Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

Ο Κύριος Γιάννης Βογιατζής

Αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση είναι μια παράσταση που δίνεται απόψε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου από το Εθνικό Θέατρο: η Γκόλφω του Σπυρίδωνος Περεσιάδη, μετά από την επιτυχημένη πορεία της στη σκηνή του Ρεξ την περσινή άνοιξη και πριν τη φθινοπωρινή της επανάληψη, κάνει μια στάση στο θέατρο του Πολύκλειτου, γιατί έτσι της πρέπει: ο σκηνοθέτης της Νίκος Καραθάνος "ανακάλυψε μέσα στο απλοϊκό αυτό έργο μια ποίηση, και μια ανθρωπιά, και μια τρυφερότητα, και μια συγκίνηση την οποία με τον τρόπο που διάλεξε, απλόχερα μας τη μεταδίδει" γράφει ο Γιώργος Σαρηγιάννης στη προχθεσινή του ανάρτηση με την οποία ταυτίζομαι απόλυτα...

Στην παράσταση αυτή ο Καραθάνος είχε την ιδέα να μοιράσει τους ρόλους της Γκόλφως και του Τάσου σε τρία ζευγάρια ηθοποιών διαφορετικής γενιάς: έτσι την Γκόλφω και τον Τάσο σε νεαρή ηλικία ερμηνεύουν η Εύη Σαουλίδου και ο Χάρης Φραγκούλης, σε μεγαλύτερη ηλικία η Λυδία Φωτοπούλου και ο ίδιος ο Νίκος Καραθάνος, και σε ώριμη ηλικία η Αλίκη Αλεξανδράκη και ο Κύριος Γιάννης Βογιατζής.
Προκόπης και Πολυξένη στο Ένα κορίτσι για δύο

Ο Γιάννης Βογιατζής, ο γλυκύτατος κωμικός ηθοποιός που θα μείνει στην ιστορία του ελληνικού σινεμά ως ο επίδοξος γαμπρός της Ρένας Βλαχοπούλου, κάνει τα τελευταία χρόνια μια νέα καριέρα: έχοντας αφήσει πίσω του μια επιτυχημένη πορεία στην κωμωδία και την επιθεώρηση, δοκιμάζεται σε ένα διαφορετικό θέατρο ρεπερτορίου: δεν συμμετέχει απλώς σε έργα κλασικών συγγραφέων ή αρχαίων τραγικών αλλά αφήνεται σε χέρια σκηνοθετών όπως ο Μιχάλης Μαρμαρινός και ο Γιάννης Χουβαρδάς που τον οδηγούν σε ερμηνευτικούς δρόμους που πιθανώς είκοσι χρόνια πριν δεν ονειρευόταν ούτε ο ίδιος ότι θα τους διαβεί.

Όχι ότι το κλασικό ρεπερτόριο είναι κάτι άγνωστο για τον Γιάννη Βογιατζή. Αμέσως μετά τις σπουδές του στις Δραματικές Σχολές του Εθνικού Θεάτρου και του Κωστή Μιχαηλίδη, έπαιξε Σαίξπηρ με τον θίασο του Διονύση Παγουλάτου (Ο Έμπορος της Βενετίας) και Ίψεν (Αγριόπαπια) με το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Γνώρισε ωστόσο επιτυχία μεγάλη με χαρακτηριστικούς ρόλους σε έργα του πιο "ελαφρού" θεάτρου και ήταν φυσικό να στραφεί προς τα κει, εκμεταλλευόμενος αργότερα και την αναγνωρισιμότητα που του έδωσε ο λαϊκός κινηματογράφος. 

