Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Σε παλιές γειτονιές...

Μια ευχάριστη έκπληξη περίμενε τον Rena Fan αλλά και κάθε ρενοφανατικό/ή ακροατή/άτρια που άκουγε την περασμένη Κυριακή την καινούρια εκπομπή του Σιδερή Πρίντεζη Από το γραμμόφωνο στο μαγνητόφωνο στο Τρίτο Πρόγραμμα της Δημόσιας Ραδιοφωνίας. Η εκπομπή παρουσιάζει γνωστές και άγνωστες ηχογραφήσεις ξεκινώντας από τη δισκογραφία των 78 στροφών και καταλήγοντας στις μαγνητοταινίες του πλούσιου αρχείου του παλιού ΕΙΡ. Μπορεί λοιπόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν σ' αυτήν ξεχωριστή θέση το ελαφρό τραγούδι αλλά και αποσπάσματα από θεατρικά έργα. Ένας συνδυασμός αυτών των δυο στοιχείων συγκίνησε τον Rena Fan, όταν ακούστηκε από μια σπανιότατη ηχογράφηση η φωνή της Ρένας Βλαχοπούλου στο τραγούδι "Η παλιά γειτονιά".

Το τραγούδι αυτό βέβαια (μουσική: Γιώργος Μουζάκης, στίχοι: Γιώργος Ασημακόπουλος, Βασίλης Σπυρόπουλος, Παναγιώτης Παπαδούκας) είναι πασίγνωστο χάρη στη δισκογραφημένη εκδοχή του με τη Μάγια Μελάγια. Αυτό που μάλλον είναι σχετικά άγνωστο είναι ότι το τραγούδησε πρώτη στη σκηνή του θεάτρου Ακροπόλ η Ρένα Βλαχοπούλου...

Σεζόν 1955-56. Η Ρένα Βλαχοπούλου είναι πλέον πρώτο όνομα στον χώρο του ελαφρού μουσικού θεάτρου. Έχοντας πραγματοποιήσει έναν χρόνο πριν, το καλοκαίρι του 1954, το ντεμπούτο της στην υποκριτική στο θέατρο Βέμπο με το νούμερο "Άλα πασά μου, κάνε μου τέτοια", δοκιμάστηκε στη συνέχεια με επιτυχία και σε επιθεώρηση και σε μουσική κωμωδία στο θέατρο Κυβέλης (χειμώνας 1954-55). Τον Νοέμβριο του 1955 ξεκινά το γύρισμα της πρώτης της, ουσιαστικά, κινηματογραφικής ταινίας (Πρωτεουσιάνικες περιπέτειες) ενώ τον ίδιο μήνα επιστρέφει στο Ακροπόλ, στο οποίο είχε θριαμβεύσει ως τραγουδίστρια το καλοκαίρι του 1952, ως αδιαφιλονίκητη πρωταγωνίστρια: το όνομά της είναι πρώτο στις διαφημίσεις και στα δελτία τύπου ενώ στο πρόγραμμα της παράστασης η φωτογραφία της βρίσκεται στην πρώτη σελίδα, στη μέση και στο κέντρο--εκατέρωθέν της, και ελαφρώς χαμηλότερα, βρίσκονται οι φωτογραφίες της Νανάς Σκιαδά και της Σπεράντζας Βρανά, ενώ από κάτω βρίσκονται οι φωτογραφίες των Βασίλη Αυλωνίτη, Ορέστη Μακρή και Κυριάκου Μαυρέα (ας σημειωθεί ωστόσο πως--από αβρότητα του Βασίλη Μπουρνέλλη(;)--εκείνα τα χρόνια στα προγράμματα και στις διαφημίσεις του Ακροπόλ προτάσσονταν τα ονόματα και οι φωτογραφίες των γυναικών και ακολουθούσαν των αντρών).

Στον θίασο του Ακροπόλ, που εκείνη τη σεζόν λειτούργησε για πρώτη φορά ως χειμερινό θέατρο (ήταν το 10ο χειμερινό θέατρο της πρωτεύουσας και η στέγη του θα ανοιγόκλεινε μέχρι το 1959 που ο Μπουρνέλλης απέκτησε θερινό θέατρο με το όνομά του και έδωσε στο Ακροπόλ το δικαίωμα της θερινής άδειας...) ανήκουν ακόμα η Γεωργία Βασιλειάδου, η Πόπη Άλβα, η Καλή Καλό, ο Νίκος Ρίζος, η Ρένα Στρατηγού, η Στέλλα Στρατηγού και πολλά ακόμα ανερχόμενα ταλέντα--από τα οποία αργότερα ξεχώρισαν η Ζωή Φυτούση, η Άννα Μαντζουράνη, η Λένα Παμέλα, η Έλσα Ρίζου. Επικεφαλής του 36μελούς(!) μπαλέτου ο Μανώλης Καστρινός (που επιμελήθηκε και τις χορογραφίες) και η Χρυσούλα Ζώκα...
Πόπη Άλβα, Νανά Σκιαδά, Χρυσούλα Ζώκα και Ρένα Βλαχοπούλου στην αποθέωση 
της επιθεώρησης Τζώνηδες και κάου-μπόυ
(φωτογραφία από το αρχείο του Γιώργου Χατζηδάκη και την ιστοσελίδα Τόπος Θεάτρου)

Με αυτά τα μυθικά ονόματα η επιτυχία του θιάσου μοιάζει δεδομένη. Με σχετική καθυστέρηση (λόγω των εργασιών στέγασης αλλά και της έγνοιας των συντελεστών να είναι άρτια η παράσταση) η πανηγυρική πρεμιέρα δίνεται το Σάββατο 29 Νοεμβρίου 1955. Ο τίτλος της επιθεώρησης που γράφει η τριάδα Ασημακόπουλος-Σπυρόπουλος-Παπαδούκας σε μουσική Γιώργου Μουζάκη είναι Τζώνηδες και Καου-μπόυ. Σκηνικά και κοστούμια του Γιώργου Ανεμογιάννη. Το τραγούδι της έναρξης που τραγουδούν η Μαίρη Ντόλτση, ο Παύλος Πατάκας (μετέπειτα σύζυγος της Σπεράντζας Βρανά) και νέοι ηθοποιοί του θιάσου εξηγεί:
Τζώνηδες από τη Λόντρα
που παντού μας πάνε κόντρα
και ωραίοι κάου-μπόυ
από Τέξας και Ντητρόιτ
έχουν βρει πως η Ελλάδα
έχει χάρη κι ομορφάδα
που δεν έχουν άλλοι τόποι

Τζώνηδες και κάου-μπόυ
που μας χόρτασαν γιες από ψευτιές.
Τζέντλεμαν και πρώτο μπόι
που μας άναψαν γιες πολλές φωτιές.
Μας αγαπούν πολύ και μας το δείξανε,
με την αγάπη τους πολύ μας πνίξανε.
Τζώνηδες και κάου-μπόυ
είναι του τόπου μας οι κουμπαριές
κι η δουλειά τους πια τραβάει ρολόι,

εκείνοι όλο "νόου" κι εμείς "όου γιες"


Μια κριτική του Μάριου Πλωρίτη για την παράσταση συγχαίρει τον Βασίλη Μπουρνέλλη για τη δημιουργία ενός νέου θεάτρου "σε μια εποχή που κάθε μάντρα γίνεται πολυκατοικία" και στη συνέχεια επισημαίνει πως η επιθεώρηση αυτή δεν περιέχει σχεδόν καθόλου σάτιρα της εσωτερικής πολιτικής αλλά επικεντρώνεται "σχεδόν αποκλειστικά στους 'μεγάλους μας φίλους και συμμάχους'". Δικαιολογεί πάντως τους συγγραφείς γιατί φαίνεται ότι η ελληνική κοινή γνώμη κατάπινε πολλά τα τελευταία χρόνια και το 1955 ήταν επιτέλους η στιγμή να διοχετεύσει κάπως τον θυμό της, έστω και επευφημώντας τα σχετικά νούμερα στις επιθεωρήσεις, τις οποίες ο Πλωρίτης προτρέπει τους ντόπιους πολιτικούς και τους ξένους διπλωμάτες να παρακολουθήσουν: "Με λίγη διαύγεια πνεύματος--και έναν καλό δραγουμάνο--θα είχαν να διδαχθούν πολλά".
Σπεράντζα Βρανά-Κυριάκος Μαυρέας στο Ακροπόλ (1956)
(από το βιβλίο της Σ. Βρανά Τα μπουλούκια, το θέατρο κι εγώ, εκδ. Εξάντας)

Ωστόσο ο Πλωρίτης δεν θεωρεί πως το σατιρικό μέρος του έργου επιτυγχάνει πάντα, επισημαίνει ωστόσο: "Τις καλύτερες στιγμές του, οπωσδήποτε, τις βρήκε στο ντουέτο 'Μεγαλοφυίες και ψώνια" και στον 'Παλιό σαλπιγκτή'. Το πρώτο εκτελέσθηκε από τις κ. Ρένα Βλαχοπούλου και Πόπη Άλβα με μπρίο αληθινής 'κλάσεως' γεμάτο ευρήματα και σπιρτάδα. Στο δεύτερο ο κ. Ορέστης Μακρής και οι δ. Ρένα και Στέλλα Στρατηγού έδωσαν με κέφι και νοσταλγία τον καημό του παλιού επίστρατου". Ο Πλωρίτης αναφέρει πως οι υπόλοιποι/ες πρωταγωνιστές/τριες (Βρανά, Μαυρέας, Αυλωνίδης, Σκιαδά, Καλό) κερδίζουν έτσι κι αλλιώς το χειροκρότημα του κοινού με τον τρόπο τους, ενώ η Σπεράντζα Βρανά θυμάται στα βιβλία της πως σε αυτή την παράσταση ένιωσε πως βρίσκεται στο ζενίθ της καριέρας της όταν στο φινάλε του σόλου της "Η γλώσσα του λαού" τραγούδησε διασκευασμένο σε μπλουζ το τραγούδι του Χιώτη "Απόψε φίλα με"...

Ευτυχώς έχει διασωθεί ένα απόσπασμα από το ντουέτο της Ρένας και της Πόπης Άλβα "Μεγαλοφυίες και ψώνια" στο πρόγραμμα της παράστασης που μαρτυρεί πάντως, παρά τις ενστάσεις του Πλωρίτη, πως οι συγγραφείς ασχολήθηκαν και με τους ντόπιους πολιτικούς:
Τις πτήσεις ο Κανέλλος αγαπά
κι αεροπλάνο από το Βουρβουμπά
ζητάει, τ' αρπάει, τραβάει,
πετάει, πετάει, πετάει
και πάει, και πάει, και πάει
πάνω απ' τη γης.


