Τρίτη, 29 Ιουλίου 2008

Τέσσερα χρόνια χωρίς τη Ρένα...



Σαν σήμερα, στις 29 Ιουλίου 2004, πέθανε η Ρένα Βλαχοπούλου. Δεν νομίζω ότι έχω να γράψω κάτι ιδιαίτερο σήμερα, καθώς αυτό το blog τιμάει τη μνήμη της μεγάλης καλλιτέχνιδας κάθε μέρα και με κάθε ευκαιρία. Η σημερινή είναι μέρα γλυκών και πικρών αναμνήσεων για τους δικούς της ανθρώπους που δεν μπορούν να πιστέψουν πως πέρασαν κιόλας τέσσερα χρόνια χωρίς την αγαπημένη τους Ειρήνη. Για μας τους υπόλοιπους, η Ρένα είναι πάντα παρούσα μέσα από το έργο της.

Θα ήθελα απλώς να αφιερώσω στη μνήμη της ένα δικό της τραγούδι που το άκουγα διαρκώς τέτοιες μέρες πριν από τέσσερα χρόνια. "Το πρωτοβρόχι μου" του Γεράσιμου Λαβράνου.

Το πρωτοβρόχι μου το λυπημένο
το περιμένω,
το νοσταλγώ.
Το τραγουδάκι του το αγαπημένο
είναι θλιμμένο,
όπως κι εγώ.
Μου λέει για σένανε, για σένα μόνο
κι έχει έναν πόνο, μιαν ακεφιά.
Το πρωτοβρόχι μου το λυπημένο
το περιμένω σαν συντροφιά.
Το καλοκαίρι το χαρωπό
χωρίς εσένα δεν τ' αγαπώ...




Η Ρένα στο καμαρίνι της, στο "Ρεξ" τον Δεκέμβριο
του 1991. Κάπου εκεί "είμαι" κι εγώ...

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2008

Τον Ιούλιο του 1943...

Κρατώ στα χέρια μου ένα περιοδικό από τα χρόνια της Κατοχής... Το Ραδιόφωνον, τεύχος 8. Ένας πρόδρομος των σημερινών τηλεοπτικών περιοδικών, Το Ραδιόφωνον παρουσιάζει αναλυτικότατα το πρόγραμμα του ραδιοφώνου για την εβδομάδα 18-24 Ιουλίου 1943. Εκτός από το πρόγραμμα, το περιοδικό περιλαμβάνει πολλά καλλιτεχνικά νέα: την κίνηση των θεάτρων, κείμενα για την κλασική μουσική και παρουσιάσεις καλλιτεχνών.

Καμία αναφορά σαφώς δεν γίνεται σε δυνάμεις κατοχής και σε πολεμικά νέα. Απλώς, παρατηρεί κανείς ότι στο πρόγραμμα υπάρχουν εκπομπές όπως «Κρατική εκπομπή: μάθημα Γερμανικής», «Ιταλικό θέατρο», «Ιταλικαί ειδήσεις», «Γερμανικαί ειδήσεις»...


Σε μια από τις σελίδες διαβάζουμε το πρώτο μέρος μια «έρευνας» του περιοδικού: «Πώς Πρωτοπαρουσιάσθηκα στο μικρόφωνο του σταθμού μας. Η δις Παπαδάκη, η κ. Ρ. Βλαχοπούλου και ο κ. Μακρής, αφηγούνται τας πρώτας εντυπώσεις των από το θάλαμο των εκπομπών»

Πρόκειται πραγματικά για ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο που μας μεταφέρει στο καλλιτεχνικό κλίμα της εποχής. Διαβάζουμε στην εισαγωγή του:

Πόσες αλήθεια ευχάριστες ώρες δεν μας έχουν χαρίσει από το ραδιόφωνο οι «άσσοι» τόσο του ελαφρού μουσικού θεάτρου όσο και του δραματικού... Δεν κάνουμε τίποτ’ άλλο: Ύστερα από ένα καλό γεύμα ή όταν έχουμε μια φιλική συντροφιά στο σπίτι μας, γυρίζουμε το κουμπί του ραδιοφώνου κι αμέσως έχουμε το θέατρο στο δωμάτιό μας. Όλος ο θίασος επί σκηνής. Αρχίζουμε! Σαν τι θέλετε να ακούσετε; Τον Μαυρέα στις μεγαλύτερες επιτυχίες του, τον Μακρή πάντοτε μεθυσμένο; Τη Ρένα Βλαχοπούλου στα μοντέρνα τραγουδάκια της; Τον Βεάκη σε διαλεχτούς ρόλους του; Την Παπαδάκη, τον Κυριακό, την Νέζερ, τον Κοκκίνη, τον Φιλιππίδη, τον Ιατρίδη, την Αρώνη και τόσους άλλους σε χαριτωμένα σκετς;

Κι εμείς βέβαια τους ακούμε καθισμένοι στις αναπαυτικές πολυθρόνες μας. Αυτοί όμως οι ηθοποιοί που μπαίνουν στην ειδική αίθουσα των εκπομπών για ν’ αρχίσουν την μετάδοσι του προγράμματός των, τι αισθάνονται; Τους συγκινεί το γεγονός το εκείνη τη στιγμή πρόκειται να τους ακούσουν χιλιάδες και χιλιάδες ακροατών; Παθαίνουν τρακ μπροστά στο μικρόφωνο; Κι ακόμη ποια άρα γε να ήτανε η πρώτη τους ραδιοφωνική εκπομπή; Την θυμούνται με συγκίνησι;

Φυσικά δεν μπορεί κανείς να μη χαμογελάσει πικρά όταν διαβάζει σήμερα τη φράση «μετά από ένα καλό γεύμα», αναλογιζόμενος τις συνθήκες της ζωής στα χρόνια της Κατοχής. Ωστόσο όσο αφορά την καλλιτεχνική ζωή της Αθήνας, παίρνουμε μια καλή εικόνα για τα ονόματα που κυριαρχούσαν εκείνα τα χρόνια.

Στο κείμενο παρουσιάζονται αρχικά οι αναμνήσεις της Ελένης Παπαδάκη, της μεγάλης ηθοποιού που χάθηκε αμέσως μετά τον πόλεμο, στα Δεκεμβριανά. Δίνεται ελφρώς μεγαλύτερη έκταση στα δικά της λόγια, ίσως επειδή είναι εκπρόσωπος του «σοβαρού» δραματικού θεάτρου, ίσως επειδή έλεγαν τότε ότι ήταν ευνοούμενη των αρχών Κατοχής. Η Ελένη Παπαδάκη «[σ]αν να περίμενε ότι θα ερχότανε κάποτε η στιγμή να εκφράση τα περίεργα αισθήματα πουνιωσε στην πρώτη της γνωριμία με το μικρόφωνο του ραδιοφωνικού μας σταθμού. Γι’ αυτό και οι ερωτήσεις μας την ενθουσιάζουν». Θυμάται ότι η πρώτη της εκπομπή ήταν πάντως ένα αφιέρωμα στο ελαφρό μουσικό θέατρο, στην αναβίωση της παλιάς επιθεώρησης μαζί με τον Μήτσο Μυράτ και τον Ορέστη Μακρή. Λέει ότι το τρακ στο ραδιόφωνο είναι μεγαλύτερο από ό,τι στο θέατρο, γιατί στο θέατρο «οι θεαταί είναι μπροστά σου, τους βλέπεις, παρακολουθείς στην έφρασί τους το πώς δέχονται την προσπάθειά σου, τους ψυχολογείς, έρχεσαι σε μια ψυχική επαφή μαζί τους, ο ενθουσιασμός τους σ’ εμψυχώνει, η πιθανή πάλι αδιαφορία τους σου δίνει μια καμτσικιά στα νεύρα και εντείνοντας τις δυνάμεις σου προσπαθείς να τους κερδίσης. Ενώ στο ραδιόφωνο δεν βλέπεις τίποτε». Η Παπαδάκη αναφέρει ακόμα ότι γνώρισε και την εμπειρία της τηλεόρασης μαζί με την Κατίνα Παξινού σε μια περιοδεία του Εθνικού Θεάτρου στην Ευρώπη. Εκεί το τρακ ήταν σαφώς μεγαλύτερο.

Στη συνέχεια παρουσιάζονται οι αναμνήσεις του Ορέστη Μακρή. Θυμάται κι εκείνος την αναβίωση των παλιών επιθεωρήσεων στην οποία αναφέρεται και η Παπαδάκη: «Στην αρχή συγκινήθηκα λίγο, αλλά βλέπεις είμαστε πολλοί μαζί και παίρναμε θάρρος με τα μάτια...» Ωστόσο, λέει πως δεν ένιωθε πρωτάρης γιατί αρκετά χρόνια πριν γίνει δημοφιλής ως μεθύστακας, ηχογραφούσε τραγούδια για τη δισκογραφία ως τενόρος (και είναι πραγματικά υπέροχος σε αυτές τις ηχογραφήσεις που σώζονται: "Μικρή μου Ρεζεντά", "Λεϊλά" και άλλες!).


Τελευταία μιλάει η Ρένα Βλαχοπούλου. Ας διαβάσουμε ολόκληρο το σχετικό κομμάτι:

Η ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΙΧΟΥΡΓΕΙ

Κομψή, ροδομάγουλη, χαριτωμένη η βασίλισσα της τζαζ, η κ. Ρένα Βλαχοπούλου, πηγαίνει στο «Λυρικό» για βραδυνή παράστασι. Τραγουδάει στα διαλείμματα του «Στραβόξυλου» μέσα σε θύελλα χειροκροτημάτων τα ιδιότυπα τραγούδια της. Τη σταματάμε για λίγο και της ζητάμε να μας απαντήση στα ερωτήματά μας... Χαμογελάει σαν να της θυμίζουμε κάτι διασκεδαστικό.

—Ναι βέβαια, είχα τρακ, με΄γαλη συγκίνησι στο πρώτο τραγούδι που τραγούδησα τον Ιούλιο του 1941 στο ραδιόφωνο. Φοβήθηκα λίγο, άρχισα να τρέμω. Θυμάμαι μάλιστα ότι ξέχασα τα λόγια του και άρχισα να προχωρώ με δικά μου λόγια... Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα, πάντως ενώ το τραγούδι έλεγε στην αρχή για καλοκαιρινή νύχτα και φεγγάρι στο τέλος τοβγαλα να βρέχη, να βρέχη, πολύ... Δεν θυμάμαι τι έλεγα. Τα είχα τόσο χαμένα...