Παιδικά χρόνια
Πριν φτάσουμε όμως εκεί, αξίζει να θυμηθούμε ότι ο Γιάννης Βογιατζής γεννήθηκε το 1927 στο Αιτωλικό, αλλά την παιδική και εφηβική του ηλικία την πέρασε σε διάφορες πόλεις επειδή ο πατέρας του ήταν δικαστικός και η οικογένειά του τον ακολουθούσε στις μεταθέσεις του. Έτσι, ο Γιάννης Βογιατζής έζησε ως παιδί στο Αλιβέρι της Εύβοιας, στα Λεχώνια της Μαγνησίας και στο Πλωμάρι της Λέσβου. Στο Αλιβέρι είδε για πρώτη φορά θέατρο από τον θίασο Παλαιολόγου, ενώ ο δάσκαλός του τού έδωσε τον πρώτο του ρόλο: τραγουδούσε "Μηχανικός θέλω να γίνω/αυτό πολύ με συγκινεί./Μα αν πάλι σέκος απομείνω/αν με πλακώσει η μηχανή;"... Έφηβος βρέθηκε το 1941 στην Κέρκυρα--δηλαδή λίγο καιρό αφότου έφυγε από εκεί η μετέπειτα παρτενέρ του Ρένα Βλαχοπούλου--όπου πέρασε τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής. Σε συνέντευξή του στην Κατερίνα Κομητα που δημοσιεύτηκε στον Ταχυδρόμο το 2010 ανέφερε δυο περιστατικά που έμειναν στη μνήμη του από εκείνη την περίοδο. Το πρώτο ήταν μια αντιστασιακή εκδήλωση μαθητών γυμνασίου της Κέρκυρα που τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο και φώναζαν "Κάτω οι Ιταλοί" ώσπου τους διέλυσαν οι Ιταλοί κλωτσώντας τους (ο Βογιατζής σώθηκε μπαίνοντας τυχαία σε ένα σπίτι, τους ιδιοκτήτες του οποίου ευχαριστούσε συγκινημένος χρόνια αργότερα όταν επισκέφτηκε με θίασο το νησί). Το δεύτερο περιστατικό ήταν το κάψιμο του Δημοτικού Θεάτρου της Κέρκυρας στη διάρκεια ενός γερμανικού βομβαρδισμού το 1943. Ο πατέρας του Βογιατζή του έλεγε να τρέξουν στο καταφύγιο για να σωθούν, αλλά εκείνος κοιτούσε με δέος το φριχτό θέαμα της καταστροφής.

Ίσως είχε ήδη αποφασίσει ότι θα γίνει ηθοποιός, για αυτό και τον σημάδεψε η καταστροφή του θέατρου. Ο πατέρας του διαφωνούσε βέβαια με την επιλογή αυτή (για πολλά χρόνια αρνούνταν να παραδεχτεί ότι ο Γιάννης Βογιατζής ήταν γιος του όταν τον ρωτούσαν--αρνούνταν επίσης να παραδεχτεί ότι ήταν συγγενής του και ο τραγουδιστής Γιάννης Βογιατζής) αλλά η μητέρα του ήταν σύμμαχός του. Ο Βογιατζής είχε είδωλο τον Δημήτρη Χορν. Θυμάται ότι μια μέρα πήγε και του είπε: "αν κάνω για το θέατρο, θα γίνω ηθοποιός. Αν δεν κάνω, πάλι θα γίνω." Ο Χορν του απάντησε: "Κάνεις!" και ο Βογιατζής πήγε στη σχολή. Φοίτησε πάντως και στην Ανωτάτη Εμπορική.
και του ‘πα «αν κάνω για το θέατρο, θα γίνω ηθοποιός. Αν δεν κάνω, πάλι θα γίνω ηθοποιός». Μου απάντησε «κάνεις» και έδωσα εξετάσεις Πηγή: www.lifo.gr
 
