Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Χρυσούλα Ζώκα

Την Κυριακή, 12 Απριλίου 2015, ανήμερα του Πάσχα, πέθανε η Χρυσούλα Ζώκα. Πολλές ιστοσελίδες έγραψαν πως πέθανε η σύζυγος του Γιώργου Φούντα, γνωστή χορεύτρια Χρυσούλα Ζώκα". Ευτυχώς άνθρωποι όπως ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης ή ο Αντώνης Μποσκοΐτης που στα κείμενά τους έβαλαν τα πράγματα στη θέση τους μιλώντας για τη σπουδαία καριέρα της Χρυσούλας Ζώκα στο πλευρό του χορευτή και χορογράφου Μανώλη Καστρινού, καριέρα που την είχε ήδη οδηγήσει στην κορυφή προτού παντρευτεί τον Γιώργο Φούντα και που βέβαια μετά τον γάμο τους συνεχίστηκε για πολλά χρόνια ακόμα. Μια καριέρα στην οποία αρκετές φορές συνάντησε τη μούσα του blog, τη Ρένα Βλαχοπούλου. Ξεχωριστός ίσως σταθμός στην πολύχρονη συνεργασία τους η Οδός Ονείρων όπου η Ζώκα ήταν το περίφημο "Άστρο της Ανατολής", και χόρευε όσο η Ρένα εξυμνούσε με το τραγούδι της τα κάλλη της...

Χρυσούλα Ζώκα-Μανώλης Καστρινός
φωτογραφία από το βιβλίο Επιθεώρηση καψούρα μου της Σπεράντζας Βρανά (εκδ. Γλάρος, 1985)

Για το αφιέρωμα του blog στη σπουδαία χορεύτρια ανέτρεξα στις αναμνήσεις της Σπεράντζας Βρανά αλλά και της ίδιας της Χρυσούλας Ζώκα όπως καταγράφτηκαν στο βιβλίο της Βρανά Επιθεώρηση καψούρα μου (εκδόσεις Γλάρος, 1985, σελ. 102-109). Η Σπεράντζα Βρανά παρουσίασε το πορτρέτο της Ζώκα ως εξής:
Η Χρυσούλα Ζώκα ήταν μια ψηλή, λυγερόκορμη κοπέλα, ξανθιά, με μεγάλα πράσινα μάτια. Το σώμα της καλλίγραμμο, με ψηλά και καλοσχηματισμένα πόδια, που όμως είχαν μια παιδικότητα, δηλαδή, πώς να σ'το εξηγήσω, να, έτσι όπως την έβλεπα να στέκεται στη μέση, στην αποθέωση, με τα φτερά της και το αινιγματικό της χαμόγελο, μου 'δινε την εντύπωση ότι μόλις γδυνότανε θα έτρεχε να παίξει με τις κούκλες της... Πολύ σοβαρή, καλοσυνάτη, ποτέ δεν έδωσε αφορμή για το παραμικρό κουτσομπολιό εκτός από την εποχή που γνώρισε τον Γιώργο Φούντα που τότε ήταν περιζήτητος εραστής, και πολλές ήταν εκείνες που ήταν κρυφοκαψούρες μαζί του. Φυσικά, το ειδύλλιο προκάλεσε πολλές ζήλιες και σχόλια, ώσπου δέθηκαν οι δυο τους διά βίου, που λένε, κι είναι μαζί μέχρι σήμερα ένα πολύ ταιριαστό ζευγάρι. Θυμάμαι, όταν την πρωτόβγαλε σαν παρτενέρ του ο Μανώλης, πολύς λόγος γινόταν για την ομορφιά της, και πολλοί πλούσιοι εραστές την πλευρίσανε, αλλά η Χρυσούλα "πέρα έβρεχε"... Οι τρεις άντρες της ζωής της ήταν ο Καστρινός, ο Φούντας, κι αργότερα ο γιος της... Τρεις άντρες, τρεις διαφορετικές αγάπες! Με λίγα λόγια, μια ολοκληρωμένη γυναίκα...
Χρυσούλα Ζώκα
φωτογραφία από το βιβλίο Επιθεώρηση καψούρα μου της Σπεράντζας Βρανά (εκδ. Γλάρος, 1985)

Για το ξεκίνημά της όμως και τη γνωριμία της με τον Μανώλη Καστρινό μιλούσε στο βιβλίο η ίδια η αξέχαστη χορεύτρια:
Εγώ πρωτοβγήκα στο χορό το 1945 στο Ακροπόλ, στην επιθεώρηση Μπλε και Άσπρο [σημείωση Rena Fan: η πρώτη εμφάνιση της Ρένας Βλαχοπούλου στο Ακροπόλ!], στο μπαλέτο του Γιάννη Φλερύ. Το '46 έφυγα κι έκανα ένα ντουέτο με τη Μαρίνα Μπιούτη, και το '48 χορεύω σόλο, στο Πάλας Πειραιώς, κι εκεί έρχεται ο Φριτς Φλερύ, ένας σπουδαίος χορευτής, και χορεύουμε ντουέτο. Μια μέρα έρχεται ο Σκαλιντό [σημείωση Rena Fan: περίφημος μόδιστρος της εποχής] και μου λέει: "Γρήγορα να 'ρθεις γιατί σε ζητάει ο Καστρινός!" Εγώ αισθανόμουνα πολύ άσχημα ν' αφήσω τον Φριτς Φλερύ, πήγα όμως και σωστά έκανα. Ο Καστρινός με είδε τότε στο Ακροπόλ που ήμουνα ένα ντερέκι μέχρι 'κει πάνω, και με είχε "γράψει". Φεύγει για το Παρίσι, κι όταν επιστρέφει, με ψάχνει και με βρίσκει!
 
 Χρυσούλα Ζώκα-Μανώλης Καστρινός στην επιθεώρηση Νυχτολούλουδα
στο θέατρο Ακροπόλ το 1958
(φωτογραφία από το Θέατρο '58, έκδοση του Θ. Κρίτα)

Η έμφυτη ευγένειά της αλλά και η κλασική παιδεία που είχε πάρει δίνουν μια διαφορετική διάσταση στη συνεργασία των δύο χορευτών, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια:
Βέβαια θα πρέπει να σου πω ότι ο σεβασμός μου για τον Μανόλη ήταν μεγάλος, επί χρόνια τον αποκαλούσα "κύριε Καστρινέ" κι όχι Μανόλη. Ο Καστρινός έκανε μεγάλο αγώνα για να με φέρει στα νερά του, διότι εγώ ήμουνα κλασική χορεύτρια, είχα τελειώσει τη Σχολή Μοριάνοφ που πήγαινα από εφτά χρονών... "Όλα αυτά που έμαθες θα τα ξεχάσεις, θα τα αποβάλεις από πάνω σου", μου είπε, "θα μείνεις εντελώς ελεύθερη". Και τελικά κατάντησα να γίνω... κλέφτρα. Τον έκλεβα, ό,τι έκανε, ό,τι μου έδειχνε το ρουφούσα κανονικά, και γι' αυτό ύστερα από κάποιο διάστημα ο κόσμος μάς έβλεπε με μια κίνηση, την ίδια έκφραση, την ίδια αρμονία, και μαζί έναν τρομερό ερωτισμό που πάντα είχαμε μεταξύ μας στα χορευτικά μας.
Ζώκα-Καστρινός σε χορευτικό ελληνικού θέματος
Από το βιβλίο της Σπ. Βρανά Τα μπουλούκια, το θέατρο κι εγώ, εκδ. Εξάντας, 1982


Η πρώτη τους επίσημη συνεργασία πραγματοποιείται τον χειμώνα 1949-50 στο θέατρο Παπαϊωάννου, όπου ο Βασίλης Μπουρνέλλης ανέβασε τις επιθεωρήσεις Χαρούμενη Ελλάδα και Θέλω να χορεύω. Το πρώτο τους χορευτικό είχε θέμα βορειοηπειρώτικο, και το δεύτερο είχε τίτλο "Ερωτική Συμφωνία στο πεζοδρόμιο". Όπως θυμάται η Ζώκα, αυτό το χορευτικό έμεινε κλασικό και το θέμα το εμπνεύστηκε ο Καστρινός όταν ένα βράδυ που έτρωγαν, μετά την παράσταση,  σε κάποιο ταβερνάκι, σηκώθηκε κάποιος και χόρεψε ένα ζεϊμπέκικο θαύμα: "Το βλέπει ο Μανώλης, ενθουσιάζεται και μου λέει: 'Χρύσα, αύριο πρόβα'"! Άλλοτε ο Καστρινός εμπνεόταν τα θέματά του από κλασικά βιβλία ή θεατρικά έργα ή από κάποια σκηνή που έβλεπε στον δρόμο και του προκαλούσε ιδιαίτερη εντύπωση.


Αμέσως μετά το "Παπαϊωάννου" το ζευγάρι Καστρινός-Ζώκα ξεκινά τη συνεργασία του με τον θίασο της Σοφίας Βέμπο Καστρινός-Ζώκα, στην επιθεώρηση με την οποία το θέατρο Βέμπο εγκαινίασε την λειτουργία του, το περίφημο Βίρα τις άγκυρες. Και το επόμενο καλοκαίρι η Χρυσούλα Ζώκα συναντά ξανά τη Ρένα Βλαχοπούλου. Βρισκόμαστε στον Αύγουστο του 1951, η Ρένα έχει μόλις επιστρέψει από την Αμερική και η επιθεώρηση του θεάτρου Σαμαρτζή Φεστιβάλ στην Αθήνα που βρίσκεται ήδη στην 11η εβδομάδα των παραστάσεών της, εμπλουτίζεται με έξι νέες σκηνές και την εμφάνιση της Βασίλισσας της Τζαζ αλλά και του χορευτικού Καστρινός-Ζώκα. Η επιθεώρηση συνεχίζεται ως το τέλος της σεζόν, ενώ τον Σεπτέμβρη του '51 το ζεύγος συνεργάζεται με τη Ρένα και στις έκτακτες παραστάσεις που πραγματοποιεί η Λουίζα Ποζέλι (κάτοικος Ιταλίας από το 1940 και μετά...) στο Παλλάς της οδού Βουκουρεστίου.

Γενάρης 1952: ο θίασος της Σοφίας Βέμπο έχει μόλις φτάσει στην Πόλη. 
Η Χρυσούλα Ζώκα διακρίνεται στα δεξιά της Σοφίας Βέμπο.Από το βιβλίο της Σπ. Βρανά Τα μπουλούκια, το θέατρο κι εγώ, εκδ. Εξάντας, 1982

Αμέσως μετά το θέατρο Σαμαρτζή, Καστρινός και Ζώκα συνεργάζονται και πάλι με τη Σοφία Βέμπο στη μεγάλη περιοδεία του θιάσου στην Ελλάδα, την Πόλη και την Κύπρο (1951-52) και στην περίφημη Σταρ Ελλάς που ανέβηκε στο θέατρο Βέμπο, το καλοκαίρι του 1952. Και η Χρυσούλα Ζώκα συνεχίζει τις αναμνήσεις της:
 ...το 1952 φύγαμε για έξω, Γαλλία, Ιταλία, Ελβετία, Ισπανία. Χορεύαμε σαν ατραξιόν στα διάφορα καζίνο, και παβιγιόν.... Τέλος πάντων, δουλέψαμε έξω δυο χρόνια, και την άνοιξη του '54 γυρίζουμε και χορεύουμε στο Περοκέ όλο το καλοκαίρι, στην επιθεώρηση Όσα παίρνει ο άνεμος των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου. Χορέψαμε διάφορα στιγμιότυπα από Παρίσι, Ισπανία, Ελλάδα, δηλαδή ένα χορευτικό ποτ-πουρί. Και εκείνο το καλοκαίρι στο Περοκέ αποκτήσαμε και "πασαρέλα" για πρώτη φορά στην Ελλάδα! Την ίδια σεζόν φτιάχνει και το πρώτο αντρικό μπαλέτο, με τους Σειληνό, Κάρλα, Αξιώτη κ.λπ., έξι αγόρια που τους ψάρεψε από τα διάφορα κλαμπ της εποχής, και τους έμαθε ο ίδιος να χορεύουν...

