Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Μιχάλης Κακογιάννης

Κηδεύεται αύριο ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο σπουδαίος κύπριος σκηνοθέτης που πέθανε τα ξημερώματα της Δευτέρας στα 90 του χρόνια. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του ελληνικού σινεμά, από εκείνους που με τα πλάνα τους κατάφερναν να αναδείξουν όχι μόνο το δικό τους ταλέντο αλλά και το ταλέντο των ηθοποιών τους--άλλωστε πριν αρχίσει να σκηνοθετεί ήταν και ο ίδιος ηθοποιός, σημαντικό προσόν για έναν σκηνοθέτη. Ήταν ίσως ο πρώτος σκηνοθέτης που πρόβαλε την Ελλάδα στο εξωτερικό, καθώς οι ταινίες του απασχόλησαν τους θεατές και τον Τύπο έξω από τα σύνορα της χώρας μας και από ένα σημείο και μετά εργάστηκε κυρίως ως σκηνοθέτης του κινηματογράφου, του θεάτρου και της όπερας στο εξωτερικό.

Για μένα όμως (κι ας με συγχωρέσουν κριτικοί, θεωρητικοί και ειδήμονες) δεν έχει ίσως τόση σημασία η προβολή που είχε το έργο του Μιχάλη Κακογιάννη στο εξωτερικό όσο η απήχηση και η σημασία των ταινιών του για τον ελληνικό πολιτισμό, για την ψυχούλα τη δική μας. Γιατί πραγματικά, όσο κι αν οι Άγγλοι δημοσιογράφοι σύγκριναν το πρόσωπο της Έλλης Λαμπέτη με αυτό της Γκάρμπο όταν είδαν το Τελευταίο ψέμα, νομίζω ότι η δικιά μας ψυχή συγκινείται περισσότερο από τη δροσιά της στο Κυριακάτικο ξύπνημα, συμπάσχει με τη μοναξιά της στο Κορίτσι με τα μαύρα και κατανοεί καλύτερα τις συγκρούσεις που βιώνει στο Τελευταίο ψέμα. Φαντάζομαι ότι το διεθνές κοινό εκτιμά τα κινηματογραφικά προτερήματα της Στέλλας, αλλά οι Ελληνίδες και οι Έλληνες μπορούν να ταυτιστούν με τις καταστάσεις και τους χαρακτήρες της ταινίας, να νιώσουν αυτά που εκπέμπουν τα τραγούδια και η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, να κατανοήσουν τη σημασία της επανάστασης που κάνει η ηρωίδα για την ελληνική κοινωνία του '50--αλλά και των κατοπινών δεκαετιών. 

Δεν υποτιμώ βέβαια καθόλου τη διεθνή παρουσία του Κακογιάννη. Χάρη σ' εκείνον ο ελληνικός πολιτισμός έφτασε παντού μέσα από τον Ζορμπά (τον θεωρούσε άλλωστε ως την κορυφαία ταινία του) και το συρτάκι του Μίκη Θεοδωράκη ακούστηκε παντού. Χάρη στον Κακογιάννη επίσης η ελληνική τραγωδία "μεταφράστηκε" ιδανικά στην κινηματογραφική γλώσσα με την Ηλέκτρα, τις Τρωάδες και την Ιφιγένεια. Με τον Αττίλα '74 έκανε το χρέος του απέναντι στην πατρίδα του. Περισσότερα για τις διεθνείς του συνεργασίες μπορείτε να πληροφορηθείτε από τις γλαφυρές διηγήσεις του ίδιου του σκηνοθέτη στην αυτοβιογραφία του που επιμελήθηκε ο Χρήστος Σιάφκος.

