσιαστικά λίγες μέρες μετά τον θάνατο της μητέρας της, όταν μετά από παρέμβαση του φίλου Αντώνη Μποσκοϊτη, βρεθηκα να της παίρνω μία συνέντευξη που θα δημοσιευόταν στο Δίφωνο, μαζί με ενα κείμενό μου για τη Δανάη.

Τελικά, η συνέντευξη δεν δημοσιεύτηκε, γιατί λόγω του νέου σχήματος του περιοδικού χρειάστηκε να γίνει την τελευταία στιγμή περικοπή της ύλης. Δημοσιεύτηκαν όμως δυο σπάνια ντοκουμέντα που είχε την καλοσύνη να μου προσφέρει η Λήδα: μια οικογενειακή φωτογραφία της Δανάης, του συζύγου της, Γιώργου Χαλκιαδάκη, και της Λήδας αλλά και η πρώτη σελίδα από ένα βιβλίο του Γιώργου Χαλκιαδάκη, στην οποία υπάρχουν ιδιόχειρα σχόλια και αφιερώσεις των γονιών της Λήδας. Σκέφτηκα, λοιπόν, να σας παρουσιάσω εκείνη τη συζήτηση με δυο αφορμές: αφενός σήμερα είναι η γιορτή της Λήδας-Ειρήνης, αφετέρου σε λίγες μέρες, το Σάββατο 9 Μαίου, η Λήδα και η Δέσποινα Γλέζου παρουσιάζουν μια ξεχωριστή μουσική παράσταση στον Δίαυλο, με δικά τους τραγούδια, ροκ μπαλάντα, τραγούδι διαμαρτυρίας, λάτιν και τάνγκο, Χατζιδάκι, Piazzola, Σαββόπουλο, Λοίζο, Μάλαμα και ρεμπέτικο. Έκτακτες εμφανίσεις θα πραγματοποιήσουν φίλοι και συνάδελφοί τους ενώ οι δυο κυρίες μας υπόσχονται και μία έκπληξη...

Ακολουθεί, λοιπόν, η συνέντευξη που μου έδωσε η κυρία Λήδα Χαλκιαδάκη την 1η Φεβρουαρίου 2009. Στη διάρκεια της συνέντευξης η σημαντική τραγουδοποιός και ποιήτρια μου μίλησε για τη ζωή της με τη Δανάη αλλά και για τις τελευταίες μέρες της μεγάλης ερμηνεύτριας (για τις οποίες γράφτηκαν πολλές ανακρίβειες και άδικες κατηγορίες). Μου μίλησε ακόμα για την αδελφή της Δανάης και θεία της, τη σπουδαία μουσικολόγο Μίρκα Στρατηγοπούλου: η Μίρκα ζούσε ακόμα όταν συναντήθηκα με τη Λήδα, αλλά, όπως έχω ήδη γράψει, ακολούθησε τελικά την αδελφή της, στις 26 Φεβρουαρίου, ακριβώς 40 μέρες μετά το φευγιό της Δανάης. Ευχαριστώ για άλλη μια φορά, και από εδώ, την κυρία Λήδα Χαλκιαδάκη για τη συνέντευξη αλλά και το σπάνιο φωτογραφικό υλικό που μου παραχώρησε και της εύχομαι χρόνια πολλά και καλά, και καλή επιτυχία για την παράσταση στον Δίαυλο αλλά και τη νέα δισκογραφική δουλειά που ετοιμάζει...




Λένε πως όταν χάνουμε έναν γονιό, νιώθουμε ότι ξεριζώνεται ένα κομμάτι του εαυτού μας.

Έτσι είναι, ξεριζώνεται κάτι από μέσα μας. Εγώ όμως αυτό το αίσθημα ξεριζώματος το κουβαλάω στη ζωή μου από τα οκτώ μου χρόνια, όταν έχασα τον πατέρα μου, τον Γιώργο Χαλκιαδάκη, τον αγαπημένο σύζυγο της Δανάης. Από την άλλη όμως, ο Θεός σαν να ήθελε να φέρει κάποιες ισορροπίες, έδωσε απλόχερα έναν αιώνα ζωής στη Δανάη κι είχαμε τη χαρά να είναι όλα αυτά τα χρόνια κοντά μας.


