Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

Δανάη Στρατηγοπούλου

Ένας χρόνος συμπληρώνεται σήμερα από τη μέρα που μια σπουδαία μορφή του νεοελληνικού πολιτισμού έφυγε για πάντα από κοντά μας. Η «πρωθιέρεια του ελαφρού τραγουδιού» Δανάη, ιδανική ερμηνεύτρια του Αττίκ και του Χαιρόπουλου, η μεταφράστρια-ποιήτρια Δανάη Στρατηγοπούλου, που απέδωσε μοναδικά ολόκληρο σχεδόν το έργο του φίλου της Πάβλο Νερούδα και άγγιξε τις ευαίσθητες χορδές όλων μας με τους δικούς της στίχους, η μητέρα και γιαγιά Δανάη Στρατηγοπούλου-Χαλκιαδάκη, που χάρισε την αγάπη της στην κόρη της Λήδα Χαλκιαδάκη, τραγουδοποιό και ποιήτρια, και τα τρία αγαπημένα της εγγόνια Γιώργο-Απόλλωνα, Ευδοκία και Κώστα-Θησέα, και τέλος η «γιαγιά» Δανάη, για όλους εμάς που είχαμε την τύχη να τη γνωρίσουμε από κοντά, να μας ανοίξει το σπίτι και την αγκαλιά της, να μας χαρίσει τη φιλία της, την πολύτιμη σοφία της αλλά και πολλά μικρά δωράκια…



Η περίπτωση της Δανάης Στρατηγοπούλου είναι μοναδική στον μουσικό κόσμο της Ελλάδας. Ήταν μια από τις μεγαλύτερες φωνές του 20ού αιώνα, με 45 χρόνια παρουσίας στα μουσικά δρώμενα και με ρεπερτόριο αξιοζήλευτο. Μα δεν σταμάτησε σ’ αυτήν της την ιδιότητα. Ήταν μεταφράστρια (εκτός από Νερούδα, μετέφρασε αρκετούς Ισπανούς και Λατινοαμερικανούς συγγραφείς) και καθηγήτρια (δίδαξε φωνητική σε ελληνικά ωδεία και ελληνική λαογραφία στο Πανεπιστήμιο της Χιλής). Έγραφε ποίηση από πολύ μικρή και δημοσίευσε αρκετές ποιητικές συλλογές (η τελευταία, μάλιστα, με τίτλο Αλλιώτικα από τ’ άλλα, δημοσιεύτηκε το 2002, λίγο πριν κλείσει τα ενενήντα της χρόνια). Συνεργαζόταν επίσης τακτικά με διάφορα έντυπα στα οποία δημοσίευσε δοκίμια, βιβλιοκριτικές, διηγήματα.



Στη συνείδηση του κόσμου όμως η τραγουδιστική της ιδιότητα ήταν αυτή που κυριαρχούσε. Αυτό δεν οφειλόταν απλώς στο γεγονός ότι το πλατύ κοινό δεν διαβάζει ποίηση ή δεν ασχολείται με τα γράμματα. Ήταν τόσο επιβλητική η παρουσία της στον κόσμο της μουσικής, τόσο λαμπρό το άστρο της και τόσο μεγάλη η απήχησή της που τελικά (και προς μεγάλη της λύπη) ήταν πάντα για όλους/ες το «αηδόνι του ελαφρού τραγουδιού», η «ιέρεια της μουσικής»—τίτλοι που την έκαναν ώρες-ώρες να δυσανασχετεί. Οι δημοσιογράφοι αλλά και απλοί άνθρωποι που την πλησίαζαν διψούσαν να μάθουν για το τραγουδιστικό της παρελθόν, ενώ εκείνη ήθελε να μιλήσει για την ποίησή της ή για τα καινούρια βιβλία που διάβασε...



Τα παιδικά χρόνια

Με καταγωγή από ένδοξους Στρατηγόπουλους, ρίζες που χάνονται κάπου στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα χαρτοβασίλειο, ένα σπίτι γεμάτο βιβλία και χειρόγραφα—και τα σπίτια της παρέμειναν χαρτοβασίλεια ως το τέλος της ζωής της. Παππούς της ο θεατρικός συγγραφέας Ιδομενεύς Στρατηγόπουλος (φωτ. αριστερά) (τον Δον Κιχώτη του έπαιξε ο πατέρας της Μαρίκας Κοτοπούλη). Πατέρας της ο Ιππόλυτος Στρατηγόπουλος, μηχανικός και δημοσιογράφος, τύπος μποέμ (όπως μποέμ υπήρξε και η ίδια η Δανάη, λέει η κόρη της Λήδα Χαλκιαδάκη, περιφρονούσε πάντα το χρήμα) και μητέρα της η Αρσακειάδα Τίμω. Η Δανάη γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1913 στο Μεταξουργείο, αλλά τρία χρόνια αργότερα, η οικογένεια μετακόμισε στη Γαλλία, αρχικά στη Μασσαλία και έπειτα στο Παρίσι. Η Δανάη μεγαλώνει με ακούσματα ευρωπαϊκά αλλά και ελληνικά. Λάτρις της δημοτικής μουσικής, η μητέρα της τής τραγουδάει δημοτικά τραγούδια συνεχώς. Από τον κόσμο που επισκέπτεται το σπίτι τους μαθαίνει όλα τα ελληνικά τραγούδια της εποχής. Διαρκώς τραγουδά, μέσα κι έξω από το σπίτι, η μητέρα της διαρκώς της λέει: "Tais-toi…"

Η οικογένεια επιστρέφει στην Αθήνα το 1923. Τότε προστίθεται και ένα νέο μέλος, η Μίρκα, η αδελφή της Δανάης που ξεκίνησε από χορεύτρια (ενώ παράλληλα έκανε και κάποια σεγόντα στην αδελφή της—στις ετικέτες των δίσκων διαβάζουμε το όνομα «Μίρκα Στρέη») για να εξλιχθεί σε σπουδαία φλαουτίστα και εθνομουσικολόγο (η Μίρκα Στρατηγοπούλου πέθανε ακριβώς σαράντα μέρες μετά τη Δανάη, στις 26 Φεβρουαρίου 2009).


Η μικρή Δανάη έχει εξαιρετική φωνή. Όταν την ακούει ο δημοφιλής τενόρος της εποχής Πέτρος Επιτροπάκης λέει στους γονείς της ότι το κορίτσι πρέπει να παρακολουθήσει συστηματικά μαθήματα φωνητικής. Έτσι η Δανάη στα 14 της αρχίχει τις σπουδές της στο κλασικό τραγούδι με τις σπουδαίες δασκάλες Μίνα Φωκά και Μάγγη Καρατζά που την προορίζουν για τραγουδίστρια της όπερας. Η ίδια όμως, φύση ανεξάρτητη από μικρή, μάλλον δεν είναι φτιαγμένη για τον αυστηρό κόσμο του λυρικού θεάτρου. Άλλωστε δεν αντιμετωπίζει τις μουσικές της σπουδές ως εφόδιο για καριέρα, γιατί δεν την ενδιαφέρει η καριέρα της σοπράνο. Στο σπίτι της η μουσική είναι κάτι με το οποίο ασχολούνται όλοι επειδή το αγαπούν. Αυτό που θέλει να κάνει είναι να γράφει: η δημοσιογραφία μοιάζει να είναι ο φυσικός της χώρος και ξεκινάει να δουλεύει σε διάφορα έντυπα με αμοιβές πενιχρές...



Επάγγελμα: τραγουδίστρια

Το 1934 εργάζεται σε μια εφημερίδα, στην οποία έτυχε να είναι συνάδελφός της ο μουσικός Κώστας Μπέζος που επρόκειτο με το συγκρότημά του, τα «Άσπρα Πουλιά», να ακολουθήσει τον μεγάλο Αττίκ σε μια περιοδεία στην Αίγυπτο. Ο Μπέζος συστήνει τη Δανάη στον Αττίκ, ο οποίος, παρά τους αρχικούς δισταγμούς του, προσλαμβάνει τη νεαρή κοπέλα που θέλει απλώς να πάει στην Αίγυπτο για να στείλει ανταποκρίσεις στην εφημερίδα της. Είναι όμως τέτοιος ο θρίαμβός της που σύντομα θα εγκαταλείψει τη δημοσιογραφία, καθώς αντιλαμβάνεται ότι το τραγούδι μπορεί να της χαρίσει καλό μεροκάματο. Βέβαια, δεν θα εγκαταλείψει ποτέ το γράψιμο, θα συνεχίσει μάλιστα να παρακολουθεί μαθήματα της Γαλλικής Ακαδημίας, παράλληλα με την τραγουδιστική της καριέρα.


Στα χρόνια του ’30 η Δανάη μοιράζεται με τη Σοφία Βέμπο την πρώτη θέση στο ελληνικό ελαφρό τραγούδι. Η Βέμπο θριαμβεύει στο θέατρο συνοδεία ορχήστρας, η Δανάη στο βαριετέ και την πίστα με την κιθάρα της. Δισκογραφεί αμέτρητα τραγούδια μέχρι το 1940, ενώ συνεργάζεται σταθερά με τον Αττίκ, με τον οποίο ανακαλύπτει ότι τη δένει μια μουσική και πνευματική συγγένεια: αποδίδει τα τραγούδια του με μοναδικό τρόπο, συμπληρώνει τα οκτάστιχά του όταν εκείνος δεν έχει χρόνο, είναι ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια της «Μάντρας» του κι εκείνος γράφει για τη φωνή της ένα από τα πιο «αραχνοΰφαντα» τραγούδια του: «Έχετε δίκιο, ας αλλάξουμε ομιλία». Της το αφιερώνει λέγοντας «Θα το λέει με κιθάρα η Δανάη και της Μάντρας κάθε πέτρα θα πονάει...». Γράφει ακόμα το αριστουργηματικό «Της μιας δραχμής τα γιασεμιά» και στο τέλος του χειρόγραφου σημειώνει «Τέλος και τη Δανάη δόξα»...


Δεν τραγουδάει όμως μόνο Αττίκ. Στη δισκογραφία θριαμβεύει με τανγκό, στις ζωντανές εμφανίσεις της και στις ραδιοφωνικές εκπομπές της μαγεύει με ισπανικά, γαλλικά και ιταλικά τραγούδια. Με την τέχνη της έχει στόχο, όπως λέει, να δείξει ότι τα «ελαφρά» τραγούδια μπορούν να αγγίξουν το επίπεδο των ληντ. Στον πόλεμο του ’40 η Δανάη θα τραγουδήσει σε δίσκο ένα υπέροχο πολεμικό τραγούδι, το «Άντε στο καλό κι η Παναγιά μαζί σου» των Ι. Ριτσιάρδη-Β. Σπυρόπουλου-Π. Παπαδούκα (στη δεύτερη πλευρά του δίσκου υπάρχει το επίσης πολεμικό, αλλά ξεχασμένο σήμερα «Το μυστικό της σκλάβας» του Μιχάλη Σουγιούλ). Αρνείται να πει άλλα πολεμικά τραγούδια, θεωρώντας πατριδοκαπηλική την υπερπαραγωγή τους αυτή την περίοδο: άλλωστε, αφού είπε αυτά τα λόγια, τι άλλο απομένει να πει;


Όπως και οι άλλες τραγουδίστριες της εποχής (Σοφία Βέμπο, Κάκια Μένδρη, Ρίτα Δημητρίου, Κούλα Νικολαΐδου, Ρένα Βλαχοπούλου), τρέχει από το πρωί ως το βράδυ στα νοσοκομεία για να ψυχαγωγήσει τους τραυματίες του μετώπου. Εκτός από τα κομμάτια που την καθιέρωσαν, τραγουδάει τα αγαπημένα της δημοτικά τραγούδια. Με αυτά θα συγκινήσει τον στρατηγό Δαβάκη στο δωμάτιο του Νοσοκομείου που νοσηλεύεται («Πώς μια Ατθίς σαν εσάς γνωρίζει αυτά τα τραγούδια;», τη ρωταέι απορημένος) και με αυτά θα πολεμήσει τον κατακτητή στα χρόνια της Κατοχής...



Κατοχή

Έχω αναφέρει αρκετές φορές στο blog πόσα δραστήρια ήταν η καλλιτεχνική κίνηση στα μαύρα χρόνια της Κατοχής. Στη διάρκεια του πρώτου κατοχικού χειμώνα (1941-42) η νεολαία της πρωτεύουσας αποθεώνει τη Δανάη σε μουσικά πρωινά που οργανώνονται τα Κυριακάτικα πρωινά στο «Ρεξ». Τα περισσότερα από αυτά τα πρωινά παρουσιάζονται στον Τύπο ως συναυλίες τραγουδιών του Κώστα Κοφινιώτη. Το πρόγραμμα παρουσιάζει ο Αττίκ και τραγουδούν, εκτός από τη Δανάη, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Ρίτα Δημητρίου, η Ξένη Δράμαλη, η Νινή Ζαχά, η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου, η Καίτη Παρίτση και άλλοι πολλοί, ενώ υπάρχουν συχνά και νούμερα με τις αδελφές Καλουτά, τη Μαρίκα Κρεβατά, τη Μαρίνα Νέζερ και άλλους. Τα βράδια η Δανάη εμφανίζεται στου «Άλεξ», αριστοκρατικό κέντρο-εστιατόριο της εποχής. Κάποιο βράδυ όμως της ζητούν να εμφανιστεί στη διπλανή αίθουσα, όπου θαμώνες είναι ιταλοί αξιωματικοί. Αναγκάζεται να το κάνει, γιατί είναι υποχρεωμένη από το συμβόλαιό της, όταν όμως οι αξιωματικοί της ζητούν να τραγουδήσει ιταλικά τραγούδια, εκείνη βρίσκει τρόπο να το σκάσει από το κέντρο.


Την απόφασή της να μην τραγουδήσει στη γλώσσα των κατακτητών θα την πληρώσει με κυνηγητό. Διακόπτει τις εμφανίσεις της κάθε φορά που της ζητούν κάτι τέτοιο. Διαφωνεί με την επιλογή κάποιων τραγουδιστριών, ανάμεσά τους και η Ρένα Βλαχοπούλου στην οποία αναγνωρίζει το ελαφρυντικό της νεαρής ηλικίας, να τραγουδούν ιταλικά κομμάτια, έστω κι αν είναι μεταφρασμένα στα ελληνικά. Στο ρεπερτόριό της τώρα έχουν θέση μόνο τα δημοτικά τραγούδια. Ένα τέτοιο τραγούδι θα οδηγήσει στη φυλάκισή της: τον Σεπτέμβριο του 1943, όταν η Αθήνα ακούει παράνομα από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Λονδίνου ότι «Άγγλοι και Έλληνες κομάντος έπεσαν στη Σάμο», η Δανάη τραγουδάει στην Όαση τη «Σαμιώτισσα». Το κοινό την αποθεώνει για δέκα λεπτά, οι αρχές Κατοχής θορυβούνται, τη συλλαμβάνουν και τη φυλακίζουν στο Εμπειρίκειο. Ατέλειωτα πλήθη με υπομνήματα κατακλύζουνε τις γύρω περιοχές του Υπουργείου Παιδείας και της Μητρόπολης. Οι Εαμικές οργανώσεις αρσκούν πιέσεις και σε έναν μήνα αφήνεται ελεύθερη. Λίγο καιρό μετά τον θάνατο της μητέρας της, τον Δεκέμβριο του 43, τα SS την αναζητούν και πάλι γιατί έχει αρχίσει να γίνεται γνωστή η κρυφή δράση της στην Αλληλεγγύη του ΕΑΜ. Αναγκάζεται λοιπόν να το σκάσει και να καταφύγει στην Καλλιθέα, την «Ελεύθερη Ελλάδα», όπου αποκτά το όνομα «Ελένη Σοφιανοπούλου» και συνεχίζει την αντιστασιακή της δράση, χωρίς τραγούδι, αλλά με κίνδυνο πολλές φορές της ζωής της: μετέφερε μηνύματα, ετοίμαζε έγγραφα, οργάνωνε εράνους, έγραφε στους τοίχους...


Εκεί, στην «Ελεύθερη Ελλάδα», στη Λεωφόρο Συγγρού, θα γνωρίσει μια μέρα ένα πανέμορφο παιδί με τον οποίο έχει οργανωτικό ραντεβού: «ως 25 χρονών, λεπτό, χλωμό, με κάτι ονειρώδη λαδοπράσινα μάτια και κάτι χέρια μακριά και λεπτά μεγάλου καλλιτέχνη. Το ένα απ’ αυτά, το δεξί, ερχόταν αυτόματα συνεχώς και ακουμπούσε στην καρδιά». Της συστήνεται: «Αργύρης Καλλιγάς, ιατρός». «Και άλλα διηγήματα» συμπληρώνει εκείνη και γελούν. Έτσι γεννιέται ο μεγάλος της έρωτας με τον δημοσιογράφο Γιώργο Χαλκιαδάκη που υποφέρει από αορτή και οι γιατροί δεν του δίνουν παραπάνω από δύο χρόνια ζωής. Τον παντρεύεται για να τον φροντίσει (γιατί, διαφορετικά, μια τόσο ανεξάρτητη γυναίκα δεν θα δεχόταν μια τέτοια δέσμευση) και τον κρατάει στη ζωή για δέκα ολόκληρα χρόνια.



Το κυνηγητό

Η αντιστασιακή της δράση, οι αριστερές της πεποιθήσεις καθώς και οι φιλίες της (Ρίτσος, Λουντέμης, Ασπασία Παπαθανασίου) θα τη στιγματίσουν και, μετά την Απελευθέρωση, είναι αναγκασμένη για μεγάλο διάστημα να κρύβεται, ενώ, όταν αρχίζει και πάλι να τραγουδάει, συναντά πλέον δυσκολίες: σπάνια καταφέρνει να ολοκληρώσει τα συμβόλαιά της, καθώς οι επιχειρηματίες των κέντρων λαμβάνουν «μπιλιετάκια»: «Τι τη θέλετε τη Βουλγάρα;» Ακόμα και η δισκογραφική της παρουσία είναι πιο αραιή (αν και στα μεταπολεμικά χρόνια ηχογράφησε μερικούς από τους πιο σπουδαίους δίσκους της). Όλο αυτό το κυνηγητό έρχεται στην πιο δύσκολη φάση της προσωπικής της ζωής, καθώς αγωνίζεται να κρατήσει στη ζωή τον Χαλκιαδάκη και πρέπει να συντηρήσει και τη μοναχοκόρη τους, τη Λήδα.


Ο Χαλκιαδάκης πεθαίνει το 1954. Τη μέρα της κηδείας του την αντικαθιστά στο κέντρο όπου εμφανίζεται ο καλός της φίλος Νίκος Γούναρης. Ο Χρήστος Χαιρόπουλος της αφιερώνει ένα εξαιρετικό χρονογράφημα με τίτλο «Ο πόνος της γυναίκας». Ξκινάει περιοδείες σ’ όλη την Ελλάδα για να συνέλθει από τον χαμό του άντρα της. Στο μεταξύ, από το 1946, έχει αρχίσει να διδάσκει φωνητική σε Ωδεία και είναι περήφανη για την πρόοδο πολλών μαθητών/τριών της: Βέτα Προέδρου, Μαριάνα Χατζοπούλου, Νάσος Πατέτσος, Ελίζα Μαρέλλι, Άντζελα Ζήλια, Ζωή Μάγγου, Πάνος Ντότης (που τη συντρόφευε στις περιοδείες της) είναι κάποια από τα πιο γνωστά «παιδιά» της.



Στη Χιλή

Στα χρόνια του ’60, το ελαφρό τραγούδι έχει έτσι κι αλλιώς περάσει στο περιθώριο, και η Δανάη μπορεί να ασχοληθεί πλέον με τη μεγάλη της αγάπη, το γράψιμο. Δημοσιεύει την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Αντιδράσεις που την υπογράφει με το ψευδώνυμο «Αργυρώ Καλλιγά». Κάποια από αυτά τα ποιήματα μελοποιεί αργότερα ο Κώστας Χατζής. Γράφει ακόμα στίχους που μελοποιούν γνωστοί συνθέτες: το «Αν σ’ αρνηθώ αγάπη μου» (μουσική Μίμη Πλέσσα) και το «Τι είν’ αυτό που το λένε αγάπη» (μουσική Τάκη Μωράκη) είναι τα πιο δημοφιλή τραγούδια της.


Το 1966 ταξιδεύει στη Χιλή για να επισκεφτεί την αδελφή της τη Μίρκα και γνωρίζεται με τον Πάβλο Νερούδα. Συνδέονται με μια στενή φιλία. Τους ενώνει η αγάπη τους για την Ελλάδα, για την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Αρχίζει να μεταφράζει το Γενικό Άσμα και άλλα έργα του Νερούδα. Επιστρέφει για λίγο στην Ελλάδα, αλλά η δικτατορία του ’67 θα την αναγκάσει να αυτοεξοριστεί για να γλιτώσει τον διωγμό που θα ακολουθούσε τις αναπόφευκτες «αντιδράσεις» της. Πηγαίνει και πάλι στη Χιλή, όπου εγκαθίσταται για 6 χρόνια. Δημοσιεύει μελέτες για την ελληνική δημοτική ποίηση και διδάσκει για δυο χρόνια στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο (αρχικά ad honorem και έπειτα ως τακτική έμμισθη καθηγήτρια) ελληνική λαογραφία και δημοτική ποίηση δίνοντας στον Χιλιανό λαό την ευκαιρία να γνωρίσει καλύτερα τον ελληνικό πολιτισμό.



Η οριστική επιστροφή της στην Ελλάδα είναι δύσκολη. Αν και καμαρώνει την επιτυχία της κόρης της—η Λήδα θριαμβεύει τραγουδώντας μαζί με τον Σπύρο Βλασσόπουλο το «Όταν θα γεννηθεί ο γιος σου», τραγούδι που η Δανάη αγαπούσε ιδιαίτερα—, η ίδια περνάει δύσκολες στιγμές. Κάνει babysitting για να ζήσει και διδάσκει ξένες γλώσσες. Ωστόσο, το 1976 ο Γιώργος Λαζαρίδης αναβιώνει το «ρετρό» στο θέατρο «Μινώα» και της προτείνει—στη διάρκεια μιας συγκινητικής εκπομπής του Φρέντυ Γερμανού—να εμφανιστεί και πάλι στο αθηναϊκό κοινό. Ο κόσμος συρρέει στο θέατρο «Μινώα» (στο αέτωμα του οποίου, ανάμεσα στα τόσα μεγάλα και μικρά ονόματα των ηθοποιών, υπάρχει μόνο μια φωτογραφία: η δική της) και η Δανάη Στρατηγοπούλου θριαμβεύει για άλλη μια φορά.



Αποσύρεται οριστικά από το τραγούδι το 1981 και αφοσιώνεται αποκλειστικά στο γράψιμο και τις μεταφράσεις. Το 1986 εκδίδει ένα πολύτιμο βιβλίο για τον Αττίκ, γεμάτο από μαρτυρίες και ντοκουμέντα, που τελικά αποτελεί μια εξαιρετική ευκαιρία να γνωρίσουμε καλύτερα και την ίδια τη Δανάη. Είναι κρίμα που δεν ολοκλήρωσε ποτέ τα απομνημονεύματά της. Το μοναδικά απολαυστικό αφηγηματικό της ύφος (που αναδεικνύεται επίσης στο πρώτο της βιβλίο, το αυτοβιογραφικό Τραγουδώντας—1954—αλλά και στο κεφάλαιο που έγραψε στον συλλογικό τόμο Γυναίκες στην Αντίσταση, όπου περιγράφει την αντιστασιακή της δράση την περίοδο 1940-1944) μας αφήνει με την πικρή βεβαιότητα ότι χάσαμε μια μεγάλη ευκαιρία να έχουμε μια γλαφυρή ιστορική μαρτυρία για το ελληνικό τραγούδι.



Τα τελευταία χρόνια

Τα τελευταία 25 χρόνια της ζωής της η Δανάη έζησε στη Ραφήνα, έχοντας συντροφιά την κόρη και τα τρία εγγόνια της αλλά και φίλους και φίλες κάθε ηλικίας—λάτρευε τα μικρά παιδιά—που την επισκέπτονταν καθημερινά για να πάρουν λίγη από τη σοφία της, τις γνώσεις τις, το κέφι της και την αισιοδοξία της. Είτε κυκλοφορούσε στην αγορά της Ραφήνας είτε εμφανιζόταν σε τηλεοπτικές εκπομπές, πάντα κοκέτα, εντυπωσίαζε όλον τον κόσμο με την ευστροφία της, το χιούμορ της, την ετοιμότητά της, τη μαχητικότητά της. Χαιρόταν την ανεξαρτησία της, τις νεανικές της συντροφιές, την μπιρίμπα με την Ελπίδα κι άλλες γειτόνισσες της Ραφήνας, το scrabble, τις σπανακόπιτες από τον φούρνο της γειτονιάς της, τη ζεστή μπίρα και την επίσης ζεστή Sprite, ένα παγωτό στην πλατεία ή μια καλή ταινία στο θερινό σινεμά που βρισκόταν απέναντι από το σπίτι της.


Καμάρωνε για την εντυπωσιακή της συλλογή με κουκλάκια-κουκουβάγιες, χάριζε σε όσους/ες την επισκέπτονταν πέτρες και λίθους που είχε συγκεντρώσει στα ταξίδια της σε όλον τον κόσμο. Σκάρωνε ποιητικές ακροστιχίδες με τα ονόματα των φίλων της και τους/τις φωτογράφιζε συνεχώς με τη θρυλική Polaroid της--και μετά πήγαινε στο φωτογραφείο της γειτονιάς για να φωτοτυπήσει τις φωτογραφίες και να τις μοιράσει... Διψούσε να μάθει τα νέα όλων, να ενημερωθεί για τις τρέχουσες εξελίξεις στην πολιτική, να προβάλει το μεγαλείο της Ελλάδας, της γλώσσας και του πολιτισμού της με κάθε τρόπο. Ρωτούσε με έγνοια και ενδιαφέρον για τα προβλήματα των φίλων της, για τη δουλειά τους, για τη μελέτη τους, λαχταρούσε να ρουφήξει νέες γνώσεις, να μάθει καινούρια πράγματα. Δεν την ενδιέφερε το παρελθόν της, ειδικά το τραγουδιστικό. Χαιρόταν βέβαια σαν παιδί όταν την τιμούσαν σε εκδηλώσεις και τιμητικές βραδιές. Συγκινούνταν ιδιαίτερα με τις εκδηλώσεις που οργάνωνε προς τιμήν της η Πρεσβεία της Χιλής. Ένιωθε ιδιαίτερη ικανοποίηση όταν γραφόταν κάτι καλό για εκείνη ή για την κόρη της στον Τύπο.


Ήθελε διαρκώς να διαβάζει και να γράφει. Σχεδίαζε να εκδώσει ένα βιβλίο με δοκίμια και μελέτες της όταν το 2003, μια πυρκαγιά κατέστρεψε μέρος του αρχείου της και αρκετά χειρόγραφά της. Και όμως, στα ενενήντα της, δεν το έβαλε κάτω. Με θαυμαστή αντοχή και αισιοδοξία, βγήκε νικήτρια και από αυτή τη δοκιμασία και συνέχισε να χαρίζει το κέφι της στους ανθρώπους που την επισκέπτονταν στο νέο της σπίτι. Με αιφνιδίασε η παρουσία της στην κηδεία της Ρένας Βλαχοπούλου, το 2004: στα 91 της χρονια, αυτή η ακούραστη γυναίκα αψήφησε τη ζέστη του Ιουλίου και έκανε ολόκληρο ταξίδι από τη Ραφήνα, με ταξί, για να έρθει στο Α΄ Νεκροταφείο και να πει το στερνό αντίο στην ηθοποιό που εκτιμούσε ιδιαίτερα: "Αυτή η Χαρτοπαίχτρα της, τι σπουδαία που είναι", μου 'λεγε, "αμ η Σαραντάρα της;" Τη θυμάμαι να σκύβει με συγκίνηση πάνω από το φέρετρο της Ρένας και να ψιθυρίζει κάτι, συντετριμμένη... Φεύγοντας από το Νεκροταφείο, μού έδειξε προς την κατεύθυνση που βρισκόταν ο οικογενειακός της τάφος. "Κάπου εκεί βρίσκεται", μου είπε. Ήταν ιδιαίτερα περήφανη για τον τάφο αυτόν που κληρονόμησε από τον προπάππο της και που βρίσκεται, όπως έλεγε με καμάρι, κοντά στους Τρικούπηδες...


Πολλά ακούστηκαν για το τέλος της Δανάης. Γράφτηκε ότι απήχθη, ότι έφυγε απομονωμένη. Η αλήθεια είναι πως όσοι/ες την επισκεφτήκαμε τον τελευταίο χρόνο της ζωής της, καταλάβαμε πως το σπινθηροβόλο μυαλό της Δανάης είχε πια κουραστεί κι έιχε αρχίσει να την προδίδει, και η ίδια δεν ήταν πια σε θέση να περιποιείται τον εαυτό της. Η απόφαση της οικογένειάς της να τη μεταφέρει, τους τελευταίους της μήνες, σε οίκο ευγηρίας όπου θα είχε την απαραίτητη ιατρική παρακολούθηση και φροντίδα ήταν επιβεβλημένη. Έσβησε στις 18 Ιανουαρίου 2009, στα 96 της χρόνια, έχοντας στο πλευρό της την κόρη της και τα τρία εγγόνια της. Χτες, οι συγγενείς της και λιγοστοί/ές φίλοι/ες της, άνθρωποι τους οποίους τίμησε με τη φιλία της και την αγάπη της, συγκεντρώθηκαν στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών για να τιμήσουν τη μνήμη της: τη μνήμη της που θα παραμείνει για πάντα ζωντανή, όπως και η μορφή της, η φωνή της, το πνεύμα της...


Η μουσική κληρονομιά της Δανάης

Ποια είναι λοιπόν η μουσική κληρονομιά που άφησε πίσω της η Δανάη Στρατηγοπούλου; Έχουμε αρχικά τις ηχογραφήσεις της στις 78 στροφές. Μια πρόχειρη καταμέτρηση στην Εκ Περάτων Δισκογραφία Γραμμοφώνου του Διονύση Μανιάτη, δείχνει ότι έχει ηγογραφήσει περί τα 155 τραγούδια. Το πρώτο της σόλο (είχαν προηγηθεί 3 ντουέτα με αντρικές φωνές) είναι το θρυλικό «Θα ξανάρθεις» του Κώστα Γιαννίδη (που χτες συμπληρώθηκαν 26 χρόνια από τον θάνατό του, διαβάστε εδώ περισσότερα) και του Αλέκου Σακελλάριου που γίνεται πανελλήνια επιτυχία, χωρίς να περάσει από τη σκηνή κάποιου θεάτρου και πριν ακόμα αρχίσει να εκπέμπει ο Ραδιοφωνικός Σταθμός. Αυτό αποδεικνύει την τεράστια ερμηνευτική δύναμη της Δανάης. Ακολουθούν μια σειρά από δημοφιλέστατα τανγκό που ακούγονται επίσης σε όλη την Ελλάδα: μόνη της ή με άλλες σπουδαίες αντρικές και γυναικείες φωνές τραγουδά «Απόψε όχι», «Κάθε βραδάκι στις 8», «Απόψε στις 7», «Ξημερώνει η γιορτή σου», «Σκληρή καρδιά», «Δυο μαύρα μάτια». Ηχογραφεί ακόμα ξένες επιτυχίες με ελληνικούς στίχους: «Τάγκο Νοτούρνο», «Μιχάκα», Αντόνιο Βάργκας Χερέδια». Δυστυχώς, λιγότερες από τις μισές ηχογραφήσεις της στις 78 στροφές έχουν επανεκδοθεί σε CD.


Με μια πρώτη ματιά παραξενεύεται κανείς βλέποντας ότι, αν και συνεργάζεται σταθερά με τον Αττίκ σε ζωντανές εμφανίσεις από το 1934 ως το 1940, δισκογραφεί σ’ αυτό το διάστημα μόνο τρία τραγούδια του. Τα περισσότερα «αττικά» τραγούδια ερμηνεύουν σε δίσκους άντρες και από γυναίκες κυρίως η Κάκια Μένδρη. Ο τρόπος με τον οποίο εκτελούνται όμως αυτά τα τραγούδια μάλλον δεν έβρισε σύμφωνη τη Δανάη. Η μόδα της εποχής και οι εταιρίες επιβάλλουν τα πάντα να τραγουδιούνται σε ρυθμούς τανγκό, ενώ η δική της ερμηνευτική άποψη για το «αττικό» ρεπερτόριο είναι διαφορετική και θα την καταθέσει αρκετά χρόνια αργότερα, στη δεκαετία του ’60.


Μετά την Κατοχή, η παρουσία της στη δισκογραφία είναι περιορισμένη: στο διάστημα 1947-1951 ηχογραφεί μόνο 38 τραγούδια, αλλά ανάμεσά τους βρίσκονται μερικές από τις πιο σημαντικές ερμηνείες της, όπως το «Τρεχαντήρι» του Αττίκ, «Της φαντασίας το καράβι» του Χαιρόπουλου, αλλά και το «Ας ερχόσουν για λίγο» των Μιχάλη Σουγιούλ-Μίμη Τραϊφόρου (που οι στίχοι του φυσικά γράφτηκαν για τη μεγάλη αγάπη του Τραϊφόρου, τη Σοφία Βέμπο που έλειπε τότε στην Αμερική). Η πιο αγαπημένη ηχογράφηση της Δανάης πάντως από αυτά τα χρόνια (η μόνη που άκουγε, σχεδόν ως το τέλος, από ένα κασετοφωνάκι στο σπίτι της μαζί με φίλους και φίλες της) ήταν το «Λούνα Λουνέρα», ένα ισπανικό τραγούδι του 1950 που της έδινε τη δυνατότητα να δείξει την έκταση και τη μοναδική τεχνική της φωνή της.


Η Δανάη αποσύρεται από τη δισκογραφία των 78 στροφών το 1951. Το 1957, όμως, θα ηχογραφήσει το μοναδικό της 45άρι. Η Phillips της Ολλανδίας συγκεντρώνει αντιπροσωπευτικά τραγούδια από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Η Δανάη επιλέγεται για να εκπροσωπήσει την Ελλάδα και η ίδια επιλέγει να τραγουδήσει αυτό που θεωρεί η ίδια κορυφαίο δείγμα αυθεντικά ελληνικής μουσικής: τέσσερα δημοτικά τραγούδια με τη συνοδεία μεγάλης ορχήστρας του Κώστα Γιαννίδη (αν και η ίδια θεωρούσε πως αρκούσε ένα κλαρίνο και ένα τουμπερλέκι για να αποδοθούν σωστά).



Στις 33 στροφές

Στα χρόνια του ’60 οι 33 στροφές φιλοξενούν τρεις σπουδαίους δίσκους της Δανάης Στρατηγοπούλου. Το 1965, μετά από προτροπή του γλωσσολόγου φίλου της Χρήστου Κλαίρη, γράφει δικά της τραγούδια που αποτελούν τη δική της πρόταση για το ελληνικό ελαφρό τραγούδι: 70% επιρροές από τη δημοτική μουσική παράδοση και 30% επιρροές από οτιδήποτε άλλο. Φυσικά η εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού δεν δικαίωσε τις προσδοκίες και τις προτιμήσεις της: η παντοδυναμία του λαϊκού και του ρεμπέτικου τραγουδιού την εξοργίζουν και διαμαρτύρεται επανειλημμένα για αυτό που η ίδια θεωρεί «κατάντια» της ελληνικής μουσικής (μια οργή που ξεκινούσε από μια διαμάχη της με τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον οποίο κατηγόρησε ότι της έκλεψε τη διασκευή της «Γερακίνας» που η ίδια είχε φέρει από τη Μακεδονία). Ο δίσκος Η Δανάη τραγουδάει Δανάη αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη δισκογραφική πρόταση Ελληνίδας τραγουδοποιού. Μπορεί να μη γνώρισε επιτυχία και να περιέχει ακούσματα που ξενίζουν ελαφρώς το κοινό—ειδικά το σημερινό—, ωστόσο οι άλλοι δύο μεγάλοι δίσκοι της Δανάης στα χρόνια του ’60 αποτελούν μια κλασική και υποδειγματική εργασία πάνω στα τραγούδια του Αττίκ.


Με τη συνοδεία στο πιάνο του Λεβ (το 1965) και του Μίμη Πλέσσα (το 1966), δισκογραφεί 22 «αττικά» τραγούδια (από τα οποία μόνο ένα είχε τραγουδήσει και στις 78 στροφές) και δίνει—θα λέγαμε—την definitive ερμηνεία τους. Στον ανεξάρτητο χαρακτήρα της δεν άρεσε ποτέ να πειθαρχεί στον ρυθμό της ορχήστρας. Απελευθερωμένη από αυτό το βάρος, μπορούσε πλέον να τραγουδήσει τον Αττίκ έτσι όπως τον ένιωθε (και όπως κι ο ίδιος ο Αττίκ επιθυμούσε): με ευαισθησία, με δισταγμό, με ένα παραπάνω «μη», όπως έγραψε η ίδια: «Σε μια παλιά πληγή/που ακόμα αιμορραγεί, μη (παύση)/μη μου γυρνάτε το μαχαίρι...» Τραγούδι κατά τον Πλάτωνα, γράφει η Δανάη, είναι το «αδόμενον ποίημα». Ο λόγος είναι το θεμέλιο και αυτόν θέλει να αναδείξει με την ερμηνεία της. Οι εκτελέσεις αυτές αποδεικνύουν τον ισχυρισμό της ότι τα τραγούδια του Αττίκ ήταν στο επίπεδο των ληντ του Σούμπερτ. Είναι ακόμα ένα καλό δείγμα για την τεχνική της τραγουδίστριας: αρκεί να προσέξει κανείς πόσο λίγο ακούγεται η αναπνοή της ανάμεσα στα λόγια που τραγουδάει.



Το 1977, μετά την επιτυχία της Δανάης στο «Ρετρό» του θεάτρου «Μινώα», έρχεται η πρόταση για την τελευταία της δισκογραφική δουλειά: επιλέγει να τραγουδήσει ή να ξανα-τραγουδήσει κομμάτια του Χαιρόπουλου και του Γιαννίδη. Επίσης τραγουδά μαζί με την Έλενα Κυρανά δυο ποτ-πουρί με ρεφραίν των τανγκό του Μεσοπολέμου που δόξαζε η ίδια (σε ντουέτο τότε με άλλες σπουδαίες φωνές). Η άποψη και αυτού του δίσκου είναι η ίδια με τους δυο «αττικούς» δίσκους της. Με συνοδεία μόνον ένα πιάνο (παίζει και πάλι ο Μίμης Πλέσσας) δείχνει στο κοινό πώς θα ‘πρεπε να ερμηνεύεται το «Θα ξανάρθεις»: όχι «επιθετικά», όπως το απαιτούσε η «τανγκομανία» στον Μεσοπόλεμο, αλλά τρυφερά, γλυκά. Ολοκληρώνει λοιπόν την δισκογραφική καριέρα της με το τραγούδι με το οποίο την ξεκίνησε—και θεωρεί αυτόν τον δίσκο τον καλύτερό της...



Σπάνια διαμάντια

Υπάρχουν ωστόσο και κάποιες λιγότερο προσβάσιμες ηχογραφήσεις της Δανάης. Αρχικά υπάρχει ο δίσκος που ηχογράφησε στη Χιλή, με τίτλο Η Δανάη τραγουδάει Νερούδα (που περιέχει οκτώ τραγούδια σε ποίηση του Νερούδα και μουσική δική της, και τέσσερα ελληνικά δικά της τραγούδια), που έκανε τον ίδιο τον Νερούδα να πει ότι «η μελοποίηση της Δανάης αποτελεί αναδημιουργία της ποίησής μου». Μέρος αυτού του υλικού συνοδεύει την πρόσφατη έκδοση του Εστραβαγάριο (Καστανιώτης, 2004) που μετέφρασε η Δανάη: ακούγοντας το «Adios Otono de Paris» δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε.


Επίσης, υπάρχουν στο αρχείο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας κάποια διαμάντια που ανακάλυψε ο Σιδερής Πρίντεζης και μετέδωσε από το Δεύτερο Πρόγραμμα, λίγες μέρες μετά τον θάνατό της Δανάης: τραγούδια από τις εκπομπές που η Δανάη ηχογράφησε στα χρόνια του ’50 με τη συνοδεία του Λεβ στο πιάνο ή με τη συνοδεία της ορχήστρας του ΕΙΡ (μεταξύ άλλων «Το τραγούδι της ψυχής μου» του Νίκου Γούναρη, η «Κατινιώ» του Αττίκ, αλλά και η «Μαγιάρ» των Κώστα Καπνίση-Χρήστου Πύρπασου, άλλο ένα τραγούδι που λάτρευε και άκουγε από το κασετοφωνάκι της μαζί με τους φίλους/τις φίλες της στο σπίτι της στη Ραφήνα). Στο αρχείο της ΕΡΑ υπάρχουν ακόμα γαλλικά και ισπανικά τραγούδια που ερμηνεύει η ίδια με την κιθάρα της, καθώς και η ερμηνεία της στο «Μια θάλασσα μικρή» του Διονύση Σαββόπουλου, τραγούδι που η Δανάη αγαπούσε ιδιαίτερα και είχε δηλώσει στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη (Δίφωνο, Μάιος 1998) ότι είναι «ίσως το ωραιότερο ελληνικό τραγούδι». Τέλος, υπάρχει η φωνή της, σε μια σειρά από κασέτες με τίτλο Η γιαγιά Δανάη και τα μικρά παιδιά (1998), στις οποίες αφηγείται παιδικά παραμύθια και απαγγέλει τους στίχους από δημοτικά τραγούδια που παίζει ο πιανίστας (και φίλος της) Γιώργος Καλκάνης. Στο τέλος μιας από τις κασέτες ακούγεται η ίδια συγκινημένη να μουρμουρίζει το ρεφραίν ενός από τα τραγούδια του ρεπερτορίου της που αγάπησε πολύ: το «Τρεχαντήρι» του Αττίκ.


Η ίδια, πάντα τελειομανής, έλεγε ότι δεν ήθελε να κυκλοφορήσει αυτή η ηχογράφηση. Ωστόσο, πρόκειται για μια υπέροχη και συγκινητική μουσική στιγμή, από αυτές που συνοψίζουν μια ολόκληρη καριέρα και μια ολόκληρη ζωή. Ο Αττίκ τής έλεγε ότι τρεχαντήρια είναι οι καλλιτέχνες. Το τρεχαντήρι με το όνομα «Δανάη» έσυρε την άγκυρά του και άφησε τον γιαλό για πάντα. Έμεινε όμως πίσω η μουσική του αύρα, να μας συντροφεύει πάντα σε στιγμές που θέλουμε να ρεμβάσουμε ή να αναλογιστούμε τα όνειρα που χάσαμε...




Το blog τιμάει σήμερα τη μνήμη της γιαγιάς Δανάης ακούγοντάς την να διαβάζει ένα ποίημά της με τίτλο "Το τελευταίο μου ποίημα", στο Αυγουστιάτικο Φεγγάρι, την εκδήλωση που οργάνωσε η Λήδα Χαλκιαδάκη στον Άη-Νικόλα της Ραφήνας, στις 15 Αυγούστου 2000. Μετά τη Δανάη, ακούγεται η Λήδα στο τραγούδι "Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες" του Αττίκ, από ηχογράφηση του 1981.





ΠΗΓΕΣ: Μέρος αυτού του κειμένου πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δίφωνο, (τεύχος 159, Μάρτιος 2009). Πληροφορίες αντλήθηκαν από κείμενα και προφορικές μαρτυρίες της Δανάης, καθώς και από τις συντεντεύξεις που παραχώρησε στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη (Δίφωνο, τεύχος 33) και τον Γιώργο Τσάμπρα (στο ένθετο του διπλού CD της Universal που συγκεντρώνει τις ηχογραφήσεις τις από τις 45 και 33 στροφές). Πολύτιμες πληροφορίες για τη ζωή της Δανάης μού έδωσε και η Λήδα Χαλκιαδάκη στη συνέντευξη που μου παραχώρησε λίγες μέρες μετά τον θάνατο της Δανάης και μπορείτε να διαβάσετε εδώ.


Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

20 χρόνια ΑΝΤ1

Είκοσι χρόνια λειτουργίας συμπλήρωσε και ο ΑΝΤ1 την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, καθώς εξέπεμψε για πρώτη φορά το βράδυ της 31ης Δεκεμβρίου 1989. Το κανάλι του Αμαρουσίου δεν γιόρτασε την επέτειο αυτή με την επισημότητα και τη φροντίδα που τη γιόρτασε το Mega Channel (αν και μας τα χάλασε και το Mega από ένα σημείο και μετά, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία). Ωστόσο, όπως είπα και στην ανάρτηση για τα 2οχρονα του Mega, η Ρένα Βλαχοπούλου δέθηκε περισσότερο με τον ΑΝΤ1 για διάφορους λόγους και έτσι επιβάλλεται να αναφερθούμε και σ' αυτά τα γενέθλια...

Την αδυναμία του στη Ρένα ο σταθμός την έδειξε από την πρώτη κιόλας μέρα, όταν παρουσίασε βίντεο στο οποίο η δημοφιλής πρωταγωνίστρια έδινε τις ευχές της για τη λειτουργία του νέου σταθμού, μπροστά στο σκηνικό της επιθεώρησης Τρελλάντα Λαμπάντα που παιζόταν στο "Ακροπόλ" εκείνη τη σεζόν. Ευχές εκτός από τη Ρένα έδωσαν και οι συμπρωταγωνιστές της στην παράσταση εκείνη Κώστας Βουτσάς, Κώστας Καρράς και Μάρω Κοντού.

Τηλεοπτικές σειρές
Πολύ σύντομα ο σταθμός αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη Ρένα Βλαχοπούλου και σε σίριαλ. Λίγοι όμως θυμούνται ποιο ακριβώς ήταν το πρώτο σίριαλ του ΑΝΤ1 στο οποίο πρωταγωνιστούσε η Ρένα. Ευτυχώς! Γιατί δεν επρόκειτο για σίριαλ αλλά για μια... τεμαχισμένη βιντεοταινία, την πρώτη από τις 9 βιντεοταινίες που γύρισε η Ρένα στα χρόνια του '80 και που δεν φανταζόταν μάλλον (όπως κι άλλοι/ες συνάδελφοί της εκείνη την εποχή) ότι θα επιζούσε πέρα από τα ράφια των βίντεοκλαμπ. Το δικάσετο Σας έπιασα στα πράσα του Τάκη Σιμονετάτου άλλαξε τίτλο για χάρη της ιδωτικής τηλεόρασης: Η κυρία του Πάνω Ορόφου ήταν η "απάντηση" του ΑΝΤ1 στις Τρεις Χάριτες του Mega Channel και προβλήθηκε σε επτά επεισόδια την άνοιξη του 1990.

Το περιοδικό Και είχε την... ευγενή καλοσύνη να γράψει ότι η παρουσία της Ρένας ήταν μια ευχάριστη εναλλακτική πρόταση για τα βράδια της Πέμπτης, αλλά η αλήθεια πρέπει να λέγεται: η σειρά αυτή δεν είχε καμία ελπίδα να αποσπάσει το ενδιαφέρον του κοινού και οι τρεις απολαυστικές κυρίες Άννα Παναγιωτοπούλου, Μίνα Αδαμάκη και Νένα Μεντή, εκπροσωπώντας επάξια το χιούμορ της νέας εποχής της τηλεόρασης, κέρδισαν θριαμβευτικά τη μάχη της τηλεθέασης... Αυτό βέβαια δεν εμπόδισε την Κυρία του πάνω ορόφου να συνεχίσει την καριέρα της είτε με αυτό τον τίτλο είτε με τον πρωτότυπο σε μικρά κανάλια ανά την Ελλάδα και, αλίμονο, ακόμα και στην τότε ΕΤ2 που την πρόβαλε ένα χρόνο μετά, ξεσηκώνοντας αυτή τη φορά την μήνιν των τηλε-κριτικών: η Στέλλα Βλαχογιάννη που κρατούσε τότε τη στήλη της τηλε-κριτικής στο 7 μέρες TV έγραψε πως η Ρένα Βλαχοπούλου είναι απολαυστική ακόμα και μέσα στη μεγαλύτερη αθλιότητα ενώ ο Γιώργος Κάρτερ, πιο φειδωλός στα κολακευτικά του λόγια για τη Ρένα, έγραψε πως η σειρά αυτή μας γυρίζει στην εποχή του Μαδρά...

Ας αφήσουμε όμως τη βιντεο-σειρά για να προχωρήσουμε σε μια κανονική σειρά που δυστυχώς δεν ξέφευγε πολύ από την ατμόσφαιρα του βίντεο. Τον Δεκέμβριο του 1990 ο ΑΝΤ1 στέλνει δελτία τύπου σε όλα τα έντυπα για να διαφημίσει την επίσημη είσοδο της Ρένας Βλαχοπούλου στον κόσμο των σίριαλ της ιδιωτικής τηλεόρασης με τη σειρά Μάμα Μία, σε σενάριο του Χάρη Ρώμα και σκηνοθεσία του Βαγγέλη Φουρνιστάκη. Πλάι στη Ρένα πρωταγωνιστούν ο Γιώργος Λουκάκης, ο Χάρης Ρώμας και η Μαριάννα Λαγουρού. Οι ίδιοι ακριβώς συντελεστές υπέγραφαν και πρωταγωνιστούσαν στη βιντεοταινία Η γόησσα που είχε εμφανιστεί δυο χρόνια πριν στα ράφια των βίντεο κλαμπ. Το γεγονός αυτό θα 'πρεπε να μας αφήσει ελάχιστα περιθώρια αισιοδοξίας για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, ωστόσο η προοπτική του ανταγωνισμού με τα... mega-θήρια Τρεις χάριτες, Αυθαίρετοι, Ρετιρέ μας έκανε να ελπίζουμε πως οι συντελεστές θα έδιναν τον καλύτερό τους εαυτό...


Η πρεμιέρα του Μάμα Μία δόθηκε την Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 1991, μέσα στη γενικότερη κατήφεια που προκαλούσε εκείνες τις μέρες η επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ--προηγούμενο καλοκαίρι ο Σαντάμ Χουσείν είχε εισβάλει στο Κουβέιτ. Δυστυχώς οι αρχικές επιφυλάξεις για το Μάμα Μία επαληθεύτηκαν. Η σειρά ήταν μονοκάμερη (εκείνη την εποχή όλα τα κωμικά σίριαλ γυρίζονταν τρικάμερα, επιτυγχάνοντας έτσι γρήγορους ρυθμούς στο αποτέλεσμα αλλά και στο γύρισμα και συνεπώς χαμηλότερο κόστος) πιθανότατα για να αντιμετωπιστεί καλύτερα έτσι η αδυναμία της Ρένας να αποστηθίζει τους ρόλους της.

Παρόλο που στο τεχνικό μέρος και στα σκηνικά η σειρά της TVM (του παραγωγού Αντώνη Μανιάτη) ήταν σαφώς ανώτερη των βιντεοταινιών της Ανδρομέδα Φιλμ (που εμπλεκόταν και στην παραγωγή του Μάμα Μία) οι υποσχέσεις που είχε δώσει ο Χάρης Ρώμας για γρήγορους ρυθμούς και άφθονο γέλιο δεν τηρήθηκαν... Η ιστορία ήταν απλοϊκή: η Ρένα, σύζυγος του δικηγόρου Απόστολου Καλατζή (Γ. Λουκάκης) και μητέρα του ψυχίατρου Βασιλάκη (Χ. Ρώμας) και της σεξομανούς Μάρθας (Μ. Λαγουρού) αποφασίζει να ξεφύγει από το νοικοκυριό και την κουζίνα και να επιστρέψει στη δικηγορία που παράτησε για χάρη των παιδιών της. Στα 28 επεισόδια που ακολούθησαν η Ρένα προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αναμειχθεί στις υποθέσεις του συζύγου της, να αφυπνίσει σεξουαλικά τον γιο της και να περιορίσει σεξουαλικά την κόρη της... Οι καταστάσεις κάθε άλλο παρά πρωτότυπες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και το χιούμορ ήταν απλοϊκό και κάποιες φορές φτηνό.

Ωστόσο, οι κριτικοί αντιμετωπίζουν θετικά την παρουσία της Ρένας στην τηλεόραση. Η Στέλλα Βλαχογιάννη γράφει στο 7 Μέρες TV: "Η κυρία Βλαχοπούλου ανήκει στο ολοένα και πιο σπάνιο πια εκείνο είδος ηθοποιών που δημιουργούν--μ' όλη τη σημασία της λέξης--από το τίποτα--ή από μηδενική βάση, αν θέλετε...--κι είναι απορίας άξιο που τόσα χρόνια η Τηλεόραση τη φιλοξενούσε μόνο μέσα από τις ταινίες της. Η σειρά του Αντέννα είναι όλη κτισμένη πάνω στη σπουδαία κωμικό, το σενάριο ωστόσο (Χ. Ρώμας) και η σκηνοθεσία (Β. Φουρνιστάκης) απόλυτα επίπεδα και τα δυό, συνιστούν ένα από τα πιο άνευρα ημίωρα που έχουμε δει τελευταία. Η κυρία Βλαχοπούλου εκτελεί μ' ευσυνειδησία όλα τα γνωστά--και πάντα απολαυστικά της--υποκριτικά τερτίπια αλλά το πρώτο, τουλάχιστον, επεισόδιο δεν 'τράβηξε'". Η Εύα Σερπιώτη στο Και γράφει πως η Ρένα δίνει τον καλύτερό της εαυτό και η Τίνα Πανώριου σημειώνει πως η αεικίνητη υπέροχη Ρένα από μόνη της κρατάει πάνω της όλη την απλοϊκή ιστορία. Το κοινό μοιάζει να ανταποκρίνεται θετικά: οι μετρήσεις δείχνουν ότι το Μάμα Μία είναι η πιο δημοφιλής κωμική σειρά του ΑΝΤ1 (αργότερα θα την ξεπεράσει ο Αστυνόμος Θανάσης Παπαθανάσης με τον Θανάση Βέγγο) και δίνεται έγκριση να συνεχιστεί και την επόμενη σεζόν. Καθώς όμως τα επεισόδια προχωρούν η όποια πρωτοτυπία του σεναρίου μοιάζει να φθίνει και την κατάσταση δεν σώζει ούτε η Ρένα. Τα περιοδικά αποκαλούν πια τη Μάμα μία "αχαρακτήριστη" και έτσι, μετά από ένα εντυπωσιακό φινάλε, στο οποίο η οικογένεια της Ρένας ταξιδεύει στη Βενετία και βρίσκει τελικά την ευτυχία πάνω στο κρουαζιερόπλοιο, η σειρά αποχαιρετά το κοινό τον Αύγουστο του '91...


Αξίζει να σημειωθεί πως έξι χρόνια αργότερα, όταν ο ΑΝΤ1 γιόρταζε τα επτάχρονά του, ο Νίκος Μαστοράκης φιλοξένησε σε μια επετειακή εκπομπή συντελεστές όλων των σίριαλ του σταθμού. Ανάμεσά τους ο Χάρης Ρώμας που στο μεταξύ είχε γνωρίσει τεράστια επιτυχία με τους Μεν και Δεν: ο Μαστοράκης του ζήτησε να μιλήσει για το ξεκίνημά του στον ΑΝΤ1 με τη Μάμα Μία και ο Ρώμας είπε ότι η σειρά ήταν χαριτωμένη αλλά δυστυχώς ο ίδιος πέτυχε τη μεγάλη Βλαχοπούλου στην παρακμή. Θεωρώ αυτή τη δήλωση τουλάχιστον άκομψη για μια μεγάλη ηθοποιό που στήριξε τον Ρώμα όσο λίγοι στα χρόνια του '80, δίνοντάς του ευκαιρίες στο θέατρο και το βίντεο. Μπορεί η Βλαχοπούλου του '90 να μην ήταν αυτό που ήταν το '60, αλλά το σενάριο του Ρώμα δεν ήταν σε καμία περίπτωση αντάξιό της και στα χέρια οποιασδήποτε άλλης ηθοποιού δεν θα άντεχε ούτε για έξι επεισόδια. Μάλλον ευγνώμων θα έπρεπε να είναι ο κ. Ρώμας στη Ρένα Βλαχοπούλου γιατί του έδωσε την ευκαιρία να εργαστεί στην ιδιωτική τηλεόραση...



Η επιτυχία της Μάμα μία, έστω κι αν οι κριτικοί δεν έμειναν ευχαριστημένοι, ανοίγει τον δρομο για τη δεύτερη τηλεοπτική συνεργασία της Ρένας Βλαχοπούλου με τον ΑΝΤ1 και την εταιρία παραγωγής TVM: το Μάλιστα κύριε προβάλλεται για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 1991. Το σενάριο υπογράφει ο Στάθης Βαλούκος και τη σκηνοθεσία ο Γιάννης Χαρτοματζίδης. Συμπρωταγωνιστής της Ρένας ο Γιάννης Μιχαλόπουλος, που ήταν πλάι της και στην πρώτη της τηλεοπτική σειρά, στα πρώτα χρόνια της ΕΡΤ, την αδικοχαμένη Μια Αθηναία στην Αθήνα (1976). Αυτή τη φορά τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα από τη Μάμα μία. Ο Στάθης Βαλούκος φιλοδοξεί να σχολιάσει το πολιτικό κατεστημένο της σύγχρονης Ελλάδας, τους παλαιοκομματικούς μηχανισμούς, τα ρουσφέτια και τα σκάνδαλα μέσα από τις περιπέτειες ενός αιωνίως υποψήφιου βουλευτή και της ξαδέλφης/γραμματέα του, καθώς και των ανεπρόκοπων τριών ανιψιών τους (Γιώργος Λέφας, Μιχάλης Γούναρης, Μανώλης Ιωνάς). Ο ίδιος ο Βαλούκος, όπως έγραψε αργότερα, θεωρούσε ιδιαίτερα σημαντικό και τον ρόλο του φιλάργυρου σαράφη Πεντεδέκα (Αθηνόδωρος Προύσαλης, πάντα απολαυστικός), ενώ τη γυναικεία φιλαρέσκεια εκπροσωπούσαν οι γραμματείς του υποψήφιου βουλευτή (Τέτα Ντούζου, Ευτυχία Μοσχάκη) και η αμερικανίδα σύζυγος του μεγάλου ανιψιού (Νανά Βενέτη).


Όλο αυτό το σύμπαν φευγάτων χαρακτήρων και καταστάσεων εκλήθη να σχολιάσει η Ρένα Βλαχοπούλου εκπροσωπώντας την κοινή λογική. Το μίγμα όμως δεν ήταν επιτυχημένο. Αδυνατώντας να αποστηθίσει τα φλύαρα κατεβατά που της έγραψε ο Βαλούκος (που αξίζει να αναφέρουμε πως μάς έχει δώσει χρήσιμα και σημαντικά βιβλία όπως Φιλμογραφία του Ελληνικού κινηματογράφου, Η ελληνική τηλεόραση, Η κωμωδία, Το σενάριο και σήμερα διδάσκει στο Τμήμα Κινηματογράφου του Α.Π.Θ.) η Ρένα μοιάζει να δυσανασχετεί πραγματικά στα γυρίσματα, ενώ δίπλα της ο πάντα φιλότιμος Γιάννης Μιχαλόπουλος υπερασπίζεται με θαυμαστή αφοσίωση τον ρόλο του. Ο Μιχαλόπουλος θυμάται πως η Ρένα εκνευριζόταν όταν της έκανε υποδείξεις σχετικά με τα λόγια που έλεγε εκείνη όταν δεν θυμόταν το κείμενο με αποτέλεσμα να χάνεται η συνοχή, ενώ μετά μετανιωμένη του ζητούσε συγνώμη και βοήθεια... Δυστυχώς η τηλεόραση μεγεθύνει τέτοια λάθη και αδυναμίες και συνεπώς το Μάλιστα κύριε δεν κέρδισε το κοινό. Στο top-10 των κωμικών σειρών της σεζόν 1991-92, τις πρώτες τρεις θέσεις κατακτούν φυσικά οι Τρεις Χάριτες, το Ρετιρέ και οι Απαράδεκτοι (με μερίδια τηλεθέασης 56.6%, 52.9% και 52.8% αντίστοιχα) ενώ το Μάλιστα Κύριε... καταϊδρωμένο κατακτά τη δέκατη θέση (με μερίδιο 22.4%) αφήνοντας όμως εκτός δεκάδας αυτή τη φορά τον Αστυνόμο Θανάση Παπαθανάση (που βρίσκεται στην 13η θέση με μερίδιο 19%). Η μετακίνηση της σειράς, αμέσως μετά τα Χριστούγεννα, από Σάββατο βράδυ σε Τετάρτη βράδυδεν βοήθησε ιδιαίτερα.



Έτσι, ενώ είχαν γυριστεί 26 επεισόδια (για τα οποία, όπως γράφτηκε στον Τύπο, υπήρχαν φήμες ότι η Ρένα αμείφθηκε με το αστρονομικό για την εποχή ποσό των 40 εκατομμυρίων δραχμών!), ο ΑΝΤ1 διέκοψε την προβολή της σειράς στα 21, λίγο πριν μπει η άνοιξη του 92. Τα επεισόδια 22, 23, 24 και 25 προβλήθηκαν το καλοκαίρι του 92, όταν επαναλήφθηκε η σειρά από τον ΑΝΤ1 ενώ το 26ο επεισόδιο (που ολοκλήρωνε την ιστορία με την πολυπόθητη προκήρυξη των εκλογών στις οποίες όμως ο τίμιος υποψήφιος βουλευτής δεν έχει καμία ελπίδα να εκλεγεί) προβλήθηκε τέσσερα (!) χρόνια αργότερα από το New Channel, στο οποίο ο ΑΝΤ1 πουλούσε πλέον τις παλιές του σειρές (αργότερα και το Μάμα μία και το Μάλιστα κύριε προβλήθηκαν και από το TV Μακεδονία). Η εμπειρία του Μάλιστα κύριε αλλά και του Μάμα μία πείθουν τη Ρένα ότι δεν έχει θέση στη σύγχρονη τηλεόραση, αφού δεν την ικανοποιούν ούτε τα κείμενα ούτε οι συνθήκες των γυρισμάτων και έτσι αρνείται όποιες προτάσεις της γίνονται στο μέλλον. Η αποχή της αυτή μας αφήνει με ένα παράξενο μίγμα ανακούφισης που η Ρένα δεν θα εκτίθεται πλέον σε σειρές που δεν είναι αντάξιές της αλλά και νοσταλγίας για το τακτικό, εβδομαδιαίο ραντεβού με την αγαπημένη μορφή της. Οι τηλεοπτικές της εμφανίσεις θα περιοριστούν στο εξής στις σπάνιες συνεντεύξεις της αλλά και στις μαγνητοσκοπήσεις των τελευταίων της θεατρικών παραστάσεων.

Θεατρικές παραστάσεις
Όπως ανέφερα και πιο πάνω, το δέσιμο ανάμεσα στη Ρένα και τον ΑΝΤ1 εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς. Ειπώθηκε ότι αυτό το δέσιμο είχε να κάνει και με τις κοινές πολιτικές πεποιθήσεις της Ρένας και του ιδιοκτήτη του σταθμού, του Μίνωα Κυριακού. Είτε αυτό είναι αλήθεια είτε όχι, είναι χαρακτηριστικό ότι ο σταθμός ανέλαβε να προωθήσει όλες τις θεατρικές παραστάσεις στις οποίες πρωταγωνίστησε η Ρένα από το 1990 ως το 1994 που αποσύρθηκε. Εκείνα τα χρόνια η συμφωνία των τηλεοπτικών σταθμών με τους θεατρικούς επιχειρηματίες προέβλεπε ότι σε όλη τη διάρκεια της σεζόν ο σταθμός θα πρόβαλλε διαφημιστικά σποτ της παράστασης ενώ μετά το τέλος της σεζόν (συνήθως το Πάσχα) ο σταθμός αποκτούσε το δικαίωμα να προβάλλει ολόκληρη την παράσταση.

Τη σεζόν 1990-91 η Ρένα Βλαχοπούλου πρωταγωνιστεί στην επιθεώρηση Ούτε Ψηλός στον κόρφο μας του θεάτρου "Ακροπόλ", μαζί με τους Κώστα Καρρά, Γιάννη Μιχαλόπουλο, Σωτήρη Τζεβελέκο και τις Κάτια Αθανασίου, Μάγδα Τσαγγάνη, Έλντα Πανοπούλου. Ο ΑΝΤ1 αρχίζει να προβάλει την παράσταση με σύντομα ρεπορτάζ ακόμα και μέσα στα δελτία ειδήσεων (που τότε ξεκινούσαν στις 8.30 και διαρκούσαν αυστηρά μισή ώρα). Λίγες μέρες μετά την πρεμιέρα το θέατρο "Ακροπόλ" επισκέπτεται ο ίδιος ο... Ψηλός, ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης με τη σύζυγό του Μαρίκα. Φλας, δημοσιογράφοι, ηθοποιοί από τα γειτονικά θέατρα συνωστίζονται στα στενά καμαρίνια με τον θίασο του "Ακροπόλ" και φυσικά η κάμερα του ΑΝΤ1 βρίσκεται εκεί για να καλύψει το πολιτικο-κοσμικό γεγονός της χρονιάς... Ωστόσο, για κάποιον λόγο η συμφωνία του ΑΝΤ1 με τους επιχειρηματίες του "Ακροπόλ" χαλάει και το Πάσχα του '91, ενώ περιμέναμε να δούμε τον Ψηλό από τον ΑΝΤ1, τελικά προβάλλεται η πολύ καλή επιθεώρηση Κosta-Cola ζητάς του θεάτρου "Βέμπο" με τον Σταμάτη Φασουλή και την Τάνια Τσανακλίδου...

Την επόμενη σεζόν, 1991-92, η Ρένα εμφανίζεται ως guest-star στο πρόγραμμα του "Ρεξ" μαζί με τη Γλυκερία, τον Δημήτρη Μητροπάνο, τον Γιάννη Μηλιώκα και τον Χρήστο Νικολόπουλο. Ο ΑΝΤ1 στηρίζει την παράσταση από την πρώτη μέρα φιλοξενώντας στον Πρωινό καφέ σχεδόν όλους τους συντελεστές (η Ρένα εμφανίζεται μόνο σε βίντεο όμως...) και προβάλλοντας αποσπάσματα από το θέαμα. Τα διαφημιστικά σποτ προβάλλονται κάθε βράδυ (και ιδιαίτερα στα διαλείμματα του Μάλιστα κύριε) από τον Δεκέμβριο ως τον Απρίλιο, και τελικά τη Δευτέρα του Πάσχα του 1992 ο ΑΝΤ1 προβάλλει την παράσταση. Δυστυχώς ενώ το θέαμα διαρκούσε 3,5 ώρες, ο ΑΝΤ1 προβάλλει μόνο 136 λεπτά, με αποτέλεσμα να κοπούν κάποια κομμάτια και από την εμφάνιση της Ρένας, και ειδικά το ντουέτο της με τον Δημήτρη Μητροπάνο. Επιπλέον, για κάποιον λόγο η διεύθυνση φωτογραφίας αδικεί την παράσταση, καθώς οι φωτισμοί της μοιάζουν να χάνονται, ενώ (ρενο-φανατική λεπτομέρεια!) τη βραδιά που έγινε το γύρισμα η Ρένα (όπως και η Γλυκερία!) εμφανίζεται με την... αναπληρωματική της τουαλέτα (προφανώς οι κανονικές τουαλέτες έχουν πάει στο καθαριστήριο!)... Έτσι, οφείλουμε να πούμε ότι η καλύτερη κάλυψη της εμφάνισης της Ρένας στο "Ρεξ" έχει γίνει από το Mega Channel και την εκπομπή Cocktail του Ιάσονα Τριανταφυλλίδη: οι φωτισμοί δικαιώνονται, η Ρένα φοράει τη σωστή τουαλέτα και το ντουέτο με τον Μητροπάνο προβάλλεται, έστω και μισό... (Ελπίζω να υπάρχει ολόκληρο στο αρχείο του σταθμού ή του Ιάσονα Τριανταφυλλίδη).

Τη σεζόν 1992-93 η Ρένα γιορτάζει στο "Ακροπόλ" τα εκατό χρόνια της επιθεώρησης και τα πενήντα του θεάτρου με το έργο Για την Ελλάδα ρε γαμώτο! Είναι η τελευταία της επιθεωρησιακή εμφάνιση και ο ΑΝΤ1 την προωθεί και την καλύπτει. Ο σταθμός προγραμματίζει να την προβάλει την επόμενη τηλεοπτική σεζόν. Όμως, το καλοκαίρι του 1993 προκηρύσσονται πρόωρες εκλογές και έτσι η τηλεοπτική προβολή της παράστασης μοιάζει πλέον ανεπίκαιρη...

Η απελπισία των ρενοφανατικών τελειώνει απρόσμενα τον Γενάρη του 1994: ο σταθμός προβάλλει το Για την Ελλάδα ρε γαμώτο, αλλά με ανεπίτρεπτες περικοπές! Ένα απόσπασμα από το νούμερο της Ρένας και, κυρίως, το τραγούδι "Όμορφος κόσμος" ("What a wonderful world") που ερμήνευε συγκινητικά η Ρένα στην παράσταση, αναβιώνοντας τον θεσμό της τραγουδίστριας. Ευτυχώς, λίγες μέρες πριν, ο σταθμός έχει μαγνητοσκοπήσει και προβάλει το τραγούδι αυτό στο στούντιο, ως μέρος της εορταστικής εκπομπής "Η Αλέξια τραγουδάει τα κλασικά"...

Και φτάνουμε στη Χαρτοπαίχτρα της σεζόν 1993-94, την τελευταία θεατρική εμφάνιση της Ρένας Βλαχοπούλου. Θα δούμε παρακάτω πώς ανακοινώθηκε μέσα από τον ΑΝΤ1 το ανέβασμα αυτού του έργου, αλλά σ' αυτό το σημείο αξίζει να αναφέρουμε ότι πρόκειται για τη μοναδικό ολοκληρωμένο ντοκουμέντο θεατρικής ερμηνείας της Ρένας Βλαχοπούλου, αφού όλες οι προηγούμενες μαγνητοσκοπήσεις έχουν προβληθεί με περικοπές. Έχω γράψει και στο παρελθόν για τα θετικά και τα αρνητικά αυτής της παράστασης. Από τη μια, κάποιες αδυναμίες της Ρένας που αφορούν τη δυσκολία της να θυμηθεί τα λόγια του ρόλου της σε κάποια σημεία, και η αναπόφευκτη σύγκριση με την κινηματογραφική Χαρτοπαίχτρα. Απο την άλλη, όμως, έχουμε την αποτύπωση ενός θεατρικού δαιμόνιου, μιας τρελής... εβδομηντάρας που με τους κατάλληλους συμπαίκτες (και συμπαίκτριες) απογειώνεται και παίρνει και το κοινό μαζί της...

Συνεντεύξεις και ρεπορτάζ...
Όπως έχουμε πει ξανά, οι εμφανίσεις των ηθοποιών σε εκπομπές, πρωινές και μη, για να προωθήσουν τη δουλειά τους είναι κανόνας στη showbiz, ένας κανόνας που η Ρένα Βλαχοπούλου προσπάθησε να τηρήσει όσο το δυνατόν λιγότερο! Τα πρώτα χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης δεν... καταδεχόταν να επισκεφτεί τα στούντιο των εκπομπών και έτσι τα συνεργεία των σταθμών έπρεπε να την επισκέπτονται στο καμαρίνι της για να ζητήσουν τη γνώμη της για κάποιο ζήτημα, να μιλήσει για κάποιον/α συνάδελφό της, να δώσει τις ευχές της για τις γιορτές...

Το συνεργείο του ΑΝΤ1 είχε συνήθως για οδηγό του μια γυναίκα που κάλυψε το καλλιτεχνικό/κοσμικό ρεπορτάζ της χώρας για πάρα πολλά χρόνια, τη δημοσιογράφο-συγγραφέα Κική Σεγδίτσα. Η Σεγδίτσα έχει πάρει πολλές συντεντεύξεις από τη Ρένα Βλαχοπούλου για περιοδικά και εφημερίδες από τα χρόνια του '60 μέχρι το τέλος της καριέρας της Ρένας. Σταθερή συνεργάτιδα του Πρωινού καφέ για πάρα πολλά χρόνια, έτρεχε ακούραστη σε πρεμιέρες της Ρένας, τιμητικές εκδηλώσεις και αφιερώματα και η αναφορά μας στη σχέση της Ρένας με τον ΑΝΤ1 θα ήταν ελλιπής αν δεν την αναφέραμε!

Η Κική Σεγδίτσα με το μικρόφωνο του ΑΝΤ1, η Μάρω Κοντού, η Ρένα
και η Ζωζώ Σαπουντζάκη στη διάρκεια εκδήλωσης
προς τιμήν της
Ρένας που οργάνωσε το Inner Wheel Club
της Γλυφάδας το 1995



Για πολλά χρόνια βασική προσωπικότητα του σταθμού ήταν ο γνωστός δημοσιογράφος Τέρενς Κουίκ. Εκτός από την παρουσίαση του κεντρικού δελτίου ειδήσεων, είχε και το εβδομαδιαίο talk show Απόψε με τον Τέρενς Κουίκ. Αντίθετα από τον Νίκο Χατζηνικολάου που άργησε να προσκαλέσει καλλιτέχνες/ιδες στο δικό του Ενώπιος ενωπίω, ο Κουίκ ήταν πιο έμπειρος σε αυτά τα θέματα και οι εκπρόσωποι του καλλιτεχνικού κόσμου εμφανίζονταν σταθερά στην εκπομπή του. Η Ρένα Βλαχοπούλου εμφανίστηκε στο Απόψε τον Ιούλιο του 1992. Έχοντας προφανώς άνεση με τον δημοσιογράφο, αφού και οι δυο διέτελεσαν δημοτικοί σύμβουλοι στον Δήμο της Αθήνας και μάλιστα με τον ίδιο συνδυασμό, δεν έκρυψε ότι έχει βαρεθεί τις ερωτήσεις για το πότε ξεκίνησε, πώς ήταν τα παιδικά της χρόνια κτλ. Τελικά η συζήτηση κινήθηκε σε λιγότερο προβλέψιμα θέματα και κάποια στιγμή, όταν ο Κουίκ ρώτησε τη Ρένα αν θα έκανε ποτέ λίφτινγκ, εκείνη ομολόγησε πως έχει κάνει διορθωτική επέμβαση στον λαιμό της, αλλά πιστεύει ότι θα επανέλθει στην προηγούμενη κατάστασή του. Η συνέντευξη έκλεισε όμορφα όταν ο Κουίκ ρώτησε τη Ρένα Βλαχοπούλου ποιο τραγούδι θα αφιέρωνε στον πρωθυπουργό της χώρας: αφού σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα, η Ρένα άρχισε να τραγουδά:
"I see trees of green/red roses, too/I see them grow/For me and you/And I say to myself/What a wonderful world... Αλλά θα 'πρεπε να του πω 'What a terrible world', γιατί έτσι τον καταντήσαμε..."


Η εκπομπή που αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά της πρωινής ψυχαγωγικής ζώνης του ΑΝΤ1 ήταν ο θρυλικός Πρωινός καφές που ξεκίνησε την άνοιξη του 1991 και φαίνεται ότι οι συντελεστές του προσπάθησαν αρκετές φορές να πείσουν τη Ρένα Βλαχοπούλου να βρεθεί στο στούντιο. Η ίδια δήλωσε στο ρεπορτάζ από τη συνέντευξη τύπου του "Ρεξ": "Θα 'ρχόμουνα καμιά φορά, αλλά είναι πάρα πολύ πρωί για μας και επειδή έχω τα γυρίσματα [για το Μάλιστα κύριε], έχω τις παραστάσεις εδώ, ε βάζω και καμιά μπουγάδα το πρωί πριν φύγω..." Τελικά, η πρώτη παρουσιάστρια της εκπομπής, η Ρούλα Κορομηλά κατάφερε να φιλοξενήσει τρεις φορές τη Ρένα Βλαχοπούλου στο στούντιο της εκπομπής, ενώ η τρίτη του παρουσιάστρια, η Ελένη Μενεγάκη τη φιλοξένησε επίσης τρεις φορές, όχι όμως στο στούντιο...

Η πρώτη εμφάνιση της Ρένας στον Πρωινό καφέ, έγινε εντελώς απρόσμενα και απροειδοποίητα τον Ιούνιο του 1992. Καλεσμένος στο στούντιο ήταν ο σχεδιαστής μόδας Χρήστος Μαΐλης. Μερικά μοντέλα άρχισαν να παρουσιάζουν τις τελευταίες του δημιουργίες και τελευταίο στη σειρά είναι ένα μοντέλο που φοράει μπλε καπέλο και έχει στραμμένη την πλάτη του στο φακό: γυρίζει και βλέπουμε, προς μεγάλη μας έκπληξη, ότι είναι η Ρένα Βλαχοπούλου! Ο Μαΐλης τής ράβει ρούχα από τα χρόνια του εμπορικού κινηματογράφου και εκείνη έχει έρθει στην εκπομπή για να τον τιμήσει. Καλεσμένος στην εκπομπή από το πρωί ήταν ο Αντρέας Βουτσινάς που δεν μπορεί να κρύψει τον ενθουσιασμό του για τη μεγάλη πρωταγωνίστρια. Εκείνη όμως δεν βρίσκεται στα νερά της: την ενοχλεί η ζέστη του στούντιο, θέλει να καπνίσει και δεν βλέπει την ώρα να φύγει για να πάει στο σπίτι της και στην μπουγάδα της. Ο κόσμος της ζωναντής εκπομπής μοιάζει να της είναι άγνωστος, καθώς εντυπωσιάζεται από το μόνιτορ που της επιτρέπει να ελέγχει διαρκώς την εικόνα της ενώ λυπάται τους τεχνικούς που ιδρώνουν πίσω από τις κάμερες.

Στέλιος Μαΐλης, Ρένα, Ρούλα Κορομηλά και Ανδρέας Βουτσινάς

Φυσικά όλες αυτές οι αντιδράσεις προκαλούν το αυθόρμητο γέλιο του Βουτσινά και της Κορομηλά, η οποία καταφέρνει να κρατήσει τελικά τη Ρένα στο στούντιο για ένα 2ολεπτο και να μιλήσουν λίγο για τους νέους/τις νέες ηθοποιούς, για το παλιό θέατρο αλλά και για τα φωτομοντέλα... Λίγο πριν το τέλος η Κορομηλά ζητά συγνώμη από το κοινό γιατί ενώ είχαν ανακοινώσει ότι προσκεκλημένη της εκπομπής θα ήταν η (εγκυμονούσα τότε) Τσιτσιολίνα με τον σύζυγό της, η αδιαθεσία της δεν της επέτρεψε να έρθει στην εκπομπή και έτσι δίνει την ευκαιρία στη Ρένα να τη σατιρίσει...

Η θεία Πυθία του Και, δηλαδή ο δημοσιογράφος Κ. Π. Παναγιωτόπουλος είχε γράψει ότι απόλαυσε αυτές τις αυτοσχεδιαστικές εκρήξεις της Ρένας αλλά δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που άκουσε, ότι μετά το τέλος της εκπομπής εκείνη ρώτησε "Και τώρα πόσα θα μου δώσετε;" Δεν αποκλείεται να το είπε αυτό η Ρένα, μεταξύ αστείου και σοβαρού, καθώς ήδη από την προηγούμενη χρονιά, που πλήθυναν οι εμφανίσεις της στο γυαλί, παραπονιόταν κάθε τόσο για το γεγονός ότι άλλοι εκμεταλλεύονται τις συνεχείς εμφανίσεις των ηθοποιών στο γυαλί ενώ εκείνοι/ες δεν κερδίζουν τίποτα...

Λίγους μήνες μετά πάντως, στις 13 Νοεμβρίου 1992, η Ρένα επέστρεψε στο πλατώ του Πρωινού καφέ. Μια εβδομάδα μετά την πρεμιέρα της επιθεώρησης Για την Ελλάδα ρε γαμώτο, ένα μεγάλο μέρος του θιάσου επισκέπτεται την εκπομπή για να διαφημίσει το έργο. Η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Σωτήρης Μουστάκας, ο Φώτης Μεταξόπουλος, ο Τάσος Πεζιρκιανίδης, ο Τόνυ Άντονυ και ο Πάνος Μιχαλόπουλος που βρίσκει αρκετές φορές την ευκαιρία να πειράξει την παρουσιάστρια και (τότε ακόμα) σύζυγό του. Η Ρένα για άλλη μια φορά ζεσταίνεται, αλλά δεν θα ζητήσει να φύγει: αυτή τη φορά μοιάζει να έχει κατανοήσει τους όρους του παιχνιδιού. Θα δυσανασχετήσει όμως όταν η συζήτηση στραφεί στο θέμα των ηλικιών... Δείτε το παρακάτω βιντεάκι:




Την επόμενη χρονιά, στις 11 Οκτωβρίου 1993, η Ρένα έρχεται και πάλι στον Πρωινό καφέ, τούτη τη φορά για να διαφημίσει τον διπλό δίσκο της με Αυθεντικές εκτελέσεις από τον ελληνικό κινηματογράφο, παραγωγή του Μάκη Δελαπόρτα που είναι επίσης παρών στο στούντιο. Είναι η επομένη των πρόωρων βουλευτικών εκλογών που επανέφεραν τον Ανδρέα Παπανδρέου στη διακυβέρνηση της χώρας, αλλά η Ρένα δεν μοιάζει ιδιαίτερα στεναχωρημένη, αν και έλπιζε ότι και πάλι θα κέρδιζε η Νέα Δημοκρατία: ίσως να έχει αρχίσει πλέον να συνειδητοποιεί τη ματαιότητα της ενασχόλησης με τα πολιτικά, ίσως πάλι να την έχει συνεπάρει η ενθουσιώδης υποδοχή του κοινού στο πλατώ της εκπομπής.



Είναι μάλλον η καλύτερη συνάντησή της με τη Ρούλα Κορομηλά. Θυμάται στιγμές από τα παιδικά της χρόνια, τότε που τραγούδησε στο Δημοτικό Θέατρο της Κέρκυρας τον "Θάνατο της Τζίλντα" και πάνω στη δραματική κορύφωση τής έφυγε η ψεύτικη κοτσίδα και η μητέρα της τής φώναξε από κάτω "Ρηνούλα, σου 'πεσε η κοτσίδα μωρή!"... Ομολογεί πως αποφεύγει τους δημοσιογράφους προσποιούμενη τη Φιλιππινέζα οικιακή βοηθό στο τηλέφωνο και δέχεται να τραγουδήσει (play back πάντα) δυο τραγούδια από τον δίσκο, που τελικά γίνονται τρία: "Η Αθήνα τη νύχτα" (θυμόταν τα λόγια γιατί το τραγουδούσε 1,5 χρόνο πριν στο "Ρεξ"), "Κέρκυρα, Κέρκυρα" (δεν θυμόταν τα λόγια, αλλά έσωσε κάπως την κατάσταση ο Μ. Δελαπόρτας που της τα ψιθύριζε) και βέβαια το σουξέ της εποχής "Έχω στενάχωρη καρδιά" που ξεσήκωσε φυσικά το κοινό και έδωσε πολύ κέφι και στην ίδια.

Η Ρένα τραγουδά "Η Αθήνα τη νύχτα". Δεξιά, κάτω από το πιάνο, διακρίνεται ο Μάο, το αγαπημένο της πεκινουά.

Εκείνη η σεζόν ήταν η τελευταία της Ρούλας Κορομηλά στον ΑΝΤ1, όπου εκτός από τον Καφέ παρουσίαζε και το θρυλικό Ciao ANT1. Το σόου αυτό μεταδιδόταν ζωντανά κάθε Κυριακή απόγευμα. Ωστόσο, το Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 1993, ο ΑΝΤ1 μετέδωσε ένα έκτακτο βραδινό Ciao για να ανταγωνιστεί τα εγκαίνια του νέου ιδωτικού σταθμού Star Channel, του οποίου υπεύθυνος ήταν τότε ο Νίκος Μαστοράκης. Στο πρώτο μέρος εκείνης της έκτακτης μετάδοσης, εμφανίστηκαν η Άλκηστις Πρωτοψάλτη και ο Σταμάτης Κραουνάκης για να παρουσιάσουν τον νέο τους δίκο Ανθρώπων έργα. Στο δεύτερο μέρος, εμφανίστηκε, για άλλη μια φορά ξαφνικά και απροειδοποίητα, η Ρένα Βλαχοπούλου... Τη μέρα εκείνη είχε μόλις ανακοινωθεί στον Τύπο ότι θα ανεβάσει στο θέατρο "Μπροντγουαίη" τη Χαρτοπαίχτρα του Δ. Ψαθά. Το Ciao είναι λοιπόν μια ευκαιρία να προωθήσει την παράσταση αλλά και τον δίσκο με τα κινηματογραφικά τραγούδια. Παρών φυσικά και πάλι ο Μάκης Δελαπόρτας αλλά και η Έλντα Πανοπούλου. Η εκπομπή κλείνει πανηγυρικά με τη Ρένα να τραγουδά, υποτίθεται, το "Κέρκυρα, Κέρκυρα". Αν προσέξει κανείς τα χείλια της όμως, βλέπει ότι δεν ακολουθεί το playback αλλά τραγουδάει κάτι άλλο που κάνει την Έλντα και τη Ρούλα να ξεκαρδίζονται...



Στη διάρκεια της σεζόν ο ΑΝΤ1 παρακολουθεί από κοντά τις δραστηριότητες του θιάσου της Χαρτοπαίχτρας. Η Κική Σεγδίτσα και η Ρούλα Χάμου καλύπτουν την επίσημη πρεμιέρα της παράστασης,την παρουσία των ηθοποιών σε εκδήλωση για τις εκδόσεις έργων του Δημήτρη Ψαθά, την έξοδο του θιάσου τη βραδιά της Τσικνοπέμπτης, αλλά και τη βράβευση της Ρένας με το "Μετάλιο Δημήτρη Ψαθά".

Την εκδήλωση τιμά με την παρουσία της, μεταξύ άλλων, και η Αλίκη Βουγιουκλάκη, που εκείνο το πρωί είναι καλεσμένη στο Καλημέρα Ελλάδα του Γιώργου Παπαδάκη και μιλάει με θερμά λόγια για τη Ρένα. Στο ρεπορτάζ από την εκδήλωση η Κική Σεγδίτσα ζητάει από τους δυο τους να μιλήσουν εκτός από τη Ρένα και για την εκπομπή...


Έχουν περάσει λίγα χρόνια, η Ρένα έχει αποσυρθεί από το θέατρο, οι τηλεοπτικές της εμφανίσεις είναι όλο και λιγότερες, ωστόσο ο Μ. Δελαπόρτας την έχει πείσει να επιστρέψει στο στούντιο για να ηχογραφήσει τον δίσκο H Ρένα τραγουδάει jazz. Ο δίσκος πρέπει να διαφημιστεί με κάθε μέσο (έχουν ήδη προηγηθεί συνεντεύξεις στη Νανά Παλαιτσάκη και τον Πάνο Παναγιωτόπουλο στον τότε Sky) και έτσι, την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του, στις 31 Μαρτίου 1997, η Ρένα Βλαχοπούλου υποδέχεται στο σπίτι της στην οδό Υψηλάντου, στη Βούλα, το επιτελείο του Πρωινού Καφέ για μια τρίωρη ζωντανή εκπομπή. Στα σαλόνι του σπιτιού της, όπου δέσποζε το ολόσωμο πορτρέτο που της έφτιαξε ο ζωγράφος Νίκος Ζαχόπουλος, η Ρένα υποδέχεται, εκτός από την παρουσιάστρια Ελένη Μενεγάκη και την αστρολόγο Λίτσα Πατέρα, τη Μάρω Κοντού, τον Γιάννη Σπάρτακο και τους συντελεστές του δίσκου: τους μουσικούς Γιώργο Θεοδοσιάδη, Ρήγα Σαριτζιώτη, τον στιχουργό Γιώργο Φραντζεσκάκη και φυσικά τον Μάκη Δελαπόρτα.


Η Ρένα είναι κάπως πεσμένη (έχει αρχίσει εδώ και λίγο καιρό η φθίνουσα πορεία της υγείας της), αλλά παρόλα αυτά κάνει τη Μενεγάκη να ξεκαρδίζεται στα γέλια όταν της λέει ότι ψαρεύει χρησιμοποιώντας προφυλακτικό για δόλωμα. Το πιο απολαυστικό κομμάτι της εκπομπής όμως είναι το φινάλε, όταν εμφανίζεται ο σύζυγος της Ρένας, ο αγαπημένος της Γιώργος Λαφαζάνης. Η Ελένη Μενεγάκη ζητάει από τον Γιώργο Λαφαζάνη να του μιλήσει για τα προτερήματα και τα ελαττώματα της γυναίκας του. Όταν εκείνος της λέει ότι η Ρένα τον ζηλεύει, αλλά δεν ξέρει αν αυτό είναι αγάπη, η Ρένα του απαντά: "Ε, τι είναι; Συμφέροντα;" Ένα αγαπημένο ζευγάρι σε μια πολύ γλυκιά στιγμή...



Μια αμοιβαία συμπάθεια δημιουργείται ανάμεσα στις δυο γυναίκες, συμπάθεια που θα οδηγήσει στην επόμενη αυθόρμητη εμφάνιση της Ρένας στον Πρωινό καφέ, περίπου δυο μήνες μετά, στις 21 Μαΐου, στη γιορτή της Ελένης Μενεγάκη. Τούτη τη φορά η παρουσιάστρια υποδέχεται την πρωταγωνίστρια στον κήπο του σπιτιού της, από όπου μεταδίδεται ζωντανά η τρίωρη εκπομπή.

Η τελευταία επίσημη εμφάνιση της Ρένας στον Πρωινό καφέ πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 1999. Η Ελένη Μενεγάκη επισκέπτεται το σπίτι της Ρένας κάποιο απόγευμα του Γενάρη για να της πάρει μια 45λεπτη συνέντευξη που μεταδίδεται μαγνητοσκοπημένη από την εκπομπή. Η Ρένα δεν κινείται πλέον όπως παλιότερα, μιλάει πιο αργά και πιο χαμηλόφωνα από ό,τι μας έχει συνηθίσει, μας γοητεύει όμως πάντοτε με το χιούμορ της και σε μια στιγμή τραγουδάει αυθόρμητα το ρεφρέν από την επιτυχία των πρώτων χρόνων της καριέρας της: "Έτσι είν' η ζωή μου, μικρό μου, πάντα έτσι είν' η ζωή. Κι όποιος δεν τη ζει πικρά μετανοεί..." Είναι πρόθυμη να δώσει στην Ελένη Μενεγάκη λίγη από τη σκορδαλιά που έχει φυλάξει στην κατάψυξη και όταν φτάνει το τέλος της συνέντευξης λέει κωμικά "Τελειώσαμε; Δόξα το Θεό..."

Υπήρξε όμως κι άλλο ένα βίντεο με δήλωση της Ρένας από το σαλόνι του σπιτιού της, στο τέλος εκείνης της χρονιάς. Αρχές Δεκέμβρη του 1999, ο Πρωινός καφές παρουσιάζει ένα αφιέρωμα στον Βασίλη Αυλωνίτη. Ο δημοσιογράφος Νίκος Νικόλιζας επισκέπτεται τη Ρένα Βλαχοπούλου για να του μιλήσει για τον παλιό της συμπρωταγωνιστή. Αυτή τη φορά η εικόνα της είναι αρκετά διαφορετική, είναι φανερά καταβεβλημένη, αλλά διακρίνει κανείς στη βραχνή φωνή της και στο βλέμμα της να τρεμοπαίζει ακόμα η παλιά εκείνη φλόγα που τα σάρωνε όλα. Στο στούντιο της εκπομπής βρίσκεται και ο Γιώργος Κατσαρός για να μιλήσει κι εκείνος για τον Αυλωνίτη, αλλά είναι φανερά συγκινημένος από το βίντεο με τη δήλωση της Ρένας. Πρέπει να σημειώσω ότι ο Νίκος Νικόλιζας εκείνη τη μέρα μίλησε με τη Ρένα Βλαχοπούλου γενικότερα για την καριέρα και τη ζωή της. Μέρος αυτής της συνέντευξης (περίπου δύο λεπτά) προβλήθηκε αμέσως μετά τον θάνατο της Ρένας, στις 29 Ιουλίου 2004, από δελτία ειδήσεων και εκπομπές του Alpha όπου στο μεταξύ είχε μετακομίσει ο κ. Νικόλιζας. Δεν γνωρίζω αν προβλήθηκαν άλλα κομμάτια πριν ή μετά, ωστόσο ο κ. Νικόλιζας δημοσίευσε δύο ακόμα συνεντεύξεις της Ρένας στον Ταχυδρόμο (Νοέμβριος 2001) και στις Εικόνες (Αύγουστος 2004), που είναι από τις τελευταίες της, αν όχι οι τελευταίες της.


Η αναφορά μου στις κατά καιρούς εμφανίσεις της Ρένας Βλαχοπούλου στον ΑΝΤ1 δεν μπορεί να είναι εξαντλητική και σίγουρα παρέλειψα αρκετά ρεπορτάζ από εκδηλώσεις ή διάφορες δηλώσεις της για αγαπημένους/ες της συναδέλφους. Θα ήθελα όμως να συμπληρώσω τις αναμνήσεις μου με δυο εμφανίσεις της που έγιναν σε εκπομπές του Γιώργου Παπαδάκη. Στις 26 Δεκεμβρίου 1990 ο γνωστός δημοσιογράφος και η τότε συνεργάτιδά του Μαρία Μπαλοδήμου παρουσιάζουν ένα μουσικό πρόγραμμα με τίτλο Χριστούγεννα στα χιόνια. Αγαπημένοι/ες ηθοποιοί και τραγουδίστριες/ές επισκέπτονται έναν οίκο ευγηρίας της Αθήνας για να ψυχαγωγήσουν τους ηλικιωμένους και τις ηλικιωμένες που διαμένουν εκεί με τραγούδια από τα παλιά. Η Ρένα Βλαχοπούλου, η Άννα Καλουτά, ο Θανάσης Βέγγος, ο Κώστας Βουτσάς, ο Αρτέμης Μάτσας, ο τραγουδιστής Γιάννης Βογιατζής, ο Τζίμης Μακούλης, η Άντελα Ζήλια και οι αδελφοί Κατσάμπα, με τη συνοδεία του Γιώργου Θεοδοσιάδη στο πιάνο, κρατούν συντροφιά στους τροφίμους του γηροκομείου (ανάμεσά τους και ο Χριστόφορος Νέζερ, ένας παλαίμαχος ηθοποιός των μπουλουκιών στον οποίο η Ρένα χαρίζει ένα ταγκό) φαίνεται να διασκεδάζουν με την καρδιά τους και να απολαμβάνουν τραγούδια της νιότης τους. Η Ρένα έχει προβάρει το "Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη", αλλά πριν από αυτό ζητά από τον Θεοδοσιάδη να τραγουδήσει χωρίς πρόβα το "Τι τριάντα, τι σαράντα, τι πενήντα", που ενθουσιάζει το ηλικιωμένο κοινό της.



Στην άλλη... άκρη της ζωής, επτά χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 1997, ένα 10χρονο παιδάκι θέλει να επικοινωνήσει με τη Ρένα Βλαχοπούλου για να της εκφράσει τον θαυμασμό του και την αγάπη του και να της ζητήσει ένα αυτόγραφο. Δεν γνωρίζει όμως τη διεύθυνσή της και έτσι απευθύνεται στην εκπομπή του Γιώργου Παπαδάκη Καλημέρα Ελλάδα για να το βοηθήσει. Πραγματικά, ένας δημοσιογράφος της εκπομπής επισκέπτεται τη Ρένα Βλαχοπούλου στο σπίτι της για να της δώσει ένα γράμμα του μικρού θαυμαστή της κι εκείνη, συγκινημένη, τον ευχαριστεί, του δίνει μέσα από την εκπομπή συμβουλές και του στέλνει ένα αυτόγραφό της. Αυτή ήταν η δύναμη της Ρένας Βλαχοπούλου. Συγκινούσε όλες τις ηλικίες, όλες τις γενιές...


Η καλή σχέση της Ρένας με τον ΑΝΤ1 μας άφησε παρακαταθήκη πολλές ώρες τηλεοπτικού προγράμματος με την αγαπημένη μορφή και φωνή της μούσας μας. Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότερες από αυτές τις ώρες δεν αποτελούν την ιδανική καταγραφή του ταλέντου της και των υποκριτικών της δυνατοτήτων. Ωστόσο, μέσα από τις συνεντεύξεις της στις διάφορες εκπομπές του σταθμού μάς άφησε δείγματα της αυθεντικότητας του ταλέντου της, του αυθορμητισμού της, του πηγαίου χιούμορ της, ακόμα και όταν η υγεία της δεν της επέτρεπε να είναι αυτό που είχαμε συνηθίσει να είναι η Ρένα μας.

Με τις αναμνήσεις αυτές ολοκληρώνεται το αφιέρωμα του μπλογκ στα εικοσάχρονα της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης. Ας της ευχηθούμε χρόνια πολλά και ας ελπίσουμε ότι θα γίνεται κάθε χρόνο και καλύτερη...