Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Νίκος Ζαχόπουλος: ο "Βασιλιάς της Προσωπογραφίας" μιλάει για τη Ρένα Βλαχοπούλου

Η έκθεση Diva Rena, που συνεχίζεται για λίγες ακόμα μέρες στο θέατρο Badminton, ήταν μια καλή αφορμή για να συναντήσω ξανά τον ζωγράφο Νίκο Ζαχόπουλο. Ο ελληνικός τύπος τον αποκάλεσε "Βασιλιά της Προσωπογραφίας" και ο τίτλος του ταιριάζει απόλυτα, καθώς ο Νίκος έχει φιλοτεχνήσει τα πορτρέτα δεκάδων γνωστών Ελληνίδων και Ελλήνων και έχει αποσπάσει θετικότατες κριτικές για το έργο του. Το έργο του δεν περιλαμβάνει αποκλειστικά προσωπογραφίες, καθώς ο Νίκος Ζαχόπουλος έχει παρουσιάσει επίσης σουρεαλιστικά έργα, όπου χρησιμοποιεί παραστατικές απεικονίσεις για να αποδώσει φανταστικά και συμβολικά θέματα, αλλά και μια σειρά έργων που αποκαλεί "Μελάνια", στην οποία κυριαρχούν το παιχνίδι και ο αυτοσχεδιασμός. Έχει επίσης ασχοληθεί με την κεραμική (σας προτείνω να δείτε τα έργα του στην εξαιρετική ιστοσελίδα του). Ωστόσο, ο Νίκος Ζαχόπουλος έχει καθιερωθεί στη συνείδηση του καλλιτεχνικού κόσμου αλλά και του κοινού ως ο απόλυτος προσωπογράφος των καλλιτεχνών. Όπως έχει επισημανθεί σε διάφορες κριτικές, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο Ζαχόπουλος επιτυγχάνει την ακριβή απεικόνιση του καλλιτέχνη ή της καλλιτέχνιδας όχι μόνο μέσω της φυσιογνωμικής ομοιότητας αλλά και μέσω της ψυχολογικής-πνευματικής ομοιότητας, αφού καταφέρνει να αναδείξει λεπτομέριες που εκφράζουν την ιδιαίτερη προσωπικότητα του εικονιζόμενου προσώπου.

Ο Νίκος Ζαχόπουλος γεννήθηκε στην Ικαρία το 1965. Είναι γιος της Ικαριώτισσας ζωγράφου και ποιήτριας Βούλας Χονδρουδάκη και έτσι γνώρισε τον κόσμο των εικαστικών από πολύ μικρός. Παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής στη σχολή ABC της Γαλλίας και μαθήματα διακοσμητικής στη σχολή Κλίμενς. Ξεκίνησε την καριέρα του παρουσιάζοντας το 1990 μια "εικαστική βιογραφία" της Ρένας Βλαχοπούλου, μια σειρά από προσωπογραφίες της που απεικόνιζαν τη δημοφιλή ηθοποιό σε διάφορες φάσεις της καριέρας της, από τα χρόνια του '40 ώς το 1989. Τα έργα προκάλεσαν ιδιαίτερη αίσθηση και τον έκαναν γνωστό στο πλατύ κοινό. Η ίδια η Ρένα Βλαχοπούλου έμεινε ενθουσιαμένη με τη δουλειά του και του πρόσφερε στη συνέχεια πολλές ευκαιρίες συστήνοντάς τον σε προσωπικότητες του καλλιτεχνικού και πολιτικού κόσμου.

Έτσι ο Νίκος Ζαχόπουλος φιλοτέχνησε τις προσωπογραφίες πολλών σπουδαίων προσωπικοτήτων του θεάματος: Ειρήνη Παπά, Μελίνα Μερκούρη, Νάνα Μούσχουρη, Μαρία Κάλλας, Αλέκος Αλεξανδράκης, Νίκος Κούρκουλος, Δανάη Στρατηγοπούλου, Τζένη Καρέζη, Γιώργος Νταλάρας, Χάρις Αλεξίου, Ελένη Βιτάλη, Μάρθα Βούρτση, Μάρω Κοντού, Μαίρη Χρονοπούλου, Έλενα Ναθαναήλ, Γιοβάννα, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Στέλιος Καζαντζίδης, Καίτη Γκρέυ, Δημήτρης Μητροπάνος, Λάκης Λαζόπουλος, Κώστας Καρράς, Μαρία Αλιφέρη, Άννα Φόνσου, Ρίκα Διαλυνά είναι μερικά μόνο από τα μεγάλα ονόματα των οποίων τα πορτρέτα φιλοτέχνησε. Ζωγράφισε επίσης τις προσωπογραφίες του Κωσταντίνου Καραμανλή, της Φώφης Γεννηματά, του Γιάννου Παπαντωνίου και άλλων πολιτικών.

Κάποια από τα παραπάνω πορτρέτα τα ζωγράφισε στο πλαίσιο της συνεργασίας του με τη Σεμίνα Διγενή και την εκπομπή της Κοίτα τι έκανες (στον Alpha): κάθε βδομάδα παρουσίαζε την προσωπογραφία του τιμώμενου προσώπου της εκπομπής και έτσι φιλοτέχνησε τα πορτρέτα δεκάδων καλεσμένων της Διγενή, παλιών και κανούριων σταρ της τηλεόρασης, του θεάτρου και του τραγουδιού και βέβαια και της ίδιας της παρουσιάστριας. Ξεχωριστή θέση στο έργο του έχουν τα πορτρέτα της Ζωζώς Σαπουντζάκη, με την οποία συνδέθηκε στενά, αλλά και της Αλίκης Βουγιουκλάκη: παρουσίασε με μια μεγάλη σειρά πορτρέτων της το 1999, όταν εκείνη είχε πλέον φύγει, στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, ενθουσιάζοντας τους οικείους της και το μεγάλο κοινό της. Ως μέλος διάφορων συλλόγων και οργανώσεων, ο Νίκος Ζαχόπουλος στήριξε τα παιδιά με ειδικές ανάγκες, διοργανώνοντας εργαστήρια και εκθέσεις, αλλά και οργανώσεις όπως η UNICEF, το "Χαμόγελο του Παιδιού" και το Παιδικό Χωριό SOS, προσφέροντας έργα του σε δημοπρασίες.

Το έργο του (τόσο τα πορτρέτα όσο και τα σουρρεαλιστικά έργα του) παρουσιάστηκε σε διάφορες εκθέσεις στην Ελλάδα και τη Γαλλία. Ειδικά για τα πορτρέτα του οι κριτικοί έγραψαν ότι ιδιαίτερη εντύπωση στα έργα του προκαλούν τα πολύ εκφραστικά μάτια των εικονιζόμενων προσώπων, καθώς μέσω του βλέμματος ο Ζαχόπουλος εκφράζει τον χαρακτήρα: στην περίπτωση της Αλίκης Βουγιουκλάκη την τσαχπινιά μαζί με τον δυναμισμό, στην περίπτωση της Ρένας Βλαχοπούλου τη ζεστασιά και την οικειότητα. Ο ιστορικός της τέχνης Λεόντιος Πετμεζάς σημειώνει σε μια κριτική του ότι ο Νίκος Ζαχόπουλος "προσδίδοντας ένα ναρκισσισμό στα υλικά, βλέπει τις εικαστικές κατασκευές σε μια διαφορετική διάσταση με έναν αρκούντα υπαινιχτικό αισθησιασμό και ενθουσιασμό. Διαθέτει λεπτά αισθήματα, στοχαστικότητα, ριζοσπαστικότητα και σοβαρές αισθητικές ανησυχίες".

 Ο Νίκος Ζαχόπουλος μιλά για τη Ρένα Βλαχοπούλου
σε εκδήλωση που οργάνωσε προς τιμήν της
ο Σύλλογος Ικαριωτών Καλλιτεχνών και Λογοτεχνών "Δαίδαλος" τον Γενάρη του 2001.

Το 2002 ο Νίκος Ζαχόπουλος αποφάσισε να τιμήσει τη Ρένα δημιουργώντας την "Αίθουσα Τέχνης Ρένα Βλαχοπούλου", κάτω από την Ακρόπολη, στη γειτονιά των καλλιτεχνών, μια κίνηση που συγκίνησε ιδιαίτερα την αξέχαστη ηθοποιό αλλά και τους/τις αμέτρητους/ες φίλους/ες της. Στον χώρο αυτόν παρουσιάστηκαν εκθέσεις καθιερωμένων και νέων καλλιτεχνών και διάφορα πολιτιστικά δρώμενα.

Μια δυνατή φιλία αναπτύχθηκε ανάμεσα στη Ρένα Βλαχοπούλου και τον Νίκο Ζαχόπουλο, που κράτησε από το 1989 ως το 2004 που η Ρένα έφυγε από κοντά μας. Έτσι ο Νίκος, έζησε τη μεγάλη πρωταγωνίστρια σε πολύ προσωπικές της στιγμές και τη γνώρισε όσο λίγοι/ες. Με μεγάλη χαρά δέχτηκε να μοιραστεί μαζί μου αναμνήσεις από τη ζωή του κοντά στη Ρένα Βλαχοπούλου και τον ευχαριστώ θερμά γι' αυτό...



--Νίκο, πώς γνώρισες τη Ρένα Βλαχοπούλου;
--Όταν έφυγα από το σπίτι μου και αποφάσισα να κάνω καριέρα στον χώρο σαν ζωγράφος --γιατί οι γονείς μου δεν ήθελαν με τίποτα να ασχοληθώ με τη ζωγραφική-- έφτιαξα ένα δικό μου ατελιέ και σκεφτόμουν πώς θα μπορέσω να κάνω γνωστή τη δουλειά μου.

--Οι γονείς σου ήταν αρνητικοί σ' αυτή σου την απόφαση, παρόλο που η μητέρα σου, η Βούλα Χονδρουδάκη, είναι ζωγράφος;
--Δεν το ήθελαν καθόλου, γιατί πίστευαν ότι ένας άντρας δεν μπορεί να ζήσει την οικογένειά του, δεν μπορεί να κάνει οικογένεια έχοντας ως επάγγελμα τη ζωγραφική. Δεν είχαν άδικο οι άνθρωποι. Δεν είναι εύκολο πράγμα η ζωγραφική. Απλά, όταν σε διαλέξει η ζωγραφική να την υπηρετήσεις, δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Έτσι σκέφτηκα τι μπορώ να κάνω για να γνωρίσει ο κόσμος τη δουλειά μου. Τα πρώτα πορτρέτα που ζωγράφισα ήταν της Μαίρης Χρονοπούλου, αλλά ήθελα να κάνω μια έκθεση που θα κάνει εντύπωση έχοντας ως θέμα ένα πρόσωπο που είναι από όλους αγαπητό και παράλληλα να μπορώ κι εγώ να το ζωγραφίσω πάρα πολλές φορές. Ήθελα λοιπόν να ασχοληθώ με ένα πρόσωπο που να έχει ιστορία. Στις πρώτες μου σκέψεις ήταν η Αλίκη Βουγιουκλάκη κι η Ρένα Βλαχοπούλου, ήταν πρόσωπα που μπορούσα να ζωγραφίσω. Τελικά επέλεξα τη Ρένα.

Πήγα και τη βρήκα στο θέατρο και της είπα: "Θέλω να σε ζωγραφίσω. Όχι επειδή είμαι ο τρελός θαυμαστής σου και θέλω να κάνω μια έκθεση ως θαυμαστής σου. Αυτό που θέλω είναι να αναδείξω τη δουλειά μου με ένα πρόσωπο αναγνωρίσιμο και αγαπητό. Καταλαβαίνεις βέβαια ότι αυτό δεν μπορώ να το κάνω αν έναν άνθρωπο δεν τον αγαπώ και δεν τον θαυμάζω, και σαφώς σε αγαπώ και σε θαυμάζω, αλλά δεν σε επιλέγω μόνο γι' αυτό." Εκείνη εκτίμησε την ειλικρίνειά μου. Η Ρένα δεν αγαπούσε την ψευτιά και τους δήθεν. Επειδή εξηγήθηκα έτσι από την αρχή, είπε αμέσως το "ναι". Της είπα βέβαια: "Δεν μπορώ να σε πληρώσω γι' αυτό το πράγμα. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι μετά το τέλος της έκθεσης, ό,τι σου αρέσει από τη δουλειά μου, να σου το δώσω". Όμως εκείνη βλέποντας την προσπάθειά μου, βλέποντας από ποια οικογένεια κατάγομαι, πόσο προσπαθώ και τι αγώνα κάνω για να κατακτήσω τα όνειρά μου, και  βέβαια βλέποντας ότι είμαι γνήσιος, δεν χρησιμοποιώ αθέμιτα μέσα και δεν πατάω επί πτωμάτων για να αναδειχθώ, εκτίμησε την προσπάθειά μου και θέλησε να με στηρίξει. Και πλήρωσε και τα έργα τα οποία πήρε. Για τα οποία, εκείνη την εποχή, αν υποθέσουμε ότι θα έπαιρνα ένα Χ ποσό, εκείνη μου έδωσε το τριπλάσιο. Κι αυτό το έκανε για να με βοηθήσει. Και επιπλέον με σύστησε στον περίγυρό της, σε όλον τον καλλιτεχνικό κόσμο, συν το ότι με σύστησε στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος ενθουσιάστηκε με τη δουλειά μου στη συνέχεια θέλησε να με βοηθήσει να συνεχίσω τις σπουδές μου στο εξωτερικό. Με σύστησε επίσης στην οικογένεια Μητσοτάκη και ζωγράφισα το πορτρέτο της Μαρίκας Μητσοτάκη. Όλες αυτές τις ευκαιρίες μού τις έδωσε η Ρένα, επειδή έβλεπε ότι ήμουν ένα παιδί που αγωνίζομαι να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου με έντιμους τρόπους.
--Ίσως της θύμιζες το δικό της ξεκίνημα, όταν κι εκείνη προσπαθούσε να κάνει τα όνειρά της πραγματικότητα.
--Ίσως. Είχε βέβαια και ζωγράφους στην οικογένειά της. Ο πατέρας της ήταν ζωγράφος όπως και δυο από τα αδέλφια της, ο Χρήστος Βλαχόπουλος και η Άννα Βλαχοπούλου-Ντικάρλο, η οποία ζούσε στην Αμερική. Έτσι γνώριζε από πολύ κοντά τον κόσμο των ζωγράφων. Και μου έλεγε, θυμάμαι, τότε --εγώ σαν παιδί δεν καταλάβαινα τι ήταν αυτά που μου έλεγε και τα θεωρούσα υπερβολικά--: "Εσύ με τη δουλειά που έχεις επιλέξει θα μείνεις στην ιστορία. Εμείς όλοι θα υπάρχουμε μέσα από τη δουλειά σου". Και έλεγα, δεν είναι δυνατόν να το λέει αυτό, με τόσες ταινίες, με τόσα τραγούδια... Σαφώς και δεν ισχύει, γιατί με τη δουλειά της η Ρένα έχει γράψει μια τεράστια ιστορία. Αλλά αυτό που έλεγε ήταν αλήθεια, όλος αυτός ο κόσμος υπάρχει και μέσα από τη ζωγραφική μου. Μου 'λεγε τότε η Ρένα: "Εγώ θα ξεπεραστώ, θα 'ρθουν άλλοι που θα τραγουδήσουν τα τραγούδια μου, οι ταινίες μου θα είναι γραφικές γιατί θ' αλλάξει ο κόσμος, ο τρόπος που σκέφτονται οι άνθρωποι... Βλέπουμε τώρα τις ταινίες του '20; Κάποτε που δεν θα με παρακολουθεί πια ο κόσμος, θα υπάρχω μέσα από τη δουλειά σου". Αυτό βέβαια εγώ το θεωρούσα και το θεωρώ υπερβολή. Με όλα αυτά όμως που μου έλεγε μου τόνωσε την αυτοπεποίθησή μου και με έκανε να πιστεύω ακόμα πιο πολύ στον εαυτό μου και σ' αυτό που κάνω. Μου έδωσε δηλαδή τέτοια πράγματα για τα οποία ένα "ευχαριστώ" είναι βέβαια πάρα πολύ λίγο.
Στα εγκαίνια της έκθεσης στο Φάληρο (1990)

--Πόσον καιρό κράτησε η συνεργασία σας για τα πορτρέτα που τής ζωγράφισες;
--Μία χρονιά, σε μία χρονιά τα είχα ετοιμάσει. Τα παρουσίασα στις αρχές του 1990 σε μια έκθεση στο Φάληρο, που έκανε μεγάλη αίσθηση.


--Η Ρένα είχε ποζάρει για το ολόσωμο πορτρέτο που της έφτιαξες;
--Ναι. Υπήρχε ως βάση μια φωτογραφία μικρή, ασαφής, από την επιθεώρηση Οι τελευταίοι ΠΑΣΟΚράτορες στην οποία έπαιζε εκείνη τη χρονιά, στο θέατρο "Καλουτά". Η Ρένα ερχόταν στο ατελιέ μου, πόζαρε και τη ζωγράφιζα. Θυμάμαι, μου 'λεγε: "Αχ, πάρα πολύ ωραίο είναι. Μήπως όμως μπορείς να ανοίξεις λίγο το φόρεμα να φανεί το πόδι; Και λίγο τα μαλλιά... Μπορείς να τα κάνεις πιο κόκκινα;" Της λέω, "Μήπως θέλεις να σου φτιάξω ένα άλλο πορτρέτο; Γιατί δεν είναι πολύ εύκολο να ανοίξω το φόρεμα για να φανεί το πόδι..." Και γέλαγε...

--Φαντάζομαι ότι γελούσατε πολύ, όσο συνεργαζόσασταν.
--Α, ναι, αστεία γεγονότα, πάρα πολλά. Όταν εγώ ζωγραφίζω, δεν κάνω καμία δουλειά στο σπίτι, το σπίτι είναι όχι απλά ακατάστατο, γίνεται ο κακός χαμός. Θυμάμαι, πάω μια μέρα στο θέατρο και με ρωτάει: "Πώς πάει το πορτρέτο, προχωράς;" "Ναι, ναι", της λέω. "Α, θα 'ρθω να το δω". "Μην τολμήσεις και έρθεις, στο σπίτι έχει περάσει ο Εγγέλαδος", τής λέω. "Όχι, θα έρθω οπωσδήποτε, και θα πάρω και μια φίλη μου μαζί". Η φίλη της νομίζω ήταν δημοτική σύμβουλος. Πώς να 'ρθουν στο σπίτι; Τι να κάνω, τι να κάνω; Ήμουν κι εγώ τρελόπαιδο, και της άρεσε βέβαια αυτό. Έρχονται, λοιπόν, και όπως μπαίνουμε στο σπίτι, κλείνω τον γενικό με το χέρι μου. Πάω να ανάψω το φως: "Δεν έχει φως", της λέω. "Α, δεν πειράζει", μου λέει, "έχω φακό!" Μπήκε μέσα στο σπίτι και έψαξε κάθε γωνιά με τον φακό, επειδή τής έλεγα ότι δεν είναι σε κατάσταση να το δει!

--Και η δημοτική σύμβουλος από δίπλα;
--Από δίπλα! Καλά, περιττό να σου πω τι έγινε από γέλιο... Πολλά τέτοια. Η Ρένα με πείραζε πάρα πολύ με το κουσούρι που είχα --και έχω-- να ξεχνάω. Ξεχνάω συνεχώς τα κλειδιά μου. Έμενα στο σπίτι της πολύ συχνά αλλά κάποιες φορές ήθελα να πάω και στο δικό μου. Μια φορά μου λέει η Ρένα, "Θα σε πάω εγώ με τ' αυτοκίνητο". Φτάνουμε στο σπίτι μου και τής λέω: "Έχω ξεχάσει τα κλειδιά μου στο σπίτι σου!" Άρχισε να με βρίζει κερκυραίικα: "Έμπα, διάολε, μέσα σου! Λοιπόν, τώρα θέλω να σε δω πώς θα μπεις από το παράθυρο". Είχε ακούσει ότι όταν κλεινόμουν απέξω, έμπαινα από το παράθυρο του μπάνιου. Για να μπω όμως, έπρεπε να βγάλω τα ρούχα μου και μ' έβλεπε όλη η γειτονιά. Κάθεται στο αυτοκίνητο, ανάβει ένα τσιγάρο και μου λέει: "Ξεβρακώσου να μπεις από το παράθυρο. Εγώ δεν υπάρχει περίπτωση να σε πάω πίσω!"
Μετά από αυτό που μου 'κανε, πάω ένα βράδυ να μείνω στο σπίτι της στη Βάρκιζα. Κλειδώνει το σπίτι για να πέσουμε να κοιμηθούμε και ξαφνικά θυμάται: "Α, βγάλε έξω τον Μάο (σημείωση του Rena Fan: το αγαπημένο της πεκινουά) γιατί θα μας ενοχλεί το βράδυ". Πάω να βγάλω τον Μάο έξω, αλλά δεν άνοιγε η πόρτα του ισογείου. "Α, μου λέει, είναι κλειδωμένο το λουκέτο και έχω ξεχάσει τα κλειδιά απέξω". "Αμάν", λέω, "και τώρα τι θα κάνουμε;" "Α, τώρα θα ανέβεις στο μπαλκόνι στον πάνω όροφο, θα ανέβεις πάνω στο πεύκο, θα πηδήξεις στο διπλανό κτήμα, από κει στο δικό μας και θα πάρεις τα κλειδιά. Αν δεν μπορείς, δεν πειράζει, θα το κάνω εγώ". Ε, ήταν δυνατόν να την αφήσω να το κάνει; Ανεβαίνω λοιπόν στο πεύκο, πηδάω στο διπλανό κτήμα, ξεχνάω όμως ότι εκεί ήταν η Μαλού, ένα λυκόσκυλο! Οπότε με το που ακούει τον γδούπο που πέφτω κάτω, η Μαλού τρέχει γαβγίζοντας. Τρέχω να ξεφύγω, πηδάω τη μάντρα, πέφτω μέσα στις τριανταφυλλιές! Οπότε όταν τής πάω το κλειδί, είμαι με το μαλλί όρθιο και μέσα στ' αγκάθια. Της λέω: "Μην τυχόν και μου ξαναπείς ότι ξεχνάω εγώ, δεν ξέρω κι εγώ τι θα γίνει!". Ήταν από τις ιστορίες που τις λέγαμε και γελάγαμε...
Ο Αρτέμης Μάτσας, η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Νίκος Ζαχόπουλος
στα εγκαίνια της έκθεσης της "εικαστικής βιογραφίας" της Ρένας στο Φάληρο (1990)


--Σε μια συνέντευξή της στην Ελένη Μενεγάκη η Ρένα είχε πει ότι, όταν έχτιζε το τελευταίο σπίτι της στη Βούλα, τη βοήθησες με τα πλακάκια...
--Θα σου εξηγήσω τι εννοούσε. Κατά διαστήματα ήταν τόσες οι δυσκολίες στη δουλειά μου που με έπιανε απελπισία: "Τέρμα, τελείωσε", της έλεγα, "εγώ σταματάω τη ζωγραφική!". Αλλά βέβαια αυτό είναι κάτι που δεν γίνεται, όταν σε έχει επιλέξει η ζωγραφική. Σε μία από αυτές τις φάσεις, όμως, έχει πέσει η συνέντευξη αυτή. Γι' αυτό η Ρένα λέει στη Μενεγάκη "Ο Νίκος δεν έχει καμία σχέση με τη ζωγραφική...".

Όσον αφορά τα πλακάκια, είναι γνωστό ότι η Ρένα έλεγε συχνά σε άτομα στον περίγυρό της "Έλα φτιάξε μου αυτό, έλα κάνε μου το άλλο..." Είχε ακούσει από κάπου ότι τα καταφέρνω μόνος μου να βάζω πλακάκια, να κάνω διάφορες δουλειές... Όταν πούλησε το σπίτι της Ηλιούπολης και ετοίμαζε το σπίτι της Βούλας, μου λέει: "Εσύ θα με βοηθήσεις να βάλουμε τα πλακάκια." "Μα δεν μπορώ", της λέω. "Δεν το συζητώ", μου απαντάει. "Μα δεν έχω εργαλεία". "Δεν πειράζει, θα στα πάρω εγώ". "Μα είναι ακριβά τα εργαλεία". "Όχι, θα στα πάρω εγώ!" "Μα είναι πάρα πολύ ακριβά!" "Ε, θα στα πάρω!". Πράγματι, πήγε, μού πήρε τα εργαλεία και ξεκίνησα, έφτιαξα ό,τι χρειαζόταν και της άρεσε η δουλειά μου, έμεινε πολύ ευχαριστημένη. Και μετά με πείραζε: "Α, θα πουλήσω αυτό το σπίτι, για να πάρω ένα άλλο, θα με βοηθήσεις κι εσύ". Κι εγώ της έλεγα: "Έτσι και το πουλήσεις, εγώ αποκλείεται να σου βάζω ξανά πλακάκια και να σου κάνω τέτοιες δουλειές. Θα φύγω μετανάστης στην Αμερική!" Και όποτε ήθελε να με πειράξει, αυτό μου 'λεγε: "Βρήκα να το πουλήσω, ξέρεις εσύ...". Και έλεγε και το άλλο για να με πειράξει, όταν πηγαίναμε σε κάποια δεξίωση και με σύστηνε σε γνωστούς της "Ο Νίκος είναι καταπληκτικός ζωγράφος, είναι σπουδαίος καλλιτέχνης και --να το πω βρε; Να το πω;" Εμένα μ' έκανε θηρίο: "Μην τολμήσεις", τής έλεγα. "Όχι, θα το πω! Βάζει κάτι πλακάκια..." Και διασκέδαζε με τις αντιδράσεις τις δικές μου και των άλλων. "Να χαίρεσαι βρε", μου έλεγε, "ο καλλιτέχνης ό,τι και να κάνει, παραμένει καλλιτέχνης! Βάζεις πλακάκια, αλλά πώς τα βάζεις!"


--Η Ρένα έλεγε ότι ήταν δύσκολη στην επιλογή των φίλων της. Πιστεύω ότι, για να σε ξεχώρισε, θα τής ταίριαζες πάρα πολύ ως χαρακτήρας.
--Της ταίριαζα, γιατί ήμουν αυθεντικός, δεν ήμουν "δήθεν". Εκτιμούσε, όπως έλεγε, την ευφυία μου. "Σε θεωρώ τρομερά έξυπνο", μου έλεγε. Κι εμένα μου φαινόταν τόσο περίεργο, γιατί θεωρούσα τον εαυτό μου τρομερά αφελή. Έκανα ένα έγκλημα κατά του εαυτού μου, δεν είχα ποτέ αυτοπεποίθηση. Και εκνευριζόταν όταν έλεγα κάτι με αφέλεια, γιατί πίστευε ότι έκανα τον βλάκα, ενώ εγώ το έλεγα όντως με αφέλεια. Δεν πίστευε ότι εγώ μπορεί να μην το καταλάβαινα. Είχε πολλές απαιτήσεις από μένα. Κι αν μερικές φορές μού φώναζε, μού φώναζε γι' αυτόν τον λόγο: "Μη μου παριστάνεις εμένα τον βλάκα!"
 Η Ρένα δείχνει με καμάρι το ολόσωμο πορτρέτο της στη Μάρω Κοντού

--Σε είχε φιλοξενήσει και στο σπίτι της στην Κέρκυρα;
--Ναι, γυρίσαμε όλη την Κέρκυρα με το αυτοκινητάκι της, το ανοιχτό τζιπάκι, το Μόρρις.  Μέσα σ' ένα βράδυ πηγαίναμε σε εφτά-οχτώ μπαράκια. Αυτό έγινε όταν αποφάσισε να σταματήσει το θέατρο.

--Ήταν μια δύσκολη απόφαση;
--Πάρα πολύ δύσκολη απόφαση. Ήταν πάρα πολύ επίπονο αυτό το στοπ. Και επειδή εγώ μονίμως έκανα καλαμπούρια, την πείραζα --ακόμα κι αν μου φώναζε για κάτι, εγώ το γύριζα στο καλαμπούρι--, μου 'πε "Θα 'ρθεις μαζί μου στην Κέρκυρα!". Γυρίζαμε παρέα παντού. Έχω μια χαρακτηριστική φωτογραφία που είμαστε μαζί σε ένα δρομάκι της Κέρκυρας, κι εκείνη κάθεται σε ενα σκαλοπάτι και παριστάνει τη ζητιάνα...

--Διάβασα κάπου ότι η Ρένα ήρθε μαζί σου όταν πήγες να ζητήσεις τη γυναίκα σου σε γάμο...
--Ναι, έτσι έγινε. Όταν απόφασισα να παντρευτώ, ο πατέρας μου ήταν άρρωστος και η μητέρα μου δεν μπορούσε να έρθει από το νησί. Μου λέει η Ρένα: "Μη στεναχωριέσαι! Δεν μ' έχεις σαν μάνα σου; Μαζί θα πάμε να ζητήσουμε την κοπέλα!" Πήρε λουλούδια, πήρε δώρα. Η κοπέλα ήταν από ευκατάστατη οικογένεια κι εγώ είχα το άγχος πώς θα με δούνε οι γονείς της. "Εγώ θα τα κανονίσω", μου λέει. Βλέπει η πεθερά μου τη Βλαχοπούλου μπροστά της με τα δώρα και τα λουλούδια. "Εγώ προσωπικά εγγυώμαι ότι είναι το καλύτερο παιδί!", της λέει η Ρένα. Όλες οι αμφιβολίες της πεθεράς μου εξαφανίστηκαν. Αυτό είναι κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Η Ρένα με στήριξε σε πολλές στιγμές. Κάποια φορά βρέθηκα στο νοσοκομείο. Είχα κουραστεί πολύ όταν της έβαλα τα πλακάκια στο σπίτι κι αρρώστησα. Δεν ήθελα όμως να της το πω, για να μη νιώθει ενοχές. Εκείνη, ωστόσο, το έμαθε ότι αρρώστησα και ήρθε και με βρήκε στο νοσοκομείο. "Γιατί δεν μου το 'πες;" μου λέει. Πιάνει τους γιατρούς και τις νοσοκόμες: "Θα μου προσέχετε τον Νίκο, γιατί χαθήκατε!" Και έβαλε κρυφά στο συρτάρι που χρησιμοποιούσα χρήματα, γιατί ήξερε ότι αν μου τα 'δινε, δεν υπήρχε περίπτωση να τα δεχτώ. Και μετά, όταν επέστρεψα στο σπίτι μου, πάλι ήρθε για να με βοηθήσει, όσο ανάρρωνα.

--Όσοι τη γνώριζαν καλά, έλεγαν ότι ήταν φιλάνθρωπη.
--Βοηθούσε πάρα πολλούς ανθρώπους, όταν έβλεπε ότι αξίζουν στη δουλειά τους ή όταν έβλεπε ότι υπέφεραν. Ίσως επειδή πέρασε πολύ δύσκολες στιγμές και χρειάστηκε κι εκείνη βοήθεια στα νιάτα της, αυτά τα βιώματα την έκαναν να συγκινείται από τέτοιες καταστάσεις και να βοηθάει όσους είχαν ανάγκη.

--Μίλησέ μου για την Αίθουσα Τέχνης "Ρένα Βλαχοπούλου" που δημιούργησες το 2002. Χάρηκε η Ρένα όταν έδωσες το όνομά της στην αίθουσα;
--Χάρηκε πάρα πολύ. Αυτό συνέβη σε μια εποχή που η Ρένα ήθελε να δοθεί το όνομά της σε ένα χώρο, σε ένα θέατρο. Εγώ της είπα: "Ρένα μου, δεν έχω βέβαια θέατρο, αλλά ανοίγω έναν χώρο τέχνης. Θα ήθελες να του δώσω το όνομά σου; "Σ' ευχαριστώ πάρα πολύ", μου είπε. Μου έκανε  μάλιστα εντύπωση ότι δεν ρώτησε πόσα τετραγωνικά είναι ο χώρος, σε ποιο μέρος βρίσκεται, πόσο μεγάλη θα είναι η ταμπέλα, παρά μόνο μου είπε: "Με όλη μου την καρδιά, σου λέω ναι, και σ' ευχαριστώ πάρα πολύ!"

--Πόσα χρόνια λειτούργησε η αίθουσα;
--Οκτώ χρόνια περίπου.


Τα εγκαίνια της Αίθουσας Τέχνης "Ρένα Βλαχοπούλου"

--Ξέρω ότι η Ρένα Βλαχοπούλου προτιμούσε να κάνει παρέα με νέα παιδιά, σαν εσένα, σαν τη Μαρία την Πανταζώνα...
--Ναι. Έκανε παρέα με παιδιά γιατί με τους μεγάλους κάπου έπληττε. Οι νέοι έχουν όνειρα, προσπαθούν να πετύχουν πράγματα, έχουν άλλο πνεύμα. Ο ψυχισμός της Ρένας ήταν ψυχισμός νεαρής κοπέλας και ταίριαζε με νέα άτομα. Δεν μίλαγε ποτέ για αυτά που συνέβησαν στο παρελθόν, παρά μόνο για το παρόν και το μέλλον.
Μαρία Πανταζώνα, Ρένα Βλαχοπούλου, Νίκος Ζαχόπουλος

--Σίγουρα θα έμαθες πολλά από τη Ρένα Βλαχοπούλου. --Πάρα πολλά. Μου είχε κάνει εντύπωση το ότι αν μίλαγε για τους συναδέλφους είχε πάντα κάτι καλό να πει. Ποτέ δεν έλεγε: "Αυτός είναι έτσι, αυτός έκανε αυτό". Ποτέ. Και εννοώ στο σπίτι της, όταν δεν την άκουγε κανείς. Και όταν της ζητούσαν να μιλήσει για κάποιους ανθρώπους, πίστευε πως επειδή η άποψή της είχε μια βαρύτητα και τη λαμβάνει ο κόσμος υπόψη του, έπρεπε να πει πάντα κάτι καλό: "Αν πω κάτι κακό, μπορεί να κόψω το ψωμί ενός ανθρώπου", μου 'λεγε. Αυτό το 'βαλα καλά στο μυαλό μου και έτσι στη ζωή μου προσπαθώ πάντα να μη λέω κάτι άσχημο για τους άλλους. Αυτό ήταν μάθημα ζωής για μένα. Επίσης όταν τη στεναχωρούσαν συνάδελφοι στις συνεργασίες της --κι είχα δει αρκετά τέτοια περιστατικά από κοντά, πχ. όταν κάποιοι προσπαθούσαν να μπουν πριν από κείνη στις ταμπέλες-- ποτέ δεν το σχολίαζε. Κοίταζε απλώς να είναι πάρα πολύ καλή σε αυτό που έκανε, οπότε θα ξεχώριζε ούτως ή άλλως. Έτσι κι εγώ, όταν συναντώ άτομα που προσπαθούν να με καταποντίσουν ή να με παρακάμψουν, δεν κάνω τίποτα για να τους αποτρέψω και φροντίζω μόνο να κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα γίνεται. Δηλαδή έχω μάθει πολλά πράγματα από τη Ρένα για τον τρόπο που διαχειρίζομαι την καριέρα μου.
 Ο Νίκος Ζαχόπουλος και η Ρένα Βλαχοπούλου στα καμαρίνια του θεάτρου "Ακροπόλ" (1989-90)

--Σκέφτεσαι, ας πούμε, "Τι θα μου 'λεγε τώρα η Ρένα;"
--Όχι, μου τα είχε περάσει αυτόματα αυτά τα πράγματα. Τα είδα σε κείνη, τα εκτίμησα και μου περάσανε. Και έτσι έμαθα να λειτουργώ. Ουσιαστικά από τα "τρυφερά" χρόνια μου, λειτούργησε σαν πρότυπο για μένα. Έμαθα να μην εκτιμώ τους ανθρώπους με κριτήριο την κοινωνική τους θέση ή την οικονομική τους άνεση, αλλά με βάση αυτό που ήταν σαν άνθρωποι. Η Ρένα φερόταν με τον ίδιο τρόπο στον οδοκαθαριστή και στον υπουργό και στον εφοπλιστή. Η συμπεριφορά της δεν άλλαζε καθόλου. Αυτό ήταν κάτι που λάτρευα πάνω της.


Κάτι άλλο που έκανε και τότε δεν το καταλάβαινα --τώρα το καταλαβαίνω και γελάω-- ήταν ότι έπαιζε θέατρο μονίμως και δοκίμαζε τις υποκριτικές της ικανότητες συνεχώς για να ελέγξει τις αντιδράσεις του περίγυρου. Σου έλεγε τα πιο απίθανα πράγματα με τόσο πειστικό τρόπο και δοκίμαζε αν σου περνάνε. Δηλαδή την κοίταζες εσύ σαν χάνος και σκεφτόσουν: "Τι είναι αυτά που μου λέει; Με δουλεύει;" Έπαιζε συνεχώς. Κάποιοι το καταλάβαιναν, κάποιοι όχι. Κάποια μέρα που ήμασταν στο μπαλκόνι του σπιτιού της, περνάει μια γυναίκα από κάτω και της λέει: "Κυρία Ρένα μου, τι καταπληκτικό μπαλκόνι που έχετε, μονίμως μέσα στα λουλούδια, ανθισμένο... Πώς τα φροντίζετε κι είναι πάντα έτσι ανθισμένα;" "Α", της λέει, "τα λουλούδια θέλουνε αγάπη και φροντίδα, να τους ρίχνεις το νεράκι τους, να τους μιλάς, να τα χαηδεύεις..." Της είπε ένα σωρό πράγματα κι εγώ καθόμουν και την κοίταζα σαν χάνος, γιατί τα λουλούδια που είχε βάλει στο μπαλκόνι ήταν πλαστικά! Αλλα ο λόγος της είχε βαρύτητα...
Η Ρένα Βλαχοπούλου στο σπίτι του Νίκου Ζαχόπουλου, σχολιάζει ένα πορτρέτο της... (1997)

Της άρεσε επίσης να φεύγει από το σπίτι χωρίς να βάζει καλά ρούχα. Φορούσε την πυτζάμα της και τις μπότες της και από πάνω μια μακριά γούνα. Έβαζε ένα καπέλο και γυαλιά ηλίου και πήγαινε στη λαϊκή. Άλλαζε τη φωνή της και ψώνιζε. Της έλεγα, "Αν σε γδύσουνε τώρα, φαντάζεσαι τι σοκ θα πάθουν;" και γέλαγε. Και πείραζε όλες αυτές τις γυναίκες που έχουν μανία με τα ακριβά ρούχα και τις φίρμες. Φορούσε ένα φτηνό ρούχο, της δεκάρας, και της έλεγαν "Τι καταπληκτικό φόρεμα, κυρία Ρένα" κι εκείνη τους έλεγε "Ναι, το πήρα από τον τάδε οίκο μόδας". Ενώ όταν φορούσε ένα πολύ ακριβό ρούχο και τη ρωτούσαν από πού το αγόρασε, τους έλεγε "Από την οδό Αθηνάς, από κάτι καλαθάκια. Να πας κι εσύ!" Η ίδια δεν έδινε σημασία ούτε στα ακριβά ρούχα ούτε στα πολυτελή αυτοκίνητα ούτε στο lifestyle. Της άρεσε να κινείται έξω από τους κανόνες, έξω από αυτά τα πλαίσια. Αλλά της άρεσε το ωραίο, είχε φοβερό γούστο, της άρεσαν τα παστέλ χρώματα, τα ροζ, μωβ, τα λιλά, γι' αυτό και πολλά έργα μου έχουν αυτά τα χρώματα.

--Μίλησέ μου λίγο τη σχέση της με τον άντρα της, τον Γιώργο Λαφαζάνη.
--Ήταν ένα πολύ αγαπημένο ζευγάρι οι δυο τους. "Υπέφερε" βέβαια πολύ ο άνθρωπος με όλες τις τρέλες που έκανε η Ρένα, γιατί δεν ήταν μια γυναίκα συνηθισμένη, ήταν έξω από τα κλισέ. Ο Γιώργος όμως την αγαπούσε πάρα πολύ κι έκανε πολλή υπομονή. Ένα μεγάλο πρόβλημα που του δημιουργούσε ήταν το ότι άλλαζε σπίτια. Γυρίζει μια μέρα ο Γιώργος από τη δουλειά και του λέει: "Έχω καταπληκτικά νέα. Πούλησα το σπίτι!" "Τι έκανες;" της λέει. "Ναι, το πούλησα, αλλά ο άνθρωπος που το αγόρασε μας αφήνει να μείνουμε μέσα με ενοίκιο όσο θέλουμε." "Τι λες, παιδί μου, θα μείνω με ενοίκιο στο ίδιο μου το σπίτι;" Σε κάθε σπίτι της άλλαζε συνεχώς θέσεις στα έπιπλα. Μια μέρα που ήμουν κι εγώ εκεί, μπαίνει ο Γιώργος και της λεει το εξής καταπληκτικό: "Ρένα μου, πού είναι τώρα η κρεβατοκάμαρα, να πάω να κοιμηθώ;"
Ο Γιώργος έκανε πολλή υπομονή, την περίμενε τα βράδια μετά το θέατρο που εμείς μπορεί να βγαίναμε, πηγαίναμε σε 4-5 νυχτερινά κέντρα... Θυμάμαι ένα βράδυ, πάμε σε ένα κέντρο, μας κέρασαν, ήπιαμε, πάμε σε άλλο κέντρο, μας κερνούν κι εκεί, έπειτα σε άλλο... Ε, μετά από τόσο ποτό, η Ρένα άρχισε να μην μπορεί να οδηγεί. Έβλεπε το φανάρι στα 100 μέτρα, σταματούσε εδώ. Την έβλεπαν οι οδηγοί να σταματάει στη μέση του δρόμου --φορούσε μεγάλα γυαλιά και δεν τη γνώριζαν-- και τη μούντζωναν. "Τι θέλουνε κι αυτοί και εκνευρίζονται;" μου λέει. "Άσε, Ρένα μου, δίκιο έχουνε, προχώρα!" Φτάνει στο σπίτι και τη ρωτάει ο Γιώργος: "Πού ήσουν, Ρένα μου, κι άργησες τόσο πολύ;" "Να, με κάτι φίλους, παίζαμε χαρτιά". "Δεν νομίζω", της απαντούσε εκείνος, "γιατί βλέπω λουλούδια στα μαλλιά σου!"
Ο Γιώργος Λαφαζάνης, εκ μέρους της συζύγου του Ρένας Βλαχοπούλου,
παραλαμβάνει από τα χέρια του Νίκου Ζαχόπουλου μια τιμητική διάκριση
στη διάρκεια εκδήλωσης που διοργάνωσε προς τιμήν της
ο Σύλλογος Καλλιτεχνών και Λογοτεχνών της Ικαρίας "Ο Δαίδαλος"
στις 22 Ιανουαρίου 2001.

--Γνώρισες και τα αδέλφια της Ρένας;
--Ναι βέβαια, γνώρισα όλη την οικογένειά της. Ήταν δεμένη οικογένεια και ήταν όλοι τους πάρα πολύ καλοί άνθρωποι. Ειδικά η αδελφή της η Άννα Ντικάρλο, που ήταν ζωγράφος όπως σου είπα, με βοήθησε πολύ.

--Θες να μου μιλήσεις λίγο για τα τελευταία χρόνια της ζωής της;
--Τα τελευταία χρόνια, εγώ ήμουν πια παντρεμένος, είχα την οικογένειά μου, και δεν είχα τη συνεχή επαφή που είχαμε όταν ήμουν αδέσμευτος και έμενα στο σπίτι της. Την επισκεφτόμουν, βέβαια, συχνά και αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι όλη την αρρώστια της την πέρασε με τρομερή αξιοπρέπεια. Όταν τη ρωτούσα πώς είναι, μου έλεγε "Δόξα το Θεό, μια χαρά". Δεν την άκουσα να γκρινιάξει ποτέ, σε όσο δύσκολη φάση κι αν ήτανε. Ακόμα και στην εντατική, που ήταν πάρα πολύ άσχημα. Τη θυμάμαι την τελευταία φορά που την είδα και μετά από λίγο έσβησε, της λέω "Ρένα μου, πώς είσαι; Έμαθα από τους γιατρούς ότι πας καλύτερα". "Δόξα το Θεό, μια χαρά είμαι". Δεν μπορώ να το ξεχάσω αυτό. Κι όταν καμιά φορά γκρινιάζω για τα προβλήματά μου ή για όσα μου συμβαίνουν, αμέσως μου 'ρχεται αυτή η σκέψη στο μυαλό και σταματάω. Λέω: "Είναι δύσκολα τα πράγματα, αλλά θα τα καταφέρω". Για πολύ καιρό, αφού έφυγε, δεν μπορούσα ούτε να δω ταινίες της ούτε να ακούσω τραγούδια της.

--Όταν βλέπεις τα πορτρέτα που της ζωγράφισες, πώς νιώθεις;
--Μου θυμίζουν πάρα πολλές ωραίες στιγμές, και από το θέατρο και από το σπίτι της. Θυμάμαι ακόμα τα πρώτα σκηνικά που έκανα για ένα νούμερό της στο "Ακροπόλ". Εκείνη με σύστησε στους επιχειρηματίες.

Απόσπασμα από το νούμερο της Ρένας "Να βρω την ησυχία μου"
στο θέατρο "Ακροπόλ" το 1993. Το εξοχικό σπίτι που επισκέπτεται η Ρένα
για να βρει την ησυχία της ζωγράφισε ο Νίκος Ζαχόπουλος


--Η Ρένα είχε πάντα την έγνοια να στηρίξει τη δουλειά σου.
--Ναι, ναι. Θυμάμαι μια φορά που είχα τα εγκαίνια μιας έκθεσης στη Νέα Ιωνία, ένα απόγευμα Σαββάτου. Ήταν τη σεζόν που εμφανιζόταν στο "Ρεξ", το 1992. Τα εγκαίνια επρόκειτο να γίνουν ανάμεσα στην απογευματινή και τη βραδινή της παράσταση. Και σηκώθηκε και έφυγε από το κέντρο της Αθήνας για να έρθει στη Νέα Ιωνία, μια μεγάλη απόσταση δηλαδή, να παραστεί στα εγκαίνια για να με βοηθήσει. Αγόρασε μάλιστα και έναν πίνακα για να με στηρίξει. Αυτά είναι πράγματα που δεν ξεχνιούνται. Έβλεπε, βέβαια, πως κι εγώ δεν της χαλούσα ποτέ χατήρι, ό,τι κι αν μου ζητούσε, οπότε ίσως το θεωρούσε αυτονόητο. Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το θεωρούνε αυτονόητο. Προσπαθούν να πάρουν ό,τι μπορούν από σένα και μετά δεν σε ξέρουν καν.
Η Ρένα στα καμαρίνια του "Ρεξ" με τον Νίκο Ζαχόπουλο στα... χέρια της! (1992)

--Η Ρένα Βλαχοπούλου παρακολουθούσε την πορεία σου, ήταν ενημερωμένη για τις δραστηριότητές σου.
--Ναι, και χαιρόταν πάρα πολύ όταν μάθαινε ότι προχωρώ, ότι κάνω εκθέσεις στο εξωτερικό, ότι συνεργάζομαι με την εκπομπή της Σεμίνας Διγενή ή άλλες τηλεοπτικές εκπομπές... Χαιρόταν πολύ. Όπως χαιρόταν πολύ και για την οικογένεια που δημιούργησα, για την κόρη μου...

--Χαρήκαμε φέτος τα έργα σου στην έκθεση Diva Rena στο Badminton. Θα ήθελες να τα παρουσιάσεις και κάπου αλλού για να τιμήσεις τη μνήμη της;
--Ναι, έχω στο μυαλό μου κάποιο αφιέρωμα. Και θα ήθελα κάποια στιγμή να παρουσιάσω και ένα λεύκωμα με τη δουλειά μου, με όλα τα πορτρέτα των ηθοποιών που έχω ζωγραφίσει. Πιστεύω πως αξίζει τον κόπο γιατί μέσα από τα έργα μου μπορεί και ο κόσμος των εικαστικών και οι κινηματογραφόφιλοι να δούνε τα πράγματα και τα πρόσωπα μέσα από μια άλλη ματιά. Εγώ είχα την τύχη να ζήσω με τους ανθρώπους του παλιού ελληνικού κινηματογράφου και να έχω μια διαφορετική εικόνα τους. Έμαθα να εκτιμώ τη δουλειά τους γιατί είδα από κοντά πόσο δύσκολη είναι. Έμαθα να μην υποτιμώ κανέναν, γιατί το να κάνεις και το ελάχιστο μέσα σ' αυτόν τον χώρο απαιτεί πολλή προσπάθεια και πολλή δουλειά. Και για να ξεχωρίσεις, πρέπει να έχεις πάρα πολύ ταλέντο αλλά και πολύ μυαλό.

--Όταν ζωγράφιζες τη Ρένα ή όταν ζωγραφίζεις άλλες προσωπικότητες, ποιος είναι ο στόχος σου, τι θέλεις να δείξεις μέσα από το πορτρέτο σου;
--Τον άνθρωπο που γνωρίζω εγώ και όχι τον άνθρωπο που βλέπουν οι άλλοι. Εάν δεν έχω γνωρίσει το άτομο που ζωγραφίζω, βγάζω αυτό που έχω εισπράξει εγώ ως θεατής, ως άνθρωπος που παρακολουθεί τη δουλειά του. Αν το έχω γνωρίσει προσωπικά, βγάζω τον χαρακτήρα που έχω γνωρίσει εγώ.

--Από τις άλλες προσωπικότητες που ζωγράφιζες, με ποιαν ή ποιον συνδέθηκες περισσότερο;
--Σαφώς συνδέθηκα περισσότερο με τη Ζωζώ Σαπουντζάκη, η οποία ήταν φίλη της Ρένας, κι έτσι γνωριστήκαμε άλλωστε. Η Ζωζώ είναι μια γυναίκα που δεν απομυθοποιήθηκε ποτέ, γιατί παρέμενε ντίβα και βεντέτα ακόμα και όταν την έβλεπα να τηγανίζει αβγά.

--Παρουσίασες και μια μεγάλη έκθεση με πορτρέτα της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Την είχες γνωρίσει;
--Ναι, τη γνώρισα κι εκείνη χάρη στη Ρένα. Είχε έρθει σε μια εκδήλωση στο θέατρο "Μπροντγουαίη", όταν είχε απονεμηθεί στη Ρένα το μετάλιο Δημήτρη Ψαθά, για τη Χαρτοπαίχτρα. Εκεί τη γνώρισα. Είχε δει τη δουλειά μου, της άρεσε παρα πολύ. Είχε τρία έργα μου που της είχε δώσει η αμπιγιέζ της, η Άντα, και είχαμε κανονίσει να φτιάξω μια προσωπογραφία για το τζάκι της. Τελικά την τελείωσα μετά τον χαμό της.


--Θυμάμαι πάντως ότι η Ρένα είχε ένα πορτρέτο σου στα καμαρίνια της.
--Ναι, αυτό φαίνεται και σε μια συνέντευξη με τον Πέτρο Κωλέττη που έχεις ανεβάσει στο blog.
Η Ρένα Βλαχοπούλου στο καμαρίνι της στο θέατρο "Ακροπόλ".
Διακρίνεται αριστερά ένα  από τα πορτρέτα που τής ζωγράφισε ο Νίκος Ζαχόπουλος

--Ναι, και πρόσεξα πως μετακινεί κάτι λουλούδια που έχει εκεί μπροστά για να φαίνεται καλύτερα το πορτρέτο. Είχε την έγνοια να προβάλει τη δουλειά σου παντού.
--Ναι, πάντα το έκανε αυτό. Και στο σίριαλ Μάμα μία υπήρχε μόνιμα στο σκηνικό ένα πορτρέτο που της είχα ζωγραφίσει και φρόντιζε να στέκεται δίπλα του για να το παίρνει η κάμερα. Έκανε τέτοια πράγματα για μένα. Αλλά έκανε και καλαμπούρια λέγοντας ότι είμαι πλακάς, και όχι πλακάς της πλάκας! "Είναι πλακάς που θα πάθεις την πλάκα σου!"

Σκηνή από το σίριαλ Μάμα μία του ΑΝΤ1. Η Ρένα Βλαχοπούλου έχει μετακινήσει
το τηλέφωνο κοντά στο πορτρέτο του Νίκου Ζαχόπουλου για να το προβάλει...

Σου λείπει η Ρένα;
--Πάρα πολύ. Και δεν σου κρύβω ότι όταν είδα κάποια βιντεάκια στο blog από το "Ρεξ", επειδή ήμουν εκεί όταν ετοιμαζόταν η παράσταση, αλλά δεν έτυχε να τα δω τότε και τα είδα μετά από τόσα χρόνια, με πιάσαν τα κλάματα. Ήρθαν στο μυαλό μου όλα όσα έζησα με τη Ρένα κι έκλαιγα.

--Και μένουν βέβαια μόνο οι ωραίες στιγμές.
--Μπορώ να πω ότι μόνο ωραίες στιγμές έζησα με τη Ρένα. Δεν θυμάμαι άσχημα πράγματα. Θα ήταν άδικο να πω ότι έζησα άσχημα πράγματα.  (Σημείωση του Rena Fan: Τα μάτια του Νίκου βουρκώνουν).
Η Ρένα στο καμαρίνι της στο θέατρο "Ακροπόλ" (1989-90).
Φωτογραφία του Νίκου Ζαχόπουλου


--Το μόνο που σε λύπησε λοιπόν είναι η φυγή της.
--Ναι. Αλλά για μένα σε πολλά πράγματα είναι φάρος, με όλα αυτά που μου έμαθε. Πολλές φορές τής είπα ευχαριστώ όσο ζούσε, αλλά σήμερα αν την είχα μπροστά μου θα της το έλεγα ακόμα πιο πολλές φορές. Και με την γκαλερί που είχα, ευχαριστώ ήθελα να της πω. Αλλά για άλλη μια φορά, εκείνη βοήθησε εμένα, και όχι εγώ εκείνη. Κι όταν το σκέφτομαι αυτό, νιώθω ότι τελικά της είπα πάρα πολύ λίγα ευχαριστώ. Γι' αυτό και θα 'θελα κάποια στιγμή να κάνω άλλη μία έκθεση προς τιμήν της, και να γράψω επίσης όλα όσα έζησα κοντά της, ώστε να γίνει γνωστό ένα κομμάτι από τη Ρένα που γνώρισα εγώ και δεν γνώρισε ο κόσμος. Γιατί αξίζει να γίνει πιο γνωστό.

--Μακάρι, Νίκο. Θα το χαρούμε πολύ όλοι εμείς που την αγαπάμε. Σ' ευχαριστώ πολύ για αυτή τη συνομιλία.
--Κι εγώ σ' ευχαριστώ πολύ.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ RENA FAN: Όλο το φωτογραφικό υλικό που συνοδεύει την ανάρτηση καθώς και τα αντίγραφα των πορτρέτων προέρχονται από το αρχείο του Νίκου Ζαχόπουλου. Ελπίζω ότι το λεύκωμα με το σύνολο τής ώς τώρα δουλειάς του θα κυκλοφορήσει σύντομα, για να μπορούμε να χαιρόμαστε τις υπέροχες προσωπογραφίες του...

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Αυλαία για την Άννα Καλουτά

Πριν από λίγες ώρες η γη της Αθήνας υποδέχτηκε την Άννα Καλουτά. Δεν πίστευα ότι θα μπορούσε ποτέ να συμβεί αυτό: να πεθάνει η Καλουτά... Ακόμα κι όταν πληροφορήθηκα πρόσφατα ότι ήταν πια καθηλωμένη στο σπίτι της γιατί δεν μπορούσε πλέον να περπατήσει, πίστευα ότι θα συνέχιζε να ζει για πολλά χρόνια ακόμα, και έστω κι από το κρεβάτι θα θυμάται τα παλιά και θα ζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή για χάρη της και για χάρη μας. Διαψεύστηκα όμως. Το βράδυ του Σαββάτου, 17 Απριλίου, έκλεισε η αυλαία για την Άννα Καλουτά. Σπάνια, ίσως μοναδική περίπτωση ταλέντου, λάμψης και αντοχής. Δεν είναι μικρό πράγμα να υπάρχεις στη σκηνή ως πρωταγωνίστρια για εβδομήντα χρόνια, από την παιδική ηλικία μέχρι τη χρυσή ωριμότητα. Και μπορεί να αποχώρησε επίσημα από τη σκηνή το 1994, ωστόσο μέχρι τις αρχές του 2009 που πραγματοποιούσε δημόσιες εμφανίσεις, θαυμάζαμε με το στόμα ανοιχτό τη ζωντάνια της, το κέφι της, τη διαύγεια του πνεύματός της και την ακτινοβολία της.

Θα προσπαθήσω να διηγηθώ συνοπτικά την πολύχρονη διαδρομή της, σίγουρα θα αφήσω πολλά απέξω γιατί είναι αδύνατον να χωρέσουν όλα σε μια μόνο ανάρτηση. Η πορεία της Καλουτά ταυτίζεται με την πορεία της επιθεώρησης για εβδομήντα ολόκληρα χρόνια. Θα σταθώ βέβαια, ως συνήθως, λίγο περισσότερο στις συναντήσεις της Άννας Καλουτά με τη Ρένα Βλαχοπούλου, γιατί, όπως έλεγε η Καλουτά, "Με τη Ρένα στη ζωή βαδίζαμε αντικρυστά..."
Μαρία Καλουτά, Άννα Καλουτά, Ρένα Βλαχοπούλου, Γιάννης Φλερύ στα χρόνια του '50

Τα Καλουτάκια
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η Άννα Καλουτά, όπως και οι περισσότερες Ελληνίδες πρωταγωνίστριες, δεν τα πήγαινε καλά με το θέμα της ηλικίας της. Έτσι κατά καιρούς έδινε αντικρουόμενες πληροφορίες σχετικά με τη χρονολογία του ντεμπούτου της και της ηλικίας που είχε όταν πρωτοεμφανίστηκε. Ακόμα και στις δυο επίσημες, authorized, βιογραφίες της που έγραψαν ο Γιώργος Λαζαρίδης (το 1990) και ο Μάκης Δελαπόρτας (το 2008), το θέμα αυτό παραμένει ασαφές--πόσο μάλλον η χρονιά της γέννησής της. Τελικά τα αρχεία του Υπουργείου Εσωτερικών μάς αποκαλύπτουν ότι η Ειρήνη-Άννα Καλουτά του Στέφανου και της Αικατερίνης γεννήθηκε το 1918 στην Αθήνα (η Μαρία φαίνεται ότι γεννήθηκε δυο χρόνια πριν στο Αγρίνιο). Και παρόλο που στις συνεντεύξεις της η Άννα Καλουτά έλεγε ότι εμφανίστηκε στο θέατρο στα 4 της χρόνια και η αδελφή της η Μαρία στα 5, φαίνεται ότι τελικά ήταν λίγο μεγαλύτερες...


Αξίζει να σημειώσω ότι υπάρχει μια συνέντευξη που έδωσαν οι δυο αδελφές το 1942, στην οποία αναφέρεται ότι η Άννα Καλουτά εμφανίστηκε πρώτη και μόνη της στη σκηνή το 1924, στην Καβάλα. Αυτό όμως δεν το έχω δει να γράφεται και να λέγεται αλλού: η πρώτη εμφάνιση των δυο κοριτσιών καταγράφεται στο έργο Στοργή του Μπατάιγ που παρουίασε ο θίασος της Μαρίκας Κοτοπούλη το 1925, τη χρονιά που η Μαρία ήταν 9 χρόνων και η Άννα 7. Ίσως να μην έχει τελικά τόση σημασία η ηλικία τους, γιατί έτσι κι αλλιώς τα Καλουτάκια ήταν πραγματικά παιδιά-θαύματα με αξιοθαύμαστο ταλέντο που στέκονταν επάξια στη σκηνή δίπλα σε φτασμένους/ες πρωταγωνιστές/στριες και μιλούσε γι' αυτά αρχικά όλη η Αθήνα και σύντομα και όλη η Ελλάδα...

Η αρχή της ζωής τους βέβαια δεν υπήρξε καθόλου λαμπερή. Ο πατέρας τους ήταν τύπος μποέμ και αναστάτωνε τη ζωή της οικογένειάς του με τις αταξίες του και τις περιπέτειές του. Κάποια στιγμή βρέθηκε στη Σμύρνη με τον ελληνικό στρατό και η ηρωική κυρά-Κατίνα αποφάσισε να τον ακολουθήσει μαζί με τις κόρες τους. Τα κορίτσια έχουν αρχίσει να πηγαίνουν σχολείο όταν γίνεται η καταστροφή της Σμύρνης. Ο πατέρας συλλαμβάνεται αιχμάλωτος, ενώ, μέσα στον πανικό και τον τρόμο η μάνα χάνει τα δυο παιδιά της, για λίγες ώρες την Άννα αλλά για αρκετό καιρό τη Μαρίκα, την οποία βρίσκει ένας φαντάρος και την... πουλάει για 300 δραχμές σε ένα άτεκνο ζευγάρι στη Χίο. Έναν χρόνο μετά, την αναγνωρίζει κάποιος φίλος του πατέρα τους και ενημερώνει την οικογένειά της που έχει πια επιστρέψει στην Αθήνα και θεωρεί τη Μαρίκα πεθαμένη ότι το κοριτσάκι ζει. Με πολύ κόπο η κυρά-Κατίνα καταφέρνει να πάρει πίσω το παιδί της και ξεκινάει έναν αγώνα για να θρέψει τις δυο κόρες της μόνη της, αφού έχει χωρίσει από τον γυναικά σύζυγό της. Δούλευε ως μοδίστρα, αλλά δεινοπαθούσε. Ήταν πολύ φίλη με τις αδελφές της Μαρίκας Κοτοπούλη, τη Φωτεινή Λούη και τη Χρυσούλα Μυράτ που μια μέρα της λένε ότι η Μαρίκα χρειαζόταν δυο παιδάκια για το έργο που θα ανέβαζε, τη Στοργή του Μπατάιγ. Η κυρά-Κατίνα δέχτηκε και έτσι ξεκίνησε η λαμπρή καριέρα των δυο παιδιών. "Πουλάκι μου, τα λογάκια σου δυνατά να τα λες", συμβουλεύει την εκκολαπτόμενη ηθοποιό Άννα η μεγάλη Κοτοπούλη. Και το βράδυ, στη σκηνή, εκείνη βάζει τις φωνές: "Μαμάαααα, μπαμπάααα, ήρθαμεεεεε..." Το θέατρο πέφτει από τα γέλια και η Κοτοπούλη τραβάει κωμικά τα μαλλιά της: "Μωρή κωλοθεατρίνα, θα το καταστρέψεις το θέατρο!"

Ακολουθούν τρεις ακόμα εμφανίσεις για τα Καλουτάκια σε έργα πρόζας (Το πανηγύρι του Π. Χορν, Πόλεμος και Σιμούν) μέχρι που φτάνει η Αποκριά και σύμφωνα με το έθιμο ο θίασος Κοτοπούλη παρουσιάζει επιθεώρηση: Η Μπαλαρίνα του Δραγάτση είναι η πρώτη επαφή των δυο κοριτσιών με το μουσικό θέατρο. Παριστάνουν τα "Απαχάκια" και χαλάει ο κόσμος. Από τότε ανεβαίνει το κασέ τους και γίνονται περιζήτητες. Με τον πρώτο τους μισθό (6.000 δρχ τον μήνα) η κυρά-Κατίνα κλείνει τα κορίτσια εσωτερικά στην Ιόνιο Σχολή, γιατί κύριο μέλημά της είναι τα παιδιά της να μορφωθούν. Έτσι κάθε βράδυ τις παίρνει ένα αυτοκίνητο από τη Σχολή για να τις μεταφέρει στο θέατρο. Κάποια στιγμή όμως οι Αρχές (υποκινούμενες από ανταγωνιστές ίσως) απαγορεύουν στα Καλουτάκια να εμφανίζονται στη σκηνή επειδή είναι ανεπίτρεπτο τα ανήλικα παιδιά να δουλεύουν αργά το βράδυ. Με τη μεσολάβηση ανθρώπων του θεάτρου, ο Υπουργός Χαριτάκης πείθεται να τις επιτρέψει να εμφανίζονται μέχρι τις 11 το βράδυ στη σκηνή. Και έτσι η καριέρα τους συνεχίζεται με επιτυχία. Μουσικό θέατρο και βαριετέ, χειμώνα-καλοκαίρι. Κάποια βράδια που η Μαρία, πάντα πιο ευαίσθητη από τη δυναμική και ατίθαση Άννα, αρρωσταίνει, η κυρά-Κατίνα τυλίγει στο σάλι της την Άννα και την πηγαίνει αγκαλιά στο βαριετέ ή το θέατρο που τις περιμένουν. Το μεροκάματο δεν πρέπει να χαθεί. Είναι αλήθεια ότι αυτή η εικόνα του παιδιού στην αγκαλιά της μάνας του μού προκαλεί μια παράξενη συγκίνηση... Τα καλοκαίρια που δεν έχουν σχολείο, η κυρά-Κατίνα βρίσκει την ευκαιρία να συνοδέψει τα Καλουτάκια σε κάποιες πόλεις της επαρχίας και κυρίως στη Θεσσαλονίκη.
Η Κατίνα Καλουτά και οι δύο, έφηβες πλέον, κόρες της

Στην Αθήνα, καθώς μπαίνει η δεκαετία του '30, τα Καλουτάκια είναι πια στην εφηβεία και είναι πλέον κάπως δύσκολο να πλασαριστούν ως παιδιά θαύματα. Τότε ο δαιμόνιος θεατρικός επιχειρηματίας Μακέδος αποφασίζει να τις παρουσιάσει στη σκηνή ως μικρές κυρίες. Και βέβαια θριαμβεύουν και πάλι. Φορούν ψηλά τακούνια και μακριά φορέματα στη σκηνή, αλλά όταν βγαίνουν από το θέατρο παραμένουν δυο κοπελίτσες--και ο κόσμος που περιμένει να τις δει δεν μπορεί να χωνέψει ότι το αγοροκόριτσο με το καλαμπόκι στο χέρι είναι η λαμπερή πρωταγωνίστρια Άννα Καλουτά που χειροκροτούσει λίγη ώρα πριν στη σκηνή. Ο Μακέδος καταφέρνει να τις δεσμεύσει με ένα πολυετές συμβόλαιο που αποδεικνύεται ασύμφορο για τα κορίτσια, καθώς τους δίνει έναν μόνο μισθό, τον ίδιο για πολλά χρόνια. Παρόλα αυτά, καλλιτεχνικά η άνοδός τους συνεχίζεται αμείωτη. Επιθεώρηση κυρίως, αλλά και οπερέτα, πλάι σε όλα τα μεγάλα ονόματα της εποχής: Μάνος Φιλιππίδης, Κυριάκος Μαυρέας, Μίμης Κοκκίνης, Μακρής, Αυλωνίτης, Μαρίκα Μαντινειού, Μαρίκα Νέζερ. Η Άννα Καλουτά χρίζεται διάδοχος της μεγάλης Ζαζάς Μπριλάντη: ήταν η φιλοδοξία της άλλωστε να φτάσει τη μυθική πρωταγωνίστρια και ίσως κατάφερε και να την ξεπεράσει (δεν έχουμε δυστυχώς αξιόπιστα ντοκουμέντα της Μπριλάντη για να κρίνουμε). Η Άννα ζει για το θέατρο, μοιάζει να αναπνέει μόνο επάνω στη σκηνή, δεν την ενδιαφέρουν οι σπουδές της στην Ιόνιο ή στο πιάνο ούτε την ενδιαφέρουν οι θαυμαστές που την πολιορκούν. Η Μαρία, αντίθετα, είναι πιο καλή στο σχολείο, δεν φαίνεται να λατρεύει το θέατρο όσο η αδελφή της και βέβαια δεν μένει αδιάφορη στην πολιορκία των θαυμαστών της. Όμως η κυρά-Κατίνα, θρυλική θεατρομαμά απο ό,τι λένε οι μαρτυρίες, είναι κέρβερος. Δεν αφήνει κανέναν να πλησιάσει τα κορίτσια της, τις θέλει αφοσιωμένες στις σπουδές τους και στη δουλειά τους...

Οι αδελφές Καλουτά δεν κυριαρχούν μόνο στο μουσικό θέατρο, αλλά δοκιμάζονται και στον κινηματογράφο, στη λεγόμενη "αιγυπτιακή περίοδο" του ελληνικού κινηματογράφου, τότε δηλαδή που περιοδεύοντες ελληνικοί θίασοι γύριζαν στα άριστα εξοπλισμένα στούντιο του Καΐρου ελληνικές ταινίες: οι αδελφές Καλουτά παίζουν στα φιλμ Δόκτωρ Επαμεινώνδας (με τον Παρασκευά Οικονόμου, 1938) και Όταν ο σύζυγος ταξιδεύει (με τον Μάνο Φιλιππίδη, 1939). Και στα δυο σκηνοθέτης είναι ο Τόγκο Μιζράχι που γύρισε και την Προσφυγοπούλα με τη Σοφία Βέμπο (η μόνη, δυστυχώς, ταινία της "αιγυπτιακής περιόδου" που φαίνεται να έχει σωθεί σήμερα) και μάλλον το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν τις δικαιώνει απόλυτα. Δυστυχώς δεν μπορούμε να το κρίνουμε εμείς σήμερα. Ωστόσο, θα ήταν καλό να χαρούμε και τη φινέτσα της Μαρίας Καλουτά σε μερικά αποσπάσματα από κοινές εμφανίσεις των δυο αδελφών που διασώθηκαν.



Πόλεμος και Κατοχή
Και φτάνουμε στο 1940. Λίγες μέρες πριν την κήρυξη του πολέμου οι αδελφές Καλουτά επιχειρούν να κάνουν την πρώτη τους επίσημη θιασαρχική εμφάνιση στη Θεσσαλονίκη, στο θέατρο Παλλάς της παραλίας, έχοντας ως κομπέρ τον, δημοφιλέστατο στην Αθήνα, Μίμη Τραϊφόρο. Σύμφωνα με το βιβλίο του Κώστα Τομανά Το θέατρο στην παλιά Θεσσαλονίκη, στον θίασο ανήκει και μια νεαρή τραγουδίστρια που λίγους μήνες πριν ξεκίνησε την καριέρα της στην πρωτεύουσα: η Ρένα Βλαχοπούλου, "προστατευόμενη" του Τραϊφόρου από την "Όαση", όπου εκείνος την παρουσίαζε δυο μήνες πριν. Ο πόλεμος αναγκάζει τον θίασο να διακόψει τις παραστάσεις του και να επιστρέψει άρον-άρον στην Αθήνα παρατώντας σκηνικά και βεστιάριο. Λίγες μέρες μετά οι Καλουτά, ο Τραΐφόρος κι η Βλαχοπούλου εντάσσονται στο δυναμικό του θεάτρου Μοντιάλ όπου μαζί με τον Μάνο Φιλιππίδη, τον Μίμη Κοκκίνη, την Ηρώ Χαντά και βέβαια τη Σοφία Βέμπο γράφουν ιστορία με τις πολεμικές επιθεωρήσεις που παρουσιάζουν με εξαιρετική επιτυχία. Η Άννα Καλουτά ντύνεται ευζωνάκι για να αναβιώσει ένα παλιό νούμερο από τα Πολεμικά Παναθήναια του 1912 και κάνει το κοινό να παραληρεί: "Εν δυο, εν δυο, φουστανέλα, τσαρούχι, φουνταφές..." Ταυτίζεται τόσο πολύ με τον ρόλο αυτόν που δεν θα τον εγκαταλείψει στη μετέπειτα καριέρας της. Κάθε τόσο θα παρουσιάζεται μια αφορμή για να ντυθεί και πάλι τσολιάς...


Μαζί με όλες τις πρωταγωνίστριες και τις τραγουδίστριες της εποχής, οι αδελφές Καλουτά τρέχουν στα νοσοκομεία για την ψυχαγωγία των τραυματιών και τα βράδια από τη σκηνή του Μοντιάλ η Άννα ενθουσιάζει το κοινό ως τσολιάς, αλητάκι ή Αρβανίτισσα, ενώ η Μαρία το συγκινεί ως η πιστή αρραβωνιαστικιά που περιμένει τον φαντάρο να γυρίσει από το μέτωπο... Οι νίκες του αλβανικού μετώπου όμως είναι σύντομα παρελθόν και οι αδελφές Καλουτά, όπως και όλοι/ες οι συνάδελφοί τους προσπαθούν να επιβιώσουν στην κατοχική θεατρική Αθήνα. Το πρώτο καλοκαίρι της Κατοχής ο θίασος του Μοντιάλ μεταφέρεται στο θερινό θέατρο του Μακέδου όπου παρουσιάζουν τις επιθεωρήσεις Αγκινάρα και Άφθονο γέλιο (στη δεύτερη εμφανίζεται η Ρένα Βλαχοπούλου για να... αντικαταστήσει τη Σοφία Βέμπο, όταν οι αρχές Κατοχής τής απαγορεύουν να εργάζεται στο θέατρο). Στη συνέχεια οι αδελφές Καλουτά αποφασίζουν, παρά τις αντίξοες συνθήκες της εποχής, να γίνουν θιασαρχίνες: πάντα σε συνεργασία με μεγάλα ονόματα (Φιλιππίδης, Κοκκίνης, Μαυρέας) παρουσιάζουν επιθεωρήσεις (Τζαζ, Αστροφεγγιές) και οπερέττες (Η γυναίκα του δρόμου, Πικ Νικ, Ο κ. Σεραφείμ) στα θέατρα Γκλόρια, Απόλλων και Σαμαρτζή, ενώ συχνά καταφεύγουν (ιδίως η Άννα), όπως και άλλοι/ες πολλοί/ές την εποχή εκείνη στο ντουμπλάρισμα: εμφανίζονται σε βαριετέ για να καταφέρουν να συμπληρώσουν το εισόδημά τους και να επιβιώσουν προτού η κυρά-Κατίνα αναγκαστεί να ξεπουλήσει ολόκληρη την περιουσία τους (το πιάνο που ποτέ δεν έμαθε καλά η Άννα ήταν από τα πρώτα "θύματα" της Κατοχής). Μια από τις πιο πετυχημένες εμφανίσεις των δύο αδελφών στην Κατοχή ήταν στην παράσταση Ο Φανός των συντακτών ένα κυριακάτικο πρωί του Απριλίου του 1943, στην οποία συμμετείχε σύσσωμο το ελληνικό θέατρο. Εκεί σμίγουν με τον Κώστα Μουσούρη, τον Δημήτρη Χορν και τη Σαπφώ Αλκαίου για να παρουσιάσουν το νούμερο "Ασυμφωνία χαρακτήρων": στο νούμερο υπάρχουν δυο τραγούδια, ένα κουαρτέτο του Σακελλαρίδη και ένα ντουέτο του Μενέλαου Θεοφανίδη που δίνει την ευκαιρία στην Άννα και τον Χορν να κάνουν έναν τρελό χορό...

Οι αδελφές Καλουτά συναντιούνται ξανά με τη Ρένα Βλαχοπούλου στην Απελευθέρωση: ανεβάζουν τον Οκτώβρη του 1944 την επιθεώρηση Welcome των Αλέκου Σακελλάριου-Χρήστου Γιαννακόπουλου με μουσική Γιάννη Σπάρτακου. Η Ρένα τραγουδάει εκεί την ήδη μεγάλη της επιτυχία "Θα σε πάρω να φύγουμε" και ο θίασος γνωρίζει μεγάλη επιτυχία που όμως θα τερματιστεί από τα Δεκεμβριανά. Αν και ενταγμένη στο ΕΑΜ, η Άννα έχει συναντήσει μια φορά τον αρχηγό του ΕΔΕΣ Ν. Ζέρβα και αυτό τη στιγματίζει: οι κομμουνιστές την κυνηγούν και τελικά τη σώζει η Μελίνα Μερκούρη που την κρύβει στο σπίτι της στο Κολωνάκι. Δεν το ξέχασε ποτέ αυτό η Άννα Καλουτά...

Τα πράγματα ηρεμούν και οι αδελφές Καλουτά συνεχίζουν την επιτυχημένη τους καριέρα. Το καλοκαίρι του 1945 συναντούν και πάλι τη Ρένα Βλαχοπούλου στην Όαση, ενώ τον χειμώνα 1945-46 η Άννα Καλουτά συνεργάζεται με τη Ρένα στην επιθεώρηση Ας τα βλέπουν οι μεγάλοι που ανεβαίνει στο θέατρο Παπαϊωάννου από τον θίασο Α. Καλουτά-Ορ. Μακρή-Β. Αυλωνίτη-Κ. Μαυρέα. Είναι μια από τις ωραιότερες συνεργασίες των δυο κυριών, αφού πέρα από τις σόλο εμφανίσεις τους, εμφανίζονται μαζί σε ένα χορευτικό νούμερο με τίτλο "Ο Δον Ζουάν στην Αθήνα": Η Άννα Καλουτά υποδύεται τον Δον Ζουάν, η Ρένα τη Δόνα Άννα, η Αντωνία Αθηναίου τη Δόνα Ελβίρα, και τις πλαισιώνει ένα μπαλέτο τσιγγάνων και σπανιόλων με επικεφαλής τον τσιγγάνο Γιάννη Φλερύ και την τσιγγάνα Λίντα Άλμα. Στο σόλο της "Η απρόσκλητη" η Άννα Καλουτά τραγουδάει στους "μεγάλους":

Αγαπητοί μου Κύριοι, βλέπω συνεδριάζετε,
μεγάλη επιθυμία μου ήταν να σας γνωρίσω.
Τ'είπατε; Σας απασχολώ; Μη στραβομουτσουνιάζετε,
συγνώμην που 'ρθα απρόσκλητη να σας απασχολήσω.
Κι οι πέντε όπως συσκέπτεστε πάρα πολύ μ' αρέσετε
δεν με γνωρίζατ' είπατε, για να με προσκαλέσετε;
Σερ Μπέβιν, ταβάρις Μολοτώφ, ποτέ δεν μ' εγνωρίσατε
ούτε με συναντήσατε, στον δρόμο σας ποτέ σας;
Μα τότε ας επιτρέψουνε οι εξοχότητές σας
την ύπαρξή μου τη φτωχή, μόνη να σας θυμήσω...
Είμαι: Μια που προώρισται να ζήσω, και θα ζήσω!

Ενώ στο ντουέτο "Παρατηρητές στην Ελλάδα" η Άννα Καλουτά τραγουδά μαζί με τον Κυριάκο Μαυρέα:
ΑΚ: Το κατάστασι μες στο χώρα σας
ήρθα να παρατηρήσω,
πώς περνάτε το κάθε ώρα σας
έξω θα τηλεγραφήσω.
ΚΜ: Να μην πέσεις σε παρεξήγηση
να με πάρεις δραγουμάνο
και μια έξυπνη καθοδήγηση
σ' όλα εν γένει θα σου κάνω.
ΑΚ: Θενκ γιου, βέρυ ματς, μην κάνω καμιά γκάφα.
ΚΜ: Πάρε Αμέρικα λοιπόν και τηλεγράφα.
 
ΑΚ & ΚΜ: Λα, ία ώ! Νάιν ηλεκτρικό
φως νιξ, τη νύξ μες στα στενά.
Ομόνοια πλατς και πλούς και πλούς
μπατζάκι μα και παπούτς.

Αυτή την περίοδο οι αδελφές Καλουτά ξεκινούν τις περιοδείες τους σ' όλον τον κόσμο. Είναι απαραίτητο για να αποχτήσουν τα σπίτια τους. Πρώτα τη βίλα "Μάνα" στο Χαλάνδρι, για να στεγάσουν εκεί την κυρά-Κατίνα που έχει αρχίσει να τυφλώνεται. Κι έπειτα, το δικό τους θέατρο, το θέατρο που θα φέρει το όνομά τους και θα στεγάσει τις φιλοδοξίες τους, το καλλιτεχνικό τους όραμα όταν εκείνες κάποια στιγμή αποσυρθούν από το προσκήνιο και ασχοληθούν, όπως έλπιζαν, με την παραγωγή, τη σκηνοθεσία, τη χορογραφία συστηματικά (γιατί ήδη σε πολλές επιθεωρήσεις αναλάμβαναν εκείνες να χορογραφήσουν αλλά και να σκηνοθετήσουν τις δικές τους εμφανίσεις αλλά και των συναδέλφων τους).

Βέβαια και για τα δυο σπίτια απαιτούνται πολλά και μακροχρόνια ταξίδια. Κάθε τόσο φεύγουν: Πόλη, Αίγυπτος, Αφρική, Αυστραλία. Πηγαίνουν όπου υπάρχει Έλληνες/Ελληνίδες. Εκείνοι/ες τις επευφημούν και τις ανταμείβουν. Και και κάθε τόσο επιστρέφουν για να δουν τη μητέρα τους και για να ανανεώσουν την επαφή τους με το κοινό της Ελλάδας. 


Ο μεγάλος έρωτας: Λάμπρος Κωνσταντάρας
Σε μια από αυτές τις επιστροφές, το 1949 συνεργάζονται και πάλι με τη Μαρίκα Κοτοπούλη που αυτή τη φορά τις καμαρώνει από τις κουίντες. Εμφανίζονται σε μουσικές κωμωδίες που ανεβαίνουν στο "Ρεξ", με πρώτη και καλύτερη το "Μ' αγαπά, δεν μ' αγαπά" του Ιωσήφ Ριτσιάρδη. Στο έργο αυτό οι αδελφές Καλουτά συμπρωταγωνιστούν με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Η Άννα και ο Κωνσταντάρας δεν τα πάνε καθόλου καλά, τσακώνονται στα παρασκήνια και αποφεύγουν να κοιταχτούν στη σκηνή. Το άγρυπνο βλέμμα της Κοτοπούλη όμως δεν γελιέται: καταλαβαίνει ότι οι δυο νέοι έχουν ερωτευτεί ο ένας τον άλλον. Σε λίγο καιρό ο δεσμός τους είναι πραγματικότητα, ένας θυελλώδης έρωτας (ο δεύτερος από τους τρεις έρωτες της Καλουτά, είχε προηγηθεί ο νεανικός έρωτάς της με τον μεταξοβιομήχανο Ναθαναήλ) που παραλίγο να καταλήξει σε γάμο: δεν έγινε όμως ποτέ αυτό, γιατί η Άννα Καλουτά ήταν ερωτευμένη μόνο με το θέατρο, μ' αυτό ήθελε να είναι παντρεμένη σ' όλη της τη ζωή.

Στη σκηνή του Ρεξ οι δυο αδελφές τραγουδούν τη μεγάλη επιτυχία "Μια καρδιά που χτυπά" των Ιωσήφ Ριτσιάρδη-Δημήτρη Γιαννουκάκη. Το ερμηνεύουν και σε δίσκο 78 στροφών. Η άλλη μεγάλη επιτυχία του έργου Μ' αγαπά, δεν μ' αγαπά, είναι το "Μ' αρέσεις" που στο Ρεξ τραγουδιόταν από την Άννα και τον Κωνσταντάρα, ενώ στους δίσκους τραγουδήθηκε από την Άννα και τον Φώτη Πολυμέρη.


Αξίζει σ' αυτό το σημείο να αναφέρουμε ότι από τα χρόνια του '30 μέχρι τα μέσα του '50 οι αδελφές ηχογράφησαν καμιά εικοσαριά τραγούδια που αποκαλύπτουν τον μοναδικό συνδυασμό των φωνών τους και μας δίνουν μια γεύση της δυναμικής αυτού του ντουέτου στη σκηνή: "Κοιταζόμασταν μόνο και αυτόματα ξέραμε η μία τι θα κάνει η άλλη" έλεγαν κι οι δυο.
 Καλουτά-Κωνσταντάρας στους Απάχηδες των Αθηνών
Το ζευγάρι Καλουτά-Κωνσταντάρας περνάει και στο σινεμά. Γυρίζουν δυο ταινίες, τους Απάχηδες των Αθηνών, μέτρια μεταφορά της θρυλικής οπερέτας του Χατζηαποστόλου στην οποία όμως αποτυπώνεται ιδανικά ο έρωτάς τους όταν τραγουδούν το υπέροχο τραγούδι "Τι μάτια, τι όμορφα μάτια", και το Εκείνες που δεν πρέπει να αγαπούν, καλοφτιαγμένο μελόδραμα του Αλέκου Σακελλάριου που απαθανατίζει τη λαμπερή ομορφιά της Άννας Καλουτά και το υπέροχο βλέμμα της. Ίσως το παίξιμό της να μην είναι πολύ φυσικό σ' αυτά τα φιλμ, καθώς κουβαλάει τη θεατρικότητα της εποχής της. Η ίδια ομολογούσε ότι δεν της πήγαινε ο κινηματογράφος γιατί δεν μπορούσε να υποταχθεί εύκολα στον σκηνοθέτη. Νομίζω όμως ότι καταφέρνει να επιβληθεί στον θεατή με τη λάμψη της, τη γοητεία της και την προσωπικότητά της και τελικά αυτή η ταινία καταγράφεται ως μια από τις καλύτερές της.
Η Άννα Καλουτά στην οπερέττα του Νίκου Χατζηαποστόλου Η γυναίκα του δρόμου

Το καλοκαίρι του 1951 οι αδελφές Καλουτά συνεργάζονται με τον Ορέστη Μακρή, τον Νίκο Σταυρίδη, τον Κούλη Στολίγκα, την Καλή Καλό, τη Σμαρούλα Γιούλη και τη Ρίτα Δημητρίου στο θέατρο "Σαμαρτζή". Παρουσιάζουν από τις 4 Ιουνίου με μεγάλη επιτυχία την επιθεώρηση Φεστιβάλ στην Αθήνα της τριάδας Ασημακόπουλου-Σπυρόπουλου-Παπαδούκα με μουσική του Μενέλαου Θεοφανίδη. Είναι το έργο στο οποίο ερμηνεύει για πρώτη φορά τον "Τρίτο άνθρωπο". Εκείνα τα χρόνια όταν μια επιτυχημένη επιθεώρηση κατάφερνε να κρατήσει το πρόγραμμα ενός θεάτρου ολόκληρη τη σεζόν, γίνονταν "τονωτικές ενέσεις" για να ανανεωθεί το έργο με την πρόσθεση κάποιων νέων σκηνών που θα έφερναν ακόμα περισσότερο κόσμο στο θέατρο. Μια τέτοια τονωτική ένωση είναι η συνεργασία της Ρένας Βλαχοπούλου με τον θίασο, άρτι αφιχθείσα από την Αμερική, στις 17 Αυγούστου 1951. Οι Καλουτά και η Ρένα ανανεώνουν τη φιλία τους μέσα από τη συνεργασία αυτή αλλά και τις νυχτερινές εξόδους τους. Μια τέτοια νυχτερινή έξοδο θυμόταν πάντα η Άννα Καλουτά, όταν η Ρένα αποφάσισε να κάνει το τραπέζι στις δυο αδελφές κάποιο βράδυ. Χάλασε όμως το καινούριο convertible αυτοκίνητο που μόλις είχε φέρει από την Αμερική και έτσι οι δυο πρωταγωνίστριες αναγκάστηκαν να κατέβουν και να σπρώξουν το αυτοκίνητο...
Η Ρένα Βλαχοπούλου και το αυτοκίνητο που αναγκάστηκαν να σπρώξουν οι αδελφές Καλουτά

Στη δεκαετία του '50 οι αδελφές Καλουτά συνεχίζουν τα ταξίδια στο εξωτερικό χωρίς να αμελούν για τις εμφανίσεις τους στην Ελλάδα. Τις συναντάμε στο θέατρο Βέμπο με το Τρόλλεϋ Μπας και τον θίασο της Σοφίας Βέμπο, στο "Ακροπόλ", στη μοναδική συνεργασία τους με τον Βασίλη Μπουρνέλλη όπου συνεργάζονται με τη Ρένα Ντορ, τη Μαρίκα Κρεβατά και τη Σπεράντζα Βρανά στην επιθεώρηση Αστέρια της Αθήνας, στο θέατρο Κυβέλης όπου συνεργάζονται με τον Μενέλαο Θεοφανίδη και τον Νίκο Σταυρίδη. Το 1955 συναντιούνται ξανά με τη Ρένα Βλαχοπούλου, αυτή τη φορά στη Θεσσαλονίκη. Στη διάρκεια της Διεθνούς Έκθεσης, στο κοσμικό κέντρο «Χαβάη» εμφανίζεται ένα «εκλεκτό συγκρότημα»: η Άννα και η Μαρία Καλουτά, η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Γιώργος Οικονομίδης και το χορευτικό ζευγάρι Γιάννης Φλερύ-Λίντα Άλμα. Ο τύπος και της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης μιλάει για θρίαμβο.
Ρένα Βλαχοπούλου, Μαρία Καλουτά, Άννα Καλουτά στο κέντρο "Χαβάη" της Θεσσαλονίκης (1955)
Οι αδελφές Καλουτά λίγο πριν από την εμφάνισή τους στο Carnegie Hall

Το θέατρο "Άννα-Μαρία Καλουτά"
Επιστρέφουν οριστικά από τις περιοδείες τους για να θεμελιώσουν το θέατρο "Άννα και Μαρία Καλουτά" στον αριθμό 240 της οδού Πατησίων το 1960. Το χτίσιμό του όμως αποδεικνύεται μια οδυνηρή εμπειρία για τις δυο γυναίκες. Αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα με τον οικοπεδούχο και τον εργολάβο, αναγκάζονται να πουλήσουν ό,τι έχουν και δεν έχουν για να τα βγάλουν πέρα, πουλούν ακόμα και τη βίλα "Μάνα" στο Χαλάνδρι, αρχίζουν να εμφανίζονται οπουδήποτε προκειμένου να εξασφαλίσουν χρήματα (από βαριετέ μέχρι τις "Γιορτές κρασιού"...) αλλά τελικά αναγκάζονται να συνάψουν μια συμφωνία που θα τους επιτρέψει να εκμεταλλεύονται το θέατρο που οι ίδιες έχτισαν για 20 μόνο χρόνια, μέχρι το 1981... Το φθινόπωρο του 1961 εγκαινιάζεται με μεγάλη επισημότητα το θέατρο Καλουτά που στεγάζει το "Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο" του Μάνου Κατράκη που παρουσιάζει την Οδύσσεια. Μια τεράστια παραγωγή που ατυχεί στο ταμείο. 
Ο "Θίασος Γυναικών" στην είσοδο του θεάτρου Καλουτά: διακρίνονται αδελφές Καλουτά-Βλαχοπούλου-Μπελίντα-Μοσχονά-Ζάννα-Στυλιανοπούλου κ.ά. (Νοέμβριος 1961)

Το ίδιο άτυχη εμπορικά αποδεικνύεται και η μουσική παράσταση που παίζεται παράλληλα με την Οδύσσεια σε προ-απογευματινές παραστάσεις (στις 4 το απόγευμα) και στα ρεπό της Οδύσσειας. Πρόκειται για το έργο του Γιώργου Γιαννακόπουλου Της φυλακής τα σίδερα που παρουσιάζει ο "Θίασος Γυναικών" με επικεφαλής τις Άννα και Μαρία Καλουτά, Ρένα Βλαχοπούλου, Καίτη Μπελίντα και Μπέτυ Μοσχονά" (στον θίασο ανήκουν επίσης η Φλωρέτα Ζάννα, η Δέσποινα Στυλιανοπούλου, η Τασούλα Καλογιάννη και άλλες). Ο Γιώργος Κατσαρός γράφει τη μουσική για το πρωτότυπο αυτό έργο που σηματοδοτεί την η τελευταία συνεργασία της Ρένας Βλαχοπούλου με τις αδελφές Καλουτά. Το έργο, αντίθετα από ό,τι έχει γραφτεί, δεν έχει καμιά σχέση με το Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται, αλλά παρουσιάζει τις ιστορίες πέντε φυλακισμένων γυναικών. Παρά τις πρωτοτυπίες της και τα μεγάλα ονόματα η παράσταση δεν αντέχει περισσότερο από δυο μήνες.
Οι αδελφές Καλουτά στην Αμερική

Αρχίζει έτσι μια πραγματική Οδύσσεια για τις αδελφές Καλουτά: η θεατρική επιχείρηση αποδεικνύεται μεγάλος μπελάς. Από σεμνότητα προσπαθούν να μην εμφανίζονται οι ίδιες στο θέατρό τους και επιδιώκουν να στελεχώνουν τους θιάσους του με μεγάλα ονόματα. Αφενός όμως τα μεγάλα ονόματα δείχνουν απρόθυμα να παίξουν στο... τέρμα Πατησίων, αφετέρου το ίδιο το κοινό δείχνει απρόθυμο να... ταξιδέψει ως εκεί για να δει μια παράσταση (τότε το κέντρο της Αθήνας είχε πιο περιορισμένη έκταση). Διάφορες αναποδιές αναγκάζουν τις δυο αδελφές να το λειτουργήσουν ένα διάστημα ως κινηματογράφο, ενώ διάφορα φιλόδοξα εγχειρήματα που παρουσιάζονται κατά καιρούς στη σκηνή του (πχ το Καμπαρέ με τη Μάρθα Καραγιάννη) ρίχνουν άδοξα αυλαία.
Η Άννα Καλουτά με τον συνθέτη Μίμη Κατριβάνο που τής έγραψε το τραγούδι "Δυο πράσινα μάτια" (οι στίχοι ανήκουν στον Κώστα Κιούση). Διακρίνεται η ιδιόχειρη... ομολογία του συνθέτη για το γεγονός αυτό.

Στα χρόνια του '60 οι αδελφές Καλουτά συνεχίζουν να εμφανίζονται στα κεντρικά θέατρα της πρωτεύουσας. Το καλοκαίρι του 1962 συνεργάζονται στο Παρκ με τον Μίκη Θεοδωράκη στην Όμορφη πόλη του (ενώ λίγα μέτρα πιο πάνω, στο Μετροπόλιταν η Ρένα Βλαχοπούλου συνεργάζεται με τον Μάνο Χατζιδάκι στην Οδό Ονείρων). Αξίζει τον κόπο να δούμε πώς παρουσιάστηκε στα επίκαιρα η πρεμιέρα της Όμορφης Πόλης.



Οι αδελφές Καλουτά θα δουλέψουν ακόμα στο Περοκέ (Το ημερολόγιο οκτώ τρελών, Η Αθηναία του 64), στο Βέμπο (Η κουτσομπόλα τα λέει όλα, Κοντά στα ξημερώματα), ενώ θα πραγματοποιήσουν περιοδείες και σε ευρωπαϊκές χώρες--κυρίως η Άννα. Η Άννα πραγματοποιεί και κάποιες ακόμα κινηματογραφικές εμφανίσεις σ' αυτά τα χρόνια. Οι πιο χαρακτηριστικές είναι στις ταινίες Ο εμίρης και ο κακομοίρης (όπου πραγματοποιεί μια cameo εμφάνιση και η Μαρία!), η Σμυρνιά (ρόλος που δόξασε στο θέατρο σε πάμπολλα νούμερα) και κυρίως το Καλώς ήρθε το δολλάριο του Αλέκου Σακελλάριου, όπου κλέβει την παράσταση σε κάποιες σκηνές ως μαντάμ Φούλη, ιδιοκτήτρια του καμπαρέ, που γνωρίζει καλύτερα από τον επαγγελματία καθηγητή αγγλικών ότι η ξένη γλώσσα πρέπει να διδαχτεί επικοινωνιακά... 


Το 1965 η Μαρία παντρεύεται και δυο χρόνια αργότερα αποφασίζει να αποσυρθεί από το θέατρο για να αφοσιωθεί στον άντρα της, αλλά και στην επιχείρηση του θεάτρου Καλουτά. Έτσι το ντουέτο "Αδελφές Καλουτά" αποτελεί πια παρελθόν. Η ώριμη πλέον Άννα ξεκινάει σόλο καριέρα στο θέατρο. Αδιαφιλονίκητη πρωταγωνίστρια, συνεχίζει να λάμπει στη σκηνή και τη δεκαετία του '70 συνεργαζόμενη σε διάφορους θιάσους με τη Ρένα Ντορ, τον Αλέκο Λειβαδίτη, τη Σπεράντζα Βρανά, τον Κώστα Χατζηχρήστο, τη Ζωζώ Σαπουντζάκη. Ακούγονται διάφορα για κάποιους καβγάδες με νεότερες πρωταγωνίστριες: η ίδια παραδεχόταν ότι ήταν αυστηρή στη δουλειά της και ότι διεκδικούσε πάντοτε τη θέση που, κακά τα ψέματα, τής αναλογούσε μετά από τόσα χρόνια δουλειάς και επιτυχίας. Πάντως, όπως θυμάται η Σπεράντζα Βρανά στα βιβλία της, δεν το "έπαιζε" βεντέτα. Ήταν βεντέτα από τη φύση της. Σχετικά με τον βεντετισμό της κυκλοφορούσε ένα ανέκδοτο, με το οποίο γελούσε και η ίδια, που αποδιδόταν στον τραγουδιστή Κώστα Μανιατάκη: η πιο δύσκολη θεατρική γέννα ήταν της Άννας Καλουτά. Κοιλοπονούσε η κυρά-Κατίνα, μα το μωρό δεν έβγαινε. "Βγες, παιδί μου", φωνάζει η μάνα. "Ρίξτε μου προβολέα για να βγω!", φωνάζει η Άννα...
Οι αδελφές Καλουτά σε μια τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ που λέγεται ότι έχει σβηστεί...

Υπήρξαν κριτικές που μίλησαν για βέκιο παίξιμο και για απόσταση (σε αντίθεση με τη Ρένα Βλαχοπούλου που το παίξιμό της χαρακτηριζόταν πάντα από αμεσότητα και αυθορμητισμό): η αλήθεια είναι ότι η Καλουτά κουβαλούσε πάντα τον αέρα της παλιάς εποχής, ωστόσο δεν θεωρώ πως αυτό δημιούργησε ποτέ πρόβλημα στην επικοινωνία της με την πλατεία. Το αντίθετο μάλιστα. Επιπλέον, όπως είπε ο Σταμάτης Φασουλής στη Σπεράντζα Βρανά (στο βιβλίο Επιθεώρηση, καψούρα μου), Άννα Καλουτά ήταν "από τις περισσότερο 'τεχνικά κατηρτισμένες' θεατρίνες στην επιθεώρηση, από τις λίγες που ξέρουνε πού θα χορέψουνε, πώς θα χορέψουνε και πόσο! Δηλαδή ξέρει άψογα τη δοσολογία, το μέτρο του χορού, το μέτρο του τραγουδιού, τη συνταγή τέλος πάντων ενός νούμερου! Αυτό το μέτρο λίγες το ξέρουνε." Ίσως για αυτόν τον λόγο η Άννα Καλουτά ήταν η μόνη της γενιάς της που ήταν ικανή να διδάξει την τέχνη του μουσικού θεάτρου: εργάστηκε ως καθηγήτρια στη "Σχολή Μουσικού Θεάτρου" του Μενέλαου Θεοφανίδη που λειτούργησε σε συνεργασία με το Ελληνικό Ωδείο για αρκετά χρόνια. Για αυτόν τον λόγο, άλλωστε, ήταν και η θεατρίνα που αναλάμβανε να εκπροσωπήσει την επιθεώρηση όποτε αυτό ήταν απαραίτητο, σε εκδηλώσεις, σε εκπομπές, ακόμα και σε συνέδρια (όπως συνέβη στον Βόλο πριν από κάποια χρόνια). Και τόσο η Άννα όσο και η Μαρία βοήθησαν νέα παιδιά, ανέδειξαν νέα ταλέντα από τα πρώτα χρόνια της θιασαρχικής τους πορείας μέχρι την ωριμότητά τους.
Μιχάλης Δεσύλλας και Άννα Καλουτά στην επιθεώρηση Σεξ, ατάκα και επιτόπου, στο Ρεξ, το 1975 (φωτογραφία από το αρχείο του Μιχάλη Δεσύλλα)

Δεκαετία του '80
Το 1980 πραγματοποιεί την καλύτερη ίσως κινηματογραφική της εμφάνιση στην ταινία Ελευθέριος Βενιζέλος του Παντελή Βούλγαρη παίζοντας τέσσερα επιθεωρησιακά νούμερα (γραμμένα από τον Βούλγαρη, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη και τον Λευτέρη Παπαδόπουλο) που δίνουν το στίγμα τεσσάρων διαφορετικών χρονικών στιγμών στην πορεία του μεγάλου πολιτικού. Τέσσερις εξαιρετικές σκηνές που αποτελούν την καλύτερη καταγραφή της θεατρικής της περσόνας--μόνο η εμφάνισή της στη Βραδιά επιθεώρησης του Γιώργου Λαζαρίδη και του Γιώργου Κατσαρού μπορεί να τις συναγωνιστεί (αν και, από ό,τι διαβάζω, είχε εμφανιστεί μαζί με τη Μαρία και σε ένα αφιέρωμα του Γιώργου Παπαστεφάνου, το οποίο η ΕΡΤ... έσβησε!)...

Θαυμάστε σ' αυτό το σημείο δυο από τα τέσσερα νούμερα της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη.


Στα χρόνια του '80, οι εμφανίσεις της Άννας Καλουτά έγιναν πιο επιλεκτικές: εργαζόταν μόνον όταν είχε κάτι καινούριο να πει. Άλλωστε έκρινε πως δεν τής πήγαινε το νέο κλίμα της επιθεώρησης. Δούλεψε με τον Κώστα Καρρά στο μιούζικαλ Γιατί δεν ξανατραγουδάς; (σε μια παράστασή του την ενημέρωσαν πως η θρυλική κυρά-Κατίνα είχε πεθάνει...). Έκανε επιθεώρηση με νέα παιδιά: συνεργάστηκε με την ομάδα "Κακό συναπάντημα" (Βάσια Τριφύλλη, Άννα Βαγενά, Κατιάνα Μπαλανίκα, Πάνος Σκουρολιάκος, Γιάννης Μποσταντζόγλου) στο Αναδομήστε μας κι αφήστε μας (όπου ερμήνευσε φυσικά την "Κυρία επιθεώρηση") και σκηνοθέτησε την ομάδα του Ηλία Κακλαμάνη (Τι εκείνος, τι αυτός, τα πληρώνει ο λαός).
Στην επιθεώρηση Αναδομήστε μας κι αφήστε μας με την τάξη του '69


Έπαιξε με τη Μάρω Κοντού στο έργο Η πρώτη νιότη του Κριστιάν Τζιουντιτσέλ που ανέβηκε στο Θέατρο της Γ΄ Σεπτεμβρίου. Κατάφερε να εμφανιστεί και στην Επίδαυρο παίζοντας Λυσιστράτη: σε μια παράξενης αντίληψης παράσταση του Γιώργου Μεσσάλα που αποφάσισε να μοιράσει τον ρόλο στα δύο, δίνοντας την κωμική διάσταση στην Καλουτά και την ερωτική διάσταση στη Νόρα Κατσέλη. Έτσι το μόνο θεατρικό είδος που της... ξέφυγε ήταν η αρχαία τραγωδία... Γύρισε μια σειρά δεκάλεπτων κωμικών εκπομπών για την ΕΡΤ με τίτλο Η πανταχού παρούσα καθώς και ελάχιστες, ευτυχώς, βιντεοταινίες. Πραγματοποίησε και κάποιες guest εμφανίσεις σε τηλεοπτικές σειρές (χαρακτηριστικότερη ίσως η συμμετοχή της στον Αστυνόμο Θανάση Παπαθανάση με τον Θανάση Βέγγο που έγραφε και σκηνοθετούσε ο Γιώργος Λαζαρίδης. Με τον Λαζαρίδη τη συνέδεε βαθιά φιλία που ξεκίνησε από τα χρόνια της συνεργασίας τους στο θεάτρο Καλουτά και κορυφώθηκε με την έκδοση της πρώτης βιογραφίας της που έγραψε ο Λαζαρίδης το 1990).
Μετά την παράσταση της Λυσιστράτης. Δίπλα της ο θετός γιος της Πάνος Κατσάνης

Τη δεκαετία του '80 την αποχαιρέτησε περιοδεύοντας ανά την Ελλάδα με τον Δημήτρη Πιατά, την Τόνια Καζιάνη και την τραγουδίστρια Μαρίνα. Παρουσίασαν την επιθεώρηση Τρέξτε για να προκάνετε. Ήταν η τελευταία της τουρνέ αλλά και η τελευταία της εμφάνιση στην επιθεώρηση. Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις Σέρρες τον Νοέμβριο του 1989: ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα την Άννα Καλουτά στη σκηνή και πραγματικά με αφόπλισε με την ενέργειά της, το απόλυτα εναρμονισμένο με τα άλλα μέλη του θιάσου παίξιμό της στα ομαδικά νούμερα του πρώτου μέρους (μια αναδρομή στην ιστορία της Ελλάδας) και κυρίως με την ερμηνεία της στο σόλο της: υποδυόταν μια πρέσβειρα και άλλαζε σε χρόνο-αστραπή κοστούμια για να μας μεταφέρει στις χώρες τις οποίες εκπροσωπούσε.


Το οριστικό "αντίο" στο θέατρο
Τη σεζόν 1991-92 η Άννα Καλουτά ένιωσε ιδιαίτερα ευτυχής όταν συνεργάστηκε με την Κάτια Δανδουλάκη και τον Γρηγόρη Βαλτινό στο έργο Άμπρα κατάμπρα. Και δυο χρόνια μετά αποφάσισε να πει το οριστικό "αντίο" στο θέατρο! Με πρόζα και πάλι: το έργο Και μαζί και μόνος των Νίκου Καμπάνη-Βύρωνα Μακρίδη είχε παρουσιαστεί κι άλλες φορές από αθηναϊκούς θιάσους, αλλά ο Βασίλης Τσιβιλίκας έδωσε μάλλον την καλύτερη παράστασή του: σεζόν 1993-94 στο θέατρο... Καλουτά! Αν και πρόκειται για καθαρόαιμη πρόζα, στον θίασο μετέχουν δυο στελέχη του μουσικού θεάτρου: η Άννα Καλουτά και ο Τζων Μοδινός που σε ένα σημείο τραγουδούν ακαπέλα το "Μ' αρέσεις" από το Μ' αγαπά, δεν μ' αγαπά και το θέατρο πέφτει από το χειροκρότημα. Η Καλουτά παίζει τη σαλονικιά μητέρα του Τσιβιλίκα που έρχεται χαράματα από τη Θεσσαλονίκη για να του φέρει μια νύφη. Εξαιρετική απόδοση ενός "δεύτερου" ρόλου που κλέβει την παράσταση. Το έργο παρουσιάζεται λίγο πριν το Πάσχα για λίγες εβδομάδες στο θέατρο "Εγνατία" της Θεσσαλονίκης και μετά το Πάσχα μεταφέρεται στο Μετροπόλιταν. Εκεί δηλώνει η Άννα Καλουτά ότι θα αποχαιρετίσει το κοινό της, τώρα που μπορεί ακόμα να παίζει, γιατί δεν θέλει να τη βλέπει ο κόσμος στη σκηνή και να αναρωτιέται: "Γιατί παίζει;"
Η τελευταία της εμφάνιση στο σανίδι στο πλευρό του Βασίλη Τσιβιλίκα: Και μαζί και μόνος

Η αποχώρησή της από το σανίδι δεν σήμανε όμως την αποχώρησή της από την ενεργό δράση: εμφανίστηκε σε άπειρες τηλεοπτικές εκπομπές για να μιλήσει για τη ζωή της, την καριέρα της, για το παλιό και το νέο θέατρο... Όσες φορές κι αν την πετύχαινα, δεν μπορούσα να μην την ακούσω, κι ας ήξερα καλά τις ιστορίες που έλεγε. Ήταν απολαυστική στις αφηγήσεις της. Ο λόγος της απέπνεε ήθος, φυσική ευγένεια, χιούμορ, κάποιες φορές αυτοσαρκασμό, πάντα σεβασμό  για τους συνομιλητές/τις συνομιλήτριες, το παρελθόν, τις αξίες που πρέσβευε ("Είμαι πουριτανή", ομολογούσε αφοπλιστικά...), την Ελλάδα που υπεραγαπούσε. Ήταν πάντα "μέσα στα πράγματα" (έβλεπε πολλή τηλεόραση, πήγαινε συχνά στο θέατρο--όχι όμως στην επιθεώρηση, γιατί τη στενοχωρούσε η "κατάντια" της). Κάθε Οκτώβρη, ήταν σταθερά καλεσμένη σε τηλεοπτικές εκπομπές για να μιλήσει για το θέατρο του '40. Έδινε το "παρούσα" σε εκδηλώσεις που διοργανώνονταν από διάφορους φορείς είτε για να τιμηθεί η ίδια είτε για να τιμηθούν άλλοι/ες συνάδελφοί της ή άνθρωποι των Γραμμάτων και των Τεχνών.
Καλουτά-Βλαχοπούλου στη βράβευσή τους από το Θεατρικό Μουσείο (Ρεξ, 1995). Πίσω τους ο Κώστας Χατζηχρήστος

Σε τρεις βραβεύσεις της συναντήθηκε και με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Το 1995 οι δυο τους είναι οι πρώτες ηθοποιοί που τιμούνται με το τιμητικό έπαθλο "Παναθήναια" του Θεατρικού Μουσείου για τη συνολική τους προσφορά στο μουσικό θέατρο. Σε μια συγκινητική εκδήλωση στο ανακαινισμένο θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ, η Καλουτά θυμάται ότι υπό την προστασία της Κοτοπούλη έκανε το ντεμπούτο της στο σανίδι: "Θαρρώ πως τη βλέπω εκεί στην κουίντα να με παρακολουθεί στο Μ' αγαπά, δεν μ' αγαπά...", είπε, και κάλεσε τη Μαρία Καλουτά να ανεβεί στη σκηνή για να μοιραστούν το βραβείο. Λίγη ώρα αργότερα, ανέβηκε στη σκηνή η Ρένα Βλαχοπούλου για να παραλάβει το δικό της έπαθλο και όταν κατέβηκε, η Άννα Καλουτά σηκώθηκε να τη φιλήσει: "Πάλι μάκια; Θα μας φύγει το μακιγιάζ", της λέει η Ρένα! 

Δυο χρόνια αργότερα οι δυο τους, μαζί με αρκετούς/ές ακόμα ηθοποιούς του ελληνικού κινηματογράφου, τιμούνται από ιδιωτικό φορέα για την προσφορά τους. Η εκδήλωση διοργανώνεται στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.
Καλουτά-Βλαχοπούλου σε μια ακόμα βράβευσή τους, στο Εθνικό Θέατρο, το 1997

Μα η σημαντικότερη βράβευση για τις δυο κορυφαίες του ελληνικού μουσικού θεάτρου ήρθε έξι χρόνια μετά, τον Ιανουάριο του 2003: ο τότε Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος τις τιμά με τον Χρυσό Σταυρό του Ταξιάρχη του Φοίνικος σε μια σεμνή τελετή στο Προεδρικό Μέγαρο (μαζί με άλλες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών, ανάμεσά τους ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και ο Δημήτρης Μαρωνίτης). Η Ρένα Βλαχοπούλου έχει από καιρό αποτραβηχτεί στο σπίτι της και τη διάκριση παραλαμβάνει ο σύζυγός της Γιώργος Λαφαζάνης. Η Άννα Καλουτά όμως είναι εκεί, παρούσα: θαλερή, ακαταπόνητη, λαμπερή, χειροκροτείται θερμά από όσους/ες παρευρίσκονται.

Όταν το 2002 ο Μάκης Δελαπόρτας έγραψε τη βιογραφία της Ρένας Βλαχοπούλου, η Καλουτά μοιράστηκε μαζί του αναμνήσεις από την κοινή ζωή τους για να συμπεριληφθούν στο βιβλίο. Σε διάφορες εκπομπές στις οποίες παρουσιάστηκε το βιβλίο του, η Καλουτά εμφανίστηκε με συγκινητική προθυμία για να μιλήσει για την παλιά συνάδελφο και φίλη που ποτέ δεν ξέχασε και πάντα τής τηλεφωνούσε για να τη ρωτήσει πώς είναι...


Στις 24 Ιουνίου 2005 η Άννα Καλουτά απολαμβάνει από τον θώκο του Ηρωδείου το αφιέρωμα του Φεστιβάλ Αθηνών στην παλιά της φίλη Σοφία Βέμπο με τη Χαρούλα Αλεξίου και τη Δήμητρα Γαλάνη. Σε κάποια στιγμή της συναυλίας οι δυο τραγουδίστριες χαρίζουν στη μεγάλη πρωταγωνίστρια ένα από τα τριαντάφυλλα που τους έχει προσφέρει κάποιος θεατής.
 
Απώλειες και αποχαιρετισμοί
Τον Οκτώβρη του 2003, λίγες μέρες αφότου συμπληρώσει τα 85 της χρόνια παίρνει μέρος στη 2η "Ημέρα του Έλληνα Ηθοποιού", την εκδήλωση που διοργανώνει το ΣΕΗ στο Ηρώδειο για να τιμήσει τους/τις ηθοποιούς Άννα Καλουτά, Βάσω Μανωλίδου, Αλέκα Παΐζη, Άννα Συνοδινού, Αλέκο Αλεξανδράκη, Λυκούργο Καλλέργη και Γιώργο Λαζάνη. Ξεσηκώνει το Ηρώδειο με τον αυτοσαρκασμό της, τις αναφορές στην ηλικία της ("Ο ηθοποιός δεν γερνάει, μεγαλώνει" είναι το μότο της!), τις αναμνήσεις της από τις δέκα εντολές που τής δίδαξε η Κοτοπούλη και βέβαια με το κλασικό φινάλε από ένα παλιό της νούμερο:
Κι εγώ που είμαι πάνω στη σκηνή
απ' τον καιρό  που ήμουν πιτσιρίκι
ε, δεν θα 'μαι στα μυαλά πολύ σωστή
που βγαίνω και πηδάω σαν κατσίκι.
Επιπόλαιη και τρελή
με φωνάζουνε πολλοί
που επάνω στη σκηνή ακόμα βγαίνω.
Μα το λέω θαρρετά
ας βρεθεί μια Καλουτά,
τα μαζεύω και στο σπίτι μου πηγαίνω!


Την επόμενη χρονιά βιώνει μια μεγάλη λύπη. Το θεάτρο "Καλουτά" γκρεμίζεται για να χτιστεί στη θέση του ένα σούπερ μάρκετ. Μπορεί να είχαν χάσει το θέατρο από το 1981 και να... πλήρωνε εισιτήριο για να μπει μέσα, όπως έλεγε συχνά, ωστόσο το όνομά της παρέμενε στη μαρκίζα, να θυμίζει στον κόσμο τουλάχιστον ποιες το έχτισαν. Με την πρόφαση ότι το θέατρο δεν πληροί κάποιες προϋποθέσεις ασφάλειας, απαγορεύεται η λειτουργία του και τελικά οι ιδιοκτήτες του το κατεδαφίζουν. Αξίζει να σημειωθεί ότι το θέατρο "Άννα-Μαρία Καλουτά" ήταν για πολλά χρόνια, μαζί με το "Ρεξ", το μοναδικό θέατρο της πρωτεύουσας που χτίστηκε από την αρχή για να γίνει θέατρο (καθώς όλα τα υπόλοιπα θέατρα της πόλης ήταν ή παλιοί κινηματογράφοι ή άλλοι χώροι που μετατράπηκαν σε θέατρα). Και όμως, αυτό το κόσμημα εξαφανίστηκε από τον θεατρικό χάρτη. Σήμερα μια πινακίδα θυμίζει ότι στη θέση αυτού του κτιρίου υπήρχε άλλοτε το θέατρο Καλουτά. Ευτυχώς έχει διατηρηθεί το όνομα της στάσης "Άννα και Μαρία Καλουτά" για τα λεωφορεία και τα τρόλλευ--για να δοθεί το όνομα αυτό στη στάση είχαν παλέψει πολύ οι δυο τους από τα χρόνια του '60...
Η Μαρία και η Άννα Καλουτά το 1997

Ωστόσο, η μεγαλύτερη λύπη έρχεται για την Άννα τον Οκτώβριο του 2006, όταν πεθαίνει η Μαρία Καλουτά. Χρόνια ζούσαν οι δυο τους με την αγωνία: "ποια θα φύγει πρώτη..." Τελικά η Μαρία δεν άντεξε και έπειτα από λίγα χρόνια ταλαιπωρίας, αποχώρησε. Ο χαμός της συντρίβει την Άννα. Πάντως, δεν το βάζει κάτω. Στρατιώτης της ζωής και του θεάτρου, θα συνεχίσει να δίνει τις μάχες της με την αισιοδοξία που τη διέκρινε πάντα. Εξακολουθεί να δέχεται με περηφάνεια τις τιμές που τής κάνουν από όλη την Ελλάδα (θυμάμαι χαρακτηριστικά τη χαρά της όταν την τίμησε το Αμερικανικό Κολλέγιο της Θεσσαλονίκης), τις προτάσεις των δημοσιογράφων να εμφανιστεί στις εκπομπές τους για να μιλήσει για το '40, για το θέατρο, για τους/τις συναδέλφους της... Σιγά-σιγά όμως αρχίζει να υποφέρει από τα πόδια της. Και αυτός είναι ο λόγος που αρχικά αρνείται την πρόταση που τής κάνει ο Σταμάτης Κραουνάκης να εμφανιστεί ξανά στο Ηρώδειο στη μεγαλειώδη παράσταση που ετοιμάζει εκείνος για το Φεστιβάλ Αθηνών με τίτλο X-Σκηνής: Αυτά που κάψαν το σανίδι. "Πονούν τα πόδια μου", του λέει. Και συμπληρώνει: "Όλοι της γενιάς μου έχουν φύγει". Δεν ήξερε, όπως έλεγε, αν αυτό είναι χαρά ή κατάρα...


Τελικά ένα βράδυ πηγαίνει με την παρέα της στην Αθηναΐδα, όπου τη σεζόν 2007-08 ο Κραουνάκης και η Σπείρα-Σπείρα παρουσιάζουν την παράσταση Πόσο σ' αγαπώ... επιθεώρηση! Το θέαμα τη γοητεύει. Δεν χρειάζεται να προσπαθήσει περισσότερο ο Κραουνάκης για να την πείσει: "Je suis a votre disposition, κύριε Κραουνάκη". Στις 27 και στις 28 Ιουνίου το κατάμεστο Ηρώδειο υποκλίνεται στην ανεπανάληπτη Άννα. Όμως η δικιά της υπόκλιση προς το κοινό είναι πιο βαθιά: ας τρέμει λίγο, ας χρειάζεται τη βοήθεια του Κραουνάκη και του Λάκη Λαζόπουλου για να σταθεί στα πόδια της. Είναι η λαμπερή Άννα Καλουτά που στα 90 της αποδεικνύει τη μοναδική στόφα της, τραγουδώντας και πάλι το "Ευζωνάκι", την "Επιπόλαιη", το "Μ' αρέσεις" και κλείνει με Κραουνάκη-Νικολακοπούλου: "Αν μας αντέξει  το σκοινί, θα φανεί στο χειροκρότημα". Και μπορεί για το φινάλε να πρέπει να καθήσει σε καρέκλα, αλλά νομίζω ότι αυτή η εικόνα ήταν ακόμα πιο ωραία: αυτή η Βασίλισσα δικαιούνταν να κάθεται στον θρόνο της. Αξίζει να παραθέσω ολόκληρη την εμφάνισή της από την πρώτη βραδιά στο Ηρώδειο, όπως ευτυχώς την κατέγραψε η ΕΤ-1 για να τη χαίρονται οι επόμενες γενιές.


Τη δεύτερη βραδιά, στις 28 Ιουνίου, μετά το "Χειροκρότημα", ξέφυγε λίγο από τον σκελετό που τής είχαν γράψει η Νικολακοπούλου και ο Κραουνάκης: "Θα ομιλήσω", προειδοποιεί τον Κραουνάκη που θέλει να κάνει φινάλε και μετά απευθύνεται στο κοινό: "Σας αγαπώ πολύ. Δεν ξέρω, μπορεί να είναι η τελευταία μου εμφάνιση, μόνο ο Θεούλης το ξέρει". Ο κόσμος άρχισε να φωνάζει "Όχι!" και εκείνη συνέχισε: "Πάντως, ευχαριστώ τον φίλο μου από 'δω που μου 'δωσε την ευκαιρία να έρθω άλλη μια φορά σε επαφή μαζί σας. Σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ!".
28 Ιουνίου: η τελευταία εμφάνιση της Άννας Καλουτά στο σανίδι

Πάντως ακόμα και καθιστή, στον θρόνο της, τα πόδια της χόρευαν... Το σανίδι τής έδινε ενέργεια. Υπάρχει το παρακάτω ντοκουμέντο από αυτή τη δεύτερη βραδιά με μια συγκινητική λεπτομέρεια: όταν εμφανίζεται η Άννα Παναγιωτοπούλου για να υποκλιθεί, σκύβει και τής φιλά το χέρι, ενώ η Καλουτά τη φιλά στα μάγουλα...



Τελικά αυτή ήταν όντως η τελευταία της
εμφάνιση στο σανίδι. Ακολούθησαν λίγες ακόμα δημόσιες εμφανίσεις με αφορμή το βιβλίο που τής έγραψε ο Μάκης Δελαπόρτας με τον τίτλο Η κυρία επιθεώρηση και τελικά αποτραβήχτηκε στο σπίτι της, στην οδό Θήρας στην Κυψέλη. Στην τελευταία επέτειο της 28ης Οκτωβρίου η Άννα Καλουτά δεν εμφανίστηκε σε καμιά εκπομπή. Ίσως αυτό ήταν μια ένδειξη ότι το τέλος πλησίαζε... Συντροφιά της και στήριγμά της ο ηθοποιός Πάνος Κατσάνης, που τής στάθηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια της ζωής της σαν πραγματικός γιος, μοιράστηκε μαζί της τις χαρές αλλά και τις λύπες των τελευταίων χρόνων. Από το σπίτι της πληροφορήθηκε την απόφαση του Δήμου Αθηναίων να δώσει το όνομά της σε μια αίθουσα του υπό κατασκευή πολιτιστικού κέντρου του δήμου: αυτή η τελευταία τιμή τη γέμισε χαρά και απάλυνε κάπως τον πόνο για το χαμένο θέατρο της οδού Πατησίων.

Η Άννα Καλουτά υπήρξε η απόλυτη πρωταγωνίστρια, η απόλυτη βεντέτα του ελληνικού μουσικού θεάτρου. Στην επιθεώρηση είθισται το πρώτο όνομα του θιάσου να εμφανίζεται πάντα τελευταίο στην αποθέωση για να χαρεί το χειροκρότημα του κοινού. Αυτό ακριβώς έκανε η Άννα Καλουτά: περίμενε να υποκλιθούν όλες/όλοι οι τελευταίες/οι μεγάλες/οι της γενιάς της, η Ρένα Ντορ, ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο Κώστας Χατζηχρήστος, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Μαρία Καλουτά, η Σπεράντζα Βρανά. Και τελευταία, κορυφαία, εμφανίστηκε κι εκείνη στη σκηνή για το φινάλε της, κρατώντας δικαιωματικά για τον εαυτό της αυτή τη θέση. Πριν από λίγες ώρες στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, μια χορωδία τη συνόδευσε σ' αυτήν την τελευταία παράσταση με το τραγούδι που γράφτηκε για εκείνη: "Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες, με έχουνε κάνει τρελό..." Νομίζω ότι αυτός ο αποχαιρετισμός θα την ικανοποιούσε.

Συγκινητικά κείμενα για τον θάνατο της Άννας Καλουτά έγραψαν αυτές τις μέρες ο Γιώργος Σαρηγιάννης στα Νέα, ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης στον Ελεύθερο Τύπο (ένα εξαιρετικό κείμενο που "παίζει" με την έννοια της λέξης "μύθος") και ο Ιάσονας Τριανταφυλλίδης στον Αδέσμευτο Τύπο. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί, όπως παρατηρεί ο Τιμογιαννάκης, στάθηκαν μάλλον αμήχανα απέναντι στην αποχώρησή της, καθώς μάλλον δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν ή/και να διαχειριστούν το μέγεθος του μύθου της. Η κρατική τηλεόραση τα κατάφερε κάπως καλύτερα: η Μπήλιω Τσουκαλά παρουσίασε πριν από λίγο ένα αφιέρωμα στο οποίο εναλασσόταν η συγκίνηση και η χαρά μέσα από τις αναμνήσεις της Ροζίτας Σώκου και της Ζωής Φυτούση αλλά και αποσπάσματα από την τελευταία συνέντευξη που έδωσε η Καλουτά στην εκπομπή Έχει γούστο. Η αλήθεια είναι ότι ούτε αυτό είναι αρκετό. Στα αρχεία της ΕΡΤ υπάρχουν πάμπολλες εκπομπές με μαρτυρίες της, συνεντεύξεις της, δείγματα της δουλειάς της. Δεν άκουσα αν πρόκειται να προβληθεί κάτι από αυτά. Ωστόσο, ο Σιδερής Πρίντεζης ετοιμάζει για το Δεύτερο Πρόγραμμα ένα αφιέρωμα στην Άννα Καλουτά με σπάνιο υλικό από το ανεξάντλητο αρχείο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Μέχρι τότε σας προτείνω να τη χαρείτε σε μερικά αποσπάσματα από τηλεοπτικές της εμφανίσεις.

Στο οπτικοακουστικό αρχείο της ΕΡΤ υπάρχει ένα απόσπασμα από θεατρική εμφάνιση της Καλουτά το 1973. Πρόκειται για πολύτιμο ντοκουμέντο γιατί εμφανίζονται άλλα δυο επιθεωρησιακά θεριά της γενιάς της, η Ρένα Ντορ και ο Αλέκος Λειβαδίτης. Στο βίντεο αυτό η Καλουτά τραγουδά μια παλιά επιτυχία του Γιάννη Βογιατζή με τίτλο "Ο πρωταγωνιστής σας". Το τραγούδι αυτό ερμήνευε συχνά τα τελευταία χρόνια σε τηλεοπτικές της εμφανίσεις. Νομίζω ότι αξίζει να δείτε μια από αυτές τις εμφανίσεις της, το 2001 στην εκπομπή Συν και Πλην της ΝΕΤ. Εκτός από την Καλουτά μπορείτε να χαρείτε και το σκυλάκι της, τον Πάρη Β΄...


Όπως εγραψα και πιο πάνω η καλύτερη τηλεοπτική παρουσία της Καλουτά, από τις σωζόμενες τουλάχιστον, είναι στην εκπομπή της ΕΡΤ 1 Βραδιά επιθεώρησης που επιμελούνταν ο Γιώργος Λαζαρίδης, ο Ηλίας Λυμπερόπουλος και ο Γιώργος Κατσαρός. Αξίζει να δείτε αυτό το νούμερο, στο οποίο η Άννα Καλουτά θυμάται πολλούς ρόλους της πλούσιας καριέρας της.




Τέλος, αξίζει να δείτε δύο ακόμα νούμερα από τον Ελευθέριο Βενιζέλο του Παντελή Βούλγαρη. Θυμίζω πως η μουσική ανήκει στον Λουκιανό Κηλαηδόνη και οι στίχοι στον Λευτέρη Παπαδόπουλο.







ΠΗΓΕΣ: Πληροφορίες αντλήθηκαν από τις αμέτρητες συνεντεύξεις της Άννας Καλουτά που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τα τελευταία 25 χρόνια. Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν την ανάρτηση προέρχονται από τα βιβλία του Μάκη Δελαπόρτα Άννα Καλουτά: Η κυρία Επιθεώρηση (εκδόσεις Ορφέας, 2008) και Βίβα Ρένα (εκδόσεις Άγκυρα, 2002)