Από τον Γιώργο Χαλκιαδάκη φοβάμαι ότι δεν έχετε πολλές αναμνήσεις.

Τον κουβαλάω πάντα μέσα μου τον Χαλκιαδάκη. Αυτά τα οκτώ χρόνια που ζήσαμε μαζί, μου έδωσε αγάπη για χίλιες ζωές. Ήτανε ένας καταπληκτικός Κρητικός, από αυτούς τους σπάνιους ανθρώπους που είναι όμορφοι μέσα κι έξω, και που δυστυχώς δεν πρόλαβε να δημιουργήσει... Είναι μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ μέσα μου.


Δανάη, Γιώργος Χαλκιαδάκης και Λήδα...

(φωτογραφία από το αρχείο της Λήδας Χαλκιαδάκη)


Πώς ήταν να μεγαλώνει κανείς με μια τόσο σημαντική μουσική προσωπικότητα όπως η Δανάη;

Κοιτάξτε... Αυτά τα δέκα χρόνια που ζήσαμε στην ουσία μόνες μας, δηλαδή από τα οχτώ μου μέχρι τα δεκαοχτώ μου—γιατί μετά έφυγε, πήγε στη Χιλή, στην αδελφή της, τη Μίρκα Στρατηγοπούλου—δεν έζησα τη συνηθισμένη ζωή ενός παιδιού εκείνης της εποχής. Δηλαδή, θυμάμαι από δέκα χρονών με πήγαινε στο θέατρο. Θυμάμαι τις πρόβες στο σπίτι του Νίκου Γούναρη, τα παλιά στούντιο του ΕΙΡ στη Ρηγίλλης, με τους τσολιάδες απέξω, όπου έκανε εκπομπές. Ακόμα, θυμάμαι τα καλοκαίρια στο Λαύριο, τις ατέλειωτες υπέροχες συζητήσεις της Δανάης με τον Σπήλιο Μεντή, τον Γιάννη Ρίτσο, τον κεραμίστα Βαλσαμάκη. Μέναμε φυσικά πάντα στο κέντρο, εμένα το χωριό μου είναι η... Πατησίων. Έκανε ό,τι μπορούσε, ήταν γενναίος άνθρωπος η Δανάη, και όσο ζούσε ο πατέρας μου, και μετά, μέχρι την ενηλικίωσή μου. Με έστελνε σε πολύ καλό σχολείο, σε παρθεναγωγείον...


Σας έμαθε μουσική εκείνη;

Μάθαινα πιάνο από τεσσάρων ετών, στο Εθνικό Ωδείο, του Καλομοίρη. Βέβαια παρακολουθούσα πάντα από παιδί τα μαθήματα φωνητικής που έκανε η μητέρα μου—στο σολφέζ με φώναζε να πω την άσκηση σωστά. Αλλά να ‘σαι ενός έτους και να ‘χεις τη Δανάη να σου τραγουδάει ληντ του Σούμπερτ, είναι κάτι μοναδικό. Ωστόσο, η φωνή μου, όπως μου είπε η θεία μου η Μίρκα, είναι ίδια με της γιαγιάς μου, της Πολυτίμης, που πέθανε πριν γεννηθώ.


Μιλήστε μου λίγο για τη θεία σας, τη Μίρκα Στρατηγοπούλου, την αδελφή της Δανάης.

Η Μίρκα είναι μια τεράστια μουσική προσωπικότητα που άνθισε σε μια τόσο μακρινή χώρα και οι Έλληνες δεν ξέρουν το έργο της. Είναι αρκετά μικρότερη από τη Δανάη. Είχε για πολλά χρόνια δική της έδρα ρυθμολογίας στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Χιλής. Όταν επισκέφτηκε την Ελλάδα, έφερε έναν άνεμο μουσικής ανανέωσης. Μας έφερε δίσκους τζαζ, μας έμαθε τα ακόρντα της μπόσα νόβα στην κιθάρα.