Θέατρο και σινεμά
Αμέσως μετά τη σχολή άρχισε να συνεργάζεται με σπουδαίους ανθρώπους του ελληνικού θεάτρου. Μετά το Θέατρο Τέχνης και την Αγριόπαπια που σκηνοθέτησε ο Κουν, δούλεψε στον θίασο της Μιράντας Μυράτ και του Μαρίνου Ιορδάνη (Ιφιγένεια εν Αυλίδι), του Μίμη Φωτόπουλου (Ο καλός στρατιώτης Σβέικ, Τοπάζ, 1956), στο Ακροπόλ όταν το θέατρο παρουσίαζε μικτό θέαμα επιθεώρησης και πρόζας (καλοκαίρι 1958, στην κωμωδία Όλα με δόσεις), στη "Δωδεκάτη Αυλαία" (Κομιστής ειδήσεων), στη "Νέα Σκηνή"  με τις/τους Σμαρούλα Γιούλη, Κάκια Αναλυτή, Κώστα Ρηγόπουλο, Κωστή Λειβαδέα (Πόσο πουλιέται το φιλί, Χορός στο στρατηγείο, Η τύχη της Μαρούλας). Θήτευσε επίσης στον θίασο του Κώστα Μουσούρη όταν εκείνος συνεργαζόταν με την Αλίκη Βουγιουκλάκη (Τόπο στα νιάτα, Φτωχό μου σπουργιτάκι, Ο πρίγκηψ και η χορεύτρια) και την Τζένη Καρέζη (Φανή, Εκείνη τη νύχτα). Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη δούλεψε κι όταν εκείνη ήταν πλέον θιασάρχισσα, στο Ρεξ, τη σεζόν 1965-66, στο λιγότερο επιτυχημένο έργο Ο κόσμος της Σούζυ Βογκ και στον θρίαμβο Η κόρη μου η σοσιαλίστρια: εκεί ερμήνευε μάλιστα τον πατέρα της Αλίκης (τον ρόλο που έπαιξε ο Λάμπρος Κωνσταντάρας στο σινεμά) φορώντας την κατάλληλη περούκα... Φαίνεται ότι από νωρίς του έδιναν ρόλους αντρών μεγάλης ηλικίας (δείτε για παράδειγμα τη φωτογραφία από το έργο Κομιστής ειδήσεων).

Στο μεταξύ είχε αρχίσει να γίνεται πολύ γνωστός από τον κινηματογράφο. Το ντεμπούτο του στο σινεμά το πραγματοποίησε με ένα μόνο πλάνο στο Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο όπου ερμηνεύει τον γυναικολόγο που εξετάζει την Τζένη Καρέζη. Ακολούθησαν μικροί ρόλοι σε γνωστές και λιγότερο γνωστές ταινίες (Ο Τζίτζικας κι ο μέρμηγκας, Ο θησαυρός του Μακαρίτη, Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα κι ο κοντός, η Λίζα και η Άλλη) μέχρι που ο Γιάννης Δαλιανίδης του χάρισε τη μεγάλη αναγνωρισιμότητα "ζευγαρώνοντάς" τον με τη Ρένα Βλαχοπούλου στο πρώτο του μιούζικαλ. 
"Μη μου μιλάς, είμαι υπνοβάτις..."


Βλαχοπούλου-Βογιατζής: ένα χαριτωμένο ντουέτο
Στο Μερικοί το προτιμούν κρύο λοιπόν, που προβλήθηκε τη σεζόν 1962-63, παίζει τον επί δεκαετία μνηστήρα της Ρένας, τον Θόδωρο, που δεν μπορεί να την παντρευτεί προτού παντρέψει τις αδελφές του, με αποτέλεσμα η Ρένα να καθυστερεί τον γάμο του δικού της αδελφού... Την επόμενη σεζόν (1963-64) ο Δαλιανίδης τους παρουσιάζει ξανά ως ζευγάρι στο Ένα κορίτσι για δύο: ο τολμηρός Προκόπης, ο ιδιοκτήτης του στεγνοκαθαριστήριου της γειτονιάς λέει στην Πολυξένη ότι έχει δυο πολυθρόνες και η μια είναι μαγκούφα και του λέει: "Γιατί δεν βάζεις και σε μένα πάνω έναν πισινό, Προκόπη;" Και η Πολυξένη του απαντά μοναδικά: "Και ήθελε ειδικά τον δικό μου πισινό;"
Ρένα και Θόδωρος στο Μερικοί το προτιμούν κρύο

Ήταν τόσο μεγάλη η επιτυχία του ζεύγους Βλαχοπούλου-Βογιατζής που στο δεύτερό του μιούζικαλ Κάτι να καίει, παρόλο που, καθώς φαίνεται, δεν υπήρχε ρόλος για τον Βογιατζή, ο Δαλιανίδης τον εμφανίζει κυριολεκτικά στο τελευταίο λεπτό της ταινίας (χωρίς να μας έχει προειδοποιήσει γι' αυτό στους τίτλους): στο τέλος της παράστασης που δίνει η παρέα της ταινίας, η Σοφία (Ρ. Βλαχοπούλου) που το έχει πάρει απόφαση ότι θα μείνει μόνη της στη ζωή βλέπει έκπληκτη στην πλατεία του θεάτρου έναν θεατή που τη χειροκροτά αφηνιασμένος από ενθουσιασμό! Χαριτωμένο εύρημα...

