Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Αντίο, Σπεράντζα!


Μία εβδομάδα πριν ξεφύλλιζα τα βιβλία της, ψάχνοντας λεπτομέρειες για την Καίτη Μπελίντα. Τα βιβλία της Σπεράντζας Βρανά όμως δεν σε αφήνουν εύκολα: στεκόμουν σε άλλα γεγονότα της δικής της καλλιτεχνικής και προσωπικής ζωής, γραμμένα με την αφοπλιστική της ειλικρίνεια και ευθύτητα, και κολλούσα. Πού να το φανταζόμουν ότι μία εβδομάδα μετά η Σπεράντζα Βρανά θα γινόταν το βασικό θέμα μιας ανάρτησής μου. Η μεγάλη πρωταγωνίστρια της επιθεώρησης πέθανε σήμερα τα ξημερώματα, ήρεμα, στον ύπνο της.

Το ελληνικό μουσικό θέατρο και ιδιαίτερα η επιθεώρηση (και βέβαια τούτο εδώ το blog!) χρωστούν πολλά στη Σπεράντζα Βρανά. Όχι μόνο επειδή υπηρέτησε με αφοσίωση, λατρεία και συνέπεια αυτό το είδος, αλλά και επειδή ήταν η πρώτη που κατέγραψε, παράλληλα με τα προσωπικά της βιώματα, την ιστορία της επιθεώρησης από το 1948 ως το 1985. Η Σπεράντζα έκανε πρώτη τη δουλειά που τα τελευταία χρόνια αρχίζουν να κάνουν νέες και νέοι που αποφοιτούν από τα θεατρολογικά τμήματα των παντεπιστημίων μας. Από τα βιβλία της μάθαμε λεπτομέρειες για τη χρυσή εποχή του «Ακροπόλ» και των άλλων θεάτρων στα οποία βρέθηκε. Μάθαμε λεπτομέρειες για ηθοποιούς, τραγουδιστές, τραγουδίστριες που δεν θα τις βρούμε πουθενά αλλού. Γνωρίσαμε καλύτερα μορφές που είτε τις ξέραμε μόνο από το σινεμά είτε τις ξέραμε μόνο από παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες... Μορφές του μουσικού θεάτρου που μας συστήνονται ολοζώνταντες είτε μέσα από τις αφηγήσεις της Σπεράντζας είτε μέσα από τις δικές τους διηγήσεις (το βιβλίο της Επιθεώρηση καψούρα μου περιέχει τις απολαυστικές συζητήσεις της με 35 πρωταγωνίστριες και πρωταγωνιστές της επιθεώρησης). Πρώτη η Σπεράντζα, χάρη στο καλά οργανωμένο αρχείο της, παρουσίασε στα βιβλία της στοιχεία για θιάσους, συγγραφίες, συνθέτες, σκηνογράφους, έργα, με χρονολογική ακρίβεια (αργότερα ακολούθησε, όχι με την ίδια ακρίβεια, ο Μίμης Τραϊφόρος στη δική του αυτοβιογραφία). Και πέρα από τα πολύτιμα βιβλία της, η Σπεράντζα επιμελούνταν και ραδιοφωνικές εκπομπές με θέμα την επιθεώρηση.

Η Σπεράντζα Βρανά στην ιστορική πασαρέλα του Ακροπόλ στα χρόνια του '50

Ίσως όμως πιο σημαντική και από τη θεατρολογική της εργασία, να είναι τελικά η αυτοβιογραφική της κατάθεση. Δίχως να είμαι ειδικός στις βιογραφίες, νομίζω ότι η Σπεράντζα Βρανά ήταν η πρώτη που κατέγραψε με τέτοια αφοπλιστική ειλικρίνεια, χαρακτηριστική ντομπροσύνη αλλά και πικάντικη γεύση προσωπικά βιώματα, καταστάσεις, συναισθήματα μιας γυναίκας της εποχής της που έζησε τον έρωτα χωρίς αναστολές ή σεμνοτυφία, εκφράζοντας, όπως έγραψε και ο bosko, τον ερχομό της σεξουαλικής επανάστασης στη μεταπολεμική Ελλάδα πριν κι από τα αθώα 60s. Λόγος σχεδόν προφορικός, χυμώδης, αυθεντικός και γι’ αυτό πολύτιμος. Νομίζω ότι οι φεμινίστριες εκτίμησαν ιδιαιτέρως το πρώτο της βιβλίο, το αυτοβιογραφικό Τολμώ, όχι γιατί προβάλλει ιδιαίτερα φεμινιστικές ιδέες (έφαγε πολύ ξύλο, στα ερωτικά της όπως ομολογεί και η ίδια) αλλά γιατί αποτελεί μια αυθεντική καταγραφή γυναικείας φωνής που διεκδικεί, αποκτά, εκφράζεται ελεύθερα, συγκρούεται με το κατεστημένο της εποχής της (ίσως και της δικής μας) και απολαμβάνει τον έρωτα χωρίς αναχρονιστικά ταμπού και προκαταλήψεις.

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι κάποιες φορές ο αναγνώστης/η αναγνώστρια αιφνιδιάζεται: ενώ για άτομα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην προσωπική της ζωή η Σπεράντζα χρησιμοποιεί με διακριτικότητα ψευδώνυμα, όταν αναφέρεται σε προσωπικές (κυρίως ερωτικές) ιστορίες γνωστών και λιγότερο γνωστών ονομάτων του θεάτρου συχνά δεν κρύβει τα ονόματά τους. Δεν γνωρίζω πώς ακριβώς αντέδρασαν οι «θιγόμενοι/ες» (και νομίζω ότι η Σπεράντζα δέχτηκε κριτική γι’ αυτή της την τόλμη, παρόλο που η πλειοψηφία των κριτικών και του κοινού λάτρεψε το Τολμώ). Ωστόσο το άτομο που «εκτίθεται» περισσότερο από όλους και όλες είναι η ίδια η Σπεράντζα που με παρρησία αναφέρεται σε καλές και κακές της στιγμές, περιγράφει με λεπτομέρειες τη σεξουαλική της αφύπνιση και την ερωτική της ζωή και αναπόφευκτα σε κερδίζει με τον ευθύ τρόπο της. Δεν τα παρουσιάζει όλα ρόδινα κι ούτε φοβάται να μιλήσει για τα σκαμπανεβάσματα της καριέρας της. Δεν την αφορά η εξιδανίκευση του παρελθόντος. Θέλει απλώς να τα καταγράψει όλα, όπως έγιναν, για να μην τα ξεχάσει...

