Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

Σοφία Βέμπο-Μίμης Τραϊφόρος


Ο Μάρτιος είναι μήνας θύμησης για ένα θρυλικό ζευγάρι του ελληνικού μουσικού θέατρου: Σοφία Βέμπο-Μίμης Τραϊφόρος. Δυο θυελλώδεις άνθρωποι που έζησαν μια θυελλώδη ζωή και καθόρισαν σε μέγιστο βαθμό τη φυσιογνωμία του μουσικού θεάτρου και του ελαφρού τραγουδιού. Και τους δυο τους θυμόμαστε τον Οκτώβριο, λόγω της ταύτισής τους με το πολεμικό τραγούδι του ’40. Αντιδρούμε όμως σ’ αυτή την άδικη—αν και σπουδαία—ταύτιση και, εφόσον η Βέμπο πέθανε στις 11 Μαρτίου του 1978 και ο Τραϊφόρος την ακολούθησε είκοσι χρόνια αργότερα, σαν σήμερα, στις 28 Μαρτίου του 1998, και επιπλέον εφόσον και οι δυο τους έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην καριέρα της Ρένας Βλαχοπούλου, επιβάλλεται τούτο το blog να τους θυμηθεί.

Σοφία Βέμπο
Η Σοφία Βέμπο γεννήθηκε το 1910 στην Καλλίπολη της Θράκης (αν και αμφισβητούνται τόσο το έτος όσο και ο τόπος γέννησης) αλλά μεγάλωσε στον Βόλο. Μετά από διάφορες δουλειές που έκανε ως νεαρή κοπέλα, ξεκίνησε την τραγουδιστική της καριέρα το 1933, αρχικά στο ζαχαροπλαστείο «Αστόρια» της Θεσσαλονίκης και αμέσως μετά στο θέατρο «Κεντρικόν» της Αθήνας. Το αληθινό της όνομα ήταν Μπέμπο, και ως Έφη Μπέμπο έγραψε τις πρώτες της σελίδες στην θεατρική και τραγουδιστική μας ιστορία. Πριν εμφανιστεί η Βέμπο οι τραγουδίστριες του ελαφρού τραγουδιού προέρχονταν από τον χώρο του λυρικού θεάτρου και οι ερμηνείες τους θύμιζαν τις οπερατικές ερμηνείες. Αν και τον δρόμο τον είχε προλειάνει η σπουδαία πολύπλευρη καλλιτέχνιδα Σωτηρία Ιατρίδου, η Βέμπο θεωρείται ουσιαστικά η πρώτη ελληνίδα ντιζέζ: τραγουδίστρια δηλαδή όχι μόνο με σπουδαία φωνή αλλά και με μεγάλη εκφραστικότητα. Αν και πολλές ντιζέζ είχαν μόνο μεγάλη εκφραστικότητα, η Βέμπο είχε πραγματικά και μια εξαιρετική φωνή, που δεν έμοιαζε με καμιά άλλη ως τότε: δεν ήταν σοπράνο, είχε αντίθετα μια βαθειά φωνή που ξένισε αρχικά και θεωρήθηκε «αντρική». Στις πρώτες της θεατρικές εμφανίσεις παρουσιαζόταν ως η «τσιγγάνα Έφη Μπέμπο»—αφενός γιατί η ίδια έδωσε την έμπνευση στη συνθέτρια Λόλα Βώτη να της γράψει «τσιγγάνικα» τραγούδια και αφετέρου γιατί η διαφορετικότητά της έπρεπε να πάρει έναν χαρακτηρισμό εξωτικό...

Πολύ σύντομα θα αρχίσει η δισκογραφική της καριέρα, που θα την κάνει γνωστή σε όλο το πανελλήνιο, πριν ακόμα αρχίσει να περιοδεύει και πριν αρχίσει να λειτουργεί ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών που θα βάλει τη φωνή της στα σπίτια όλης της Ελλάδας. Κατακτά την πρώτη θέση στο μουσικό θέατρο και το τραγούδι—θέση που τη μοιράζεται μόνο με τη Δανάη Στρατηγοπούλου. Οι δυο τους έχουν εντελώς διαφορετικές καταβολές (η Δανάη κατάγεται από λόγιο περιβάλλον και έχει σπουδάσει μουσική, η Βέμπο από πιο λαϊκή οικογένεια και είναι αυτοδίδακτη) και τελικά θριαμβεύουν και σε διαφορετικούς χώρους: η Βέμπο με συνοδεία ορχήστρας στις σκηνές των θεάτρων και η Δανάη με την κιθάρα της στην πίστα και το βαριετέ. Υπήρξαν και κάποιες φήμες ότι τις χώριζε μια δήθεν αντιπαλότητα, ωστόσο αυτό δεν ήταν αληθές: «Μαρ’ συ;», έλεγε στη Δανάη η Βέμπο με τη χαρακτηριστική βολιώτικη προφορά της νιότης της, «Να ‘ρθω να με μάθεις τραγούδι;». Δεν πήγε ποτέ όμως και αυτό ίσως να στάθηκε η αιτία (μαζί βέβαια και με κάποια προσωπικά της προβλήματα που είχαν αντίκτυπο στην υγεία της) για τη φθορά της φωνής της που παρουσιάστηκε σχετικά σύντομα. Πάντως, οι δυο τους ήταν φίλες και η Δανάη τις έδωσε αρκετές σωστές συμβουλές που τη βοήθησαν στην καριέρα της.

Η Βέμπο θριαμβεύει στα χρόνια του μεσοπολέμου κυρίως με ταγκό που γράφουν για εκείνη συνθέτες όπως ο Κώστας Γιαννίδης («Αφήστε με να πιω», «Ζητώ να σε ξεχάσω», «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ο μόνος»), ο Μιχάλης Σουγιούλ («Κάτι με τραβά κοντά σου», «Άσε τον παλιόκοσμο να λέει»), ο Ιωσήφ Ριτσιάρδης («Χειμώνας») αλλά και με εξαιρετικά βαλς του Κώστα Γιαννίδη («Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα», «Κάποιο μυστικό»). Η βαθειά φωνή της δίνει την έμπνευση για «αμαρτωλά» τραγούδια όπως το «Πριν το κορμί μου το ποτίσει η κοκαΐνη, το ποτό και η βρωμιά», και ανατολίτικα όπως η «Ζεχρά», αλλά πολύ σύντομα θα πρωτοστατήσει (και θα την ακολουθήσουν και οι υπόλοιπες) στα δημοτικοφανή τραγούδια («Στη Λάρισα βγαίνει ο αυγερινός», «Ο Γιάννος κι η Παγώνα»).

Η προσφυγοπούλα
Το 1937-38 πρωταγωνιστεί στην πρώτη της ταινία, την Προσφυγοπούλα που γυρίζει ο Τόγκο Μιζράχι στην Αίγυπτο. Πρόκειται για μια από τις ταινίες της λεγόμενης αιγυπτιακής περιόδου του ελληνικού κινηματογράφου, που γυρίστηκαν στα υπερσύγχρονα τότε στούνιο του Καΐρου και λέγεται ότι οι περισσότερες από αυτές ήταν άρτιες τεχνικώς αλλά μετριότατες καλλιτεχνικώς. Βλέποντας την Προσφυγοπούλα σήμερα (φαίνεται ότι είναι η μόνη ταινία αυτής της περιόδου που διασώθηκε), μας δημιουργούνται ανάμεικτα συναισθήματα, αλλά πιστεύω ότι η ζυγαριά γέρνει προς τα θετικά. Μπορεί το σενάριο να είναι κοινότυπο και η σκηνοθεσία σχεδόν ανύπαρκτη, ωστόσο υπάρχουν αρκετά προτερήματα που την καθιστούν μοναδική. Πρώτα από όλα, είναι η πρώτη ελληνική ταινία με σύγχρονο ήχο και είναι ουσιαστικά η πρώτη οπτικοακουστική καταγραφή αυθεντικού φυσικού διαλόγου στην ελληνική γλώσσα (έστω και αν πρόκειται για διαλόγους ενός σεναρίου). Έπειτα διασώζεται η παρουσία του μεγάλου πρωταγωνιστή της ελληνικής οπερέττας Μάνου Φιλιππίδη (πατέρα του Αντρέα Φιλιππίδη) που χάθηκε πρόωρα μετά τον πόλεμο. Ακόμα, έχουμε την πρώτη ολοκληρωμένη κατάθεση ελληνικής κινηματογραφικής μουσικής από τον σπουδαίο Κώστα Γιαννίδη (η μουσική επένδυσή του χαρακτηρίζεται από εξαιρετική ακρίβεια, συνέπεια και ευαισθησία). Και, τέλος, έχουμε τη νεανική παρουσία της μεγάλης Σοφίας Βέμπο. Αν και η φθορά του φιλμ παρουσιάζει κάπως αλλοιωμένη τη φωνή της, είναι ντοκουμέντα ανυπολόγιστης αξίας οι τραγουδιστικές της σκηνές (στις οποίες τραγουδάει ζωντανά, αφού το play back μάλλον δεν είχε... ανακαλυφθεί ακόμα!). Αλλά και στον υποκριτικό τομέα, η αυτοδίδακτη Βέμπο τα καταφέρνει μια χαρά.

Το 1940 αλλάζει για πάντα τη ζωή όλων των Ελλήνων. Αλλά είναι ιδιαίτερα σημαδιακό και για τη Σοφία Βέμπο. Αφενός θα γίνει η φωνή ενός ολόκληρου λαού τραγουδώντας τα πολεμικά τραγούδια που τη φέρνουν στην επικαιρότητα κάθε Οκτώβρη. Αφετέρου, θα ενώσει τη ζωή της με τη ζωή του Μίμη Τραϊφόρου και αυτό θα έχει θετικές συνέπειες για την καριέρα της και, μάλλον, αρνητικές για την προσωπική της ζωή.