Στα δυο επόμενα μιούζικαλ ο Βογιατζής έχει τη θέση του στο πλευρό της Ρένας. Στα Κορίτσια για φίλημα (1964-65) είναι ο ελληνοαμερικανός Τζιμ Πάπας, θαυμαστής της Ρένας που την ακολουθεί από τη Νέα Υόρκη στην Ελλάδα (κολυμπώντας... όπως τον έχει εκείνη συμβουλέψει, όταν στην αρχή της ταινίας θέλει να τον ξεφορτωθεί--στο τελευταίο πλάνο ωστόσο του χαρίζει ένα παθιάρικο ερωτικό φιλί που κάνεις τους/τις άλλους/ες να γελούν!). Στο Ραντεβού στον αέρα (1965-66) είναι ο Βαγγέλης, ο επισμηνίας που θαυμάζει τη Ρένα Βλαχοπούλου αλλά τελικά ερωτεύεται τη σωσία της, την Τζένη Σταθάτου, που στην αρχή του κρύβει την αληθινή της ταυτότητα, αλλά αναγκάζεται να ομολογήσει την αλήθεια όταν η ίδια η Βλαχοπούλου έρχεται εξοργισμένη στο σπίτι της για να της απαγορέψει να χρησιμοποιεί το όνομά της. Απογοητευμένος ο Βαγγέλης από το ψέμα της θέλει να την εγκαταλείψει, ενώ η Τζένη συντετριμμένη από την προοπτική αυτή τον εκλιπαρεί να την παντρευτεί έστω για μια μέρα για να φύγει από πάνω της η ρετσινιά της γεροντοκόρης... Μια σπάνια δραματική στιγμή της Ρένας που με τη συνεργασία του Βογιατζή γίνεται ακόμα πιο ωραία.
Ραντεβού στον αέρα: Βαγγέλης, Ρένα, Τζένη...
(την παρουσία του Βογιατζή στο πλάνο αυτό την αντιλήφθηκα μόνο
όταν είδα την ταινία σε full screen φορμάτ!)

Τέσσερις παρόμοιοι ρόλοι του Γιάννη Βογιατζή, αλλά χρωματισμένοι με διαφορετικές πινελιές του ταλέντου του, αν τους προσέξουμε καλύτερα: ο Θόδωρος είναι πιο αποφασιστικός, ο Προκόπης τολμηρός στο κόρτε του αλλά φοβισμένος μπροστά στον υποψήφιο κουνιάδο του, ο Τζιμ Πάπας φευγάτος και ο Βαγγέλης αυστηρός επισμηνίας μεν, δειλός θαυμαστής δε, όταν πρέπει να εκφράσει τον θαυμασμό του στη μεγάλη σταρ. Και όταν νιώθει προδομένος, και δεν ξέρει πώς να αντιδράσει, λέει αφοπλιστικά: "Δεν ξέρω, πρέπει να ρωτήσω τη μαμά μου"...


