Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Η Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδά Σπύρο Περιστέρη

Τον προηγούμενο μήνα, και συγκεκριμένα στις 15 Μαρτίου, συμπληρώθηκαν 41 χρόνια από τον θάνατο του Σπύρου Περιστέρη. Ο Σπύρος Περιστέρης έγραψε τις δικές του χρυσές σελίδες στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού ως ένας από τους σημαντικούς δημιουργούς του ρεμπέτικου αλλά και ως σημαντικός παράγοντας της ελληνικής δισκογραφικής παραγωγής. Καταγόταν από παλιά αθηναϊκή οικογένεια, αλλά γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1900, ενώ κάποιες περιόδους της ζωής του, λόγω των αλλαγών στην επαγγελματική ζωή του πατέρα του, έζησε και στην Κωνσταντινούπολη. Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε το 1922, μετά την καταστροφή της Σμύρνης.
Σπύρος Περιστέρης
(Φωτογραφία από το εξώφυλλο του CD
Αρχείο Ελληνικής Δισκογραφίας 31-Συνθέτες του Ρεμπέτικου Σπύρος Περιστέρης ΙΙΙ
Διαβάζω σε ένα αφιέρωμα του Παναγιώτη Κουνάδη που αναδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Ρεμπέτικοι Διάλογοι, ότι ο Περιστέρης άρχισε να ηχογραφεί τραγούδια του το 1924. Το 1932 συνεργάστηκε με τον Μάρκο Βαμβακάρη σε τραγούδια που κυκλοφόρησαν από την Columbia και τη His Master's Voice, ενώ την ίδια χρονιά συνδέθηκε επαγγελματικά με τον στιχουργό Μίνωα Μάτσα που ανέλαβε τη διοίκηση των δισκογραφικών εταιριών Odeon και Parlophone. Από τότε, γράφει ο Κουνάδης, ο Περιστέρης "θα παραμείνει--μέχρι τον θάνατό του--ο μουσικός 'καθοδηγητής' των μουσικών τεκταινομένων και μαζί με τους Παναγιώτη Τούντα, Γιάννη Δραγάτση (ή Ογδοντάκη), Κώστα Σκαρβέλη και Δημήτρη Σέμψη, θα 'ορίσουν' τη μοίρα του νεώτερου ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, αφού από τα χέρια τους θα περάσουν για έγκριση, βελτίωση και ενορχήστρωση, όλα τα τραγούδια των μεγάλων δημιουργών του ρεμπέτικου".
Φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.patrasevents.gr
Δεν γνωρίζω πολλά για τη ζωή και το έργο του συνθέτη (ούτε και για το ρεμπέτικο, άλλωστε), γι' αυτό και θα σας παραπέμψω στο κατατοπιστικότατο κείμενο του Κουνάδη. Σκέφτηκα όμως, με αφορμή την επέτειο του θανάτου του Περιστέρη, να γράψω τα λίγα που γνωρίζω για τη συνεργασία του με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Η μούσα του blog τραγούδησε δυο ελάχιστα γνωστά τραγούδια του Σπύρου Περιστέρη σε έναν δίσκο 78 στροφών της Parlophone. Η εκ περάτων δισκογραφία γραμμοφώνου του Διονύση Μανιάτη δεν δίνει την ακριβή χρονολογία κυκλοφορίας του δίσκου, αλλά με βάση τον αριθμό κυκλοφορίας υποθέτουμε πως κυκλοφόρησε στο τέλος του 1951 ή στις αρχές του 1952. 
Ένα από τα πρώτα εξώφυλλα της Ρένας Βλαχοπούλου
 μετά την επιστροφή της από την Αμερική
Στη μία όψη του δίσκου η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Γιάννης Τατασόπουλος τραγουδούν το χασάπικο "Πώς μπόρεσε η καρδούλα σου".

Πώς μπόρεσε η καρδούλα σου
Ήμουν στα ξένα κι έλεγα
"Αχ, πότε να γυρίσω,
στην αγκαλιά σου να βρεθώ
και πάλι να μεθύσω".