Τα πρώτα χρόνια και τα μπουλούκια
Η Ελπίδα Χωματιανού γεννήθηκε στο Μεσολόγγι, μάλλον το 1928. Στα βιβλία της δεν υπάρχει η ακριβής χρονολογία αλλά από τη διήγησή της προκύπτει ότι γεννήθηκε αυτή τη χρονιά (βέβαια, αναφέρει επίσης ότι ήταν συμμαθήτρια του Μάνου Χατζιδάκι—που γεννήθηκε το 1925—και της Άννας Συνοδινού—που γεννήθηκε το 1927. Άρα τα πράγματα είναι μάλλον κάπως συγκεχυμένα... Στο Τολμώ περιγράφει τα πολύ δύσκολα παιδικά και νενανικά της χρόνια: οι γονείς της χώρισαν νωρίς και ο πατέρας της πέθανε όταν εκείνη ήταν 7 χρόνων, η μικρή Ελπίδα μεγάλωσε στην Αθήνα με τη μητέρα της, την οποία έχασε το 1942, μέσα στην Κατοχή. Αμέσως μετά βρέθηκε στο Μεσολόγγι για να ζητήσει βοήθεια από τους συγγενείς του πατέρα της της (η αδελφή της μητέρας της στην Αθήνα είχε ήδη αρνηθεί να την περιθάλψει), αλλά φαίνεται πως ένα έφηβο κορίτσι ήταν μεγάλο βάρος για όλους/ες.

Όσο ακόμα ήταν στην Αθήνα, η μικρή Ελπίδα είχε καταφέρει να πάει κάποιες φορές στον κινηματογράφο και στο θέατρο. Θυμόταν μάλιστα, ότι μια φορά που έκανε σκασιαρχείο από το γυμνάσιο (γύρω στο 1941-42), βρέθηκε στο θέατρο «Μοντιάλ» όπου μαγεύτηκε από τις δυο τραγουδίστριες: την καθιερωμένη ντίβα Σοβία Βέμπο και την ανερχόμενη Ρένα Βλαχοπούλου, που με τα μοντέρνα τραγούδια της την είχε συναρπάσει... Ένιωθε πως την τραβούσε ο κόσμος του θεάματος αλλά αυτό έμοιαζε μάλλον με παιδικό καπρίτσιο. Όταν όμως επισκέτηκε το Μεσολόγγι ο περιοδεύων «Θίασος Μέμφη», η Σπεράντζα έγινε η... τραγουδίστριά του, χάρη σε έναν νεαρό που εργαζόταν στον θίασο και που ανέλαβε την προστασία της. Μετά από διάφορες περιπέτειες ήταν πλέον δαχτυλοδειχτούμενη και φυσικά δεν μπορούσε να μείνει στην πόλη. Ακολούθησε λοιπόν τον Γιώργο και το... μπουλούκι στους διάφορους σταθμούς της περιοδείας του. Σύντομα θα βρεθούν σε άλλα μπουλούκια και θα συνεργαστούν με μεγάλες μορφές του θεάτρου της υπαίθρου (όπως ήταν ο Ρολάνδος Χρέλιας) αλλά και με ηθοποιούς που αργότερα θα τους συναντήσει ξανά στην αθηναϊκή της καριέρα, τον Κώστα Χατζηχρήστο και την Μπέτυ Μοσχονά. Μετά την Κατοχή, συνεχίζει τις περιοδείες με τα μπουλούκια, παίζοντας δραματικούς ρόλους, αλλά το 1945 γνωρίζει τον πρώτο σύζυγό της που μετά τον γάμο τους την παίρνει μαζί του στην Αίγυπτο. Εκεί συναντά την αρνητική αντίδραση της οικογένειάς του και τελικά επιστρέφει στην Ελλάδα, στα μπουλούκια της επαρχίας και στα συνοικιακά θέατρα της πρωτεύουσας. Ποτέ δεν υποτίμησε αυτή της τη θητεία: έλεγε πάντα ότι το μπουλούκι ήταν μεγάλο σχολείο.

Το αθηναϊκό ντεμπούτο: Άνθρωποι, άνθρωποι
Στο «κανονικό» αθηναϊκό θέατρο θα μπει θριαμβευτικά το καλοκαίρι του 1948. Ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Τσαγανέας αποφασίζουν να ανεβάσουν επιθεώρηση στη θερινή Λυρική Σκηνή που μετονομάζουν σε «Μετροπόλιταν». Η ιδέα τους είναι να παρουσιάσουν ένα θίασο που θα στελεχώσουν νέα ταλέντα. Τα μόνα «μεγάλα» ονόματα είναι ο Ορέστης Μακρής και ο Χρήστος Τσαγανέας, ο οποίος γνώρισε μεγάλη επιτυχία τις προηγούμενες σεζόν με τον ρόλο του τρελού στην κωμωδία Οι Γερμανοί ξανάρχονται, ερμηνεύοντας τον περίφημο μόνολογο «Άνθρωποι, άνθρωποι, προς τι το μίσος και ο αλληοσπαραγμός». Ο εμφύλιος βρίσκεται στην κορύφωσή του και τα λόγια αυτά δίνουν τον τίλο στην πρώτη επιθεώρηση του «Μετροπόλιταν». Οι Σακελλάριος-Γιαννακόπουλος έχουν δει τη Σπεράντζα σε μια παράσταση για στρατιώτες, γοητεύονται από το μπρίο και τη ζωνάντια της (έχει στο μεταξύ ξεκινήσει να παίζει επιθεώρηση και να εμφανίζεται ως «Σπεράντζα»—σκέτο) και της προτείνουν να πάρει μέρος στο Άνθρωποι, άνθρωποι. Τα άλλα νέα ταλέντα του θιάσου είναι ο Μίμης Φωτόπουλος (στο σόλο του λανσάρει την ιστορική φράση «Θα κάαααααθεσαι...» που θα τον ακολουθεί μέχρι τον θάνατό του), ο Ντίνος Ηλιόπουλος, η Ειρήνη Παππά, ο Νίκος Ρίζος, η Σμαρούλα Γιούλη, η Λιάνα Βιτσώρη (σύζυγος του Γιώργου Οικονομίδη), η Νίκη Ντέμις (γνωστή «γυναικάρα» του μουσικού θεάτρου), ο Περικλής Χριστοφορίδης, η Άννα Φυλλίδου, η Μαίρη Νικολαΐδου (αδελφή της δημοφιλούς τραγουδίστριας Κούλας Νικολαΐδου) και άλλοι/ες που δεν έκαναν αργότερα σπουδαία καριέρα.


Σ’ αυτή την επιθεώρηση λοιπόν, η Σπεράντζα αποκτά το επίθετο «Βρανά» και εμφανίζεται στην έναρξη σ’ ένα ντουέτο με τη Λιάνα Βιτσώρη, ενώ στο φινάλε του έργου, που είναι ένα αφιέρωμα στα παλιά επιθεωρησιακά τραγούδια, της δίνουν να ερμηνεύσει την παλιά επιτυχία της Ζαζάς Μπριλάντη «Αχ Μαρί». Είναι τόση η επιτυχία της που οι εφημερίδες γράφουν μετά την πρεμιέρα ότι η Σπεράντζα είναι η καινούρια Ζαχά Μπριλάντη. Ωστόσο, η πιο χαρακτηριστική της εμφάνιση σ’ αυτό το έργο είναι σε ένα κουιντέτο με τους Φωτόπουλο, Ρίζο, Φυλλίδου και Φιλιππόπουλο: ήταν το «Τραμ το τελευταίο» το σκετσονούμερο που κορυφωνόταν με το κλασικό αρχοντορεμπέτικο—που ήταν και το πρώτο αρχοντορεμπέτικο που γράφτηκε. Συνθέτης ο Μιχάλης Σουγιούλ, που εγκαινίασε με το «Τραμ» αυτό το νέο, δημοφιλέστατο είδος. Το νούμερο ξεκινούσε με τη Σπεράντζα να λέει στη Φυλλίδου «Προχώρα, ρε Άρτεμις, και φτάσαμε...» και παρουσίαζε τις προσπάθειες δυο ζευγαριών να πείσουν έναν ταξιτζή (Φιλιππόπουλος) να τους μεταφέρει δωρεάν στα σπίτια τους. Φυσικά οι προσπάθειές τους δεν είχαν αποτέλεσμα και έτσι τα δυο ζευγάρια κατέληγαν στο τραμ... Το θρυλικό αυτό τραγούδι πέρασε στην τότε δισκογραφία με γνωστούς τραγουδιστές της εποχής (Μαρούδας, Πολυμέρης), ενώ η Σπεράντζα Βρανά το τραγούδησε αρκετές φορές σε τηλεοπτικές εκπομπές στα χρόνια του του ’90. Μια από αυτές τις εκτελέσεις συμπεριλήφθηκε και στον μοναδικό μεγάλο δίσκο της που κυκλοφόρησε το 1993.

Ο Βασίλης Μπουρνέλλης και το «Ακροπόλ»
Ας επιστρέψουμε όμως στα θεατρικά βήματα της Σπεράντζας, η οποία διαμορφώνει το καλοκαίρι αυτό τον τύπο της μάγκισσας, με ιδανικούς παρτενέρ τον Φωτόπουλο και τον Ρίζο. Μετά τη μεγάλη επιτυχία που γνωρίζει στο «Μετροπόλιταν» εκείνο το καλοκαίρι, την καλεί ο Βασίλης Μπουρνέλλης για να εμφανιστεί στο θέατρο «Παπαϊωάννου». Εγκαινιάζουν έτσι μια συνεργασία που θα διαρκέσει (με κάποια διαλείμματα) 18 χρόνια, ώς το 1966, και θα χαρίσει στη Σπεράντζα τις μεγαλύτερες επιθεωρησιακές της επιτυχίες. Τη σεζόν 1948-49 ανήκαν μεγάλα ονόματα στον θίασο του Μπουρνέλλη: η Ηρώ Χαντά, ο Πέτρος Κυριακός, η Μπέμπα Δόξα, ο Κώστας Δούκας, ο Κώστας Μανιατάκης, και πολλά μικρότερα ονόματα, ανάμεσά τους και η Μάγια Μελάγια που δυο χρόνια πριν είχε ξεκινήσει τη δική της τραγουδιστική καριέρα. Βρανά και Μελάγια γίνονται στενές φίλες, μια δυνατή φιλία που κράτησε μέχρι τον θάνατο της Σπεράντζας...

Πόπη Άλβα, Σπεράντζα Βρανά, Γεωργία Βασιλειάδου, Βασίλης Αυλωνίτης
Τα βιβλία της Σπεράντζας παρουσιάζουν γλαφυρά την εξέλιξή της από νέο ταλέντο σε πρωταγωνίστρια. Ο δρόμος δεν είναι εύκολος, υπάρχουν πισωγυρίσματα. Φεύγει για λίγο από τον Μπουρνέλλη για να συνεργαστεί με τον θίασο της Σοφίας Βέμπο που τη σεζόν 1951-52 περιοδεύει στη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη. Στην Κωνσταντινούπολη η Σοφία Βέμπο θα της επιτεθεί άδικα, νομίζοντας ότι η Σπεράντζα έχει σχέσεις με τον Τραϊφόρο. Παρά το ξύλο που θα φάει, η Σπεράντζα δεν σταματά να θαυμάζει τη Βέμπο και να γοητεύεται από τη μεγάλη τραγουδίστρια (που τελικά της ζήτησε συγνώμη...).

Ο θίασος του "Ακροπόλ" το καλοκαίρι του '52. Η Ρένα τρίτη από αριστερά, στην πάνω σειρά. Η Σπεράντζα δεύτερη από δεξιά στην κάτω σειρά.

Επιστρέφοντας από την περιοδεία, συνεργάζεται και πάλι με τον Μπουρνέλλη στο θέατρο «Ακροπόλ». Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1952, και καταγράφουμε την πρώτη συνεργασία της Σπεράντζας Βρανά με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Μεγάλος θίασος με τον Αυλωνίτη, την Ντιριντάουα, τη Ρένα Ντορ, τον Κούλη Στολίγα, την Μπέμπα Δόξα, την Μπελίντα, τη Μάγια Μελάγια, τον Νίκο Ρίζο, και τόσους άλλους και τόσες άλλες... Μιλήσαμε και στην ανάρτηση για την Καίτη Μπελίντα για τη θρυλική τριφωνία των Βλαχοπούλου-Βρανά-Μπελίντα με τις τρεις σεμνές κυρίες που μεταμορφώνονται σε μοντέρνες γυναίκες της εποχής. Εκτός από αυτό το νούμερο, η Σπεράντζα έχει και ένα ντουέτο με την Μπέμπα Δόξα, τις «Δυο καρδιές», νούμερο που προοριζόταν για τη Ρένα και την Μπελίντα, αλλά εκείνες το αρνήθηκαν και έτσι δόθηκε η ευκαιρία στη Σπεράντζα (αλλά και στην Μπέμπα Δόξα, που ήταν ήδη πρωταγωνίστρια) να κάνουν μεγάλη επιτυχία: η Δόξα είναι η ρομαντική καρδιά, με αναφορές στο χτες, ενώ η Σπεράντζα είναι η μάγκικη καρδιά του σήμερα...

Η θρυλική τριφωνία: Μπελίντα-Βλαχοπούλου-Βρανά

Από το 1948 που ξεκίνησε τις εμφανίσεις της στο αθηναϊκό θέατρο, η ανερχόμενη Σπεράντζα κάνει τριφωνίες με άλλες κοπέλες, ντουέτα με πρωταγωνιστές όπως ο Πέτρος Κυριακός ή ο Κυριάκος Μαυρέας, αλλά και ντουέτα με τον επίσης ανερχόμενο Νίκο Ρίζο (τα «μάγκικα» ντουέτα τους άφησαν εποχή...). Έτσι συνηθιζόταν τότε, οι νέες/νέοι ηθοποιοί έπρεπε να «ψηθούν» πάνω στο σανίδι μέχρι να κρίνει ο επιχειρηματίας και οι συγγραφείς ότι ήρθε η στιγμή να τους εμπιστευτούν ένα σόλο. Για τη Σπεράντζα η στιγμή αυτή ήρθε το καλοκαίρι του 1953, στην επιθεώρηση 30 το δολλάριο του θεάτρου «Ακροπόλ». Η συγγραφική τριάδα Ασημακόπουλος-Σπυρόπουλος-Παπαδούκας και ο συνθέτης Γιώργος Μουζάκης γράφουν για τη Σπεράντζα το θρυλικό «Δώσε, παιδί μου, δώσε». Για τη Σπεράντζα ήταν μεγάλη κατάκτηση, αφού το σόλο τής δινόταν χωρίς να έχει... παρασκηνιακές σχέσεις με τον επιχειρηματία ή κάποιον άλλον παράγοντα του θεάτρου (οι δεσμοί της ήταν πάντα εξωθεατρικοί). Γνωρίζει πολύ μεγάλη επιτυχία με το «Δώσε» (που στη δισκογραφία πέρασε με τη φωνή της Μάγιας Μελάγια) και πλέον χρίζεται πρωταγωνίστρια...

Βρανά-Ρίζος: "Αυτός είναι ο Παμείνος για έστειλε δείγμα;"

Σε κάθε επιθεώρηση θα έχει πλέον το σόλο της και βέβαια συνεχίζει τα θρυλικά της ντουέτα με τον Νίκο Ρίζο—«Ο Παμείνος» (όπου λέει την κλασική φράση: «Αυτός είναι ο Παμείνος για έστειλε δείγμα;»), «Σιγά Μανώλη, σιγά»—και τον Κυριάκο Μαυρέα («Η λατέρνα»)... Είναι η ρενομέ μάγκισσα των θιάσων, είναι η ρενομέ σέξυ πρωταγωνίστρια. Πολύ σύντομα, στις αποθεώσεις των επιθεωρήσεων, η Σπεράντζα αρχίζει να εμφανίζεται με μαγιό (μέχρι τότε μόνο η πρώτη χορεύτρια, η Χρυσούλα Ζώκα ή η Λίντα Άλμα, εμφανίζονταν με μαγιό, οι υπόλοιπες πρωταγωνίστριες εμφανίζονταν με τουαλέτες). Ο ανδρικός πληθυσμός ξετρελαίνεται μαζί της, λαμβάνει εκατοντάδες γράμματα από στρατιώτες, πολιορκείται από θαυμαστές—αλλά και θαυμάστριες...—ενώ ο Γιώργος Μουζάκης, την προειδοποιεί ότι δεν θα παίρνει το χειροκρότημα που της αξίζει γιατί οι άντρες θεατές θα έχουν τα χέρια στις τσέπες τους...

Πόπη Άλβα, Αυλωνίτης, Βρανά, Μακρής, Βασιλειάδου
Ρένα Στρατηγού, Ρίζος, Στέλλα Στρατηγού, Κυριάκος Μαυρέας

Στο σινεμά
Στο μεταξύ έχει μπει στη ζωή της και ο κινηματογράφος. Η πρώτη της ταινία ήταν το Έλα στον θείο του Νίκου Τσιφόρου που γυρίστηκε το 1950 από τη Φίνος Φιλμ. Σ’ αυτά τα πρώτα χρόνια της κινηματογραφικής της καριέρας γυρίζει τις σημαντικότερες ταινίες της: το Σωφεράκι του Γιώργου Τζαβέλλα (Φωτόπουλος: «Να τα βάψω μαύρα;» Βρανά: «Ολόμαυρα»), την Ωραία των Αθηνών του Νίκου Τσιφόρου με τη Βασιλειάδου και τον Αυλωνίτη (εδώ τραγουδάει τις θρυλικές επιτυχίες του Μουζάκη «Η βαλίτσα» και «Αυτό το μάμπο το μπραζιλέρο», που τότε δισκογράφησε η Μάγια Μελάγια), και βέβαια την Κάλπικη λίρα του Γιώργου Τζαβέλλα, ταινία που θα γνωρίσει διεθνή αναγνώριση. Η Σπεράντζα και ο Φωτόπουλος αντιπροσωπεύουν το μουσικό θέατρο στην ταινία και θριαμβεύουν ως κοκότα και ζητιάνος... Η ίδια ομολογούσε πως δεν αγάπησε ποτέ τον κινηματογράφο, η καρδιά της ήταν δοσμένη στο θέατρο. Συνέχισε πάντως να πρωταγωνιστεί σε ταινίες τα επόμενα 30 χρόνια: οι συμμετοχές της ξεπερνούν τις 50, ωστόσο οι περισσότερες από αυτές είναι «δεύτερες» ταινίες. Πιο σημαντική από τις υπόλοιπες ταινίες της είναι ο Σκληρός άντρας του Γιάννη Δαλιανίδη, με τον Κώστα Χατζηχρήστο, στην οποία η Σπεράντζα εμφανίζεται ως γκεστ σταρ, στη φυλακή, και σχεδόν κλέβει την παράσταση από τον συγκρατούμενό της Χατζηχρήστο... Και βέβαια, δεν ξεχνάμε την τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση, το 1999, στο Safe Sex των Θανάση Παπαθανασίου-Μιχάλη Ρέππα, όπου υποδύεται απολαυστικά την ιδιοκτήτρια ενός sex shop κάπου στην Ομόνοια...


Στο ζενίθ
Ας επιστρέψουμε όμως στο θέατρο. Τη σεζόν 1954-55 η Σπεράντζα Βρανά συναντά και πάλι τη Ρένα Βλαχοπούλου στο θέατρο «Κυβέλης», στις επιθεωρήσεις Το τραγούδι της Αθήνας, Ομόνοια Πλας και στη μουσική κωμωδία Ραντεβού στο καμπαρέ. Πλέον η Ρένα εμφανίζεται και ως ηθοποιός και η Σπεράντζα καμαρώνει την επιτυχία της καλής συναδέλφου και φίλης της. Δεν ήταν βέβαια τόσο στενές φίλες όσο ήταν η Σπεράντζα με τη Ρένα Ντορ ή τη Μάγια Μελάγια, αλλά συνυπήρξαν για πολλά χρόνια στα καμαρίνια των θεάτρων του Μπουρνέλλη. Τη σεζόν 1955-56 συναντιούνται στο «Ακροπόλ» που λειτουργεί για πρώτη φορά ως χειμερινό θέατρο. Το πρώτο έργο της σεζόν είναι το Τζώννηδες και καουμπόυ. Η Σπεράντζα αποθεώνεται στην πρεμιέρα του έργου όταν το κοινό της φωνάζει «Πες μας κάτι δικό σου» κι εκείνη τραγουδάει μόνη της στην πασαρέλα του θεάτρου το «Απόψε φίλα με» του Μανώλη Χιώτη, διασκευασμένο σε μπλουζ από τον Μουζάκη: «Είναι η πιο μεγάλη μου στιγμή», γράφει. Νιώθει πως βρίσκεται στο ζενίθ της καριέρας της και ο Μπουρνέλλης την έχει για το πιο «ταμειακό» του στοιχείο. Δεύτερο έργο της σεζόν το «Άσπρο-μαύρο και ζερό». Παράλληλα με το θέατρο «ντουμπλάρει» και σε κέντρα όπου πραγματοποιεί δεκάλεπτες εμφανίσεις με ένα νούμερο μόνο και αμείβεται με μεγάλα ποσά. Τον επόμενο χειμώνα, 1956-57, πάλι στο «Ακροπόλ» η Ρένα και η Σπεράντζα συναντιούνται στις επιθεωρήσεις Αλήθειες και ψευτιές και Σιγά και με το μαλακό. Η Ρένα αποχωρεί για λίγο καιρό από τις επιχειρήσεις του Μπουρνέλλη, για να επιστρέψει τη σεζόν 1958-59. Την ίδια σεζόν όμως αποχωρεί η Σπεράντζα που με τις ευλογίες του Μπουρνέλλη περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία στην πρώτη της επαφή με το κοινό της επαρχίας.

Αποθέωση στο "Ακροπόλ", 1955. Η Μπελίντα (μισή), η Ελένη Προκοπίου, η Σπεράντζα Βρανά, η Χρυσούλα Ζώκα και η Ρένα Βλαχοπούλου
Επιστρέφει στην Αθήνα και επανεμφανίζεται στο «Ακροπόλ», το καλοκαίρι του ’59, στην επιθεώρηση Τριάντα κότες κι ένας κόκορας. Σ’ αυτή την επιθεώρηση πλέκεται το ειδύλλιό της με τον Κώστα Βουτσά που τότε πραγματοποιούσε τα πρώτα του δειλά βήματα στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Ο θυελλώδης δεσμός τους κρατάει για τέσσερα χρόνια. Σ’ αυτά τα χρόνια η Σπεράντζα θεατρικά μένει πιστή (με εξαίρεση μια τουρνέ) στις επιχειρήσεις του Μπουρνέλλη. Ακροπόλ, Παπαιωάννου και θέατρο Εθνικού Κήπου που για πρώτη φορά στεγάζει μουσικό θίασο το καλοκαίρι του ’62. Σ’ αυτό το θέατρο, δυο χρόνια μετά, το καλοκαίρι του ’64 συναντιούνται και πάλι Βρανά και Βλαχοπούλου. Τα ονόματά τους βρίσκονται πλέον στη φίρμα του θιάσου: θίασος Χρήστου Ευθυμίου-Ρένας Βλαχοπούλου-Καίτης Μπελίντα-Γιάννη Γκιωνάκη και η Σπεράντζα Βρανά. Γυναίκες και λουλούδια ο τίτλος της επιθεώρησης που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Ο θίασος συνεχίζει τον χειμώνα 1964-65 στο Ακροπόλ (20 θέατρα μαζί, Η δημοκρατία χορεύει), το καλοκαίρι επιστρέφει στον Εθνικό Κήπο (Γκάρντεν πάρτυ) και τον χειμώνα 1965-66 πάλι στο Ακροπόλ. Η πρώτη επιθεώρηση που παρουσιάζουν, Αυλή και πεζοδρόμιο, είναι ένας σημαντικός σταθμός στην καριέρα της Σπεράντζας Βρανά, γιατί είναι η τελευταία φορά που συνεργάζεται με τον Βασίλη Μπουρνέλλη και το θέατρο «Ακροπόλ». Αφορμή για να διακόψει τη συνεργασία τους ήταν ένα ασήμαντο γεγονός, όπως γράφει και η ίδια, ένας καβγάς στα καμαρίνια όπου έπαιζε χαρτιά με τη Ρένα και την Μπελίντα... Νιώθει θιγμένη και υποβάλλει παραίτηση. Ο Μπουρνέλλης δεν θέλει να την αφήσει να φύγει, αλλά εκείνη επιμένει. Αυτό ήταν το μοιραίο λάθος της, έλεγε η ίδια. Από τότε ξεκίνησαν μια σειρά από περιπέτειες που αναγκάζουν αυτή την πιστή υπηρέτρια της επιθεώρησης να... απιστήσει.
Ο Κώστας Βουτσάς, η Σπεράντζα και ο καλός της φίλος Λεωνίδας

Ο γάμος και η νέα εποχή
Συνεργάζεται αρχικά με το θέατρο «Βέμπο», το καλοκαίρι του ’66. Το ίδιο καλοκαίρι παντρεύεται τον τραγουδιστή Παύλο Πατάκα. Αν και τον είχε γνωρίσει στα χρόνια του ’50 στις επιθεωρήσεις του «Ακροπόλ» τον «ανακάλυψε», όπως γράφει, τον Σεπτέμβριο του 1963, όταν χώρισε με τον Κώστα Βουτσά. Κουμπάρα του ζεύγους η Καίτη Μπελίντα ενώ τη Σπεράντζα οδήγησε στην εκκλησία η Ρένα Ντορ. Η Σπεράντζα και ο Παύλος έζησαν αγαπημένοι ως τη μέρα που έφυγε ο Παύλος, την άνοιξη του 2008. Τη φρόντισε όσο ελάχιστοι σύζυγοι φροντίζουν τις γυναίκες τους (η Μάγια Μελάγια έλεγε ότι μόνο ο Γιώργος Λαφαζάνης είχε δείξει αντίστοιχη φροντίδα για τη Ρένα Βλαχοπούλου)...

Παύλος Πατάκας και Σπεράντζα Βρανά

Στο μουσικό θέατρο αρχίζει να διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα, καθώς μπαίνουν πλέον ηθοποιοί που γίνονται γνωστοί/ές από τον κινηματογράφο και έχουν πολλές απαιτήσεις (αρχίζει η εποχή του «Πού θα μπει το όνομά μου;», κάτι που στα χρόνια του ’50 δεν συζητιόταν ποτέ, ούτε από τα πιο μεγάλα ονόματα...). Η Σπεράντζα περιγράφει διάφορες τέτοιες φαιδρές καταστάσεις που υπονόμευαν την επιτυχία των παραστάσεων και τη συνεργασία των ηθοποιών, όπως συνέβη, για παράδειγμα τη σεζόν 1967-68, στο μιούζικαλ Γιεγιέδες και μπουζούκια, που πάντως γνώρισε μεγάλη επιτυχία, με έναν μεγάλο θίασο: Μπελίντα, Βρανά, Μηλιάδης, Στολίγκας, Ζωζώ Σαπουντζάκη (με την οποία η Βρανά φαίνεται ότι κοντραρίστηκε αρκετές φορές στις κατά καιρούς συναντήσεις τους...), Τόλης Βοσκόπουλος... Εκείνη τη σεζόν γίνεται πρόταση στη Σπεράντζα και στον σύζυγό της να αρχίσουν να τραγουδούν στην μπουάτ Κατακόμβη. Δεκαπέντε χρόνια πριν, όταν της είχαν προτείνει να τραγουδάει σε κέντρο είχε εξοργιστεί. Τώρα όμως δέχεται, και η επιτυχία της είναι τόσο μεγάλη που τελικά συνεχίζει να τραγουδάει όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στο εξωτερικό, από τον Καναδά ώς τη Νότιο Αφρική! Μέχρι το 1976 μοιράζει τον χρόνο της σε μπουάτ/κέντρα και σε επιθεωρησιακά θέατρα (όπου όμως διαρκώς συναντά προβλήματα σχετικά με τη «μαρκίζα»...)


Το καρέ του έρωτα: Βρανά, Βαλαβανίδης, Καρράς


Το 1976 ο Παύλος Πατάκας εγκαταλείπει το τραγούδι και η Σπεράντζα Βρανά δοκιμάζει τις δυνάμεις της σε δυο νέους χώρους: την τηλεόραση και την πρόζα. Και για τα δυο υπεύθυνος είναι ο Κώστας Πρετεντέρης που αρχικά της κάνει πρόταση να παίξει στον Ονειροπαρμένο, τη μεγάλη τηλεοπτική επιτυχία του Κώστα Βουτσά, και έπειτα την πείθει, με πολύ κόπο, να εμφανιστεί στην κωμωδία Καρέ του έρωτα με τον θίασο του Κώστα Καρρά. Η επιτυχία της είναι μεγάλη και η Σπεράντζα γνωρίζει τον κόσμο της πρόζας. Η αλήθεια είναι όμως πως της λείπει η επιθεώρηση και γι’ αυτό δυσκολεύεται να αρνηθεί τις επιθεωρησιακές προτάσεις που της γίνονται. Τα πράγματα όμως έχουν αλλάξει και αυτό τη θλίβει. Η επιθεώρηση που η ίδια αγάπησε και δόξασε παρακμάζει. Μπορεί τα επιθεωρησιακά θηρία να είναι ακόμα σε δράση, αλλά τα κείμενα δεν είναι αντάξιά τους. Επιπλέον, έχει εμφανιστεί η Ελεύθερη Σκηνή που έχει ανοίξει καινούριους δρόμους στο μουσικό θέατρο και οι παλιοί/ές αντιιμετωπίζουν με αμηχανία τη νέα κατάσταση... Η Σπεράντζα Βρανά, μεγάλη θαυμάστρια του Σταμάτη Φασουλή, της Άννας Παναγιωτοπούλου και των υπόλοιπων «παιδιών» της Ελεύθερης Σκηνής παρακολουθεί όλες τις παραστάσεις τους και τους στηρίζει με γενναιοδωρία.


Αποχώρηση
Σημαντικότερες εμφανίσεις της στα τελευταία χρόνια της θεατρικής της καριέρας είναι ίσως Τα παιδιά της πιάτσας του Νίκου Τσιφόρου στο Ρεξ (όπου όμως αντιμετωπίζει προβλήματα με τον άλλοτε καλό της συνεργάτη Νίκο Ρίζο) και η επιθεώρηση 40 χρόνια Τσιτσάνης στο Κηποθέατρο της Οδού Μαυροματαίων, με έναν μεγάλο θίασο, τον ίδιο τον Τσιτσάνη και τον Μανώλη Μητσιά. Στις τελευταίες της εμφανίσεις αξιοποιεί τον τύπο της μάγκισσας ακόμα και σε πιο... ώριμη ηλικία. «Είμαι πλέον μια ώριμη γκόμενα», σχολιάζει...

Καλοκαίρι '81. Διακρίνονται: Άντα Πατρέλη, Μιχάλης Δεσύλλας, Σπεράντζα, Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Νίκος Βερλέκης, Μανώλης Δεστούνης
Λίγο πριν αποσυρθεί από το θέατρο, η Σπεράντζα Βρανά συναντιέται και πάλι με τη Ρένα Βλαχοπούλου (και μοιράζονται ξανά το ίδιο καμαρίνι όπως στα χρόνια του «Ακροπόλ»...), στον «Ορφέα» της οδού Σταδίου, όπου ο Ηλίας Μαροσούλης παρουσιάζει την επιθεώρηση Έξω η Ελλάδα από το Κιάτο, τον χειμώνα 1984-85 με έναν πολύ μεγάλο θίασο, όπως το συνήθιζε ο Μαροσούλης εκείνα τα χρόνια στο «Δελφινάριο» και τον «Ορφέα»: Βλαχοπούλου, Βέγγος, Ψάλτης, Βρανά, Μιχάλης Μόσιος, Νατάσα Γερασιμίδου, Αντώνης Καφετζόπουλος, Πηνελόπη Πιτσούλη, Μάγδα Τσαγγάνη, Ισμήνη Καλέση και πολλά μικρότερα ονόματα ακόμα. Τους/τις συντονίζει ο Φώτης Μεταξόπουλος που λύνει και δένει στην παράσταση και στεναχωρεί τη Σπεράντζα με κάποιες επιλογές και αποφάσεις του για το νούμερό της. Έχει ήδη απογοητευτεί από την κατάσταση στον «Ορφέα», όταν ξεκινάει η συνεργασία της με το θέατρο «Αθήναιον» το καλοκαίρι του ’85. Μουστάκας, Παπαζήσης, Βογιατζής, Μάρθα Καραγιάννη, Νατ. Γερασιμίδου, Κάτια Αθανασίου και η Σπεράντζα Βρανά. Και πάλι προβλήματα με το νούμερό της, και πάλι παρασκηνιακά παρατράγουδα, οπότε η Σπεράντζα Βρανά παίρνει μια μεγάλη και δύσκολη απόφαση: αποσύρεται από το θέατρο. Δεν είναι πια «καψούρα» με την επιθεώρηση της δεκαετίας του ’80. Γι’ αυτόν τον λόγο προτιμάει να την εγκαταλείψει...


Η Σπεράντζα συγγραφέας
Στο μεταξύ έχει ήδη αρχίσει να γράφει τα βιβλία της. Το 1981 γράφει το Τολμώ στο οποίο ασχολείται κυρίως με τα γεγονότα της προσωπικής της ζωής και αναφέρεται, δίχως πολλές λεπτομέρειες, και στα θεατρικά της βιώματα. Μετά την τεράστια επιτυχία του Τολμώ, εκδίδει το... «συμπλήρωμά του», Τα μπουλούκια, το θέατρο κι εγώ, που παρουσιάζει αναλυτικά τα θεατρικά της βήματα από την περίοδο των μπουλουκιών μέχρι το ζενίθ της καριέρας της, το 1955. Συνέχεια αυτού του βιβλίου είναι το Επιθεώρηση καψούρα μου που περιέχει εκτός από τα θεατρικά της βήματα και τις συζητήσεις της με τους πρωταγωνιστές και τις πρωταγωνίστριες που συνάντησε στην καριέρα της. Απολαυστικές εξομολογήσεις και αναμνήσεις ανθρώπων της επιθεώρησης, από τις αδελφές Καλουτά, τη Ρένα Ντορ και τον Κώστα Χατζηχρήστο μέχρι τον Στάθη Ψάλτη και τη Νατάσα Γερασιμίδου.

Ανάμεσά τους φυσικά και η Ρένα Βλαχοπούλου, η οποία είναι παρούσα «με συναδεφλική αλληλεγγύη» όπως γράφουν οι εφημερίδες, και στην επίσημη παρουσίαση του βιβλίου. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες αυτές οι συνεντεύξεις της Σπεράντζας. Πέρα από τα γεγονότα που εξιστορούν οι ηθοποιοί (η ιστορική ακρίβεια των οποίων δεν είναι πάντα εύκολο να επαληθευτεί), είναι σημαντικό να διαβάζουμε πώς έβλεπαν τη δουλειά τους και την επιθεώρηση άνθρωποι τόσο διαφορετικών γενιών και καταβολών. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν οι συζητήσεις της Σπεράντζας με τον Στ. Φασουλή και την Α. Παναγιωτοπούλου που αντιπροσώπευαν τότε το νέο είδος...

Η Σπεράντζα συνέχισε να γράφει βιβλία, τα οποία όμως δεν ήταν πλεόν τόσο συναρπαστικά όσο τα πρώτα. Κάποια από αυτά επαναλάμβαναν γεγονότα και πληροφορίες από τα τρία πρώτα (Πιπεράτα θεατρικά ανέκδοτα ή Ο οργασμός του μπράβο που πρόκειται για μια πρόχειρη και μη δεδηλωμένη επανέκδοση του Επιθεώρηση καψούρα μου), άλλα είναι πιο εξομολογητικά (Πώς πάχυνα κάνοντας δίαιτες) ή δείχνουν τη διάθεσή της να δοκιμαστεί και σε άλλα είδη γραφής, όπως το μυθιστόρημα (Το τίμιο μπορντέλο). Ωστόσο, όπως είπα και στην αρχή, είναι τόσο σημαντική η προσφορά της με τα τρία πρώτα βιβλία της που μπορούμε να παραβλέψουμε τις αδυναμίες των τελευταίων.

Στα MME…
Εκτός από τα βιβλία της, πολύτιμες πηγές για τη μελέτη της επιθεώρησης ήταν και η ραδιοφωνική εκπομπή της Σπεράντζας Βρανά Ας επιθεωρησιολογήσουμε. Την παρουσίαζε, με τη συνεργασία του Άγγελου Πυριόχου και του Πάνου Χατζηκουτσέλη, από το 1989 ως το 1991 στον 9,84. Σ’ αυτήν αναβίωνε παλιά επιθεωρησιακά νούμερα, τόσο δικά της όσο και άλλων πρωταγωνιστών/τριών, προσφέροντας στους τυχερούς και τις τυχερές που την άκουγαν διασκέδαση αλλά μοναδικά ντοκουμέντα... Ελπίζω αυτή η εκπομπή να υπάρχει στα αρχεία κάποιων ανθρώπων που θα την αξιοποιήσουν όπως της αξίζει.

Η αφίσα της πρώτης της τουρνέ (1958-59)
Με τον ερχομό της ιδιωτικής τηλεόρασης η Σπεράντζα Βρανά πύκνωσε τις εμφανίσεις της στις μικρές μας οθόνες. Ήταν πάντα παρούσα στα αφιερώματα στην επιθεώρηση του χτες. Δεν κουραζόταν ποτέ να διηγείται τις εμπειρίες της από τα χρόνια του «Ακροπόλ», περιστατικά με τις μεγάλες μορφές του χτες αλλά και πιπεράτα ανέκδοτα και παρασκήνια, όσο πιο καλυμένα μπορούσε... Μετά το 2000 έγινε μόνιμη συνεργάτις πρωινών και μεσημεριανών εκπομπών, όχι πλέον σε θέματα καλλιτεχνικά, αλλά σε θέματα σχέσεων, δίνοντας συμβουλές σε τηλεθεατές και τηλεθεάτριες... Ωστόσο η πραγματικά μεγάλη της αγάπη παρέμενε η επιθεώρηση: έψαχνε διαρκώς να ανακαλύψει παλιά κείμενα, να διασώσει ντοκουμέντα. Κάποια στιγμή ονειρευόταν να αναβιώσει την επιθεώρηση που αγάπησε και υπηρέτησε με τους σημερινούς θεατρικούς όρους, γράφοντας η ίδια τα κείμενα και σκηνοθετώντας τα. Τελικά αυτό δεν ευοδώθηκε...

Αυτή που έκαιγε το σανίδι...
Στα τελευταία χρόνια της ζωής της αντιμετώπιζε κινητικά προβλήματα, έπειτα από ένα τροχαίο ατύχημα, ωστόσο, δεν σταμάτησε να πηγαίνει στο θέατρο, συνήθως παρέα με τη Μάγια Μελάγια ή τον Άγγελο Πυριόχο. Κάποια στιγμή τα προβλήματα με τα πόδια της την καθήλωσαν σε αναπηρικό καροτσάκι. Αυτό όμως δεν την πτόησε τον Ιούνιο του 2008, όταν ο Σταμάτης Κραουνάκης της πρότεινε να εμφανιστεί στην παράσταση Χ-Σκηνής: Αυτά που κάψαν το σανίδι στο Ηρώδειο. Καθισμένη στον θώκο, τραγούδησε, ελαφρώς τρακαρισμένη στην αρχή, το «Τραμ το τελευταίο» αλλά και το «Μονοπάτι», ενώ με τη βοήθεια μιας κάμερας η εικόνα της προβαλλόταν ταυτόχρονα στους τοίχους του Ηρωδείου. Το κατάμεστο Ηρώδειο τη χειροκροτούσε όρθιο και τις δυο βραδιές. Συγκινημένος ο κόσμος φώναζε, μαζί με τον Κραουνάκη, «Γεια σου, Σπεράντζα, γεια σου κούκλα!»

Η Σπεράντζα έλεγε πως έβλεπε σημαδιακά όνειρα. Το 1951 είδε ένα όνειρο που της αποκάλυπτε ότι θα πέθαινε είτε το 1991 είτε στα 91 της χρόνια. Τελικά έφυγε πιο νωρίς από ό,τι η ίδια περίμενε. Ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Ήταν όμως μέχρι το τέλος κεφάτη, είχε δημιουργική διάθεση και βέβαια αυτό το αστείρευτο, πιπεράτο χιούμορ που γνωρίσαμε από τις ερμηνείες της και τη γραφή της. Μπορεί να μη θύμιζε πια το σύμβολο του σεξ που λάτρεψαν οι άντρες του ’50 και του ’60, παρέμεινε όμως ως το τέλος μάγκισσα... Όπως έγραψε ο συν-blogger jb στο blog του bosko, η Σπεράντζα είχε ως το τέλος «την αυτοπεποίθηση του θηριοδαμαστή και την κατανόηση του εξομολόγου, τη μαγκιά χωρίς τη χυδαιότητα, τη βαθειά γλύκα πού ‘χει το νεράντζι, την επικίνδυνη λάμψη πού ‘χει το αψέντι...»

Κυρία Βρανά, σας ευχαριστώ!

8 σχόλια:

Θράσος είπε...

Έφυγε, όπως και η ίδια συνομολόγησε, χορτασμένη.
Και αυτό είναι αρκετό

μαριάννα είπε...

Απίστευτο αφιέρωμα!
Πραγματικά τυχερή γυναίκα που η ζωή στάθηκε μαζί της ιδιαιτέρως γενναιόδωρη. Συμφωνώ με το Θράσο. Γυναίκα πλήρης!
Θα βρει τώρα όλους τους αγαπημένους να την περιμένουν...
Σ' ευχαριστούμε ειλικρινά Απόστολε, για όσα γράφεις και μοιράζεσαι μαζί μας. Το αρχείο σου είναι ανεπανάληπτο και πολύτιμο!

Χρονοστιβάδα είπε...

Ήμουν σίγουρη πως, μόνο εσύ θα μπορούσες να ετοιμάσεις τόσο γρήγορα ένα τέτοιο ολοκληρωμένο και σπουδαίο αφιέρωμα, για μια γυναίκα που τόλμησε να ζήσει όπως ήθελε (... δε συμφωνώ πως στάθηκε ιδιαίτερα τυχερή, μάλλον το διεκδίκησε, αλλά λίγη σημασία έχει τώρα πια) και έφυγε όπως ήθελε και γιατί πραγματικά το ήθελε. Δυστυχώς, δεν έχω διαβάσει κανένα βιβλίο της. Τις προάλλες έπεσε στα χέρια μου το "Επιθεώρηση, καψούρα μου" και το ξεφύλλιζα σα χαζή μέσα σ' ένα βιβλιοπωλείο, αλλά δε μου έφταναν τα χρήματα για να το αγοράσω... κάποια άλλη φορά. Το ότι -σε κάποιους από μας, τουλάχιστον- θα μείνει αξέχαστη, είναι, νομίζω, αυτονόητο.

Άννα είπε...

Υπέροχο αφιέρωμα, μπράβο. Σχετικά με την ηλικία, έχετε υπόψη σας ότι πήγε σχολείο σε πολύ δύσκολα χρόνια και δεν αποκλείεται να ήταν και μονοθέσιο (γι' αυτό ήταν και στην ίδια αίθουσα με το, λογικά, μεγαλύτερό της Χατζιδάκι).
Είχα διαβάσει το Τολμώ πολλά χρόνια πριν. Έχω την εντύπωση ότι οι συγγενείς στο Μεσολόγγι δεν την έδιωξαν, αλλά επειδή κατάλαβαν ότι ήταν "ζωηρή" (μην ξεχνάτε ότι μιλάμε για την επαρχία του 1942!!! με αυστηρότατα ήθη) βάλθηκαν να την παντρέψουν με ένα μεγαλύτερό της. Αφού τη γλίτωσε στο τσακ από το στεφάνωμα με το ζόρι (περιγράφει στο βιβλίο μια πολύ χαριτωμένη ιστορία) ακολούθησε το μπουλούκι για να ζήσει ελεύθερη όπως είχε μάθει.

Rena Fan είπε...

Σας ευχαριστώ για τα σχόλιά σας!

*Θράσο, πράγματι έφυγε χορτασμένη!

*Μαριάννα, ναι, στάθηκε τυχερή γιατί η ζωή της έδωσε σπουδαίες ευκαιρίες στο θέατρο και μπόρεσε να σπουδάσει το επιθεωρησιακό είδος πλάι σε μεγαθήρια.
(Το αρχείο μου είναι πράγματι πολύτιμο, αλλά για αυτή την ανάρτηση πηγή στάθηκαν τα βιβλία της Σπεράντζας).

*Χρονοστιβάδα, ναι, συμφωνώ ότι διεκδίκησε και την επιτυχία της (εκμεταλλευόμενη και τις ευκαιρίες που της δόθηκαν) αλλά και την προσωπική της ευτυχία.
Σου συστήνω να αγοράσεις την πρώτη έκδοση του "Επιθεώρηση καψούρα μου" και όχι την επανέκδοση "Ο οργασμός του μπράβο".

*Άννα, σ' ευχαριστώ για την επίσκεψη. Δεν αναφέρθηκα με λεπτομέρειες στα γεγονότα του Μεσολογγίου γιατί ήθελα να κρατήσω χώρο για τα θεατρικά της κατορθώματα. Σ' ευχαριστώ για όσα επισημαίνεις!

Coach/Chef είπε...

Η Σπεράντζα γεννήθηκε στις 6/2/1928 και πέθανε στις 29/9/2009. Το έτος γέννησής της, επιβεβαιώνει ο αείμνηστος Θόδωρος Έξαρχος στην εγκυκλοπαίδειά του "Έλληνες Ηθοποιοί".

Rena Fan είπε...

Coach/Chef, σε ευχαριστώ για την επισήμανση. Κι εγώ πιστεύω ότι αυτό το έτος είναι μάλλον το σωστό.

Αστείρευτη πηγή ο Θ. Έξαρχος και μάλλον έδινε χρονολογία γέννησης μόνον όταν ήταν σίγουρος. Θυμάμαι σε μια συνέντευξή του να λέει πόσες δυσκολίες συναντούσε στο να πείσει τους/τις ηθοποιούς να του πουν το έτος γέννησής τους ή, κάποιες φορές, το έτος της πρώτης τους εμφάνισης...

Ανώνυμος είπε...

Θα μπορούσατε να μας δώσετε κάποιες πληροφορίες για την Νίκη Ντέμις; Δυστυχώς δεν μπορώ να βρω πουθενά πληροφορίες, εκτός από ένα τραγούδι του Βέλλα που έχει ηχογραφήσει, το "Πώς να πιστέψω".