Θέατρο Ακροπόλ, 1955-56: η αποθέωση της επιθεώρησης Τζώννηδες και κάου-μπόυ
Πόπη Άλβα, Νανά Σκιαδά, Χρυσούλα Ζώκα και Ρένα Βλαχοπούλου
Φωτογραφία από το αρχείο του Γιώργου Χατζηδάκη και την ιστοσελίδα Τόπος Θεάτρου

Το ζευγάρι είναι πλέον περιζήτητο στις επιθεωρησιακές σκηνές και τα κοσμικά κέντρα της εποχής. Συνεργάζονται για πολλά χρόνια με τις επιχειρήσεις του Βασίλη Μπουρνέλλη, κυρίως στο θέατρο Ακροπόλ όπου φυσικά συναντούν πολύ συχνά και τη Ρένα Βλαχοπούλου. Ενδεικτικά αναφέρω τους τίτλους των έργων στα οποία συνεργάστηκαν: Τζώννηδες και κάου-μπόυ και Άσπρο, μαύρο και ζερό τον χειμώνα 1955-56 (τα δύο έργα υπογράφει ο Καστρινός ως χορογράφος αλλά και ως σκηνοθέτης), Σιγά και με το μαλακό και Αλήθειες και ψευτιές τον χειμώνα 1956-57, Ό,τι θέλει η γυναίκα, Χειμώνας στην Αθήνα και Ροζ μπαλέτα τον χειμώνα 1957-58 (ο Καστρινός και πάλι χορογράφος και σκηνοθέτης). Αλλά και μετά την προσωρινή αποχώρηση της Ρένας από τις επιχειρήσεις του Βασίλη Μπουρνέλλη, ο Καστρινός και η Ζώκα συνεχίζουν να κοσμούν με τη χορευτική τους παρουσία κάποιες από τις επιθεωρήσεις που ανεβάζει ο επιχειρηματίας τόσο στο Ακροπόλ όσο και στο νέο θερινό θέατρο που φέρει το όνομά του: Εδώ Αθήναι, Τριάντα κότες κι ένας κόκορας, Μοντέρνες γυναίκες, Μια βόλτα στην Αθήνα...

Θέατρο Ακροπόλ, 1956-57: η αποθέωση της επιθεώρησης Αλήθεις και Ψευτιές
από αριστερά: Ελένη προκοπίου (στο βάθος), Σπεράντζα Βρανά (ακόμα δεν έχει αποκτήσει το... δικαίωμα να εμφανίζεται με μαγιώ στην αποθέωση), Χρυσούλα Ζώκα και Ρένα ΒλαχοπούλουΦωτογραφία από το Θέατρο '57 (έκδοση του Θ. Κρίτα)


1960: Σπεράντζα Βρανά, Καίτη Μπελίντα, Χρυσούλα Ζώκα στα καμαρίνια του Ακροπόλ
Φωτογραφία από το βιβλίο της Σπ. Βρανά
Τα μπουλούκια, το θέατρο κι εγώ (εκδ. Εξάντας, 1982)


Τον χειμώνα του 1961-62 ο Καστρινός συνεργάζεται με τη Ρένα και στη μάλλον άτυχη παράσταση Της φυλακής τα σίδερα που ανέβασε ο θίασος Γυναικών στο θέατρο Καλουτά. Αμέσως μετά την παράσταση αυτή Καστρινός και Βλαχοπούλου--και προφανώς μαζί τους και η Χρυσούλα Ζώκα--θέλουν να πάρουν το θέατρο Μετροπόλιταν για το καλοκαίρι του 1962 αλλά ο επιχειρηματίας τούς ζητά να εξασφαλίσουν τη συνεργασία του Μάνο Χατζιδάκι. Προτείνουν λοιπόν στον Χατζιδάκι να τους γράψει μουσική για την επιθεώρηση του θεάτρου, αλλά εκείνος τους αντιπροτείνει να αναλάβει με τους συνεργάτες τους το ανέβασμα ολόκληρου του έργου που θα είναι μια νέα πρόταση πάνω στο επιθεωρησιακό είδος. Έτσι γεννήθηκε η Οδός Ονείρων...


Γιώργος Εμιρζάς-Χρυσούλα Ζώκα στην έναρξη της Οδού Ονείρων
Φωτογραφία από το αφιέρωμα του περιοδικού Οδός Πανός στην παράσταση (Οκτ.-Δεκ. 2008)

Σύμφωνα με το πρόγραμμα της παράστασης αλλά και με το κείμενο που έγραψε ο Βασίλης Νικολαΐδης για την επανέκδοση του δίσκου της Οδού Ονείρων σε CD το 1999, η Χρυσούλα Ζώκα είχε τρεις βασικές εμφανίσεις στο έργο. Στην αρχή του, μετά τον πρόλογο, και όσο ο Γιώργος Μαρίνος και τα νέα παιδιά του θιάσου τραγουδούσαν το "Όνειρο παιδιών της γειτονιάς", η Χρυσούλα Ζώκα ήταν η κυρά που χόρευε μαζί με τον Γιώργο Εμιρζά.

Η Χρυσούλα Ζώκα στην Οδό Ονείρων
Φωτογραφία από το αφιέρωμα του περιοδικού Οδός Πανός στην παράσταση (Οκτ.-Δεκ. 2008)

Στη συνέχεια, αμέσως μετά το νούμερο της Ρένας "Το όνειρο της οθόνης" που ολοκληρωνόταν με την προβολή του φιλμ "Η ναυμαχία της Σαλαμίνος", Καστρινός και Ζώκα χόρευαν το "Αερικό" που έγινε γνωστότερο με τη φωνή της Νάνας Μούσχουρη (ο Χατζιδάκις δεν το είχε συμπεριλάβει αρχικά στον δίσκο της Οδού Ονείρων, αλλά η ορχηστρική του εκδοχή βρήκε θέση στην επανέκδοση του σε CD). Και στη δεύτερη πράξη η Χρυσούλα Ζώκα ήταν το "Άστρο της Ανατολής". Στην ταβέρνα της Οδού Ονείρων η Ρένα Βλαχοπούλου υμνεί τα κάλλη του Άστρου της Ανατολής τραγουδώντας το ομότιτλο τραγούδι ενώ το Άστρο χόρευε. Τότε ξεσπά ένας καυγάς ανάμεσα στα παλικάρια αλλά τελικά τα πράγματα ηρεμούν, πιθανώς από τον ανατολίτικο χορό της Ζώκα (ή/και το τραγούδι της Βλαχοπούλου;...)

Ρωμέικη Φιέστα στο θέατρο Παρκ το 1961Φωτογραφία από το Θέατρο '61 (έκδοση του Θ. Κρίτα)

Μετά την Οδό Ονείρων τόσο η Ρένα όσο και το ζευγάρι Καστρινός-Ζώκα επιστρέφουν στην παραδοσιακή επιθεώρηση που τους καθιέρωσε. Ο Καστρινός βέβαια συνεργάζεται με τη Ρένα στα τέσσερα πρώτα μιούζικαλ του Δαλιανίδη. Αξίζει εδώ να πούμε ότι το φτερό που φοράει η Ζωή Λάσκαρη στο φινάλε του Κορίτσια για φίλημα ανήκε στη Χρυσούλα Ζώκα (το φορούσε μάλιστα και η ίδια σε μια από τις λιγοστές, ασπρόμαυρες, κινηματογραφικές της εμφανίσεις....) Το ζευγάρι Καστρινός-Ζώκα γνωρίζει πάντα μεγάλη επιτυχία με τους θιάσους του Μπουρνέλλη αλλά και με τους θιάσους του Κώστα Χατζηχρήστου, στο θέατρο Παρκ το καλοκαίρι του 1961, στην επιθεώρηση Ρωμέικη φιέστα αλλά και το καλοκαίρι του 1964 στην επιθεώρηση Γελάτε ανένδοτα.
Γελάτε ανένδοτα στο θέατρο Παρκ το 1964
Φωτογραφία από το Θέατρο '64 (έκδοση του Θ. Κρίτα)

Παράλληλα συνεργάζονται και με νυχτερινά κέντρα, κυρίως όπου συναντούν συχνά και τη τη Ρένα Βλαχοπούλου. Η αρχή της συνεργασίας τους σε πίστα είχε γίνει ήδη από τη δεκαετία του '50, όταν τις απόκριες του 1956 στο κέντρο Παλιά Γειτονιά της Πλάκας εμφανίζονταν ο Τώνης Μαρούδας, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Μαρίκα Νέζερ, η Σπεράντζα Βρανά, το χορευτικό ζευγάρι Καστρινός-Ζώκα και η ορχήστρα του Λυκούργου Μαρκέα καλούσε το κοινό σε αποκριάτικο ξεφάντωμα. Πιο συστηματική όμως η συνεργασία Βλαχοπούλου-Καστρινού-Ζώκα σε κέντρα έγινε τη δεκαετία του '60. Από τις πιο πετυχημένες συνεργασίες του ήταν η συνύπαρξή τους σεζόν 1961-62, στον Βράχο. Εκεί, με την καλλιτεχνική επιμέλεια του Καστρινού, παρουσιάστηκαν οι ρεβί πίστας Κρασοπενιές, διπλοπενιές και Το τσίρκο της χαράς των Διονύση Τζεφρόνη και Κώστα Πρέντα. Το λαϊκό πρόγραμμα του κέντρου κρατούσαν ο Γιώργος Μητσάκης και η Λάουρα.

Στη συνέχεια συνυπήρξαν για τρεις σεζόν στις ρεβί πίστας που παρουσιάστηκαν στο κέντρο του Μοστρού στην Πλάκα. Τη σεζόν 1964-65 οι Βλαχοπούλου-Καστρινός-Ζώκα πλαισιώνονται από νεότερα αστέρια (Άντζελα Ζήλια, Κάσση Τζάνετ, Κρυστάλ) και την ορχήστρα του Κώστα Κλάββα σε τέσσερις(!) ρεβί πίστας: Μπερλίνα, Οι γάμοι της κυρίας Μπαταλεξάνδρου, Μασκαράτα και Χορέψτε μαζί μας...

Μαρινέλλα-Βλαχοπούλου-Ζώκα στου Μοστρού, τη σεζόν 1966-67
Φωτογραφία από το βιβλίο του Ιάσονα Τριανταφυλλίδη Άρχισαν τα όργανα (εκδ. Άμμος, 2003)

Την επόμενη χειμερινή σεζόν στην παρέα προστίθεται η Μπελίντα, η ορχήστρα του Γιώργου Κατσαρού αλλά και ο ανερχόμενος Τόλης Βοσκόπουλος. Παρουσιάζονται οι επιθεωρήσεις Εκκλησιάζουσες και Η Πυθία στην Πλάκα. Ενώ, τη σεζόν 1966-67 Βλαχοπούλου-Καστρινός-Ζώκα συνεργάζονται με τη Μαρινέλλα, στα πρώτα βήματα της σόλο καριέρας της. Οι τίτλοι των ρεβί πίστας είναι σίγουρα ενδεικτικοί για την παρουσία της Ρένας σε αυτά τα προγράμματα: Μαντάμ Ορτάνς & ΣΙΑ και Η προξενήτρα... Εκτός από το φωτογραφικό ντοκουμέντο και τις διαφημίσεις αυτής της σεζόν, έχει νομίζω ιδιαίτερη αξία και η μαρκίζα του Μοστρού που διασώθηκε χάρη στην ταινία του Κλέαρχου Κονιτσιώτη Η Αθήνα μετά τα μεσάνυχτα (1968), γιατί βλέπουμε τη σειρά των ονομάτων.

Η μαρκίζα του Μοστρού τη σεζόν 1966-67...
Από την ταινία του Κλ. Κονιτσιώτη Η Αθήνα μετά τα μεσάνυχτα




Και λεπτομέρεια για φανατικούς/ές... Τη μεθεπόμενη σεζόν, 1968-69, Καστρινός-Ζώκα συνεργάζονται πάλι με τη Μαρινέλλα στην Παλιά Αθήνα. Αυτή τη φορά φαίνεται πως το όνομα της Μαρινέλλας προβάλλεται πιο πολύ, καθώς έχει γίνει πλέον μεγάλο όνομα της νυχτερινής ζωής της πόλης, ωστόσο τα ονόματα του ζεύγους, αν και με μικρότερα στοιχεία, βρίσκονται και πάλι πάνω από το όνομα της δημοφιλούς τραγουδίστριας...