Ήρθα κι εσύ με δέχτηκες
σαν να'μουνα μια ξένη,
μια γνωριμία άσημη,
απλή και ξεχασμένη.

Πώς μπόρεσε η καρδούλα σου
που χτύπαγε για μένα
να τα ξεχάσει άπονα
τα τόσα περασμένα;

Χωρίς ντροπή παντού γυρνάς,
γλεντάς και διασκεδάζεις
και κάθε βράδυ κι από μια
τις γκόμενες αλλάζεις.
Ο Γιάννης Τατασόπουλος
Φωτογραφία από την ιστοσελίδα 

giannistatasopouloscd.weebly.com
Στην άλλη όψη του δίσκου η Ρένα Βλαχοπούλου κι ο Γιάννης Τατασόπουλος τραγουδούν το "Θέλω μάγκικη παρέα".

Θέλω μάγκικη παρέα
Απόψε, βρε αγόρι μου,
έχω καινούρια γούστα.
Αντί για κούρσες και μοτό
θέλω ψαρί και σούστα.

Θέλω μάγκικη παρέα
να χορεύουμε ωραία.
Μπουζουκάκι, τσιφτετέλι,
με διπλόχορδο το τέλι.

Βαρέθηκα τα Φάληρα,
Γλυφάδα και Εκάλη.
Κι αν πεις ταβέρνα κοσμική
να μην ακούσω άλλη.

Θέλω απόψε ταβερνάκι,
μπαγλαμά και μπουζουκάκι.
Ρετσινούλα, κοκορέτσι
και χορό ώσπου να φέξει.

Φέρε απόψε μια μισή
απόψε να μεθύσω.
Κι ένα βαρύ ζεϊμπέκικο
ας παίξουν για να αρχίσω.

Τουμπεκί ας κάνουν όλοι,
παίξε μάγκα μου, Μανώλη.
Να χορέψω ζεϊμπεκάκι
και στερνά χασαπικάκι.

Η συνεργασία αυτή είναι σημαντική για διάφορους λόγους. Πρώτα από όλα η εποχή στην οποία πραγματοποιήθηκε είναι μια εποχή "στρατοπέδων" για το ελληνικό τραγούδι--όσον αφορά τους δημιουργούς και τη δισκογραφική παραγωγή. Από τη μια πλευρά ο κόσμος του ελαφρού τραγουδιού και από την άλλη ο κόσμος του ρεμπέτικου και λαϊκού. Αν και τρία χρόνια πριν είχε γίνει μια πετυχημένη απόπειρα να γεφυρωθούν οι δυο κόσμοι με το αρχοντορεμπέτικο (το πείραμα ξεκίνησε το 1948 με "Το τραμ το τελευταίο" των Μ. Σουγιούλ-Αλ. Σακελλάριου-Χρ. Γιαννακόπουλου), τα όρια ανάμεσα στους δυο χώρους παρέμεναν διακριτά και οι ερμηνεύτριες/τές του ενός είδους δεν... πολυπατούσαν στα εδάφη του άλλου. Υπήρχαν βέβαια κάποιες εξαιρέσεις, εντός και εκτός ελληνικού εδάφους (πχ. η Σοφία Βέμπο ηχογράφησε στην Αμερική τον "Ναύτη" του Γ. Μητσάκη, ενώ η Μαρίκα Νίνου τραγούδησε την "Ταμπακιέρα" των Ι. Ριτσιάρδη-Μ. Τραϊφόρου-Γ. Γιαννακόπουλου, τραγούδι που ως αρχοντορεμπέτικο μάλλον στον χώρο του ελαφρού θα το κατατάσσαμε), αλλά συνήθως τα σύνορα ήταν ξεκάθαρα.