Το "παιδί της μαμάς" ήταν άλλος ένας χαρακτηριστικός ρόλος του Βογιατζή στο σινεμά--γιος της φοβερής Σαπφώς Νοταρά στην ομότιτλη ταινία, δεν ξέρει πώς να της αποκαλύψει τον έρωτά του για την Ελένη Ερήμου. Ίσως στον ρόλο του αυτόν να οδήγησε η επιτυχία του ως Μικέ: ο Μικές ήταν μια μεγάλη του ραδιοφωνική επιτυχία που μεταφέρθηκε--με λιγότερη επιτυχία, όπως ομολογεί ο ίδιος με ειλικρίνεια--στο σινεμά: ένα χαριτωμένο κράμα αφέλειας και σοφίας. Ο ιδιόρρυθμος χαιρετισμός του μάλιστα ("Σας χαιρέτισα, δεν σας χαιρέτισα...") ήταν μια παιδική ανάμνηση του ίδιου του Βογιατζή: κάπως έτσι χαιρετούσε αγχωμένος τους φίλους του πατέρα του όταν ήταν μικρό παιδί, στο Αλιβέρι. Αν και στο σινεμά ο Βογιατζής έδειξε αρκετά στοιχεία της γκάμας του ερμηνεύοντας και τον βαρύμαγκα (στις Θαλασσιές τις χάντρες αλλά και σε πιο πρόσφατες ταινίες των eighties, όπως στο Κι αυτός το βιολί του στο πλευρό του αξέχαστου φίλου και συνεργάτη του Σωτήρη Μουστάκα) και παίζοντας και σε κάποιες δραματικές ταινίες (πχ στη Λόλα), έχει μείνει στη μνήμη του κοινού ως ο άτολμος συνήθως άντρας που ωστόσο κάνει προσπάθειες να επαναστατήσει (χαρακτηριστική η παρουσία του ως Πολυκράτη στο Μια Ιταλίδα στην Κυψέλη όπoυ, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Ηλίας Μαγκλίνης σε παλιότερο κείμενό του στην Καθημερινή, είναι ταυτόχρονα ο ευνουχισμένος σύζυγος της Κατερίνας Γιουλάκη αλλά και εξαίσια σαρκαστικός παρατηρητής...
Βλαχοπούλου-Βογιατζής-Κωνσταντίνου στο Σκούπα και φαράσι (1966)

Πάντως μετά το Ραντεβού στον αέρα και παρά την επιτυχία τους ως ντουέτου, η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Γιάννης Βογιατζής δεν συναντήθηκαν ξανά στο σινεμά (ίσως έφταιγε και η προσωρινή αποσκίρτηση της Ρένας στον οργανισμό Καραγιάννης-Καρατζόπουλος). Συναντήθηκαν όμως αρκετά στο θέατρο. Την πρώτη του εμφάνιση ως θιασάρχη ο Βογιατζής την πραγματοποιεί στο πλευρό της (ήταν, όπως θυμάται ο ίδιος, και ο λόγος που δεν συνέχισε την πετυχημένη του εμφάνιση στην Κόρη μου τη σοσιαλίστρια). Το καλοκαίρι του 1966 στο "Μετροπόλιταν" του Τάκη Μακρίδη ο θίασος Ρένας Βλαχοπούλου-Γιώργου Κωνσταντίνου-Γιάννη Βογιατζή παρουσιάζει τις επιθεωρήσεις Ο γάιδαρος του Χότζα των Κ. Νικολαΐδη-Η. Λυμπερόπουλου-Γ. Μουζάκη και Σκούπα και φαράσι των Γ. Γιαννακόπουλου-Κ. Νικολαΐδη-Γ. Μουζάκη. Στον θίασο μάλιστα συμμετέχει και ο τραγουδιστής Γιάννης Βογιατζής, ο ξάδελφος του ηθοποιού, άλλος στενός συνεργάτης της Ρένας (οι τρεις τους είχαν συνυπάρξει κινηματογραφικά και στο Ραντεβού στον αέρα). Η επόμενη συνεργασία Ρένας Βλαχοπούλου και Γιάννη Βογιατζή καταγράφεται στο θέατρο Ακροπόλ, τη σεζόν 1968-69, στις επιθεωρήσεις Άλλος για κούρεμα των Ασημακόπουλου-Σπυρόπουλου-Παπαδούκα και Η Γυναίκα του '69 των Οικονομίδη-Θίσβιου-Ελευθερίου (συνθέτης και στις δυο ο Λυκούργος Μαρκέας) που παρουσιάζει ο θίασος Ρένας Βλαχοπούλου-Γιώργου Κωνσταντίνου-Μάρθας Καραγιάννη-Γιάννη Βογιατζή.
Κωνσταντίνου-Βλαχοπούλου-Βογιατζής και... ο Γάιδαρος του Χότζα