—Και σας συμβαίνει μήπως και στο θέατρο αυτό;

—Βέβαια. Ξεχνάω πολλές φορές τα λόγια, θυμάμαι όμως το σκοπό και συνεχίζω το τραγούδι μου σε δικούς μου στίχους!

Το τι ακριβώς έκανε η Ρένα Βλαχοπούλου στο θέατρο «Λυρικόν» του Βασίλη Αργυρόπουλου το καλοκαίρι του 1943 είναι σίγουρα θέμα μιας μελλοντικής ανάρτησης. Πάντως, αν όντως αυτά τα λόγια δημοσιεύονται όπως τα είπε η ίδια, διακρίνουμε από τότε, τα πρώτα χρόνια της καριέρας της, κέφι και χαρούμενη διάθεση, καθώς και διάθεση... αυτοσχεδιασμού, κάτι που τη χαρακτήριζε ως το τέλος (όπως και την αδυναμία της να θυμάται τα λόγια της, κάτι που επίσης τη χαρακτήριζε ως το τέλος!). Επίσης, σε άλλα περιοδικά που έχω από εκείνα τα χρόνια, αναφέρεται ότι η Ρένα τραγουδύσε στο ραδιόφωνο ήδη από το φθινόπωρο του '40. Ίσως λοιπόν κάτι ακόμα που τη χαρακτήριζε από τότε ήταν να... ξεχνά το παρελθόν, ακόμα και το τόσο πρόσφατο (και να παιδεύει σήμερα εμάς που προσπαθούμε να καταγράψουμε την πορεία της)...

Αυτό που σίγουρα σκέφτομαι όμως σήμερα, 65 χρόνια μετά από το δημοσίευμα αυτό, είναι πόσοι θησαυροί μουσικοί και θεατρικοί που μεταδόθηκαν από το ραδιόφωνο εκείνα τα χρόνια χάθηκαν για πάντα. Πόσο πιο πλούσιοι θα ήμασταν αν υπήρχε η δυνατότητα να ηχογραφηθούν (και αν τυχόν ηχογραφήθηκαν, να διασωθούν) παραστάσεις με την Ελένη Παπαδάκη ή τον Ορέστη Μακρή ή τα «ιδιότυπα» τραγούδια της Ρένας Βλαχοπούλου...


Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2008

Σαν σήμερα άρχισαν όλα...

Tο blog αυτό σήμερα γιορτάζει μια πολύ σημαντική επέτειο. Σαν σήμερα, πριν από 68 χρόνια, στις 18 Ιουλίου 1940 η Ρένα Βλαχοπούλου άρχισε επίσημα την καριέρα της στην Αθήνα. Λέω «επίσημα», γιατί η καριέρα της είχε ήδη ξεκινήσει από την Κέρκυρα αρκετά χρόνια πριν, όταν σε μικρή ηλικία ακόμα άρχισε να τραγουδάει σε ζαχαροπλαστεία της πατρίδας της.

Μια από τις πρώτες φωτογραφίες
της Ρένας Βλαχοπούλου
που δημοσιεύτηκαν στον αθηναϊκό τύπο

Η αλήθεια είναι ότι οι πληροφορίες για το ξεκίνημα της Ρένας είναι συγκεχυμένες και συχνά αντικρουόμενες. Η ίδια, στο πλαίσιο της γενικότερης απροθυμίας της να θυμάται τα παλιά και να δίνει στοιχεία για το παρελθόν της (και κυρίως για την ηλικία της!), μιλούσε συχνά αόριστα για το ξεκίνημά της: τα «χρόνια της κατοχής», την «εποχή του πολέμου» ή έδινε διαφορετικές χρονολογίες: 1940, 1941, 1942… Προφανώς το ξεκίνημά της συνέπεσε με στιγμές της προσωπικής της ζωής που δεν ήθελε να θυμάται (ο πρώτος γάμος της με τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Κώστας Βασιλείου, κάποια εγκυμοσύνη που διακόπηκε, το διαζύγιο που ήρθε πολύ γρήγορα) και τα πράγματα μπερδεύτηκαν ακόμα περισσότερο με την έκδοση της επίσημης βιογραφίας της (Βίβα Ρένα, εκδ. «Άγκυρα», 2002), η οποία γράφτηκε από τον στενό συνεργάτη και φίλο της Μάκη Δελαπόρτα με τη συνεργασία και την έγκρισή της! Ο Δελαπόρτας, αφενός παρουσιάζει, ακολουθώντας προφανώς τις επιθυμίες της, λίγες λεπτομέρειες για τα προσωπικά της (λεπτομέρειες που έρχονται σε αντίθεση και με όσα είχε δηλώσει η Ρένα σε συνεντεύξεις της) και αφετέρου αναφέρει ότι η πρώτη της εμφάνιση έγινε το 1939 στο γνωστό βαριετέ του Ζαππείου «Όασις». Πιθανότατα να κατέληξε στη χρονολογία αυτή στηριζόμενος και σε αφηγήσεις συγγενών της Ρένας που ζούσαν ακόμα όταν εκδόθηκε το βιβλίο.

Ωστόσο, στις περισσότερες συνεντεύξεις της η Ρένα έλεγε ότι ξεκίνησε τις εμφανίσεις της στην Αθήνα, στην «Όαση» το 1940. Αυτό έχουν γράψει και πει κι άλλοι θεατράνθρωποι της εποχής εκείνης (Μίμης Τραϊφόρος, Σπεράντζα Βρανά, Ροζίτα Σώκου…) Αν διαβάσει κανείς προσεχτικά και τον τύπο της εποχής εκείνης, φαίνεται ότι αυτή η χρονολογία είναι η σωστή, αλλά μάλλον η Ρένα πριν την «Όαση» είχε κάνει μια στάση και κάπου αλλού!

Την Πέμπτη 18 Ιουλίου 1940 σε αρκετές αθηναϊκές εφημερίδες η παρακάτω διαφημιστική καταχώριση πληροφορούσε τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες για την πρώτη εμφάνιση «προ του αθηναϊκού κοινού της ελληνίδος ντιζέζ Ρένας Βλαχοπούλου» στο κοσμικό κέντρο «Αρζεντίνα» στο Καλαμάκι:

Δυστυχώς δεν ξέρουμε ποια ακριβώς ήταν τα μοντέρνα τραγούδια που τραγουδούσε κάθε βράδυ η νεαρή ντιζέζ. Ούτε είναι εξακριβωμένο πόσο καιρό συνέχισε να τραγουδάει σ’ αυτό το κέντρο στο Καλαμάκι. Το ντεμπούτο της στην «Όαση» πάντως το πραγματοποίησε τρεις εβδομάδες αργότερα. Στις 10 Αυγούστου το αθηναϊκό κοινό πληροφορείται τα εξής:

Αυτό είναι λοιπόν το «πιο επίσημο» ξεκίνημα, αυτό που η ίδια η Ρένα Βλαχοπούλου θυμόταν. Και επρόκειτο για ένα αρκετά επεισοδιακό ξεκίνημα! Κομφερανσιέ στην «Όαση» ήταν από χρόνια ο Μίμης Τραϊφόρος. Λαοφιλέστατος και ταλαντούχος, ήταν όπως φαίνεται ο βασικός λόγος για τον οποίο τα πλήθη συνέρρεαν στο βαριετέ το Ζαππείου. Ο Τραϊφόρος είχε τον δικό του προσωπικό τρόπο να παρουσιάζει τους καλλιτέχνες και τις καλλιτέχνιδες που εμφανίζονταν στη σκηνή. Έναν τέτοιο τρόπο επεφύλαξε και στη Ρένα: «Και τώρα, κυρίες και κύριοι, μια θεοκουκλάρα που μας ήρθε από την Κέρκυρα. Όταν την ακούς να τραγουδά νομίζεις ότι ακούς χορωδία αηδονιών. Η Ρένα Βλαχοπούλου. Στο πιάνο θα τη συνοδέψει ο μαέστρος Μυρογιάννης. Στο σπίτι της το βράδυ θα τη συνοδέψω εγώ!» (Ο Τραϊφόρος φρόντιζε να τονίσει πάντα ότι ποτέ δεν τη συνόδεψε στο σπίτι της!)


Μια από τις βασικές ατραξιόν της «Όασης» ήταν η χορεύτρια Μπέλλα Σμάρω. Ψηλή και εντυπωσιακή, ήταν για χρόνια πρώτο όνομα στις αθηναϊκές σκηνές. Η Μπέλλα Σμάρω δάνεισε στη νεαρή Κερκυραία τραγουδίστρια μια τουαλέτα για να εμφανιστεί στη σκηνή. Αλλά η Ρένα δεν ήταν τόσο ψηλή όσο η Μπέλλα Σμάρω, η τουαλέτα της έπεσε μεγάλη και καθώς πήγε να βγει στη σκηνή, πάτησε το φόρεμα και βρέθηκε ξαπλωμένη στο σανίδι. Σηκώθηκε, πήγε να περπατήσει και, θυμόταν η Ρένα, ξανάπεσε… Μετά από αυτό κατάφερε, λέει, να τραγουδήσει το τραγούδι της: τη «Μικρή Χωριατοπούλα», η πασίγνωστη ιταλική επιτυχία της εποχής "Reginella Campagnola" που διασκεύασε στα ελληνικά ο Πωλ Μενεστρέλ. Το τραγούδι ήταν μεγάλο σουξέ της εποχής που σε δίσκο τραγούδησε ο Φώτης Πολυμέρης. Έμελλε να γίνει όμως ακόμα μεγαλύτερο σουξέ 3 μήνες μετά, όταν ο Γιώργος Οικονομίδης έγραψε πάνω στη μουσική της «Χωριατοπούλας» το «Κορόιδο Μουσολίνι». Αυτά όμως θα τα πούμε αργότερα, τον Οκτώβριο…

Η χορεύτρια Μπέλλα Σμάρω που δάνεισε
μια τουαλέτα της
στη Ρένα Βλαχοπούλου
(φωτογραφία από το βιβλίο
Φώτης Πολυμέρης: Των αναμνήσεων λιτανεία,
εκδ. Άγκυρα, 2003)

Προς το παρόν, ας επιστρέψουμε στο τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι που ήταν το πρώτο αθηναϊκό καλλιτεχνικό καλοκαίρι για τη μικρή Κερκυραία. Παράλληλα με την «Όαση» η Ρένα «ντουμπλάριζε» και στο μικρής διάρκειας πρόγραμμα βαριετέ που παρουσιαζόταν στον κινηματογράφο «Αθηνά» της οδού Πατησίων. Δυο μέρες μετά το ντεμπούτο της στην «Όαση», διαβάζουμε στις εφημερίδες, στις 12 Αυγούστου 1940:

Ήταν συνηθισμένο τότε (και αργότερα, στα χρόνια της Κατοχής έγινε θεσμός), οι ταινίες σε κάποια σινεμά να πλαισιώνονται από νούμερα. Το «νέο αστέρι του τραγουδιού» συνέχισε να πραγματοποιεί εμφανίσεις στον κινηματογράφο «Αθηνά» όλον τον Αύγουστο, αλλά η μόνιμη θέση της ήταν στην «Όαση». Ήταν ένα από τα σταθερά «νούμερα» στο πρόγραμμα του βαριετέ, μαζί με το παιδί-θαύμα και μετέπειτα σπουδαία τραγουδίστρια και τραγουδοποιό Νινή Ζαχά (η οποία αποτελούσε τη βασική ατραξιόν του προγράμματος, το όνομά της ήταν το μόνο που γραφόταν καθημερινά στη στήλη θεαμάτων, στην καταχώριση της «Όασης») , την Μπέλλα Σμάρω, το ακροβατικό Ντούο Σούλις και την ορχήστρα του Γιώργου Μυρογιάννη. Προς το τέλος του καλοκαιριού, όπως μας πληροφορούν οι διαφημιστικές καταχωρίσεις της εποχής, ο Μίμης Τραϊφόρος αποχώρησε και τον διαδέχτηκε ο άλλος μεγάλος κομφερανσιέ της εποχής, ο Ορέστης Λάσκος. Ωστόσο, η συνεργασία της Ρένας με τον Τραϊφόρο δεν σταμάτησε. Στα μέσα Οκτωβρίου, όταν η «Όαση» είχε πλέον κλείσει και σιγά-σιγά άνοιγαν τα χειμερινά θέατρα της πρωτεύουσας, ο θεατρικός επιχειρηματίας Μακέδος στήνει στο θέατρο που φέρει το όνομά του (και όπου θριάμβευε όλο το καλοκαίρι ο Βασίλης Αργυρόπουλος με το Στραβόξυλο του Δημήτρη Ψαθά) ένα μικρό βαριετέ με επικεφαλής τον Μίμη Τραϊφόρο, για να εκμεταλλευτεί τις τελευταίες ζεστές νύχτες του φθινοπώρου:

Έχουν περάσει μόλις τρεις μήνες από το βράδυ εκείνο του Ιουλίου που η νεαρή ντιζέζ πραγματοποίησε την πρώτη της εμφάνιση «προ του αθηναϊκού κοινού» και τώρα πια οι διαφημίσεις μιλούν για την «εφετεινήν αποκάλυψιν του τραγουδιού ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ». Την επόμενη μέρα, 18 Οκτωβρίου 1940, η Ρένα θα εξεταστεί από την Επιτροπή Αδείας που θα της χορηγήσει την «Άδεια Εξασκήσεως του Θεατρικού Επαγγέλματος». Σε δέκα μέρες θα κηρυχτεί ο πόλεμος και ο θεατρικός επιχειρηματίας Μακέδος θα προσλάβει τη Ρένα στον θίασο του θεάτρου «Μοντιάλ» μαζί με τον Τραϊφόρο, τον Μητσάρα και το Τρίο Βάμπαρη (όλοι συνεργάτες της «Όασης» και του βαριετέ στο «Μακέδο») για να εμφανιστούν στην Πολεμική Επιθεώρηση που θα ανέβει εκεί λίγο μετά την κήρυξη του πολέμου με τις αδελφές Καλουτά και τη Σοφία Βέμπο να γράφει ιστορία με το «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά»…

Άλλη μια από τις πρώτες φωτογραφίες
της Ρένας Βλαχοπούλου
που δημοσιεύτηκαν στον αθηναϊκό τύπο

Τέτοια μέρα (και ώρα!) λοιπόν, πριν από 68 χρόνια ξεκίνησαν όλα. Θέλησα την ανάρτηση αυτή να συνοδεύει η παλαιότερη ηχογράφηση της Ρένας που διαθέτω και που έφτασε στα χέρια μου χάρη στον blogger desmich8 και το κανάλι του στο youtube που μας προσφέρει αφειδώλευτα σπάνιες ηχογραφήσεις της Ρένας Βλαχοπούλου αλλά και άλλων σπουδαίων εκπροσώπων του ελαφρού τραγουδιού. Πρόκειται για το τραγούδι «Κονσίτα» των Τάσου Βάμπαρη-Δ. Ρηγόπουλου. Είναι ο δεύτερος δίσκος της Ρένας Βλαχοπούλου (αν και η ίδια θυμόταν πως είναι ο πρώτος της σε κάποια συνέντευξη) που ηχογραφήθηκε κάποια στιγμή το φθινόπωρο του 1940. Είναι ένα από τα 6 τραγούδια που ηχογράφησε η Ρένα Βλαχοπούλου στα χρόνια του ’40 και αποτελεί σπάνιο ντοκουμέντο: ακούστε την προσεχτικά. Αν δεν… πιστεύετε ότι είναι η Ρένα, προσέξτε το «φρασάρισμα», προσέξτε τα φωνήεντα. Ναι, είναι η Ρένα! Φίλε desmich8, ευχαριστούμε!



Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

Να η "Ομόνοια Πλας"!


Συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης η σημερινή, καθώς το Βήμα μας δίνει την ευκαιρία να θυμηθούμε την ιστορία ενός ακόμα θρυλικού τραγουδιού της Ρένας Βλαχοπούλου: στην κασετίνα αυτής της εβδομάδας (η ενδέκατη στη σειρά) υπάρχει το «Ομόνοια Πλας» που δόθηκε χτες αλλά και το «Είσαι το μεγάλο μου αμόρε» που θα δοθεί την Παρασκευή.

Το «Ομόνοια Πλας» υπήρξε ίσως η σημαντικότερη επιθεωρησιακή επιτυχία της Ρένας Βλαχοπούλου, τουλάχιστον στη μετά το 1951 καριέρα της (καθώς πριν το 1951 το μεγαλύτερο σουξέ της ήταν σίγουρα το «Θα σε πάρω να φύγουμε» που επίσης από σκηνή θεάτρου το πρωτοτραγούδησε, στα χρόνια της Κατοχής). Το «Ομόνοια Πλας» ανήκει σε εκείνα τη μεγάλη ομάδα θεατρικών τραγουδιών που είχαν ως θέμα τους την Αθήνα. Πολλές τραγουδίστριες της επιθεώρησης τραγούδησαν τέτοια «αθηναϊκά» τραγούδια, αλλά τα περισσότερα τα είπαν η Σοφία Βέμπο και η Ρένα Βλαχοπούλου. Μάλιστα, το «Ομόνοια Πλας» κυκλοροφόρησε σε δίσκο ταυτόχρονα και με τις δυο: ανήκαν σε διαφορετικές δισκογραφικές εταιρίες (στην Columbia και στην Odeon αντίστοιχα), και η κάθε εταιρία ήθελε να εκμεταλλευτεί τη μεγάλη απήχηση αυτού του τραγουδιού στο κοινό. Λόγω της μεγάλης απήχησης που είχε η Σοφία Βέμπο, πολλοί πιστεύουν ότι το «Ομόνοια Πλας» ήταν δικό της τραγούδι. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια, το τραγούδι αυτό ερμηνεύτηκε πρώτη φορά από τη Ρένα Βλαχοπούλου. Είναι απλώς ένα από τα ελάχιστα τραγούδια που η Σοφία Βέμπο δέχτηκε να πει σε δεύτερη εκτέλεση. Συνήθως άλλες τραγουδίστριες έλεγαν τα τραγούδια που εκείνη ερμήνευε πρώτη.

Ας δούμε όμως την ιστορία του «Ομόνοια Πλας». Αμέσως μετά τη μεγάλη επιτυχία που γνώρισε η Ρένα Βλαχοπούλου στην επιθεώρηση του θεάτρου Βέμπο Σουσουράδα, στην οποία θριάμβευσε το καλοκαίρι του 1954 τόσο ως τραγουδίστρια (με τα τραγούδια «Αθήνα ξελογιάστρα» και «Σατράπη μου») όσο και ως ηθοποιός (με το «Κάνε μου τέτοια»διαβάστε σχετικά στην προηγούμενη ανάρτηση), συνεργάστηκε με το θέατρο «Κυβέλης» και τον εταιρικό θίασο που εγκαταστάθηκε εκεί για τη χειμερινή περίοδο 1954-55: Μαρίκα Κρεβατά, Σπεράντζα Βρανά, Κώστας Χατζηχρήστος, Κούλης Στολίγκας, Σοφία Βερώνη, Κώστας Δούκας, Γιώργος Γαβριηλίδης, Πόπη Άλβα, το χορευτικό ζευγάρι Γιάννης Φλερύ-Λίντα Άλμα, ο τραγουδιστής Νάσος Πατέτσος και αρκετοί ακόμα ηθοποιοί. Συνθέτης και μαέστρος ο Μενέλαος Θεοφανίδης. Ο θίασος ανέβασε τρία έργα: εναρκτήριο της σεζόν η επιθεώρηση Το τραγούδι της Αθήνας της σπουδαίας τριάδας Γιώργος Ασημακόπουλος-Βασίλης Σπυρόπουλος-Παναγιώτης Παπαδούκας που ανέβηκε στις 28 Οκτωβρίου 1954. Προσέξτε τη διαφήμιση του θεάτρου Κυβέλης στις εφημερίδες: το όνομα της Ρένας Βλαχοπούλου (όπως και των Φλερύ-Άλμα) βρίσκεται σε ειδικό πλαίσιο ξεχωριστά από τον υπόλοιπο θίασο: «και η μεγάλη βεντέτα της εποχής ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ». Η Ρένα έχει και πάλι κατακτήσει την πρώτη θέση στο μουσικό θέατρο και το τραγούδι, μια πρωτιά που είχε ίσως χάσει λόγω της πολύχρονης απουσίας της στο εξωτερικό (1946-51), αλλά που μέσα σε τρία χρόνια σιγά-σιγά ξανακατέκτησε: δεν είναι πλέον η κατοχική «Βασίλισσα της Τζαζ», αλλά είναι η «μεγάλη βεντέτα της εποχής».