Εγώ όμως θα επιστρέψω σε αυτά που με σημάδεψαν ως Έλληνα θεατή. Στον Κακογιάννη λοιπόν οφείλουμε κατά τη γνώμη μου τις καλύτερες ταινίες της Έλλης Λαμπέτη και την ιδανική αποτύπωση της συνύπαρξής της με τον Δημήτρη Χορν. Του οφείλουμε την καλύτερη ταινία της Μελίνας Μερκούρη και επίσης (αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για εμάς, του "ελαφρού μουσικού θεάτρου") της Σοφίας Βέμπο. Κάποιες από τις καλύτερες ερμηνείες της Ειρήνης Παπά. Ο Κακογιάννης μάς έδωσε μερικές από τις ωραιότερες εικόνες της παλιάς Αθήνας στο Κυριακάτικο ξύπνημα (έστω κι αν το μεγαλύτερο μέρος της γυρίστηκε στην Αίγυπτο) και τη Στέλλα αλλά και πολύ ενδιαφέρουσες όψεις της σύγχρονης πρωτεύουσας στο Πάνω, κάτω και πλαγίως, παρά τις αρνητικές κριτικές που γράφτηκαν για την ταινία. Απέδωσε επίσης μοναδικά τη ζωή της ελληνικής επαρχίας στο Κορίτσι με τα μαύρα. Κύκνειο κινηματογραφικό του άσμα ο Βυσσινόκηπος με την υπέροχη Σαρλότ Ράμπλινγκ.
Σοφία Βέμπο-Μελίνα Μερκούρη στη Στέλλα

Η θεατρική παρουσία του Κακογιάννη όμως υπήρξε εξίσου σημαντική, έστω κι αν αναπόφευκτα αδικείται από την εφήμερη φύση του θεάτρου. Υπάρχουν ευτυχώς ηχογραφήσεις αλλά και λιγοστά πλάνα από την υπέροχη Δεσποινίδα Μαργαρίτα του στην οποία πρωταγωνιστούσε η Έλλη Λαμπέτη. Προσωπικά θυμάμαι κάποιες από τις πιο πρόσφατες παραστάσεις του που έτυχε να δω, όπως το Ναν με την Κάτια Δανδουλάκη, τον Νικήτα Τσακίρογλου και τη Χρυσούλα Διαβάτη, το Masterclass, πάλι με τη Δανδουλάκη, αλλά και τον Κοριολανό με τον Βλαδίμηρο Κυριακίδη και τη Μάρθα Βούρτση, πριν από έξι χρόνια στο Ηρώδειο. Διαβάζω επίσης ότι ο Κακογιάννης ήταν η αιτία να επανέλθει στο ελληνικό θέατρο η Ειρήνη Παπά, με το έργο Αντώνιος και Κλεοπάτρα, επίσης στο Ηρώδειο.
26 Ιουλίου 2005: Ο Μιχάλης Κακογιάννης παρακολουθεί από την πρώτη σειρά του Ηρωδείου τους/τις Βλαδίμηρο Κυριακίδη, Μάρθα Βούρτση, Γιάννη Βόγλη, Τατιάνα Παπαμόσχου, Γιώργο Κέντρο στον Κοριολανό που σκηνοθέτησε για το Φεστιβάλ Αθηνών. Στην πρώτη σειρά διακρίνεται επίσης ο Προεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας

Και βέβαια η προσφορά του Κακογιάννη στον ελληνικό πολιτισμό δεν ολοκληρώθηκε όταν έσβησαν οι κινηματογραφικοί ή θεατρικοί προβολείς. Μας κληροδότησε το "Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης" για το οποίο διέθεσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του. Λειτουργεί μόνο δύο χρόνια, αλλά όλα δείχνουν ότι θα εξελιχθεί σε σημαντικό φορέα των πολιτιστικών μας πραγμάτων. Στον περίβολο του ιδρύματος θα ταφεί ο μεγάλος δημιουργός. Αξίζει να αναφέρουμε ότι η οικογένειά του ανακοίνωσε απόψε ότι ευχαριστεί την Πολιτεία για την πρόθεσή της να γίνει η ταφή του σκηνοθέτη δημοσία δαπάνη και παρακαλεί να αποδοθεί το σχετικό ποσό στο Υπουργείο Πολιτισμο. Το ήθος του Μιχάλη Κακογιάννη συνεχίζει να μας διδάσκει και μετά τον θάνατό του.