Έτσι, κάθε άλλο παρά αναμενόμενη ήταν η συνεργασία του Σπύρου Περιστέρη με τη Ρένα Βλαχοπούλου, πρωθιέρεια του ελαφρού, δυτικότροπου τραγουδιού, εστεμμένη "Βασίλισσα της Τζαζ" της Ελλάδας πριν από λίγα χρόνια και άρτι αφιχθείσα από μια πενταετή περιοδεία στο εξωτερικό (και μάλιστα με τριετή παραμονή στις ΗΠΑ). Ίσως στην περίπτωσή της τα σύνορα των δύο μουσικών κόσμων ξεπεράστηκαν πιο εύκολα επειδή ο Περιστέρης ήταν βασικό στέλεχος της δισκογραφικής εταιρίας Odeon/Parlophone, στην οποία η Ρένα ανήκε ήδη από την αρχή της καριέρας της το 1940 και στην οποία επανήλθε όταν επέστρεψε από την Αμερική, κι έτσι της έδωσε την ευκαιρία να ηχογραφήσει αυτά τα δύο τραγούδια (ίσως κάτι παρόμοιο να ίσχυσε και για τη συνεργασία του συνθέτη με την Άννα και τη Μαρία Καλουτά, οι οποίες ηχογράφησαν το 1950 το τραγούδι του "Έτσι μ' αρέσει η ζωή", σε στίχους Μίνωα Μάτσα). Κάτι που αξίζει να σημειώσουμε για τις περιπτώσεις που κάποιες φωνές του ελαφρού τραγουδούν λαϊκά ή ρεμπέτικα τραγούδια, πέρα από το ενδιαφέρον που παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουν τα κομμάτια (και πρέπει να πούμε ότι η Ρένα πείθει απόλυτα ως λαϊκή τραγουδίστρια, ειδικά στο "Πώς μπόρεσε η καρδούλα σου"), είναι το ότι έχουμε τη σπάνια ευκαιρία να ακούσουμε τις φωνές αυτές να εκφέρουν λέξεις που δεν χρησιμοποιούνταν ποτέ σε ελαφρά τραγούδια. Έτσι η Ρένα στα τραγούδια αυτά λέει τις λέξεις "γκόμενες", "τουμπεκί", "κοκορέτσι", λόγια που πολύ δύσκολα θα ακούγαμε από τραγουδίστρια του ελαφρού (ίσως σε κωμικά επιθεωρησιακά νούμερα μόνο....)
Η Ρένα Βλαχοπούλου σε εξώφυλλο παρτιτούρας του 1953
Ένας ακόμα λόγος για τον οποίο στέκομαι στα δύο τραγούδια του Σπύρου Περιστέρη είναι οι "αυτοβιογραφικοί" στίχοι που τραγουδά η Ρένα Βλαχοπούλου. Η αυτοαναφορικότητα χαρακτήριζε σε μεγάλο βαθμό τους ρόλους αλλά και τα τραγούδια της Ρένας Βλαχοπούλου από τον καιρό που άρχισε να εμφανίζεται ως ηθοποιός (από το 1954 δηλαδή). Ίσως η αμεσότητα ως βασικό στοιχείο του υποκριτικού της κώδικα ενέπνεε (και ενδεχομένως διευκόλυνε ή και βόλευε) τους συγγραφείς να της γράφουν νούμερα και ρόλους που περιείχαν πολλά αυθεντικά στοιχεία της προσωπικότητάς της. Ταυτόχρονα, τα τραγούδια της (τόσο αυτά που προέρχονταν από ταινίες ή θεατρικά έργα όσο και τα αυτόνομα δισκογραφημένα τραγούδια) περιείχαν στοιχεία που θύμιζαν τον τρόπο που σκέφτεται και ζει (και μου έρχονται στο μυαλό κυρίως τα τραγούδια που αφορούσαν την ασημαντότητα της βιολογικής ηλικίας ή το ότι "ποτέ δεν είναι αργά" για ν' αγαπήσεις και ν' αγαπηθείς...).
Η Ρένα Βλαχοπούλου επιστρέφει από την Αμερική τον Αύγουστο του 1951.
Φωτογραφία από το βιβλίο του Μ. Δελαπόρτα
Βίβα Ρένα (εκδ. Άγκυρα, 2002)
Ωστόσο το 1951-52 ήταν μάλλον πολύ νωρίς για να εμπνεύσει η Ρένα Βλαχοπούλου αυτοβιογραφικούς στίχους: δεν είχε ακόμα αποκτήσει κάποια υποκριτική περσόνα και δεν ξέρω πόσο γνωστά ήταν τα στοιχεία του χαρακτήρα της ή οι προτιμήσεις της στη μουσική: γιατί αν και ήταν βασική εκπρόσωπος του ξενόφερτου ελαφρού τραγουδιού στην Ελλάδα, η ίδια λάτρευε το λαϊκό τραγούδι και τους ερμηνευτές του. Δεν ξέρω επίσης πότε ακριβώς διαμορφώθηκαν αυτές οι προτιμήσεις της--πριν την Κατοχή; Μετά; Μετά την περιοδεία της στο εξωτερικό; Πάντως ξέρουμε πως ήδη στη δεκαετία του '50 αγαπούσε πολύ τις αντρικές λαϊκές φορές και της άρεσε να τις απολαμβάνει στα νυχτερινά κέντρα. Έτσι, όταν τραγουδά "Βαρέθηκα τα Φάληρα, Γλυφάδα και Εκάλη, κι αν πεις ταβέρνα κοσμική, να μην ακούσω άλλη" μπορούμε ασφαλώς να υποθέσουμε ότι τους στίχους αυτούς τους νιώθει (και επιπλέον διακρίνω και μια κωμική/αυτοσαρκαστική διάθεση--στις κοσμικές ταβέρνες τραγουδούσε η ίδια!--που ως τρόπος έκφρασης τότε θα κρυβόταν μάλλον σε... λανθάνουσα μορφή μέσα της...). Ενώ, όταν την ακούω στην αρχή του "Πώς μπόρεσε η καρδούλα μου" να τραγουδά "Ήμουν στα ξένα κι έλεγα 'αχ πότε να γυρίσω'", δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι έχει επιστρέψει από την Αμερική λίγους μήνες πριν, τον Αύγουστο του 1951. Φυσικά ξέρουμε ότι είχε νοσταλγήσει την Ελλάδα (αυτό το τραγούδησε και σε ελαφρό τραγούδι στη σκηνή του θεάτρου Σαμαρτζή εκείνο το καλοκαίρι!) κι ότι επιπλέον είχε κουραστεί από τους εντατικούς ρυθμούς της Αμερικής. Δεν γνωρίζω βέβαια αν όντως ισχύουν οι υπόλοιποι στίχοι του τραγουδιού αν και νομίζω, κρίνοντας από τα λίγα που η ίδια θέλησε να δημοσιοποιήσει για την προσωπική της ζωή εκείνης της περιόδου, δεν τη δέσμευε πλέον καμιά προσωπική της ιστορία από το παρελθόν...