Η Ρένα σταματά τις (τακτικές τουλάχιστον) εμφανίσεις της στα κέντρα μετά τον γάμο της (Σεπτέμβριος 1967) και έτσι με το χορευτικό ζευγάρι Καστρινός-Ζώκα συναντιέται μόνο σε επιθεωρήσεις των επιχειρήσεων Μπουρνέλλη: Λουλουδιασμένη Αθήνα (θέατρο Εθνικού Κήπου, καλοκαίρι 1967), Αθήνα χαρτοπαίχτρα και Τα ψιθυρίσματα (θέατρο Ακροπόλ, χειμώνας 1967-68), Όνειρα απατηλά (θέατρο Εθνικού Κήπου, καλοκαίρι 1968). Το 1969 η Ρένα συνεργάζεται για ένα διάστημα μόνο με τον Καστρινό σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ενώ η Χρυσούλα Ζώκα θα τη συναντήσει ξανά στη σκηνή του Ακροπόλ τη χειμερινή σεζόν 1969-70, πλάι στον παρτενέρ της, στη χειμερινή επανάληψη της επιθεώρησης Αστροναύτισσα και στις επιθεωρήσεις Μίνι, μάξι και σηθρού και Να'τανε το '21.

Φωτογραφία από το βιβλίο της Σπ. Βρανά Επιθεώρηση καψούρα μου (εκδ. Γλάρος, 1985)

Η Χρυσούλα Ζώκα μίλησε στη Σπεράντζα Βρανά και για τις τελευταίες της συνεργασίες με τον Μανώλη Καστρινό στα χρόνια του '70:
...το '76 που πρωτοάνοιξε το Δελφινάριο με τον Λαζαρίδη [σημείωση Rena Fan: στην επιθεώρηση Πολύ ωραίο στυλ] κάναμε ένα πολύ ωραίο χορευτικό, τους "Κύκνους". Ήταν ένα πολύ ωραίο σκηνικό με κύκνους, σε μια ιδέα κάπως αφηρημένη του Καστρινού, κι ύστερο το '77 στο Παρκ, κάναμε ένα επίσης ωραίο χορευτικό με ελληνικό θέμα. Το σκηνικό έδειχνε την Πλάκα, και στο βάθος ήταν ο Παρθενώνας με τις κολόνες, και μία απ' αυτές ήμουν κι εγώ, που κάποια στιγμή έφευγα απ' τη θέση μου και κάναμε ένα "Πα ντε ντε" κι ύστερα έφευγα και ξαναγινόμουν κολόνα, κι ο Μανώλης έμενε μόνος του, ένας περιπατητής που οραματιζότανε ότι αυτή η κολόνα είναι μια ωραία γυναίκα, ένας ερωτευμένος με την αθηναϊκή νύχτα... Με το θάνατο του Μανώλη πέθανε κι ένα κομμάτι του εαυτού μου, κι είπα: "Εδώ τελειώσανε τα πάντα..." και... τελειώσανε...
Χρυσούλα Ζώκα και Γιώργος Φούντας
Φωτογραφία από την ιστοσελίδα Ελληνικό Σινεμά  

Μπορεί κάπου εκεί να τελείωσε η χορευτική δραστηριότητα της Χρυσούλας Ζώκα η ίδια όμως δεν έπαψε ποτέ να είναι δραστήρια. Πάντοτε γοητευτική, κυκλοφορούσε συχνά στο πλευρό του συζύγου της Γιώργου Φούντα (Θεσσαλονικείς τη θυμούνται να τον συνοδεύει σε διάφορα Φεστιβάλ Κινηματογράφου στα χρόνια του '80 και του '90...). Εμφανίστηκε και σε κάποιες εκπομπές της κρατικής τηλεόρασης που ήταν αφιερωμένες σ' εκείνον. Εκείνος πέθανε στις 28 Νοεμβρίου του 2010. Και την προηγούμενη Κυριακή, χτυπημένη από τον καρκίνο, τον ακολούθησε κι εκείνη. Καλοτάξιδη!
2002: Ο Γιώργος Φούντας και η Χρυσούλα Ζώκα συγχαίρουν τον Πασχάλη Τσαρούχα 
Φωτογραφία Eurokinissi, από την ιστοσελίδα www.zappit.gr

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Οι "Ήρωες" και "Τα ραδίκια ανάποδα"...

Δεν γράφω πλέον συχνά. Υπάρχουν όμως κάποιες φορές που με αναγκάζω να καθήσω μπροστά στον υπολογιστή και να γράψω λίγες γραμμές για να μεταφέρω όσο μπορώ αποκαλυπτικές στιγμές που έζησα μέσα σε θέατρα. Και τις τελευταίες μέρες αυτό το βίωσα βλέποντας δύο παραστάσεις: τους "Ήρωες" στο Μικρό Παλλάς και "Τα ραδίκια ανάποδα" στο Eliart.

"Ήρωες" (και ηρωίδες!) στο Μικρό Παλλάς

Η πορεία των Ηρώων ξεκίνησε τη σεζόν 2007-08 (εδώ κοκκινίζω...). Έκτοτε το έργο παρουσιάστηκε κι άλλες φορές (άλλοτε στο Μικρό Παλλάς και άλλοτε στο θέατρο Εμπορικόν). Τα κείμενα ανήκουν βασικά στην Ελένη Γκασούκα (που σκηνοθέτησε επίσης την παράσταση) αλλά σε κάποια από αυτά έχει συνεγαστεί και ο Θοδωρής Αθερίδης. Μέσα από αυτά άντρες και γυναίκουν ξετυλίγουν τις προσωπικές τους περιπέτειες, βιώματα καθημερινά, βιώματα που τα έχει σημαδέψει η διαφορετικότητα αυτών των ηρώων και των ηρωίδων, οι εξαρτήσεις τους από ανθρώπους, ουσίες και άλλες "κακές" συνήθειες αλλά και η σκληρή αντιμετώπιση της διαφορετικότητας τους από την κοινωνία που τους/τις περιβάλλει.


Δεν ξέρω αν η Ελένη Γκασούκα θέλει να χαρακτηρίζεται το έργο της επιθεώρηση, αλλά εγώ ως εξέλιξη του επιθωρησιακού είδους το βλέπω. Μια βασική διαφορά από τις παλιές επιθεωρήσεις (τουλάχιστον αυτές που υπηρετούσε η μούσα του blog, γιατί αρκετά νούμερα στις επιθεωρήσεις του Ελεύθερου Θεάτρου, της Ελεύθερης Σκηνής και του Λάκη Λαζόπουλου είχαν αυτό το στοιχείο) είναι ότι τη χαρακτηρίζει από την αρχή ως το τέλος η ενσυναίσθηση για τους χαρακτήρες που παρουσιάζει και συχνά σατιρίζει. Η Γκασούκα και ο Αθερίδης σατιρίζουν τους/τις ήρωες/ηρωίδες αλλά σε καμιά περίπτωση δεν τους/τις κοροϊδεύουν (αυτό ήταν δυστυχώς ένα από τα τρωτά της παλιάς επιθεώρησης): αντίθετα νιώθεις πως τους/τις νιώθουν, τους/τις συμπονούν, τους/τις αγαπούν. Άλλωστε, το έργο δεν έχει αμιγώς πολιτικά νούμερα στα οποία δύσκολα θα μπορούσε κανείς να "μπει στα παπούτσια" των πολιτικών που σατιρίζονται. Συνεπώς, θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχουμε μια σύγχρονη μορφή του επιθεωρησιακού είδους που η θεματολογία της δεν περιορίζεται στην τηλεόραση (άλλη πληγή των περισσότερων επιθεωρήσεων των τελευταίων χρόνων) αλλά παρατηρεί και αναδεικνύει--συχνά πονεμένες--φιγούρες της καθημερινότητας.


Στην παράσταση πρωταγωνιστούν ο Θανάσης Αλευράς, ο Κωνσταντίνος Καΐκης, η Βίκυ Καρατζόγλου, ο Θοδωρής Μαυρογιώργης, η Ματίνα Νικολάου, ο Νικόλας Παπαδομιχελάκης και η Αρετή Πασχάλη. Έχουν ομαδικές εμφανίσεις αλλά και ατομικές. Ξεχώρισα τη Ματίνα Νικολάου που βιώνει το άγχος των like στο Facebook (και τόσα ακόμα άγχη της γενιάς μας), άγχος που κορυφώνεται με την παρωδία σκηνής από την παράσταση της Γκόλφως του Νίκου Καραθάνου και του Εθνικού Θεάτρου. Αλλά και η Αρετή Πασχάλη είναι απολαυστική ως Ρουζίτσα, συνοδός αντρών που κρύβουν επιμελώς την ομοφυλοφιλία τους παρουσιάζοντας μια όμορφη κοπέλα στο πλευρό τους (κείμενο του Αθερίδη). Ο Κωνσταντίνος Καΐκης ξεχωρίζει σε έναν μονόλογο που αφήνει μια τραγική γεύση στο τέλος: είναι ο μικρός Νεκτάριος, το παιδί που βιώνει τη σκληρότητα μιας κοινωνίας που δεν ξέρει πώς να φερθεί σε παιδιά με ειδικές ανάγκες. Αντίστοιχα τραγική γεύση (και το βράδυ που είδα εγώ την παράσταση ήταν τόσο έντονοι και αναπόφευκτοι οι συνειρμοί από τον πρόσφατο χαμό του Βαγγέλη στα Γιάννενα) αφήνει ο μονόλογος του Θανάση Αλευρά για τον γκέι ηπειρώτη. Τραγικότητα που δεν προφταίνει ευτυχώς(?) να σε ρίξει ψυχολογικά γιατί το όλο κλίμα ανατρέπεται με το απολαυστικό τσάμικο των αντρών του θιάσου...


Τον έχω δει αρκετές φορές στο θέατρο τον Θανάση Αλευρά. Από τη Φουρκέτα (πάλι της Ελένης Γκασούκα) μέχρι τις φετινές Καμπάνες του Εντελβάις (του Νίκου Καρβέλα), καταλάβαινα πως βλέπω έναν ηθοποιό με ταλέντο και πολλές δυνατότητες. Αυτό που έζησα όμως βλέποντάς τον στους Ήρωες δεν είχε προηγούμενο. Ένα ταλαντούχο πλάσμα με απιστευτο ρυθμό και ευελιξία στο παίξιμο που κάνει το κοινό να σπαρταράει όταν παρουσιάζει το ατέλειωτο ταξίδι της φυματικής Νατάλια Μπρατούσκα Σεϊτανίδη Αλεξέγιεβα, η οποία αναζητά τη γιατρειά αλλά και τον αγαπημένο της ταξιδεύοντας με τον υπερσιβηρικό. Ο Αλευράς, που άλλωστε στο πρώτο ανέβασμα της παράστασης το 2008 τιμήθηκε με το βραβείο Δημήτρης Χορν--βραβείο που σπάνια δίνεται σε ηθοποιό για την ερμηνεία κωμικού ρόλου--απογειώνει ολόκληρη την παράσταση με τις ερμηνείες του και οι θεατές παραληρούν.




Και ανάμεσα στα νούμερα, τα τραγούδια--η μουσική επιμέλεια έγινε από τον Πάνο Σουρούνη: τραγούδια που άλλοτε ερμηνεύονται τρυφερά κι άλλοτε πέφτουν θύματα της σάτιρας των Ηρώων. Κάποια από αυτά είναι καινούρια (γραμμένα από τους Γρηγόρη Πετράκο-Νίκο Μωραΐτη, Μπάμπη Βαρθακούρη, Χάρη Καφετζόπουλο-Θοδωρή Μαυρογιώργη) και άλλα μάς συντροφεύουν από την παιδική μας ηλικία όπως το "Σήμερα", το "We are the world" αλλά και το "What a wonderful world" (και εδώ ο Rena Fan πάντα συγκινείται, γιατί θυμάται Εκείνη...). Το μουσικό αποτέλεσμα οφείλει πολλά στους επί σκηνής μουσικούς: τον πιανίστα Χρίστο Θεοδώρου σε ρόλο μαέστρου, τον Κωνσταντίνο Βήχο, τον Λάμπρη Κουντουρογιάννη και τον Σπύρο Καραμήτσο. Το τραγουδιστικό μέρος της παράστασης έχουν αναλάβει κυρίως ο Θοδωρής Μαυρογιώργης και η Βίκυ Καρατζόγλου--αλλά ο Αλευράς με τον Καΐκη ασχολούνται επίσης με το τραγούδι στο ντουέτο τους που σατιρίζει τις ακρότητες των σύγχρονων στίχων.