Η Ρένα Βλαχοπούλου στο νούμερο
"Τι να κάνω στην Αθήνα"
από την επιθεώρηση
Το τραγούδι της Αθήνας

Στην επιθεώρηση αυτή η Ρένα είχε τρεις εμφανίσεις, σύμφωνα με το πρόγραμμα: το σόλο «Τι να κάνω στην Αθήνα», το δεύτερο νούμερο της καριέρας της, στο οποίο έπαιζε τον… εαυτό της, μια Κερκυραία δηλαδή που έρχεται στην Αθήνα και σχολιάζει τα παράξενα της πρωτεύουσας, μια εμφάνιση με όλον τον θίασο στο φινάλε που είχε τίτλο «Το ελληνικό τσίρκο» και φυσικά την τραγουδιστική της εμφάνιση, το τραγούδι «Ομόνοια Πλας», που όπως θυμάται η ίδια σε συνέντευξη που έδωσε στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη (περιοδικό Δίφωνο, Μάιος 1997), το τραγουδούσε μπροστά σε ένα σκηνικό που γύριζε και έδειχνε την Ομόνοια. Οι στίχοι του τραγουδιού περιγράφουν γλαφυρά την εικόνα της Ομόνοιας της δεκαετίας του ’50.
Σαν την Πλας Πιγκάλ από χρόνια
μια πλατεία πολύ κεντρική
στην Αθήνα μας είναι η Ομόνοια
που είναι η φήμη της ιστορική
Σε κάθε γωνία επτά καφενεία

καρέκλες με κόσμο γεμάτες
και ταξί που ψαρεύουν πελάτες
Κομψοί και ωραίοι, πολίσμαν τροχαίοι
πεντ’ έξι παλιές μπυραρίες
καυγαδάκια στις αφετηρίες
Καμπαρέ με jazz band και belles femmes

με ταμπέλες που λένε welcome
Τι ρυθμός και ζωή και κοσμοσυρροή
μέρα νύχτα και ως το πρωί.
Και τα ανθοπωλεία σειρά στην πλατεία
τριάντα περίπτερα πλάι
κι από κάτω Μετρό που περνάει
Πιο εκεί, κουλουρτζή, ο ταμπλάς

Να η Ομόνοια Πλας.


Μια πλατεία παλιά όλο χάρη

όλοι οι δρόμοι οδηγούν προς τα εκεί
Και μαζεύονται και οι φαντάροι
το απόγευμα την Κυριακή.
Πλατεία κοκέτα, χαλιά σε πακέτα,
τσατσάρες, στυλό και λαχεία
και χαζοί από την επαρχία.
Δυο μέτρα πιο κάτω, πολύ ορεξάτο
perfum ενα γύρω σκορπίζει
το ντονέρ το κεμπάπ που γυρίζει.
Και αργά από κάποιο στενό
για βολτίτσα προβάλλει ο Ζανό.
Τι ρθυμός και ζωή και κοσμοσυρροή
μέρα νύχτα και ως το πρωί.
Και πριν ξημερώσει, ξενύχτηδες τόσοι
περνούνε να παν για το σπίτι
ενώ το πρώτο τραμ σκάει μύτη.
Πιο εκεί, κουλουρτζή, ο ταμπλάς
Να η Ομόνοια Πλας.


Η Ρένα Βλαχοπούλου στο τραγούδι
"Ομόνοια Πλας" στο θέατρο Κυβέλης, 1954

Μάστορες του είδους, οι τρεις συγγραφείς και στιχουργοί: από τις πιο ωραίες και ζωντανές περιγραφές της αθηναϊκής πραγματικότητας που γράφτηκαν ποτέ για τραγούδι… Υπάρχουν όλα μέσα, από τον γύρο και το "μετρό" μέχρι τον ομοφυλόφιλο που βγαίνει για «βόλτα» (αξίζει να σημειωθεί ότι ο τραγούδι αυτό έχει διασκευαστεί και στα «καλλιαρντά», μια πολύ ενδιαφέρουσα διασκευή που δημοσιεύτηκε στο Δίφωνο προ ετών).

Η «Ομόνοια Πλας» γνώρισε τεράστια επιτυχία. Τόσο η ηχογράφηση της Ρένας όσο και η ηχογράφηση της Βέμπο ακούστηκαν πολύ στην εποχή τους. Το τραγούδι τραγουδήθηκε πολύ στα κέντρα της εποχής, έφτασε μέσα από το ραδιόφωνο σε όλη την Ελλάδα (και ας μην αφορούσε πολύ τους «χαζούς από την επαρχία») και η καριέρα του συνεχίστηκε και μετά το τέλος των παραστάσεων της επιθεώρησης Το Τραγούδι της Αθήνας.

Το δεύτερο έργο εκείνης της σεζόν στο θέατρο Κυβέλης ήταν μια μουσική κωμωδία του Μενέλαου Θεοφανίδη με τίτλο Ραντεβού στο Καμπαρέ που είχε ήδη παρουσιαστεί σε περιοδεία και είχε γίνει και ταινία την προηγούμενη χρονιά με τίτλο Νύχτες της Αθήνας, στην οποία πρωταγωνιστούσαν οι Κούλης Στολίγκας, Καλή Καλό, Κώστας Χατζηχρήστος, Κώστας Μανιατάκης, Ρένα Στρατηγού, Μαίρη Νικολαϊδου κ. ά. Στο θέατρο Κυβέλης τον ρόλο της Αφροδίτης (που στην ταινία έπαιζε η Καλή Καλό) ανέλαβε η Ρένα Βλαχοπούλου: ήταν η μοιραία γυναίκα που ξελόγιαζε μπαμπά και γιο, τον Κούλη Στολίγκα και τον Κώστα Χατζηχρήστο αντίστοιχα. Το έργο ξεκίνησε τις παραστάσεις του στις 18 Δεκεμβρίου, ενώ λίγες μέρες αργότερα η Ρένα ξεκίνησε παράλληλα εμφανίσεις και στο νυχτερινό κέντρο «Παπαγάλος» της Φωκίωνος Νέγρη επικεφαλής μεγάλου προγράμματος και με τη συνοδεία της ορχήστρας του Βαγγέλη Κανελίδη (πατέρα της σπουδαίας Αλέκας Κανελλίδου). Το 1954 έφτανε στο τέλος του και ήταν σίγουρα η χρονιά της Ρένας: στην καλλιτεχνική ανασκόπηση της χρονιάς που δημοσιεύτηκε στα Νέα στις 31 Δεκεμβρίου 1954 διαβάζουμε:

Μεταξύ των πλέον αξιοσημειώτων που παρουσίασε το λήγον έτος εις τον τομέα του μουσικού θεάτρου αναφέρουμε την καθιέρωσιν της κ. Ρένας Βλαχοπούλου ως βασικής πρωταγωνίστριας της επιθεωρήσεως και της μουσικής κωμωδίας.

Το Ραντεβού στο Καμπαρέ συνέχισε τις παραστάσεις του ολόκληρο τον Ιανουάριο του 1955, ωστόσο δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία, ίσως επειδή (όπως λέει και η Σπεράντζα Βρανά στο βιβλίο της Τα μπουλούκια, το θέατρο κι εγώ) αφενός είχε ξαναπαιχτεί και αφετέρου το είδος της μουσικής κωμωδίας δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές. Σύντομα λοιπόν, στις 9 Φεβρουαρίου 1955 το διαδέχτηκε η νέα επιθεώρηση των νέων συγγραφέων Ναπολέοντα Ελευθερίου-Κώστα Νικολαϊδη-Ηλία Λυμπερόπουλου που είχε τίτλο Ομόνοια Πλας, πολύ λογικό εφόσον πρωταγωνίστριά της ήταν η πρώτη ερμηνεύτρια του πολύ επιτυχημένου αυτού τραγουδιού. Εκτός από ένα ντουέτο με τον Κώστα Χατζηχρήστο με τίτλο «Απόψε καίω τον ντουνιά» (νούμερο που σύμφωνα με κριτική του Μάριου Πλωρίτη ήταν μια ατυχής μίμηση του θριαμβευτικού «Κάνε μου τέτοια» του προηγούμενου καλοκαιριού) και το νέο της τραγούδι «Να η Αθήνα» (πάλι αθηναϊκό τραγούδι που όμως πέρασε στη δισκογραφία μόνο με τη φωνή της Σοφίας Βέμπο αυτή τη φορά!), η Ρένα συμμετείχε με όλον τον θίασο στο φινάλε του έργου που είχε τίτλο «Ομόνοια Πλας» και, βασισμένο στους στίχους του τραγουδιού, παρουσίαζε όλους τους τύπους της πλατείας Ομονοίας (στη φωτογραφία βλέπουμε τον Κώστα Χατζηχρήστο ως αστυνομικό, αρκετά χρόνια πριν τον Ηλία του 16ου!). Η επιθεώρηση Ομόνοια Πλας παίχτηκε με «εξαιρετική επιτυχία» όπως έγραφε ο Τύπος της εποχής ολόκληρο τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του 1955. Σημειώθηκε μάλιστα και μια απόπειρα λογοκρισίας γιατί η Ελληνική Αστυνομία μάλλον θίχτηκε από τον τρόπου που παρουσιαζόταν ο αστυφύλακας στο φινάλε του έργου, απόπειρα που αποδοκιμάστηκε έντονα. Τελικά οι παραστάσεις ολοκληρώθηκαν στις 31 Μαρτίου, νωρίτερα από ό,τι προβλεπόταν λόγω διαφωνίας του θιάσου με τον επιχειρηματία.


Βλαχοπούλου-Χατζηχρήστος
στο φινάλε της επιθεώρησης
Ομόνοια Πλας που προκάλεσε
απόπειρα λογοκρισίας...

Η πορεία του τραγουδιού «Ομόνοια Πλας» όμως δεν σταμάτησε τότε. Το τραγούδι ακουγόταν για πολλά χρόνια ακόμα σε πολλές επιθεωρήσεις, συνήθως διασκευασμένο ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε νούμερου. Μια επιθεώρηση του Περοκέ μάλιστα, που ανέβηκε λίγα χρόνια αργότερα, είχε τον τίτλο Ομόνοια Πλατς Πλουτς, πετυχημένη αναφορά στο συντριβάνι που κοσμούσε πλέον την πλατεία. Οι ηχογραφήσεις του τραγουδιού με τη Ρένα και τη Βέμπο επανακυκλοφόρησαν αρκετές φορές στις 33 στροφές και σε CD. Η ίδια η Ρένα τραγούδησε εκ νέου το τραγούδι στον μεγάλο της δίσκο Θα σε πάρω να φύγουμε (βλ. προηγούμενη ανάρτηση) με περισσότερο μπρίο και με μεγαλύτερη εκφραστικότητα από ό,τι στην πρώτη της εκτέλεση. Επίσης, εκτός από τη Ρένα, το τραγούδησαν η Μαρινέλλα στον δίσκο Η Μαρινέλλα σε τραγούδια της Βέμπο και η Ντόρις Σπίνουλα στον δίσκο της Ομόνοια Πλας που περιείχε αποκλειστικά συνθέσεις του Μενέλαου Θεοφανίδη (ανάμεσά τους και ο «Σατράπης μου»).
Πολλές φορές διασκευές του τραγουδιού τραγουδούσε και η ίδια η Ρένα στις επιθεωρήσεις που εμφανιζόταν. Ο Λάκης Μιχαηλίδης στο βιβλίο του Έτσι γράφεται η επιθεώρηση παρουσιάζει μια διασκευή που έγραψαν ο ίδιος και ο Γιάννης Καλαμίτσης με θέμα τον… Μαρξ και, σύμφωνα με τον συγγραφέα, τραγουδιόταν από τη Ρένα στην επιθεώρηση Έξω η Ελλάδα από το Κιάτο στο θέατρο «Ορφέας» το 1984-85, τριάντα χρόνια μετά την πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού.
Λίγα χρόνια αργότερα η Ρένα τραγούδησε μία ακόμα διασκευή της «Ομόνοιας Πλας» στην επιθεώρηση του Γιώργου Κωνσταντίνου Οι τελευταίοι ΠΑΣΟΚράτορες που ανέβηκε στο θέατρο «Καλουτά» την περίοδο 1988-89. Αυτή τη φορά η εικόνα της Ομόνοιας που παρουσιαζόταν ήταν πιο αποκαρδιωτική:

Σε κάθε γωνία επτά καφενεία
γεμάτη η πλατεία αλητεία
τραβεστί, τεμπελιά κι ανεργία.
Αμάξια σεργιάνι, το νέφος ντουμάνι
να σου ‘ρχεται να κάνεις φόνο.
Τα σουβλάκια μας μάραναν μόνο.
Και αφίσες στους δρόμους πολλές.
Να ψηφίσεις ξανά κι ο λαός δεν ξεχνά
και αέρα πουλάνε μπανάλ.
Χοροί, καλλιστεία και δίχως αστεία
τη μέρα και μία ληστεία
μηχανάκια, φρικιά κι αηδία.
Έχει γίνει που λες η Ελλάς
μια Ομόνοια Πλας.

Στο θέατρο "Καλουτά" τραγουδώντας
την Ομόνοια Πλας του 1989

Λίγα χρόνια αργότερα, με αυτό το τραγούδι, η Ρένα Βλαχοπούλου ολοκλήρωσε την επιθεωρησιακή της καριέρα. Το τραγούδησε (με τους πρωτότυπους στίχους του) στην επιθεώρηση του Ακροπόλ Για την Ελλάδα ρε γαμώτο—100 χρόνια επιθεώρηση, την περίοδο 1992-93 (και στο Ράδιο Σίτυ της Θεσσαλονίκης, το Πάσχα του 1993, που ήταν και η τελευταία φορά που την είδα εγώ στη σκηνή): στο δεύτερο μέρος της επιθεώρησης ο θίασος παρουσίαζε ένα ημίωρο αφιέρωμα στα τραγούδια της ελληνικής επιθεώρησης και ένα από αυτά μας το ξαναθύμιζε η πρώτη του ερμηνεύτρια, ένα χρόνο πριν εγκαταλείψει για πάντα το θεατρικό σανίδι…


Η Ρένα Βλαχοπούλου και ο... κουλουρτζής
της Ομόνοιας! Θέατρο Ακροπόλ, 1992-93.

Ωστόσο το τραγούδι αυτό δεν είναι γραφτό να σταματήσει να μας απασχολεί. Τον Ιούνιο του 2006 το ανανεωμένο Φεστιβάλ Αθηνών παρουσιάζει στο Ηρώδειο, έπειτα από πρόταση του προέδρου του Γιώργου Λούκου, ένα αφιέρωμα στη Σοφία Βέμπο. Ερμηνεύτριες η Χάρις Αλεξίου και η Δήμητρα Γαλάνη. Υπεύθυνη για το πρόγραμμα η Λίνα Νικολακοπούλου η οποία αποφασίζει να προσθέσει και τη δική της πινελιά στο θρυλικό τραγούδι αλλάζοντας τη δεύτερη στροφή ως εξής:

Του Βαρώτσου ο Δρομέας λαγός.
Σου χρειάζεται πια ξεναγός.
Τι γλυκιά αντηλιά, τι τσιμεντοφωλιά
να ‘ν’ του δήμου ή του δήμιου δουλειά;
Με φόντο το Χόντο κοιτάζεις στο βρόντο
μια σκιά λίγη να βρεις του κάκου.
Πάει, έφυγε και του Μπακάκου.
Μην κοιτάς μπας και σου ‘ρθει νταμπλάς
Να η Ομόνοια Πλας.

Η Χάρις Αλεξίου ξεσήκωσε θύελλα χειροκροτημάτων τραγουδώντας αυτούς τους στίχους και τις δυο βραδιές στο Ηρώδειο. Και η καριέρα του «Ομόνοια Πλας» συνεχίστηκε φέτος, όλον τον χειμώνα στην Αθηναϊδα, καθώς αυτή την τελευταία διασκευή του τραγουδιού από τη Νικολακοπούλου ερμήνευε απολαυστικά κάθε βράδυ στην παράσταση του Σταμάτη Κραουνάκη Πόσο σ’ αγαπώ επιθεώρηση η πληθωρική Ελεάννα Καραντινού συνοδευόμενη από την υπόλοιπη Σπείρα-Σπείρα (και υποθέτω θα το ερμηνεύει και στη θερινή βερσιόν της παράστασης όλο το καλοκαίρι). Μάλιστα ο τρόπος που κινούνταν η Ελεάννα τραγουδώντας το «Ομόνοια Πλας», αγανακτισμένη, κρατώντας το ένα παπούτσι της στο χέρι, (μου) θύμιζε έντονα τη Ρένα Βλαχοπούλου σε αρκετές θεατρικές εμφανίσεις της τα τελευταία χρόνια. Ίσως να ‘ταν τυχαίο, ίσως πάλι όχι…

Αυτή ήταν η ιστορία ενός ακόμα θρυλικού τραγουδιού της Ρένας Βλαχοπούλου που μας χάρισε το Βήμα χτες. Το επόμενο τραγούδι, το «Είσαι το μεγάλο μου αμόρε» που θα υπάρχει στο CD της Παρασκευής δεν θα μας απασχολήσει πάρα πολύ, γιατί την Παρασκευή θα γιορτάσουμε μια πολύ σημαντική επέτειο… Κατά κάποιον τρόπο ο Ιούλιος είναι ο μήνας της Ρένας Βλαχοπούλου. Περισσότερα όμως στο… επόμενο!

Προς το παρόν, δείτε και ακούστε τη Ρένα Βλαχοπούλου να τραγουδάει το "Ομόνοια Πλας" στο θέατρο Ακροπόλ στις αρχές του 1993:

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

Η ιστορία δυο τραγουδιών...

Εδώ και δέκα εβδομάδες το Βήμα προσφέρει στους αναγνώστες και τις αναγνώστριές του μια σειρά CD με τίτλο Πενήντα χρόνια ελαφρό τραγούδι. Η προσφορά που θα αποτελείται συνολικά από 14 κασετίνες των πέντε CD, δηλαδή 70 συνολικά CD, φέρνει στα σπίτια μας ορισμένα από τα πιο όμορφα ελληνικά τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ, τραγούδια που δυστυχώς για πολλούς λόγους τα τελευταία χρόνια είναι καταδικασμένα στη λήθη. Το ελαφρό τραγούδι είναι παρεξηγημένο στις μέρες μας, μια παρεξήγηση που ξεκίνησε πριν από σαράντα περίπου χρόνια, όταν τα έργα του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη άλλαζαν το τοπίο του ελληνικού τραγουδιού ενώ το λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι κέρδιζαν όλο και περισσότερο έδαφος, «εκμεταλλευόμενα» την παρακμή η οποία είχε αρχίσει να χαρακτηρίζει το ελαφρό στα τέλη της δεκαετίας του ’50.


Σε κάθε περίπτωση, το Βήμα μας θυμίζει πολλές από τις καλύτερες στιγμές του ελαφρού και ανάμεσα στα 500 τραγούδια που έχουν ήδη κυκλοφορήσει (σήμερα δόθηκε το 50ό CD της σειράς) μπορούμε να ακούσουμε αληθινά διαμάντια, όλων σχεδόν των συνθετών, στιχουργών και ερμηνευτών/τριών του είδους: μερικά από αυτά είναι εξαιρετικά σπάνια, όπως το «Τρεχαντήρι» του Αττίκ με τη Δανάη. Από τις πρώτες μέρες της κυκλοφορίας της συλλογής, γεννήθηκαν προσδοκίες και για κάποιες σπάνιες ηχογραφήσεις της Ρένας Βλαχοπούλου, καθώς η φωτογραφία της βρίσκεται σε κάθε κασετίνα της συλλογής (μαζί με τις φωτογραφίες των Σοφίας Βέμπο, Σώτου Παναγόπουλου, Μάγιας Μελάγια, Φώτη Πολυμέρη, Νίκου Γούναρη και του Τρίο Κιτάρα).

Τελικά έπρεπε να φτάσουμε στη δέκατη εβδομάδα για να ακούσουμε και δύο τραγούδια με τη Ρένα, τα οποία υπάρχουν στα CD που δόθηκαν προχτές, Πέμπτη, και χτες, Παρασκευή. Αν και δεν είναι τα σπάνια τραγούδια που εγώ έλπιζα να ακούσω (δηλαδή ηχογραφήσεις της από τη δεκαετία του ’40 ή τα πρώτα χρόνια του ‘50), είναι δυο κομμάτια από δίσκο 78 στροφών του 1954, που έχουν επανεκδοθεί μόνο μια φορά σε βινύλιο (και αργότερα σε CD) σε μια συλλογή με τίτλο Ας ξαναγύριζαν τα χρόνια τα παλιά και δεν υπάρχουν σε καμιά από τις προσωπικές συλλογές της Ρένας που κυκλοφορούν στο εμπόριο. Οι υπεύθυνοι αυτής της έκδοσης έχουν επεξεργαστεί εκ νέου τις ηχογραφήσεις και έτσι ο ήχος είναι πολύ καλύτερος από ό,τι στην προηγούμενη επανέκδοσή τους.

Θα ήθελα να σταθώ λίγο σ’ αυτά τα δυο τραγούδια γιατί θεωρώ ότι αδικήθηκαν στο ένθετο με τις χρήσιμες πληροφορίες που δίνεται από το Βήμα κάθε Σάββατο για κάθε κασετίνα που κυκλοφορεί. Ο επιμελητής (ή η επιμελήτρια) της συλλογής αυτής (όνομα δυστυχώς δεν έχω δει σε καμιά κασετίνα μέχρι σήμερα) γράφει πάντα κάποια σχόλια για τα περισσότερα τραγούδια, ωστόσο για αυτά τα δύο τραγούδια της Ρένας δίνονται μόνο τα ονόματα των δημιουργών τους και η χρονιά της ηχογράφησης.

Τα τραγούδια αυτά λοιπόν είναι το «Σατράπη μου» και το «Κάνε μου τέτοια»: η μουσική τους ανήκει στον Μενέλαο Θεοφανίδη και οι στίχοι στον Μίμη Τραϊφόρο και τον Γιώργο Γιαννακόπουλο. Και τα δύο ακούστηκαν στην επιθεώρηση Σουσουράδα που ανέβηκε στο θέατρο «Βέμπο» το καλοκαίρι του 1954 με έναν μεγάλο θίασο: Σοφία Βέμπο, Νίκος Σταυρίδης, Ρένα Βλαχοπούλου, Αλίκη Βέμπο, Σοφία Βερώνη, Κώστας Δούκας, Μπέτυ Μοσχονά, Φίτσα Ντάβου, το χορευτικό ζευγάρι Γιάννης Φλερύ-Λίντα Άλμα και άλλοι πολλοί. Όπως είναι πλέον γνωστό, στην επιθεώρηση αυτή η Ρένα εμφανιζόταν ως τραγουδίστρια (και ερμήνευε το «Σατράπη μου»—δεν ήταν εύκολη υπόθεση να είσαι τραγουδίστρια σε έναν θίασο στον οποίο πρώτο όνομα ήταν η Σοφία Βέμπο: αυτό λέει πολλά για την τραγουδιστική αξία της Ρένας, ότι δηλαδή μπορούσε να σταθεί στον ίδιο θίασο με την υπ' αριθμόν ένα τραγουδίστρια του θεάτρου) αλλά ταυτόχρονα πραγματοποιούσε και την πρώτη της επίσημη εμφάνιση ως ηθοποιός, στο νούμερο «Άλα πασά μου» ή «Κάνε μου τέτοια», μαζί με τον Νίκο Σταυρίδη. Σ’ αυτό το σκετσονούμερο λοιπόν υποδυόταν μια κοπελίτσα που της κάνει κόρτε ο Σταυρίδης και στο τέλος τραγουδούσαν μαζί το ομότιτλο αρχοντορεμπέτικο τραγούδι (παρατηρήστε ότι στην παρτιτούρα του τραγουδιού υπάρχει μια φωτογραφία με τον Σταυρίδη μόνο του και μια φωτογραφία και με τους δυο!). Στον δίσκο όμως μαζί με τη Ρένα Βλαχοπούλου ακούγεται ο Πάνος Σάμης.

Το νούμερο αυτό (και συνεπώς και το τραγούδι του) ήταν το διαβατήριο της Ρένας Βλαχοπούλου για τον χώρο της υποκριτικής. Όπως θα πούμε σε κάποια άλλη ανάρτηση στο μέλλον, η Ρένα είχε κάνει «περάσματα» ως ηθοποιός και σε άλλα επιθεωρησιακά νούμερα στο παρελθόν, αλλά αυτή καταγράφεται ως η πρώτη της επίσημη εμφάνιση ως νουμερίστας, για την οποία μάλιστα απέσπασε και πολύ κολακευτικές κριτικές. Ας δούμε τι έγραψε ο Μάριος Πλωρίτης στην Ελευθερία στις 16 Ιουνίου 1954:

Από τ’ άλλα νούμερα ξεχωρίζει το «Κάνε μου τέτοια» που δίνει την ευκαιρία στη Ρένα Βλαχοπούλου να δείξει, πλάι στη γνωστή τραγουδιστική αξία της, και σημαντικά χαρίσματα νουμερίστας: υποκριτική μιμική, μπρίο, που θα το ζήλευαν και «βετεράνες» του είδους. Τη συντροφεύει ο Νίκος Σταυρίδης με το αιώνιο κέφι του και την αστραπιαία επικοινωνία του με το κοινό.


Δυο ελαφρώς διαφορετικές εκδοχές για το παρασκήνιο που προηγήθηκε πριν από την πρεμιέρα παρουσιάζονται από τον Μίμη Τραϊφόρο στο βιβλίο του Βέμπο-Τραϊφόρος, μια ζωή (εκδ. Σμυρνιωτάκης, 1988) και τον Μάκη Δελαπόρτα στο βιβλίο του Βίβα Ρένα (εκδ. Άγκυρα, 2004). Ο Δελαπόρτας αναφέρει, πιθανότατα στηριζόμενος στις αναμνήσεις της Φίτσας Ντάβου, στενής φίλης της Ρένας, ότι το νούμερο αυτό είχε γραφτεί αρχικά για τη Νανά Γκάτση και τον Σταυρίδη, αλλά η Γκάτση πίστευε ότι δεν της πήγαινε και τότε ο Σταυρίδης πρότεινε στον Τραϊφόρο να το δώσουν στη Ρένα. Ο Τραϊφόρος γράφει ότι το τραγούδι είχε ήδη δοθεί στη Ρένα και όταν είδε τον κωμικό τρόπο με τον οποίο το ερμήνευε στις πρόβες, σκέφτηκε να το «νουμεροποιήσει», να προσθέσει δηλαδή μια πρόζα και να δώσει τον αντρικό ρόλο στον Σταυρίδη.

Η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Νίκος Σταυρίδης
στο "Κάνε μου τέτοια" (φωτογραφία από
το βιβλίο Βίβα Ρένα του Μ. Δελαπόρτα,
εκδ. "Άγκυρα")

Όποια πηγή και αν είναι πιο κοντά στην αλήθεια, πρέπει να πούμε ότι αυτή η απόφαση φαίνεται ότι είχε παρθεί αρκετά νωρίς (και όχι την τελευταία στιγμή, όπως φαίνεται ότι συνέβη σύμφωνα με το βιβλίο του Δελαπόρτα) γιατί η είδηση ότι η Ρένα Βλαχοπούλου δεν θα τραγουδάει απλώς στην επιθεώρηση του «Βέμπο», αλλά θα εμφανίζεται και σε σκετς είχε δημοσιευτεί στα Νέα στις 9 Απριλίου 1954 ενώ η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 9 Ιουνίου. Και οι δυο πηγές όμως (καθώς και οι προφορικές αφηγήσεις της Ρένας σε διάφορες συνεντεύξεις της) συγκλίνουν στο ότι η Ρένα δεν ήθελε να παίξει στο νούμερο. Ο Τραϊφόρος επέμενε πολύ για να την πείσει να μην περιορίζεται στο τραγούδι: «Αυτό το σκουίλο που έχεις θα σε εγκαταλείψει μια μέρα». Και εκείνη του απαντούσε: «Και τι είναι, ωρέ, αγαπητικός για να με εγκαταλείψει;» Τελικά, λέει ο Τραϊφόρος, την ανάγκασε με… χριστοπαναγίες να προβάρει το νούμερο! Και στην πρεμιέρα έκλαιγε, φοβόταν ότι θα γίνει ρεζίλι και δεν ήθελε να βγει από το καμαρίνι της! Τελικά βγήκε, αγχωμένη, το κοινό χειροκρότησε, εκείνη σάστισε και έτσι, φυσικά, κέρδισε τον κόσμο… Σε τέτοιο βαθμό που μετά τα απανωτά μπιζ που έκαναν, ο Νίκος Σταυρίδης είπε στον Τραϊφόρο: «Με διέλυσε η κωλο-Κερκυραία!».

Ο δίσκος με αυτά τα δυο τραγούδια κυκλοφόρησε από την Odeon το καλοκαίρι του 1954. Η Ρένα βρίσκεται σε πλήρη τραγουδιστική ακμή και η φωνή της είναι γεμάτη παλμό και εκφραστικότητα. Η ενορχήστρωση και η διεύθυνση της ορχήστρας ήταν του Ζακ Ιακωβίδη. Παράλληλα με τη Ρένα, το τραγούδι ηχογράφησαν εκείνη την εποχή άλλες δυο δημοφιλείς τραγουδίστριες (και φίλες της), η Μάγια Μελάγια και η Καίτη Μπελίντα. Ο «Σατράπης» όμως παρέμεινε μια αποκλειστικότητα της Ρένας (η μόνη τραγουδίστρια που φαίνεται να το έχει ηχογραφήσει είναι η Ντόρις Σπίνουλα, στον δίσκο της Ομόνοια Πλας που περιέχει αποκλειστικά τραγούδια του Μενέλαου Θεοφανίδη). Και τα δυο τραγούδια όμως τα ηχογράφησε ξανά η Ρένα Βλαχοπούλου για τον πρώτο προσωπικό της δίσκο 33 στροφών που κυκλοφόρησε το 1985 με δυο(!) τίτλους, Θα σε πάρω να φύγουμε και Η αρτίστα (σε CD υπάρχει σήμερα μόνο ως Θα σε πάρω να φύγουμε) σε παραγωγή Γιώργου Κατσαρού.