Πριν κλείσω αυτό το μικρό αφιέρωμα στον μεγάλο σκηνοθέτη, να αναφέρω και τρεις ρενο-φανατικές λεπτομέρειες σχετικές με εκείνον. Ο Κακογιάννης εκτιμούσε το ταλέντο της Ρένας Βλαχοπούλου. Η ίδια είχε δηλώσει στον Γιώργο Παυριανό (όταν εκείνος της πρότεινε το 1978 να ερμηνεύσει τη Νίνα στο ραδιοφωνικό Τρίτο στεφάνι) ότι ο σκηνοθέτης της είχε πει ότι τη σκεφτόταν για τον ρόλο αυτόν στην κινηματογραφική διασκευή του έργου που σχεδίαζε λίγα χρόνια πριν, το 1974. Δεν ξέρω αν έχει γραφτεί κάτι σχετικά στον Τύπο της εποχής, τα δημοσιεύματα που έχω βρει μέχρι στιγμής μιλούν για την πρόθεση του Κακογιάννη να γυρίσει το έργο με την Ειρήνη Παπά στον ρόλο της Εκάβης και επισημαίνουν ότι αναζητά τους υπόλοιπους ηθοποιούς. Δεν μπορώ να ξέρω αν είχε όντως καταλήξει στην επιλογή της Ρένας Βλαχοπούλου για τον ρόλο της Νίνας, αλλά αν αυτό ίσχυε, θα ήταν πολύ ενδιαφέρουσα η συνύπαρξης της Ειρήνης Παπά και της... Ειρήνης Βλαχοπούλου σ' αυτό το έργο. Ειδικά ο Κακογιάννης ήταν, νομίζω, πολύ αρμοδιότερος για την κινηματογραφική διασκευή του έργου από ό,τι ήταν ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, που επίσης είχε ακουστεί ότι επρόκειτο να το γυρίσει. Μια χαμένη ευκαιρία ίσως για τον ελληνικό κινηματογράφο αλλά και για τη Ρένα (τουλάχιστον όμως--και ευτυχώς για μας--η Ρένα ερμήνευσε τον ρόλο στο Τρίτο Πρόγραμμα, περισσότερα διαβάστε εδώ).
Ταχτσής-Βλαχοπούλου συζητούν για το ραδιοφωνικό Τρίτο Στεφάνι

Άλλη μια απόδειξη της εκτίμησης που έτρεφε ο Κακογιάννης για το ταλέντο της Ρένας, έστω και μέσα από ένα αρνητικό σχόλιο για τις επιλογές της, μάς μετέφερε πριν από αρκετά χρόνια η... θεία Πυθία του περιοδικού ΚΑΙ, δηλαδή ο δημοσιογράφος Κώστας Π. Παναγιωτόπουλος που διατηρούσε τη στήλη της θείας Πυθίας στο συγκεριμένο περιοδικό για πολλά χρόνια, μέσα από την οποία ασχολήθηκε κάποιες φορές και με τη Ρένα Βλαχοπούλου, την οποία και ο ίδιος εκτιμούσε. Τον Αύγουστο του 1991 λοιπόν, όταν παίζονταν τα τελευταία επεισόδια της Μάμα Μία στον ΑΝΤ1, η θεία Πυθία δημοσίευσε το ακόλουθο σχόλιο:
Κάποιες ώρες ο ΟΤΕ σου φέρνει στο ακουστικό σου τις πιο απίθανες συζητήσεις! Έτσι, έπεσα πάνω στο μεγάλο μας σκηνοθέτη Μιχάλη Κακογιάννη, που μιλούσε με τον επίσης σκηνοθέτη Μανούσο Μανουσάκη και σχολίαζε με τα χειρότερα λόγια τα ελληνικά σίριαλ ενός ιδιωτικού καναλιού και ειδικά το "Μάμα Μία" με τη Ρένα Βλαχοπούλου. "Τι θέλει πια η ευλογημένη και παίζει σε τέτοια απαράδεκτα πράγματα;" έλεγε ο ένας κι ο άλλος συμφωνούσε. Γι' αυτό κι εγώ δίνω το βραβείο της θείας Πυθίας στη Ρένα Βλαχοπούλου, για να προστατεύσει το όνομά της και το ταλέντο της και να αποφεύγει τα κακά σίριαλ και τα κακά τηλέφωνα.
(Δυστυχώς η Ρένα δεν... αξιοποίησε το βραβείο και ήδη εκείνες τις μέρες είχε ξεκινήσει τα γυρίσματα για το δεύτερο--και τελευταίο της--σίριαλ, το ακόμα χειρότερο Μάλιστα κύριε που προβλήθηκε την επόμενη σεζόν).