Η ορχήστρα των Ηρώων (φωτογραφία από το blog του Πιτσιρίκου)

Μετά από αλεπάλληλες παρατάσεις, οι Ήρωες ολοκληρώνουν τις παραστάσεις τους στο Μικρό Παλλάς απόψε. Εύχομαι όταν τελειώσουν οι υποχρεώσεις του Αλευρά στον Βυσινόκηπο του Τσέχωφ (που θα ανέβει μετά το Πάσχα στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών), η παράσταση να συνεχιστεί και να ταξιδέψει και στη Θεσσαλονίκη όπως είχε αρχικά ακουστεί. Αλλά για καλό και για κακό, τρέξτε απόψε στο Μικρό Παλλάς να τους προλάβετε...


"Τα ραδίκια ανάποδα" στο Eliart

Και αυτό το έργο ξεκίνησε την πορεία του πριν από τρεις σεζόν (και πάλι κοκκινίζω...). Πρόκειται για μια... "κωμωδία επί 13". Δεκατρείς μικροί επικήδειοι, αριστοτεχνικά γραμμένοι και ερμηνευμένοι από τον Γιώργο Γαλίτη, αρκετοί από τους οποίους θα μπορούσαν να έχουν σταθεί ως αυτόνομα επιθεωρησιακά νούμερα (ένας από αυτούς μάλιστα, όπως με πληροφόρησε ο ραδιοφωνικός παραγωγός και φίλος του blog Σιδερής Πρίντεζης, πρωτοπαρουσιάστηκε ως νούμερο της επιθεώρησης Το πα...τρίς εξαμαρτείν πριν από μερικά χρόνια). Και εδώ η συγγραφική ματιά διαθέτει ενσυναίσθηση... Έχω την αίσθηση πως ο Γαλίτης μπαίνει στη θέση των ηρώων του, ακόμα κι όταν τους στηλιτεύει για τις συμπεριφορές τους. 


Τον Γαλίτη τον ξέρω χρόνια ως έναν πολύ καλό κωμικό, με φινέτσα και λάμψη. Τον έχω δει σε κωμωδίες και σε επιθεωρήσεις (πιο πρόσφατα στο Τι βουλή θα παραδώσεις μωρή) όπου πάντα ξεχώριζε με την ερμηνεία του, ενώ συχνά συνεργαζόταν και στη συγγραφή των κειμένων. Στη σκηνή του Eliart όμως, το συγγραφικό και το υποκριτικό του ταλέντο με συνεπήρε. Από τον πρόλογο της παράστασης, όπου απολαυστικά προειδοποιεί τους θεατές για τους ήχους που εκνευρίζουν τους/τις ηθοποιούς (αλλά και τους άλλους θεατές θα πρόσθετα--και μακάρι να είχε σκεφτεί να συμπεριλάβει και τον ήχο των κομπολογιών...) μέχρι και τον τελευταίο επικήδειο του έργου, ο Γαλίτης δείχνει πως διαθέτει μια σπάνια κωμική φλέβα, από εκείνες που νιώθει κανείς να χτυπούν στα μηνίγγια έτοιμες να εκραγούν. Έχει όμως και σπάνιο μέτρο που του επιτρέπει να ελέγχει τις κωμικές του εκρήξεις.


Θα μπορούσα να ξεχωρίσω αρκετούς από τους 13 επικήδειους, με κίνδυνο όμως να αδικήσω τους υπόλοιπους. Αλλά ο Μάγειρας, ο Χειρουργός και ο Γιώργης είναι σίγουρα στιγμές ανθολογίας για μένα. Ειδικά ο Γιώργης έχει να πει πολλά σε κάποιον/αν που έχει υπάρξει μέλος κατά καιρούς πολιτιστικών συλλόγων ή θεατρικών ομάδων της επαρχίας. Πραγματικό συγγραφικό και υποκριτικό διαμάντι. Αλλά και ο Κρητικός λυράρης, ο Μητροπολίτης, ο Στρατηγός, η Τζένη Χατζηρουμπάνογλου, όλοι τους έχουν τη δική τους γοητεία. Παλεύουν με τον εσωτερικό τους κόσμο, προσπαθούν να δικαιώσουν τις υποκριτικές τους συμπεριφορές, κάποιες φορές με τρόπο συγκινητικό.


Ο Rena Fan βρήκε και πάλι αφορμή για να θυμηθεί τη μούσα του, καθώς στον έμμετρο επικήδειο του Αρτέμη ο Γαλίτης παρωδεί ένα δίστιχο από το τραγούδι "Έχω στενάχωρη καρδιά". Ο Γαλίτης όμως μου θύμισε τη Ρένα Βλαχοπούλου και στους τρόπους με τους οποίους επικοινωνούσε με το κοινό τις στιγμές που το προέβλεπε ο σχετικός... επικήδειος αλλά και άλλες, φευγαλέες στιγμές, όταν κάποιος θεατής τού έδινε το κατάλληλο ερέθισμα με τις αντιδράσεις του (ή την έλλειψη... αντιδράσεων, όπως συνέβη με έναν θεατή το βράδυ που ήμουν εγώ στο Eliart).


Τα κείμενα του Γαλίτη ξεχειλίζουν από χιούμορ, αλλά όπως και η ερμηνεία του, δεν χάνουν ποτέ το μέτρο. Ο ίδιος λάμπει μέσα στο τόσο σκοτεινό περιβάλλον που επιβάλλει το θέμα του έργου του. Κι όπως λάμπει ο ίδιος σ' αυτό το σκηνικό σκοτάδι, έτσι κι οι επικήδειοί του είναι "άστρα κατάφωτα" μες στο επικίνδυνο σκοτάδι της εποχής μας, όπως σημειώνει ο ποιητής Σωτήρης Κακίσης, φίλος του Γαλίτη, αλλά και του blog (στην ιστοσελίδα www.andro.gr αλλά και στο επίμετρο του βιβλίου--εκδόσεις Βακχικόν--που περιλαμβάνει το έργο και μερικούς ακόμα επικήδειους ως... "πόνους tracks!"). Ο Γιώργος Γαλίτης είναι, σύμφωνα με τον Κακίση "υγεία ιδιαίτερη μες στα εξευτελιστικά νέα ελληνικά δεδομένα χωρίς ούτ' ένα χτύπημα κάτω από τη μέση του θεατή, χωρίς ούτε μια ευκολία, χωρίς ούτε μια στιγμή ευτέλειας". Πραγματικά, πόσο σπουδαίο έργο θα επιτελούσε σήμερα η παρουσία ενός επιθεωρησιακού είδους που θα διέθετε αυτά τα χαρακτηριστικά--ίσως μάλιστα αν τα διέθετε και παλιότερα, η επιθεώρηση να μην είχε παρακμάσει τόσο άδοξα...



Συνυπεύθυνος με τον Γαλίτη για το αποτέλεσμα στη σκηνή του Eliart είναι ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης που σκηνοθέτησε την παράσταση. Ιδιαίτερα γοητευτική είναι και η σκηνογραφική ιδέα που ανήκει στον ίδιο τον Γαλίτη. Δεκατρείς επίπεδες ανθρώπινες φιγούρες τον περιμένουν στη σκηνή. Πίσω από κάθε φιγούρα βρίσκονται τα ρούχα και τα αξεσουάρ που χρησιμοποιεί ο Γαλίτης για να ζωντανέψει τον κάθε ήρωά του. Και αφού τελειώσει, ντύνει με τα ρούχα και τα αξεσουάρ την κάθε φιγούρα που μοιάζει να έχει πλέον ζωντανέψει και να τον παρατηρεί μέχρι το τέλος της παράστασης σαν ζωντανή ανάμνηση του κάθε ήρωα/της ηρωίδας...



Παρόλο που έμαθα ότι τα Ραδίκια θα παίζονται και του χρόνου, σας προτείνω να δείτε οπωσδήποτε κάποια από τις δυο τελευταίες παραστάσεις αυτής της σεζόν στη σκηνή του Eliart, το Σάββατο στις 20.13(sic!) και την Κυριακή στις 18.13(sic!). Θα κλείσω την ανάρτηση και πάλι με λόγια του Σωτήρη Κακίση που λέει ότι δεν χορταίνει να βλέπει την παράσταση γιατί, όπως γράφει, στην εποχή μας: 
μου λείπει πολύ αυτή η ικανοποίηση, η απόλαυση στρόγγυλων και καθαρών πραγμάτων, τα υπέροχα σημεία συνενοχής του κοινού μ' έναν μεγάλο κωμικό ξανά.
Γιατί κι εγώ πρόλαβα μικρός κι είδα στο θέατρο, στα Ακροπόλ, επί σκηνής και Αυλωνίτη, και Χρήστο Ευθυμίου, και Σταυρίδη, και Βλαχοπούλου, και Χατζηχρήστο. Και Βέγγο, βέβαια, παντού και πάντα απίστευτο, σαν γαλαξία φωτιάς εκεί πάνω ολόγλυκα συγκινητικό.

Κι ο Rena Fan νιώθει τυχερός επειδή έζησε τη Βλαχοπούλου και τον Βέγγο πάνω στο σανίδι αλλά και επειδή σήμερα μπορεί να χαίρεται και τον πραγματικά σπουδαίο κωμικό Γιώργο Γαλίτη... 

(Οι φωτογραφίες των Ηρώων είναι του Γιώργου Καλφαμανώλη. Οι φωτογραφίες της παράστασης Τα ραδίκια ανάποδα προέρχονται από την ιστοσελίδα www.galitis.blogspot.gr)

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Έξι χρόνια χωρίς τη Δανάη Στρατηγοπούλου

Συμπληρώθηκαν σήμερα έξι χρόνια από τον θάνατο της Δανάης Στρατηγοπούλου. Της αγαπημένης μας "γιαγιάς" Δανάης, που διέθετε σπάνια φωνή, ξεχωριστή μουσική προσωπικότητα, πλούσια παιδεία, ιδιαίτερη γραφή και ατέλειωτη αγάπη για τα νιάτα, την ομορφιά, τη ζωή.


Η προσφορά της Δανάης Στρατηγοπούλου φαίνεται πως δεν παύει να αποτελεί αντικείμενο μελέτης και βέβαια θαυμασμού. Τα τραγούδια της ακούγονται πάντα, η ζωή της έγινε παράσταση που γνώρισε επιτυχία εμπορική (αν και το καλλιτεχνικό της αποτέλεσμα δεν με ικανοποίησε), οι μεταφράσεις της είναι κλασικές, η ποίηση και τα γραπτά της της αναζητούν μάλλον λίγη παραπάνω προσοχή... Το "σκεπτόμενο αίσθημά της" (φράση της κόρης της, Λήδας Χαλκιαδάκη) είναι εδώ: μας ποτίζει με την ομορφιά του αλλά και μας παρακινεί με τη σοφία του.