Αφού γνωρίσει επιτυχία στο πλευρό κι άλλων πρωταγωνιστών/τριών όπως η Μάρω Κοντού, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας και η Άννα Φόνσου, τόσο στην κωμωδία (Μια Ιταλίδα στην Κυψέλη, 1971-72, Ένας κόσμος άνω κάτω, 1975) όσο και στην επιθεώρηση (Απριλιανά μπαλέτα, 1975) ο Γιάννης Βογιατζής συναντά ξανά τη Ρένα Βλαχοπούλου τη σεζόν 1975-76 στο θέατρο Βέμπο όπου παρουσιάζεται η επιθεώρηση Τσάτσοι-Μπίτσοι-Κώτσοι (μαζί τους οι Σωτήρης Μουστάκας, Έλενα Ναθαναήλ, Μαρία Μπονέλλου). Ο Βαγγέλης Λιβαδάς εξασφαλίζει τη συνεργασία των δυο ηθοποιών για τις δυο επόμενες σεζόν: έτσι το καλοκαίρι του 1976 συναντιούνται στο Παρκ (μαζί τους πάλι ο Σωτήρης Μουστάκας και η Μαρία Μπονέλλου) με την επιθεώρηση Στη φωλιά του Κούκου...ε και τη σεζόν 1976-77 (μαζί τους ο Χρόνης Εξαρχάκος, ο Βασίλης Τσιβιλίκας, η Αννα Παϊτατζή αλλά και ο Γιάννης Πάριος) με το Ευτυχέστα κι άστα (και οι τρεις επιθεωρήσεις γράφονται από τους Κώστα Νικολαΐδη και Πυθαγόρα με μουσική του Ζακ Ιακωβίδη και σκηνοθεσία-χορογραφίες του Φώτη Μεταξόπουλου).

Η τελευταία θεατρική συνάντηση Ρένας Βλαχοπούλου και Γιάννη Βογιατζή πραγματοποιείται στο εξωτερικό: μαζί με τη Δέσποινα Στυλιανοπούλου, τον Φαίδωνα Γεωργίτση και τον Χάρη Ρώμα περιοδεύουν τον Οκτώβρη του 1985 σε μεγάλες πόλεις της Αμερικής παρουσιάζοντας την επιθεώρηση Ελλάς Ελλάδα των Ρώμα-Σπυρόπουλου με μουσική του Γιώργου Θεοδοσιάδη. Ο Βογιατζής μιλάει πάντα με τα καλύτερα λόγια τη συνεργασία του με τη Ρένα. Τη θαύμαζε, τη σεβόταν και τη θεωρούσε ιδανική ενσάρκωση της Ελληνίδας: "Η Ρένα είναι η Ελλάδα ολόκληρη" είπε για αυτήν σε ένα αφιέρωμα που πρόβαλε ο Πρωινός Καφές του ΑΝΤ1 το 1999. Και η ίδια η Ρένα τον θυμόταν πάντα σε έναν γλυκύτατο συνεργάτη, τον παρτενέρ με τον οποίο ταυτίστηκε στη συνείδηση του μεγάλου κοινού χάρη στα πρώτα μιούζικαλ του Δαλιανίδη.

Ο Γιάννης Βογιατζής συνέχισε την καριέρα του με επιθεώρηση και κωμωδία (τον θυμάμαι πάντα στην πρώτη επιθεώρηση που είδα τον Απρίλιο του 1986, το Ανδρέα προχώρα, σε θέλει άλλη χώρα με τον θίασο Μουστάκα-Μπονέλλου-Βογιατζή στο θέατρο Εγνατία της Θεσσαλονίκης). Παράλληλα συνέχισε να πρωταγωνιστεί σε ταινίες--ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στον ρόλο του καθηγητή σε μια σειρά από χαρακτηριστικές "σχολικές" ταινίες των eighties (Ρόδα τσάντα και κοπάνα, κτλ.)--ενώ δεν απέφυγε και τον σκόπελο των βιντεοταινιών.

Στην τηλεόραση γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία στη δεκαετία του '70, συμμετέχοντας μεταξύ άλλων για δύο χρόνια (1975-77) στη θρυλική Γειτονιά του Κώστα Πρετεντέρη αλλά και στο Ημερολόγιο ενός θυρωρού (1979). Στην ιδιωτική τηλεόραση εμφανίστηκε το 1991 με τους Εργένηδες (τότε που όλες σχεδόν οι σειρές εμπνευσμένες από την επιτυχία των Τριών Χαρίτων παρουσίαζαν σενάρια... συγκατοίκησης) ενώ πέρασε ακόμα και από τη Λάμψη του Νίκου Φώσκολου (με τον οποίο συνεργάστηκε και θεατρικά στην αναβίωση της Μαρκησίας του Λιμανιού με τον τίτλο Πόρνες και Πόρνες (θέατρο Παρκ, 1994). Πριν από τρία χρόνια έκανε ένα τηλεοπτικό comeback με τον ρόλο του ανατρεπτικού και αδίστακτου παππού στο σίριαλ του Mega Η οικογένεια βλάπτει μαζί με τη Χρύσα Ρώπα και τον Σάκη Μπουλά. Και εκεί απολαυστικός!