Μια πιο πρόσφατη δήλωση του Κακογιάννη για το ταλέντο της Ρένας Βλαχοπούλου έγινε δέκα χρόνια μετά το παραπάνω δημοσίευμα, στη διάρκεια ενός αφιερώματος της εκπομπής Η μηχανή του χρόνου--που παρουσίαζε τότε στη ΝΕΤ η Σεμίνα Διγενή--στην παράσταση Όμορφη Πόλη του 1962. Έχω γράψει πολλές φορές στο blog για τη θεατρική μονομαχία του καλοκαιριού του 1962: Μίκης Θεοδωράκης στο θέατρο "Παρκ" με την Όμορφη Πόλη σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη (πρωταγωνίστριες οι αδελφές Καλουτά), Μάνος Χατζιδάκις στο θέατρο "Μετροπόλιταν" με την Οδό Ονείρων σε σκηνοθεσία του Αλέξη Σολομού (με πρωταγωνιστές τον Δημήτρη Χορν και τη Ρένα Βλαχοπούλου).
Μιχάλης Κακογιάννης-Άννα Καλουτά στις πρόβες της Όμορφης Πόλης

Στην εκπομπή εκείνη ήταν παρόντες/ούσες ηθοποιοί της Όμορφης Πόλης (με επικεφαλής τη θαλερή Άννα Καλουτά που ερμήνευσε στο στούντιο τη "Μαργαρίτα Μαργαρώ" σε πέντε γλώσσες) και φυσικά και ο Μιχάλης Κακογιάννης ο οποίος σύγκρινε τις δυο παραστάσεις. Είπε λοιπόν πως τα κείμενα της Όμορφης Πόλης (που σε μεγάλο βαθμό οφείλονταν στον Μποστ) ήταν καλύτερα από τα κείμενα της Οδού Ονείρων, αλλά η Οδός Ονείρων ήταν αισθητικά ανώτερη από την παράσταση του "Παρκ" και "βέβαια είχε και τη Ρένα Βλαχοπούλου σε δυο-τρία νούμερα, η οποία ήταν έξοχη..." Δεν είναι βέβαια μόνον το σχόλιο του Κακογιάννη για τη Ρένα Βλαχοπούλου που με γεμίζει ικανοποίηση, είναι και η γενναιόδωρη στάση του απέναντι στους "αντιπάλους" του που με γεμίζει θαυμασμό για το ήθος του, πέρα από την αγάπη που τρέφω για το έργο του.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει. Κι ας συνεχίζει το σπουδαίο έργο του να εμπνέει και τις νεότερες γενιές.

(Πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Μιχάλη Κακογιάννη μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα του "Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης" αλλά και στις εξαιρετικές αναρτήσεις του φίλου bosko εδώ και εδώ).

Δεν υπάρχουν σχόλια: