Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Το ελαφρό τραγούδι και το θέατρο στον πόλεμο του '40

Σ’ αυτά τα χρόνια άλλαξε του τραγουδιού η μορφή.
Ο έρωτας ξεχάστηκε, μπήκε ξανά στην μπάντα.
Και μες σε πόλεις και χωριά και σε κάθε κορφή
νέα τραγούδια ακούστηκαν: τραγούδια του σαράντα.

Μ’ αυτό το τετράστιχο η αξέχαστη Σοφία Βέμπο προλόγιζε τα πολεμικά της τραγούδια στις παραστάσεις, τις εκδηλώσεις και τις ραδιοφωνικές εκπομπές στις οποίες θυμόταν τις μεγάλες τραγουδιστικές της επιτυχίες εκείνου του ιδιαίτερου θεατρικού χειμώνα, του χειμώνα του 1940-41. Η Σοφία Βέμπο είναι στις μέρες μας το σύμβολο ενός μεγάλου κεφαλαίου της θεατρικής και τραγουδιστικής μας ιστορίας: του κεφαλαίου που έχει τίτλο «Το ελαφρό τραγούδι και το θέατρο στον πόλεμο του ‘40».


Τονίζω τη λέξη «ελαφρό» γιατί με αυτό το είδος τραγουδιού θα ασχοληθώ. Η αλήθεια είναι ότι αν και αυτό το είδος είναι σήμερα παραγκωνισμένο και οι περισσότεροι μελετητές ασχολούνται με το λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι, αυτές τις μέρες το ελαφρό παίρνει τη ρεβάνς: υπάρχουν πολλά και καλά ρεμπέτικα τραγούδια που γράφτηκαν την περίοδο του πολέμου με σατιρική και πατριωτική διάθεση, ωστόσο αυτές τις μέρες σε όλα τα επετειακά αφιερώματα ακούγεται η φωνή της Σοφίας Βέμπο στο θρυλικό «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά». Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι τότε το ρεμπέτικο ήταν απαγορευμένο στο ραδιόφωνο. Ίσως πάλι να οφείλεται στο ταλέντο και την επιβλητική παρουσία της Βέμπο που κατόρθωσε όχι μόνο να γίνει η πιο αγαπημένη τραγουδίστρια εκείνα τα χρόνια, αλλά και να παραμένει, σχεδόν 70 χρόνια από τότε και 30 χρόνια από τον θάνατό της, άρρηκτα δεμένη με την περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου.


Το (μουσικό) θέατρο στον πόλεμο του ‘40

Ωστόσο η Βέμπο δεν ήταν η μόνη. Σύσσωμο το ελληνικό θέατρο και το ελληνικό τραγούδι έδωσε το «παρών» σε κείνη την ιδιαίτερη στιγμή της ελληνικής ιστορίας. Αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου, επιστρατεύτηκαν πολλοί άντρες ηθοποιοί και τραγουδιστές. Απέμειναν λοιπόν πίσω κυρίως άντρες μεγαλύτερης ηλικίας και φυσικά γυναίκες που σύντομα συνειδητοποίησαν ότι το ρεπερτόριό τους αυτές τις ώρες δεν μπορούσε να αγνοήσει την επικαιρότητα. Τα περισσότερα θέατρα αρχίζουν να παίζουν στις 2 Νοεμβρίου με καλυμμένα τα εξωτερικά τους φώτα «δια κυανού χάρτου». Μόνο το Βασιλικό Θέατρο δεν δουλεύει γιατί επιστρατεύονται οι περισσότεροι πρωταγωνιστές του. Τα υπόλοιπα θέατρα συνεχίζουν για λίγες μέρες το ρεπερτόριό τους αλλά σύντομα ανεβάζουν όλα πολεμικές επιθεωρήσεις. Ακόμα και ο θίασοι πρόζας: ο Κώστας Μουσούρης παρουσιάζει το θρυλικό Μπράβο Κολονέλλο των Αλέκου Σακελλάριου-Χρήστου Γιαννακόπουλου (από κάποιους θεωρείται ως η καλύτερη πολεμική επιθεώρηση που ανέβηκε εκείνο τον χειμώνα) και αργότερα το Φινίτο Μουσολίνι των ιδίων συγγραφέων. Ο ημικρατικός θίασος της Μαρίκας Κοτοπούλη στο Ρεξ άναβιώνει τα Πολεμικά Παναθήναια (που είχαν ανέβει στους Βαλκανικούς πολέμους) στα οποία προστίθενται επίκαιρα νούμερα. Ακόμα και η κυρία Κατερίνα ενδίδει στην επιθεώρηση και ανεβάζει, ανήμερα των Χριστουγέννων, τις Πολεμικές Καντρίλιες. Στο θέατρο Ολύμπια ανεβαίνει η επιθεώρηση Μάρε Νόστρουμ των Δημήτρη Χρονόπουλου και Χρήστου Χαιρόπουλου: επικεφαλής του θιάσου το μεγάλο προπολεμικό αστέρι της οπερέτας και της επιθεώρησης Πάολα Νικολέσκο (κατά κόσμον Παυλίνα Σπηλιωτοπούλου). Στο «Αλάμπρα» ανεβαίνει η Πολεμική σπίθα.


