Αν διαβάζατε τη στήλη των "Κοινωνικών" της Καθημερινής στις 21 Μαΐου 2010 θα μαθαίνατε ότι το απόγευμα εκείνης της μέρας, στον Ιερό Ναό Κοιμητρίου Παπάγου θα γινόταν η κηδεία της Μαίρης Σπάθη. Σίγουρα δεν θα καταλάβαινατε εύκολα ότι επρόκειτο για την κηδεία της Μαίρης Μοντ, μιας γνωστής τραγουδίστριας της περιόδου '55-'65 που υπήρξε σύζυγος ενός σπουδαίου Θεσσαλονικιού συνθέτη και μαέστρου, του Αλέκου Σπάθη... Ελάχιστες αναφορές έγιναν στον θάνατό της. Οι φίλες/οι του ελαφρού τραγουδιού έμαθαν την είδηση από τον παραγωγό του Δεύτερου Προγράμματος της ΕΡΑ Σιδερή Πρίντεζη (που το είχε πληροφορηθεί από τον Κώστα Ζουγρή). Τρεις εβδομάδες μετά, ο Πρίντεζης αφιέρωσε στο ζευγάρι Σπάθης-Μοντ μια εκπομπή του Πάμε σαν άλλοτε (που ελπίζουμε να επιστρέψει στο Δεύτερο δριμύτερο και με μεγαλύτερη διάρκεια τον Σεπτέμβρη), μεταδίδοντας τραγούδια του συνθέτη και τραγούδια που ερμήνευσε η Μοντ (τόσο του συζύγου της όσο και άλλων συνθετών).
Μαίρη Μοντ, Αλέκος Σπάθης
(από το CD Τα ελαφρά του '60, FM Records)
Οι δυο καλλιτέχνες συνδέθηκαν ιδιαίτερα με τη Ρένα Βλαχοπούλου, συνεργάστηκαν μαζί της αλλά έζησαν και πολλές ανθρώπινες στιγμές εκτός δουλειάς, καθώς η Ρένα τους πάντρεψε και τους συμπαραστάθηκε σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής τους, όταν ο Σπάθης αρρώστησε. Συνεπώς επιβάλλεται να θυμηθούμε σ' αυτό το blog την πορεία τους και τις συναντήσεις τους με τη μούσα μας, ξεκινώντας από τη σημαντική πορεία του Αλέκου Σπάθη.
Ο Αλέκος Σπάθης γεννήθηκε στην Έδεσσα το 1914 (σύμφωνα με άλλες πηγές το 1915). Ήταν γέννημα-θρέμμα μιας μουσικής οικογένειας: ο πατέρας του ήταν ο Κωνσταντίνος Σπάθης, ένας από τους πρώτους δασκάλους μουσικής της Βόρειας Ελλάδας, με σπουδές στην Αθήνα και το Παρίσι και πλούσια εκπαιδευτική δράση στη Μακεδονία και τη Θράκη, και η μητέρα του Αγγελική Σπάθη ήταν επίσης μουσικός. Έτσι, τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας, ο Αλέκος, ο Μενέλαος, ο Αντώνης και η Θάλεια σπούδασαν όλα βιολί και, με εξαίρεση τη Θάλεια, ασχολήθηκαν επαγγελματικά με τη μουσική (περισσότερες πληροφορίες για τη σταδιοδρομία του πατέρα, των αδελφών, αλλά και τον παππού και τους θείους του Αλέκου Σπάθη υπάρχουν στο Λεξικό της Ελληνικής Μουσικής του Τάκη Καλογερόπουλου, εκδ. Γιαλελής, 2001). Η οικογένεια μετακινήθηκε σε διάφορες περιοχές, από το Μοναστήρι μέχρι την Κωνσταντινούπολη, και εγκαταστάθηκε οριστικά στη Θεσσαλονίκη το 1930. Ο Αλέκος, σπούδασε εκτός από βιολί, ανώτερα θεωρητικά και διεύθυνση ορχήστρας, ενώ αγαπούσε ιδιαίτερα και το πιάνο. Στα μέσα της δεκαετίας του '30 έπαιζε πιάνο στην ορχήστρα ελαφράς μουσικής των Σπαθαίων και συμμετείχε σε μουσικές εκπομπές του Ραδιοφωνικού Σταθμού Θεσσαλονίκης που έχει δημιουργήσει ο Τσιγγιρίδης. Ωστόσο η σημαντική καλλιτεχνική του δράση στη Θεσσαλονίκη ξεκινάει το 1941.