Αμόρε και Εθνικό
Στα χρόνια του '90 ο Γιάννης Βογιατζής συνέχισε τη θεατρική του πορεία συνεργαζόμενος με εμπορικούς θιάσους σε αθηναϊκά θέατρα αλλά και περιοδείες: τη σεζόν 1990-91 περιοδεύει με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τη Μαίρη Χρονοπούλου και τον Νίκο Ρίζο με την επιθεώρηση Ο Θεός, ο Ψηλός και το... κατσίκι, τη σεζόν 1994-95 σκηνοθετήθηκε από τον Γιώργο Κιμούλη στην κωμωδία Το νου σου στην Αμέλια με πρωταγωνιστές/τριες τους/τις Ηλία Λογοθέτη, Βάσια Παναγοπούλου, Φίλιππο Σοφιανό, Γιώργο Νινιό και Άννα Μιχαήλου και την πορεία αυτή προφανώς θα συνέχιζε αν δεν εμφανιζόταν στον δρόμο του ο Γιώργος Χουβαρδάς που τον κάλεσε να συνεργασούν στο θέατρο Αμόρε. Ο Γιάννης Βογιατζής δίστασε στην αρχή μην μπορώντας να καταλάβει τι ακριβώς θα έκανε: "'Δεν με γελάς εμένα', μου είπε [ο Χουβαρδάς], 'σε έχω δει'. Φαίνεται πως κάτι είχε δει πάνω μου και αποφάσισε να με σώσει" δήλωσε στην Κατ. Κομήτα. Και στον Ηλία Μαγκλίνη: "στο 'Αμόρε' γινόταν τρομακτική δουλειά. Για μένα προσωπικά, ήταν σα να φοιτούσα σε μεταπτυχιακό. Τώρα, αν το πήρα το δίπλωμα ή όχι, αυτό είναι μια άλλη κουβέντα..."

Έτσι, εμφανίζεται τη σεζόν 1996-1997 στην Τερέζα Ρακέν του Ζολά που σκηνοθετεί ο Χουβαρδάς με τις/τους Μάγια Λυμπεροπούλου, Άρη Λεμπεσόπουλο, Ιωάννα Τσιριγκούλη, Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη και Ναταλία Δραγούμη. Ακολουθεί ο Ιβάνοφ του Τσέχωφ σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς τη σεζόν 1997-98 ενώ τη σεζόν 1998-99 παίζει τον βασιλιά Ντάνκαν στον Μακμπέθ του Σαίξπηρ, πλάι στους Λάζαρο Γεωργακόπουλου, Λυδία Φωτοπούλου, Αιμίλιο Χειλάκη σε σκηνοθεσία του ίδιου του Χουβαρδά.

Η συνεργασία του με το Εθνικό ξεκίνησε με προβλέψιμο ρόλο τη σεζόν 2000-2001, όταν έπαιξε τον μπαρμπά-Γιώργη στο μιούζικαλ Οι φοιτηταί που παρουσίασαν ο Κώστας Τσιάνος και ο Γιούρι Στούπελ βασισμένοι στο έργο του Ξενόπουλου. Εμφανίστηκε και την επόμενη σεζόν σε μιούζικαλ του Εθνικού, στο λιγότερο πετυχημένο Μιζερέρε των Παναγιώτη Πασχίδη-Θάνου Μικρούτσικου (πάλι σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου) ενώ το 2003 συναντήθηκε με τον Δημήτρη Μαυρίκιο στο έργο Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα του Πιραντέλλο.
 

Και τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά την ανάληψη της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Εθνικού από τον Γιάννη Χουβαρδά, οι εμφανίσεις του Γιάννη Βογιατζή στο Εθνικό Θέατρο πύκνωσαν: συνεργάστηκε ξανά με τον Δημήτρη Μαυρίκιο και τον Γιάννη Χουβαρδά (Περικλής του Σαίξπηρ και Θείος Βάνιας του Τσέχωφ όπου ερμήνευσε τη... θεία Μαρίνα) αλλά και με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό (Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας του Σαίξπηρ και Ηρακλής μαινόμενος του Ευριπίδη), τον Νίκο Χατζόπουλο (Τρικυμία του Σαίξπηρ) και την Έφη Θεοδώρου (Ρομπέρτο Τσούκο). Μπορεί οι σκηνοθετικές απόψεις και οι ερμηνείες του να μη βρίσκουν πάντα σύμφωνους όλους τους κριτικούς, ωστόσο όλοι/ες καμαρώνουν τον ακούραστο ηθοποιό που στα 86 του χρόνια συνεχίζει να εργάζεται, να μελετά και να υπηρετεί το θέατρο με αφοσίωση νεαρού απόφοιτου δραματικής σχολής.

Έτσι φέτος την άνοιξη, καμάρωσα τον Κύριο Γιάννη Βογιατζή στην εξαιρετική Γκόλφω του Νίκου Καραθάνου (έργο στο οποίο είχε παίξει και στο ξεκίνημα της καριέρας του στον θίασο Αντιγόνης Βαλάκου-Νίκου Καζή). Τον καμάρωνα για αυτή την πλούσια διαδρομή που έχει κάνει αλλά και για την απόσταση που διένυσε από το λεγόμενο "ελαφρό" θέατρο και τον λαϊκό κινηματογράφο (και από κάποιες δουλειές που και ο ίδιος ομολογεί ότι αν είχε την οικονομική δύναμη θα τις αγόραζε και θα τις απέσυρε για πάντα...) μέχρι το ρεπερτόριο αλλά και το είδος του θεάτρου που υπηρετεί σήμερα (γιατί, κακά τα ψέματα, και την Γκόλφω δεν την είχε μάλλον σε υπόληψη ο θεατρικός μας κόσμος, τουλάχιστον μέχρι να ασχοληθούν μαζί της αρχικά ο Σίμος Κακάλας και τώρα ο Νίκος Καραθάνος). Μπορεί και ο ίδιος ο Βογιατζής να υποστηρίζει ότι δεν έχουν σημασία οι διαχωρισμοί "ελαφρό"-"σοβαρό" θέατρο ή "κωμικός" και "δραματικός" ηθοποιός να μην έχουν σημασία, ωστόσο η επιτυχής του προσπάθεια να γεφυρώσει με την παρουσία του αυτούς τους διαχωρισμούς είναι που κάνει τον ίδιο σήμερα να ξεχωρίζει και τον θεατρικό μας κόσμο να υποκλίνεται μπροστά του.

Καμάρωνα λοιπόν, και θα ήθελα να είμαι και απόψε στην Επίδαυρο για να τον ξανακαμαρώσω, αυτόν τον ηθοποιό που--επιτρέψτε μου να το βλέπω έτσι...--έφερε για μένα κάτι από την αύρα της παλιάς του συνεργάτιδας και φίλης, της Ρένας Βλαχοπούλου, μαζί με την αδιάκοπη λαχτάρα του να βρίσκεται πάνω στο σανίδι, αναζητώντας το καινούριο και μέσα από αυτό τη λύτρωση, που όπως λέει ο ίδιος, μόνο πάνω στη σκηνή αισθάνεται.
Ο Γιάννης Βογιατζής και η σύζυγός του πριν από λίγες μέρες, φτάνουν στην Επίδαυρο 
για τον Κύκλωπα του Εθνικού Θεατρου (φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.gossip-tv.gr)

Μετά και τον αποψινό της, εύχομαι, θρίαμβο στην Επίδαυρο η Γκόλφω θα ανέβει στη Θεσσαλονίκη στα Δημήτρια και στη συνέχεια θα επιστρέψει για λίγο στο Εθνικό Θέατρο. Ανανεώνω και εγώ το ραντεβού μου μαζί της και με τον Κύριο Γιάννη Βογιατζή για τότε και του εύχομαι να είναι γερός και να συνεχίσει να έχει όρεξη να ψάχνει, να δημιουργεί και να τιμά με την παρουσία του το θέατρο μας.