Η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Γιώργος Μουζάκης το 1952.
Φωτογραφία από το λεύκωμα
Βασικά Θεατής (εκδ. Topos, 2008)
Μετά την κυκλοφορία του δίσκου με τα δυο τραγούδια του Σπύρου Περιστέρη, η Ρένα Βλαχοπούλου δισκογράφησε λίγα τραγούδια λαϊκού χρώματος στην--έτσι κι αλλιώς σχετικά περιορισμένη--δισκογραφία της. Γιατί, παρόλο που ήδη το καλοκαίρι του 1952 τραγουδούσε μαζί με την Καίτη Μπελίντα και τη Μάγια Μελάγια στη σκηνή του Ακροπόλ το αρχοντορεμπέτικο του Γ. Μουζάκη "Της γυναίκας η καρδιά", το πρώτο επίσημο αρχοντορεμπέτικό της ήρθε μόλις το 1954, πρώτα στη σκηνή του θεάτρου Βέμπο και μετά στη δισκογραφία (σε ντουέτο με τον Νίκο Σταυρίδη και τον Πάνο Σάμη αντίστοιχα): το "Άλα πασά μου, κάνε μου τέτοια" που ήταν το διαβατήριό της για τη... χώρα της υποκριτικής έγινε μεγάλη επιτυχία (ενώ σαφώς μικρότερη ήταν, λίγο μετά, το "Άνοιξε γιατρέ την πόρτα" ή άλλα λαϊκότροπα τραγούδια που είπε στα χρόνια του '50 στη σκηνή αλλά όχι σε δίσκους). Τελικά χρειάστηκε να περάσουν περισσότερο από δέκα χρόνια για να συνοδέψει και πάλι μπουζούκι τη φωνή της στη δισκογραφία: αυτό συνέβη μόλις το 1962-63, όταν άρχισε να τραγουδά τα ελαφρολαϊκά τραγούδια του Μίμη Πλέσσα στις ταινίες του Γιάννη Δαλιανίδη με πρώτο--και δημοφιλέστερο--το "Έχω στενάχωρη καρδιά".

Συνηθίζω να κλείνω τις αναρτήσεις μου με τη φράση "πόσο τυχεροί/ές θα ήμασταν αν" η Ρένα είχε κάνει πιο πολλά από αυτό ή πιο πολλά από εκείνο. Όσο κι αν μοιάζει με επαναλαμβανόμενο μοτίβο, πιστεύω ότι είναι πέρα για πέρα αληθινή διαπίστωση που ισχύει για ανθρώπους με τεράστιο και πολύπλευρο ταλέντο οι οποίοι άφησαν ντοκουμέντα αριθμητικώς δυσανάλογα και με τις δυνατότητές τους και με την πολύχρονη πορεία τους. Έτσι, ναι, θα το ξαναπώ: πόσο τυχεροί/ές θα ήμασταν αν η Ρένα Βλαχοπούλου είχε ερμηνεύσει περισσότερα τραγούδια λαϊκών δημιουργών στη δεκαετία του '50 σαν κι αυτά τα δυο κομμάτια του Σπύρου Περιστέρη που ευτυχώς διασώθηκαν και μας υπενθυμίζουν ότι εκτός από Βασίλισσα της Τζαζ η Ρένα Βλαχοπούλου μπορούσε να είναι και μια πολύ καλή λαϊκή τραγουδίστρια!

(Για τη λαϊκή τραγουδίστρια Ρένα Βλαχοπούλου είχα γράψει το 2009 ένα άρθρο στο περιοδικό Όασις του Κ. Μπαλαχούτη. Τώρα που το περιοδικό έχει κλείσει και η ιστοσελίδα του δεν υπάρχει πια, και μέχρι να δημοσιεύσω μια πληρέστερη εκδοχή του που θα περιλαμβάνει και νέα δεδομένα που έχω στο μεταξύ ανακαλύψει, μπορείτε να δείτε εκείνο το κείμενο στην αναδημοσίευση του στην ιστοσελίδα Messolonghi Press!

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

"Κάτι για ποδήλατα" της Δανάης Στρατηγοπούλου

Σήμερα συμπληρώνονται οκτώ χρόνια από τον θάνατο της Δανάης Στρατηγοπούλου, της σημαντικότατης ερμηνεύτριας του ελαφρού τραγουδιού αλλά και ξεχωριστής μεταφράστριας και ποιήτριας. Της "γιαγιάς" Δανάης που σχεδόν μέχρι την τελευταία της μέρα χάριζε απλόχερα στους ανθρώπους γύρω της την αγάπη της, τη σοφία της και την αισιοδοξία της. Αντί για κάποιο δικό μου αφιέρωμα, προτίμησα φέτος να την αφήσω να "μιλήσει" εκείνη, μέσα από το ωραιότερο ίσως πεζό της κείμενο: ένα κείμενο αληθινό και πικρό, γραμμένο για τον άντρα της, τον πρόωρα χαμένο δημοσιογράφο Γιώργο Χαλκιαδάκη--αλλά και τη μοναδική τέχνη της. Αν θέλετε, διαβάστε το, ακούγοντάς τη να τραγουδά το "Έλα για απόψε"... 
Κάτι για ποδήλατα
από το βιβλίο της Δανάης Στρατηγοπούλου Κείμενα σε μικρές και μεγάλες αράδες (εκδόσεις Gutenberg, 1984)

Ήταν το 1950: Εκείνη τη νύχτα φορούσα μια μαύρη τουαλέττα. Μακρυά. Κρατώντας την κιθάρα μου βγήκα στη σκηνή. Η κιθάρα μου είναι μπαστούνι. Ποτέ δεν αφήνω τους άλλους να μου τη φέρνουν όταν έχω βγει στη σκηνή, γιατί τότε μου είναι σχεδόν άχρηστη πια. Το γεγονός ότι θα τραγουδούσα μ' αυτήν είναι άλλου είδους ιστορία. Κανείς ποτέ δεν έμαθε τις μυστικές συναλλαγές που έχω με την κιθάρα μου, τη "σκιά" μου, ως τη στιγμή που αρχίζω να παίζω τις χορδές της και να τραγουδάω. 

Εκείνη τη νύχτα βγήκα στη σκηνή μαζί της. Την είχα πιο ανάγκη από κάθε άλλη φορά. Ήτανε μια μικρή σκηνή πολύ αλλοιώτικη, την αλλοιώτικη εκείνη νύχτα. Ησυχία βάρβαρη, δύστυχα καθίσματα, άγριοι τοίχοι, ξένο ταβάνι, εχθρός πολυέλαιος, μισοσκόταδο πολυτελείας. Όλοι οι ένορκοι και οι ιεροεξεταστές, πρώην τρυφεροί οπαδοί μου (γιατί τους ένιωθα "πρώην";)--με κοίταζαν (όπως πάντα;). Κοίταζα κι εγώ... Η αίθουσα, ο κόσμος, οι ωραίες κυρίες, όλα ήταν, ναι, τι ήταν; Γιατί ήταν έτσι; Ήτανε κάτι σαν ένα κρεβάτι. Ένα τεράστιο κρεβάτι. Στο κεφαλάρι του ξεχώριζαν δύο πελώρια μάτια, ρεμβαστικά, ταλαιπωρημένα, εξαίσια, αγαπημένα μάτια. Τα κοίταξα και τους είπα: ησυχάστε, όλα θα πάνε καλά. Έτσι είπα στα δυο τα μάτια. Και τ' άλλα, στην αίθουσα, τα μικρά, τα πολλά, άπλωσαν τα χέρια τους, πέταξαν, ώσπου χάθηκαν, ώσπου εγώ μπήκα ολόκληρη μέσα σ' ένα τραγούδι που με σήκωσε, με πήρε κι έφυγε, κι έλεγα, κι έλεγα, ελέγαμε, εγώ με το τραγούδι που τραγουδιότανε μόνο του: απόψε βρέθηκα νωρίς νωρίς στην καμαρούλα μου, μην απορείς, έξω βοριάς χαλάζια κεραυνοί, απόψε θα πάρω δυο χιλιάδες μαζεμένες, θα γίνει η εγχείρισή σου, μόνο βάστα, άντεξε ψυχή μου εσύ, και μόλις τελειώσω θα τρέξω στο Γεωργόπουλο, αφού τον διάλεξες, και πρωί πρωί εγχειρίζεσαι, αφού το θες, αφού είσαι σίγουρος ότι αυτό θα σε σώσει, ναι ψυχή μου... ανέλπιστο το ευλογημένο αυτό συμβόλαιο πάνω στην ώρα την κακή που ο γέρος μας πήρε για το νοίκι τις τρεις τελευταίες μας λίρες... ένα μονάχα, μη μου στεναχωριέσαι για τίποτα στον κόσμο, όλα θα τα καταφέρω, όλα, θα κάνω συμβόλαια ένα σωρό, εμφανίσεις έκτακτες, τώρα που το μωρό ξεπετάχτηκε, θα γίνεις καλά. Μόνο τούτη την κρίση ν' αντέξεις... απόψε... αύριο στο υπόσχομαι, εγχειρίζεσαι, θα σωθείς... θα γελάσουμε όλους τους γιατρούς που σου δίνανε μόνο δυο χρόνια ζωή, πριν να παντρευτούμε... όμως βλέπεις; περάσανε τέσσερα... ΤΕΣΣΕΡΑ... και θα περάσουνε κι άλλα πολλά... και θα τραγουδάω κι εσύ θα ζεις ψυχή μου, και θα βλέπω τα μεγάλα, τα γλυκά χρυσοπράσινα μάτια σου τα καθαρά, και τη φωνή σου... και θα καταφέρω να πας στην εξοχή με νοσοκόμα. Το παιδί θα το βολέψω... θα παρακαλέσω την Κατίνα του Μέρτικα που είναι καλή να το φυλάει όσο θα τραγουδάω ή θα μένει σπίτι της και θα το παίρνω το πρωί... μόνο, βάστα απόψε, μην αφήνεις το κουράγιο σου να σβήσει, αφού έχεις εμένα, μ' ακούς; Μ' ακούς; Το κεφάλι μου είναι σαν κόσμος ξεχωριστός που γυρίζει... γυρίζει σα γεμάτος και σαν αδειανός... και γυρίζουνε ήλιοι κι αστέρια, όνειρα πηχτά και άυλα, γυρίζουνε, γυρίζουνε κι αν δεν γίνει κάτι ξαφνικά, κάτι μεγάλο κι αλλοιώτικο δεν θα τελειώσει τούτη μου η περιπέτεια, μη με κοιτάζεις όμως έτσι... έχεις την υπόσχεσή μου πως όλα θα γίνουνε όπως θέλεις εσύ, εξάλλου με ξέρεις, θα κερδίσουμε, θα νικήσουμε μα να, περιμένω τώρα, τούτη δω τη στιγμή να γίνει κάτι σαν κέρδισμα μάχης, μια νίκη που έρχεται... που φτάνει... να... έλα... δεν μπορώ άλλο... απόκαμα... Αααα!!! Τι είναι αυτό... χειροκρότημα... τρόμαξα... γιατί άραγε χειροκροτούν οι τρελοί αυτοί... τι έκανα... τι φωνάζουνε... και τα γκαρσόνια τα μαυροντυμένα και ο γαντοφορεμένος πρίγκηπας μαιτρ του "Ermitage" κι ο Χρήστος ο Κατσίμπας εκεί στο βάθος κι εκείνος χτυπά τα χέρια του γελαστός... Συνέρχομαι... αρχίζω να καταλαβαίνω. Ήμουνα μέσα, ανήκα ολόκληρη σ' εκείνη την υπέροχη στιγμή... την ήξερα καλά... τη γευόμουνα... όλη μου η ζωή ως τότε ήτανε μια αέναη λιγοθυμιά κάτω από χειροκροτήματα κι αγάπη του "κοινού". Του κοινού ΜΟΥ. Μα κείνη τη νύχτα, ήτανε κάτι άλλο. Κι έπρεπε να θυμηθώ καλά. Μια φωνή μου πέταξε: "Ποτέ, Δανάη, δεν το τραγούδησες έτσι το "Έλα γι' απόψε"! Αυτό ήτανε λοιπόν! Ολότελα φευγάτη απ' το χώρο κι απ' το χρόνο, είχα τραγουδήσει ένα ολόκληρο τραγούδι, μεγάλο και δύσκολο, το πιο δύσκολο και πιο οδυνηρό, εδώ πάνω στη σκηνή του Ermitage, ενώ ο Γιώργος... πού ήταν... πώς ήταν ο Γιώργος... συφορά μου... ήταν ολομόναχος με τη μικρή μας Λήδα... και τόσο άρρωστος... με κείνη την υπέροχη μα άρρωστη καρδιά του, γεμάτος αγωνία κι αναμονή... αναμονή για ζωή ή για θάνατο. Κι εγώ; Τι αγώνας ήταν αυτός που έδωσα; Μ' ένα τραγούδι. Και χαμένη μέσα σ' αυτό το τραγούδι η ψυχή μου πάλεψε να νικήσει το θάνατο, για να με κρατήσουνε σε κείνο το υπεροπτικό μαγαζί. Ναι, χρειαζόμουνα τα χρήματα του ακριβού μαγαζιού. Και τραγούδησα... ώστε τραγούδησα... και... πώς... και με κράτησαν εμένα την "αριστερή"... και με πλήρωσαν όλα εκείνα τα χρήματα, και κάθε βράδι για δεκαπέντε μέρες... Κι ο Γιώργος έκανε την εγχείριση, άλλη μια μάχη, έστω για καθυστέρηση του χαμού... Κι ο Γιώργος έζησε άλλα πέντε χρόνια, τι λέω... πεντέμιση. 