Μονάχα που συχνά έχει γινή
και του αεροπλάνου η μηχανή
χαλνάει, χαλνάει, χαλνάει
κι όπως βουτάει, βουτάει,
σχολνάει, σχολνάει

ο Παναγής.

Ρένα Βλαχοπούλου-Πόπη Άλβα στη γενική δοκιμή του έργου

Επίσης έχουν διασωθεί και δυο φωτογραφίες από το ντουέτο των δυο πρωταγωνιστριών: μία από τη γενική δοκιμή και μία από την παράσταση. Η Ρένα και η Πόπη Άλβα συνεργάστηκαν αρκετά και στο θέατρο και στο σινεμά (Πρωτευσιάνικες περιπέτειες, Μια Ελληνίδα στο χαρέμι και κυρίως Μια τρελή τρελή σαραντάρα όπου η Άλβα είναι απολαυστική ως υπηρέτρια Ειρήνη που σπάει τα νεύρα στην τρελή χήρα...). Βέβαια η Πόπη Άλβα δεν έκανε τη σπουδαία καριέρα της Ρένας στο μουσικό θέατρο (η Σπεράντζα Βρανά αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η Πόπη Άλβα ήταν μάλλον άτυχη γιατί την εποχή που πήγαινε να καθιερωθεί ως σουμπρετοκαρατερίστα, "ενέσκηψε η Βλαχοπούλου ως θεομηνία και την κατατρόπωσε"...) πάντως αργότερα, στα χρόνια του '70, η Πόπη Άλβα μεταπήδησε στην πρόζα και συνεργάστηκε επί χρόνια με το ΚΘΒΕ, ενώ στο τέλος της καριέρας της συνεργάστηκε και με τον θίασο Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ στη Φιλουμένα Μαρτουράνο).

Ρένα Βλαχοπούλου-Πόπη Άλβα στο "Μεγαλοφυίες και ψώνια"
(από το βιβλίο της Σ. Βρανά Τα μπουλούκια, το θέατρο κι εγώ, εκδ. Εξάντας)


Σε αυτή την επιθεώρηση, η Ρένα Βλαχοπούλου δεν είχε σόλο ως ηθοποιός, ως πρώτη όμως τραγουδίστρια του θιάσου είχε δύο πολύ όμορφα τραγούδια, στη μέση περίπου της πρώτης πράξης. Στο πρόγραμμα διαβάζουμε τους τίτλους "Έλα κοντά μου" και "Η παλιά γειτονιά". Το "Έλα κοντά μου", όπως μαρτυρά η παρτιτούρα του κομματιού, είναι μια γλυκιά χαμπανέρα:
Θέλεις να φύγεις, πού θα πας,
θ' αρχίσεις πάλι ν' αγαπάς
πάλι αγωνίες και καημοί και χτυποκάρδια...
Ένα καινούριο "σ΄αγαπώ"
όσο κι αν είναι χαρωπό
ρουτίνα γίνεται κι αυτό σε λίγα βράδια


Έλα κοντά μου,
αγαπημένη συντροφιά μου,

δεν τελειώνει από το βράδυ ως το πρωί
μια τέτοια αγάπη, μιαν ολόκληρη ζωή.
Έλα κοντά μου,
κι αν σε κουράζει η αγκαλιά μου,
ίσως να βρω καινούρια λόγια και σκοπό
και να σου πω πόσο ακόμα σ' αγαπώ.



Το τραγούδι αυτό μάλλον δεν δισκογραφήθηκε ποτέ, αλλά, όπως είπαμε, δισκογραφήθηκε το δεύτερο τραγούδι, το υπέροχο βαλς "Η παλιά γειτονιά" με την έξοχη Μάγια Μελάγια.
Σε μια γειτονιά φτωχική
ο νους μου συχνά με γυρίζει
και κάποιες χαρές που περάσανε μου θυμίζει
Και τώρα ακόμα από εκεί
ποτέ δεν περνά λιμουζίνα
σε κάθε μπαλκόνι γαρύφαλλα κι άσπρα κρίνα


Ω, ω, ω, μια κιθάρα στο στενό
Ω, ω, ω, με καημό για έναν έρωτα αγνό.
Να ξεχάσω ποτέ δεν μπορώ
τον παλιό τον καλό τον καιρό
μια γωνιά στην παλιά γειτονιά


Παράθυρο μισόκλειστο
κι η πρώτη μου αγάπη στη γρίλια
του έρωτα η πρώτη χαρά και η πρώτη ζήλεια
Φεγγάρι ασημί γελαστό
που παίζει στης λεύκας τα κλώνια,
τα αξέχαστα ωραία αυτά τα χρόνια


Ω, ω, ω, μενεξές το πρωινό
Ω, ω, ω, κι απαλό το γλυκό δειλινό
να ξεχάσω ποτέ δεν μπορώ
τον παλιό τον καλό τον καιρό
μια γωνιά στην παλιά γειτονιά

Η Μάγια Μελάγια σε κέντρο της εποχής.
(από το βιβλίο της Σ. Βρανά Τα μπουλούκια, το θέατρο κι εγώ, εκδ. Εξάντας)

Αρκετά χρόνια πριν είχα ακούσει τη Μάγια Μελάγια να λέει σε μια συνέντευξή της στην ΕΤ3: "Εγώ έλεγα σε δίσκους τα τραγούδια που έλεγε η Σπεράντζα Βρανά στο θέατρο και το σινεμά. Αλλά και τα τραγούδια που έλεγε η Ρένα Βλαχοπούλου στο θέατρο". Μου είχε κάνει εντύπωση τότε αυτό, γιατί ενώ ήξερα ότι πράγματι η Μελάγια είχε δισκογραφήσει και το "Δώσε" και το "Μάμπο" της Βρανά, γνώριζα μόνο την ηχογράφηση του "Κάνε μου τέτοια" με τη φωνή της και μου είχε φανεί... υπερβολικός ο πληθυντικός αριθμός για τα τραγούδια της Ρένας. Τελικά η Μάγια Μελάγια έλεγε... αλήθεια! Με τον καιρό ανακάλυψα η Ρένα πρωτοτραγούδησε και την "Παλιά γειτονιά" αλλά και άλλα, παλιότερα σουξέ της δισκογραφίας της Μάγιας Μελάγια: το όμορφο μπιγκίν "Σ' αγαπώ τόσο πολύ" ήταν τραγούδι που λάνσαρε η Ρένα στο Ακροπόλ το '52, ενώ το ίδιο εκείνο καλοκαίρι μοιραζόταν μαζί με τη Μελάγια και την Μπελίντα το "Βρε παιδιά δεν έχει μπέσα της γυναίκας η καρδιά" που τελικά το ηχογράφησε η Μελάγια. Δεν ξέρω αν αυτό οφειλόταν στο ότι όλα αυτά τα τραγούδια ήταν συνθέσεις του Γιώργου Μουζάκη ο οποίος προτιμούσε την Columbia (ενώ η Ρένα ανήκε στην Odeon) και επιπλέον την εποχή εκείνη ήταν και σύντροφος της Μάγιας Μελάγια και ήταν πιθανό να προτιμούσε να της δίνει περισσότερα τραγούδια του για τη δισκογραφία. Μπορεί βέβαια όλα αυτά να οφείλονταν απλώς στη συγκριτικά πιο περιορισμένη παρουσία της Ρένας Βλαχοπούλου στα στούντιο των δισκογραφικών εταιριών, καθώς φαίνεται πως η σπουδαία αυτή τραγουδίστρια πήγαινε πιο συχνά στους ραδιοθαλάμους του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας.
Βλαχοπούλου-Μπελίντα-Μελάγια τραγουδούν "Της γυναίκας η καρδιά" στο Ακροπόλ, το 1952.
Φωτογραφία από το βιβλίο του Μ. Δελαπόρτα Βίβα Ρένα (Άγκυρα, 2002)

Έτσι πήγε στο ΕΙΡ κάποια στιγμή το φθινόπωρο του 1955 και ηχογράφησε με την ορχήστρα του την "Παλιά γειτονιά". Στην εκπομπή του Σιδερή Πρίντεζη ακούσαμε μόνο το δεύτερο κουπλέ και το ρεφραίν. Όπως ανέφερε ο παραγωγός, επρόκειτο για ένα απόσπασμα από τη εκπομπή του Άχιλλέα Μαμάκη Το θέατρο στο μικρόφωνο στην οποία παρουσιάστηκε η ανασκόπηση των θεατρικών γεγονότων της χρονιάς εκείνης. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι σε κάποια άλλη εκπομπή του ΕΙΡ θα είχε ακουστεί ολόκληρο το κομμάτι (η Ρένα συμμετείχε τακτικά σε εκπομπές με την ορχήστρα) και δεν αποκλείεται κάποια στιγμή να βρεθεί ολόκληρη η ηχογράφηση. Ωστόσο, ακόμα και αυτό το ντοκουμέντο είναι αρκετό για να μας υπενθυμίσει τον ξεχωριστό τρόπο ερμηνείας της Ρένας Βλαχοπούλου, την έκταση της φωνής της και τη μοναδική της εκφραστικότητα--ειδικά σε αυτά τα περιγραφικά τραγούδια όπως είναι η "Παλιά γειτονιά" αλλά και τόσα άλλα αθηναϊκά τραγούδια που κάποια στιγμή έχω υποσχεθεί να σας παρουσιάσω...

