Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008

Αττίκ και Αλέκος Σακελλάριος

Η 29η Αυγούστου είναι η επέτειος του θανάτου δυο σπουδαίων μορφών του ελληνικού θεάματος: του Αττίκ (που πέθανε το 1944) και του Αλέκου Σακελλάριου (που πέθανε το 1991). Οι δυο τους δεν συνεργάστηκαν ποτέ, αλλά και οι δυο συναντήθηκαν με τη Ρένα Βλαχοπούλου, συνεπώς επιβάλλεται να τους θυμηθούμε και να τους τιμήσουμε...

Αττίκ


Σημαντικότατη μορφή του προπολεμικού ελαφρού τραγουδιού, ο ένας από τους δύο στυλοβάτες του τη δεκαετία του ’20 (ο άλλος ήταν ο Χρήστος Χαιρόπουλος), αλλά κυρίαρχος και στη δεκαετία του ’30 (όταν στον χώρο δέσποζαν επίσης συνθέτες όπως ο Κώστας Γιαννίδης, ο Μιχάλης Σουγιούλ, ο Ιωσήφ Ριτσιάρδης και άλλοι). Συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής (τραγουδοποιός, όπως λέμε σήμερα) αλλά και σημαντική μορφή της σκηνής, όχι απλώς κομφερανσιέ (υπήρξε δάσκαλος όλων των σημαντικών κομφερανσιέ—Τραϊφόρος, Λάσκος, Πύρπασος, Ζούνης), performer ή showman θα τον χαρακτηρίζαμε σήμερα, animateur τον αποκαλούσαν τότε. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κλέων Τριανταφύλλου και γεννήθηκε είτε το 1882 είτε το 1885. Γόνος πλούσιας οικογένειας (η μητέρα του νοίκιαζε ολόκληρο συρμό για να πάει με τα παιδιά της στο Παρίσι προκειμένου να παρακολουθήσουν ένα κονσέρτο!) που αργότερα γνώρισε την οκονομική καταστροφή, σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παράλληλα όμως σπούδαζε και μουσική. Αργότερα, το 1907 βρέθηκε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές της Νομικής αλλά τελικά τον απορρόφησαν οι μουσικές σπουδές του και αφοσιώθηκε στο τραγούδι. Έγραψε περισσότερα από 300 τραγούδια στη Γαλλία, ενώ από το 1915 άρχισε να πραγματοποιεί εμφανίσεις και στην Ελλάδα. Επέστρεψε στην Αθήνα οριστικά το 1926 και άρχισε να κατακτά το αθηναϊκό κοινό που τον λάτρεψε, ιδιαίτερα όταν το 1930 δημιούργησε τη «Μάντρα» του.

Η «Μάντρα» και οι γυναίκες του
Η «Μάντρα» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί βαριετέ, αλλά ξέφευγε από τη στενή έννοια του όρου αυτού. Ήταν ο χώρος όπου ο Αττίκ μπορούσε να χαρίσει στο κοινό όλα του τα ταλέντα. Πλαισιωμένος πάντα από μεγάλα ονόματα του τραγουδιού, φωνές που κυρίως ανέδειξε ο ίδιος αλλά και ήδη καθιερωμένες φωνές (Δανάη[φωτ.], Κάκια Μένδρη, Πάολα, Νίτσα Μόλυ, Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου, Ρίτα Δημητρίου, οι μικρές Λουίζα Ποζέλι και Νινή Ζαχα), αλλά και ταλέντα από άλλους χώρους (όπως ο θρυλικός μίμος Ζαζάς ή χορευτικές ατραξιόν), παρουσίαζε ένα πρόγραμμα που τα είχε όλα: ευαισθησία, συγκίνηση, λεπτότητα αλλά και χιούμορ, φάρσες, γέλιο. Ο ίδιος συνομιλούσε με τον κόσμο, δημιουργούσε οκτάστιχα χρησιμοποιώντας το θέμα και τις ομοιοκαταληξίες που του έδινε η πλατεία (στο οκτάστιχο τον συναγωνίζονταν οι μαθητές του Τραϊφόρος, Λάσκος αλλά και η Δανάη!), διάβαζε και σχολίαζε τα παράπονα που άφηναν οι θεατές (αλλά μάλλον και ο ίδιος!) στο «κυτίον παραπόνων» που υπήρχε στη σκηνή και φυσικά έπαιζε πιάνο, τραγουδούσε και σφύριζε—ένα διπλό σφύριγμα που, όπως λέει η Δανάη, δεν υπήρχε όμοιό του σε ολόκληρο τον κόσμο. (Μια πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα για τη Μάντρα με τίτλο «Η Μάντρα του Αττίκ: 'Το περιεργότερον αθηναϊκόν θέαμα'» δημοσίευσε πρόσφατα η θεατρολόγος Δηώ Καγγελάρη στον τόμο Ζητήματα ιστορίας νεολληνικού θεάτρου. Μελέτες αφιερωμένες στον Δημήτρη Σπάθη, επιμέλεια Ν. Παπανδρέου και Ε. Βαφειάδη).

Άνθρωπος με ιδιαίτερες ευαισθησίες, αγάπησε με πάθος τις γυναίκες και έγραψε υπέροχα τραγούδια εμπνευόμενος από τους έρωτές του. Γράφει η Δανάη στο πολύτιμο βιβλίο της Αττίκ (εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986): «Τον κατηγόρησαν για άστατο με το άλλο φύλο. Μα δεν ήταν επιπόλαια άστατος. Δεν ήταν ακριβώς άστατος. Ηταν ένα είδος Νέρωνα που θα ήθελε να ήταν όλες οι γυναίκες μία και μόνο, για να τους δώσει ή να τους πάρει - το ίδιο κάνει - την καρδιά. Ακατάλληλος για σύζυγος, ήταν ο ιδανικός εραστής». Παντρεύτηκε τρεις φορές. Για την πρώτη του γυναίκα που πέθανε πολύ νέα, λίγο καιρό μετά τον θάνατο του μοναδικού του παιδιού, έγραψε το δημοφιλέστατο «Κι όμως, κι όμως, κάτι μέσα μου έχει μείνει, που ούτε ο χρόνος ούτε η λησμονιά δεν σβήνει»... Για τη δεύτερη γυναίκα του, τη Μαρίκα Φιλιππίδου, έγραψε το «Είδα μάτια», τραγούδι που όταν χώρισαν δεν ήθελε πλέον να τραγουδά. Ένα βράδυ η Φιλιππίδου ήρθε στη «Μάντρα» με τον νέο συνοδό της και ο κόσμος άρχισε να ζητά επίμονα από τον Αττίκ να τραγουδήσει το «Είδα μάτια». Ο θρύλος λέει ότι ο Αττίκ αποσύρθηκε και έγραψε στο καμαρίνι του το «Ζητάτε να σας πω», σαν απάντηση στη σκληρή απαίτηση του κόσμου (η Δανάη 
αμφισβητεί τον θρύλο αυτό, επειδή, όπως έλεγε, κάθε τραγούδι του ήταν αποτέλεσμα σύνθετης σκέψης και πολλής δουλειάς—δεν αποκλείεται όμως η βάση του να τέθηκε εκείνο το βράδυ!). Για ένα σύντομα ειδύλλιο της τρίτης του γυναίκας έγραψε τα «Τελευταία γιασμειά», που όταν τελειώνει μια αγάπη ξεχνιούνται πάνω στο τραπέζι. Ο Αττίκ ένιωθε μια ιδιαίτερη αγάπη (έναν πλατωνικό έρωτα, έχουν πει πολλοί) για τη Λουίζα Ποζέλι, το παιδί-θαύμα που ανακάλυψε στη Θεσσαλονίκη και έγραψε για εκείνη τη θρυλική «Παπαρούνα», όταν κάποια στιγμή εγκατέλειψε τη «Μάντρα» (επειδή ο πατέρας της δέχτηκε δελεαστικότερη πρόταση).

Άλλα τραγούδια του που αγαπήθηκαν πολύ: «Τα καημένα τα νιάτα», «Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες», «Χωρίς φιλί», «Δυο χειλάκια λένε σ’ αγαπώ» (το ερμήνευε ο ίδιος ντουέτο με την Ποζέλι), «Τρεχαντήρι». Τα τραγούδια του είναι καθαρά ευρωπαϊκά τραγούδια, δεν έχουν σχέση με την ελληνική παράδοση αν και κάποιες φορές εμπνέονται από αυτήν. Στέκονται ισάξια δίπλα στα λήντ ευρωπαίων συνθετών όπως ο Σούμπερτ και οι παρτιτούρες τους παρουσιάζουν πολλές προκλήσεις για τον/την πιανίστα. Η Δανάη παρουσιάζει στο βιβλίο της μια λίστα με τα 105 ελληνικά τραγούδια του Αττίκ. Πολλά από αυτά όμως ήταν κωμικά τραγούδια, λιγότερο γνωστά σήμερα, όπως το θρυλικό «Δεν σου πάει το πάχος, Δημητράκη», τραγούδι που η μικρούλα Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδούσε ως παιδί-θαύμα πάνω στο τραπέζι ενός ζαχαροπλαστείου της Κέρκυρας...

Ο Αττίκ παρουσιάζει τη Ρένα Βλαχοπούλου...
Η Ρένα Βλαχοπούλου συνάντησε τον Αττίκ στην αρχή της καριέρας της—και στο τέλος της δικής του. Ο Αττίκ είχε σταματήσει να συνθέτει τραγούδια ήδη από το 1940. Το τελευταίο του τραγούδι ήταν το «Χωρίς εσένα το μυαλό μου αργεί», τραγούδι που έγραψε όταν πέθανε η αγαπημένη του μητέρα Εριθέλγη Τριανταφύλλου. Στα χρόνια της Κατοχής εμφανιζόταν πλέον μόνον ως κομφερανσιέ στα μεγάλα βαριετέ της Αθήνας. Σε ένα από αυτά, στα θρυλικά «Πεύκα» του Ζαππείου, είναι ο επικεφαλής του προγράμματος το καλοκαίρι του 1941. Το περιοδικό Το αθηναϊκό τραγούδι παρουσιάζει ένα σύντομο ρεπορτάζ για τα βαριετέ εκείνου του καλοκαιριού και γράφει ότι στα «Πεύκα» ο Αττίκ παρουσίασε ένα εξαιρετικό πρόγραμμα ενώ κάθε βράδυ χειροκροτείται η νέα τραγουδίστρια Ρένα Βλαχοπούλου στην επιτυχία της «Καλόμαθε η Φιλιώ στα σύκα» (τραγούδι που είχε γράψει ο Κώστας Ζαχαρόπουλος, πατέρας της Νινής Ζαχά). Στις εφημερίδες της εποχής διαβάζουμε ότι εκτός από τη Ρένα, ο «ανεξάντλητος» Αττίκ παρουσιάζει με χιούμορ και μπρίο στα «Πεύκα» το Τρίο Βάμπαρη, το Τρίο Μόλλυ, την Κούλα Γκιουζέπε, το χορευτικό Φλερύ-Μοριανόβα και άλλους. Στη διάρκεια του πρώτου κατοχικού χειμώνα (1941-42), ο Αττίκ θα παρουσιάσει αρκετές φορές τη Ρένα Βλαχοπούλου σε πρωινές συναυλίες που διοργανώνονται τις Κυριακές, συνήθως στο θέατρο «Κοτοπούλη-Ρεξ»: οι περισσότερες από αυτές παρουσιάζονται στον τύπο ως συναυλίες τραγουδιών του στιχουργού Κώστα Κοφινιώτη, στις οποίες τραγουδούν, εκτός από τη Ρένα, η Δανάη, η Ρίτα Δημητρίου, η Ξένη Δράμαλη, η Νινή Ζαχά, η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου, η Καίτη Παρίτση και άλλοι πολλοί, ενώ υπάρχουν συχνά και νούμερα με τις αδελφές Καλουτά, τη Μαρίκα Κρεβατά, τη Μαρίνα Νέζερ και άλλους. Η νεολαία της εποχής λάτρευε εκείνα τα μουσικά πρωινά...