Μίμης Τραϊφόρος
Ο Μίμης Τραϊφόρος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1912. Ήταν γόνος πολυμελούς οικογένειας και αγωνίστηκε σκληρά για να τη στηρίξει οικονομικά μέχρι να γίνει γίνει γνωστός στους καλλιτεχνικούς κύκλους ως ο νέος ανερχόμενος κονφερανσιέ του βαριετέ. Μετά τις σπουδές του στο Εθνικό Θέατρο προσπαθεί να ορθοποδήσει στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Μαθητής του μεγάλου Αττίκ και... απόφοιτος της «Μάντρας» του, ο Τραϊφόρος θα γίνει σύντομα ο πιο δημοφιλής κομφερανσιέ στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’30. Βασίλειό του είναι η περίφημη «Όασις» του Ζαππείου. Τα πλήθη συρρέουν να χειροκροτήσουν τα πρώτης τάξης νούμερα που εξασφαλίζει ο επιχειρηματίας Αντώνης Ζερβός, τα οποία όμως μπορούν να «εξαφανιστούν» αν δεν τα προλογίσει με θέρμη και με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο ο λαοφιλής Τραϊφόρος. Κάποιο βράδυ του Αυγούστου του 1940, ο Τραϊφόρος θα παρουσιάσει στο πολυπληθές κοινό του βαριετέ «μια θεοκουκλάρα που όταν την ακούς, νομίζεις ότι ακούς συναυλία αηδονιών: η Ρένα Βλαχοπούλου που μας ήρθε από την Κέρκυρα. Στο πιάνο θα τη συνοδέψει ο μαέστρος Μυρογιάννης. Στο σπίτι της το βράδυ θα τη συνοδέψω εγώ!». Το λογοπαίγνιο αυτό ποτέ δεν έγινε πραγματικότητα (η Βλαχοπούλου ήταν ήδη παντρεμένη τότε) αλλά ξεκίνησε έτσι η συνεργασία των δυο καλλιτεχνών που στάθηκε σημαδιακή για τη Ρένα.

Ένα βράδυ στην «Όαση» ο Τραϊφόρος θα συγκρουστεί με τη Σοφία Βέμπο, που πήγε να παρακολουθήσει το πρόγραμμα. Έτσι, θα ξεκινήσει ανάμεσά τους μια κόντρα που θα σταματήσει με την κήρυξη του πολέμου, όταν Βέμπο-Τραϊφόρος συνεργάζονται για πρώτη φορά στις πολεμικές επιθεωρήσεις του θεάτρου «Μοντιάλ». Στον θίασο ανήκει και η νεαρή τραγουδίστρια Ρένα Βλαχοπούλου, η οποία δεν έχει χρήματα για να ράψει φόρεμα για τις εμφανίσεις της και γι’ αυτό της ράβουν ένα «άσπρο φόρεμα με ροζ δαντελίτσες» η Σοφία Βέμπο και η ηθοποιός Λίτσα Λαζαρίδου—το θυμόταν αυτό με ευγνωμοσύνη η Βλαχοπούλου μέχρι το τέλος. Με το νέο της φόρεμα λοιπόν η Κερκυραία τραγουδίστρια, που αποτελεί το «πουλέν» του Τραϊφόρου, τραγουδάει κάθε βράδυ τους πρώτους πολεμικούς στίχους που έγραψε ο μέχρι τότε κονφερανσιέ: «Πατρίδα, πατρίδα, Ελλάδα δοξασμένη, κανείς δεν θα σ’ αγγίξει τη γη την τιμημένη». Η Βέμπο προσέχει τους στίχους αυτούς και ζητά από τον Τραϊφόρο να της γράψει ένα πολεμικό τραγούδι πάνω στους στίχους της «Ζεχράς». Σε χρόνο ρεκόρ εκείνος της παραδίδει τον νέο εθνικό ύμνο των Ελλήνων, τα «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά», η Βέμπο γοητεύεται και αρχίζει ο ταραχώδης έρωτάς τους.

Ο Τραϊφόρος γράφει αδικαιολόγητα πολλά πολεμικά τραγούδια (οι εταιρίες δίσκων θέλουν να κερδίσουν χρήματα με όποιον τρόπο μπορούν...), κυρίως για τη φωνή της Βέμπο. Θα γράψει όμως και ένα για τη Ρένα Βλαχοπούλου που είχαμε την... ευτυχία να δισκογραφηθεί και να φτάσει στις μέρες μας («Πήγαινε κι όταν θα ‘ρθεις» σε μουσική του Κώστα Γιαννίδη). Η Βέμπο, η Βλαχοπούλου και όλες οι τραγουδίστριες τραγουδούν παντού: στο θέατρο, στο ραδιόφωνο, στα νοσοκομεία για τους τραυματίες. Κάνουν ό,τι μπορούν για να εμψυχώσουν τον άμαχο πληθυσμό. Δυστυχώς όμως οι νίκες του ελληνοϊταλικού πολέμου θα δώσουν τη θέση τους στη γερμανική εισβολή στη χώρα μας και τα πολεμικά τραγούδια του ’40 θάβονται με πικρία στη μνήμη των Ελληνίδων και των Ελλήνων. Η Βέμπο συνεχίζει να τραγουδάει στα αθηναϊκά θέατρα μέχρι το καλοκαίρι του ‘42 με πολλά προβλήματα. Οι κατακτητές κάνουν ό,τι μπορούν για να της απαγορέψουν να εμφανίζεται και να θυμίζει στο κοινό τις ένδοξες στιγμές της νίκης. Είναι πλέον φανερό ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει και να δουλεύει στην Αθήνα και έτσι καταφεύγει στη Μέση Ανατολή, όπου την ακολουθεί λίγο αργότερα ο Τραϊφόρος. Με βασικούς τους συνεργάτες τον συνθέτη Λεό Ραπίτη και την Αλίκη Βέμπο, το ζευγάρι παρουσιάζει αμέτρητες επιθεωρήσεις στην Αλεξάνδρεια και το Κάιρο και προσφέρει τα έσοδα στον ελληνικό στρατό. Θα παραμείνουν στην Αίγυπτο μέχρι και το 1946, ενώ η επιστροφή τους θα ξεσηκώσει θύελλα ενθουσιασμού στην καλλιτεχνική Αθήνα.

Στα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου η Βέμπο θα προσπαθήσει να δώσει το δικό της μήνυμα συμφιλίωσης συντασσόμενη όμως με την πλευρά του Εθνικού Στρατού. Αυτό δεν την εμποδίζει να έρθει σε κόντρα με τη Φρειδερίκη σχετικά με κάποιες φιλανθρωπικές κινήσεις υπέρ των στρατιωτών. Ηχογραφεί δυο επίκαιρα τραγούδια που κακώς οι σημερινοί ραδιοφωνικοί παραγωγοί μεταδίδουν κάθε Οκτώβρη (μια δραματική διασκευή του «Πού να ‘σαι τώρα»—για τα παιδιά που μετακινήθηκαν στις ανατολικές χώρες—και μια νέα εκδοχή του «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά» με τίτλο «Η φανέλα του Στρατιώτη»). Ωστόσο, αν πρέπει να θυμόμαστε κάποια ερμηνεία της από αυτά τα χρόνια είναι το «Κάνε κουράγιο, Ελλάδα μου», στο οποίο γίνεται αναφορά στους συμμάχους που «μας τα λέγαν κάθε βράδυ απ’ τα Λονδίνα τους»: ο στίχος αυτός θα ενοχλήσει τους Άγγλους και σύντομα το τραγούδι θα απαγορευτεί. Επανακυκλοφορεί έπειτα από λίγο καιρό με την αναπόφευκτη αναφορά στους «Γράμμους και τα Βίτσια» (εκδοχή που ευτυχώς ακούγεται σπανιότερα σήμερα).

Σύντομα η Βέμπο θα εγκαταλείψει τις εμφυλιακές διαμάχες και θα ταξιδέψει στην Αμερική, όπου τραγουδώντας για τους ομογενείς αλλά και για το αμερικανικό κοινό (αποσπά θριαυμβευτικές κριτικές για το ρεσιτάλ της στο Carnegie Hall) συγκεντρώνει χρήματα για να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο της όνειρο: ένα θέατρο που θα φέρει το όνομά της. Όσο η Βέμπο βρίσκεται στην Αμερική, ο Τραϊφόρος της γράφει το «Ας ερχόσουν για λίγο» που μελοποιεί ο Μιχάλης Σουγιούλ και τραγουδά μοναδικά η Δανάη, αλλά ταυτόχρονα μπαινοβγαίνει σε ερωτικές περιπέτειες που εξοργίζουν τη Βέμπο και αρχίζουν να επηρεάζουν την υγεία της.

Το θέατρο "Βέμπο"
Το όνειρο του θεάτρου «Βέμπο» γίνεται πραγματικότητα το καλοκαίρι του 1950. Η πρώτη επιθεώρηση που ανεβαίνει εκεί τιτλοφορείται Βίρα τις Άγκυρες και αλλάζει για πάντα την ιστορία του ελαφρού μουσικού θεάτρου καθώς η Βέμπο (μαζί με τον αδελφό της, Τζώρτζη Βέμπο, που αναλαμβάνει τα οικονομικά της επιχείρησης, μερικές φορές σε βάρος της υγείας και της προσωπικής ευτυχίας της αδελφής του) επενδύει πολλά χρήματα και ανεβάζει τον πήχυ για τους παραγωγούς του μουσικού θεάτρου—μόνον ο Βασίλης Μπουρνέλλης στο θέατρο «Ακροπόλ» μπορεί να τη συναγωνιστεί. Ο Σταμάτης Φασουλής θυμάται πάντα πόσο τον σημάδεψε αυτή η παράσταση, στην οποία η Βέμπο τραγουδούσε, μεταξύ άλλων, το πρώτο αρχοντορεμπέτικο τραγούδι της, τη θρυλική «Ταμπακέρα». Στα χρόνια του ’50 η Βέμπο θα τραγουδήσει κι άλλα θρυλικά αρχοντορεμπέτικα στις καλοκαιρινές επιθεωρήσεις του θεάτρου της («Χαράμι», «Χαστούκι», «Όλα ρημάδια»)—τους χειμώνες εξακολουθεί να περιοδεύει στην Ελλάδα και το εξωτερικό για να ενισχύει το ταμείο των θεατρικών επιχειρήσεων της οικογένειάς της.