Δανάη και Μίρκα Στρατηγοπούλου
(φωτογραφία από το αρχείο της Λήδας Χαλκιαδάκη)


Είχατε επισκεφτεί τη Δανάη στη Χιλή;

Όχι, εμένα «ταξίδεψε η καρδιά κι αυτό μου φτάνει». Έπρεπε να δουλέψω για να ζήσω κι έτσι άρχισα το τραγούδι. Ήταν δημιουργικά αυτά τα χρόνια για τον Σπύρο Βλασσόπουλο και μένα, ηχογραφήσαμε τους δίσκους μας. Αλλά μας έστελνε υλικό η Δανάη. Εκτός από τα τραγούδια της σε ποίηση Νερούδα που τραγουδήσαμε στον δίσκο Χαμένο τίποτα δεν πάει, μας έστελνε αυθεντικά βινύλια βραζιλιάνικα και χιλιανά. Θυμάμαι πόσο κλάψαμε όταν μας έστειλε την «Alfosina y el Mar», αυτό το συγκλονιστικό τραγούδι για την ποιήτρια Alfonsina Storni. Η Δανάη γύρισε το 1973 από τη Χιλή—μόλις είχαμε παντρευτεί με τον Σπύρο—και έτσι γλίτωσε από τον Πινοσέτ, γιατί αν ήταν εκεί, θα είχε σίγουρα συλληφθεί. Θυμάμαι, ήμασταν μέλη της επιτροπής αλληλεγγύης στον Χιλιανό λαό, με τη Μελίνα, την Αμαλία Φλέμινγκ. Κάναμε πορείες, εκδηλώσεις, μια μεγάλη εκδήλωση το 1975 με την παρουσία της χήρας Αγιέντε. Μετά η Δανάη μετέφρασε σχεδόν όλο το έργο του Νερούδα, επίσης Λόρκα και άλλους σπουδαίους ισπανόφωνους συγγραφείς. Εγώ έκανα τα παιδιά μου.


Η Δανάη και η χήρα Αγιέντε στην Αθήνα, 1975


Ποια ήταν η επιρροή της Δανάης στο δικό σας έργο, το ποιητικό και το μουσικό;

Ήταν φυσικό να έχω συγγενική στάση ζωής και σκέψης. Καταρχήν η κοινή μας αγάπη προς την Ελλάδα και πάνω από όλα η σημασία της γυναίκας: η γυναίκα είναι το θεμέλιο της ζωής, έλεγε σε πολλά ποιήματά της η Δανάη. Βέβαια, εγώ ανήκω σε μια άλλη εποχή, την εποχή των Beatles, του Woodstock και της ροκ μπαλάντας. Ωστόσο πάντα τραγουδούσα—και λατρεύω—το γαλλικό τραγούδι, τα τάνγκο, ξέρω άπειρα παλιά ελαφρά τραγούδια, όλον τον Αττίκ, όλον τον Χαιρόπουλο. Σε μια εκπομπή του αγαπημένου μας Φρέντυ Γερμανού τραγούδησα, με τη συνοδεία του Χαιρόπουλου στο πιάνο, «Της φαντασίας το καράβι», αγαπημένο τραγούδι της Δανάης και του Βαγγέλη Παπαθανασίου, που ήμασταν παιδικοί φίλοι. Και είναι αυτό το τραγούδι που, δυο μέρες μετά το τελευταίο ταξίδι της Δανάης, νύχτα, μου έπαιξε στα πλήκτρα του ο Βαγγέλης, ενώ μιλούσαμε κι οι δύο συντετριμμένοι. Είναι κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ.





Ξεχωρίζετε εσείς κάτι από το έργο της μητέρας σας;

Η Δανάη ήταν φυσικά ένας άνθρωπος του πνεύματος. Ήταν επίσης μια ολοκληρωμένη γυναίκα στην προσωπική της ζωή, αγάπησε πολύ, έγινε μητέρα και ευτύχησε να χαρεί πολλά χρόνια τα τρία εγγόνια της. Ωστόσο, για μένα, η κορύφωση της Δανάης ως προσωπικότητας είναι το σκεπτόμενο αίσθημά της. Και αυτή είναι η μεγάλη παρακαταθήκη που αφήνει στους Έλληνες, δηλαδή αυτό που εκφράστηκε μέσα από τη φωνή της ως κορυφαίας ερμηνεύτριας του τραγουδιού.