Η Ρένα Βλαχοπούλου στην πασαρέλα του Ακροπόλ, 
στην αποθέωση της επιθεώρησης Τζώνηδες και κάου-μπόυ
Διακρίνονται πίσω της οι πρωταγωνιστές Βασίλης Αυλωνίτης και Ορέστης Μακρής.
Φωτογραφία από το βιβλίο του Γιώργου Ανεμογιάννη Θεατρική Περιπέτεια (1990)


Το αθηναϊκό κοινό είχε την ευκαιρία να απολαμβάνει τη Ρένα Βλαχοπούλου στην "Παλιά γειτονιά", το "Έλα κοντά μου" αλλά και στο νούμερο "Μεγαλοφυίες και ψώνια" για περισσότερο από τρεις μήνες. Η επιθεώρηση Τζώνηδες και κάου-μπόυ κατέβηκε στις 11 Μαρτίου του 1956. Τη διαδέχτηκε η επιθεώρηση Άσπρο, μαύρο και ζερό στις 13 Μαρτίου, η οποία παίχτηκε για τρεις μήνες ως το τέλος της χειμερινής σεζόν. Συγγραφείς ήταν και πάλι η γνωστή τριάδα, αλλά αυτή τη φορά τη μουσική έγραψε ο Μίμης Πλέσσας, εγκαινιάζοντας τη συνεργασία του με τη Ρένα Βλαχοπούλου με δύο τραγούδια που ο ίδιος μοιάζει να μη θυμάται πια (καθώς, όποτε αναφέρεται στο πέρασμά του από το ελαφρό μουσικό θέατρο του '50, στέκεται μόνο στη συνεργασία του με τις αδελφές Καλουτά και την Μπελίντα), το "Δεν θα ξαναγαπήσω" και το "Έτσι το θέλω". Ούτε αυτά βέβαια δισκογραφήθηκαν και έτσι πέρασαν στη λήθη (ακόμα και του Μίμη Πλέσσα!) όπως και τόσες άλλες επιθεωρησιακές στιγμές.
Η έναρξη του Άσπρο, μαύρο και ζερό (από το πρόγραμμα της παράστασης Βίρα τις άγκυρες του Εθνικού Θεάτρου)

Έχουμε την ελπίδα όμως ότι μέσα από το αρχείο του παλιού ΕΙΡ και κυρίως της εκπομπής Το θέατρο στο μικρόφωνο ο Σιδερής Πρίντεζης θα εντοπίσει κι άλλους τέτοιους θησαυρούς. Ήδη στις πρώτες δυο εκπομπές του μετέδωσε ένα σπανιότατο απόσπασμα από την έναρξη της επιθεώρησης Χωρίς παράσιτα των Γιαλαμά-Θίσβιου-Πρετεντέρη και Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου (θέατρο Περοκέ, 1956), ενώ φυσικά οι περιπλανήσεις του γίνονται σε πολλές παλιές γειτονιές του θεατρικού χτες, όχι μόνο επιθεωρησιακές και οπερετικές, αφού ήδη μετέδωσε σπανιότατα αποσπάσματα από έργα πρόζας όπως το Πικ Νικ του Ουίλιαμ Ινγκ με τον Αλέκο Αλεξανδράκη και το Τριαντάφυλλο στο στήθος του Τένεσι Ουίλιαμς με τη Νέλλη Αγγελίδου σε σκηνοθεσία Κ. Κουν--αλλά και μια ραδιοφωνική συνέντευξη του ίδιου του Τένεσι Ουίλιαμς, ο οποίος είχε επισκεφτεί τα χρόνια εκείνα την Αθήνα και είχε δηλώσει ότι είναι μια πόλη στην οποία θα μπορούσε να εγκατασταθεί μόνιμα... Η εκπομπή μεταδίδεται κάθε Κυριακή, από το Τρίτο Πρόγραμμα της Δημόσιας Ραδιοφωνίας, από τις 7 ως τις 9μμ, στις συχνότητες 90,9 και 103,7. Συντονιστείτε!

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

Πέντε χρόνια χωρίς τη Δανάη Στρατηγοπούλου

Ο χρόνος περνά απίστευτα γρήγορα και η πέμπτη επέτειος του θανάτου της Δανάης Στρατηγοπούλου έφτασε κιόλας. Η Δανάη Στρατηγοπούλου λείπει πέντε χρόνια, αλλά ευτυχώς δεν απουσιάζει. Λείπει από τους ανθρώπους της, από την κόρη της, Λήδα Χαλκιαδάκη, και τα εγγόνια της, Γιώργο, Ευδοκία και Κώστα, και βέβαια από τους φίλους και τις φίλες της. Είναι όμως παρούσα με το έργο της, με τη φωνή της, με τις αναμνήσεις που μας χάρισε, με τα τραγούδια που μας κληροδότησε. Καλλιτέχνιδες/ες σαν τη Δανάη σπανίζουν στις μέρες μας. Προσπαθώ να τη φανταστώ στις σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές συγκυρίες. Νομίζω από τη μια θα βούρκωνε, όπως το "Τελευταίο της ποίημα" με τις αδικίες της σύγχρονης πραγματικότητας. Από την άλλη όμως, πιστεύω ότι θα ήταν έτοιμη να δώσει τις δικές της μάχες, με τη μαχητικότητα που τη διέκρινε αλλά και με το μέτρο της "ανήσυχης, σύγχρονης Ελληνίδας", να δια-δηλώσει την πίστη της στον άνθρωπο, τη ζωή, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία. Αλλά και την αγάπη της για την Τέχνη και τα Γράμματα, για τη Μουσική που την υπηρέτησε τόσο πιστά, για την Ποίηση που λάτρεψε όσο λίγα πράγματα...



Η Δανάη δεν θα είναι ποτέ απούσα. Το σκεφτόμουν τις προάλλες, βλέποντας μια πολύ όμορφη παράσταση στο Bios (που έχετε δυο τελευταίες ευκαιρίες να τη δείτε στις 20 και 21 του Γενάρη), το Κάπου περνούσε μια φωνή, βασισμένη στη νουβέλλα του Ναπαολέοντα Λαπαθιώτη και διασκευασμένη από τους πρωταγωνιστές της, τον Ηλία Βογιατζηδάκη (που υπογράφει και τη σκηνοθεσία), τη Μυρτώ Πανάγου και τη Νατάσα Παπανδρέου. Το έργο ξεκινά με τη φωνή της Δανάης Στρατηγοπούλου στο αριστούργημα του Αττίκ "Είναι η αγάπη χίμαιρα". Και είναι τόσο συγκινητικό να βλέπεις πόσο ουσιαστικό παραμένει το έργο της Δανάης για το έργο σύγχρονων δημιουργών...



Η ανάμνηση της Δανάης Στρατηγοπούλου, της "γιαγιάς" Δανάης, παραμένει θαλερά ζωντανή χάρη στο μοναδικό "σκεπτόμενο αίσθημά" της (χαρακτηρισμός που ανήκει στην κόρη της Λήδα Χαλκιαδάκη), την αγάπη που σκόρπιζε γύρω της, τη δύναμη που απέπνεε και ταυτόχρονα ενέπνεε. Χρέος μας είναι να θυμόμαστε όσα μάς δίδαξε και να τα κρατάμε ζωντανά μέσα από τα δικά μας μετερίζια: τα δικά μας "μικρόφωνα", τις δικές μας "πένες", τις δικές μας "σκηνές". Έτσι δεν θα πάψει ποτέ να δικαιώνεται για αυτά που πίστευε, αυτά που υπηρετούσε και αυτά που μάς ενέπνεε. Για όλα αυτά την ευχαριστούμε.


Και πάντα θα τη φέρνει στο μυαλό μας και εκείνο το γλυκόπικρο κομμάτι που της άρεσε να παίζει στο πιάνο για τους φίλους και τις φίλες της: "The shadow of your smile when you are gone..." Η Δανάη έφυγε, αλλά το χαμόγελό της μάς φωτίζει πάντα...

Το εκτενές αφιέρωμα του Rena Fan στη Δανάη μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.


Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Καλή χρονιά!

Το blog αυτό παραμένει σιωπηλό εδώ και αρκετό καιρό καθώς προσπαθώ να ισορροπήσω τη νέα μου καθημερινότητα με τις παλιές μου δυσκολίες! Μια νέα καθημερινότητα, ωστόσο, που είναι όμορφη, έχει ποικιλία, έχει καλούς φίλους και καλές φίλες (παλιούς/ές και νέους/ες), έχει νέα παιδιά ελπιδοφόρα και ταλαντούχα. (Τις παλιές μου δυσκολίες... ας μην τις απαριθμήσω καλύτερα. Άλλωστε από δυσκολίες θα είστε χορτάτες/οι κι εσείς...)

Αυτή η νέα καθημερινότητα πάντως ορίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την ξελογιάστρα πόλη που λέγεται Αθήνα. Και αυτή τη μέρα δεν θα μπορούσα να μην την τιμήσω με αυτό το πολυαγαπημένο (και πολυ...ποσταρισμένο εδώ, αλλά και αλλού) βίντεο που παρουσιάζει την εορταστική της όψη στα χρόνια του '50. Ναι, είναι φυσικά η αγαπημένη μου σκηνή από τις Πρωτεουσιάνικες περιπέτειες του Γιάννη Πετροπουλάκη στην οποία ο σκηνοθέτης μας παρουσιάζει το κέντρο της πόλης με στιγμιότυτα χαρακτηριστικά των ημερών αυτών, ενώ η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Στέφανος Στρατηγός αφήνουν δώρα σε έναν τροχονόμο της Πλατείας Συντάγματος.

Την πλήρη ιστορία αυτής της σκηνής την έχω γράψει και ξαναγράψει και μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ. Εδώ θα σας θυμίσω απλώς ότι πρόκειται για πλάνα που κινηματογραφήθηκαν στις 31 Δεκεμβρίου του 1955.

Θα ήθελα επίσης να σας θυμίσω μια από τις τελευταίες τηλεοπτικές εμφανίσεις της Ρένας Βλαχοπούλου στην οποία τραγουδά τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς και το "Πάει ο παλιός ο χρόνος" περιτριγυρισμένη από νέες/ους ηθοποιούς και τραγουδιστές/τριες. Πρόκειται για ένα απόσπασμα από την εκπομπή Μεταξύ μας που προβλήθηκε στις 3 Ιανουαρίου του 1996. Λατρεύω το κωμικό ύφος της Ρένας όταν στραβοκοιτάει την Έλντα Πανοπούλου στο άκουσμα του στίχου "Γέρε χρόνε, φύγε τώρα..."
video

Τέλος, θα ακούσουμε την ίδια τη Μούσα αυτού του blog να δίνει τις ευχές της από μια παλιά ραδιοφωνική εκπομπή του Νίκου Μαστοράκη και στη συνέχεια να τραγουδά το--ιδιαίτερα επίκαιρο αυτές τις μέρες--"Φεύγουν τα χρόνια" του Μίμη Πλέσσα από το Ραντεβού στον αέρα του Γιάννη Δαλιανίδη. Οι λεζάντες που συνοδεύουν τις φωτογραφίες είχαν γραφτεί πριν η κρίση μάς δείξει τα δόντια της και εκπλήσσουν ακόμα και μένα με την αισιοδοξία τους. Όταν το ξανασκέφτομαι όμως, νομίζω ότι έχουν ακόμα μεγαλύτερη αξία τώρα και θα πρέπει να κάνω ό,τι μπορώ για να εφαρμόσω όσα υποδεικνύουν!

video

Σας εύχομαι από καρδιάς καλή χρονιά, γεμάτη από υγεία και αγάπη!

Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

Ο Κύριος Γιάννης Βογιατζής

Αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση είναι μια παράσταση που δίνεται απόψε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου από το Εθνικό Θέατρο: η Γκόλφω του Σπυρίδωνος Περεσιάδη, μετά από την επιτυχημένη πορεία της στη σκηνή του Ρεξ την περσινή άνοιξη και πριν τη φθινοπωρινή της επανάληψη, κάνει μια στάση στο θέατρο του Πολύκλειτου, γιατί έτσι της πρέπει: ο σκηνοθέτης της Νίκος Καραθάνος "ανακάλυψε μέσα στο απλοϊκό αυτό έργο μια ποίηση, και μια ανθρωπιά, και μια τρυφερότητα, και μια συγκίνηση την οποία με τον τρόπο που διάλεξε, απλόχερα μας τη μεταδίδει" γράφει ο Γιώργος Σαρηγιάννης στη προχθεσινή του ανάρτηση με την οποία ταυτίζομαι απόλυτα...

Στην παράσταση αυτή ο Καραθάνος είχε την ιδέα να μοιράσει τους ρόλους της Γκόλφως και του Τάσου σε τρία ζευγάρια ηθοποιών διαφορετικής γενιάς: έτσι την Γκόλφω και τον Τάσο σε νεαρή ηλικία ερμηνεύουν η Εύη Σαουλίδου και ο Χάρης Φραγκούλης, σε μεγαλύτερη ηλικία η Λυδία Φωτοπούλου και ο ίδιος ο Νίκος Καραθάνος, και σε ώριμη ηλικία η Αλίκη Αλεξανδράκη και ο Κύριος Γιάννης Βογιατζής.
Προκόπης και Πολυξένη στο Ένα κορίτσι για δύο

Ο Γιάννης Βογιατζής, ο γλυκύτατος κωμικός ηθοποιός που θα μείνει στην ιστορία του ελληνικού σινεμά ως ο επίδοξος γαμπρός της Ρένας Βλαχοπούλου, κάνει τα τελευταία χρόνια μια νέα καριέρα: έχοντας αφήσει πίσω του μια επιτυχημένη πορεία στην κωμωδία και την επιθεώρηση, δοκιμάζεται σε ένα διαφορετικό θέατρο ρεπερτορίου: δεν συμμετέχει απλώς σε έργα κλασικών συγγραφέων ή αρχαίων τραγικών αλλά αφήνεται σε χέρια σκηνοθετών όπως ο Μιχάλης Μαρμαρινός και ο Γιάννης Χουβαρδάς που τον οδηγούν σε ερμηνευτικούς δρόμους που πιθανώς είκοσι χρόνια πριν δεν ονειρευόταν ούτε ο ίδιος ότι θα τους διαβεί.

Όχι ότι το κλασικό ρεπερτόριο είναι κάτι άγνωστο για τον Γιάννη Βογιατζή. Αμέσως μετά τις σπουδές του στις Δραματικές Σχολές του Εθνικού Θεάτρου και του Κωστή Μιχαηλίδη, έπαιξε Σαίξπηρ με τον θίασο του Διονύση Παγουλάτου (Ο Έμπορος της Βενετίας) και Ίψεν (Αγριόπαπια) με το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Γνώρισε ωστόσο επιτυχία μεγάλη με χαρακτηριστικούς ρόλους σε έργα του πιο "ελαφρού" θεάτρου και ήταν φυσικό να στραφεί προς τα κει, εκμεταλλευόμενος αργότερα και την αναγνωρισιμότητα που του έδωσε ο λαϊκός κινηματογράφος. 

Παιδικά χρόνια
Πριν φτάσουμε όμως εκεί, αξίζει να θυμηθούμε ότι ο Γιάννης Βογιατζής γεννήθηκε το 1927 στο Αιτωλικό, αλλά την παιδική και εφηβική του ηλικία την πέρασε σε διάφορες πόλεις επειδή ο πατέρας του ήταν δικαστικός και η οικογένειά του τον ακολουθούσε στις μεταθέσεις του. Έτσι, ο Γιάννης Βογιατζής έζησε ως παιδί στο Αλιβέρι της Εύβοιας, στα Λεχώνια της Μαγνησίας και στο Πλωμάρι της Λέσβου. Στο Αλιβέρι είδε για πρώτη φορά θέατρο από τον θίασο Παλαιολόγου, ενώ ο δάσκαλός του τού έδωσε τον πρώτο του ρόλο: τραγουδούσε "Μηχανικός θέλω να γίνω/αυτό πολύ με συγκινεί./Μα αν πάλι σέκος απομείνω/αν με πλακώσει η μηχανή;"... Έφηβος βρέθηκε το 1941 στην Κέρκυρα--δηλαδή λίγο καιρό αφότου έφυγε από εκεί η μετέπειτα παρτενέρ του Ρένα Βλαχοπούλου--όπου πέρασε τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής. Σε συνέντευξή του στην Κατερίνα Κομητα που δημοσιεύτηκε στον Ταχυδρόμο το 2010 ανέφερε δυο περιστατικά που έμειναν στη μνήμη του από εκείνη την περίοδο. Το πρώτο ήταν μια αντιστασιακή εκδήλωση μαθητών γυμνασίου της Κέρκυρα που τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο και φώναζαν "Κάτω οι Ιταλοί" ώσπου τους διέλυσαν οι Ιταλοί κλωτσώντας τους (ο Βογιατζής σώθηκε μπαίνοντας τυχαία σε ένα σπίτι, τους ιδιοκτήτες του οποίου ευχαριστούσε συγκινημένος χρόνια αργότερα όταν επισκέφτηκε με θίασο το νησί). Το δεύτερο περιστατικό ήταν το κάψιμο του Δημοτικού Θεάτρου της Κέρκυρας στη διάρκεια ενός γερμανικού βομβαρδισμού το 1943. Ο πατέρας του Βογιατζή του έλεγε να τρέξουν στο καταφύγιο για να σωθούν, αλλά εκείνος κοιτούσε με δέος το φριχτό θέαμα της καταστροφής.

Ίσως είχε ήδη αποφασίσει ότι θα γίνει ηθοποιός, για αυτό και τον σημάδεψε η καταστροφή του θέατρου. Ο πατέρας του διαφωνούσε βέβαια με την επιλογή αυτή (για πολλά χρόνια αρνούνταν να παραδεχτεί ότι ο Γιάννης Βογιατζής ήταν γιος του όταν τον ρωτούσαν--αρνούνταν επίσης να παραδεχτεί ότι ήταν συγγενής του και ο τραγουδιστής Γιάννης Βογιατζής) αλλά η μητέρα του ήταν σύμμαχός του. Ο Βογιατζής είχε είδωλο τον Δημήτρη Χορν. Θυμάται ότι μια μέρα πήγε και του είπε: "αν κάνω για το θέατρο, θα γίνω ηθοποιός. Αν δεν κάνω, πάλι θα γίνω." Ο Χορν του απάντησε: "Κάνεις!" και ο Βογιατζής πήγε στη σχολή. Φοίτησε πάντως και στην Ανωτάτη Εμπορική.
και του ‘πα «αν κάνω για το θέατρο, θα γίνω ηθοποιός. Αν δεν κάνω, πάλι θα γίνω ηθοποιός». Μου απάντησε «κάνεις» και έδωσα εξετάσεις Πηγή: www.lifo.gr
 
Θέατρο και σινεμά
Αμέσως μετά τη σχολή άρχισε να συνεργάζεται με σπουδαίους ανθρώπους του ελληνικού θεάτρου. Μετά το Θέατρο Τέχνης και την Αγριόπαπια που σκηνοθέτησε ο Κουν, δούλεψε στον θίασο της Μιράντας Μυράτ και του Μαρίνου Ιορδάνη (Ιφιγένεια εν Αυλίδι), του Μίμη Φωτόπουλου (Ο καλός στρατιώτης Σβέικ, Τοπάζ, 1956), στο Ακροπόλ όταν το θέατρο παρουσίαζε μικτό θέαμα επιθεώρησης και πρόζας (καλοκαίρι 1958, στην κωμωδία Όλα με δόσεις), στη "Δωδεκάτη Αυλαία" (Κομιστής ειδήσεων), στη "Νέα Σκηνή"  με τις/τους Σμαρούλα Γιούλη, Κάκια Αναλυτή, Κώστα Ρηγόπουλο, Κωστή Λειβαδέα (Πόσο πουλιέται το φιλί, Χορός στο στρατηγείο, Η τύχη της Μαρούλας). Θήτευσε επίσης στον θίασο του Κώστα Μουσούρη όταν εκείνος συνεργαζόταν με την Αλίκη Βουγιουκλάκη (Τόπο στα νιάτα, Φτωχό μου σπουργιτάκι, Ο πρίγκηψ και η χορεύτρια) και την Τζένη Καρέζη (Φανή, Εκείνη τη νύχτα). Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη δούλεψε κι όταν εκείνη ήταν πλέον θιασάρχισσα, στο Ρεξ, τη σεζόν 1965-66, στο λιγότερο επιτυχημένο έργο Ο κόσμος της Σούζυ Βογκ και στον θρίαμβο Η κόρη μου η σοσιαλίστρια: εκεί ερμήνευε μάλιστα τον πατέρα της Αλίκης (τον ρόλο που έπαιξε ο Λάμπρος Κωνσταντάρας στο σινεμά) φορώντας την κατάλληλη περούκα... Φαίνεται ότι από νωρίς του έδιναν ρόλους αντρών μεγάλης ηλικίας (δείτε για παράδειγμα τη φωτογραφία από το έργο Κομιστής ειδήσεων).

Στο μεταξύ είχε αρχίσει να γίνεται πολύ γνωστός από τον κινηματογράφο. Το ντεμπούτο του στο σινεμά το πραγματοποίησε με ένα μόνο πλάνο στο Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο όπου ερμηνεύει τον γυναικολόγο που εξετάζει την Τζένη Καρέζη. Ακολούθησαν μικροί ρόλοι σε γνωστές και λιγότερο γνωστές ταινίες (Ο Τζίτζικας κι ο μέρμηγκας, Ο θησαυρός του Μακαρίτη, Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα κι ο κοντός, η Λίζα και η Άλλη) μέχρι που ο Γιάννης Δαλιανίδης του χάρισε τη μεγάλη αναγνωρισιμότητα "ζευγαρώνοντάς" τον με τη Ρένα Βλαχοπούλου στο πρώτο του μιούζικαλ. 
"Μη μου μιλάς, είμαι υπνοβάτις..."