Σ’ αυτή τη δεκαετία θα γυρίσει και δυο ακόμα ταινίες που θα διασώσουν για πάντα την επιβλητική της παρουσία. Στη Στέλλα του Μιχάλη Κακογιάννη θα αφήσει για πάντα το στίγμα της στον ρόλο της Μαρίας, της ιδιοκτήτριας του «Παράδεισου» όπου τραγουδάει η Στέλλα. Ως Μαρία τραγουδά δυο κορυφαία τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι: «Το φεγγάρι είναι κόκκινο» και, κυρίως, «Ο Μήνας έχει δεκατρείς» δείχνοντας πόσο ωραία μπορούσε να τραγουδήσει λαϊκή μουσική. Ήθελε πολύ να τραγουδήσει Τσιτσάνη, και κατάφερε να ηχογραφήσει μόνο ένα τραγούδι του, κι αυτό στην Αμερική, αφού οι ελληνικές δισκογραφικές εταιρίες δεν επέτρεπαν τότε να μπλέκονται «ελαφροί» και «ρεμπέτες». Και πέρα από το τραγούδι της όμως, είναι εντυπωσιακή η γενικότερη παρουσία της στη Στέλλα—χρωστάμε ευγνωμοσύνη στον Μιχάλη Κακογιάννη που την έπεισε να παίξει στην ταινία αυτή. Συντομότερη είναι η εμφάνισή της στη Στουρνάρα 288 του Ντίνου Δημόπουλου. Πρόκειται για μεταφορά της ομώνυμης θεατρικής επιτυχίας του θεάτρου «Βέμπο», όπου πραγματοποιεί μια γλυκύτατη εμφάνιση ως ηλικιωμένη τραγουδίστρια αλλά και μια πιο εντυπωσιακή ως σύγχρονη ντίβα του τραγουδιού. Το έργο αυτό ήταν μια επιτυχημένη προσπάθεια του Τραϊφόρου να ανανεώσει το επιθεωρησιακό είδος. Στη δεκαετία του ’50 γραφει και σκηνοθετεί αδιάκοπα εντυπωσιακές επιθεωρήσεις κυρίως αλλά και μουσικές ηθογραφίες που αποσπούσαν θερμές κριτικές και βραβεία.

Σε μια από αυτές τις επιθεωρήσεις του θεάτρου «Βέμπο» που τιτλοφορείται Διπλοπενιές, το καλοκαίρι του 1954, θα κάνει το υποκριτικό της ντεμπούτο η Ρένα Βλαχοπούλου, χάρη στην επιμονή του Μίμη Τραϊφόρου που διέκρινε το ξεχωριστό κωμικό της ταλέντο. Το νούμερο «Άλα πασά μου» απογειώνει την καριέρα της Ρένας Βλαχοπούλου (διαβάστε περισσότερα εδώ). Η κορυφαία Βέμπο καμαρώνει την Κερκυραία τραγουδίστρια και—πλέον και—ηθοποιό που μάλιστα ηχογραφεί δυο τραγούδια της («Σ' αγαπώ και μ' αρέσει η ζωή» και «Κάποιος, κάπου, κάποτε») ενώ, πράγμα σπάνιο για τη Βέμπο, ηχογραφεί κι εκείνη ένα τραγούδι της Ρένας, το «Ομόνοια Πλας». Η Ρένα Βλαχοπούλου συνεργάζεται ξανά με το θέατρο «Βέμπο» δυο χρόνια μετά, στην επιθεώρηση Ρωμιός (η Βέμπο επρόκειτο να εμφανιστεί στο έργο αυτό, αλλά οι περιοδείες της την κράτησαν τελικά στο εξωτερικό και έτσι η Βλαχοπούλου παρέμεινε η βασική τραγουδίστρια του Ρωμιού). Θα περάσουν 20 χρόνια μέχρι να εμφανιστεί ξανά η Ρένα Βλαχοπούλου στο θέατρο «Βέμπο», αλλά τότε πλέον η επιχείρηση θα έχει περάσει στα χέρια του Βαγγέλη Λιβαδά. Η Ρένα Βλαχοπούλου θα θυμάται όμως πάντα με γλύκα τη σπουδαία αυτή καλλιτέχνιδα και γυναίκα—και καλή μαγείρισσα, που πάντα έφερνε μεζέδες στον θίασο.


Γενικά η Βέμπο αγαπούσε πολύ τα μέλη των θιάσων της—με εξαίρεση τις νεαρές καλλιτέχνιδες που έμπλεκαν σε ερωτικές περιπέτειες με τον Τραϊφόρο. Βασικός συγγραφέας και σκηνοθέτης όλων των έργων που ανεβαζε το θέατρο «Βέμπο», ο Τραϊφόρος βρισκόταν συνεχώς περιτριγυρισμένος από πειρασμούς στους οποίους συνήθως ενέδιδε. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να παθαίνει συχνούς νευρικούς κλονισμούς η Βέμπο και να καταφεύγει στο αλκοόλ. Δεν δίσταζε μάλιστα να επιτεθεί στις νεαρές κοπέλες που διεκδικούσαν τον Τραϊφόρο—η Σπεράντζα Βρανά διηγείται σ’ ένα βιβλίο της πώς την έδειρε κάποια φορά που νόμιζε πως κάτι έτρεχε ανάμεσά τους, αλλά τελικά της ζήτησε συγνώμη. Η κατάσταση χειροτέρευε από τη συμπεριφορά του επιχειρηματία αδελφού της που επέμενε να ελέγχει τις καλλιτεχνικές της κινήσεις για να επωφελείται ο ίδιος. Η Βέμπο βρισκόταν πάντα διχασμένη ανάμεσα στην αγάπη της για τον Τραϊφόρο (τον λάτρευε παρά τις αταξίες του) και στην αγάπη για την οικογένειά της. Πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο για τη Βέμπο να νιώθει ότι ενώ για έναν ολόκληρο λαό ήταν σύμβολο μιας μεγάλης πολεμικής νίκης, στην πραγματικότητα πάλευε σε ενα περιβάλλον διαρκών συγκρούσεων που οδηγούσαν στην επιδείνωση της υγείας της. Ακούγοντας τις ηχογραφήσεις της από το 1957 ως το 1963, διαπιστώνει κανείς τη φθορά της φωνής της. Τραγούδια όπως το «Για σένα» του Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου ή τα «Κόκκινα φανάρια» του Μενέλαου Θεοφανίδη μας φέρνουν μια Βέμπο κουρασμένη αλλά πάντα εκφραστική και ευαίσθητη. Στα χρόνια του '60 αραιώνει τις εμφανίσεις της. Το θέατρό της που συνεχίζει να παρουσιάζει επιτυχημένες επιθεωρήσεις που γράφει πάντα ο Μίμης Τραϊφόρος (Γαργάλατα, Άλλος για το Καστρί, Η Αθήνα που έφυγε κι η Αθήνα που ήρθε) σε κάποιες από τις οποίες εμφανίζεται και η ίδια τραγουδώντας κουρασμένα αλλά γοητευτικά ποτ-πουρί των παλιών της επιτυχιών. Εξίσου γοητευτική είναι και σε ένα από τα τελευταία τραγούδια που ηχογράφησε στο τέλος της δεκαετίας του '60, το «Λίγο το φως του μα ακόμα δεν βασίλεψε, ο έρωτάς μας που κι ο έρωτας τον ζήλεψε» του Ζακ Ιακωβίδη. Σχεδόν αυτοβιογραφικοί στίχοι του Τραϊφόρου για τη σχέση του με τη Βέμπο. Όπως είχε δηλώσει ο βιογράφος και πιστός της φίλος Ανδρέας Μαμάης στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη, ο Τραϊφόρος επίσης τη λάτρευε, αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί στους πειρασμούς και αυτό την πλήγωνε όλο και περισσότερο. Μπορεί να ήταν σπουδαίος ποιητής (και μοναδική του μούσα η Βέμπο), ως σύζυγος όμως αποδείχτηκε ανάξιος της σπουδαίας αυτής γυναίκας.

Προς το τέλος
Στα χρόνια της δικτατορίας η Βέμπο πραγματοποιεί ελάχιστες εμφανίσεις, ανάμεσά τους και μια θριαμβευτική αποχαιρετιστήρια συναυλία στο «Παλαί ντε Σπορ» της Θεσσαλονίκης (τελικά εμφανίστηκε άλλες δυο φορές στο θέατρο μετά από αυτή τη συναυλία). Μια από αυτές τις εμφανίσεις όμως δεν της έκανε καλό: σε κάποια επέτειο της δικτατορίας κάνει το λάθος να συμμετάσχει, όπως και άλλοι/ες καλλιτέχνες/ιδες, σε μια χουντική φιέστα στο Καλλιμάρμαρο. Οι συνταγματάρχες θέλουν να εκμεταλλευτούν την ταύτισή της με το έπος του ’40 και τη βάζουν να τραγουδήσει το «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά» πλαισιωμένη από τσολιάδες, στο γνωστό κιτς πνεύμα που θα επικρατούσε σε ανάλογες εκδηλώσεις τα επόμενα έξι χρόνια. Αν και η ίδια δεν συμμετείχε ξανά σε αντίστοιχη φιέστα, η εμφάνιση εκείνη, μαζί με το πολεμικό τραγουδιστικό της προφίλ, οδήγησε σε άδικους συσχετισμούς της Βέμπο με τη χούντα και την άκρα δεξιά (σ’ αυτό συνέτεινε και το ότι ακροδεξιοί οπαδοί συχνά χρησιμοποιούσαν σε πολιτικές συγκεντρώσεις τους τραγούδια της—και πολεμικά και ερωτικά!). Άλλωστε υπήρξαν κι άλλοι καλλιτέχνες που έκαναν το σφάλμα να συμμετάσχουν στη φιέστα της πρώτης επετείου της δικτατορίας (ανάμεσά τους ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Βίκυ Μοσχολιού—οι δυο τους τραγουδούν έναν από τους «ύμνους» της χούντας που γράφτηκαν για την επέτειο—ο Γιώργος Ζαμπέτας, η Μαρινέλλα, η Ρένα Ντορ και, φευ, η Ρένα Βλαχοπούλου—αν και για τις δυο τελευταίες δεν το έχω ακόμα εξακριβώσει, και πρέπει να πω ότι στα σχετικά επίκαιρα που υπάρχουν στο Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο δεν εμφανίζονται σε κάποιο πλάνο) και για κάποιους/ες από αυτούς/ές φαίνεται ότι είναι πιο εύκολο να ξεχαστούν τα λάθη τους—προφανώς και λόγω πρότερου έντιμου βίου. Λίγα χρόνια αργότερα η Σοφία Βέμπο—που το θέατρό της έγινε στόχος επιθέσεων στην περιόδο των Ιουλιανών όταν με την επιθεώρηση Γαργάλατα είχε σαφώς πάρει θέση υπέρ του Γεωργίου Παπανδρέου—δεν θα διστάσει να συγκρουστεί με τον Πατακό και τους ανθρώπους του όταν προσπαθούν να επιβάλουν τη λογοκρισία τους. Και τελικά, στέκεται στο ύψος του ονόματος και της ιστορίας της με την ηρωική της στάση στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, όταν δεν διστάζει να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού της, στη συμβολή των οδών Στουρνάρη και Πατησίων, για να περιθάλψει δεκάδες τραυματισμένων φοιτητών/τριών που έντρομοι/ες καταφεύγουν εκεί. Από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Πολυτεχνείου το μήνυμα φτάνει παντού: «Στο σπίτι της κυρίας Βέμπο, Στουρνάρα 23, έχει στηθεί πρόχειρος σταθμός πρώτων βοηθειών»...