Ο Αλέκος Σπάθης στα τέλη της δεκαετίας του '50
Στα χρόνια της Κατοχής η μουσική και γενικότερα καλλιτεχνική ζωή στη Θεσσαλονίκη είναι ιδιαίτερα έντονη. Στο μουσικό θέατρο πρωτοστατεί η Τούλα Δράκου με τον θίασό της αλλά και η Μαίρη Σοΐδου (πως ως παιδί-θαύμα είχε δουλέψει και με τον Αττίκ και μετά τον πόλεμο ίδρυσε το Παιδικό Θέατρο από το οποίο "βγήκε" η Τάνια Τσανακλίδου). Οι Γερμανοί επιτάσσουν τον Ραδιοφωνικό Σταθμό και ιδρύουν Συμφωνική Ορχήστρα (με μέλη της τους μουσικούς που ανήκαν στον Σύλλογο Μουσικών Θεσσαλονίκης) και εγκαθιστούν μεγάφωνα στην παραλία της πόλης από όπου ακούγονται συναυλίες κλασικής μουσικής αλλά και ανακοινώσεις για τις εκτελέσεις Ελλήνων πατριωτών (ο Κ. Τομανάς γράφει πως οι Θεσσαλονικείς--όπως και οι Αθηναίοι/ες--απορούσαν πώς οι άνθρωποι που παρακολουθούσαν τις συναυλίες με τις παρτιτούρες στο χέρι ήταν οι ίδιοι μ' εκείνους που πυρπολούσαν χωριά...). Στα χρόνια της Κατοχής εξάλλου ζει και δημιουργεί στη Θεσσαλονίκη και ο Βασίλης Τσιτσάνης. Εμείς όμως θα επικεντρωθούμε στον χώρο του ελαφρού τραγουδιού. Στον Ραδιοφωνικό Σταθμό λοιπόν οι Γερμανοί ιδρύουν την Ορχήστρα Ελαφράς Μουσικής, γνωστή και ως Ορχήστρα Συμφωνικής Τζαζ. Διευθυντής της ο Αλέκος Σπάθης. Αργότερα όμως, όπως θυμάται ο ακορντεονίστας και πιανίστας Κώστας Καρανίκας (σε μια συνέντευξή του στον Θεόδωρο Αυγέρη, περιοδικό Τάμαριξ, τ. 4, 1997) οι Γερμανοί φέρνουν έναν Γερμανό μουσικό, τον Άλμπερτ Κεκ, έναν εξαιρετικό άνθρωπο που όμως δεν είχε ιδέα από μουσική. Ο Αλέκος Σπάθης, που μιλούσε καλά τα γερμανικά, του έλεγε: "Όχι, Άλμπερτ, δεν είναι έτσι". Ο Κεκ άκουγε προσεχτικά και μάθαινε...
Η Ορχήστρα Ελαφράς Μουσικής στο προαύλιο του Σώματος Προσκόπων στα χρόνια της Κατοχής.
Δεξιά διακρίνεται ο μαέστρος Αλέκος Σπάθης και αριστερά ο πιανίστας Κώστας Καρανίκας
(φωτογραφία από το περιοδικό Τάμαριξ, τ. 4, 1997)
Η Ορχήστρα Ελαφράς Μουσικής αποτελούνταν από 16 μουσικούς (ανάμεσά τους, εκτός από τον Καρανίκα, ο σαξοφωνίστας Γιώργος Σπυρίδης, οι βιολιστές Γιάννης Μήτσουρας, Δημήτρης Βαλιέρας, Λαγόπουλος, ο τρομπετίστας Τριανταφύλλου). Εκτός από το ραδιόφωνο, η ορχήστρα έδινε συναυλίες στο κτίριο του Σώματος Προσκόπων (τα καλοκαίρια στον αυλόγυρο του κτιρίου, όπως φαίνεται στη σχετική φωτογραφία) και τις Κυριακές στον κινηματογράφο "Παλλάς", δωρεάν, για όλον τον κόσμο. Το κοινό της Θεσσαλονίκης, όπως και της Αθήνας, δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση στην τζαζ (με την οποία, όπως με πληροφόρησε ο Αποστόλης Παπαγεωργίου στις Πρέσπες, στη διάρκεια του πρόσφατου συνεδρίου "Η δεκαετία του '40 στην τέχνη" του Δικτύου για τη Μελέτη των Εμφυλίων Πολέμων), οι Θεσσαλονικείς είχαν εξοικειωθεί ήδη από τον Μεσοπόλεμο χάρη στον Ραδιοσταθμό του Μπάρι. Το σουίγκ θριαμβεύει, αλλα είναι δημοφιλή και τα ελληνικά ελαφρά τραγούδια καθώς και οι οπερέττες.
Παράλληλα με την ορχήστρα του Ραδιοσταθμού οι Σπαθαίοι, ο Καρανίκας και ο Ιταλός μουσικός Ποζέλι ιδρύουν την ορχήστρα "Σπάθη-Καρανίκα-Ποζέλι": ο Αλέκος Σπάθης παίζει πιάνο και διευθύνει, ο αδελφός του Μενέλαος παίζει βιολί, ο Άγγελος Καλλιπολίτης παίζει μπάσσο, ο Καρανίκας ακορντεόν και ο Ποζέλι σαξόφωνο και κλαρινέτο. Η ορχήστρα παίζει στα κέντρα της εποχής "Ακαπούλκο", "Παράδεισος", "Σπίτι του Στρατιώτη", κυρίως για τους Γερμανούς αλλά και τους πλούσιους Θεσσαλονικείς. Ο Αλέκος Σπάθης συνεργάζεται και με κάποιους μουσικούς θιάσους και γράφει μουσική για επιθεωρήσεις (όπως η Σπιρτόζα του 1943).
Μαίρη Μοντ και Ρένα Βλαχοπούλου
(φωτογραφία από το βιβλίο Βίβα Ρένα, εκδ. Άγκυρα 2002)





Το δυσάρεστο αυτό γεγονός συνέβη πραγματικά στην εποχή της ακμής του Αλέκου Σπάθη, το καλοκαίρι του 1962. Στις 26 Μαΐου 1962 ανεβαίνει στο "Περοκέ" το έργο του Γιώργου Γιαννακόπουλου Είσοδος υπηρεσίας. Ένα μικτό θέαμα επιθεώρησης και κωμωδίας (στα χνάρια του Στουρνάρα 288) που παρουσιάζει μεγάλος θίασος με επικεφαλής τους/τις Διονύση Παπαγιαννόπουλο, Νανά Σκιαδά, Κώστα Μπάκα, Μάρθα Βούρτση, Αλέκα και Στέλλα Στρατηγού, Νίκο Ξανθόπουλο. Τραγουδά η Τζένη Βάνου (τα τραγούδια "Έχω μια φλόγα στην καρδιά" και "Κανένα φως στη γειτονιά") και χορεύουν Φλερύ-Άλμα. Ο Σπάθης γράφει τη μουσική και διευθύνει την ορχήστρα του "Περοκέ". Τρεις μέρες μετά την πρεμιέρα όμως, το πρωί της 31ης Μαΐου, αρρωσταίνει βαριά. Μια εγκεφαλική συμφόρηση, αποτέλεσμα του άγχους του για την παράσταση, αλλά και γενικότερα δυσάρεστων καταστάσεων που συναντούσε συχνά στον καλλιτεχνικό χώρο, παραλύει τη δεξιά πλευρά του σώματός του.
Τα επόμενα χρόνια της δεκαετίας του '60 η Μαίρη Μοντ ηχογραφεί λίγα τραγούδια και περιορίζει τις εμφανίσεις, για να βρίσκεται στο πλευρό του συζύγου της που συνεχίζει να συνθέτει σποραδικά κάποια τραγούδια. Με το ένα χέρι, το αριστερό, γράφει το 1968 το τραγούδι "Θεέ μου", σε στίχους Ηλία Ηλιόπουλου, που τραγουδούν στο Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης η Γιοβάννα και η Λίτσα Σακελλαρίου. Το τραγούδι κερδίζει το Γ΄ βραβείο, ενώ την επόμενη χρονιά ο Σπάθης κερδίζει το πρώτο βραβείο με το "Πικρό παράπονο". Ο Αλέκος γράφει τη μουσική και τους στίχους του τραγουδιού, ο αδελφός του Μενέλαος το ενορχηστρώνει και το ερμηνεύουν ο Τώνης Στρατής και ο Πάνος Κόκκινος (που μοιράζονται μάλιστα το πρώτο βραβείο ανδρικής ερμηνείας) (δείτε τα σχετικά πλάνα από τα επίκαιρα της εποχής και πάρτε και μία "γεύση" από το τραγούδι στη σελίδα του Εθνικού Οπτικοακουστικού Αρχείου). Λίγους μηνες μετά, στις 10 Ιανουαρίου 1970, ο Αλέκος Σπάθης πεθαίνει. Είναι μόλις 56 χρόνων.

Ρ. Βλαχοπούλου, Μ. Σπάθη, Γ. Γαβριηλίδης στο Μια Ελληνίδα στο χαρέμι
(από το βιβλίο Βίβα Ρένα, εκδ. Άγκυρα, 2002)
Το επόμενο καλοκαίρι η Ρένα Βλαχοπούλου γυρίζει με τον Αλέκο Σακελλάριο το Ζητείται επειγόντως γαμπρός και έχει και πάλι κοντά της τη Μαίρη Σπάθη που αυτή τη φορά παίζει τη σύζυγο του υπαλλήλου της Ρένας (Βάσος Ανδρονίδης) που της ζητά να καταθέσει στο δικαστήριο ότι η σύζυγός του τον τυραννά ενώ αποδεικνύεται τελικά ότι είναι θύμα του...
Η συμμετοχή της στην ταινία αυτή είναι πιθανότατα η τελευταία καλλιτεχνική παρουσία της Μαίρης Μοντ-Σπάθη καθώς φαίνεται ότι τα επόμενα χρόνια αφοσιώθηκε στην ανατροφή της κόρης της Αγγελικής. Προσωπικά την είδα μόνο μια φορά, στην κηδεία της Ρένας Βλαχοπούλου, μαζί με τη φίλη της Μαίρη Λίντα, και μου έκανε εντύπωση η ευγενική της φυσιογνωμία.
Νάντια Κωνσταντοπούλου, Μαίρη Μοντ, Καίτη Μπελίντα
(από το CD Τα ελαφρά του '60, FM Records)

Στο επόμενο βιντεάκι προσπάθησα να συνδυάσω πλάνα από τις τρεις κινηματογραφικές εμφανίσεις της "ηθοποιού" Μαίρης Σπάθη με κάποιες ηχογραφήσεις της τραγουδίστριας Μαίρης Μοντ που ξεχωρίζω εγώ.
Πάντως, η δικιά μου πιο αγαπημένη ηχογράφηση της Μαίρης Μοντ δεν είναι τραγούδι του συζύγου της Αλέκου Σπάθη, αλλά μία σύνθεση του Γεράσιμου Λαβράνου με στίχους του Κώστα Κινδύνη, το "Έλα" του 1964.
Με γοητεύει, πάντως, κι ένα τραγούδι του Σπάθη που δεν τραγούδησε η σύζυγός του, αλλά η Νάνα Μούσχουρη. Πρόκειται για τον "Καραγκιόζη", σε στίχους Ρέττης Ζαλοκώστα, που διακρίθηκε στο 2ο Φεστιβάλ Τραγουδιού του ΕΙΡ, το 1960.
Το καλλιτεχνικό ζευγάρι Αλέκος Σπάθης-Μαίρη Μοντ άφησε (κι οι δυο μαζί αλλά και χωριστά) το δικό του αποτύπωμα στην ιστορία του ελαφρού τραγουδιού. Επιπλέον, από τις διηγήσεις της Μαίρης Σπάθη αλλά και άλλων ανθρώπων που γνώρισαν το ζευγάρι από κοντά, κατάλαβα πως επρόκειτο για δυο πολύ γλυκούς ανθρώπους που η ευγένειά τους και η καλή τους διάθεση γοήτευσαν όσους/όσες τους γνώρισαν...
Το καλλιτεχνικό ζευγάρι Αλέκος Σπάθης-Μαίρη Μοντ άφησε (κι οι δυο μαζί αλλά και χωριστά) το δικό του αποτύπωμα στην ιστορία του ελαφρού τραγουδιού. Επιπλέον, από τις διηγήσεις της Μαίρης Σπάθη αλλά και άλλων ανθρώπων που γνώρισαν το ζευγάρι από κοντά, κατάλαβα πως επρόκειτο για δυο πολύ γλυκούς ανθρώπους που η ευγένειά τους και η καλή τους διάθεση γοήτευσαν όσους/όσες τους γνώρισαν...
4 σχόλια:
Καλό της ταξίδι...
Και εγώ δεν νομίζω ότι θα επέλεγα άλλο από τραγούδι της σαν αγαπημένο μου εκτός από το 'Έλα' αλλά φυσικά είναι τόσα λίγα τα τραγούδια της που έχουν φθάσει σε εμάς.
Θα το ξαναπώ. Είναι κάποιες τραγουδίστριες που αδικήθηκαν απίστευτα από τις δισκογραφικές εταιρείες.
Φίλε μου, έχεις δίκιο, τα 'χουμε ξαναπεί. Αρκετά άτυχο αυτό το ζευγάρι, θα 'πρεπε να είχε κυκλοφορήσει (τότε που ήταν στη μόδα το "ρετρό", '70ς και '80ς) τουλάχιστον ένας δίσκος με τραγούδια του Σπάθη και ένας με ηχογραφήσεις της Μοντ (αν και δεν είμαι σίγουρος πόσοι ήταν οι δίσκοι της). Αλλά...
Τώρα, με την κρίση, δεν ξέρω πόσο μπορούμε να ελπίζουμε. Λες να κάνει η ΕΡΑ το θαύμα της και να μας διαθέσει ηχογραφήσεις του αρχείου μέσα από την ιστοσελίδα της;
Είναι πολύ λεπτή η θέση μου ως γιός του ΑΝΤΩΝΗ Κ. ΣΠΑΘΗ και ανηψιός του πολυαγαπημένου μου θείου ΑΛΕΚΟΥ Κ. ΣΠΑΘΗ. Χάριν όμως της ιστορικής αλήθειας, πρέπει να σας πω ότι ο πατέρας μου, με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, ήταν ένας από τους γανναίους ναύτες που απήγαγαν το θρυλικό θωρικτό ΑΒΕΡΩΦ και το οδήγησαν στον συμμαχικό στόλο. Στην διάρκεια του πολέμου πολέμισε στον Ινδικό Ωκεανό και με την λήξη του βρέθηκε φυλακισμένος εξώριστος στην EL DABA της Σαχάρας.
Το 1947 επέστρεψε και ξαναβρήκε τα αδέλφια του. Ως εκ τούτου ουδέποτε δισκέδασε Γερμανό, όπως εκ λάθους προφανώς αναφέρει το παρόν δημοσίευμα.
ΑΓΓΕΛΟΣ Α. ΣΠΑΘΗΣ
Κύριε Σπάθη,
σας ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο και για την επισήμανση. Ήδη έκανα τη σχετική διόρθωση στην ανάρτηση. Η λανθασμένη αυτή πληροφορία προήλθε από τη συνέντευξη του μουσικού Κώστα Καρανίκα στον Θεόδωρο Αυγέρη, η οποία δημοσιεύτηκε περιοδικό Τάμαριξ, τεύχος 4, 1997(Αφιέρωμα: Η Μουσική στην Κατοχή).
Σας ευχαριστώ και πάλι.
Δημοσίευση σχολίου