Βλαχοπούλου-Βογιατζής: ένα χαριτωμένο ντουέτο
Στο Μερικοί το προτιμούν κρύο λοιπόν, που προβλήθηκε τη σεζόν 1962-63, παίζει τον επί δεκαετία μνηστήρα της Ρένας, τον Θόδωρο, που δεν μπορεί να την παντρευτεί προτού παντρέψει τις αδελφές του, με αποτέλεσμα η Ρένα να καθυστερεί τον γάμο του δικού της αδελφού... Την επόμενη σεζόν (1963-64) ο Δαλιανίδης τους παρουσιάζει ξανά ως ζευγάρι στο Ένα κορίτσι για δύο: ο τολμηρός Προκόπης, ο ιδιοκτήτης του στεγνοκαθαριστήριου της γειτονιάς λέει στην Πολυξένη ότι έχει δυο πολυθρόνες και η μια είναι μαγκούφα και του λέει: "Γιατί δεν βάζεις και σε μένα πάνω έναν πισινό, Προκόπη;" Και η Πολυξένη του απαντά μοναδικά: "Και ήθελε ειδικά τον δικό μου πισινό;"
Ρένα και Θόδωρος στο Μερικοί το προτιμούν κρύο

Ήταν τόσο μεγάλη η επιτυχία του ζεύγους Βλαχοπούλου-Βογιατζής που στο δεύτερό του μιούζικαλ Κάτι να καίει, παρόλο που, καθώς φαίνεται, δεν υπήρχε ρόλος για τον Βογιατζή, ο Δαλιανίδης τον εμφανίζει κυριολεκτικά στο τελευταίο λεπτό της ταινίας (χωρίς να μας έχει προειδοποιήσει γι' αυτό στους τίτλους): στο τέλος της παράστασης που δίνει η παρέα της ταινίας, η Σοφία (Ρ. Βλαχοπούλου) που το έχει πάρει απόφαση ότι θα μείνει μόνη της στη ζωή βλέπει έκπληκτη στην πλατεία του θεάτρου έναν θεατή που τη χειροκροτά αφηνιασμένος από ενθουσιασμό! Χαριτωμένο εύρημα...

Στα δυο επόμενα μιούζικαλ ο Βογιατζής έχει τη θέση του στο πλευρό της Ρένας. Στα Κορίτσια για φίλημα (1964-65) είναι ο ελληνοαμερικανός Τζιμ Πάπας, θαυμαστής της Ρένας που την ακολουθεί από τη Νέα Υόρκη στην Ελλάδα (κολυμπώντας... όπως τον έχει εκείνη συμβουλέψει, όταν στην αρχή της ταινίας θέλει να τον ξεφορτωθεί--στο τελευταίο πλάνο ωστόσο του χαρίζει ένα παθιάρικο ερωτικό φιλί που κάνεις τους/τις άλλους/ες να γελούν!). Στο Ραντεβού στον αέρα (1965-66) είναι ο Βαγγέλης, ο επισμηνίας που θαυμάζει τη Ρένα Βλαχοπούλου αλλά τελικά ερωτεύεται τη σωσία της, την Τζένη Σταθάτου, που στην αρχή του κρύβει την αληθινή της ταυτότητα, αλλά αναγκάζεται να ομολογήσει την αλήθεια όταν η ίδια η Βλαχοπούλου έρχεται εξοργισμένη στο σπίτι της για να της απαγορέψει να χρησιμοποιεί το όνομά της. Απογοητευμένος ο Βαγγέλης από το ψέμα της θέλει να την εγκαταλείψει, ενώ η Τζένη συντετριμμένη από την προοπτική αυτή τον εκλιπαρεί να την παντρευτεί έστω για μια μέρα για να φύγει από πάνω της η ρετσινιά της γεροντοκόρης... Μια σπάνια δραματική στιγμή της Ρένας που με τη συνεργασία του Βογιατζή γίνεται ακόμα πιο ωραία.
Ραντεβού στον αέρα: Βαγγέλης, Ρένα, Τζένη...
(την παρουσία του Βογιατζή στο πλάνο αυτό την αντιλήφθηκα μόνο
όταν είδα την ταινία σε full screen φορμάτ!)

Τέσσερις παρόμοιοι ρόλοι του Γιάννη Βογιατζή, αλλά χρωματισμένοι με διαφορετικές πινελιές του ταλέντου του, αν τους προσέξουμε καλύτερα: ο Θόδωρος είναι πιο αποφασιστικός, ο Προκόπης τολμηρός στο κόρτε του αλλά φοβισμένος μπροστά στον υποψήφιο κουνιάδο του, ο Τζιμ Πάπας φευγάτος και ο Βαγγέλης αυστηρός επισμηνίας μεν, δειλός θαυμαστής δε, όταν πρέπει να εκφράσει τον θαυμασμό του στη μεγάλη σταρ. Και όταν νιώθει προδομένος, και δεν ξέρει πώς να αντιδράσει, λέει αφοπλιστικά: "Δεν ξέρω, πρέπει να ρωτήσω τη μαμά μου"...


Το "παιδί της μαμάς" ήταν άλλος ένας χαρακτηριστικός ρόλος του Βογιατζή στο σινεμά--γιος της φοβερής Σαπφώς Νοταρά στην ομότιτλη ταινία, δεν ξέρει πώς να της αποκαλύψει τον έρωτά του για την Ελένη Ερήμου. Ίσως στον ρόλο του αυτόν να οδήγησε η επιτυχία του ως Μικέ: ο Μικές ήταν μια μεγάλη του ραδιοφωνική επιτυχία που μεταφέρθηκε--με λιγότερη επιτυχία, όπως ομολογεί ο ίδιος με ειλικρίνεια--στο σινεμά: ένα χαριτωμένο κράμα αφέλειας και σοφίας. Ο ιδιόρρυθμος χαιρετισμός του μάλιστα ("Σας χαιρέτισα, δεν σας χαιρέτισα...") ήταν μια παιδική ανάμνηση του ίδιου του Βογιατζή: κάπως έτσι χαιρετούσε αγχωμένος τους φίλους του πατέρα του όταν ήταν μικρό παιδί, στο Αλιβέρι. Αν και στο σινεμά ο Βογιατζής έδειξε αρκετά στοιχεία της γκάμας του ερμηνεύοντας και τον βαρύμαγκα (στις Θαλασσιές τις χάντρες αλλά και σε πιο πρόσφατες ταινίες των eighties, όπως στο Κι αυτός το βιολί του στο πλευρό του αξέχαστου φίλου και συνεργάτη του Σωτήρη Μουστάκα) και παίζοντας και σε κάποιες δραματικές ταινίες (πχ στη Λόλα), έχει μείνει στη μνήμη του κοινού ως ο άτολμος συνήθως άντρας που ωστόσο κάνει προσπάθειες να επαναστατήσει (χαρακτηριστική η παρουσία του ως Πολυκράτη στο Μια Ιταλίδα στην Κυψέλη όπoυ, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Ηλίας Μαγκλίνης σε παλιότερο κείμενό του στην Καθημερινή, είναι ταυτόχρονα ο ευνουχισμένος σύζυγος της Κατερίνας Γιουλάκη αλλά και εξαίσια σαρκαστικός παρατηρητής...
Βλαχοπούλου-Βογιατζής-Κωνσταντίνου στο Σκούπα και φαράσι (1966)

Πάντως μετά το Ραντεβού στον αέρα και παρά την επιτυχία τους ως ντουέτου, η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Γιάννης Βογιατζής δεν συναντήθηκαν ξανά στο σινεμά (ίσως έφταιγε και η προσωρινή αποσκίρτηση της Ρένας στον οργανισμό Καραγιάννης-Καρατζόπουλος). Συναντήθηκαν όμως αρκετά στο θέατρο. Την πρώτη του εμφάνιση ως θιασάρχη ο Βογιατζής την πραγματοποιεί στο πλευρό της (ήταν, όπως θυμάται ο ίδιος, και ο λόγος που δεν συνέχισε την πετυχημένη του εμφάνιση στην Κόρη μου τη σοσιαλίστρια). Το καλοκαίρι του 1966 στο "Μετροπόλιταν" του Τάκη Μακρίδη ο θίασος Ρένας Βλαχοπούλου-Γιώργου Κωνσταντίνου-Γιάννη Βογιατζή παρουσιάζει τις επιθεωρήσεις Ο γάιδαρος του Χότζα των Κ. Νικολαΐδη-Η. Λυμπερόπουλου-Γ. Μουζάκη και Σκούπα και φαράσι των Γ. Γιαννακόπουλου-Κ. Νικολαΐδη-Γ. Μουζάκη. Στον θίασο μάλιστα συμμετέχει και ο τραγουδιστής Γιάννης Βογιατζής, ο ξάδελφος του ηθοποιού, άλλος στενός συνεργάτης της Ρένας (οι τρεις τους είχαν συνυπάρξει κινηματογραφικά και στο Ραντεβού στον αέρα). Η επόμενη συνεργασία Ρένας Βλαχοπούλου και Γιάννη Βογιατζή καταγράφεται στο θέατρο Ακροπόλ, τη σεζόν 1968-69, στις επιθεωρήσεις Άλλος για κούρεμα των Ασημακόπουλου-Σπυρόπουλου-Παπαδούκα και Η Γυναίκα του '69 των Οικονομίδη-Θίσβιου-Ελευθερίου (συνθέτης και στις δυο ο Λυκούργος Μαρκέας) που παρουσιάζει ο θίασος Ρένας Βλαχοπούλου-Γιώργου Κωνσταντίνου-Μάρθας Καραγιάννη-Γιάννη Βογιατζή.
Κωνσταντίνου-Βλαχοπούλου-Βογιατζής και... ο Γάιδαρος του Χότζα

Αφού γνωρίσει επιτυχία στο πλευρό κι άλλων πρωταγωνιστών/τριών όπως η Μάρω Κοντού, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας και η Άννα Φόνσου, τόσο στην κωμωδία (Μια Ιταλίδα στην Κυψέλη, 1971-72, Ένας κόσμος άνω κάτω, 1975) όσο και στην επιθεώρηση (Απριλιανά μπαλέτα, 1975) ο Γιάννης Βογιατζής συναντά ξανά τη Ρένα Βλαχοπούλου τη σεζόν 1975-76 στο θέατρο Βέμπο όπου παρουσιάζεται η επιθεώρηση Τσάτσοι-Μπίτσοι-Κώτσοι (μαζί τους οι Σωτήρης Μουστάκας, Έλενα Ναθαναήλ, Μαρία Μπονέλλου). Ο Βαγγέλης Λιβαδάς εξασφαλίζει τη συνεργασία των δυο ηθοποιών για τις δυο επόμενες σεζόν: έτσι το καλοκαίρι του 1976 συναντιούνται στο Παρκ (μαζί τους πάλι ο Σωτήρης Μουστάκας και η Μαρία Μπονέλλου) με την επιθεώρηση Στη φωλιά του Κούκου...ε και τη σεζόν 1976-77 (μαζί τους ο Χρόνης Εξαρχάκος, ο Βασίλης Τσιβιλίκας, η Αννα Παϊτατζή αλλά και ο Γιάννης Πάριος) με το Ευτυχέστα κι άστα (και οι τρεις επιθεωρήσεις γράφονται από τους Κώστα Νικολαΐδη και Πυθαγόρα με μουσική του Ζακ Ιακωβίδη και σκηνοθεσία-χορογραφίες του Φώτη Μεταξόπουλου).