Μετά τη μεταπολίτευση η Σοφία Βέμπο ζει τα τελευταία χρόνια της ζωής της παρέα με τον Τραϊφόρο και με λιγοστούς/ές φίλους/ες, ταλαιπωρημένη σωματικά και ψυχολογικά. Η διάθεσή της βελτιώθηκε για λίγο καιρό όταν ανακοινώθηκε ότι επρόκειτο να γυριστεί ταινία με θέμα τη ζωή της, αλλά το σχέδιο ναυάγησε κι εκείνη βυθίστηκε ξανά στην κατάθλιψη. Μια τηλεοπτική εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού έχει διασώσει, ωστόσο, το ταμπεραμέντο και το κέφι της, ακόμα και σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια, όταν τραγουδάει για χάρη μαθητών/τριών στο σαλόνι του σπιτιού της (και με τη συνοδεία του Ανδρέα Μαμάη στο πιάνο) το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του» και τη «Χωριάτα». Πέθανε το ξημέρωμα της 11ης Μαρτίου 1978. Ο θάνατός της ανακοινώθηκε με έκτακτες εκδόσεις των εφημερίδων και στην κηδεία της, παρόλο που ήταν Καθαρά Δευτέρα, συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου για να αποθεώσει τη μοναδική αυτή γυναίκα και τραγουδίστρια στην τελευταία της αυλαία.

Μετά τον θάνατό της, ο Μίμης Τραϊφόρος ασχολήθηκε με συγκινητική αφοσίωση με την επανέκδοση των ηχογραφήσεών της και τη διατήρηση της μνήμης της. Κάποια στιγμή παντρεύτηκε την εξαιρετική τραγουδίστρια Κρύσταλ Τσίχλα και, όπως έγραφε η Δανάη Στρατηγοπούλου (κάποτε, όταν βρίσκονταν κι οι δυο στη Μάντρα του Αττίκ, παρά λίγο να δημιουργηθεί ειδύλλιο ανάμεσά τους), με τη νέα του γυναίκα νοσταλγούσαν διαρκώς την παλιά... Ο ίδιος ο Τραϊφόρος θυμόταν πάντα με αγάπη τη Ρένα Βλαχοπούλου που τους ένωσαν τόσες επιτυχίες και τόνιζε πάντα ότι η Βλαχοπούλου δεν ξεχνούσε πόσα του όφειλε για τα δυο της ντεμπούτα, το τραγουδιστικό και το υποκριτικό. Κάποια στιγμή θέλησε να του το ανταποδώσει και έτσι ζήτησε από τον Ηλία Μαροσούλη να καλέσει τον μεγάλο επιθεωρησιογράφο για να συμμετάσχει στη συγγραφή της επιθεώρησης που θα ανέβαινε στο «Δελφινάριο» το καλοκαίρι του 1983. Πράγματι ο Τραϊφόρος συνεργάζεται με τον Ναπολέοντα Ελευθερίου και τον Λάκη Μιχαηλίδη και διαπιστώνει ότι πλέον δεν μπορεί να εγκλιμαστιστεί στο νέο πνεύμα και ήθος της επιθεώρησης—ο τίτλος του έργου, Μας πρήξανε τα ούμπαλα, αρκεί για να το διαπιστώσει κανείς... Βλαχοπούλου και Τραϊφόρος συνεχίζουν να συναντιούνται και να επιβεβαιώνουν την αγάπη και την αλληλοεκτίμησή τους σε διάφορες τιμητικές εκδηλώσεις και πρεμιέρες μέχρι τα πρώτα χρόνια του ’90. Στη συνέχεια αντιμετωπίζουν κι οι δυο τους σοβαρά προβλήματα υγείας. Η Ρένα περιορίζεται στο σπίτι της και ο Τραϊφόρος βρίσκεται σε κάποιο οίκο ευγηρίας παραπονούμενος ότι τελικά οι παλιοί του συνεργάτες τον ξέχασαν. Ο πιστός υπηρέτης του θεάτρου και του τραγουδιού, σβήνει τα ξημερώματα της 28ης Μαρτίου 1998, μια μέρα μετά τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου.

Βίρα τις Άγκυρες
Το βράδυ της 28ης Μαρτίου 1998 βρέθηκα στο θέατρο «Κοτοπούλη-Ρεξ», όπου εκείνη τη σεζόν το Εθνικό Θέατρο παρουσίαζε το υπερθέαμα των Θανάση Παπαθανασίου-Μιχάλη Ρέππα και Σταμάτη Φασουλή Βίρα τις άγκυρες, παράσταση που τιμούσε την επιθεώρηση και τους ανθρώπους της. Ο τίτλος της παρέπεμπε στην ιστορική πρώτη παράσταση του θεάτρου «Βέμπο» που άλλαξε την ιστορία του είδους, ενώ δυο από τους χαρακτήρες του έργου παρέπεμπαν στο θρυλικό ζευγάρι Βέμπο-Τραϊφόρος: η τραγουδίστρια Σμάρω Μπιζάνη και ο σύζυγός της και συγγραφέας Μάκης Αλεβίζος. Τους δυο ρόλους έπαιξαν απολαυστικά η Νατάσα Μανίσαλη και ο Νίκος Γαροφάλλου. Ειδικά η Μανίσαλη, ως άλλη Βέμπο, γοήτευε το κοινό τραγουδώντας και σαρώνοντας με την πληθωρική της παρουσία τη σκηνή του «Ρεξ». Εκείνο το βράδυ του Μαρτίου δεν έγινε, βέβαια, καμιά αναφορά στον θάνατο του Τραϊφόρου πριν από την παράσταση, ωστόσο στη σκηνή που η Μπιζάνη/Μανίσαλη/Βέμπο μεταμορφώνεται από τραγουδίστρια της «Ζεχρά» με ανατολίτικη φορεσιά σε τραγουδίστρια του «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά» με παραδοσιακή ελληνική φορεσιά ο κόσμος χειροκρότησε αυθόρμητα, αποτίοντας έτσι έστω και εν αγνοία του φόρο τιμής στον συγγραφέα, ποιητή και στιχουργό. Μπορεί όλος εκείνος ο πατριωτισμός του ’40 να είναι ξεπερασμένος και αδικαιολόγητος σήμερα, ωστόσο η ενθουσιώδης αντίδραση του κοινού όσες φορές είδα την υπέροχη εκείνη παράσταση (αντίδραση που επαναλαμβανόταν και λίγα λεπτά αργότερα με την εμφάνιση ανταρτών στη σκηνή) δείχνει ότι στη συνείδηση του κοινού η παρουσία της Βέμπο, με τη βοήθεια και των στίχων του Τραϊφόρου, είναι καταλυτικά δεμένη με μια σημαντική στιγμή της ελληνικής ιστορίας.

Η Βέμπο γνώρισε την πλατιά αποδοχή όχι μόνο από το μεγάλο κοινό αλλά και από τους/τις συναδέλφους της και τους ανθρώπους της τέχνης γενικότερα. Όλοι/ες μίλησαν και μιλούν με καλά λόγια για εκείνη, από τον Μανώλη Καλομοίρη, τον Αττίκ και τη Δανάη, μέχρι τον Βασίλη Τσιτσάνη, τη Δήμητρα Γαλάνη και τη Μαρινέλλα. Οι δυο τελευταίες τραγούδησαν τραγούδια της και σε δίσκους και σε ζωντανές εμφανίσεις. Η Μαρινέλλα μάλιστα αφιέρωσε έναν ολόκληρο δίσκο της στα τραγούδια της Βέμπο, ενώ η Δήμητρα Γαλάνη μαζί με τη Χαρούλα Αλεξίου τής αφιέρωσαν δυο εξαιρετικές συναυλίες που πραγματοποιήθηκαν στο Ηρώδειο τον Ιούνιο του 2006, στο πλαίσιο του ανανεωμένου Φεστιβάλ Αθηνών, με την επιμέλεια της Λίνας Νικολακοπούλου. Οι πιο πρόσφατες επανεκτελέσεις τραγουδιών της Βέμπο έγιναν από τη Δήμητρα Γαλάνη («Σε μισώ» των Θ. Παπαδόπουλου-Α. Σακελλάριου-Χρ. Γιαννακόπουλου, τραγούδι που η Γαλάνη πρωτοτραγούδησε στο Ηρώδειο και έκλεψε την παράσταση μαζί με τον «Άνθρωπό μου» που ερμήνευσε εντυπωσιακά η Χαρούλα Αλεξίου) και από τον Δώρο Δημοσθένους («Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα» των Κ. Γιαννίδη-Β. Σπυρόπουλου-Π. Παπαδούκα»).

Ωστόσο, το αφιέρωμα αυτό θα ήθελα να το ολοκληρώσω με τους υπέροχους στίχους που έγραψε για τη Βέμπο ο Ηλίας Κατσούλης. Τους μελοποίησε ο Νότης Μαυρουδής και τους τραγούδησε με ευαισθησία ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας στον δίσκο Carte Postale. Ο Κατσούλης κατάφερε να μπει βαθιά μέσα στην ψυχή της Βέμπο και να δώσει ανάγλυφα αυτό που μάλλον συνέβαινε μέσα της τα τελευταία χρόνια της ζωής της: από τη μια ο απόηχος μιας ένδοξης ταύτισης με το έθνος και τον πόλεμο του '40, από την άλλη η αληθινή Σοφία κρυμμένη στο βάθος του χρόνου, να χαμογελά θλιμμένη, αναλογιζόμενη τις αμέτρητες μάχες της προσωπικής της ζωής και τις ατυχίες της...
Άρωμα από δάφνη
Στη νύχτα πάλι χάνεται η μέρα
καπνός σε ασημένια ταμπακέρα
Φλερτάρουν δυο ποτήρια στο τραπέζι
κι εγώ παλιό ραδιόφωνο που παίζει.

Τριαντάφυλλο λικέρ στο μπουκάλι
στων ματιών σου μεθάω τη ζάλη
κι απ' το βάθος του χρόνου κρυμμένη
η Σοφία γελάει δακρυσμένη...

Επέτειος του σαράντα στο σχολείο
Ελλάδος παρελθόν και μεγαλείο.
Γιορτές σαν μουσική στο ίδιο τέμπο
μα πάντα μένει ροκ μόνο η Βέμπο.

Σε ένα άρωμα πικρό από δάφνη
η ψυχή μου ρωτάει κι όλο ψάχνει
αν η τύχη γεννά ατυχία
κι αν η δόξα σημαίνει ευτυχία.

Από παλιό ραδιόφωνο εκπέμπω
τραγούδια με το αίσθημα της Βέμπο
γεμίζει από έρωτα το σπίτι
Γιαννίδη, Τραϊφόρο και Ραπίτη.

Τριαντάφυλλο λικέρ στο μπουκάλι
στων ματιών σου μεθάω τη ζάλη
κι απ' το βάθος του χρόνου κρυμμένη
η Σοφία γελάει δακρυσμένη...


ΠΗΓΕΣ
Οι βιογραφίες της Σοφίας Βέμπο που έγραψαν ο Μίμης Τραϊφόρος και ο Ανδρέας Μαμάης.

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

Αφιέρωμα στη Δανάη Στρατηγοπούλου στο νέο "Δίφωνο" που μόλις κυκλοφόρησε...


Από χτες βρίσκεται στα περίπτερα το τεύχος 159 του περιοδικού Δίφωνο με πλούσια ύλη και τρία καταπληκτικά CD (μια συλλογή τραγουδιών της Αρλέτας, το θρυλικό άλμπουμ Ζωντανοί στο Κύτταρο, και μια συλλογή τραγουδιών του Georges Brassens). Στο τεύχος αυτό υπάρχει μια απολαυστική συνέντευξη της Αρλέτας στον Αντώνη Μποσκοϊτη--η πρώτη συνέντευξη που έδωσε η Αρλέτα μετά τη σοβαρή περιπέτεια της υγείας της, από την οποία βγήκε ευτυχώς νικήτρια. Ακόμα θα διαβάσετε συνεντεύξεις των Μανώλη Λιδάκη και Παντελή Θαλασσινού (τους οποίους βλέπετε και στο εξώφυλλο) που μιλούν για τη νέα τους δισκογραφική συνάντηση αλλά και των Τάνιας Τσανακλίδου και Μάρθας Φριντζήλα που μιλούν για τις παραστάσεις που δίνουν με πολύ μεγάλη επιτυχία στο "Μετρό" (αυτόν τον καιρό μπορείτε να κάνετε κράτηση στο "Μετρό" για το τέλος Μαρτίου μόνο...). Υπάρχει επίσης μια συνέντευξη της Βικτωρίας Ταγκούλη και του Χρίστου Θεοδώρου, δυο εξαιρετικών παιδιών που γνωρίσαμε χάρη στη Σπείρα-Σπείρα και τον Σταμάτη Κραουνάκη. Μπορείτε να διαβάσετε και άλλες πολύ ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις της Αγαθής Δημητρούκα, του Γιώργου Καζαντζή και του Παντελή Αμπαζή, καθώς και μια πολύ ενδιαφέρουσα εργασία του Ηρακλή Οικονόμου (Μουσικά Προάστια) για τη συμπόρευση Ελλήνων ζωγράφων και μουσικών στα εξώφυλλα δίσκων.

Τέλος, στο τεύχος αυτό θα διαβάσετε ένα κείμενο που έγραψα για τη μεγάλη μας Δανάη Στρατηγοπούλου. Πρόκειται για ένα αφιέρωμα στη ζωή και το μουσικό έργο της Δανάης (λόγω έλλειψης χώρου γίνονται αναγκαστικά μόνο σύντομες αναφορές στο ποιητικό και το μεταφραστικό της έργο). Το κείμενο επρόκειτο αρχικά να συνοδεύεται και από μια συνέντευξη που μου παραχώρησε η κόρη της Δανάης, η σημαντική τραγουδοποιός και ποιήτρια Λήδα Χαλκιαδάκη, αλλά λόγω της επαναφοράς του παλιού, "μικρού" σχήματος του περιοδικού, χρειάστηκε να γίνει περικοπή της ύλης και η συνέντευξη δεν στάθηκε δυνατό να δημοσιευτεί. Ελπίζω όμως ότι σύντομα θα μπορέσω να σας την παρουσιάσω, γιατί η Λήδα έχει να μοιραστεί μαζί μας πολύτιμες αναμνήσεις από τη ζωή της με τη μητέρα της, τον πατέρα της Γιώργο Χαλκιαδάκη αλλά και τη θεία της, τη Μίρκα Στρατηγοπούλου, που έφυγε επίσης πριν από λίγες μέρες.
Να σημειώσω τέλος ότι το κείμενό μου για τη Δανάη συνοδεύεται από εξώφυλλα βιβλίων της Δανάης και "μουσικών τεμαχίων" από το αρχείο μου αλλά και από δυο σπάνια ντοκουμέντα που είχε την καλοσύνη να μου παραχωρήσει η Λήδα Χαλκιαδάκη (και δυστυχώς μαζί με τη συνέντευξη χάθηκε και η σχετική αναφορά στο όνομά της): μια οικογενειακή φωτογραφία της Δανάης με τον σύζυγό της Γιώργο Χαλκιαδάκη και τη Λήδα μωρό λίγων μόλις μηνών, καθώς και την πρώτη σελίδα από ένα βιβλίο που χάρισε η Δανάη στον σύζυγό της, στην οποία υπάρχει η ιδιόχειρη αφιέρωσή της στον Γιώργο Χαλκιαδάκη αλλά και ένα σχόλιο του Χαλκιαδάκη για τη... διακόσμηση της μικρής Λήδας στο εξώφυλλο του βιβλίου. Θέλω να ευχαριστήσω και από εδώ την κυρία Λήδα Χαλκιαδάκη για τα ντοκουμέντα αυτά και για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε. Και βέβαια να ευχαριστήσω το Δίφωνο που φιλοξενεί αυτό το αφιέρωμα και τον καλό φίλο και συν-blogger Αντώνη Μποσκοίτη που είναι ο βασικός υπεύθυνος για αυτή τη συνεργασία μου με το περιοδικό.

Έφυγε και η Μίρκα Στρατηγοπούλου

Στις 26 Φεβρουαρίου, ακριβώς 40 μέρες μετά το φευγιό της μεγάλης μας Δανάης Στρατηγοπούλου (18/1/2009), έφυγε, σε ηλικία 86 ετών, και η αδελφή της, η Μίρκα Στρατηγοπούλου, η οποία ζούσε τα τελευταία χρόνια στο Παρίσι.

Η Μίρκα Στρατηγοπούλου ήταν μια σπουδαία μουσική προσωπικότητα που δυστυχώς ελάχιστα γνωρίζουμε στην Ελλάδα. Σε εφηβική ακόμα ηλικία ξεκίνησε να τραγουδά πλάι στην κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερη αδελφή της. Με το ψευδώνυμο "Μίρκα Στρέη" ηχογράφησε γύρω στα δέκα τραγούδια, τα πιο πολλά σε ντουέτο με τη Δανάη ("Φεύγα αφού δεν μ' αγαπάς", "Χάιδω", "Μελαγχολία" κ.ά.). Μετά από αυτό το σύντομο πέρασμα από το ελαφρό ελληνικό τραγούδι, η Μίρκα Στρατηγοπούλου ακολούθησε πολύ πιο σοβαρά μονοπάτια στον χώρο της τέχνης. Παράλληλα με τις μουσικές της σπουδές (ήταν σπουδαία φλαουτίστα--έπαιζε flauta dulce), σπούδασε και χορό στη σχολή Νίκολς. Μετά τον πόλεμο βρέθηκε στη Χιλή όπου έζησε για 30 περίπου χρόνια. Όπως μας πληροφορεί η τραγουδοποιός και ποιήτρια Λήδα Χαλκιαδάκη, κόρη της Δανάης, η Μίρκα Στρατηγοπούλου δημιούργησε την έδρα Ρυθμολογίας στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της χιλής, στο Σαντιάγο. Επίσης, έπαιζε flauta dulce και viola da gampa στο Conjunto de musica antigua, μουσικό συγκρότημα που ήταν διάσημο στη Λατινική Αμερική και εμφανίστηκε μάλιστα και στο Ηρώδειο το 1965. Η Μίρκα Στρατηγοπούλου δημοσίευσε στη Χιλή μουσικολογικές μελέτες καθώς και μεθόδους εκμάθησης flauta dulce.


Η Μίρκα Στρατηγοπούλου (δεξιά) με τη Δώρα Βλαστού, συμμαθήτριά της στη σχολή Νίκολς: οι δυο τους παρουσίασαν, μεταξύ άλλων, και την "Ηχώ", ένα μικρό χορευτικό κομμάτι του Νίκου Σκαλκώτα.