Ποιος όμως κέρδισε, ποιος σκότωσε ξανά το θάνατο, ώρα την ώρα, λεφτό το λεφτό, χρόνο το χρόνο; Πώς μπόρεσα και τραγούδησα με τέτοιο πάθος αυτά τα πεντέμιση χρόνια, τι ασθμαίνουσα κι αφρισμένη κι εφιαλτική κούρσα ήταν τούτη; Καμιά ξένη δύναμη δε με βοήθησε. Μια ήταν η δύναμη. Εγώ. Η δύναμή μου, κι ας τραγούδησα όντας απούσα από κει πάνω. Τραγούδησα βέβαια μηχανικά. Μηχανικά; Τι πάει να πει αυτό; Εγώ ήμουνα το "μηχανικά". Το τραγούδι βρήκε από μια γωνιά τού μέσα μου όπου ήταν χαραγμένο και κρυμμένο από άλλες φορές τραγουδισμένο, μα είχε πάνω του το λαχάνιασμα, την ορμή μιας καταιγίδας. Δικιά μου κι η καταιγίδα, και η κατάνυξη που άπλωσε στην πλατεία. Τραγούδαγα και πολέμαγα έναν επερχόμενο αφανισμό. Η ψυχή μου με τις νότες του Χαιρόπουλου πυροβολούσε τον εχθρό που παραφύλαγε τα δυο αγαπημένα μάτια κι η φωνή μου σαν ποτάμι, έπνιξε το Χάρο στ' αλώνι. Και τώρα το ξέρω: τ' αληθινά χτυπήματα δε γίνονται με μηχανές. Ούτε οι νίκες. Άνθρωπος με άνθρωπο μόνο. Ψυχή με ψυχή. Η ψυχή του ποιητή, του τραγουδιστή, του τραμβαγιέρη, του σοφού, του φοιτητή, του ανθρώπου. 

Όλα τούτα μου ξανάρθανε στη θύμηση, μια μέρα, στο Σαντιάγο της γλυκειάς μου Χιλής, που είχα καταφύγει με την Κακή Επταετία, όταν διάβασα στο "Σίγλο", το "Ριζοσπάστη" της Χιλής, πως ένας νεαρός ποδηλάτης δήλωσε ότι θα βάλει τα δυνατά του να ανέβει πρώτος με το ποδήλατο στην κορφή του "Σέρο Σαν Κριστόβαλ" γιατί χρειαζόταν τα χρήματα του έπαθλου για να εγχειρίσει την άρρωστη μητέρα του.
(1972)

Η Δανάη Στρατηγοπούλου, ο σύζυγός της Γιώργος Χαλκιαδάκης
και η κόρη τους Λήδα Χαλκιαδάκη 
Δανάη Στρατηγοπούλου και Γιώργος Χαλκιαδάκης

Δανάη Στρατηγοπούλου και Λήδα Χαλκιαδάκη


Η Δανάη με τη "σκιά" της, την κιθάρα της


Ευχαριστώ από καρδιάς τη Λήδα Χαλκιαδάκη για την παραχώρηση των φωτογραφιών. Διαβάστε ένα εκτενές αφιέρωμα στην αξέχαστη Δανάη εδώ και μια συζήτηση με τη Λήδα εδώ.