Η τελευταία θεατρική συνάντηση Ρένας Βλαχοπούλου και Γιάννη Βογιατζή πραγματοποιείται στο εξωτερικό: μαζί με τη Δέσποινα Στυλιανοπούλου, τον Φαίδωνα Γεωργίτση και τον Χάρη Ρώμα περιοδεύουν τον Οκτώβρη του 1985 σε μεγάλες πόλεις της Αμερικής παρουσιάζοντας την επιθεώρηση Ελλάς Ελλάδα των Ρώμα-Σπυρόπουλου με μουσική του Γιώργου Θεοδοσιάδη. Ο Βογιατζής μιλάει πάντα με τα καλύτερα λόγια τη συνεργασία του με τη Ρένα. Τη θαύμαζε, τη σεβόταν και τη θεωρούσε ιδανική ενσάρκωση της Ελληνίδας: "Η Ρένα είναι η Ελλάδα ολόκληρη" είπε για αυτήν σε ένα αφιέρωμα που πρόβαλε ο Πρωινός Καφές του ΑΝΤ1 το 1999. Και η ίδια η Ρένα τον θυμόταν πάντα σε έναν γλυκύτατο συνεργάτη, τον παρτενέρ με τον οποίο ταυτίστηκε στη συνείδηση του μεγάλου κοινού χάρη στα πρώτα μιούζικαλ του Δαλιανίδη.

Ο Γιάννης Βογιατζής συνέχισε την καριέρα του με επιθεώρηση και κωμωδία (τον θυμάμαι πάντα στην πρώτη επιθεώρηση που είδα τον Απρίλιο του 1986, το Ανδρέα προχώρα, σε θέλει άλλη χώρα με τον θίασο Μουστάκα-Μπονέλλου-Βογιατζή στο θέατρο Εγνατία της Θεσσαλονίκης). Παράλληλα συνέχισε να πρωταγωνιστεί σε ταινίες--ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στον ρόλο του καθηγητή σε μια σειρά από χαρακτηριστικές "σχολικές" ταινίες των eighties (Ρόδα τσάντα και κοπάνα, κτλ.)--ενώ δεν απέφυγε και τον σκόπελο των βιντεοταινιών.

Στην τηλεόραση γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία στη δεκαετία του '70, συμμετέχοντας μεταξύ άλλων για δύο χρόνια (1975-77) στη θρυλική Γειτονιά του Κώστα Πρετεντέρη αλλά και στο Ημερολόγιο ενός θυρωρού (1979). Στην ιδιωτική τηλεόραση εμφανίστηκε το 1991 με τους Εργένηδες (τότε που όλες σχεδόν οι σειρές εμπνευσμένες από την επιτυχία των Τριών Χαρίτων παρουσίαζαν σενάρια... συγκατοίκησης) ενώ πέρασε ακόμα και από τη Λάμψη του Νίκου Φώσκολου (με τον οποίο συνεργάστηκε και θεατρικά στην αναβίωση της Μαρκησίας του Λιμανιού με τον τίτλο Πόρνες και Πόρνες (θέατρο Παρκ, 1994). Πριν από τρία χρόνια έκανε ένα τηλεοπτικό comeback με τον ρόλο του ανατρεπτικού και αδίστακτου παππού στο σίριαλ του Mega Η οικογένεια βλάπτει μαζί με τη Χρύσα Ρώπα και τον Σάκη Μπουλά. Και εκεί απολαυστικός!


Αμόρε και Εθνικό
Στα χρόνια του '90 ο Γιάννης Βογιατζής συνέχισε τη θεατρική του πορεία συνεργαζόμενος με εμπορικούς θιάσους σε αθηναϊκά θέατρα αλλά και περιοδείες: τη σεζόν 1990-91 περιοδεύει με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τη Μαίρη Χρονοπούλου και τον Νίκο Ρίζο με την επιθεώρηση Ο Θεός, ο Ψηλός και το... κατσίκι, τη σεζόν 1994-95 σκηνοθετήθηκε από τον Γιώργο Κιμούλη στην κωμωδία Το νου σου στην Αμέλια με πρωταγωνιστές/τριες τους/τις Ηλία Λογοθέτη, Βάσια Παναγοπούλου, Φίλιππο Σοφιανό, Γιώργο Νινιό και Άννα Μιχαήλου και την πορεία αυτή προφανώς θα συνέχιζε αν δεν εμφανιζόταν στον δρόμο του ο Γιώργος Χουβαρδάς που τον κάλεσε να συνεργασούν στο θέατρο Αμόρε. Ο Γιάννης Βογιατζής δίστασε στην αρχή μην μπορώντας να καταλάβει τι ακριβώς θα έκανε: "'Δεν με γελάς εμένα', μου είπε [ο Χουβαρδάς], 'σε έχω δει'. Φαίνεται πως κάτι είχε δει πάνω μου και αποφάσισε να με σώσει" δήλωσε στην Κατ. Κομήτα. Και στον Ηλία Μαγκλίνη: "στο 'Αμόρε' γινόταν τρομακτική δουλειά. Για μένα προσωπικά, ήταν σα να φοιτούσα σε μεταπτυχιακό. Τώρα, αν το πήρα το δίπλωμα ή όχι, αυτό είναι μια άλλη κουβέντα..."

Έτσι, εμφανίζεται τη σεζόν 1996-1997 στην Τερέζα Ρακέν του Ζολά που σκηνοθετεί ο Χουβαρδάς με τις/τους Μάγια Λυμπεροπούλου, Άρη Λεμπεσόπουλο, Ιωάννα Τσιριγκούλη, Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη και Ναταλία Δραγούμη. Ακολουθεί ο Ιβάνοφ του Τσέχωφ σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς τη σεζόν 1997-98 ενώ τη σεζόν 1998-99 παίζει τον βασιλιά Ντάνκαν στον Μακμπέθ του Σαίξπηρ, πλάι στους Λάζαρο Γεωργακόπουλου, Λυδία Φωτοπούλου, Αιμίλιο Χειλάκη σε σκηνοθεσία του ίδιου του Χουβαρδά.

Η συνεργασία του με το Εθνικό ξεκίνησε με προβλέψιμο ρόλο τη σεζόν 2000-2001, όταν έπαιξε τον μπαρμπά-Γιώργη στο μιούζικαλ Οι φοιτηταί που παρουσίασαν ο Κώστας Τσιάνος και ο Γιούρι Στούπελ βασισμένοι στο έργο του Ξενόπουλου. Εμφανίστηκε και την επόμενη σεζόν σε μιούζικαλ του Εθνικού, στο λιγότερο πετυχημένο Μιζερέρε των Παναγιώτη Πασχίδη-Θάνου Μικρούτσικου (πάλι σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου) ενώ το 2003 συναντήθηκε με τον Δημήτρη Μαυρίκιο στο έργο Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα του Πιραντέλλο.
 

Και τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά την ανάληψη της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Εθνικού από τον Γιάννη Χουβαρδά, οι εμφανίσεις του Γιάννη Βογιατζή στο Εθνικό Θέατρο πύκνωσαν: συνεργάστηκε ξανά με τον Δημήτρη Μαυρίκιο και τον Γιάννη Χουβαρδά (Περικλής του Σαίξπηρ και Θείος Βάνιας του Τσέχωφ όπου ερμήνευσε τη... θεία Μαρίνα) αλλά και με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό (Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας του Σαίξπηρ και Ηρακλής μαινόμενος του Ευριπίδη), τον Νίκο Χατζόπουλο (Τρικυμία του Σαίξπηρ) και την Έφη Θεοδώρου (Ρομπέρτο Τσούκο). Μπορεί οι σκηνοθετικές απόψεις και οι ερμηνείες του να μη βρίσκουν πάντα σύμφωνους όλους τους κριτικούς, ωστόσο όλοι/ες καμαρώνουν τον ακούραστο ηθοποιό που στα 86 του χρόνια συνεχίζει να εργάζεται, να μελετά και να υπηρετεί το θέατρο με αφοσίωση νεαρού απόφοιτου δραματικής σχολής.

Έτσι φέτος την άνοιξη, καμάρωσα τον Κύριο Γιάννη Βογιατζή στην εξαιρετική Γκόλφω του Νίκου Καραθάνου (έργο στο οποίο είχε παίξει και στο ξεκίνημα της καριέρας του στον θίασο Αντιγόνης Βαλάκου-Νίκου Καζή). Τον καμάρωνα για αυτή την πλούσια διαδρομή που έχει κάνει αλλά και για την απόσταση που διένυσε από το λεγόμενο "ελαφρό" θέατρο και τον λαϊκό κινηματογράφο (και από κάποιες δουλειές που και ο ίδιος ομολογεί ότι αν είχε την οικονομική δύναμη θα τις αγόραζε και θα τις απέσυρε για πάντα...) μέχρι το ρεπερτόριο αλλά και το είδος του θεάτρου που υπηρετεί σήμερα (γιατί, κακά τα ψέματα, και την Γκόλφω δεν την είχε μάλλον σε υπόληψη ο θεατρικός μας κόσμος, τουλάχιστον μέχρι να ασχοληθούν μαζί της αρχικά ο Σίμος Κακάλας και τώρα ο Νίκος Καραθάνος). Μπορεί και ο ίδιος ο Βογιατζής να υποστηρίζει ότι δεν έχουν σημασία οι διαχωρισμοί "ελαφρό"-"σοβαρό" θέατρο ή "κωμικός" και "δραματικός" ηθοποιός να μην έχουν σημασία, ωστόσο η επιτυχής του προσπάθεια να γεφυρώσει με την παρουσία του αυτούς τους διαχωρισμούς είναι που κάνει τον ίδιο σήμερα να ξεχωρίζει και τον θεατρικό μας κόσμο να υποκλίνεται μπροστά του.