Η Μίρκα στάθηκε η αφορμή να γνωρίσει η Δανάη Στρατηγοπούλου τη Χιλή και τον Πάβλο Νερούδα. Το 1966 η Δανάη επισκέφτηκε τη Μίρκα για πρώτη φορά στη Χιλή και έτσι γνώρισε από κοντά τον σπουδαίο ποιητή, ενώ την επόμενη χρονιά, μετά την κήρυξη της δικτατορίας, η Δανάη αυτοεξορίστηκε στη Χιλή και εκεί εργάστηκε με ζήλο για να προσφέρει απλόχερα τον λατινοαμερικάνικο πολιτισμό στην Ελλάδα (μέσα από τις μεταφράσεις της) αλλά και τον ελληνικό πολιτισμό στη Χιλή (μέσα από το διδακτικό της έργο στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο).

Οι δυο αδελφές μπορεί να ζούσαν χωριστά για πολλά χρόνια, αλλά επικοινωνούσαν τακτικά και νοιάζονταν η μια την άλλη. Είδα από κοντά την έγνοια της Δανάης για τη μικρούλα αδελφή της, πριν από λίγα χρόνια, όταν η Μίρκα, μια ευγενική γοητευτική κυρία με γκρίζα μαλλιά, επισκέφτηκε για τελευταία φορά την Ελλάδα. Η Δανάη εξέφρασε και ποιητικά την αγάπη της για τη Μίρκα στο ποίημά της "Η Μίρκα κι εγώ":

Έχει αδελφή η νύχτα; Δεν έχει. Γι' αυτό με ζηλεύει.

Η σορός της Μίρκας Στρατηγοπούλου θα φτάσει στην Αθήνα την Πέμπτη και από το Σάββατο 7 Μαρτίου οι δύο αδελφές θα αναπαύονται η μία πλάι στην άλλη στον οικογενειακό τάφο των Στρατηγόπουλων στο Α΄ Νεκροταφείο.

Αποχαιρετούμε τη Μίρκα Στρατηγοπούλου ακούγοντας τη Δανάη Στρατηγοπούλου να τραγουδά "Ξεκίνησα, Μίρκα, να 'ρθω να σε βρω", ένα αυτοβιογραφικό τραγούδι της Δανάης από τον δίσκο Danae canta a Neruda, ο οποίος κυκλοφόρησε στη Χιλή το 1972 και περιλαμβάνει οκτώ τραγούδια σε ποίηση Νερούδα και μουσική Δανάης και τέσσερα τραγούδια σε μουσική και στίχους της Δανάης.

Μόνο που τούτη τη φορά ξεκίνησε η Μίρκα για να 'ρθει να βρει τη Δανάη και να πορευτούν, αχώριστες πια, σε ένα "δρόμο μακρύ, δίχως άκρη".

Καλό τους ταξίδι.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

Έρωτες μιας άλλης εποχής...

Τέτοια μέρα που μας κατακλύζουν (χαζο)μηνύματα, (χαζο)διαφημίσεις, (χαζο)δώρα για τον έρωτα και τον άγιό του, εγώ βρίσκω την ευκαιρία να σας μιλήσω και πάλι για τη Ρένα Βλαχοπούλου και τους έρωτές της...

Βαθιά ερωτική γυναίκα, από ό,τι λένε όσοι/ες τη γνώριζαν καλά, τραγούδησε μοναδικά τον έρωτα σε όλη της την καριέρα και τον "κορόιδεψε" απολαυστικά αρκετές φορές στις ταινίες της μέσα από τους ρόλους μεγαλοκοπέλας που την καθιέρωσαν στο σινεμά--ρόλοι που συχνά είχαν μια πολύ ανθρώπινη και συγκινητική διάσταση, όταν συνειδητοποιούσε ότι εκείνη δεν την ήθελαν (Ζητείται επειγόντως γαμπρός, Ραντεβού στον αέρα), κάποιες φορές "ούτε στα ψέματα" (Κάτι να καίει).

Στην πραγματικότητα τη Ρένα Βλαχοπούλου την ήθελαν πολύ πολλοί! Αγαπήθηκε και αγάπησε πολύ, σε μια εποχή βέβαια που όλα αυτά γίνονταν πολύ πιο διακριτικά και τα έντυπα δεν κυνηγούσαν τις διασημότητες και δεν ασχολούνταν με τους έρωτές τους. Ή τουλάχιστον δεν ασχολούνταν τόσο όσο σήμερα.

Διότι σκαλίζοντας κατοχικές εφημερίδες, ανακάλυψα ότι ακριβώς πριν από 66 χρόνια, τον Φεβρουάριο του 1943, όταν ο Άγιος Βαλεντίνος ήταν κάτι άγνωστο στην Ελλάδα και όταν οι καλλιτεχνικοί έρωτες θα 'λεγε κανείς ότι δεν ήταν μια προτεραιότητα στην καθημερινότητα ενός βασανιζόμενου λαού, ένας τέτοιος έρωτας απασχόλησε την καλλιτεχνική στήλη της Βραδυνής.

Με ιδιαίτερην συγκίνησιν επληροφορήθησαν οι θεατρικοί κύκλοι την εξαφάνισιν γνωστοτάτης ντιζέζ η οποία κατέκτησε τελευταίως το Αθηναϊκόν κοινόν με τα ρυθμικά της τραγούδια και η οποία επανεμφανίσθη χθες από σκηνής μετά τριήμερον απουσίαν.

Λέγεται ότι η "βασίλισσα της τζαζ" απήχθη από τον νεαρόν υιόν αποθανόντος τραπεζίτου ο οποίος υπήρξε και εις εκ των ιδρυτών του Φαληρικού Ιπποδρόμου.

Ίσως βέβαια αυτές οι... δραστηριότητες να ήταν προνόμιο ανθρώπων που στην Κατοχή είχαν μια διαφορετική οικονομική άνεση, αλλά όπως και να 'χει, νομίζω ότι είναι ένα πολύ ενδιαφέρον δημοσίευμα που προφανώς αναφέρεται στη Ρένα Βλαχοπούλου, η οποία λίγο καιρό πριν είχε πάρει διαζύγιο από τον πρώτο της σύζυγο, τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Κώστα Βασιλείου, και λίγο καιρό μετά παντρεύτηκε τον δεύτερό της σύζυγο, τον τραπεζίτη Γιάννη Κωστόπουλο--γάμος που επίσης κατέληξε σε διαζύγιο λίγα χρόνια αργότερα.

Ο μεγάλος έρωτας της Ρένας Βλαχοπούλου αποδείχτηκε πως ήταν ο τρίτος της σύζυγος, ο υπέροχος Κύριος Γιώργος Λαφαζάνης, τον οποίο γνώρισε το 1965 και παντρεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 1967 (ο γάμος τους αποτέλεσε μεγάλο κοσμικό γεγονός της εποχής). Έμειναν μαζί αγαπημένοι ως το τέλος της ζωής της (2004). Ο Γιώργος Λαφαζάνης, ευγενέστατος και πνευματώδης επιχειρηματίας, τη φρόντισε με συγκινητική αφοσίωση και την προστάτεψε από κάθε ταλαιπωρία και αδιακρισία στα δύσκολα τελευταία χρόνια της. Του στέλνουμε την αγάπη μας και του ευχόμαστε να είναι καλά.



Ωστόσο, πριν από τον μεγάλο αυτόν έρωτα, η Ρένα Βλαχοπούλου είχε κι άλλους δεσμούς, αφού, όπως ομολογούσε ευθαρσώς στον Νίκο Χατζηνικολάου το 1994, "Αγάπησα και ξανααγάπησα και ξανααγάπησα, ήμουνα λίγο ρομαντική και ερωτιάρα..." Ένας μακροχρόνιος δεσμός της με κάποιον στρατιωτικό ("Με ζήλευε αφόρητα..." δήλωνε σε άλλες συνεντεύξεις της με τον απολαυστικό της τρόπο η ανεπανάληπτη Ρένα) είχε γίνει αρκετά γνωστός στο κοινό της Αθήνας και γι' αυτόν τον λόγο προφανώς ο συγγραφέας Δημήτρης Γιαννουκάκης τόλμησε να τον σχολιάσει στη σειρά των τετράστιχων "σατιρικών πορτραίτων" του που δημοσίευσε στην καλλιτεχνική στήλη των Νέων το 1956.
Τραγουδίστρια Κερκυραία
κι ενώ γύρω της μοιραία

τάγμα θαυμαστών υπάρχει
προτιμά τον... ταγματάρχη!
Με αυτές τις διακριτικές... αδιακρισίες μιας άλλης εποχής σας αφήνω να χαρείτε τους δικούς σας έρωτες, σήμερα και κάθε μέρα, όπως εσείς επιθυμείτε, διακριτικά ή... αδιάκριτα!

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

Μουσικό απόγιομα στην Κέρκυρα...

Πριν από λίγο καιρό, ανακάλυψα το blog Τα εφτάνησα που ανήκει στον Ντένη Κονταρίνη, κεφαλλονίτη δημοσιογράφο που μεγάλωσε στην Κέρκυρα και πλέον ζει στις ΗΠΑ. Ο κ. Κονταρίνης ήταν παρών στην πρώτη επαγγελματική εμφάνιση της Ρένας Βλαχοπούλου στην Κέρκυρα και κατέγραψε τις αναμνήσεις του από κείνη τη βραδιά σε ένα γλυκό κείμενο που, με την άδειά του, μεταφέρω από το blog του στο blog μου:

ΜΟΥΣΙΚΟ ΑΠΟΓΙΟΜΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ
Γιά την Ελλάδα η μουσική έχει γεννηθεί στην Κέρκυρα. Είναι ίσως το μόνο νησί , από τα υπόλοιπα του εφτανησιακού συγκροτήματος, που δέχτηκε γιά περισσότερα χρόνια την κατοχή των Ενετών και η πολιτιστική και καλλιτεχνική επίδραση ήταν καθοριστική.



Κείνη την εποχή που η Μοίρα, μου χάρισε την ευκαιρία να ζήσω γιά δεκαπέντε χρόνια στο νησί των Φαιάκων, δεν υπήρχε Κερκυραίος, που να μην είχε κάποια σχέση με την μουσική. Όλα τα παιδιά από την ηλικία των οκτώ ετών και πάνω θα έπρεπε να πάρουν μαθήματα μουσικής, να μάθουν κάποιο όργανο.