Το τέλος ενός ευπατρίδη
Ο Αττίκ έχει μπει πλέον σε μια περίοδο παρακμής. Δεν είναι πια το πρώτο όνομα στην Αθήνα, που έτσι κι αλλιώς μουσικά κινείται σε άλλους ρυθμούς (η τζαζ και ο Σπάρτακος χαλούν κόσμο), ωστόσο συνεχίζει να εμφανίζεται σε βαριετέ της κατοχικής αθήνας, για να εξασφαλίσει τα προς το ζην στη μικρή του οικογένεια. Συχνά ντουμπλάρει, δηλαδή εμφανίζεται σε δύο βαριετέ την ίδια βραδιά (κάτι που έκαναν πολλοί καλλιτέχνες του μουσικού θεάτρου τότε, και φυσικά και η Βλαχοπούλου): μιλάμε δηλαδή για 3 ή 4 εμφανίσεις την ημέρα, πράγμα εξοντωτικό αν σκεφτεί κανείς ότι ο καλλιτέχνης πρεπε να πάει από την απογευματινή παράσταση του ενός βαριετέ/θεάτρου στην απογευματινή του άλλου και να επιστρέψει και για τις βραδινές! Οι δύσκολες συνθήκες της Κατοχής θα τον κουράσουν πολύ. Προς το τέλος του 1943 ο σκηνοθέτης Γιώργος Τζαβέλλας αποφασίζει να γυρίσει μια ταινία με πρωταγωνιστή τον Αττίκ, τα Χειροκροτήματα. Το σενάριο περιέχει πολλά στοιχεία που θυμίζουν τη ζωή του ίδιου του Αττίκ: ένας ξεπεσμένος καλλιτέχνης, ο κύριος Άλφα, ανακαλύπτει ένα νέο αστέρι του τραγουδιού (Ζινέτ Λακάζ), την ερωτεύεται και καταστρέφεται οικονομικά για να τη χρίσει πρωταγωνίστρια στο θέατρό του. Εκείνη όμως ερωτεύεται τον βιολιστή του θεάτρου (Δημήτρης Χορν), εγκαταλείπει τον Άλφα και αργότερα γίνεται μεγάλο αστέρι. Παμπτωχος και αγνώριστος, ο Άλφα θα πάει ένα βράδυ να τη δει στο θέατρο. Εκείνη θα τον ανεβάσει στη σκηνή για να τον τιμήσει και εκείνος πεθαίνει από τη συγκίνηση, ακούγοντας τα χειροκροτήματα του κόσμου.

Τα Χειροκροτήματα είναι ένα ντοκουμέντο ανυπολόγιστης αξίας για μας γιατί αποτελεί τη μοναδική καταγραφή του φαινομένου Αττίκ (έστω και στην παρακμή του, έστω και με ντουμπλαρισμένη φωνή). Η ταινία γνωρίζει τεράστια επιτυχία (ακολουθώντας τη θριαμβευτική πορεία της Φωνής της καρδιάς που γύρισε ο Φίνος έναν χρόνο πριν), αλλά μάλλον δεν κάνει καλό στον ίδιο τον Αττίκ που επηρεάζεται αρνητικά από τη μοίρα του ήρωα που υποδύεται. Λίγους μήνες μετά την προβολή της ένα απρόβλεπτο γεγονός θα σημάνει το τέλος για τον υπερευαίσθητο καλλιτέχνη. Δύο Γερμανοί στρατιώτες τον γρονθοκοπούν επειδή έπεσε πάνω τους. Η αξιοπρέπειά του δέχεται βαρύ πλήγμα. Λίγες ώρες αργότερα παίρνει μια ισχυρή δόση από το ηρεμιστικό Βερονάλ, κοιμάτα και δεν θα ξαναξυπνήσει. Η αυτοκτονία του συγκλονίζει την Αθήνα, την Ελλάδα ολόκληρη. Σε έναν τόσο ευαίσθητο άνθρωπο όμως, μόνο ένα τέτοιο τέλος ταίριαζε! (Διαβάστε ένα πολύ ωραίο κείμενο για το τραγικό τέλος του Αττίκ στο πρόσφατο τεύχος του Διφώνου)

Η Βλαχοπούλου τραγουδά Αττίκ
Πολλά χρόνια μετά τη συνεργασία τους η Ρένα Βλαχοπούλου θα ηχογραφήσει Αττίκ στους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου. Δύο τραγούδια έχουν φτάσει στις μέρες μας. Το ένα είναι τα «Τελευταία γιασεμιά» σε μια πρωτότυπη ενορχήστρωση, πιθανόν του Αλέκου Σπάθη, που ίσως να μην ταιριάζει πολύ στο πνεύμα του τραγουδιού. Πιο σημαντική όμως είναι η «Σερενάτα της μοδιστρούλας». Σύμφωνα με το βιβλίο της Δανάης, είναι το πρώτο τραγούδι που έγραψε ο Αττίκ, το 1901. Η Ρένα Βλαχοπούλου το ηχογράφησε στο ΕΙΡ το 1955 με ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας του σπουδαίου Κώστα Γιαννίδη, στο πλαίσιο μιας σειράς επτά εκπομπών με τίτλο Η ιστορία της ελληνικής επιθεωρήσεως. Η σειρά δυστυχώς σταμάτησε στην έβδομη εκπομπή αλλα ευτυχώς σώζεται ολόκληρη στο αρχείο της ΕΡΑ. Παρελαύνουν από αυτή μια στρατιά ολόκληρη ταλέντων του μουσικού θεάτρου (Σωτηρία Ιατρίδου, Μαρίκα Νέζερ, Κούλης Στολίγκας, Γιώργος Γαβριηλίδης) που τραγουδούν επιτυχίες από τις δύο πρώτες δεκαετίες του ‘20ού αιώνα. Στην τελευταία λοιπόν εκπομπή η Ρένα Βλαχοπούλου τραγούδησε μοναδικά τη «Μοδιστρούλα» (δεν γνωρίζω αν υπάρχει άλλη ηχογράφηση αυτού του τραγουδιού, αλλά πιστεύω ότι αυτή η εκδοχή είναι... ασυναγώνιστη!). Και τα δυο «αττικά» τραγούδια με τη φωνή της Ρένας υπάρχουν σε
CD της FM Records, σε διάφορες συλλογές αλλά και στο «Πορτραίτο» της Ρένας Βλαχοπούλου στο οποίο συγκεντρώθηκαν πέρσι όλα τα παλιά τραγούδια της που κυκλοφόρησαν κατά καιρούς από την εταιρία αυτή. Ωστόσο για κάποιο λόγο η «Σερενάτα της μοδιστρούλας» βρίσκεται σε πολύ κακή ποιότητα στα αρχεία της FM Records. Σήμερα την ακούμε στο blog από την ηχογράφηση που μας χαρίζει o φίλος desmich8 από το κανάλι του στο youtube.


Αττίκ και Σακελλάριος
Μπορεί ο Σακελλάριος και ο Αττίκ να έδρασαν για πολλά χρόνια παράλληλα, ωστόσο δεν συναντήθηκαν πολύ όσο ζούσε ο Αττίκ. Η Δανάη αναφέρει μάλιστα ότι ο Σακελλάριος στεναχώρησε τον Αττίκ όταν του «πήρε» το αγαπημένο του «παιδί», τη Λουίζα Ποζέλι, προσφέροντας στον πατέρα της μια δελεαστική προσφορά, προκειμένου να εμφανιστεί η μικρή στην επιθεώρηση που θα ανέβαζε. Ωστόσο, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Σακελλάριος ανέλαβε να γράψει για λογαριασμό της ΕΤ2 το σενάριο μιας τηλεοπτικής σειράς με θέμα τη ζωή του Αττίκ. Σύμφωνα με τη Δανάη, το σενάριο περιείχε πολλές ανακρίβειες τις οποίες τελικά διόρθωσε η ίδια, με την άδεια του Σακελλάριου. Η σειρά γυρίστηκε από τον Κώστα Αριστόπουλο και προβλήθηκε το 1985. Έγινε δεκτή με ανάμικτα συναισθήματα από κοινό και κριτικούς, αλλά ήταν σίγουρα μια φροντισμένη σειρά με εκλεκτό καστ. Ο Μίμης Χρυσομάλλης στον ρόλο του Αττίκ θύμιζε σαφώς την ευγένεια, τη διακριτικότητα και τη φινέτσα του μεγάλου καλλιτέχνη, η Τάνια Τσανακλίδου και η Μαργαρίτα Ζορμπαλά πραγματοποίησαν έκτακτες εμφανίσεις που παρέπεμπαν στα αηδόνια του Αττίκ, αλλά βασικοί πρωταγωνιστές της σειράς ήταν η υπέροχη μουσική και τα αριστουργηματικά τραγούδια του Αττίκ, ενορχηστρωμένα από τον Γιώργο Χατζηνάσιο. Ας περάσουμε όμως τώρα στον ίδιο τον Αλέκο Σακελλάριο.

Αλέκος Σακελλάριος
Ο μπαρμπα-Αλέκος, όπως ήταν γνωστός τα τελευταία χρόνια στους θεατρικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1913. Σπούδασε νομικά και, έφηβος ακόμα, άρχισε να δημοσιογραφεί. Τον έτρωγε όμως από νωρίς και το σαράκι του θεάτρου. Το 1935 πλησιάζει τον κορυφαίο τότε κωμικό του μουσικού θεάτρου, τον Πέτρο Κυριακό, και του δίνει να διαβάσει κείμενά του. Ο Κυριακός ενθουσιάζεται με το ταλέντο του 22χρονου Σακελλάριου και του αναθέτει το πρώτο του έργο, την οπερέττα Ο βασιλιάς του χαλβά που μελοποιεί ο σπουδαίος συνθέτης της εποχής Νίκος Χατζηαποστόλου. Θα ακολουθήσουν περισσότερα από 180 έργα, κυρίως κωμωδίες και επιθωρήσεις, αλλά και κάποια δραματικά, όπως η Μεγάλη παρένθεση (που είναι γνωστή σε μας σήμερα από την κινηματογραφική της διασκευή με τίτλο Χαμένα όνειρα). Τα περισσότερα από αυτά τα έργα ο Σακελλάριος τα έγραψε σε συνεργασία με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο, με τον οποίο αποτέλεσε ένα αχτύπητο συγγραφικό δίδυμο (ήταν γνωστοί ως οι «Διόσκουροι» του ελληνικού θεάτρου). Συνεργάστηκε ακόμα με τον Γιώργο Γιαννακόπουλο (αδελφό του Χρήστου), τον Δημήτρη Ευαγγελίδη και άλλους.

Λίγο πριν αρχίσει να γράφει για το θεάτρο, ο Σακελλάριος άρχισε να γράφει στίχους για τραγούδια. Το πρώτο του ήταν η μεγάλη επιτυχία του 1933 «Θα ξανάρθεις» που ήταν επίσης το πρώτο τραγούδι που ηχογράφησε η μεγάλη Δανάη και ένα από τα πρώτα τραγούδια που έγραψε ο σπουδαίος Κώστας Γιαννίδης. Ακολούθησαν αμέτρητες επιτυχίες, τραγούδια που ξεκινούσαν κυρίως από το θέατρο, την επιθεώρηση, και σύντομα αυτονομούνταν και αποκτούσαν τη δική τους καριέρα. Τραγούδια που τραγούδησαν η Σοφία Βέμπο (κυρίως σε μουσική Μιχάλη Σουγιούλ), η Κούλα Νικολαϊδου, ο Τώνης Μαρούδας, η Ρένα Βλαχοπούλου φυσικά, και πολλοί/πολλές ακόμα. «Σαν κι απόψε», «Θα καθόμουνα πλάι σου», «Λες και ήταν χτες», «Το τραμ το τελευταίο» (το οποίο εγκαινιάζει ένα νέο είδος, το αρχοντορεμπέτικο), «Ο τραμπαρίφας».

Και βέβαια τραγούδια του Σακελλάριου έμειναν αθάνατα και μέσα από τις ταινίες του. Η πρώτη του ταινία ήταν το Παπούτσι από τον τόπο σου που γύρισε το 1946 για λογαριασμό της Φίνος Φιλμ χωρίς να έχει καθόλου τεχνικές γνώσεις για το σινεμά. Αυτό δεν τον εμπόδισε όμως να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους κινηματογραφικούς δημιουργούς της δεκαετίας του ’50, καταγράφοντας μοναδικά τύπους της ελληνικής κοινωνίας (Η καφετζού, Η κυρά μας η μαμμή, Δεσποινίς ετών 39, Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο) αλλά και σχολιάζοντας κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις της εποχής (Οι Γερμανοί ξανάρχονται, Θανασάκης ο πολιτευόμενος, Η θεία απ’ το Σικάγο, Καλώς ήρθε το δολάριο). Πολλές από τις ταινίες του ήταν μεταφορές των θεατρικών του επιτυχιών, έγραψε ωστόσο και αρκετά σενάρια κατευθείαν για το πανί. «Έφτιαξε» τις κινηματογραφικές καριέρες κινηματογραφικών ειδώλων όπως η Τζένη Καρέζη και η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ενώ σίγουρα κατέγραψε και τις καλύτερες στιγμές αρκετών ήδη επιτυχημένων ηθοποιών, όπως η Γεωργία Βασιλειάδου και ο Βασίλης Αυλωνίτης. Όσο για τα κινηματογραφικά του τραγούδια, πολλά από αυτά έχουν μουσική του Μάνου Χατζιδάκι (όλες οι μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες της πρώτης περιόδου της Βουγιουκλάκη, «Έχω ένα μυστικό», «Ο γαϊδαράκος», «Φεύγουν τα νιάτα» αλλά και τα «σουξέ» του Δ. Χορν «Πες μου μια λέξη», «Ας είν’ καλά το γινάτι σου»), αλλά γνώρισε επιτυχίες και συνεργαζόμενος και με άλλους συνθέτες, τον Κώστα Καπνίση («Άστο το χεράκι σου»), τον Γιώργο Ζαμπέτα («Σήκω χόρεψε συρτάκι», αν και αυτό ξεκίνησε από το θέατρο...), τον Γιώργο Μουζάκη («Σ’ αγαπώ σ’ όλες τις γλώσσες») και άλλους.

Ο Αλέκος Σακελλάριος δούλεψε και στη ελληνική τηλεόραση. Έγραψε και σκηνοθέτησε αρκετές τηλεοπτικές σειρές και ψυχαγωγικές εκπομπές της δεκαετίας του ’70, ενώ στη δεκαετία του ’80 ήταν πολύ συχνή η παρουσία του σε αφιερώματα σε ηθοποιούς, τραγουδιστές/τραγουδίστριες κτλ. Τα τελευταία 2 χρόνια της ζωής του ήταν τακτικός συνεργάτης του πρώτου κύκλου της εκπομπής της ΕΤ2 Τα αστέρια λάμπουν για πάντα. Στις 19 εκπομπές του κύκλου αυτού μίλησε για όλες και όλους τους ηθοποιούς του παλιού σινεμά. Η 20η εκπομπή ήταν αφιερωμένη στη Ρένα Βλαχοπούλου, αλλά δυστυχώς δεν κατάφερε να εμφανιστεί σ’ αυτήν για να μιλήσει για την παλιά του συνεργάτιδα και φίλη.

Σακελλάριος-Βλαχοπούλου: πέντε δεκαετίες παράλληλης πορείας
Η συνεργασία του με τη Ρένα Βλαχοπούλου ξεκίνησε από πολύ νωρίς στην καριέρα της. Τη σεζόν 1940-41, ο Σακελλάριος συμμετέχει στη συγγραφή των δύο από τις τρεις πολεμικές επιθεωρήσεις που ανεβαίνουν στο θέατρο «Μοντιάλ», με τους Μίμη Κοκκίνη, Μάνο Φιλιππίδη, αδελφές Καλουτά, Ηρώ Χαντά και βέβαια τη Σοφία Βέμπο. Σ’ αυτές τις επιθεωρήσεις κάνει τα πρώτα της θεατρικά βήματα (ως τραγουδίστρια πάντα) η Ρένα Βλαχοπούλου. Λίγο αργότερα, όπως ανέφερα και στην ανάρτηση σχετικά με τον Γιάννη Σπάρτακο, ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος γράφουν τις επιθεωρήσεις που ανεβαίνουν στο θέατρο «Πάνθεον» και στις οποίες καθιερώνεται η Ρένα Βλαχοπούλου ως «Βασίλισσα της Τζαζ» τραγουδώντας τους στίχους του Αλέκου Σακελλάριου («Όταν σκοτενιάζει», «Βρέχει», «Νάνι-νάνι», «Το μπουμπούκι». Οι «Διόσκουροι» θα γράψουν επίσης την επιθεώρηση Welcome που ανεβαίνει στο θέατρο «Κυβέλης» αμέσως μετά την Απελεύθερωση. Εκεί η Ρένα θα τραγουδά κάθε βράδυ το «Θα σε πάρω να φύγουμε» (που είχε ήδη βέβαια γίνει επιτυχία από τις αρχές του ’44).

Η επόμενη καταγεγραμμένη συνεγασία Αλέκου Σακελλάριου-Ρένας Βλαχοπούλου είναι στη δισκογραφία, το 1959. Η Βλαχοπούλου τραγουδάει Σακελλάριο στις 45 στροφές και σε μουσική Γιώργου Μουζάκη: «Κάθε μέρα σ’ αγαπώ και πιο πολύ», τραγούδι που θα συμπεριληφθεί σε νέα εκτέλεση (1985) και στον μεγάλο δίσκο της Θα σε πάρω να φύγουμε (στον οποίο έχω αναφερθεί πάρα πολλές φορές ως τώρα...) —αυτή τη νεότερη εκτέλεση ακούμε εδώ στο blog. (Σημειώνω εδώ πως προχτές, 27 Αυγούστου, συμπληρώθηκαν 3 χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Μουζάκη, επίσης στενού συνεργάτη της Ρένας Βλαχοπούλου, στον οποίο θα αφιερώσω κάποια ανάρτηση στο άμεσο μέλλον...)


Λίγα χρόνια αργότερα ο Σακελλάριος αναλαμβάνει (μάλλον χωρίς να το περιμένει) να πυροδοτήσει την κινηματογραφική καριέρα της Ρένας Βλαχοπούλου. Η Ρένα έχει κάνει μόνο μια (επισήμως) ταινία πέντε χρόνια πριν, τις Πρωτεουσιάνικες περιπέτειες, που παρά την εμπορική τους επιτυχία, δεν την καθιέρωσαν ως κινηματογραφική ηθοποιό. Στις αρχές του ’62, ο Σακελλάριος γυρίζει για την εταιρία «Ρουσσόπουλοι-Λαζαρίδης-Σαρρής-Ψαράς» μια low budget κωμωδία (γυρίστηκε μέσα σε 2 εβδομάδες) με τίτλο Όταν λείπει η γάτα. Μπορεί η βασική ηρωίδα της ιστορίας του να είναι η νεαρή υπηρέτρια που παίζει η τότε σύντροφός του Μπέμπη Κούλα (και μετέπειτα σύζυγός του Νίκη Λινάρδου), αλλά ως βασικοί πρωταγωνιστές του φιλμ αναγράφονται οι Βασίλης Αυλωνίτης και Ρένα Βλαχοπούλου, στους ρόλους του σωφέρ και της μαγείρισσας ενός πλουσιόσπιτου. Ο ρόλος της Ρένας δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος (από τη μέση της ταινίας και μετά σχεδόν εξαφανίζεται!), αλλά είναι η πρώτη ταινία που δείχνει σε ποιες γραμμές μπορεί να κινηθεί η κινηματογραφική περσόνα της Βλαχοπούλου. Η ταινία προβάλλεται τον Μάρτιο του ’62 με μέτρια επιτυχία, αλλά ο διορατικός Γιάννης Δαλιανίδης πείθει λίγους μήνες μετά τον Φίνο να αγνοήσει αυτή τη μέτρια επιτυχία και να πάρει τη Ρένα για το πρώτο μεγάλο έγχρωμο μιούζικαλ που γυρίζει το καλοκαίρι του ’62: το Μερικοί το προτιμούν κρύο θα αναδείξει πλήρως το ταλέντο της Ρένας Βλαχοπούλου αλλά ίσως κι η ταινία του Σακελλάριου έβαλε ένα λιθαράκι σ’ αυτήν την ιστορία. Από το Όταν λείπει η γάτα θα ξεκινήσει όμως και μια τραγουδιστική επιτυχία της Ρένας, σε μουσική Γιώργου Μουζάκη και πάλι: το «Ας πάει και το παλιάμπελο».

Ο Σακελλάριος θα ξανασυναντήσει κινηματογραφικά τη Ρένα στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Στα μέσα του ’60 όμως θα συνεργαστούν στο θέατρο, σε πέντε επιθεωρήσεις που θα γράφει σε συνεργασία με τον Γιώργο Γιαννακόπουλο για τα θέατρα «Ακροπόλ» και «Εθνικού Κήπου»: Η δημοκρατία χορεύει, Γκάρντεν Πάρτυ, Αυλή και πεζοδρόμιο, Λαγοί με πετραχήλια, Λουλουδισμένη Αθήνα. Αν και η Ρένα τραγουδάει αρκετά τραγούδια σε αυτά τα έργα, δεν θα δισκογραφηθεί δυστυχώς κανένα. Ο Αλέκος Σακελλάριος θα γράψει ακόμα την επιθεώρηση Με αγάπη από την Αθήνα που θα παρουσιάσει ο θίασος Ρένας Βλαχοπούλου στο θέατρο «Αυλαία» της Θεσσαλονίκης τον Μάιο του 1969, ενώ η τελευταία τους θεατρική συνεργασία πραγματοποιείται στο Κοτοπούλη-Ρεξ, τη χειμερινή σεζόν 1971-72, με την επιθεώρηση Καντζονίσιμα, Σατιρίσιμα, Ψιθυρίσιμα.