Ο υπέροχος αυτός δίσκος περιέχει στην πρώτη του πλευρά έξι παλιές επιτυχίες της Ρένας σε καινούριες ηχογραφήσεις, με εξαιρετικές «σημερινές» ενορχηστρώσεις του Γιώργου Κατσαρού (το μπουζούκι πλέον ακούγεται απενοχοποιημένο στο «Κάνε μου τέτοια»—στην πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού δεν υπάρχει μπουζούκι, καθώς τα ελαφρά τραγούδια δεν επιτρεπόταν να χρησιμοποιούν αυτό το όργανο τότε—ενώ ο «Σατράπης» κρύβει καλά την ηλικία του με μια σημερινή, μοντέρνα εκδοχή). Ακούγοντας τα δυο αυτά τραγούδια ερμηνευμένα από την πρώτη τους διδάξασα 31 χρόνια μετά από την πρώτη τους εκτέλεση, αναλογιζόμαστε τα λόγια του Μίμη Τραϊφόρου: το σκουίλο σίγουρα δεν είναι τόσο εντυπωσιακό όσο το 1954, αλλά το μπρίο, η υποκριτική ικανότητα, η εκφραστικότητα, η χάρη της θεατρίνας είναι εκεί και φανερώνουν όχι τα χρόνια που πέρασαν, αλλά τις πολύτιμες θεατρικές εμπειρίες που κερδήθηκαν μέσα σ’ αυτά τα χρόνια…

Αυτή είναι λοιπόν η ιστορία των δυο τραγουδιών της Ρένας που μας πρόσφερε το Βήμα αυτή την εβδομάδα. Ίσως φλυάρησα λιγάκι και είπα περισσότερα από όσα χρειαζόταν (ενώ θα ‘πρεπε απλώς να πω λίγα περισσότερα από αυτά που λέγονται στο ένθετο της συλλογής του Βήματος). Ελπίζω στις υπόλοιπες 4 κασετίνες που θα προσφερθούν από την εφημερίδα να υπάρχουν και άλλα τραγούδια της Ρένας, γιατί θα πρέπει να δικαιολογηθεί και η παρουσία της φωτογραφίας της! Και οφείλω να ομολογήσω ότι, όσο και αν με χαροποίησε η φωτογραφία αυτή, θα ήταν σωστότερο να υπάρχει μια φωτογραφία της Δανάης Στρατηγοπούλου (άλλη μεγάλη μου αδυναμία), καθώς υπάρχουν πολλές περισσότερες ηχογραφήσεις της στη συλλογή αυτή και τουλάχιστον μια φωτογραφία τη δικαιούνταν. Ίσως η φωτογραφία της Ρένας να εξυπηρετεί περισσότερο διαφημιστικούς σκοπούς (και σαφώς μας… κολακεύει σ’ αυτό το μπλογκ η ιδέα ότι η Ρένα μπορεί να προσελκύει αγοραστές!) αλλά η αλήθεια πρέπει να λέγεται!

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

Χ Σκηνής: Αυτά που κάψαν το σανίδι...


Θέλησα να περάσουν λίγες μέρες από τις δυο βραδιές που έζησα στο Ηρώδειο με το Χ-Σκηνής: Αυτά που κάψαν το σανίδι για να είμαι λίγο πιο αντικειμενικός και ψύχραιμος στην περιγραφή μου! Ανήκω σε εκείνους που λάτρεψαν αυτό το θέαμα (πώς αλλιώς;…) και ήξερα εξαρχής ότι θα το λατρέψω, για αυτό και είχα προμηθευτεί έγκαιρα εισιτήριο και για τις δυο βραδιές. Ήδη γράφτηκαν πολλά (ξεχωρίζω τα κείμενα του Γ. Σαρηγιάννη στα Νέα, του Β. Αγγελικόπουλου στην Καθημερινή, της Ν. Χατζηιωάννου στην Ελευθεροτυπία αλλά και του blogger Θράσος), εκφράστηκαν ενθουσιασμοί και επιφυλάξεις, καταθέτω και εγώ τις δικές μου σκέψεις για την παράσταση αυτή που είχε θέμα της τα θεατρικά τραγούδια του 20ού αιώνα τα οποία ξεκίνησαν από το σανίδι αλλά στη συνέχεια αυτονομήθηκαν και αγαπήθηκαν από όλον τον κόσμο, που πολλές φορές αγνοεί τη θεατρική τους προέλευση.

Η παράσταση κράτησε τρεισήμισι ώρες περίπου και, ειλικρινά, πέρασαν σαν νεράκι. Ο Σταμάτης Κραουνάκης κατάφερε με μαεστρία να χωρέσουν τα πάντα σε αυτήν: τραγούδια και μουσικές, συνθέτες και στιχουργοί και συγγραφείς από διαφορετικά μουσικά και θεατρικά είδη. Ηθοποιοί και τραγουδιστές/τριες διαφορετικών ηλικιών, καταβολών και εμπειριών. Όλα, όλες και όλοι έξοχα ενορχηστρωμένα και στημένα από έναν μεγάλο σύγχρονο μάστορα του μουσικοθεατρικού χώρου που είχε βεβαίως και τη συνδρομή εξαιρετικών συνεργατών: Λίνα Νικολακοπούλου και Γιώργος Παπαστεφάνου στο σχεδιασμό του προγράμματος, Γιώργος Στιβανάκης στην κίνηση, Γιάννης Μετζικώφ στα σκηνικά και κυρίως στα κοστούμια (υπέροχες οι τουαλέτες όλων των πρωταγωνιστριών, ταιριαστές στο ύφος τους, στο είδος που εκπροσωπούσαν, στα τραγούδια που ερμήνευσαν), Ελευθερία Ντεκώ στους φωτισμούς, Κώστας Αυγέρης στα βίντεο (που διακριτικά θύμιζαν όσους/όσες έχουν φύγει αλλά επέστρεψαν για δύο βράδια στο Ηρώδειο…) και Γιώργος Ζαχαρίου στη μουσική διεύθυνση και στις ενορχηστρώσεις που σεβάστηκαν την εποχή κάθε τραγουδιού αλλά ταυτόχρονα το έφεραν και στο σήμερα: δεν θα πω «εκσυγχρόνισαν», αλλά κατάφεραν να κάνουν τις μουσικές του χτες να συνδιαλλαγούν επί ίσοις όροις με τη σημερινή (μουσική) πραγματικότητα. Μεγάλη υπόθεση…

Η Σπείρα Σπείρα στην έναρξη της παράστασης

Και βέβαια η παρουσία επί σκηνής τόσων ταλαντούχων ανθρώπων. Θα ξεκινήσω, όπως όλοι, από τη Σπείρα-Σπείρα, αυτό το υπέροχο σύνολο που εδώ και μια δεκαετία έχει ομορφύνει τον μουσικοθεατρικό χάρτη της Αθήνας (και σπανιότερα, φευ, της υπόλοιπης Ελλάδας): τα εννέα σταθερά μέλη της Σπείρας (Αργυρώ Καπαρού, Ελεάννα Καραντινού, Στέλιος Καρπαθάκης, Δάφνη Λέμπερου, Βασίλης Μοσχονάς, Χρήστος Μουστάκας, Γιώργος Νανούρης, Γιώργος Στιβανάκης, Παρθένα Χοροζίδου) και οι 3 συνεργάτες της (Χρήστος Γεροντίδης, Κώστας Μπουγιώτης, Ελέανα Παπαχρήστου) ήταν διαρκώς επάνω στη σκηνή, σχολίαζαν τα τραγούδια και τις μουσικές σαν μια… φωνητική ορχήστρα και όχι απλώς χορωδία (εξαιρετικό το στήσιμό τους στην αριστερή πλευρά της σκηνής με τα αναλόγια και τις καρέκλες) και στήριζαν (και κυριολεκτικά και μεταφορικά) τους σολίστες (θα ήθελα απλώς σε κάποια τραγούδια να ακούγονται λίγο περισσότερο οι φωνές της Σπείρας και να μην τους καλύπτει η ορχήστρα). Στη δεξιά πλευρά της σκηνής ο κομπέρ Σταμάτης Κραουνάκης στο πιάνο και η κομμέρ Ελένη Ουζουνίδου στις παρλάτες έδεναν τα τραγούδια και τις εποχές.

12 από τα 49 τραγούδια της βραδιάς ήταν του Μάνου Χατζιδάκι. Δεν ήταν τυχαίο αυτό. Θα μπορούσαν να ακουστούν και άλλα τραγούδια του, έχει γράψει τόσο πολλά ωραία κομμάτια για το θέατρο. Αλλά σαφώς έπρεπε να ακουστούν και άλλοι συνθέτες: Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Μουζάκης, Σουγιούλ, Μωράκης Σαββόπουλος, Λεοντής, Σακελλαρίδης και άλλοι και φυσικά και Κραουνάκης! Και βέβαια δεν ακούστηκαν όλοι (ο blogger Θράσος επεσήμανε την απουσία του Γιάννη Σπανού, εγώ θα μπορούσα να επισημάνω κάποιους ακόμα συνθέτες και τραγούδια του «ελαφρού» που πρωτοείπε η Ρένα Βλαχοπούλου), αλλά πώς να χωρέσουν όλα; Η δομή του προγράμματος ήταν σοφά σχεδιασμένη: καμιά παρουσία δεν επισκίασε κάποια άλλη. Η διαδοχή των τραγουδιών ήταν αρμονική και η θέση κάθε τραγουδιού λειτουργική.


Η Σπεράντζα Βρανά (κάτω δεξιά) τραγουδά καθισμένη
στον θώκο, ενώ το κοινό τη βλέπει στον τοίχο
του Ηρωδείου από ταυτόχρονη λήψη κάμερας.

Ας περάσω στους σολίστες και στις ερμηνείες τους, με τη σειρά που εμφανίστηκαν. Ο Kaluta Ngole Γεράσιμος αιφνιδιαστικά κεφάτος στην Πάροδο από τους "Όρνιθες" (με τη συνδρομή της Σπείρας βεβαίως)! Ο Χρήστος Στέργιογλου άψογος και απολαυστικός στις προπολεμικές επιτυχίες του ελαφρού μουσικού θεάτρου. Η Κατιάνα Μπαλανίκα δυναμική στη «Νέα γυναίκα», πονεμένη στο «Χαστούκι» και άφταστη στην «Κρουαζιέρα του διαδρόμου», δικιά της δημιουργία που δεν νομίζω να πει ποτέ κανείς ή καμιά όπως τη λέει η ίδια. Η Ζωζώ Σαπουντζάκη ορμητικός χείμαρρος. Η Μάρω Κοντού γοητευτική και ελαφρώς αυτοσαρκαστική στη «Μαύρη Φορντ». Ο Γιώργος Μαρίνος ευαίσθητος και τρυφερός στις χατζιδακικές του ερμηνείες και στα «Παιδικά Παιχνίδια» του Κραουνάκη (το «Όνειρο παιδιών της γειτονιάς» που περίμενα πως θα ακουστεί στο φινάλε ακούστηκε μόνο ως μουσικό σχόλιο από τη Σπείρα). Η Ζωή Φυτούση μαγευτική σε αποσπάσματα του Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε. Η Σόνια Θεοδωρίδου συγκλονιστική στο «Νανούρισμα» του Ματωμένου Γάμου. Ξεσηκωτικοί ο Γρηγόρης Βαλτινός στα τραγούδια από τη Γειτονιά των Αγγέλων των Μίκη Θεοδωράκη-Ιάκωβου Καμπανέλλη και ο Δημήτρης Μπάσης στο «Φίλοι κι αδέλφια» από Το μεγάλο μας τσίρκο των Σταύρου Ξαρχάκου-Ιάκωβου Καμπανέλλη. Η Δάφνη Λέμπερου δωρική στο «Ξενιτεμένο μου πουλί». Η Μάρθα Βούρτση δυναμική και επιβλητική στο «Γελαστό παιδί».

Η Μάρθα Φριντζήλα ιδανική μπρεχτική ερμηνεύτρια. Ο Γιάννης Χαρούλης ιδανικός για τον Καπετάν Μιχάλη. Η Μελίνα Τανάγρη εξαιρετική στην παράβαση από τους Αχαρνής. Η Άννα Παναγιωτοπούλου και ο Λάκης Λαζόπουλος απολαυστικοί κορυφαίοι εκπρόσωποι του «Ελεύθερου Θεάτρου» και του «Θεσσαλικού Θεάτρου» αντίστοιχα. Και το μεγάλο φινάλε με δύο σπουδαίες κυρίες που μας έκαναν την τιμή να εμφανιστούν στο Ηρώδειο μπροστά μας. Η Σπεράντζα Βρανά, αψήφησε τα προβλήματα με τα πόδια της και ερμήνευσε από τον θώκο το «Τραμ το τελευταίο» και το «Μονοπάτι». Και η Κυρία Άννα Καλουτά, η κορυφαία εκπρόσωπος του μουσικού θεάτρου στην Ελλάδα, μας συγκίνησε όλους και όλες με τη λαμπερή παρουσία της, το αγέραστο μπρίο της και το «μήνυμά» της: «Είμαι ακόμα ζωντανή, στη σκηνή…». Το φινάλε αποθεωτικό, με όλον τον θίασο επί σκηνής και την Άννα Καλουτά καθισμένη στη μέση, στον θρόνο της, να τραγουδούν το «Σήκω, χόρεψε συρτάκι», τρυφερή αναφορά στην Αλίκη Βουγιουκλάκη, και να μας αποχαιρετούν με Νίκο Χατζηαποστόλου και «Η πρώτη αγάπη δεν λησμονιέται»…

Δεν ήταν μόνο η Αλίκη παρούσα μέσα από τα βίντεο του Κώστα Αυγέρη. Ήταν εκεί και η Μελίνα Μερκούρη, ο Δημήτρης Χορν, η Κατίνα Παξινού, η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Κυβέλη, η Τζένη Καρέζη, η Σοφία Βέμπο, ο Μάνος Χατζιδάκις… Και βέβαια ήταν εκεί και όλοι οι εκπρόσωποι της κωμωδίας και της επιθεώρησης, άρα και η Ρένα Βλαχοπούλου.

Ο Λάκης Λαζόπουλος τραγουδά για τους θεατρίνους και τις θεατρίνες της παλιάς
επιθεώρησης ενώ πίσω του, στον τοίχο του Ηρωδείου, προβάλλονται οι μορφές τους.

Ένιωθα πως η Ρένα Βλαχοπούλου ήταν παρούσα και μέσα από τις φίλες της και για πολλά χρόνια συνεργάτιδές της: την Άννα Καλουτά, τη Σπεράντζα Βρανά, τη Ζωζώ Σαπουντζάκη και τη Μάρω Κοντού (η οποία άλλωστε μας θύμισε και την Οδό Ονείρων—και συγχωρήστε μου την επιμονή—έως και εμμονή—να λέω ξανά και ξανά πόσο σημαντική ήταν η παρουσία της Ρένας Βλαχοπούλου για αυτή την παράσταση του Χατζιδάκι, δείτε τις σχετικές αναρτήσεις του Ιουνίου και του Απριλίου). Αλλά η Ρένα ήταν παρούσα και μέσα από τα λόγια της Λίνας Νικολακοπούλου: το τραγούδι της «Επιθεώρηση» που είχε γράψει μαζί με τον Διονύση Τσακνή για την επιθεώρηση του Θεσσαλικού Θεάτρου Μας πήρε το ποτάμι (παρουσιάστηκε τον χειμώνα του 1990-91) και πρωτοτραγούδησε ο Κώστας Τσιάνος ενώ στο Ηρώδειο μας το θύμισε σαν παρλάτα ο Λάκης Λαζόπουλος, εμβόλιμα στο τραγούδι «Όλα γι’ αυτή την πόλη» από τη Λυσιστράτη:

Επιθεώ- θεώ- θεώ, Θεό δεν έχει η αθεό-
επι θεώ κι επί λαώ επιθεώρηση.
Που ανεβάζει επί σκηνής, τους οδοιπόρους κι ασθενείς
που της φωνάζουν της ζωής: αναθεώρηση!

Σανίδι το σανίδι, πενήντα χρόνια ήδη
και σήμερα απ’ τη Λάρισα για χάρη σου σοφάρισα
στο χρόνο μέσα ολόκληρο ταξίδι.
Μάζεψα χρόνο κι υλικό, σ’ άλλη διάσταση
Πάρε φωτιά Θεσσαλικό, κάνε παράσταση.

Επιθεώ- θεώ- θεώ, Θεό δεν έχει η αθεό-
επι θεώ κι επί λαώ Επιθεώρηση.
Που μια ζωή μας συγκινείς μ αυτούς τους πρώτους ευγενείς
που μες τα χέρια σου γεμίσαν αναγνώριση.

Φωτόπουλος ο Μίμης κληρονομιά μας άφησε
εκείνο το 'θα κάααθεσαι' στο πρόχειρο της μνήμης.
Κι ο Αυλωνίτης ο Βασίλης στο στοιχείο του
σ αυτό το ρόλο του γλεντζέ του αστοιχείωτου.

Επιθεώ- θεώ- θεώ, Θεό δεν έχει η αθεό-
επιθεώ κι επί λαώ Επιθεώρηση.
Μ αυτά τα φίνα θηλυκά που ‘μείναν πλέον θρυλικά
κι από τα γέλια τους παθαίναμε συμφόρηση.

Η Ρένα μας η Ντορ για τσαχπινιά δική της
στα νούμερα που έκανε τον κόσμο πια τον ξέκανε
τραβώντας όλο νάζι το βρακί της.
Κι η Βλαχοπούλου η γυναίκα η τεράστια
με το τραγούδι της ξυπνούσε τα προάστια.


Σταυρίδης Καλουτά,
μα και Λογοθετίδης
Χειροκροτείστε δυνατά
γιατί από τότε και μετά
στο τώρα καταλήγεις.


Και όσο έλεγε τούτα τα λόγια ο Λαζόπουλος, πίσω στους τοίχους του Ηρωδείου προβαλλόταν μια φωτογραφική σύνθεση του Ντίνου Πετράτου με τους πρωταγωνιστές και τις πρωταγωνίστριες του μουσικού θεάτρου που, με εξαίρεση τις τέσσερις κυρίες που εμφανίστηκαν στην παράσταση του Ηρωδείου (Καλουτά, Βρανά, Σαπουντζάκη, Κοντού) και την υπέροχη Μάγια Μελάγια που παρακολούθησε την παράσταση του Σαββάτου (και είμαι σίγουρος ότι της έγινε πρόταση να εμφανιστεί αλλά θα αρνήθηκε για τους δικούς της λόγους), έχουν πια πεθάνει. Ανάμεσά τους η Ρένα Βλαχοπούλου, σε ένα στιγμιότυπο με τη Ζωζώ Σαπουντζάκη από την επιθεώρηση Κάθε καρυδιάς καρύδι που ανέβηκε το καλοκαίρι του ’60 στο θέατρο «Μετροπόλιταν».

Ο Κραουνάκης και οι συνεργάτες του παρέδωσαν, όπως έγραψε ο ίδιος, τον 20ο αιώνα στον 21ο και, γράφω εγώ, το έκαναν με τον καλύτερο τρόπο. Η παράσταση είχε συγκίνηση αλλά είχε και μέτρο. Είχε πολλές αναμνήσεις αλλά δεν είχε ρετρό διάθεση. Είχε αναφορές σε «απουσίες» και στο «χθες» αλλά είχε και άφθονο «σήμερα», ζωντανές και δυναμικές παρουσίες. Πάντρεψε ιδανικά ανθρώπους μεγάλης ηλικίας με νέα παιδιά που τώρα ξεκινούν και έχουν τα προσόντα για ένα υπέρλαμπρο μέλλον. Αρκεί να τους σταθούν σπουδαίοι συνθέτες και στιχουργοί, να τους γράψουν τραγούδια σαν κι αυτά, να τους δώσουν ευκαιρίες σαν αυτήν την παράσταση. Για την οποία θέλω να πω πολλά ευχαριστώ: πρώτα από όλα στον Γιώργο Λούκο, τον πρόεδρο του Φεστιβάλ Αθηνών, που είχε αυτή την ιδέα και βέβαια στον Σταμάτη Κραουνάκη που εμπνεύστηκε, οργάνωσε και απογείωσε αυτό το υπέροχο θέαμα. Και τέλος σε όλους τους συντελεστές, τους πρωταγωνιστές και κυρίως τις πρωταγωνίστριες που απέδειξαν την κλάση τους και ορισμένες ξεπέρασαν σημαντικά εμπόδια και... είπαν "ναι"!

Το απόγευμα του Σαββάτου, λίγο πριν τη δεύτερη παράσταση, ο Σιδερής Πρίντεζης είπε στην εκπομπή του Πάμε σαν άλλοτε στο «Δεύτερο» ότι αν ζούσε η Ρένα Βλαχοπούλου, όσο χρονών και αν ήταν, θα ήταν παρούσα στην παράσταση αυτή τραγουδώντας «Έχω απόψε ένα κέφι τρελό». Με κάποιον τρόπο η Ρένα ήταν εκεί… Και όλοι/ες εμείς που ήμασταν επίσης εκεί είχαμε όντως ένα κέφι τρελό!

Ο Σταμάτης Κραουνάκης αποχαιρετά το κοινό του Ηρωδείου
παίζοντας στη λατέρνα το "Αυτή η νύχτα μένει".
Αυτές οι δυο νύχτες θα μείνουν!