Ποια είναι τα σχέδια της οικογένειας από εδώ και πέρα, ποιες κινήσεις θα γίνουν για να τιμηθεί η μνήμη της;

Πρώτα απ’ όλα έχουμε τα πολύ κοντινά. Η Δανάη ήταν περήφανη για τον οικογενειακό τάφο των Στρατηγόπουλων. Είχε πολύ καιρό να ταφεί κάποιος σ’ αυτόν τον τάφο και χρειάζεται περιποίηση, πράγμα που θα προσπαθήσουμε να κάνουμε με όλες τις δυνάμεις μας. Έπειτα θα αρχειοθετήσουμε ηλεκτρονικά όλο το υλικό της Δανάης, που ξεκινάει από οικογενειακές επιστολές των αρχών του 20ού αιώνα. Και βέβαια ετοιμάζουμε με πολλούς φίλους λογοτέχνες και μουσικούς κάποιες εκδηλώσεις στη μνήμη της.

Η Δανάη συνοδεύει τη Λήδα στο "Τρεχαντήρι" του Αττίκ
στην εκπομπή του Φρ. Γερμανού "Το πορτρέτο της Πέμπτης" (1976)


Η πυρκαγιά που ξέσπασε στο σπίτι της Δανάης το 2003 δεν κατέστρεψε ολόκληρο το αρχείο της;

Όχι, φυσικά όχι. Όλα τα πράγματα που μπορούσαν να σωθούν μεταφέρθηκαν αμέσως εδώ, στο σπίτι μας. Καταστράφηκαν βέβαια κάποια πράγματα, μπορώ να πω το 1/3, και ειδικά αντικείμενα όπως το μικρό πιανάκι της και μια προσωπογραφία της που είχε ζωγραφίσει η Μυρτώ Λουντέμη, κόρη του Μενέλαου. Αλλά πολλά έγγραφα, βιβλία, φωτογραφίες και, προπαντός, η ιστορική κιθάρα της Δανάης έχουν σωθεί. Η κιθάρα θα δωρηθεί στο Μουσείο Λαϊκών Οργάνων στην Πλάκα. [Σημείωση του Rena Fan: η παράδοση της κιθάρας στο Μουσείο θα γίνει στις 22 Ιουνίου, στο πλαίσιο του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας της Μουσικής]


Από τον εορτασμό των 85 χρόνων της Δανάης
(φωτογραφία από το αρχείο της Λήδας Χαλκιαδάκη)


Τα τελευταία χρόνια η πολιτεία βοήθησε τη Δανάη;

Τι να σου κάνει κι αυτη η έρμη η πολιτεία... Για να αλλάξει η πολιτεία, πρέπει πρώτα να αλλάξουμε εμείς. Να ξεφύγουμε απ' την εσωτερική κακομοιριά και μιζέρια. Έκανε κάποια πράγματα η πολιτεία, ειδικά αξιόλογοι Υπουργοί Πολιτισμού, όπως η Μελίνα Μερκούρη, ο Ευάγγελος Βενιζέλος και ο νυν Υπουργός Πολιτισμού, ο Αντώνης Σαμαράς που τον ευχαριστούμε θερμά γιατί ευαισθητοποιήθηκε άμεσα κι έγινε η κηδεία της Δανάης δημοσία δαπάνη. Στην πυρκαγιά είχαν βοηθήσει επίσης ο Δήμος Αθηναίων και η Αλέκα Παπαρήγα. Έχω όμως ένα μεγάλο παράπονο, γιατί το περασμένο καλοκαίρι ήρθα επανειλημμένως σε επαφή με την ιδιαιτέρα του Υπουργού Υγείας και άκουγα ένα «Περιμένετε, θα περιμένετε...». Έτσι, κάποια στιγμή κάναμε εμείς αυτό που μπορούσαμε, με τις δικές μας δυνάμεις. Δεν είμαστε ζητιάνοι, αυτό το τονίζω. Καταφέραμε να έχει η Δανάη όλη την περιποίηση και την ιατρική παρακολούθηση που χρειαζόταν σ’ αυτήν την τελευταία δύσκολη φάση της ζωής της, και φυσικά την οικογένεια και τους οικείους της στο πλευρό της, μέχρι την τελευταία στιγμή. Γι’ αυτό και δεν ταλαιπωρήθηκε καθόλου. Μάλιστα, όταν κάναμε μια μικρή γιορτή τα Χριστούγεννα, τη ρωτήσαμε τι δώρο θέλει για τα γενέθλιά της (θα έκλεινε τα 96 στις 8 Φεβρουαρίου). Και μας απάντησε, με την ανάλαφρη και φρέσκια ψυχή που είχε πάντα: «Ένα γλυκό φιλί».