Έχουν όμως ήδη ξανασυναντηθεί στον κινηματογράφο. Στο τέλος της σεζόν 1969-70, προβάλλεται η θρυλική ταινία Μια τρελή τρελή σαραντάρα. Πρόκειται για ένα σενάριο του Αλέκου Σακελλάριου, από το θεατρικό έργο των Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου Σαράντα και... που είχε ανεβάσει δέκα χρόνια νωρίτερα η Μαίρη Αρώνη. Την ταινία σκηνοθετεί ο Γιάννης Δαλιανίδης. Την επόμενη σεζόν όμως ο Σακελλάριος σκηνοθετεί και πάλι τη Ρένα στο σινεμά: Η θεία μου η χίπισσα σατιρίζει τη νέα μόδα και τα Μάταλα: μνημειώδες το πλάνο στο οποίο η Ρένα προσπαθεί να μιλήσει σε ενα χίππυ που είναι ο ίδιος ο Σακελλάριος που μιλάει γαλλικά με άλλη, γυναικεία φωνή!
Σακελλάριος-Βλαχοπούλου στη Θεία μου τη χίπισσα
από το βιβλίο του Μ. Δελαπόρτα Το γέλιο βγήκε από τον παράδεισο (εκδ. "Άγκυρα")

Ακολουθούν τη σεζόν 1971-72 οι ταινίες Ζητείται επειγόντως γαμπρός στην οποία η Ρένα θα έχει και κάποιες δραματικές σκηνές, Η κόμησσα της Κέρκυρας και τη σεζόν 1972-73 Η Ρένα είναι οφ-σάιντ που σατιρίζει τη ποδοσφαιρομανία των Ελλήνων στη Χούντα. Σε όλες τις ταινίες η Ρένα τραγουδά Αλέκο Σακελλάριο (με εξαίρεση τη Χίπισσα όπου τους στίχους υπογράφει η κόρη του, Άννυ Σακελλαρίου). Ειδικά από την Κόμησσα της Κέρκυρας θα ξεπηδήσει το θρυλικό «Κέρκυρα Κέρκυρα με το Ποντικονήσι», τραγούδι που θεωρείται σχεδόν εθνικός ύμνος για το νησί σήμερα αλλά και το «Πετεινάρι», τραγούδι που ακούει κανείς σε παιδικές γιορτές σε πολλά νηπιαγωγεία της Ελλάδας!

Μετά το Η Ρένα είναι οφ-σάιντ, Σακελλάριος και Βλαχοπούλου απέχουν από το σινεμά για πολλά χρόνια, αλλά συνεργάζονται στην τηλεόραση που πλέον έχει κατακτήσει τον ελληνικό πληθυσμό: ο Σακελλάριος σκηνοθετεί το πρώτο σίριαλ της Ρένας με τίτλο Μια Αθηναία στην Αθήνα. Η σειρά ακολούθησε τη μοίρα των περισσότερων ελληνικών σειρών της δεκαετίας του ’70 και σβήστηκε για να γραφτούν επάνω της ποδοσφαιρικοί αγώνες. Ωστόσο από τα δημοσιεύματα της εποχής, κρίνουμε ότι δεν άρεσε πάρα πολύ στους κριτικούς! Παίχτηκε για 5 μήνες και φαίνεται ότι κέρδισε σιγά-σιγά το κοινό, καθώς η Βλαχοπούλου πήρε για άλλη μια φορά την υπόθεση τους ώμους της, σίγουρα και με τη βοήθεια του Σακελλάριου (τα κείμενα των επεισοδίων γράφονταν από διάφορους συγγραφείς, εκτός από τον Σακελλάριο, πχ από τον Δημήτρη Κωνσταντάρα και τον Λάκη Μιχαηλίδη).

Μια τελευταία κινηματογραφική συνάντηση Βλαχοπούλου-Σακελλάριου, μπροστά και πίσω από τις κάμερες, θα πραγματοποιηθεί το 1985, στην ταινία Ρένα, τα ρέστα σου. Είναι η τελευταία κινηματογραφική εμφάνιση της Ρένας, ενώ σε δυο αρκετά μεγάλες σκηνές (πολύ μεγαλύτερες από τα cameo που έκανε ως άλλος Χίτσκοκ στις προηγούμενες ταινίες τους) εμφανίζεται και ο ίδιος ο Σακελλάριος: στο αεροπλάνο και στο Παρίσι. Αν και υπερπαραγωγή για τα μέτρα της εποχής, με γυρίσματα στη Ρόδο και στο Παρίσι, η ταινία είναι σαφώς κατώτερη των κοινών τους ταινιών του ’70: το σενάριο δεν είναι ιδαίτερα πνευματώδες, υπάρχουν κάποια λάθη στη ροή, αλλά αφενός η σκηνή της αεροπειρατείας (έστω κι αν είχε χρησιμοποιηθεί κάπως διαφορετικά στη Χίπισσα) και αφετέρου το «Αγάπη μου πού να ‘σαι» που τραγουδά η Ρένα συνοδεία του Γιάννη Σπάρτακου αρκούν για να μας κάνουν να την αγαπήσουμε!

Ρένα, τα ρέστα σου: Ρ. Βλαχοπούλου, Μπέτυ Βαλάση
και Αλέκος Σακελλάριος στο Παρίσι.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Αλέκος Σακελλάριος συναντιόταν συχνά-πυκνά με τη Ρένα, πότε σε εκδηλώσεις προς τιμήν της, πότε σε εκδηλώσεις προς τιμήν του και πότε σε εκδηλώσεις προς τιμήν άλλων συναδέλφων τους (σας θυμίζω τη συναυλία του Σπάρτακου στον Λυκαβηττό). Πάντα εξέφραζαν την αγάπη τους και την εκτίμησή τους ο ένας για την... άλλη και πάντα μας θύμιζαν τις όμορφες στιγμές που δημιούργησαν μέσα στις πέντε δεκαετίες της συνεργασίας τους.

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Βάσος Ανδρονίδης

Πέθανε το βράδυ της περασμένης Παρασκευής ο ηθοποιός Βάσος Ανδρονίδης. Ένας γλυκύτατος ηθοποιός αλλά και άνθρωπος, από ό,τι λένε όσοι/ες τον γνώρισαν από κοντά, "έφυγε" στα 78 του χρόνια. Με σπουδές στο "Θέατρο Τέχνης" του Κάρολου Κουν, με πλούσια θητεία στο θεατρικό σανίδι, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, ο Βάσος Ανδρονίδης τίμησε την τέχνη του για σαράντα περίπου χρόνια, σε όλα σχεδόν τα είδη του θεάτρου. Ο "Μεγάλος Διακριτικός", όπως τον αποκαλεί χαρακτηριστικά ο Γιώργος Σαρηγιάννης στα Νέα, είχε ζητήσει ο θάνατός του να γίνει γνωστός μετά την κηδεία του, η οποία, σύμφωνα με τις επιθυμίες του, ήταν πολιτική: αντί για ψαλμούς και ακολουθία, ακούστηκαν τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι που τόσο αγαπούσε.
Κάποια στιγμή στην πολύχρονη καριέρα του συναντήθηκε και με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Στην ταινία Ζητείται επειγόντως γαμπρός του Αλέκου Σακελλάριου, που προβλήθηκε τη σεζόν 1971-72, δημιουργούν ένα πολύ πετυχημένο ντουέτο όταν εκείνος, ως κύριος Χαραλαμπίδης, εργαζόμενος στο εργοστάσιο της Ρένας, την προσεγγίζει για να της ζητήσει δανεικά, προκειμένου να πάρει διαζύγιο από την "παράλογη" γυναίκα του (στον ρόλο της συζύγου του η κουμπάρα της Βλαχοπούλου, η γνωστή τραγουδίστρια/ηθοποιός Μαίρη Μοντ), αλλά τελικά η Ρένα ανακαλύπτει ότι μάλλον εκείνος ήταν ο άτακτος και τους βοηθάει να συμφιλιωθούν. Είναι πολύ χαρακτηριστικός ο ευγενικός τρόπος με τον οποίο πλησιάζει την εργοδότριά του, μια ευγένεια που φαίνεται ότι τον χαρακτήριζε όχι μόνο στους ρόλους του, αλλά σε όλες τις στιγμές της ζωής του. Τον θυμάμαι, πριν από λίγα χρόνια, να κάθεται με την παρέα του πλάι μου σε μια απογευματινή παράσταση του Εθνικού Θεάτρου: μου είχε κάνει εντύπωση, ακόμα και εκείνα τα λίγα λεπτά, η λεπτότητα και η ευγένειά του.

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2008

Το "Τρίτο Στεφάνι" του Κώστα Ταχτσή στο Τρίτο Πρόγραμμα...


Ένα πολύ ευχάριστο νέο έμαθα από τον συν-blogger μάκη σήμερα το πρωί. Όπως ανακοινώθηκε στο E-TETRADIO, το blog της στήλης "Τετράδιο" της Ελευθεροτυπίας, το Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΑ, και συγκεκριμένα η εκπομπή Θεατρικές Ερμηνείες της Αιμιλίας Κτενά θα μεταδίδει από τη Δευτέρα 25 Αυγούστου τη ραδιοφωνική προσαρμογή του γνωστού μυθιστορήματος του Κώστα Ταχτή Το τρίτο στεφάνι, στην οποία συμμετέχει η Ρένα Βλαχοπούλου.

Πρόκειται για μια ηχογράφηση που έγινε στο Τρίτο Πρόγραμμα το 1978, όταν δηλαδή ήταν διευθυντής του ο Μάνος Χατζιδάκις. Η Σμάρω Στεφανίδου ερμήνευσε τον ρόλο της Εκάβης και η Ρένα Βλαχοπούλου τον ρόλο της Νίνας. Η διασκευή και η σκηνοθεσία ήταν του Γιώργου Παυριανού.

Έχω μεγάλη περιέργεια να ακούσω τη Ρένα Βλαχοπούλου σ' αυτή την εκπομπή γιατί, για να είμαι ειλικρινής, δεν μπορώ να φανταστώ πώς τα κατάφερε. Δεν μπορώ, δηλαδή, να τη φανταστώ να διαβάζει ένα κείμενο μπροστά στο μικρόφωνο του ραδιοφώνου. Ήταν συνήθως "ατίθαση" στη σκηνή και δεν πειθαρχούσε εύκολα σε κείμενα, και η ανάγνωση/ερμηνεία ενός ρόλου (και μάλιστα ενός τόσο πυκνού κειμένου όπως είναι το Τρίτο στεφάνι) σ΄αυτές τις συνθήκες δεν ήταν κάτι που της ταίριαζε ιδιαίτερα.