Για άλλη μια φορά θα αναρτήσω εδώ την απαγγελία ενός ποιήματός της από την ίδια. Νιώθω περήφανος που κατέγραψα με το ερασιτεχνικό μου κασετοφωνάκι αυτή τη σπάνια στιγμή της μεγάλης Δανάης όταν τον Αύγουστο του 2000, στη δύση της ζωής της θέλησε να κλείσει όλους τους ανθρώπους που αγάπησε σε λίγους στίχους: "Το τελευταίο μου ποίημα" ξεσήκωσε θύελλα χειροκροτημάτων στον Άη-Νικόλα της Ραφήνας, στη διάρκεια μιας μουσικοποιητικής βραδιάς που επιμελήθηκε η Λήδα Χαλκιαδάκη: η 87χρονη Δανάη, ντυμένη με μια ωραία τουαλέτα, με μαλλιά "σαν της Μέδουσας" λόγω του αέρα (όπως είχε πει η ίδια--δεν της έλειπε ποτέ ο αυτοσαρκασμός) συγκίνησε το κοινό (γείτονές της οι περισσότεροι/ες αλλά και φίλοι/ες από όλη την Ελλάδα) με λίγους ανθρώπινους, απλούς και γι' αυτό συγκινητικούς στίχους... Η κόρη της, τα εγγόνια της, η ανάμνηση του άντρα της, οι έγνοιες της, οι αγάπες της, η καθημερινότητά της. Ήταν σπάνιο το χάρισμα της Δανάης να αναδεικνύει ποιητικά την καθημερινότητα--όπως ακριβώς αναδείκνυε μουσικά τα αισθήματα των στίχων που ερμήνευε--κι αυτό ίσως θα'πρεπε να το αναδείξουμε λίγο περισσότερο στο μέλλον...


Προς το παρόν όμως, ας αφεθούμε στη μαγεία του μουσικού της κόσμου, που τις πόρτες του μάς άνοιγε διάπλατα για να χαθούμε στα μονοπάτια του και στις εικόνες του.


Κυρία Δανάη Στρατηγοπούλου, σας ευχαριστούμε για όλα!


(Διαβάστε εδώ μια αρκετά εκτενή ανάρτηση του Rena Fan για τη ζωή και το έργο της Δανάης Στρατηγοπούλου)

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

Μάγια Μελάγια

Το 2014 φεύγει παίρνοντας μαζί του ένα από τα τελευταία στελέχη του παλιού μουσικού θεάτρου και του ελαφρού τραγουδιού. Η Μάγια Μελάγια, εκρηκτική τραγουδίστρια της επιθεώρησης και της πίστας στα χρόνια του '50 και του '60, πέθανε χτες στα 86 της χρόνια.

 

Η Μελάγια ήταν τρίτη ξαδέλφη της Ρένας Βλαχοπούλου (αν θυμάμαι καλά, η γιαγιά της Μάγιας και  ο παππούς της Ρένας ήταν πρώτα ξαδέλφια) αλλά κυρίως υπήρξε φίλη της και συνεργάτιδά της σε δυο διαφορετικές περιόδους της καριέρας της. Επτανησιώτισσες και οι δυο, τις ένωνε το ταπεραμέντο, το χιούμορ και η αγάπη για τη μουσική, αλλά σαφώς το στυλ τους ήταν διαφορετικό: η Μελάγια ήταν στα χρόνια του '50 ένα sex symbol, το αντίπαλον δέος της Ζωζώς Σαπουντζάκη στην πίστα. Μάλιστα, την εποχή που η Σαπουντζάκη ήταν γνωστή ως "Βασίλισσα της Νύχτας", η Μάγια χρίστηκε από τον συνάδελφό της Τώνη Μαρούδα "Αυτοκράτειρα της Νύχτας"--τίτλος που την έκανε να ξεκαρδίζεται στα γέλια και να αυτοσαρκάζεται...

φωτογραφία από τον δίσκο Μάγια Μελάγια, ο θρύλος (Έβδομη διάσταση, 1994)

Το ξεκίνημα...
Η Μάγια Μελάγια γεννήθηκε πιθανότατα το 1928. Το πραγματικό της όνομα ήταν Μελπομένη Τσιριγώτη. Ζούσε με τη μητέρα της και τη μικρότερη αδελφή της σε μια αυλή απέναντι από το Στάδιο. Εκεί στην αυλή τραγουδούσε μαζί με άλλα κοριτσόπουλα της γειτονιάς και κάποια μέρα στο τέλος της Κατοχής, το καλοκαίρι του 1944, την άκουσε μια γειτόνισσα που ήταν μητέρα του Βέρειου, του επιχειρηματία του βαριετέ Πεύκα, και είχε συνεπώς μια κάποια γνώση του καλλιτεχνικού κόσμου. Η κυρία Βερείου είπε λοιπόν στην κυρία Τσιριγώτη:

--Κυρία Μαρία, η κορούλα σας έχει ωραία φωνή, δεν τη στέλνετε στα ταλέντα;
--Τι είν' αυτό;
--Να, διαγωνισμός ταλέντων, πού ξέρεις, μπορεί να έρθει πρώτη!"
--Έχει και λεφτά;
--Αν βγει πρώτη, έχει και λεφτά

Και έτσι, η νεαρή Μελπομένη πήρε μέρος στον εβδομαδιαίο διαγωνισμό των ταλέντων στο άλλο μεγάλο βαριετέ της εποχής, την Όαση. Τραγούδησε το "Αχ βρε γκρινιάρικο, παραπονιάρικο, μόνο η κακία θα σου μείνει..." και από το τρακ ξεχνά τα λόγια και βάζει τις φωνές στην κυρά-Μαρία: "Μαμά, μαμά, τα λόγια ξέχασα!" Κι όμως, ήρθε πρώτη! "Στους στραβούς ο μονόφθαλμος" αστειευόταν η ίδια το 1985 στη συνέντευξη που έδωσε στη Σπεράντζα Βρανά (για το βιβλίο Επιθεώρηση, καψούρα μου). Πάντως πέρα από τον αυτοσαρκασμό, η Βρανά γράφει πως η Μελάγια δεν είχε ποτέ επίγνωση της αξίας της, όχι μόνο την εποχή που ξεκίνησε αλλά και την εποχή που μεσουρανούσε στη νυχτερινή Αθήνα. Ίσως γιατί, όπως έλεγε, ποτέ δεν είχε σκεφτεί να γίνει επαγγελματίας τραγουδίστρια. Ήθελε να τελειώσει το σχολείο και να βρει ένα καλό παιδί να παντρευτεί...




Μετά την πρωτιά στον διαγωνισμό λοιπόν, η Μάγια προσλαμβάνεται για να ανοίγει το πρόγραμμα της Όασης. Μεροκάματο 5 (δραχμές, χιλιάδες ή εκατομμύρια λόγω του πληθωρισμού; ούτε κι η ίδια δεν θυμόταν) που πότε το έπαιρνε, πότε δεν το έπαιρνε... Μετά την Όαση φεύγει για τουρνέ με τον Φίλωνα Αρία ως Μάνια Τσιριγώτη. Στη συνέχεια ακολουθεί άλλη μια τουρνέ με τον Ορέστη Λάσκο που γίνεται ο νονός της. Μέσα στο λεωφορείο που τους πήγαινε σε κάποια πιάτσα της λέει:  "Δεν είναι όνομα αυτό, ρε παιδί μου, για τραγουδίστρια, είσαι πολύ όμορφη και πρέπει όμορφο να'ναι και το όνομά σου. Το βρήκα! Μάγια Μελάγια!" Το μάγια σημαίνει στα αιγυπτιακά νερό και το μελάγια είναι ένα είδος μαντιλιού που φορούν οι Αιγύπτιες στο κεφάλι. Με αυτή την αιγυπτιακή λοιπόν αύρα αρχίζει η νεαρή τραγουδίστρια να ανεβαίνει τα σκαλιά της επιτυχίας.

Φωτογραφία από το πρόγραμμα της παράστασης Χαρούμενη Ελλάδα 
του θεάτρου Παπαϊωάννου (χειμώνας 1948-49)

Την πρώτη της επίσημη αθηναϊκή εμφάνιση ως ρομαντζιέρα την πραγματοποίησε το καλοκαίρι του 1947 στο θέατρο Λυρικόν της Γ΄ Σεπτεμβρίου αντικαθιστώντας τη Σοφία Βέμπο στον θίασο των Άσσων (Μαυρέας-Μακρής-Κοκκίνης-Φιλιππίδης-Αυλωνίτης) που είχε τον χειμώνα παρουσιάσει στο Κεντρικόν τη μεγάλη επιθεωρησιακή επιτυχία Ελλάδα μου, κουράγιο! Αν και δεν έχω διασταυρώσει ακόμα την πληροφορία ότι η Μελάγια αντικατέστησε τη Βέμπο σε ήδη παιζόμενο έργο του θιάσου, μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι είναι η τραγουδίστρια της επιθεώρησης Να τι θέλει ο λαός που ανεβαίνει στο Λυρικόν τον Μάιο του 1947. Η νεαρή τραγουδίστρια ξεχωρίζει αμέσως και κερδίζει κολακευτικές κριτικές παρόλο που έχε κληθεί να αντικαταστήσει το μεγαθήριο Βέμπο. Αμέσως της γίνονται προτάσεις για εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα και ξεκινά από ένα κοσμικό κέντρο της Κηφισιάς για να συνεχίσει τον χειμώνα του 1947-48 στο Χάνι του Γιούλη της οδού Κεφαλληνίας--κέντρο στο οποίο σύχναζε ο καλλιτεχνικός κόσμος της εποχής.
Στο θέατρο Παπαϊωάννου, μάλλον το φθινόπωρο του 1948. 
Η Μάγια Μελάγια πρώτη από δεξιά. Διακρίνονται ακόμα η Πόπη Άλβα, 
η Μπέμπα Δόξα, η Νανά Γκάτση και η Σπεράντζα Βρανά. 
Φωτογραφία από το βιβλίο της Σπ. Βρανά Τολμώ (εκδ. Εξάντας)

Το καλοκαίρι του 1948 η Μελάγια είναι η τραγουδίστρια του θεάτρου Σαμαρτζή όπου παρουσιάζεται η επιθεώρηση Γαλάζιες φλόγες με τον Αλέκο Λειβαδίτη και τον Κούλη Στολίγκα και από εκεί περνάει στις θεατρικές επιχειρήσεις του Βασίλη Μπουρνέλλη όπου παραμένει με μικρά διαλείμματα μέχρι το 1954: Θέατρο Παπαϊωάννου τον χειμώνα, θέατρο Ακροπόλ το καλοκαίρι. Τίτλοι επιθεωρήσεων στις οποίες τραγουδούσε αλλά έπαιρνε μέρος και σε ομαδικά νούμερα ή στο φινάλε: Γελάτε χωρίς βέτο, Θέλω να χορεύω, Χαρούμενη Ελλάδα, Δώδεκα και πέντε, Τριάντα το δολλάριο. Στις επιχειρήσεις του Μπουρνέλλη γνωρίζεται με τη Σπεράντζα Βρανά και τις συνδέει μια στενή φιλία μέχρι τον θάνατο της Σπεράντζας το 2009. Εκεί επίσης συνδέεται ερωτικά και με τον συνθέτη Γιώργο Μουζάκη και ζουν έναν παθιασμένο έρωτα που κρατά αρκετά χρόνια αλλά περιορίζει και κάπως τις επαγγελματικές της επιλογές (ίσως επειδή ο συνθέτης τη ζήλευε). Εκεί όμως θα συνεργαστεί για πρώτη φορά και με τη Ρένα Βλαχοπούλου.

Η διανομή της επιθεώρησης Χαρούμενη Ελλάδα. Βλέπουμε ότι η Μάγια Μελάγια 
τραγουδά δυο τραγούδια πριν το φινάλε της παράστασης
 ("(Δεν) θέλω" και "Πώς μ' έχεις μπλέξει")
 αλλά παίζει και στο νούμερο "Γεγονότα στην Κίνα" μαζί με τον Κώστα Δούκα 
(με αναφορές στην Κίνα αλλά και στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο...)

Τραγούδι του Κώστα Γιαννίδη από την επιθεώρηση Δώδεκα και πέντε 
της τριάδας που από όσο γνωρίζω δεν δισκογραφήθηκε με τη φωνή της Μάγιας Μελάγια


Ο θίασος του Ακροπόλ το καλοκαίρι του 1952: 
η Μάγια Μελάγια διακρίνεται στην κάτω σειρά, πέμπτη από δεξιά. 
Η Ρένα Βλαχοπούλου στην επάνω σειρά, τρίτη από αριστερά.
(φωτογραφία από το βιβλίο της Σπ. Βρανά Τολμώ, εκδ. Εξάντας, 1981)

Οι μεγάλες επιτυχίες
Το καλοκαίρι του 1952 στο θέατρο Ακροπόλ ανεβαίνουν οι επιθεωρήσεις Η βασίλισσα της νύχτας και Να τι θα πει Αθήνα των Γιώργου Ασημακόπουλου-Βασίλη Σπυρόπουλου-Παναγιώτη Παπαδούκα με μουσική του Γιώργου Μουζάκη. Επικεφαλής του θιάσου οι Καίτη Ντιριντάουα, Βασίλης Αυλωνίτης, Ρένα Ντορ, Κούλης Στολίγκας, Μπέμπα Δόξα και Γιώργος Γαβριηλίδης. Ανερχόμενα στελέχη του η Σπεράντζα Βρανά, ο Νίκος Ρίζος κι ο Νίκος Βασταρδής. Τραγουδίστριες του θιάσου η Ρένα Βλαχοπούλου, η Καίτη Μπελίντα και η Μάγια Μελάγια, οι οποίες πέρα από τα τραγούδια που ερμηνεύουν ξεχωριστά έχουν και μια κοινή εμφάνιση: στην επιθεώρηση Να τι θα πει Αθήνα η Ρένα και η Μπελίντα τραγουδούν ντυμένες σαν σιορ Διονύσιος και Αντζουλίνα τραγουδούν ντουέτο (πιθανότατα το τραγούδι του Μουζάκη "Αυτός ο έρωτας" και αμέσως μετά εμφανίζεται η Μελάγια και οι τρεις τους τραγουδούν το περίφημο αρχοντορεμπέτικο "Βρε παιδιά, δεν έχει μπέσα της γυναίκας καρδιά".

Βλαχοπούλου-Μπελίντα-Μελάγια τραγουδούν "Της γυναίκας η καρδιά" στο Ακροπόλ, 
το 1952. Φωτογραφία από το βιβλίο του Μ. Δελαπόρτα Βίβα Ρένα (Άγκυρα, 2002)



Με αυτό το τραγούδι ξεκινά μια χαριτωμένη σχέση ανάμεσα στη Ρένα και τη Μελάγια: η Μάγια περνά στη δισκογραφία τραγούδια που η Ρένα τραγουδά στη σκηνή. Έτσι μετά το "Της γυναίκας η καρδιά" που κυκλοφορεί σε δίσκους με τη Μελάγια (αλλά και την Μπελίντα), η Μελάγια ηχογραφεί το περίφημο μπιγκίν "Σ' αγαπώ τόσο πολύ" που τραγουδούσε η Ρένα στη σκηνή του Ακροπόλ, στην ίδια εκείνη επιθεώρηση. Και στα κατοπινά χρόνια θα συμβεί αυτό με άλλες δυο επιτυχίες της Ρένας: η Μάγια θα δισκογραφήσει και το ιστορικό "Κάνε μου τέτοια" του Μ. Θεοφανίδη (που η Ρένα τραγουδούσε στην επιθεώρηση του Βέμπο Σουσουράδα το 1954 και που ευτυχώς το ηχογράφησε και η ίδια σε δίσκους) και την υπέροχη "Παλιά γειτονιά" του Μουζάκη (που η Ρένα τραγουδούσε στην επιθεώρηση του Ακροπόλ Τζώννηδες και κάου-μπόυ τη σεζόν 1955-56 και δυστυχώς σήμερα διασώζεται με τη φωνή της Ρένας μόνο μισό χάρη στα αρχεία του παλιού ΕΙΡ). Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι γιατί η Ρένα δεν δισκογράφησε τα δυο τραγούδια του Μουζάκη: ίσως να είναι θέμα εταιριών (Μουζάκης και Μελάγια ηχογραφούν πιο συχνά στην Columbia) αλλά ίσως ο συνθέτης να προτιμούσε η Μελάγια ως αγαπημένη του, αλλά και  ως στενή του συνεργάτιδα στα κέντρα, να ηχογραφεί τα δικά του τραγούδια. 


Έτσι στη δισκογραφία της (περισσότερα από 40 τραγούδια στις 78 στροφές) κυριαρχούν οι συνθέσεις του Γιώργου Μουζάκη: "Θέλω να τα σπάσω", "Κοίτα ρε τι έπαθα", "Το μονοπάτι" (που πρωτοτραγούδησε η Μπελίντα στο θέατρο), "Χειμώνιασε, χειμώνιασε", "Είχαμε πει πως θα γεράσουμε μαζί", "Αντίο" (ντουέτο με τον Νάσο Πατέτσο), "Τα πιο όμορφά μας χρόνια" (ντουέτο με τον Σώτο Παναγόπουλο), "Η βαλίτσα", "Αυτό το μάμπο" (τα δύο τελευταία πρωτοτραγούδησε φυσικά η Σπεράντζα Βρανά στην ταινία Η ωραία των Αθηνών), "Δώσε" (που επίσης λάνσαρε η Βρανά στο θέατρο), ενώ γνωρίζει επιτυχία και με συνθέσεις του Μιχάλη Σουγιούλ ("Αδύνατον να κοιμηθώ", "Σ'αγαπώ και σε μισώ", "Ο καφές"), του Τάκη Μωράκη ("Όλα σπάστα και αγάπα με"), του Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου ("Άλα της", "Η φτωχοκάμαρη", "Βραδιάζει"). Η Μελάγια είναι επίσης από τις λίγες τραγουδίστριες του ελαφρού τραγουδιού που δούλεψε στα μέσα της δεκαετίας του '50 και με έναν εκπρόσωπο του λαϊκού τραγουδιού, τον Μανώλη Χιώτη: ηχογράφησε μαζί του τα τραγούδια "Σκότωσέ με", "Πολλές φορές", "Είναι αργά", "Να γλιτώσουμε κι οι δύο", "Είναι αργά", και "Ζιγκουάλα" (αργότερα, στα χρόνια του '60, ηχογράφησε στη Νότιο Αφρική κάποια ακόμα λαϊκά τραγούδια των Βασίλη Τσιτσάνη, Γιώργου Κατσαρού και Τόλη Βοσκόπουλου, τα οποία κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα το 1988 και το 1994). Και βέβαια, στα χρόνια του '50, όπως και άλλα μεγάλα ονόματα του ελαφρού τραγουδιού, η Μάγια Μελάγια ηχογραφεί τραγούδια και στους ραδιοθαλάμους του ΕΙΡ, τόσο τραγούδια που έχει τραγουδήσει η ίδια σε δίσκους ("Δώσε") αλλά και επιτυχίες άλλων συναδέλφων της (μεταξύ άλλων τα "Πού θα με πας" και "Το καουμποϊκό" του Μουζάκη και ένα ντουέτο με τη Λάουρα, το "Μόνον εσύ" του Τάκη Μωράκη).

Άλλο ένα τραγούδι που δεν έχει ηχογραφηθεί "Η καφετζού": ο Κώστας Κοφινιώτης 
και ο Γιώργος Κατσαρός το εμπνεύστηκαν από την ομότιτλη ταινία με τη Γεωργία Βασιλειάδου στην οποία και το αφιερώνουν. 

Μετά τις επιχειρήσεις του Μπουρνέλλη (από τις οποίες λέγεται πως έφυγε γιατί δημιουργήθηκε μια παρεξήγηση με την Καίτη Μπελίντα που τότε ήταν η ευνοούμενη του παντοδύναμου επιχειρηματία--ωστόσο, αργότερα οι δυο τραγουδίστριες δούλεψαν και πάλι μαζί) η Μελάγια περνά το καλοκαίρι του 1954 στο θέατρο Περοκέ και στις επιθεωρήσεις Όμορφα κι ωραία και Όσα παίρνει ο άνεμος στις οποίες τραγουδά και πάλι Γιώργο Μουζάκη. Σταδιακά όμως εγκαταλείπει το θέατρο και επιλέγει να εμφανίζεται μόνο σε νυχτερινά κέντρα. Γνωρίζει ιδιαίτερη επιτυχία ως ερμηνεύτρια αρχοντορεμπέτικων αλλά και τραγουδιών γρήγορων ρυθμών που τα υποστηρίζει με τολμηρή--για τα μέτρα της εποχής πάντα...--εμφάνιση (απαραίτητο το σκίσιμο στο φόρεμα και το μεγάλο ντεκολτέ). Αν και υπάρχουν αρκετές τραγουδίστριες που κάνουν επιτυχία συνδυάζοντας την εκρηκτική ερμηνεία με την εκρηκτική εμφάνιση (όπως η Ιωάννα Άλβα και η Μπέμπα Κυριακίδου) φαίνεται πως στο είδος επικρατούν τελικά η Μελάγια και η Σαπουντζάκη--και επιλέον (και εδώ εκφράζω ίσως προσωπική προτίμηση) φαίνεται πως η Μελάγια είναι ιδιαίτερα καλή και σε πιο αργά κομμάτια που με τη βαθιά της φωνή αλλά και την ιδιαίτερη εκφραστικότητά της μπορούν να απογειωθούν--δείτε την κι ακούστε την για παράδειγμα στην ταινία Η άγνωστος όπου ερμηνεύει ένα τέτοιο τραγούδι του Τάκη Μωράκη, το "Πάρε με κοντά σου".



Ξεκινώντας από την Άγνωστο, η Μάγια Μελάγια εμφανίστηκε σε δεκατρείς ακόμα ταινίες στην περίοδο της ακμής της: σε κάποιες από αυτές έπαιζε και μικρά ρολάκια (πιο χαρακτηριστικές οι εμφανίσεις της στο Η φτώχια θέλει καλοπέραση και στο Καπετάνιος για κλάματα, όπου τραγουδά το "Δίχως κρασί, δίχως πιοτό" του Μενέλαου Θεοφανίδη). Κυρίως όμως τραγουδούσε. Θα πραγματοποιήσει κάποιες ακόμα εμφανίσεις σε ταινίες μετά από είκοσι χρόνια, αλλά για αυτές θα μιλήσουμε αργότερα. Προς το παρόν βρισκόμαστε στην εποχή της μεγάλη της ακμής.

Μάγια Μελάγια και Κώστας Χατζηχρήστος
στην ταινία Καπετάνιος για κλάματα
Φωτογραφία από τον δίσκο Μάγια Μελάγια, ο θρύλος


"Και η Μάγια Μελάγια να 'σαι..."
Η επιτυχία της Μάγιας Μελάγια είναι τεράστια. Τα τραγούδια της ακούγονται πολύ στο ραδιόφωνο, στα κέντρα όπου εμφανίζεται (Media Luz, Βράχος, Κάστρο, Σπηλιά του Παρασκευά) αλλά και στα αναψυκτήρια/βαριετέ (Άλσος, Γκρην Παρκ) γίνεται κοσμοσυρροή... Είναι τόσο μεγάλη η επιτυχία της που κάπου εκεί, στα μέσα της δεκαετίας του '50, συμβαίνει το ακόλουθο περιστατικό που έκτοτε κυκλοφορεί ως (παρά)θεατρικό ανέκδοτο. Βρισκόμαστε στην Επίδαυρο, στα πρώτα θρυλικά χρόνια των Επιδαυρίων που ο κόσμος έρχεται με κάθε μέσο να θαυμάσει τα μεγαθήρια του Εθνικού Θεάτρου. Λίγο πριν την παράσταση υπάρχει τρομερή κίνηση και οι χωροφύλακες προσπαθούν να βάλουν σε τάξη τα οχήματα. Μέσα σε ένα αυτοκίνητο βρίσκεται η Κατίνα Παξινού και κάποιοι ακόμα ηθοποιοί (Ελένη Χατζηαργύρη, Θάνος Κωτσόπουλος) που πρωταγωνιστούν στην παράσταση που θα ξεκινήσει σε λίγο αλλά έχουν για κάποιον λόγο καθυστερήσει να φτάσουν στον χώρο του θεάτρου. Ένας χωροφύλακας σταματά το αυτοκίνητο και τους λέει πως απαγορεύεται να περάσουν. "Μα είμαι η Κατίνα Παξινού, χωρίς εμένα δεν μπορεί να γίνει η παράσταση" λέει η μεγάλη ηθοποιός στον χωροφύλακα. Εκείνος επιμένει ότι δεν μπορούν να περάσουν κι εκείνη του ξαναλέει με έντονο τρόπο: "Μα είμαι η Κατίνα Παξινού!" Κι ο χωροφύλακας ατάραχος της απαντά: "Και η Μάγια Μελάγια να'σαι δεν περνάς! Έχουμε εντολές..."



Το περιστατικό αυτό το επιβεβαίωσαν στη Μάγια Μελάγια οι συνεπιβάτες της Παξινού (Χατζηαργύρη, Κωτσόπουλος) αλλά υπάρχει και... συνέχεια που τη διήγηθηκε η ίδια η Μάγια Μελάγια στον Γιώργο Παπαστεφάνου, στην εκπομπή Οι παλιοί μας φίλοι. Την επόμενη χρονιά πηγαίνει κι εκείνη στην Επίδαυρο να παρακολουθήσει μια παράσταση. Καθώς περίμενε να μπει στο θέατρο, βλέπει κάπου να στέκεται παράμερα ο Αλέξης Μινωτής. Η συντροφιά της θεωρεί πως πρέπει να του συστήσουν κι εκείνη, κάπως αμήχανη του ζητάει συγνώμη για το περιστατικό της προηγούμενης χρονιάς. Ο Μινωτής της λέει: "Μα δεν πειράζει, παιδί μου, εσένα ήξερε ο χωροφύλακας, τι να κάνουμε". Σε λίγο εμφανίζεται ένα ταξί με την Παξινού και ο Μινωτής ζητά συγνώμη από την παρέα και μπαίνει μέσα στο ταξί. Φαίνεται πως εξηγεί στην Παξινού ποια ήταν η κυρία με την οποία μιλούσε κι εκείνη κοιτά υποτιμητικά τη Μελάγια και με απαξιωτικό ύφος γυρίζει το κεφάλι της από την άλλη πλευρά. "Ε, καλά σου 'κανε ο χωροφύλακας!" λέει τότε η Μάγια Μελάγια και σκάνε όλοι/ες στα γέλια...

Στο τραπέζι ο Σοφοκλής Βενιζέλος και η γυναίκα του, ο Αριστοτέλης Ωνάσης και η Μάγια Μελάγια. Από πάνω τους ο Τώνης Μαρούδας και το Τρίο Μπελκάντο (1959). 
Φωτογραφία από τον δίσκο Μάγια Μελάγια, ο θρύλος



Η Μάγια Μελάγια συνεχίζει τη θριαμβευτική της πορεία. Στα κέντρα που τραγουδά τη χειροκροτούν εφοπλιστές, επιχειρηματίες που της στέλνουν λουλούδια, της κάνουν ακριβά δώρα (μέχρι και αυτοκίνητο!) και της τάζουν μέχρι και σπίτι εφόσον τους παντρευτεί, αλλά η ίδια, σταθερά ερωτευμένη, αρνείται. Τη χειροκροτούν όμως και διεθνείς προσωπικότητες. Την εποχή που γυριζόταν στην Ελλάδα η ταινία Το παιδί και το δελφίνι, οι πρωταγωνιστές της ταινίας (Σοφία Λώρεν, Άλαν Λαντ, Κλίφτον Γουέμπ) είναι τακτικοί θαμώνες στη "Σπηλιά του Παρασκευά" όπου εμφανίζεται η Μελάγια με μαέστρο τον Γιώργο Κατσαρό. Η Μελάγια διηγείται πως η ίδια δίδαξε στη Λώρεν το τραγούδι "Τι είν' αυτό που το λένε αγάπη" και εκείνη της πρότεινε να πάει στην Αμερική, να μάθει καλά αγγλικά και να επιχειρήσει να σταδιοδρομήσει εκεί. Η Μελάγια αρνείται, γιατί δεν την ενδιαφέρει ιδιαίτερα το θέμα καριέρα, αντίθετα έδινε περισσότερη σημασία στην προσωπική της ζωή και ήταν ικανοποιημένη με όσα απολάμβανε στην Ελλάδα. 

Μάγια Μελάγια, Σοφία Λώρεν, Τώνης Μαρούδας

Μάγια Μελάγια, Άλαν Λαντ, Κούλης Στολίγκας, Κώστας Χατζηχρήστος, Νίκος ρίζο, Γιώργος Μούτσιος 
Φωτογραφίες από τον δίσκο Μάγια Μελάγια, ο θρύλος


Τελικά όμως βρέθηκε στην Αμερική. Δούλεψε με επιτυχία στην Ελλάδα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '60 τραγουδώντας κυρίως σε κέντρα και, σπανιότερα, σε θέατρα (οι τελευταίες της εμφανίσεις σε αθηναϊκές επιθεωρήσεις πραγματοποιούνται μάλλον στα έργα του θεάτρου Περοκέ Απ' την καλή κι απ' την ανάποδη και Πύραυλοι όπου ερμηνεύει τραγούδια των Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου-Μίμη Τραϊφόρου το 1960 και στο Να τι δεν είχες Αθήνα στο θέατρο Εθνικού Κήπου το 1962 όπου τραγουδά Γιώργο Κατσαρό). Δεν θα προλάβει να ζήσει την παρακμή του ελαφρού τραγουδιού γιατί γύρω στο 1965 αποφασίζει, για προσωπικούς λόγους, να φύγει στον Καναδά. Από εκεί βρίσκεται στην Αμερική, όπου πραγματοποιεί εμφανίσεις σε κέντρα της Νέας Υόρκης και του Σικάγο--κι όπου επαναλαμβάνονται τα σκηνικά με τα λουλούδια, τα δώρα και τις προτάσεις γάμου. Στο Σικάγο όμως, στο κέντρο "Hellas Cafe" (βλ. φωτογραφία στα αριστερά) γνωρίζεται με τον Παναγιώτη Γουλάκο τον οποίο ερωτεύεται και, το 1968, τον παντρεύεται. Έζησαν μαζί μέχρι το 1978 που εκείνος πέθανε και η Μάγια Μελάγια γύρισε στην Ελλάδα. Πραγματοποιεί κάποιες εμφανίσεις σε κέντρα (Τσιν-Τσιν, Πλακιώτικο Σαλόνι, Νουί Ντ' Ατέν) αλλά δεν έχει συνέλθει ακόμα από την απώλεια του άντρα της. Σε κάποια σύντομη τουρνέ στην επαρχία παθαίνει εγκεφαλικό από τη στεναχώρια της και παρόλο που σιγά-σιγά συνέρχεται πλήρως διακόπτει τις εμφανίσεις της οριστικά.




Επανεμφανίσεις
Πραγματοποιεί όμως κάποιες σποραδικές επανεμφανίσεις στην οθόνη --σε όλα τα μέσα! Λίγα χρόνια πριν, στο τέλος της δεκαετίας του '70, πρωτοεμφανίζεται στην τηλεόραση, στη Μουσική Βραδιά του Γιώργου Παπαστεφάνου, σε ένα αφιέρωμα στα αρχοντορεμπέτικα: πρόκειται για την εκπομπή που ξανάφερε στη μόδα το αρχοντορεμπέτικο (ήταν η αφορμή μάλιστα να τα ηχογραφήσει σε δίσκο και η Βίκυ Μοσχολιού). Σ' αυτήν η Μάγια επανεκτελεί δυο παλιές επιτυχίες του Σουγιούλ, το δικό της σουξέ "Αδύνατον να κοιμηθώ" αλλά και το "Μια ζωή την έχουμε". Ο Γιώργος Παπαστεφάνου θα της αφιερώσει μια ολόκληρη εκπομπή το 1983, στη σειρά Οι παλιοί μας φίλοι. Η Μάγια Μελάγια διηγείται γλαφυρά στιγμές της καριέρας της, ενώ για εκείνη μιλούν με εξίσου γλαφυρό τρόπο ο Κώστας Χατζηχρήστος, ο Γιάννης Γκιωνάκης και η Σπεράντζα Βρανά. Στην εκπομπή αυτή (ίσως επειδή είχε μεσολαβήσει το εγκεφαλικό και η απόφασή της να μην ξανατραγουδήσει, αλλά ίσως και για να διατηρηθεί το κλίμα της εποχής που μεσουρανούσε) τα τραγούδια της ακούγονται από τις αυθεντικές ηχογραφήσεις των 78 στροφών.

"...κι η ώρα είναι τρεισήμισι..." από τη Μουσική Βραδιά του Γιώργου Παπαστεφάνου στην ΕΡΤ

Αργότερα, συμμετείχε σε πολλές τηλεοπτικές (Θυμάσαι;, Τα φώτα της ράμπας δεν σβήνουν ποτέΠυρ και Μανία) και ραδιοφωνικές (Ζωντανές ηχογραφήσεις της Σοφίας Μιχαλίτση αλλά και σε διάφορες έκτακτες εκπομπές του Αρτέμη Μάτσα) εκπομπές, σε κάποιες από τις οπόιες τραγούδησε και πάλι ζωντανά--στην εκπομπή της Μιχαλίτση τραγούδησε πολύ όμορφα το "Τι είν' αυτό που το λένε αγάπη", ενώ από τις τηλεοπτικές πιο έντονα έχει μείνει στη μνήμη μου (και στο αρχείο μου!) η εκπομπή του μακαρίτη επίσης Γιώργου Παπαδάκη "Τραγούδια για τα μάτια": εκεί τραγούδησε με τη συνοδεία του Γιώργου Κεφάλα, μέλους του θρυλικού Τρίο Κιτάρα, το "Δυο πράσινα μάτια" των Κατριβάνου-Κιούση και τα "Γλυκά μου μάτια" του Νίκου Γούναρη.


Στα χρόνια αυτά όμως η Μάγια Μελάγια επανεμφανίστηκε και ως ηθοποιός! Υπάρχει καταγραμμένη μια εμφάνισή της στην αστυνομική κινηματογραφική ταινία του Δημήτρη Σταύρακα Η παρεξήγηση, παραγωγής του 1983, με πρωταγωνιστή τον Σπύρο Φωκά (δείτε εδώ), για την οποία δεν μπορώ να πω πολλά πράγματα αφού δεν την έχω δει, μπορώ όμως να πω πολλά για τη συμμετοχή της σε δυο βιντεοταινίες με τη Ρένα Βλαχοπούλου! Δεν γνωρίζω φυσικά ποιος της πρότεινε να επανεμφανιστεί (η ίδια η Ρένα, ο παραγωγός Γιώργος Καραγιάννης;), είναι πάντως γεγονός πως το 1987 η Μάγια Μελάγια επανεμφανίζεται αποκλειστικά ως ηθοποιός: στην ταινία του Κώστα Καραγιάννη Η βασίλισσα της ρέγγας παίζει μάλλον τον μεγαλύτερο ρόλο της καριέρας της. Είναι η Σουλτάνα ή... Τατάνα (κατά τη σνομπ αφεντικίνα της Ρένα Βλαχοπούλου που θεωρεί ότι το "Σουλτάνα" είναι μπανάλ όνομα), γραμματέας της Ρένας που εμπορεύεται ρέγγες... Η Μελάγια δεν τραγουδά (όπως άλλωστε και η Ρένα) παρά μόνο ακαπέλα, μαζί με τη Ρένα, το ρεφραίν του "Ξημερώνει και βραδιάζει": "Φέρτε μου να πιω το ακριβότερο πιοτό, εγώ πληρώνω τα μάτια που αγαπώ...".
"Σε έκτακτη επανεμφάνιση η Μάγια Μελάγια" διαβάζουμε στους τίτλους 
της βιντεοταινίας Η βασίλισσα της ρέγγας
(φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.retrodb.gr)

Τραγουδά ωστόσο (όπως και η Ρένα!) στην επόμενη κοινή τους βιντεοταινία, Η μεγάλη ρεμούλα του 1989, σε σκηνοθεσία του Τάκη Βουγιουκλάκη (που--αν είναι δυνατόν να γίνουν διαβαθμίσεις σ' αυτό το είδος--είναι για μένα η καλύτερη βιντεοταινία της Ρένας). Η Ρένα υποδύεται μια παροπλισμένη τραγουδίστρια που αναγκάζεται να επιστρέψει στο επάγγελμα για να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του ανηψιού της και για αυτόν τον λόγο ζητά από τη Λουκία, παλιά της φίλη και συνάδελφο, να της βρει δουλειά στο κέντρο που τραγουδά κι εκείνη. Έτσι, στο κέντρο αυτό η Ρένα τραγουδά δυο τραγούδια και η Μάγια Μελάγια ένα, το "Μάθε λοιπόν, για μένα πια είσαι απών" σε μουσική Γιώργου Θεοδοσιάδη και στίχους Λάκη Μιχαηλίδη (λεπτομέρεια: τους ίδιους στίχους είχε τραγουδήσει σε μουσική του Ζακ Ιακωβίδη, η παλιά φίλη των δυο τραγουδιστριών, η Καίτη Μπελίντα, στη ραδιοφωνική επιθεώρηση του Λ. Μιχαηλίδη Ελάτε να γελάσουμε στις αρχές της δεκαετίας του '60)...

Ρένα Βλαχοπούλου και Μάγια Μελάγια στη βιντεοταινία Η μεγάλη ρεμούλα

Η Μάγια Μελάγια πραγματοποίησε άλλη μια εμφάνιση ως τραγουδίστρια και ηθοποιός το 1991, στην τηλεοπτική σειρά του ΑΝΤ1 Οικογένεια-Καζίνο (όπως μετονομάστηκε η Οικογένεια, η πρώτη σαπουνόπερα του ΑΝΤ1 που σκηνοθετούσαν ο Δημήτρης Ποντίκας και ο Τάκης Μελίδης). Εκεί η Μάγια Μελάγια υποδυόταν μια παλιά τραγουδίστρια που είχε δώσει τον γιο της για υιοθεσία αλλά επέστρεψε όταν εκείνος μεγάλωσε για να διεκδικήσει διακριτικά μια θέση στη ζωή του: ο τόπος συνάντησης μητέρας και γιου ήταν το πιάνο μπαρ όπου δούλευε η μητέρα. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στη Μάγια Μελάγια να τραγουδήσει σε 4-5 επεισόδια ποτ-πουρί παλιών ελαφρών τραγουδιών με τη συνοδεία του Αντώνη Τσίχλα στο πιάνο (κάποια στιγμή θα σας παρουσιάσω κάποια από αυτά...).

Η Καίτη Πάνου, ο Δημήτρης Κωνσταντάρας 
και η Μάγια Μελάγια σε εκδήλωση για την κυκλοφορία 
της βιογραφίας του Λάμπρου Κωνσταντάρα.

Τα τελευταία χρόνια
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, η Μάγια Μελάγια περιόριζε τις τραγουδιστικές της εμφανίσεις στην τηλεόραση (παρόλο που η φωνή της διατηρούνταν σε καλή κατάσταση), αλλά δεν έλεγε όχι όταν την καλούσαν να δώσει συνέντευξη είτε στην τηλεόραση είτε στο ραδιόφωνο. Σε κάποιες μάλιστα εκπομπές (πχ Οι Εντιμότατοι φίλοι μου της Σεμίνας Διγενή, Το πρώτο χαμόγελο με την Εύη Παπαδάκη) όπου εμφανιζόταν μαζί με παλιές/ούς συναδέλφισσές/ους της (όπως η Άννα Καλουτά, η Σπεράντζα Βρανά, ο Γιώργος Μουζάκης, ο Νάσος Πατέτσος, ο Γιάννης Σπάρτακος, η Μπέτυ Μοσχονά) ήταν φανερή η χημεία τους και βέβαια ξεχώριζε σε σχέση με τις/τους υπόλοιπες/ους για τον αυτοσαρκασμό της. Η Μάγια Μελάγια εμφανίστηκε επίσης και σε ένα αφιέρωμα στη Ρένα Βλαχοπούλου που παρουσίασε η εκπομπή της Άννας Δρούζα Μπορώ τον Μάιο του 2002. Και εκεί έλαμψε με το χιούμορ της και τον αυτοσαρκασμό της, ειδικά όταν έγιναν κάποιες αναφορές σε χρόνια που πέρασαν (όπως άλλωστε θα το ήθελε και η ίδια η Ρένα).

Οι Άννα Καλουτά, Σπεράντζα Βρανά, Μπέτυ Μοσχονά, 
Μάγια Μελάγια και Γιάννης Σπάρτακος 
θυμούνται την κατοχική επιτυχία της Ρένας Βλαχοπούλου 
"Το μπουμπούκι που 'χεις βάλει στα μαλλιά" 
στην εκπομπή Το πρώτο χαμόγελο με την Εύη Παπαδάκη (ΕΤ1, 1998)

Χαρακτηριστικό του αυτοσαρκασμού της για το πέρασμα του χρόνου είναι και το παρακάτω περιστατικό που διηγήθηκε η ίδια στη θρυλική εκείνη συζήτησή της με τη Σπεράντζα Βρανά (που καταγράφτηκε στο βιβλίο Επιθεώρηση καψούρα μου το 1985). Σε κάποιο σημείο διαμαρτύρονταν και οι δυο για εκείνους τους θεατές που συνήθιζαν να λένε "Σας θυμάμαι από τον καιρό που ήμουνα μικρός/ή..." και η Μάγια είπε στη Σπεράντζα:
Καλέ, έχω έναν φούρναρη εδώ κοντά στο σπίτι μου, που διάβασε το πρώτο βιβλίο σου και μια μέρα μού λέει: "Διάβασα το Τολμώ της Βρανά, είσαι φίλη της, ε; Εγώ είμαι θαυμαστής σας από το Ακροπόλ, ερχόμουνα και σας έβλεπα, τώρα εγώ είμαι στα 47, τόσο πρέπει να 'στε κι εσείς!" Βρε, το τι κουλούρια παίρνω, το τι ψωμιά παίρνω, το τι παξιμαδάκια παίρνω, έχω γίνει η καλύτερη πελάτισσά του, ας είν' καλά ο άνθρωπος...
Λίγες σελίδες μετά η Βρανά μεταφέρει κάποιες ακόμα νόστιμες ατάκες από την καθημερινότητά τους:
Να, έτσι τα πετάει τα ωραία της η Μάγια, εντελώς αυθόρμητα. Είναι τόσο αληθινή, καμιά υποκρισία, καμιά ψευτιά, κι αυτά τα νόστιμα που λέει, λες και της ξεφεύγουνε δεν το κάνει επίτηδες για να πει αστείο. (...) Μια φορά είχαμε πάει και βλέπαμε μια παράσταση, και είπα εγώ για μια νέα ηθοποιό: "Ωραία κοπέλα, αλλά τι κακόηχη φωνή που έχει, ε;" και κοίταζα τη Μάγια. "Τι φωνή! Αυτή δεν έχει ούτε φωνή ούτε ακρόαση!"
Η Μάγια Μελάγια και η Σπεράντζα Βρανά 
στα παρασκήνια του θεάτρου Εθνικού Κήπου 
όπου παιζόταν η επιθεώρηση Να τι δεν είχες Αθήνα (1962)
Φωτογραφία από το βιβλίο Επιθεώρηση, καψούρα μου (εκδόσεις Γλάρος, 1985)

Συνέχισαν να πηγαίνουν οι δυο τους στο θέατρο και να μιλούν γενναιόδωρα για τους/τις νεότερους/ες ηθοποιούς--θυμάμαι τον ενθουσιασμό τους για το Βίρα τις άγκυρες του Εθνικού Θεάτρου που σε πολλά σημεία του αναγνώρισαν στοιχεία από τις ζωές τους και τις καριέρες τους--μέχρι που η Σπεράντζα περιορίστηκε στο σπίτι της λόγω προβλημάτων με τα πόδια της. Πάντως, μου έκανε εντύπωση το ότι η Μελάγια δεν εμφανίστηκε στη μεγαλειώδη παράσταση του Σταμάτη Κραουνάκη Χ-Σκηνής στο Ηρώδειο το 2008, παρόλο που εμφανίστηκαν και η Βρανά και η Καλουτά, αν και είχαν σοβαρά προβλήματα με τα πόδια τους. Σίγουρα θα της έγινε η πρόταση, αλλά προτίμησε να παρακολουθήσει την παράσταση ως απλή θεατής (και φυσικά η Σπεράντζα Βρανά ανέφερε το όνομά της όσο τραγουδούσε το "Μονοπάτι"). Τρία χρόνια πριν όμως ο Κραουνάκης της είχε αφιερώσει ένα τραγούδι που είχε για τίτλο το όνομά της. Όταν το 2005 αποφασίστηκε να διοργανωθεί ξανά το Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης, ζητήθηκε από καταξιωμένους/ες δημιουργούς να συμμετάσχουν σε αυτό (και συγκεκριμένα στη δεύτερη βραδιά της διοργάνωσης) με ένα τραγούδι. Ο Κραουνάκης έγραψε σε συνεργασία με τον Κώστα Λειβαδά το "Μάγια Μελάγια" που ερμήνευσε η Δήμητρα Γαλάνη. Στην πλατεία ο Κραουνάκης συνόδευε την ίδια τη Μάγια Μελάγια που απολάμβανε το χειροκρότημα του κόσμου... (αργότερα το τραγούδι ηχογραφήθηκε και από τη Δήμητρα Παπίου).


Τα τελευταία χρόνια της ζωής της η Μάγια Μελάγια ζούσε σε ένα διαμέρισμα της Αγίου Μελετίου. Μετά τον θάνατο της μητέρας της πριν από δέκα περίπου χρόνια και έπειτα και της Σπεράντζας Βρανά (2009), η Μάγια Μελάγια είχε για πιο στενή της συντροφιά τη μικρότερη αδελφή της Στέλλα. Ωστόσο, το 2011 πέθανε κι εκείνη. Τον τελευταίο χρόνο της ζωής της ταλαιπωρήθηκε και πάλι από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο από το οποίο δεν συνήλθε ποτέ. Έσβησε χθες, αφήνοντας πίσω της πολλά όμορφα τραγούδια, φωτογραφίες μιας ωραίας γυναίκας γεμάτης χυμούς και κεφάτες στιγμές σε εκπομπές και ταινίες.

Όταν θ' αρχίσει η νύχτα αυτή
αργά αργά τα μάγια της να λύνει,
μες στα τραπέζια σοβαρή
κάθεται εκείνη,
Μάγια Μελάγια,
κι αργοπίνει το ελιξίριο για τη φθορά.

Κάθεται εκείνη, βελούδα άγια
μάτια που γδύνει.
Κάθεται εκείνη, φωτιές πετάει
κι όλο ζητάει
με βλέμμα αθάνατο
κι από τον θάνατο,
κι από τον θάνατο αναφορά.

. . .

Όταν τελειώσει η νύχτα αυτή,
αργά αργά
ο κόσμος μας αφήνει.
Φώτα, παιδιά, παρακαλώ,
κι ας μείνει εκείνη.

(στίχοι: Σταμάτης Κραουνάκης-Κώστας Λειβαδάς)




ΠΗΓΕΣ: Τα λόγια της ίδιας της Μάγιας Μελάγια όπως διασώθηκαν στο βιβλίο Επιθεώρηση καψούρα μου της Σπεράντζας Βρανά (εκδόσεις Γλάρος, 1985) και στην εκπομπή του Γιώργου Παπαστεφάνου Οι παλιοί μας φίλοι (ΕΡΤ, 1983). 

Για τις εμφανίσεις της Μάγιας Μελάγια στο σινεμά αντλήθηκαν πληροφορίες από την ιστοσελίδα www.retrodb.gr. Για τη δισκογραφία της αντλήθηκαν πληροφορίες από την Εκ περάτων δισκογραφία γραμμοφώνου του Δημήτρη Μανιάτη. 

Ευχαριστώ τον Σιδερή Πρίντεζη για τις πληροφορίες σχετικά με τις ραδιοφωνικές ηχογραφήσεις της Μάγιας Μελάγια και τον Παναγιώτη Φύτρα για τις πληροφορίες σχετικά με τις ηχογραφήσεις της Νοτίου Αφρικής που συμπεριλαμβάνονται στον δίσκο Μάγια Μελάγια, ο θρύλος (Έβδομη Διάσταση, 1994) τον οποίο επιμελήθηκε ο ίδιος μαζί με τον Άγγελο Κουτσούκη και από το εξώφυλλο του οποίου προέρχονται οι περισσότερες φωτογραφίες της ανάρτησης. Ο δίσκος επανακυκλοφόρησε σε CD από την ΜΒΙ με τον τίτλο Μάγια Μελάγια: το πεπρωμένο μου.