Η αισιοδοξία της είναι παράδειγμα ζωής για σας;

Φυσικά. Η Δανάη έλεγε ότι θέλει, όταν πεθάνει, οι καμπάνες να χτυπάνε χαρούμενα όπως όταν γεννιέται ένα παιδί. Και το καταπληκτικό είναι ότι ελάχιστες μέρες πριν το τελευταίο ταξίδι της, γεννήθηκε ο μικρός Σαντιάγο, το δισέγγονο της Μίρκας, και κατ’ επέκταση και της Δανάης, στο μακρινό Μεξικό. Κι έτσι οι καμπάνες χτύπησαν και πάλι χαρούμενα...

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2009

...κι η άδεια μου η καρδιά έχει κάθε βραδιά Πρωτομαγιά...

"Σ' αγαπώ και μ' αρέσει η ζωή"

Αντίο στεναγμοί

και πίκρες και λυγμοί
για πάντα αντίο
αγάπησα ξανά

και είν' όλα φωτεινά
και γαλανά


Αγάπησα ξανά

και όλα φωτεινά

τα βλέπω τώρα
και η άδεια μου καρδιά
έχει κάθε βραδιά

Πρωτομαγιά


Σ' αγαπώ και μ' αρέσει η ζωή

γιατί εσένα αγαπώ

κοντά σου ευτυχία χορταίνω

μακριά σου πεθαίνω


Σάγαπώ γιατί βράδυ πρωί

η δική σου πνοή

με γεμίζει ζωή

και στα κουρασμένα μου χείλη

ξυπνούν πόθοι χίλιοι


Κοντά σου η καρδιά μου
καινούριους σκοπούς τραγούδησε
και η άδεια η ζωή μου
με μια σου ματιά λουλούδισε

Σ' αγαπώ και μ' αρέσει η ζωή
γιατί εσένα αγαπώ
κοντά σου ευτυχία χορταίνω
μακριά σου πεθαίνω


Μουσική: Μενέλαος Θεοφανίδης
Στίχοι: Γιώργος Γιαννακόπουλος-Μίμης Τραϊφόρος

Το ερμήνευσε πρώτη η Σοφία Βέμπο το 1955. Η Ρένα Βλαχοπούλου το τραγούδησε σε δεύτερη εκτέλεση την ίδια χρονιά.

Ίσως να είναι ιεροσυλία το ότι μια τέτοια μέρα θυμόμαστε εδώ μόνον αυτήν την όψη της Πρωτομαγιάς. Καλώς ή κακώς όμως το blog αυτό αντλεί τις αναμνήσεις του από μια "ανώδυνη" όψη της ελληνικής πραγματικότητας--και της ελληνικής Τέχνης.

Το ελαφρό τραγούδι δεν διακρίθηκε ποτέ για την αγωνιστικότητά του--αν και συχνά το υπηρέτησαν άτομα με πολιτική συνείδηση και ουσιαστική αγωνιστική διάθεση. Ενδεχομένως όμως και η απλή επισήμανση αυτής της αδυναμίας του να βοηθάει τη μνήμη όλων μας.

Σας εύχομαι καλό μήνα...