Επιπλέον, υπάρχει ένα ντοκουμέντο που δείχνει ότι ο ίδιος ο Ταχτσής μάλλον δεν ήταν πολύ ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα ή, τουλάχιστον, από την παρουσία της Βλαχοπούλου. Στο βιβλίο Συγγνώμην, εσείς δεν είσθε ο κύριος Ταχτσής; που επιμελήθηκαν ο Θανάσης Θ. Νιάρχος και ο Κώστας Σταμάτης για τις εκδόσεις Πατάκη το 1993, υπάρχει η παρακάτω φωτογραφία από τις πρόβες καθώς και ένα ιδιόχειρο σχόλιο του Κώστα Ταχτσή:





"Εκτρωματική", λοιπόν, η Γεωργία Βασιλειάδου και γι' αυτό ο ρόλος της Εκάβης δόθηκε στη Σμάρω Στεφανίδου. "Ηλιθία" όμως κι η Ρένα Βλαχοπούλου που "έμεινε δυστυχώς"... Ο Ταχτσής ήταν ιδιόρρυθμος άνθρωπος αλλά, πέρα από αυτό, σαν δημιουργός είχε σίγουρα δικαίωμα να εφράσει τη γνώμη του.

Ίσως η αμεσότητα και η επιθεωρησιακότητα του λόγου του Ταχτσή (πχ διαβάστε εδώ ένα σχετικό κείμενο που έγραψε ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης) ή ο μικροαστικός χαρακτήρας των ηρωίδων του να οδήγησαν τον Γιώργο Παυριανό στην επιλογή λαϊκών ηθοποιών όπως ήταν η Βλαχοπούλου και η Βασιλειάδου για αυτούς τους ρόλους (ας θυμηθούμε επίσης ότι το Τρίτο στεφάνι μεταφέρθηκε το 1995 και στην τηλεόραση, με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα, από τον Γιάννη Δαλιανίδη έναν σκηνοθέτη που συνδέθηκε άρρηκτα με το μικροαστικό στοιχείο και που, άλλωστε, διαμόρφωσε ως ένα βαθμό και την κινηματογραφική περσόνα της Βλαχοπούλου). Μένει να ακούσουμε κι εμείς αυτή την εκδοχή του Τρίτου στεφανιού, για να κρίνουμε... Από την ερχόμενη Δευτέρα, 25 Αυγούστου, λοιπόν, στις 5 το απόγευμα, συντονιστείτε στο Τρίτο Πρόγραμμα.

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2008

Γιάννης Σπάρτακος

Στις 31 Ιουλίου σημπληρώθηκαν 7 χρόνια από τον θάνατο του συνθέτη και πιανίστα Γιάννη Σπάρτακου. Ο Γιάννης Σπάρτακος υπήρξε ο βασικότερος συνεργάτης της Ρένας Βλαχοπούλου στην πρώτη δεκαετία της καριέρας της και διαμόρφωσε σε πολύ μεγάλο βαθμό το ρεπερτόριό της και τον τρόπο ερμηνείας της.
Γιάννης Σπάρτακος:
ένας γόης του ελαφρού τραγουδιού


Το ξεκίνημα

Ο Σπάρτακος γεννήθηκε το 1914. Το πραγματικό του όνομα ήταν Σπάρτακος-Ιωάννης Αναστασίου αλλά τελικά, για χάρη της πρώτης συζύγου του όπως έλεγε, μετονομάστηκε σε Γιάννης Σπάρτακος. Στα έξι του χρόνια ξεκίνησε τις σπουδές του στο πιάνο ενώ, έφηβος, στα 14, άρχισε να κερδίζει χρήματα συνοδεύοντας στο πιάνο τις προβολές βουβών ταινιών σ’ έναν κινηματογράφο της οδού Μαυρομιχάλη. Στα χρόνια του ’30 ξεκίνησε επίσημα την καριέρα του σαν πιανίστας στα βαριετέ και τα καμπαρέ της εποχής («καμπαρέ» ονόμαζαν τότε τα κέντρα στα οποία σύχναζε ο καλός κόσμος για να απολαύσει τραγουδίστριες όπως η Σοφία Βέμπο και η Δανάη). Οι πρώτες του επιτυχίες στα χρόνια του ’30 ήταν το θρυλικό «Θα γυρίσεις ξανά» με τη Βέμπο (ο πρώτος της δίσκος στην Columbia και η πρώτη της πολύ μεγάλη επιτυχία), το «Τι κι αν κλαις, τι κι αν πονάς» με τη Δανάη και η «Πιτσιρίκα» με το Τρίο Βάμπαρη (τραγούδι που απέκτησε πολεμικούς στίχους μετά την κήρυξη του πολέμου).

Η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Γιάννης Σπάρτακος στην Αμερική

Το καλοκαίρι του ’40 ο Σπάρτακος εργάζεται ως πιανίστας και μαέστρος στό βαριετέ «Όασις» και γνωρίζει τη Ρένα Βλαχοπούλου. Προσέχει αμέσως τη φωνή της και σχεδιάζει να συνεργαστεί μαζί της, αλλά ο πόλεμος θα χαλάσει τα σχέδιά του. Τα καλλιτεχνικά περιοδικά της εποχής μιλούν για τον στρατιώτη Σπάρτακο Αναστασίου που βρίσκεται στο μέτωπο όπως και άλλοι καλλιτέχνες της εποχής (ο Μιχάλης Σουγιούλ, ο Γιώργος Οικονομίδης...).

Στα χρόνια της Κατοχής
Στην Κατοχή συνεχίζει την καριέρα του και κάποια στιγμή, τη σεζόν 1942-43, συναντιέται ξανά με τη Ρένα Βλαχοπούλου, στο θέατρο «Πάνθεον» της οδού Πανεπιστημίου (απέναντι από το «Ρεξ», δεν υπάρχει πια...). Εκεί ανεβάζουν επιθεωρήσεις ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος με πρωταγωνιστές τους Μάνο Φιλιππίδη, Μαρίκα Κρεββατά, Μαρίκα Νέζερ και ο Σπάρτακος γράφει τη μουσική τους μαζί με τον Μιχάλη Σουγιούλ και διευθύνει την ορχήστρα. Η επιτυχία που γνωρίζει με τη Ρένα είναι πρωτοφανής. Ο κόσμος και ο τύπος της εποχής αποκαλούν αρχικά τον Σπάρτακο «Βασιλιά της Τζαζ» ενώ πολύ σύντομα δίνουν και στη Ρένα τον τίτλο της «Βασίλισσας της Τζαζ». Η νεολαία της Αθήνας διασκεδάζει με τους μοντέρνους ρυθμούς της ορχήστρας Σπάρτακου, η τζαζ γίνεται μόδα και εμφανίζονται ορχήστρες τζαζ σε όλα τα θέατρα.


Η Ρένα Βλαχοπούλου σε φωτογραφία από το θέατρο "Πάνθεον"
τη σεζόν 1942-43. Μαζί της το "Τρίο Μουτσάτσος".
Αρχηγός του
τρίο ήταν ο Φώτης Πολυμέρης που
διηγήθηκε στον Αρτέμη Μάτσα
ότι ήταν
τόσο μεγάλη η επιτυχία της Βλαχοπούλου στο "Πάνθεον"
που κάποτε έκανε 13 "αυλαίες", επανήλθε δηλαδή στη σκηνή
για να
χειροκροτηθεί 13 φορές!


Το ρεπερτόριό τους αποτελείται αρχικά από τα ιταλικά τραγούδια τζαζ που διασκευάζει ο Σπάρτακος και ελληνοποιούν με τους στίχους τους οι Σακελλάριος-Γιαννακόπουλος: «Νάνι-Νάνι» (“Dormi Bambina”), «Βρέχει, πόσο μ’ αρέσει όταν βρέχει» (“Piove”) και «Το Μπουμπούκι που ‘χεις βάλει στα μαλλιά», όλα μεγάλες επιτυχίες με τη φωνή της Ρένας Βλαχοπούλου. Στη συνέχεια γράφουν και οι έλληνες συνθέτες τις δικές τους τζαζ επιτυχίες: ο Σπάρτακος γράφει το «Όταν σκοτεινιάζει», τα «Όνειρα κοριτσιών», «Ένα φιλάκι να σου ‘δινα», που τα λανσάρει η Ρένα, αλλά και το «Αγάπη μου πού να ‘σαι», «Το φιλί που χτες μου έδωσες στο στόμα», που τα πρωτοτραγούδησε η Ηρώ Χαντά με την οποία ο Σπάρτακος ήταν τότε ερωτευμένος (ο Θόδωρος Κρίτας θυμάται στο βιβλίο του Τα πρώτα χρόνια τη Χαντά να ανεβαίνει στη μοτοσικλέτα του Σπάρτακου και να διασχίζουν αγκαλιασμένοι την οδό Πατησίων ως το τέρμα της, όπου ήταν το σπίτι της ηθοποιού), και άλλα. Ακολουθούν ο Κώστας Καπνίσης με το «Γελάς», ο Γ. Καρδαμης με το «Όλοι μας ζηλεύουνε», ο Γιώργος Μυρογιάννης με τα «Μάτια κανακάρικα» (τα δυο τελευταία ερμήνευσε πρώτη η Ρένα Βλαχοπούλου, που παράλληλα με τον Σπάρτακο συνεργάστηκε και με άλλους συνθέτες εκείνα τα χρόνια).
Τα θέατρα παρουσιάζουν επιθεωρήσεις με τίτλους όπως Τζαζ ή Στον ρυθμό της τζαζ, η νέα μόδα σατιρίζεται και στα νούμερα και πολύ σύντομα η ορχήστρα τζαζ προβιβάζεται και ανεβαίνει επί σκηνής: το καλοκαίρι του 1943 ο θίασος Ηρώς Χαντά-Μίμη Κοκκίνη παρουσιάζει την επιθεώρηση Τα ίδια Παντελάκη μου στο θέατρο «Περοκέ». Το ίδιο καλοκαίρι η Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδάει τζαζ στην επιθεώρηση Ακουαρέλες που ανέβασε ο Βασίλης Αργυρόπουλος στο θέατρο «Λυρικόν» και τα κείμενα του Ασημάκη Γιαλαμά σατιρίζουν την ίδια την τραγουδίστρια του θιάσου αλλά και τον επιτυχημένο μαέστρο του αντίπαλου «Περοκέ» (που, από ό,τι φαίνεται γνώριζε μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία από το «Λυρικόν»):
Σε κάποιο γειτονικό θέατρο υπάρχει
ένα δανδής μαέστρος εν εξάρσει
Και δίπλα του οι ηθοποιοί κομπάρσοι!



Ο Μίμης Κοκκίνης, η Ηρώ Χαντά και η ορχήστρα
Γιάννης Σπάρτακου επί σκηνής στο "Περοκέ"

Την επόμενη σεζόν ο Σπάρτακος γίνεται πλέον συνθιασάρχης: θίασος Ηρώς Χαντά-Γιάννη Σπάρτακου στο θέατρο «Μοντιάλ». Σύντομα όμως οι επιχειρηματίες καταλαβαίνουν ότι βασικός πόλος έλξης στα θέατρα αποτελεί η τραγουδιστική εμφάνιση των Σπάρτακου-Βλαχοπούλου, οπότε σιγά-σιγά «καταργούν» τους... κομπάρσους, δηλαδή τον υπόλοιπο θίασο και τα σκηνικά και δίνουν προτεραιότητα στο ντουέτο: στο Σινέ Νιους (το «Άστορ» της οδού Σταδίου), μετά την προβολή των επικαίρων ανοίγει η αυλαία και παρουσιάζεται πρόγραμμα βαριετέ με λίγα νούμερα και πολλή... τζαζ μουσική με το «βασιλικό» τζαζ ντουέτο και την ορχήστρα του Σπάρτακου. Η επιτυχία είναι τεράστια, ο κόσμος συρρέει μαζικά και σύντομα στις καθιερωμένες δύο παραστάσεις προστίθεται μια τρίτη, πρωινή! Μάλλον ο κόσμος που συρρέι ελάχιστα ενδιαφέρεται για τα επίκαιρα, τα μορφωτικά φιλμάκια και τα «Μίκυ Μάους» που γράφει η διαφήμιση της εποχής. Αυτό που μετράει είναι ο Σπάρτακος και η «βασίλισσά του...

Η τζαζ-μανία ικανοποιεί και τους ιταλούς κατακτητές (αφού ιταλικά τραγούδια, έστω και διασκευασμένα στα ελληνικά, φαίνεται να εδραίωσαν τη μόδα αυτή) αλλά και τους Έλληνες (για τους οποίους η τζαζ μουσική αποτελεί ένα είδος σύνδεσης με την Αγγλία και την Αμερική μέσα από τις εκπομπές που ακούν παράνομα από τους ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς και τρέφει τις ελπίδες τους για τη λευτεριά με την επέμβαση των συμμάχων...). Αν και από κάποιους αμφισβητήθηκε το πόσο τζαζ ήταν τελικά όλη αυτή η τζαζ μουσική (ο Μίμης Πλέσσας, που μετά τον πόλεμο δημιούργησε το δικό του τζαζ κουαρτέτο, θεωρούσε πως τότε, στα χρόνια της Κατοχής, ο κόσμος «μπέρδευε» την ελαφρά μουσική με τη τζαζ), κρίνοντας από τις παρτιτούρες της εποχής και τις μεταγενέστερες ηχογραφήσεις (δυστυχώς δεν σώθηκε τίποτα από τις εκπομπές του Σπάρτακου και της Βλαχοπούλου στο κατοχικό ραδιόφωνο) μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι πράγματι μιλάμε για τζαζ μουσική, μάλλον πιο κοντά στα jazz standards τύπου Tin Pan Alley και όχι στη μουσική της Νέας Ορλεάννης, αλλά πάντως τζαζ! Ο Κώστας Μυλωνάς γράφει πως το "καινούριο που φέρνει ο Σπάρτακος στο τραγούδι είναι η μουσική μεταγλώττιση της αμερικανικής τζαζ στα ελληνικά μέτρα". Δημιουργεί, με άλλα λόγια, "ένα ιδίωμα που στέκεται στο μεταίχμιο της αμερικάνικης και της ελληνικής μουσικής νοοτροπίας" (Ιστορία του Ελληνικού Τραγουδιού, τόμος 1, εκδ. Κέδρος, 1984).


Στο Σινέ Νιους, στις αρχές του ’44, ο Σπάρτακος θα παρουσιάσει τη μεγάλη επιτυχία «Θα σε πάρω να φύγουμε»: στίχοι Αλέκος Σακελλάριος-Δημήτρης Ευαγγελίδης, ερμηνεία Ρένα Βλαχοπούλου. Όπως διηγούνταν ο ίδιος, του έδωσαν οι δυο συγγραφείς τους στίχους και εμπνεύστηκε τη μελωδία πάνω στο τραμ, καθώς πήγαινε στο σπίτι του. Η μεγάλη απήχηση του κομματιού αποδεικνύεται από τις απανωτές εκδόσεις που πραγματοποιεί το «μουσικό τεμμάχιον» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαϊτάνου (και μιλάμε πάντα για την Κατοχή...). Το τραγούδι θα ηχογραφηθεί από πολλούς/ές μετά τον πόλεμο, θα ξεπεράσει, όπως θα δούμε, τα σύνορα της Ελλάδας, ενώ κάποια στιγμή, όπως αναφέρει ο Κώστας Μυλωνάς στην Ιστορία του ελληνικού τραγουδιού (εκδ. Κέδρος), γίνεται ιδιαίτερα δημοφιλές στον χώρο της αριστεράς, όπου οι στίχοι παραλάσσονται: «Θα σε πάρω να φύγουμε, μακριά στη Ρωσία»...



Η μεγάλη περιοδεία
Κάποια στιγμή φεύγουν οι Γερμανοί, έρχονται οι Άγγλοι και το κοινό της Αθήνας μπορεί πλέον ελεύθερο να διασκεδάζει με αμερικανικά σουίγκ (αλλά και ελληνικά όπως το «Δέκα μέρες σ’ έχω χάσει» που γράφουν ο Σπάρτακος και ο Σακελλάριος και δοξάζει η Ρένα Βλαχοπούλου). Το καλλιτεχνικό ντουέτο χωρίζει για λίγο καιρό (η Ρένα εμφανίζεται κυρίως σε θέατρα με άλλες ορχήστρες και ο Σπάρτακος σε βαριετέ) αλλά ξανασμίγει στα μέσα του ’46 για να ξεκινήσει μια μεγάλη περιοδεία. Τον Ιούλιο του ’46 γνωρίζουν πρωτοφανή επιτυχία στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια πηγαίνουν στην Αίγυπτο (με εξίσου μεγάλη επιτυχία), στη Μέση Ανατολή (στο κοινό τους και ο Σάχης της Περσίας!) και από εκεί στην Αμερική, όπου θα μείνουν για τρία χρόνια.

Υπογράφουν συμβόλαιο με το περίφημο ατζέντη Lou Leslie που αποφασίζει να παρουσιάσει ένα show σε θέατρο του Broadway με επικεφαλής το ντουέτο «Rena and Spartacus». Φαίνεται όμως πως ο άλλοτε ατζέντης της της Lena Horne δεν είναι πλέον ικανός να βρει τους χρηματοδότες που απαιτούνται αλλά, έχοντας ερωτευτεί τη Βλαχοπούλου, δεν θέλει να τα παρατήσει. Οι πρόβες συνεχίζονται χωρίς να φαίνεται φως στον ορίζοντα, οι δυο καλλιτέχνες σπαταλούν όσα χρήματα είχαν κερδίσει στη Μέση Ανατολή και κάποια στιγμή ο Σπάρτακος ζητάει (επεισοδιακά...) από τον Leslie το συμβόλαιο, το σκίζει και με ένα νέο ατζέντη ξεκινούν την περιοδεία τους σε πολιτείες της Αμερικής, λιγότερα φιλόδοξα πλέον αλλά με ικανοποιητική επιτυχία. Δεν εμφανίζονται μόνο σε ελληνικές παροικίες, όπως άλλοι έλληνες καλλιτέχνες που επισκέπτονται την Αμερική, αλλά και σε αμερικανικά κέντρα, cocktail lounge και jazz clubs. Ένα πρόγραμμα που έχει φτάσει στα χέρια μου μας αποκαλύπτει το ρεπερτόριό τους: τραγούδια του Σπάρτακου (που προφανώς η Ρένα τα έλεγε στα ελληνικά), αλλά και τραγούδια αμερικανικά (πχ. του Irving Berlin—άλλωστε τα αμερικανικά δημοσιεύματα της εποχής αποκαλούσαν τον Σπάρτακο «Έλληνα Irving Berlin»), ισπανικά, γαλλικά και φυσικά το ιταλικό «Piove» («Βρέχει»). Υπάρχει ακόμα ένα spiritual, το «Motherless Child».

Μπορεί τα σχέδια για εμφάνιση στο Broadway να μην ευοδώθηκαν, ωστόσο ο Σπάρτακος γεύτηκε τη διεθνή επιτυχία όταν κάποια στιγμή, ενώ βρίσκονταν στο αυτοκίνητό του με τη Ρένα ταξιδεύοντας για κάποιο σταθμό της περιοδείας τους στην Αμερική, άκουσαν το «Θα σε πάρω να φύγουμε» να εκτελείται από την ορχήστρα του Xavier Cugat. Ο Σπάρτακος είχε από καιρό δώσει την παρτιτούρα σε κάποιον ατζέντη, χωρίς να περιμένει πολλά, και το τραγούδι μετονομάστηκε σε «Greek Bolero» για να ακολουθήσει τη δική του καριέρα στις ορχήστρες όλου του κόσμου (η ηχογράφηση του Cugat αλλά και η ηχογράφηση του Jan August περιέχονται στο τριπλό CD 70 χρόνια Γιάννης Σπάρτακος που περιλαμβάνει τα άπαντα του συνθέτη στις 45 και 33 στροφές).

Μετά την Αμερική
Τον Αύγουστο του 1951 η Ρένα Βλαχοπούλου αποφασίζει να επιστρέψει στη Ελλάδα αλλά ο Σπάρτακος παραμένει λίγους μήνες ακόμα. Θα γυρίσει στις αρχές του ’52, αλλά σύντομα θα φύγει και πάλι για μια νέα περιοδεία, αυτή τη φορά στην Ευρώπη, έχοντας για παρτενέρ του το διάσημο «αηδόνι της Χιλής», τη Ροζίτα Σεράνο, με την οποία ήταν ζευγάρι και στη ζωή. Και σ’ αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρουμε ότι πάρα πολύς κόσμος υποστήριζε ότι ο Σπάρτακος και η Βλαχοπούλου ήταν εκτός από καλλιτεχνικό και «κοινό» ζευγάρι (οι αθηναϊκές εφημερίδες στα χρόνια του ’40 μετέφεραν τις φήμες που κυκλοφορούσαν στα καλλιτεχνικά παρασκήνια όταν έφταναν οι φωτογραφίες από την περιοδεία τους στις οποίες οι δυο νέοι πόζαραν δίπλα-δίπλα στον φακό, πράγμα όχι ιδιαίτερα συνηθισμένο τότε στην Ελλάδα). Κάποιοι λέγανε μάλιστα ότι υπήρξε και γάμος στην Αμερική! Ωστόσο και οι δυο καλλιτέχνες διέψευδαν αυτή τη φήμη μέχρι το τέλος της ζωής τους και έτσι κλείνουμε το θέμα εδώ... Η περιοδεία με τη Σεράνο ολοκληρώνεται το 1957 και ο Σπάρτακος επιστρέφει στην καλλιτεχνική ζωή της Αθήνας. Εμφανίζεται στα «Αστέρια», το αριστοκρατικό κέντρο της κοσμικής Αθήνας, και κοινό του είναι η υψηλή κοινωνία, ο Ωνάσης με την Κάλλας (ο Ωνάσης μάλιστα τον έπαιρνε ως πιανίστα στα ταξίδια που έκανε με τη θαλαμηγό του).

Η Ροζίτα Σερράνο, το αηδόνι της Χιλής
(που έδωσε το όνομά της και στη γνωστή πάστα...)


Στις 23 Αυγούστου του 1957 τα Νέα γράφουν πως η Ρένα Βλαχοπούλου επισκέφτηκε το κέντρο στο οποίο εμφανίζεται ο Σπάρτακος «Για πρώτη φορά, ύστερα από δέκα χρόνια, η Ρένα Βλαχοπούλου συνηντήθη προχθές σε κοσμικό κέντρο των Αθηνών με τον άλλοτε συνεργάτη της συνθέτην Σπάρτακο και ετραγούδησε παλαιές των επιτυχίες». Η τζαζ δεν είναι πια τόσο δημοφιλής όσο στα χρόνια του ’40, η Ρένα Βλαχοπούλου έχει ήδη ξεκινήσει μια νέα καριέρα ως ηθοποιός στο θέατρο και το σινεμά, αλλά η έκτακτη αυτή συνάντηση θα θυμίσει πολλά στις Αθηναίες και τους Αθηναίους από τα χρόνια που το ασυναγώνιστο ντουέτο χαλούσε κόσμο στα θέατρα της κατοχικής Αθήνας.

Βλαχοπούλου-Σπάρτακος και πάλι μαζί στην Αθήνα,
έπειτα από δέκα και πλέον χρόνια...


Δυο χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβρη του 1959, η Βλαχοπούλου και ο Σπάρτακος θα συνεργαστούν για τελευταία φορά σε κέντρο, στη θρυλική «Χαβάη» της Θεσσαλονίκης, στη διάρκεια της ΔΕΘ. Την ίδια χρονιά ο Σπάρτακος θα ηχογραφήσει για πρώτη (!!) φορά δίσκο με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Μπορεί να ήταν αχώριστοι για μια δεκαετία περίπου, αλλά αφενός οι εταιρίες δίσκων ήταν κλειστές τα χρόνια του πολέμου, αφετέρου στην Αμερική δεν φρόντισαν να ηχογραφήσουν δυστυχώς τίποτα και έτσι η πρώτη δισκογραφική αποτύπωση της συνεργασίας τους έρχεται μόλις στα 1959. Η Ρένα τραγουδάει στη μια πλευρά το «Τι κρίμα αγάπη μου» σε στίχους Αιμίλιου Σαββίδη (τραγούδι που είχε υποβάλει ο Σπάρτακος στο Α΄ Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού τη χρονια εκείνη αλλά απορρίφθηκε—έγινε δεκτό όμως το «Εσένα» που τραγούδησε ο Γιάννης Βογιατζής και απέσπασε το τρίτο βραβείο, τη χρονιά που ο Μάνος Χατζιδάκις και η Νάνα Μούσχουρη άλλαζαν το μουσικό τοπίο της χώρας κερδίζοντας το πρώτο βραβείο με το «Κάπου υπάρχει αγάπη μου», ενώ η Ρένα Βλαχοπούλου τραγούδησε το «Είσαι η άνοιξη κι είμαι ο χειμώνας» των Κώστα Καπνίση-Θάνου Σοφού που δεν διακρίθηκε). Στην άλλη πλευρά του δίσκου η παλιότερη επιτυχία του Σπάρτακου, σε στίχους Κώστα Πρετεντέρη, «Κάποιο ρεφραίν», μεγάλη επιτυχία της Ροζίτα Σεράνο στις περιοδείες τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τον Σπάρτακο, τη μέρα της ηχογράφησης η Ρένα είχε 39,5 πυρετό!

Προς το τέλος
Στα χρόνια που ακολουθούν το ελαφρό τραγούδι παίρνει την κατιούσα. Ο Σπάρτακος θα πραγματοποιήσει άλλη μια περιοδεία στην Αμερική ενώ όσο βρίσκεται στην Ελλάδα έχει μια διακριτική παρουσία σε νυχτερινά κέντρα και ξενοδοχεία. Πότε μόνος του, ως πιανίστας, ή με τη συνοδεία κάποιου τρίο, επιμένει να ψυχαγωγεί τους φίλους και τις φίλες της μουσικής του. Κατά καιρούς τραγουδούν κοντά του αστέρια του ελαφρού τραγουδιού: η Νάντια Κωνσταντοπούλου, η Κλειώ Δενάρδου, η Άντζελα Ζήλια, η Βέτα Προέδρου αλλά και η πρωτοεμφανιζόμενη Λήδα Χαλκιαδάκη.. Παράλληλα ασχολείται με τη δισκογραφία που δυστυχώς δεν φρόντισε καθόλου τον καιρό που περιόδευε. Γυρίζει μερικά 45άρια με τις κατοχικές του επιτυχίες που τραγουδούν τώρα η Ζωή Κουρούκλη, η Γιοβάννα και η Αλέκα Κανελλίδου. Επίσης γυρίζει, πλαισιωμένος από τα ρυθμικά τρίο του, τρεις δίσκους 33 στοφών με ορχηστρική μουσική: τραγούδια δικά του αλλά και άλλων συνθετών, ελληνικών και ξένων, που καταγράφουν τη μοναδική του δεξιοτεχνία ως πιανίστα. Το 1983 κυκλοφορεί ένας δίσκος 33 στροφών για να γιορτάσει τα 50 χρόνια του συνθέτη: τραγουδούν τις παλιές του επιτυχίες σε νέα ενορχήστρωση του Κώστα Κλάββα οι Μαρινέλλα, Τάνια Τσανακλίδου, Κώστας Χατζής, Μπέσυ Αργυράκη και Δάκης.

Την επόμενη χρονιά, στις 12 και 13 Σεπτεμβρίου 1984 τα 50χρονα του Σπάρτακου γιορτάζονται πανηγυρικά με δυο sold-out συναλίες στο θέατρο του Λυκαβηττού. Παρούσα φυσικά και η Ρένα Βλαχοπούλου και ακόμα ο Γιάννης Βογιατζής, ο Δάκης, η Άντζελα Ζήλια και η Κλειώ Δενάρδου. Η συναυλία μαγνητοσκοπήθηκε, ευτυχώς, από την ΕΡΤ. Η Ρένα Βλαχοπούλου χειροκροτείται ιδιαίτερα καθώς τραγουδάει όλες τις κατοχικές επιτυχίες που της έγραψε ο Σπάρτακος αλλά και κάποιες από τις ιταλικές που είχε εξελληνίσει ο Αλέκος Σακελλάριος (πρόκειται, από όσο ξέρω, για τη μόνη καταγραφή του σλόου «Νάνι-νάνι» αλλά και του δημοφιλέστατου «Μπουμπουκιού»). Τραγουδάει επίσης ένα καινούριο τραγούδι που έγραψαν και πάλι μαζί ο Σπάρτακος και ο Σακελλάριος, «Τα μάτια σου τα γαλανά». Δυστυχώς η συναυλία δεν έχει προβληθεί ολόκληρη εδώ και πολλά χρόνια. Κάποια αποσπάσματα προβλήθηκαν κατά καιρούς σε αφιερώματα στον Γιάννη Σπάρτακο, αλλά μόνον αποσπάσματα. Η ΕΡΤ δεν σκέφτηκε να την προβάλει ούτε όταν πέθανε ο Σπάρτακος ούτε φυσικά όταν πέθανε η Βλαχοπούλου.


Το εξώφυλλο του τριπλού CD που περιλαμβάνει
τα άπαντα του Σπάρτακου στις 45 και τις 33 στροφές


Μετά τη συναυλία ο Σπάρτακος συνέχισε να εμφανίζεται διακριτικά και αθόρυβα σε κάποια ξενοδοχεία και κέντρα, ενώ ο τελευταίος του δίσκος με τίτλο Τα καινούρια του Γιάννη Σπάρτακου κυκλοφόρησε το 1994. Βασική ερμηνεύτρια η Κρύσταλ αλλά ένα τραγούδι το ερμηνεύει ο ίδιος: «Σ’ αγάπησα για δεύτερη φορά» (στίχοι Σπάρτακου και Κώστα Κοφινιώτη). Συχνά-πυκνά εμφανιζόταν και στην τηλεόραση, ιδιαίτερα σε εκπομπές της κρατικής τηλεόρασης αλλά και του Seven-X. Πάντα καθισμένος σε ένα πιάνο, πάντα με όρεξη να αυτοσχεδιάσει και να «επικοινωνήσει με το κοινό του», όπως έλεγε ο ίδιος. Πραγματοποίησε την τελευταία του εμφάνιση λίγους μήνες πριν πεθάνει στο Συν και πλην της ΝΕΤ και εντυπωσίασε και πάλι με το πιάνο του. Πέθανε, πλήρης ημερών, στις 31 Ιουλίου 2001, από οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου. Την ώρα της ταφής του στο νεκροταφείο της Καλλιθέας, ο κόσμος τραγουδούσε το «Θα σε πάρω να φύγουμε...»

Αμετανόητος εραστής της τζαζ, της αμερικανικής μουσικής και των ξένων ρυθμών, δεν αγάπησε ποτέ το μπουζούκι και τη λαϊκή μας μουσική. Τον θυμάμαι πάντα στη συναυλία του Λυκαβηττού να χαίρεται επειδή μια εφημερίδα έγραψε πως η μουσική του είναι μια αποτοξίνωση από τα μπουζούκια, ενώ η Ρένα (που λάτρευε τη λαϊκή μουσική) του απαντάει «Ε, όλα χρειάζονται, Γιάννη μου, όλα...». Τη Ρένα τη λάτρευε. Δεν έχανε ευκαιρία να αναφερθεί σ’ αυτήν ως η «ιδανική, μοναδική ερμηνεύτρια των τραγουδιών μου». Σε μια συνέντευξη που έδωσε στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη (περιοδικό Δίφωνο, τ. 14, Νοέμβριος 1996) δήλωνε:
Να πούμε [για τη Ρένα Βλαχοπούλου], αλλά τι να πούμε; Από πού ν’ αρχίσουμε; Δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. [...] Η Ρένα είναι γέννημα-θρέμμα της μουσικής, είναι μέσα στις φλέβες της η μουσική. Έχει τη μουσική μέσα της. Όλο το σώμα της. Είναι full of music. Και αυτό το ταλέντο βέβαια την πλημμυρίζει, δεν υπάρχει αμφιβολία. Είχα την τύχη να μπορώ—γιατί είναι σαν πηλός—να την πλάσω και να την κάνω ό,τι θέλω. Ό,τι της δίδαξα, ό,τι της έμαθα, όχι μόνο τα έπαιρνε αμέσως, αλλά έβαζε και την προσωπικότητά της και τα έκανε ακόμη πιο νόστιμα από αυτό που ήθελα. Μιλώ για φράσεις μουσικές. Μαζί μου σπούδασε, μαζί μου ένιωσε την τζαζ.
Ντοκουμέντα...
Τι έμεινε λοιπόν για εμάς τους νεότερους από αυτή την εκρηκτική συνεργασία; Όπως είπαμε, τον πρώτο τους κοινό δίσκο οι δύο καλλιτέχνες τον ηχογράφησαν μόλις το 1959 («Τι κρίμα αγάπη μου» και «Κάποιο ρεφραίν»). Οι επόμενες ηχογραφήσεις τους πραγματοποιούνται το 1983, αλλά όχι για τη δισκογραφία. Εκείνη τη χρονιά ο Γιάννης Σπάρτακος και το ρυθμικό του τρίο παρουσίασαν μια σειρά εκπομπών στο κρατικό ραδιόφωνο. Ο Σπάρτακος πείθει (με πολύ κόπο, φαντάζομαι) τη Ρένα Βλαχοπούλου να συμμετάσχει σε μια από αυτές και να καταγραφούν έτσι κάποιες πολύτιμες ερμηνείες της σε δικά του τραγούδια αλλά και σε ξένα! Δεν γνωρίζω αν αυτή η εκπομπή σώζεται στα αρχεία της ΕΡΑ, πάντως σώζεται στο αρχείο του blogger desmich και στο κανάλι του στο youtube. Μπορούμε χάρη στον desmich λοιπόν να απολαύσουμε σήμερα τη Ρένα Βλαχοπούλου του '83 στις παλιές της επιτυχίες «Αγάπη μου πού να ‘σαι» και «Τι κρίμα αγάπη μου» αλλά και στα νέα τραγούδια "Σ' ένα ουίσκι" και «Τα μάτια σου τα γαλανά» (και τα δυο σε στίχους του Σακελλάριου, αργότερα εντάχθηκαν με παραλλαγμένους στίχους από τον Δημήτρη Ιατρόπουλο στον τελευταίο δίσκο του Σπάρτακου με την Κρύσταλ). Επιπλέον όμως ακούμε στην εκπομπή τη Ρένα Βλαχοπούλου να τραγουδά το «How Deep is the Ocean» του Irving Berlin αλλά και το «Les Feuilles Mortes/Autumn Leaves» (στη δίγλωσση βερσιόν που τραγουδούσε και η Edith Piaf! Σαφώς οι ηχογραφήσεις αυτές δεν μας παρουσιάζουν την τραγουδίστρια Ρένα Βλαχοπούλου στη χρυσή της εποχή, αλλά σίγουρα αποτελούν απόδειξη της τεχνικής της και της «χημείας» της με τον συνθέτη, ενώ μας δίνουν και μια ιδέα του ρεπερτορίου τους στα χρόνια των μεγάλων τουρνέ τους.

Έπειτα, υπάρχει η συναυλία στο Λυκαβηττό Ας δούμε τα τρία αποσπάσματα που έχω έχω καταφέρει να βρω ως τώρα. Στο πρώτο ο Αλέκος Σακελλάριος παρουσιάζει τη Ρένα Βλαχοπούλου που τραγουδάει το «Τι κρίμα αγάπη μου».


Στο δεύτερο απόσπασμα η Ρένα ερμηνεύει το «Όταν σκοτεινιάζει» και μαζί με τον Σπάρτακο τραγουδούν «Το φιλί που χτες μου έδωσες στο στόμα». Δυστυχώς η ποιότητα του ήχου δεν είναι πολύ καλή, ο ήχος της ορχήστρας χάνεται και οι ενορχηστρώσεις αδικούνται: ωστόσο έχουμε μια καλή μαρτυρία για τη σκηνική παρουσία του ντουέτου Σπάρτακος-Βλαχοπούλου, έστω και στα χρόνια της ωριμότητάς τους, έστω και με κάποια μικρά λαθάκια ή τεχνικές ατέλειες.


Τέλος, έχουμε το τελευταίο τραγούδι της βραδιάς που είναι, φυσικά, η μεγαλύτερη επιτυχία του ντουέτου, το «Θα σε πάρω να φύγομε».


Η καλύτερη όμως οπτικοακουστική καταγραφή της συνεργασίας τους έγινε ένα χρόνο μετά τη συναυλία του Λυκαβηττού, στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου Ρένα, τα ρέστα σου (η τελευταία κινηματογραφική εμφάνιση της Ρένας Βλαχοπούλου πριν επιδοθεί, δυστυχώς, στις βιντεοταινίες). Σ’ αυτή την ταινία ο Γιάννης Σπάρτακος συνοδεύει στο πιάνο αφενός τον Γιάννη Βογιατζή που τραγουδάει το «Σ’ ένα ουίσκι» (που πρωτοτραγούδησε η Ρένα στη ραδιοφωνική εκπομπή που προανέφερα και καταγράφτηκε σε δίσκο με τη φωνή της Κρύσταλ) και αφετέρου τη Ρένα Βλαχοπούλου στο «Αγάπη μου πού να ‘σαι». Απολαύστε τους:


Αλλά ας επιστρέψουμε στα δισκογραφημένα τραγούδια του Σπάρτακου με τη Βλαχοπούλου. Το 1985, ένα χρόνο μετά τη συναυλία του Λυκαβηττού και 41 χρόνια μετά την πρώτη εκτέλεση του «Θα σε πάρω να φύγουμε», έρχεται επιτέλους η στιγμή για τη Ρένα να τραγουδήσει για πρώτη φορά τη δική της επιτυχία σε δίσκο. Το τραγούδι δισκογραφήθηκε 4 φορές στις 78 στροφές στα χρόνια του ’50 από τους Πάνο Παπαθανασίου, Κίτσα Καζάκου, Ι. Φαρδή, Τέτο Δημητριάδη ενώ ακολούθησαν ηχογραφήσεις με τους Ελίζα Μαρέλλι, Φώτη Πολυμέρη, Άνζελα Ζήλια-Βασίλη Βλάχο και, τελευταία, με τη Μαρινέλλα. Αυτή θα ήταν ίσως η καλύτερη ηχογράφησή του, αν δεν υπήρχε ο Γιώργος Κατσαρός που έβαλε τη Ρένα Βλαχοπούλου στο studio για να ξανατραγουδήσει έξι παλιές της επιτυχίες σε νέα, δικιά του, ενορχήστρωση: πρώτο και καλύτερο το «Θα σε πάρω να φύγουμε», έστω και χωρίς το κουπλέ του, δίνει τον τίτλο σε ολόκληρο τον δίσκο (αν και υπάρχει και έκδοση του δίσκου με τον τίτλο Η αρτίστα) που είναι και η πρώτη προσωπική δουλειά της Ρένας Βλαχοπούλου στις 33 στροφές! Πρόκειται για μια υπέροχη εκτέλεση, με μια Βλαχοπούλου ώριμη, μεστή και εκφραστική, που τη συνοδεύει το σαξόφωνο του Κατσαρού και το πιάνο του Μάρκου Αλεξίου. Είναι κρίμα που δεν υπάρχουν άλλα τραγούδια του Σπάρτακου στον εξαίσιο αυτό δίσκο (πόσα να χωρέσουν όμως σε έναν μονό δίσκο; Θα ήμασταν πιο τυχεροί αν ήταν διπλός, όπως είχε αρχικά ανακοινωθεί...)

12 χρόνια μετά έρχεται η τελευταία δισκογραφική και, γενικότερα, καλλιτεχνική κατάθεση της Ρένας Βλαχοπούλου με τον δίσκο Η Ρένα τραγουδάει jazz που κυκλοφορεί από την FM Records σε παραγωγή του Μάκη Δελαπόρτα και ενορχήστρωση του Γιώργου Θεοδοσιάδη. Είναι η τελευταία ευκαιρία να καταγραφούν κάποιες επιτυχίες του Σπάρτακου με τη φωνή της Βλαχοπούλου και ως ένα βαθμό αυτό γίνεται: η Ρένα τραγουδάει το «Αγάπη μου, πού να ‘σαι;», το «Όταν σκοτεινιάζει» και, σε ντουέτο με τον Γιάννη Βογιατζή, «Το φιλί που χτες μου έδωσες στο στόμα». Επίσης τραγουδάει το θρυλικό «Βρέχει» («Piove»). Αυτά τα τέσσερα τραγούδια είναι και οι καλύτερες στιγμές της στον δίσκο που, κατά τα άλλα, περιέχει αμερικανικά τραγούδια (μεταξύ τους και κινηματογραφικές επιτυχίες) με ελληνικούς στίχους του Γιώργου Φραντζεσκάκη, τραγούδια που σίγουρα η Ρένα τα λέει όμορφα (παρά την κούραση και τη φθορά που διακρίνεται στη φωνή μιας τραγουδίστριας που έχει πλέον περάσει τα εβδομήντα), αλλά θα ήταν πολύ σημαντικότερο αν υπήρχαν περισσότερα τραγούδια από τη συνεργασία της με τον Σπάρτακο, είτε οι δικές του συνθέσεις είτε οι ιταλικές τους επιτυχίες. Σίγουρα οι αμερικανικές επιτυχίες που επιλέχτηκαν δεν πρόσθεσαν τίποτα περισσότερο στην έτσι κι αλλιώς περιορισμένη επιτυχία του δίσκου και, για άλλη μια φορά, έχουμε μια χαμένη ευκαιρία να περάσουν στην αθανασία, με όποιες ατέλειες λόγω της ηλικίας της, επιτυχίες της Ρένας όπως «Όνειρα κοριτσιών», «Δέκα μέρες σ’ έχω χάσει», «Ένα φιλάκι να σου ‘δινα», «Τόσα λόγια», «Νάνι-νάνι», «Το μπουμπούκι που ‘χεις βάλει στα μαλλιά»...



Βλαχοπούλου-Σπάρτακος στην παρουσίαση του δίσκου Η Ρένα τραγουδάει jazz
στο θέατρο "Μινώα". Μαζί τους
ο ενορχηστρωτής του δίσκου Γιώργος Θεοδοσιάδης


Πάντως ο Γιάννης Σπάρτακος έδωσε το «παρών» πρώτα στην τηλεοπτική παρουσίαση του δίσκου, σε μια εκπομπή του Πρωινού Καφέ που μεταδόθηκε ζωντανά από το σπίτι της Ρένας Βλαχοπούλου στις 31 Μαρτίου 1997 και, δυο βδομάδες αργότερα, στην επίσημη παρουσίασή του στο θέατρο «Μινώα», που ήταν και τελευταία εμφάνιση της Ρένας Βλαχοπούλου σε θεατρικό σανίδι (διαβάστε σχετικά εδώ). Ο Γιάννης Σπάρτακος ήταν εκεί για να απολαύσει την καλύτερη παρτενέρ του στις δικές του συνθέσεις και να δηλώσει πως η Ρένα ήταν το «κυριότερο κομμάτι της μουσικής μου δημιουργίας»...


(Πηγές φωτογραφιών:
Οι φωτογραφίες της Βλαχοπούλου και του Σπάρτακου από τα χρόνια της Αμερικής προέρχονται από το βιβλίο του Μάκη Δελαπόρτα Βίβα Ρένα (εκδ. Άγκυρα, 2002). Το πρόγραμμα του θεάτρου "Πάνθεον" από το βιβλίο του Γιώργου Τσάμπρα Μιχάλης Σουγιούλ: Ας ερχόσουν για λίγο (εκδ. Άγκυρα, 2005). Η φωτογραφία της Ρένας από το "Πάνθεον" από την αυτοβιογραφία Φώτης Πολυμέρης: Των αναμνήσεων η λιτανεία (εκδ. Άγκυρα, 2003). Η φωτογραφία της Ροζίτας Σεράνο από το CD Γιάννης Σπάρτακος: 70 χρόνια τζαζ. Η φωτογραφία της Χαντά και του Κοκκίνη από το βιβλίο Γιάννης Σπάρτακος: Μουσικές Σελίδες (εκδ. Πιανίσιμο-Αφουξενίδης, 1986). Η διαφήμιση του Σινέ Νιους από τον δίσκο Τα καινούρια του Γιάννη Σπάρτακου.
Οι υπόλοιπες φωτογραφίες και τα εξώφυλλα από το αρχείο μου...)