Καμάρωνα λοιπόν, και θα ήθελα να είμαι και απόψε στην Επίδαυρο για να τον ξανακαμαρώσω, αυτόν τον ηθοποιό που--επιτρέψτε μου να το βλέπω έτσι...--έφερε για μένα κάτι από την αύρα της παλιάς του συνεργάτιδας και φίλης, της Ρένας Βλαχοπούλου, μαζί με την αδιάκοπη λαχτάρα του να βρίσκεται πάνω στο σανίδι, αναζητώντας το καινούριο και μέσα από αυτό τη λύτρωση, που όπως λέει ο ίδιος, μόνο πάνω στη σκηνή αισθάνεται.
Ο Γιάννης Βογιατζής και η σύζυγός του πριν από λίγες μέρες, φτάνουν στην Επίδαυρο 
για τον Κύκλωπα του Εθνικού Θεατρου (φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.gossip-tv.gr)

Μετά και τον αποψινό της, εύχομαι, θρίαμβο στην Επίδαυρο η Γκόλφω θα ανέβει στη Θεσσαλονίκη στα Δημήτρια και στη συνέχεια θα επιστρέψει για λίγο στο Εθνικό Θέατρο. Ανανεώνω και εγώ το ραντεβού μου μαζί της και με τον Κύριο Γιάννη Βογιατζή για τότε και του εύχομαι να είναι γερός και να συνεχίσει να έχει όρεξη να ψάχνει, να δημιουργεί και να τιμά με την παρουσία του το θέατρο μας.

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Εννιά χρόνια χωρίς τη Ρένα Βλαχοπούλου

Εννιά χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη μέρα που πέθανε η Ρένα Βλαχοπούλου. Ένα ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα Πέμπτης μάθαμε το δυσάρεστο νέο που περιμέναμε, βέβαια, όλοι/ες από μέρες... Σκεφτόμουν ότι το καλοκαίρι ήταν πάντα μια σημαδιακή εποχή στη ζωή της Ρένας--παρόλο που τα τελευταία χρόνια της ζωής της η ίδια δήλωνε ότι δεν το αγαπάει πολύ γιατί την ενοχλούσε αφόρητα η ζέστη: καλοκαίρι γεννήθηκε, καλοκαίρι έκανε τα πρώτα της επαγγελματικά βήματα και στον χώρο του τραγουδιού και στον χώρο του θεάτρου, ενώ καλοκαίρι γυρίστηκαν οι περισσότερες ταινίες της--τουλάχιστον οι έγχρωμες. Έτσι αποφάσισα φέτος να τιμήσω τα εννιά χρόνια από τον θάνατό της με εννιά... καλοκαιρινές φωτογραφίες της που μας μεταφέρουν τη δροσιά της, την αύρα της και αυτό το καλοκαιρινό βράδυ...

Η πρώτη φωτογραφία μάς μεταφέρει στα προπολεμικά χρόνια, τότε που η μικρή Ρηνούλα τραγουδούσε στην Κέρκυρα. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία ούτε αν, όταν τραβήχτηκε αυτή η φωτογραφία, η Ρένα είχε ήδη αρχίσει να τραγουδά επαγγελματικά στο νησί (σας θυμίζω εδώ τη σχετική αφήγηση του Νέντη Κονταρίνη), ωστόσο μπορούμε με τη βοήθειά της να μεταφερθούμε σε ένα κερκυραϊκό απομεσήμερο που το "έντυνε" μουσικά η σπάνια φωνή μιας Κερκυραίας που αρκετά χρόνια μετά θα λάτρευε όλη η Ελλάδα...

Η μικρή Ρηνούλα τραγουδά για συμπατριώτες/τισσές της στην Κέρκυρα...
Αχ και να 'χαν εφευρεθεί τα μαγνητόφωνα τότε...
(φωτογραφία από το βιβλίο Βίβα Ρένα του Μ. Δελαπόρτα, εκδ. Άγκυρα, 2002)

Το καλοκαίρι του 1940 η Ρένα άρχισε να τραγουδά επαγγελματικά στην Αθήνα, πρώτα στο κοσμικό κέντρο Αρζεντίνα και αργότερα στο περίφημο βαριετέ του Ζαππείου Όασις. Τα επόμενα πέντε καλοκαίρια συνέχισε ανελλιπώς να ψυχαγωγεί τους Αθηναίους και τις Αθηναίες μέχρις ότου έφυγε για μεγάλη περιοδεία με τον Γιάννη Σπάρτακο στη Μέση Ανατολή και στη συνέχεια στην Αμερική. Από την Αμερική επέστρεψε τον Αύγουστο του 1951 και ελάχιστες μέρες μετά την άφιξή της άρχισε να τραγουδά σε ένα θρυλικό θέατρο του Μεταξουργείου, το Σαμαρτζή, όπου παιζόταν από τις αρχές του καλοκαιριού η επιθεώρηση Φεστιβάλ στην Αθήνα από ένα τεράστιο θίασο με επικεφαλής τις αδελφές Καλουτά. Οι τρεις καλλιτέχνιδες έκαναν αρκετή παρέα και συχνά πήγαιναν για φαγητό μετά την παράσταση με το ολοκαίνουριο αυτοκίνητο που είχε φέρει μαζί της η Ρένα από την Αμερική--κάποιο βράδυ μάλιστα το αυτοκίνητο χάλασε και οι αδελφές Καλουτά αναγκάστηκαν να κατεβούν και να σπρώξουν... Στη δεύτερη καλοκαιρινή φωτογραφία βλέπουμε τη Ρένα να ποζάρει με καμάρι μπροστά από το αυτοκίνητό της, έξω από το Ηρώδειο...
Η Ρένα με το καινούριο της αυτοκίνητο (1951)
(φωτογραφία από το βιβλίο Βίβα Ρένα, εκδ. Άγκυρα, 2002)

Τρία χρόνια μετά η καριέρα της Ρένας απογειώνεται όταν ο Μίμης Τραϊφόρος έχει την έμπνευση να της αναθέσει έναν κωμικό ρόλο σε ένα σκετσονούμερο με τίτλο "Άλα, πασά μου, κάνε μου τέτοια". Ο συμπρωταγωνιστής της Νίκος Σταυρίδης τα χάνει από την επιτυχία της νεοφώτιστης κωμικής ηθοποιού ("Με διέλυσε η κωλοκερκυραία" ομολογεί στον Τραϊφόρο) και οι κριτικοί μιλούν ενθουσιασμένοι για ένα σπάνιο κωμικό ταλέντο που έρχεται να συμπληρώσει τη σπάνια φωνή της Ρένας Βλαχοπούλου. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να λείψει η παρακάτω φωτογραφία από τη σημερινή ανάρτηση!
Ρένα Βλαχοπούλου-Νίκος Σταυρίδης, στο θέατρο Βέμπο,
το καλοκαίρι του 1954 στην επιθεώρηση
Σουσουράδα.

Οι δυο πρώτες ταινίες της Ρένας δεν γυρίστηκαν καλοκαίρι. Δεν είναι ασφαλώς αυτός ο λόγος που παρά τη σεβαστή οικονομική τους επιτυχία δεν ευνόησαν την κινηματογραφική της καριέρα. Ωστόσο το καλοκαίρι του 1962 την κινηματογραφική καριέρα της Ρένας Βλαχοπούλου ανέλαβε ο αξέχαστος Γιάννης Δαλιανίδης και της χάρισε με αυτόν τον τρόπο την αθανασία. Το Μερικοί το προτιμούν κρύο αρχίζει να γυρίζεται τον Αύγουστο του 1962 (την εποχή που η Ρένα θριάμβευε σε άλλη μια αξέχαστη καλοκαιρινή παράσταση, την Οδό Ονείρων του Μάνου Χατζιδάκι) και είναι η πρώτη φορά που βλεπουμε τη Ρένα με μαγιώ στην οθόνη (υπήρχαν βέβαια ήδη αρκετές φωτογραφίες της με μαγιώ από τα πρώτα χρόνια της καριέρας της). Έκτοτε τη βλέπουμε πολλές φορές με μαγιώ--και... μαυρισμένη!!--σε έγχρωμές μουσικές ταινίες μέχρι της αρχές της δεκαετίας του '70. Στην τέταρτη καλοκαρινή μας φωτογραφία τη βλέπουμε ανάμεσα στο υπόλοιπο καστ της ταινίας Κορίτσια για φίλημα στη Ρόδο (κάπου εκεί θα απειλήσει τον Κώστα Βουτσά ότι θα του βουλιάξει το κότερο...).
Ντούζος, Λάσκαρη, Βογιατζής, Βουτσάς και Τζανετάκος πλαισιώνουν τη Ρένα στη Ρόδο στα Κορίτσια για φίλημα.
(Φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Ταινιοθήκης της Ελλάδας).

 Η Ρένα γύρισε αρκετές ταινίες σε νησιά, πιο συχνά όμως επισκέφτηκε την Κέρκυρα (πώς αλλιώς;). Ωστόσο κάποια στιγμή βρέθηκε και στη Μύκονο, για τα γυρίσματα της Παριζιάνας. Δεν πρέπει να έμεινε πολύ στο νησί, γιατί, αντίθετα από τα νεότερα μέλη του καστ, είχε πολύ λίγοα εξωτερικά πλάνα, αλλά τη θαυμάζουμε εδώ στη βεράντα ενός ξενοδοχείου του νησιού...
Μια Παριζιάνα στη Μύκονο...