Από τούτον τον κανόνα δεν κατάφερα να ξεφύγω κι εγώ, όπου γιά κάποια χρόνια έπαιρνα μαθήματα βιολιού. Βέβαια Παγκανίνι δεν έγινα αλλά πολλές φορές δημόσια γρατσούνιζα τις χορδές προκαλώντας κάποιες ανατριχίλες. Γι΄αυτό και κάποια στιγμή το βιολί μπήκε σε κάποιο μπαούλο και από τότε αγνοείται η τύχη του.

Αυτή λοιπόν ήταν η μουσική κατάσταση στην Κέρκυρα κείνης της εποχής όταν κάποια μέρα ανακοινώθηκε ότι μιά νεαρή τραγουδίστρια, Κερκυραία, θα έκανε την εμφάνισή της στο καφενείο του Παπαφλωράτου, που βρισκόταν - και βρίσκεται ακόμη και σήμερα - στον ιστορικό δρόμο των Λιστών. Κομματάκι δύσκολο γιά μιά περιορισμένη κοινωνία κείνης της εποχής να βγει μιά κοπέλλα στο παλκοσένικο. Η Κέρκυρα όμως από μουσική παράδοση κάτι τέτοια τα ξεπερνούσε. Ήταν κάποια καλοκαιριάτικη Kυριακή του 1937-38 δεν θυμάμαι ακριβώς, που προγραμματίστηκε να γίνει αυτή η μεγάλη γιά την Κέρκυρα γιορτή. Μεγάλο το γεγονός, αφού τότε σε όλο το νησί, δεν είχαμε τίποτε άλλο από ένα κινηματογράφο και τα κονσέρτα που έδιναν οι δυό φιλαρμονικές τα καλοκαιρινά βράδυα στην εξέδρα της Απάνω Πλατείας.

Από νωρίς την Κυριακή λοιπόν η κίνηση ήταν μεγάλη στον χώρο που βρισκόταν το καφενείο του Παπαφλωράτου. Ο τόπος καθαρίστηκε, τραπέζια και καρέκλες απλώθηκαν, στήθηκε κι΄ένα μικρό παλκοσένικο στην άκρη της πλατείας Σπιανάδα. Μέσα στην πλατεία, όσοι ήθελαν να αποφύγουν τα έξοδα του καφενείου έφεραν τις δικές τους καρέκλες και τα σκαμνάκια τους και γέμισε ο χώρος από ένα πολύχρωμο και πολύβουο πλήθος.

Εμείς οι πιτσιρικάδες, ένα κοπάδι αμέτρητο, πιάσαμε προεδρικές θέσεις γύρω από το παλκοσένικο. Λόγω .....καλού χαρακτήρος όμως δεν μας άφησαν γιά πολύ εκεί. Όμως εμείς με κάποια τεχνάσματα καταφέρναμε πάντοτε να είμαστε όσο γίνεται πιό κοντά.

Όλοι περίμεναν με αγωνία. Και ήρθε η στιγμή. Πρώτα βγήκε η ορχήστρα, έπαιξε κάποια τραγούδια και μετά ανακοινώθηκε η εμφάνιση της τραγουδίστριας.



Η κοπέλλα που βγήκε ήταν μιά πολύ όμορφη δεσποινιδούλα. Ντυμένη απλά έμοιαζε να ζει την αγωνία της πρώτης εμφάνισης. Δεν φαινόταν πάρα πάνω από δεκάξη με δεκαεφτά χρόνων. Κάπως δειλή σαν γιά πρώτη φορά, υποκλήθηκε και άρχησε ένα ωραίο νοσταλγικό τραγούδι. Η φωνή της ήταν υπέροχη. Επιβλητική. Γεμάτη μελωδία. Σαν τέλειωσε το τραγούδι όλη η πλατεία, οι άνθρωποι που κάθονταν στα τραπεζάκια του καφενείου, ακόμη κι΄εμείς οι πιτσιρικάδες ξεσπάσαμε σε χειροκροτήματα και φωνές. Είπε κι΄άλλα τραγούδια η κοπέλλα. Και κάποια στιγμή όλοι εμείς τραγουδούσαμε μαζύ της και την χειροκροτούσαμε. Ήταν ένας θρίαμβος γι΄αυτήν. Μιά αποθέωση από ένα κοινό, που από παράδοση ήξερε να εκτιμάει το καλό τραγούδι. Ρένα Βλαχοπούλου την λέγαν κείνη την κοπέλλα.

Πέρασαν τα χρόνια. Νεαρός βρέθηκα στο χώρο του ελληνικού κινηματογράφου με την ειδικότητα του βοηθού σκηνοθέτη. Σε κάποια από τις ταινίες που γυρίζαμε βρήκα πρωταγωνίστρια τη Ρένα. Σ΄ένα διάλλειμα του γυρίσματος της θύμησα κείνο το καλοκαιρινό απόγιομα στην Κέρκυρα. Ξαφνιάστηκε. Μου έπιασε τα χέρια και με κοίταξε στα μάτια.

-Ήσουν εκεί; με ρώτησε.

Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Έμεινε σιωπηλή με τα μάτια χαμηλωμένα και τη σκέψη της χαμένη σε κείνη την πρώτη της εμφάνιση.

Οι φωτογραφίες της Ρένας προέρχονται από το βιβλίο Βίβα Ρένα των εκδόσεων Άγκυρα (2002).

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009

70 χρόνια Ελληνική Ραδιοφωνία στο Ζάππειο: η τελευταία σας ευκαιρία...

Τελευταία ευκαιρία για όσους/όσες θέλουν να επισκεφτούν ή να ξαναεπισκεφτούν την υπέροχη έκθεση με θέμα τα 70 χρόνια της Ελληνικής Ραδιοφωνίας που έστησαν με πολύ μεράκι οι άνθρωποι της ΕΡΤ τον Δεκέμβριο. Η επιτυχία της έκθεσης ήταν μεγάλη και έτσι η λειτουργία της παρατείνεται μέχρι και την Κυριακή 8 Φεβρουαρίου. Εάν δεν πήγατε ακόμα, σας συνιστώ να μην τη χάσετε.



Είναι μια μοναδική ευκαιρία να δείτε μηχανήματα από τα πρώτα χρόνια του ελληνικού ραδιοφώνου. Να κάνετε ένα γοητευτικό ταξίδι στην ελληνική ιστορία των τελευταίων 7ο χρόνων μέσα από πλούσιο φωτογραφικό υλικό αλλά και ηχητικά ντοκουμέντα που το συνοδεύουντα ακούτε από μια συσκευή ΜΡ3 που προμηθεύεστε στην είσοδο της έκθεσης. Μπορείτε να ακούσετε τον Ιωάννη Μεταξά, το διάγγελμα του Γεωργίου Παπανδρέου στην Απελευθέρωση, ντοκουμέντα από την περίοδο της δικτατορίας και πολλά ακόμα.



Εάν δεν σας τραβούν τα πολιτικά γεγονότα και προτιμάτε τις τέχνες, θα μείνετε επίσης ικανοποιημένοι, γιατί θα δείτε πλούσιο φωτογραφικό υλικό που αφορά θεατρικές και μουσικές εκπομπές της ραδιοφωνίας μας. Φωτογραφίες από ηχογραφήσεις θεατρικών έργων και εκπομπών λόγου--σε αρκετές περιπτώσεις έχετε ευκαιρία να ακούσετε στο ΜΡ3 απόσπασμα από την αντίστοιχη εκπομπή! Περισσότερα από 30 αποσπάσματα θεατρικών έργων, αλλά και δυο συγκινητικές ηχογραφήσεις της Μαρίκας Κοτοπούλη: στην πρώτη δίνει τις ευχές της για τα τρία χρόνια της εκπομπής Το θέατρο στο μικρόφωνο του Αχιλλέα Μαμάκη, ενώ στη δεύτερη μιλά για τον σεισμό της Κεφαλλονιάς, το 1953.



Θα δείτε επίσης αντικείμενα που χρησιμοποιούνταν στις ηχογραφήσεις των θεατρικών έργων (2 σκαλοπάτια για τον ήχο της σκάλας, πόρτα και παράθυρο για τα αντίστοιχα ηχητικά εφέ και αρκετά αντικείμενα ακόμα).



Αν προτιμάτε τις μουσικές εκπομπές, πάλι θα μείνετε ικανοποιημένοι/ες. Στο ΜΡ3 υπάρχουν ηχογραφήσεις με την ορχήστρα του ΕΙΡ (πχ. η Ευγενία Συριώτη τραγουδάει τον "Κυρ-Αντώνη" του Μάνου Χατζιδάκι), αποσπάσματα από συνεντεύξεις με ανθρώπους όλων των εποχών και ειδών της ελληνικής μουσικής (από την Τζίνα Μπαχάουερ και τον Χρήστο Χαιρόπουλο μέχρι τη Δήμητρα Γαλάνη και τη Δόμνα Σαμίου). Ακόμα θα ακούσετε αποσπάσματα από παιδικές εκπομπές (τη θρυλική "θεία Λένα" Αντιγόνη Μεταξά), αθλητικές εκπομπές αλλά και άλλα σπάνια αποσπάσματα: τον Οδυσσέα Ελύτη να κάνει δηλώσεις στο αεροδρόμιο της Στοκχόλμης λίγο πριν παραλάβει το Νόμπελ Λογοτεχνίας, θρυλικές εκπομπές με τον Γιώργο Οικονομίδη, τη "Νίνα" και τον "Νικολάκη", ραδιοφωνικά σίριαλ όπως η Πικρή μικρή μου αγάπη... Η αλήθεια είναι ότι αν θέλετε να ακούσετε και τα 199 αποσπάσματα που υπάρχουν στο ΜΡ3, πρέπει να παραμείνετε στο Ζάππειο γύρω στις 4 ώρες...



Στην έκθεση υπάρχουν πολλά εξώφυλλα από το περιοδικό Ραδιοπρόγραμμα (τον πρόγονο της Ραδιοτηλεόρασης) με φωτογραφίες αγαπημένων ηθοποιών και τραγουδιστών/τριών. Εξώφυλλα δίσκων και παρτιτούρες, αλλά και δίσκους με κομμάτια σελοτέηπ (που αχρήστευαν τους δίσκους που δεν ενέκρινε η λογοκρισία...). Θα δείτε ακόμα φωτογραφίες από τους τοπικούς σταθμούς της ΕΡΑ σε όλη την Ελλάδα και τέλος θα πάρετε μια γεύση από το ψηφιακό μέλλον, τις νέες τεχνολογίες του ραδιοφώνου...



Με την ευκαιρία της έκθεσης εκδόθηκαν δυο τόμοι που διατίθενται στο Ζάππειο, αλλά και σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία. Ο πρώτος τιτλοφορείται 70 χρόνια Ελληνική Ραδιοφωνία και αφορά αποκλειστικά το ραδιόφωνο. Στις σελίδες του θα βρείτε μεγάλο μέρος του υλικού που θα δείτε και στην έκθεση του Ζαππείου καθώς και τις γραπτές μαρτυρίες ανθρώπων που δούλεψαν στο ραδιόφωνο από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του μέχρι τα πιο πρόσφατα. Ο τόμος συνοδεύεται από ένα CD που περιέχει κάποια από τα αποσπάσματα που ακούτε και στο ΜΡ3 της έκθεσης αλλά και άλλα αποσπάσματα από το αρχείο της ΕΡΑ. Ο δεύτερος τόμος έχει τον τίτλο Ραδιοτηλεόραση: 40 χρόνια αποτυπώματα ραδιοφωνικής και τηλεοπτικής ιστορίας είναι ένα αφιέρωμα στα 2000 τεύχη της Ραδιοτηλεόρασης. Αν και είναι ακριβότερος από την έκδοση 70 χρόνια Ελληνική Ραδιοφωνία, είναι πολύ κατώτερός της. Τα στοιχεία που παρατίθενται σε διάφορες σελίδες του είναι ελλιπή και, κάποιες φορές, λανθασμένα ενώ αδικαιολόγητα μεγάλος αριθμός σελίδων απλώς αναδημοσιεύει αποσπάσματα από συνεντεύξεις ή παρουσιάζει τις ευχές γνωστών προσωπικοτήτων της πολιτικής, της τέχνης και των ΜΜΕ για το μέλλον της Ραδιοτηλεόρασης. Εφόσον γιορτάζονται τα 70 χρόνια της ΕΡΑ, θα έπρεπε η έκδοση να αφορά είτε το Ραδιοπρόγραμμα είτε να επικεντρώνεται περισσότερο στο ραδιόφωνο και λιγότερο στην τηλεόραση...

Αλλά ας αφήσουμε τις γκρίνιες και ας επιστρέψουμε στην αγαπημένη μούσα του blog. Η Ρένα Βλαχοπούλου είναι φυσικά "παρούσα" στον εορτασμό των 70 χρόνων Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Ας μην ξεχνάμε ότι η Ρένα από τα πρώτα χρόνια της καριέρας της τραγουδούσε σε εκπομπές του Ραδιοφωνικού Σταθμού και το αρχείο της ΕΡΑ έχει πολλά "διαμάντια" με τη φωνή της, ηχογραφήσεις τραγουδιών με τη συνοδεία της ορχήστρας ελαφράς μουσικής του ΕΙΡ (και μας χαρίζει κάθε τόσο ο Σιδερής Πρίντεζης μέσα από τις εκπομπές του στο "Δεύτερο"). Ένα από αυτά τα διαμάντια μάλιστα υπάρχει και στο CD που συνοδεύει τον τόμο 70 χρόνια ΕΡΑ: πρόκειται για μια σπάνια ηχογράφηση του τραγουδιού των Μίμη Πλέσσα-Βαγγέλη Γκούφα "Γελά γαλάζιος ουρανός" που ακουγόταν από τη φωνή της Ρένας Βλαχοπούλου στην ταινία Κορίτσια για φίλημα. Σ' αυτή την ηχογράφηση τη Ρένα συνοδεύει ο Γιάννης Βογιατζής και ο συνδυασμός των φωνών τους δίνει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα (να πούμε εδώ ότι το διαμάντι αυτό μας είχε προσφέρει εδώ και πολύ καιρό ο ανεξάντλητος desmich, αλλά η ηχογράφηση του CD της ΕΡΑ είναι καλύτερη).



Ρένα Βλαχοπούλου όμως υπάρχει και στο ΜΡ3 της Έκθεσης. Αρχικά μπορείτε να ακούσετε τον Γιάννη Σπάρτακο να μιλάει για την καριέρα του (άρα και για τη Ρένα) στη Σοφία Μιχαλίτση και την Έφη Μεταλλινού, ενώ υπάρχει ένα απόσπασμα και από τη ραδιοφωνική προσαρμογή του βιβλίο του Κώστα Ταχτσή Το τρίτο στεφάνι. Εκτός από το απόσπασμα, στην Έκθεση υπάρχει και μια φωτογραφία από τις δοκιμαστικές ηχογραφήσεις (παρούσα και η Γεωργία Βασιλειάδου) αλλά και η επιστολή που έγραψε ο ίδιος ο Ταχτσής σχετικά με την προσαρμογή αυτή (και πρωτοδημοσιεύτηκε τον περασμένο Σεπτέμβρη στην Athens Voice μαζί με το κείμενο του Παυριανού που αναδημοσιεύσαμε εδώ στο blog).



Και η φωτογραφία και η επιστολή βρίσκονται μέσα στον τόμο 70 χρόνια ΕΡΑ, μαζί με ένα κείμενο του Γιώργου Παυριανού (που ήταν ο διασκευαστής και σκηνοθέτης του ραδιοφωνικού Τρίτου στεφανιού). Ο Παυριανός θυμάται, με το γνωστό απολαυστικό του ύφος, τις εμπειρίες του στο Τρίτο Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι.



Ένα μέρος του κειμένου αφορά το Τρίτο στεφάνι και μπορούμε να πούμε ότι συμπληρώνει το κείμενο που είχε γράψει ο ίδιος τον Σεπτέμβρη για την Athens Voice. Αναδημοσιεύω ένα απόσπασμα που "λείπει" από το κείμενο της Athens Voiceκαι σίγουρα είναι σημαντικό να τη διαβάσουμε εδώ στο blog:

Σκέφτηκα τη Ρένα Βλαχοπούλου. Ο Ταχτσής την ήθελε και δεν την ήθελε. Ενημέρωσα τον Χατζιδάκι, η ιδέα του άρεσε, έπρεπε τώρα να βρεθεί η Εκάβη.

Είναι καλοκαίρι. Το "Τρίτο Στεφάνι" μεταδίδεται κανονικά, η Ρένα είναι εξαιρετική και η Σμάρω Στεφανίδου που παίζει την Εκάβη είναι συγκλονιστική.


Μια σύντομη αναφορά στο Τρίτο στεφάνι και τη Ρένα Βλαχοπούλου κάνει και ο Γιώργος Τσάμπρας στο κείμενό του "Radiomnimes", ενώ, τέλος, η Ρένα είναι παρούσα στον τόμο και μέσα από ένα εξώφυλλο του Ραδιοπρογράμματος που δυστυχώς δεν εκτίθεται στο Ζάππειο μαζί με τα υπόλοιπα εξώφυλλα. Ωστόσο αποζημιωνόμαστε από το μέγεθός τουείναι πολύ μεγαλύτερο από τα άλλα εξώφυλλα που υπάρχουν μέσα στην έκδοση.



Με αφορμή την Έκθεση αυτή ο Σταύρος Στρατηγάκος γύρισε μια σειρά έξι εκπομπών με τίτλο Κλείσε τα μάτια για να δεις, η οποία προβλήθηκε από την ΕΤ1 την πρώτη βδομάδα της Έκθεσης, αλλά προβάλλεται και στις ώρες λειτουργίας της στην Αίθουσα Παραστάσεων του Ζαππείου. Στις εκπομπές αυτές μίλησαν αρκετοί/ές πρωτεργάτες/τριες της Ελληνικής Ραδιοφωνίας αλλά και καλλιτέχνες/ιδες (ανάμεσά τους και η γλυκύτατη Κυρία Στέλλα Γκρέκα) και παρουσιάστηκαν σπάνια ντοκουμέντα.



Επίσης, από την αρχή της σεζόν, το Δεύτερο Πρόγραμμα μεταδίδει κάθε Σάββατο, σε επιμέλεια του Σιδερή Πρίντεζη (και αμέσως μετά την εκπομή του Πάμε σαν άλλοτε, της οποίας η διάρκεια δυστυχώς μειώθηκε), αποσπάσματα από σπάνιες μουσικές και θεατρικές εκπομπές του αρχείου της ΕΡΑ. Έτσι μας δίνεται η δυνατότητα να ακούμε πού και πού σπάνιες ραδιοφωνικές ερμηνείες της Ρένας Βλαχοπούλου αλλά και πολλά ακόμα ραδιοφωνικά διαμάντια--το ερχόμενο Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου, θα μεταδοθούν ραδιοφωνικές ηχογραφήσεις της μεγάλης Δανάης Στρατηγοπούλου καθώς και αποσπάσματα από συνεντεύξεις της.

Και μετά την Έκθεση τι θα ακολουθήσει; Ελπίζουμε ότι η ΕΡΑ θα αποφασίσει να εκμεταλλευτεί το αρχείο της και να μας προσφέρει τις σπάνιες ηχογραφήσεις του (και αναφέρομαι κυρίως στα τραγούδια που ηχογραφήθηκαν στους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου, γιατί θεατρικά, δόξα το Θεό, έχουν δοθεί πολλά) είτε μέσα από τα CD της Ραδιοτηλεόρασης είτε στο διαδίκτυο. Θα τολμούσα να πω και σε CD που θα κυκλοφορούν στο εμπόριο, αλλά, με την κρίση της δισκογραφίας και της αγοράς γενικότερα, αυτό μοιάζει εξαιρετικά απίθανο πλέον. Ωστόσο είναι πραγματικά κρίμα όλος αυτός ο θησαυρός να παραμένει σε κουτιά και ράφια και να περιμένουμε μόνο από τον κύριο Πρίντεζη να τον ανακαλύπτει και να μας τον χαρίζει. Πόσα πράγματα να προλάβει να παίξει ο άνθρωπος στις 3 ώρες που έχει στη διάθεσή του κάθε εβδομάδα;