Η έκτη καλοκαιρινή φωτογραφία είναι... εσωτερικού χώρου. Σε κάποια σκηνή της ταινίας του Αλέκου Σακελλάριου Η θεία μου η χίπισσα η Ρένα γράφει στην κόρη της ένα γράμμα: της λέει ότι κάνει αφόρητη ζέστη γιατί έχει χαλάσει το κλιματιστικό του ξενοδοχείου της. Της κρύβει φυσικά την αλήθεια ότι είναι πάμπτωχη και ότι δουλεύει καθαρίστρια σε ξενοδοχείο και ότι προσπαθεί να ζεσταθεί κάνοντας αέρα με ένα κομμάτι χαρτόνι... Μου αρέσει η φωτογραφία αυτή γιατί μας αποκαλύπτει ότι η Ρένα είναι αριστερόχειρας! Μου θυμίζει ακόμα πόσο σπουδαία ηθοποιός είναι η Ρένα αφού μου μεταφέρει εκείνη τη στιγμή τη ζέστη που τη βασανίζει--σε τέτοιο βαθμό που να ιδρώνω κι εγώ όταν τη βλέπω!...


Μπορεί η Ρένα να έλεγε ότι δεν αγαπά πολύ το καλοκαίρι, λάτρευε όμως το κολύμπι και το ψάρεμα. Τη θυμόμαστε επίσης στο Ζητείται επειγόντως γαμπρός να δοκιμάζει και το θαλάσσιο σκι με φριχτά αποτελέσματα... Στην έβδομη καλοκαιρινή μας φωτογραφία σε ένα διάλειμμα από το γυρίσμα της ταινίας η Ρένα έχει βγάλει το χαρακτηριστικό σκουφάκι με το οποίο εμφανίζεται σε όλη τη σχετική σκηνή και φωτογραφίζεται με ένα ψάρι που θα μπορούσε να το έχει πιάσει και η ίδια...
Διάλειμμα από το γύρισμα του Ζητείται επειγόντως γαμπρός
(Φωτογραφία από την έκδοση: Ρένα Βλαχοπούλου, μια ζωή ατάκες)

Μέχρι και το 1983 η Ρένα εμφανιζόταν στο θέατρο σχεδον κάθε καλοκαίρι. Τη χρονιά εκείνη όμως απέκτησε την περίφημη βίλλα της στη Δασιά της Κέρκυρας (βίλλα που δυστυχώς οι οικείοι της αναγκάζονται σήμερα να πουλήσουν λόγω του μεγάλου κόστους που έχει η συντήρηση της) και αποφάσισε πως είνει πλέον προτιμότερο να περνάει τα καλοκαίρια της εκεί. Όταν όμως βρισκόταν στην Αθήνα τους καλοκαιρινούς μήνες έμενε στη Βάρκιζα, ενώ συχνά πεταγόταν και στα κοντινά νησιά του αργοσαρωνικού. Εδώ τη βλέπουμε σε μια σπάνια φωτογραφία πάνω στο πλοίο που τη μεταφέρει στην Ύδρα, το 1990. Δίπλα της ο επιχειρηματίας και ραλλίστας Νίκος Αγγλούπας.
Η Ρένα Βλαχοπούλου με τον Νίκο Αγγλούπα
(Φωτογραφία από το περιοδικό Γυναίκα)


Η ένατη και τελευταία φωτογραφία κλείνει τον κύκλο που άνοιξε η πρώτη και μεταφερόμαστε και πάλι στην Κέρκυρα. Καλοκαίρι του 1994. Λίγους μήνες πριν η Ρένα έχει ολοκληρώσει τις παραστάσεις της Χαρτοπαίχτρας. Έχει αποφασίσει ότι δεν θα εμφανιστεί ξανά στο θέατρο: η απόφαση την πονάει. Το κέφι της αναλαμβάνει να της το φτιάξει ο καλός της φίλος και προσωπογράφος της Νίκος Ζαχόπουλος. Σε έναν περίπατό τους στα καντούνια της Κέρκυρας παίρνουν μια αστεία πόζα για χάρη του φακού...
Η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Νίκος Ζαχόπουλος στην Κέρκυρα. Αν δεν κάνω λάθος, η Ρένα τρώει τα αγαπημένα της ποπ κορν.
(φωτογραφία από το αρχείο του Νίκου Ζαχόπουλου)

Κυρία Ρένα Βλαχοπούλου, και αυτό το καλοκαιρινό βράδυ η μνήμη μου πλημμυρίζει από τη φωνή σας, τις ατάκες σας, το γέλιο σας αλλά και κάποιες λιγότερο συχνές στιγμές μελαγχολίας σας... Απόψε, όπως και κάθε βράδυ, κάθε μέρα, θα σας το ξαναπώ: σας ευχαριστώ για όλα!

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Απουσίες

Χτες το βράδυ στο διαδικτυακό ραδιόφωνο της ΕΡΤ ο Νίκος Αϊβαλής και ο Σιδερής Πρίντεζης, αγαπημένοι παραγωγοί του Δεύτερου Προγράμματος της ΕΡΑ, παρουσίασαν ένα αφιέρωμα με τίτλο "Οι απούσες του Ιουλίου: Τζένη, Αλίκη και Ρένα". Μια εκπομπή γεμάτη ευαισθησία, χιούμορ, σεβασμό και όμορφες μουσικές επιλογές με τις φωνές των τριών πρωταγωνιστριών που από μια παράξενη σύμπτωση πέθαναν και οι τρεις Ιούλιο: στις 22 Ιουλίου 1992 η Τζένη Καρέζη, στις 26 Ιουλίου 1996 η Αλίκη Βουγιουκλάκη και στις 29 Ιουλίου 2004 η Ρένα Βλαχοπούλου.

Ο τρεις τους δεν είναι βέβαια, όπως είπαν χτες και οι δυο παραγωγοί, οι μόνες απούσες του Ιουλίου: ο μήνας αυτός φαίνεται ότι προτιμά (ή τον προτιμούν;) οι κυρίες του θεάτρου για την τελευταία τους αυλαία. Πρόχειρα μου έρχονται στο μυαλό η Μαίρη Αρώνη και η Μαρίκα Νέζερ. Ωστόσο, πέρα από τις προσωπικές προτιμήσεις του καθενός/της καθεμιάς, οι τρεις αυτές γυναίκες αποτελούν ιδιαίτερες περιπτώσεις, γιατί παράλληλα με τη μακρόχρονη θεατρική τους πορεία έγιναν και λαϊκά είδωλα μέσα από τον κινηματογράφο και η απήχησή τους συνεχίζεται χάρη στην προβολή της κινηματογραφικής τους εργασίας από την τηλεόραση αλλά--πλέον--και από το διαδίκτυο.

Ωστόσο, καθώς άκουγα χτες την εκπομπή, αναλογιζόμουν ότι φέτος μεγάλη απούσα του φετινού Ιουλίου είναι η ΕΡΤ, η δημόσια ραδιοφωνία--αλήθεια, γιατί ακούγεται όλο και πιο σπάνια στις σχετικές συζητήσεις η ραδιοφωνία;--και τηλεόραση. Η ΕΡΤ που ανέκαθεν μας είχε καλομάθει με εκπομπές για τον πολιτισμό, με την προβολή τεχνών και καλλιτεχνών/καλλιτέχνιδων που άλλα ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα δεν θέλουν ή δεν μπορούν να προβάλουν (γιατί, κακά τα ψέματα, η ΕΡΤ είχε και ανθρώπους με τις κατάλληλες γνώσεις στα σχετικά πόστα) και βέβαια με αφιερώματα σαν το χθεσινοβραδινό: γιατί σε ποιον άλλον ραδιοφωνικό σταθμό θα μπορούσαμε να ακούσουμε σπάνιες ηχογραφήσεις από θεατρικές παραστάσεις (όπως από τοΚοροϊδάκι της δεσποινίδος με την Καρέζη, τον Ηλιόπουλο και τον Παπαγιαννόπουλο), ραδιοφωνικές διασκευές μυθιστορημάτων (όπως το Τρίτο στεφάνι με τη Ρένα Βλαχοπούλου) και τραγούδια που δεν δισκογραφήθηκαν ποτέ (όπως το "Καπηλειό" ή το "'Ελα πάρε μου τη λύπη" με τη Ρένα Βλαχοπούλου); Βρείτε μου έναν ραδιοσταθμό που παραγωγός του θα μπορούσε να μεταδώσει ένα τραγούδι του 1908 σε σπάνια ηχογράφηση του 1955 ("Τα καπέλα" από τα Παναθήναια 1908 με τη Ρένα Βλαχοπούλου, τον Γιώργο Γαβριηλίδη και τη Σωτηρία Ιατρίδου ακούστηκαν στο χθεσινό αφιέρωμα των Αϊβαλή-Πρίντεζη).


Σε σημερινό άρθρο του στην Εφημερίδα των Συντακτών ο Γιάννης Λεοντάρης γράφει:
η έννοια του δημόσιου εμπεριέχει την έννοια της κοινότητας ή μάλλον των πολλών, ιδιαίτερων και ετερόκλιτων κοινοτήτων που απαρτίζουν το δήμο. Η κοινότητα των ανθρώπων της τρίτης ηλικίας, για παράδειγμα, μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ έχει στερηθεί το δικαίωμα να ακούει μουσική του '50 και του '60 από το δημόσιο ραδιόφωνο. Μια άλλη κοινότητα, αυτή των θεατρόφιλων, δεν έχει πλέον καμία ενημέρωση από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο για όσα σημαντικά συμβαίνουν στο Φεστιβάλ Αθηνών, κάτι για το οποίο την ίδια στιγμή ενημερώνεται ο Γάλλος πολίτης. Και ούτω καθ' εξής, για διάφορες άλλες κοινότητες πολιτών.
(Και προφανώς δεν είναι μόνο η κοινότητα των ατόμων τρίτης ηλικίας που δεν απολαμβάνει εδώ και 35 μέρες το τραγούδι του '50 και του '60, αλλά και του '30 και του 40!!!...). Όλοι/ες εμείς που ανήκουμε σε αυτές τις μικρές(;) κοινότητες ας συνεχίσουμε να δηλώνουμε με κάθε ευκαιρία πως το δημόσιο ραδιόφωνο και η δημόσια τηλεόραση μας λείπουν. Η απουσία τους (αδικαιολόγητη και δεν ευθύνονται γι' αυτό οι απόντες/απούσεις όπως συμβαίνει συνήθως στο σχολείο!) είναι αισθητή και είναι καιρός πια να επιστρέψουν στις συχνότητές τους. Για το καλό όλων μας.

(Το διαδικτυακό ραδιοφωνικό πρόγραμμα της ΕΡΤ μπορείτε να το ακούτε από εδώ: http://ert-live.tv:8000/era.mp3)