Η Ρένα Βλαχοπούλου στο θέατρο «Μοντιάλ»

Άφησα τελευταίο το θέατρο «Μοντιάλ». Όχι απλώς επειδή εμφανιζόταν εκεί η Σοφία Βέμπο που τραγούδησε τα πιο χαρακτηριστικά πολεμικά τραγούδια, αλλά επειδή εκεί έκανε τα πρώτα της θεατρικά βήματα, πάντα ως τραγουδίστρια, η Ρένα Βλαχοπούλου. Στον θίασο του «Μοντιάλ» ανήκαν μερικά από τα πιο σπουδαία ονόματα του μουσικού θεάτρου της εποχής: Άννα και Μαρία Καλουτά, Μίμης Κοκκίνης, Μάνος Φιλιππίδης. Συμπράττει η Ηρώ Χαντά. Συμμετέχουν Λίτσα Λαζαρίδου, Γεωργία Βασιλειάδου, ο θρυλικός Μητσάρας και κομπέρ ο Μίμης Τραϊφόρος. Τραγουδούν η Σοφία Βέμπο και η Ρένα Βλαχοπούλου. Ορχήστρα Θεόδωρου Παπαδόπουλου και Μιχάλη Σουγιούλ. Ο θίασος ξεκίνησε τις παραστάσεις του στις 24 Νοεμβρίου 1940 με την Πολεμική επιθεώρηση που έγραψαν οι Γιώργος Θίσβιος, Δημήτρης Ευαγγελίδης, Αλέκος Σακελλάριος και Μίμης Τραϊφόρος. Το πρώτο αυτό έργο της σεζόν ανεβαίνει βιαστικά, δίχως πολλά σκηνικά και πολυτέλειες, για να προλάβει τις εξελίξεις της επικαιρότητας. Σ’ αυτό το έργο ο Μίμης Τραϊφόρος γράφει για το «πουλέν» του, τη Ρένα Βλαχοπούλου, το παρακάτω τραγουδάκι (μουσική Γιάννη Βέλλα):

Πατρίδα, πατρίδα, Ελλάδα δοξασμένη
κανείς δεν θα σ’ αγγίξει τη γη την τιμημένη.
Πατρία, πατρίδα, όλα τα παιδιά σου
στα σύνορα πεθαίνουν για την ελευθεριά σου.
Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή
παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή.

Τις μέρες που τραγουδούσε αυτό το τραγούδι η Ρένα Βλαχοπούλου βίωσε μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ζωής της. Κάποιο βράδυ, πριν εμφανιστεί, της ανακοίνωσαν ότι σε έναν από τους πρώτους βομβαρδισμούς της Κέρκυρας σκοτώθηκαν οι γονείς της. Το περιστατικό πέρασε και στον Τύπο της εποχής όπου διαβάζουμε: «Η κυρία Ρένα Βλαχοπούλου επέμεινε και έπαιξε χθες τα νούμερά της, αν και είχε πληροφορηθεί ότι μεταξύ των θυμάτων του πρώτου βομβαρδισμού της Κερκύρας συγκατελέγετο και ο πατήρ της». Σύμφωνα με παλιότερες διηγήσεις της ίδιας της Ρένας, πράγματι τραγούδησε εκείνο το βράδυ κλαίγοντας. Σύμφωνα με τη βιογραφία της που έγραψε ο Μ. Δελαπόρτας, η Ρένα ανακοίνωσε στο κοινό ότι δεν μπορεί να τραγουδήσει και την αντικατέστησε η Σοφία Βέμπο.

Η Σοφία Βέμπο «αντικατέστησε» σίγουρα τη Ρένα Βλαχοπούλου στη δισκογράφηση αυτού του τραγουδιού (ηχογράφηση που ακούμε και εδώ, στο blog). Ήταν ένα από τα πολλά πολεμικά τραγούδια που ερμήνευσε σε δίσκους η Βέμπο εκείνη τη χρονιά. Ήταν επίσης η αφορμή για να ενωθεί ερωτικά και επαγγελματικά με τον Μίμη Τραϊφόρο. Είχε προσέξει τους στίχους του τραγουδιού που τραγουδούσε κάθε βράδυ η Ρένα και ζήτησε από τον Τραϊφόρο να γράψει και για ‘κείνη ένα πολεμικό τραγούδι, πάνω στη μουσική της «Ζεχρά» (που ήταν μεγάλη επιτυχία της). Ο Τραϊφόρος ανταποκρίθηκε άμεσα γράφοντας τα θρυλικά:

Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά
που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά.

Παιδιά, στη γλυκιά Παναγιά
προσευχόμαστε όλες να ‘ρθετε ξανά.

Από εκεί και πέρα αρχίζει ο θυελλώδης έρωτας της Βέμπο με τον Τραϊφόρο αλλά και η μακροχρόνια συνεργασία τους που ξεκίνησε από τα πολεμικά τραγούδια εκείνου του χειμώνα και συνεχίστηκε με μερικά από τα ωραιότερα ερωτικά τραγούδια.


Ωστόσο, ας μείνουμε λίγο παραπάνω στο θέατρο Μοντιάλ και στις πολεμικές επιθεωρήσεις που ανέβηκαν εκεί. Αμέσως μετά τις γιορτές, τον Γενάρη, ο θίασος ανεβάζει τη νέα πολεμική επιθεώρηση Μπέλλα Γκρέτσια των Μ. Λαουτάρη, Χ. Χαρίτου, Θ. Συνοδινού. Σ’ αυτό το έργο η Ρένα Βλαχοπούλου δεν τραγουδάει πολεμικό, αλλά απλώς ερωτικό τραγούδι, το «Γλυκά μου μάτια». Τα πολεμικά τραγούδια αυτής της παράστασης επωμίζεται πλέον κυρίως η Σοφία Βέμπο. Ωστόσο η Ρένα Βλαχοπούλου είχε το πολεμικό της τραγούδι στην τρίτη επιθεώρηση του θιάσου που ανέβηκε τον Μάρτιο του 1941 με τίτλο Πολεμική Αθήνα. Τα κείμενα έγραψαν αυτή τη φορά οι Χρήστος Γιαννακόπουλος, Δημήτρης Γιαννουκάκης, Αλέκος Σακελλάριος και τη μουσική ο Κώστας Γιαννίδης. Σ’ αυτό το έργο η Ρένα τραγουδάει το πολεμικό τραγούδι των Κώστα Γιαννίδη-Μίμη Τραϊφόρου «Πήγαινε και όταν θα ‘ρθεις». Το τραγούδι αυτό δισκογραφήθηκε, αλλά η τύχη του δυστυχώς αγνοείται σήμερα! Και το τραγούδι αυτό όπως και ολόκληρη η επιθεώρηση ατύχησαν γιατί οι παραστάσεις δεν κράτησαν για πολύ: λίγες μέρες μετά την πρεμιέρα η Γερμανία κηρύσσει τον πόλεμο στην Ελλάδα, οι Γερμανοί εισβάλλουν στη χώρα και οι πολεμικές επιθεωρήσεις με τα θριαμβευτικά και πατριωτικά τους νούμερα και τραγούδια είναι πια παρελθόν.


Τα πολεμικά τραγούδια

Ωστόσο, τους πέντε μήνες στους οποίους κυριάρχησε αυτό το (ευτυχώς!) βραχύβιο θεατρικό είδος, η πολεμική επιθεώρηση, έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην ψυχαγωγία του κοινού στα μετόπισθεν. Το πολεμικό τραγούδι, βασικό συστατικό όλων των επιθεωρήσεων, αλλά και τα σατιρικά νούμερα (κλασικό παράδειγμα το «Ευζωνάκι» της Άννας Καλουτά που η ίδια μας ξαναθύμισε πριν από λίγους μήνες στο συγκινητικό αποκορύφωμα της παράστασης του Σταμάτη Κραουνάκη Χ-Σκηνής στο Ηρώδειο) έβαλαν το λιθαράκι τους στην εμψύχωση του λαού. Δημιούργησαν ένα κλίμα αισιοδοξίας που ήταν πολύ σημαντικό. Κυκλοφορούσαν σε περιοδικά και φυλλάδια και έφταναν σε όλες τις γωνιές της Ελλάδας (ακόμα και στη μακρινή, τότε, Ηράκλεια Σερρών!). Οι τραγουδίστριες και οι ηθοποιοί της εποχής (Βέμπο, αδελφές Καλουτά, Βλαχοπούλου, Δανάη, Ρίτα Δημητρίου, Κούλα Νικολαϊδου, Πάολα και τόσες άλλες...) έτρεχαν τη μέρα από τον ραδιοφωνικό σταθμό στα νοσοκομεία και από τα νοσοκομεία πάλι στον ραδιοφωνικό σταθμό για να τραγουδήσουν αυτά τα θρυλικά πλέον πολεμικά τραγούδια—που όμως στις μέρες μας (από ό,τι διαπίστωσα μιλώντας για αυτά και στην παρέα μου) φαντάζουν γραφικά και γελοία. Ωστόσο ήταν προφανώς σημαντικά για την εποχή εκείνη και για αυτό θέλω να θυμηθώ μερικά.


Τα ερωτικά πολεμικά τραγούδια

Τα πολεμικά τραγούδια χωρίζονταν σε δυο κατηγορίες. Στην πρώτη ανήκαν τα ερωτικά-πολεμικά στα οποία είτε η γυναίκα αναγνωρίζει πλέον στον πολεμιστή άντρα της το... δικαίωμα να έχει μια άλλη αγαπημένη, την Ελλάδα, και του επιτρέπει να πάει να πολεμήσει είτε ο άντρας ανακοινώνει στη γυναίκα του ότι για χάρη της Ελλάδας θα την εγκαταλείψει προσωρινά... Ένα από αυτά, που δεν δισκογραφήθηκε αλλά υπάρχει στο αρχείο της ΕΡΑ από μεταγενέστερη ηχογράφηση, ανήκει στη Σωτηρία Ιατρίδου, την πρώτη Ελληνίδα τραγουδοποιό, που διακρίθηκε για τις ερμηνείες της τόσο στο μουσικό θέατρο όσο και στο θέατρο πρόζας (λέγεται ότι ήταν η καλύτερη λαίδη Μάκβεθ του προπολεμικού μας θεάτρου). Το τραγουδούσε στις Πολεμικές καντρίλιες και είχε τίτλο «Να πας»:

Κάποτε σε είδα ερωτευμένο με μιαν άλλη και η ζήλια μ’ είχε κάνει σαν τρελή.
Κάποτε θυμάμαι πως σου είπα να μη φύγεις και σου έδωσα το πιο γλυκό φιλί.
Μα τώρα έτσι ερωτευμένο που σε είδα με την πατρίδα, θα σου το πω:

Να πας μες στου πολέμου εκεί την άκρη.
Να πας και δεν θα χύσω ούτε ένα δάκρυ.
Ποτέ να μη σε βλέπω πικραμένο.
Να πας και λυτρωτή σε περιμένω.


Άλλο χαρακτηριστικό τραγούδι αυτής της κατηγορίας είναι το «Μας χωρίζει ο πόλεμος» που τραγούδησε η Σοφία Βέμπο. Το έγραψε ο Μιχάλης Σουγιούλ από το φυλάκιο στο οποίο υπηρετούσε, καθώς λέγεται.

Ούτε ένα δάκρυ από τα μάτια ας μην κυλήσει
στου χωρισμού μας το πικρό τώρα φιλί.
Πρέπει ο καθείς μας τώρα πια να πολεμήσει
αφού η γλυκιά μας η πατρίδα το καλεί.
Μας χωρίζει ο πόλεμος μα θεριεύει η ελπίδα
πως για τη γλυκιά πατρίδα φεύγω τώρα εκδικητής...


Τα πρωτότυπα τραγούδια που γράφτηκαν ειδικά για τον πόλεμο ήταν σχετικά λίγα. Τα περισσότερα πολεμικά τραγούδια γράφτηκαν πάνω σε ήδη γνωστές μελωδίες (όπως το «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά»). Η Πάολα, για παράδειγμα, τραγουδούσε την προπολεμική της επιτυχία «Τα χρυσάνθεμα που μου ‘στειλες» με νέους επίκαιρους στίχους:

Μες στο γράμμα αγαπημένε μου το φιλί μου είναι κλεισμένο
να μου το γυρίσεις γρήγορα νικητής προσμένω.

Μες στα χιόνια, μες στον πόλεμο χίλια θαύματα να κάνεις.

Κι ύστερα έλα, ξαναγύρισε, τη ζωή μου να γλυκάνεις.


Η Κάκια Μένδρη τραγουδούσε το εξαιρετικό ταγκό του Εντουάρντο Μπιάνκο και του Αλέκου Σακελλάριου «Μοναξιά, φτάνεις κάποτε μοιραία, μοναξιά, είσαι η πιο σκληρή παρέα» με τους νέους στίχους «Παναγιά, έλα βόηθα μας και πάλι και του πολέμου η οργή να σβήσει από τη γη». Από τα πρωτότυπα τραγούδια που γράφηκταν τότε θρυλική έμεινε η επιτυχία της Κούλας Νικολαΐδου:

Κορίτσι μου για σένα πολεμώ
να μη σε δω ποτέ σε χέρια ξένα,
τον θάνατο μικρή μου προτιμώ
παρά να χάσω την πατρίδα μου και σένα.


Η Κούλα Νικολαΐδου τραγούδησε σε δίσκους Odeon τα περισσότερα από τα πολεμικά τραγούδια που τραγούδησε η Βέμπο στην Columbia. Εδώ φαίνεται λοιπόν η άλλη όψη της «μόδας» των πολεμικών τραγουδιών: οι εταιρίες βρήκαν τρόπο να κάνουν τη δουλειά τους ακόμα και σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή και να εμπορευτούν την ανάγκη του λαού να πάρει θάρρος μέσα από τη μουσική και το τραγούδι. Η μεγάλη Δανάη Στρατηγοπούλου θεώρησε πατριδοκαπηλική όλη αυτή την υπερπαραγωγή πολεμικών τραγουδιών και τραγούδησε μόνο ένα, για πολλούς το ωραιότερο, θεωρώντας πως αφού είπε αυτά τα λόγια, δεν είχε τίποτα άλλο να προσθέσει:

Άντε στο καλό κι η Παναγιά μαζί σου
Άντε στο καλό κι η σκέψη μου δική σου.
Σ’ αποχαιρετώ χωρίς καημό και πόνο
κι ένα σου ζητώ να με θυμάσαι μόνο.
Άντε στο καλό και μια αγκαλιά ανοιχτή
θα σε περιμένει να σε σφίξει νικητή.

Το blog αυτό τιμάει τη λατρεμένη μας «γιαγιά» Δανάη ακούγοντας αυτό το γλυκύτατο τραγούδι του Ιωσήφ Ριτσιάρδη και στέλνοντάς της την αγάπη μας...


Τα σατιρικά πολεμικά τραγούδια

Ας περάσουμε τώρα στη δεύτερη κατηγορία πολεμικών τραγουδιών: πρόκειται για τα σατιρικά τραγούδια που ως γνήσια τέκνα της επιθεώρησης, είναι αποκλειστικά παρωδίες μεγάλων σουξέ της εποχής. Και εδώ πρωτοστατεί φυσικά η Σοφία Βέμπο που η φωνή της μπορεί πολύ εύκολα να περάσει από το επικό μεγαλείο στην κωμική έκφραση. Το δημοτικοφανές σουξέ της «Στη Λάρισα βγαίνει ο αυγερινός» γίνεται «Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός». Το «Ράβει η Βάσω τα προικιά της» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη γίνεται «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του».

Αλλά και η θρυλική ζημιάρα Μαριγώ γίνεται με τη φωνή της Κάκιας Μένδρη ο λεβέντης ο Ιταλός:

Ο λεβέντης ο Ιταλός μια σωστή δουλειά δεν κάνει
το λιοντάρι παριστάνει μα το σκάει ο χαζός.
Αιχμαλώτους στέλνει εδώ και στην Αίγυπτο εκεί κάτω

πάει ο στόλος του στον πάτο
κι έχει χάσει τα νερά, μάρε νόστρουμ μια φορά!

Η Κάκια Μένδρη τραγουδούσε ακόμα σατιρικές παρωδίες των τραγουδιών του Αττίκ. Τα «Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες, μαραμένα και τα γιασεμιά» έγιναν... τυριά:

Μυρωμένα τυριά γκοργκοντζόλες
μας αφήκαν για κληρονομιά.

Το κακό είναι που μούχλιασαν όλες
και θυμίζουν φασιστική βρωμιά.


Η πιο ξακουστή όμως σατιρική παρωδία της εποχής έχει σχέση και με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Το πρώτο της τραγούδι, το προπολεμικό ιταλικό σουξέ “Reginella Campagnola” που τραγουδούσε στα ελληνικά ως «Μικρή χωριατοπούλα» το προηγούμενο καλοκαίρι στην «Όαση» του Ζαππείου (και κυκλοφόρησε σε δίσκο με τη φωνή του Φώτη Πολυμέρη) διασκευάστηκε από τον φαντάρο Γιώργο Οικονομίδη και έγινε το δημοφιλέστατο «Κορόιδο Μουσολίνι».

Με το χαμόγελο στα χείλη
παν’ οι φαντάροι μας μπροστά.
Και γίναν οι Ιταλοί ρεζίλι
γιατί η καρδιά τους δεν βαστά.

Η Άννα Καλουτά θυμάται ότι το «Κορόιδο Μουσολίνι» τραγουδούσε στο «Μοντιάλ» η Ρένα Βλαχοπούλου. Ο περισσότερος κόσμος το έχει συνδέσει με τη φωνή της Σοφίας Βέμπο. Προφανώς και οι δυο τραγουδίστριες (όπως και πολλές άλλες) θα το τραγούδησαν εκείνη την εποχή και στο θέατρο και στο ραδιόφωνο και στα νοσοκομεία. Ωστόσο στη δισκογραφία πέρασε με τη φωνή του Νίκου Γούναρη (ενώ η Βέμπο τραγούδησε το «Πω πω τι έπαθε ο Μουσολίνι», ελληνική διασκευή της αγγλικής πολεμικής επιτυχίας “What a surprise for the Duche”). Εδώ στο blog όμως, ακούμε τη Ρένα Βλαχοπούλου να τραγουδάει ακαπέλα το δεύτερο κουπλέ του τραγουδιού ως... Νίνα από τη ραδιοφωνική εκδοχή του έργου του Κώστα Ταχτσή Το τρίτο στεφάνι...


Σήμερα μας φαίνεται γραφικό όλο αυτό το σκηνικό, αλλά σκεφτείτε την τραγική ειρωνία για τους Ιταλούς: ένα δικό τους τραγούδι να γυρίσει μπούμεραγκ εναντίον τους! (Μια εξαιρετική παρουσίαση της διαδρομής αυτού του τραγουδιού μπορείτε να διαβάσετε στο blog Allu Fun Marx).


Πήρατε μια μικρή γεύση από τα πολλά πολεμικά τραγούδια που δόξασαν οι φωνές του ελαφρού τραγουδιού και του μουσικού θεάτρου τη χειμερινή περίοδο 1940-41... Πήρατε μια ιδέα από το κλίμα μιας άλλης εποχής, που μοιάζει τόσο μακρινή αλλά μας χωρίζουν μόλις 68 χρόνια. Δεν ξέρω πόσο ενδιαφέρουν εμάς αυτά τα τραγούδια σήμερα, αλλά ξέρω, από τις διηγήσεις των παππούδων και των γιαγιάδων μου, ότι τους βοήθησαν πολύ τότε. Θεωρήστε λοιπόν αυτό το κείμενο φόρο τιμής όχι μόνο στις καλλιτέχνιδες και τους καλλιτέχνες που τα ερμήνευσαν τότε, αλλά και σε κάποιους δικούς μου ανθρώπους!


Επαναλαμβάνω ότι δεν ασχολήθηκα καθόλου με τα ρεμπέτικα τραγούδια που ήταν επίσης πολύ σημαντικά (και μπορείτε να τα βρείτε στη χρήσιμη έκδοση του Σάκη Πάπιστα Το αστικό τραγούδι στα πέτρινα χρόνια όπου καταγράφονται ελαφρά και ρεμπέτικα πολεμικά τραγούδια, αν και λείπει από αυτήν μια πιο συστηματική ερμηνεία του φαινομένου «πολεμικό τραγούδι» στο ιστορικό και καλλιτεχνικό πλαίσιο της εποχής). Μπορείτε επίσης να βρείτε μια εξαιρετική παρουσίασή τους και πάλι στο blog του Allu Fun Marx. Ο πόλεμος του ’40 συνέχισε να εμπνέει την τέχνη και τα επόμενα χρόνια. Δεν είμαι εγώ φυσικά αρμόδιος να μιλήσω για το μεγαλείο του Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη και του Μίκη Θεοδωράκη. Θέλω όμως να θυμίσω την Αλβανία, έναν αδικημένο δίσκο του Πυθαγόρα και του Γιώργου Κατσαρού (αδικημένου, γιατί κατά τη γνώμη μου η «ελαφρολαϊκή» θητεία των δημιουργών του και της ερμηνεύτριάς του—της Μαρινέλλας—αλλά και η εποχή στην οποία κυκλοφόρησε—1973—επισκίασε την αξία κάποιων καλών τραγουδιών του).


Και θα κλείσω αυτή την ανάρτηση εντελώς... παράταιρα και ίσως και κάπως ιερόσυλα, με την άλλη μεγάλη αγαπημένη αυτού του blog, την αξέχαστη Βέρα Ζαβιτσιάνου που με την ιδιαίτερη ευαισθησία της διαβάζει ένα απόπασμα από το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας του Οδυσσέα Ελύτη που εκδόθηκε το 1945. Αμέσως μετά τη Βέρα ακούγεται ο «Έφεδρος Ανθυπολοχαγός» των Πυθαγόρα-Κατσαρού από τον Τάκη Μπινιάρη. Νομίζω ότι ταιριάζουν...






Πηγές:
Οι εκπομπές του πλουσιότατου αρχείου της ΕΡΑ/ΕΡΤ και η δισκογραφία της εποχής, η προσωπική μου έρευνα στον Τύπο της εποχής, η μεταπτυχιακή διατριβή της Βιργινίας Φωτιάδου Η επιθεώρηση 1940-41 (Τμήνα Φιλολογίας, Α.Π.Θ. 1992) και το κείμενο της Δηώς Καγγελάρη «Η αντίσταση στον κατακτητή σηκώνει αυλαία» από το Βήμα της 29ης Οκτωβρίου 2000.

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Το "Έχει γούστο" θυμάται τη Ρένα Βλαχοπούλου

Τη Δευτέρα 27 Οκτωβρίου η εκπομπή της ΝΕΤ Έχει γούστο με την Μπήλιω Τσουκαλά παρουσιάζει ένα αφιέρωμα στη Ρένα Βλαχοπούλου. Δεν γνωρίζω ποιοι/ποιες θα είναι στο στούνιο για να θυμηθούν και να τιμήσουν τη Ρένα, ξέρω όμως ότι φέτος συνεργάτης της εκπομπής είναι ο δημοσιογράφος Νίκος Νικόλιζας, ο οποίος είχε πάρε την τελευταία τηλεοπτική συνέντευξη της Ρένας Βλαχοπούλου το 1999, η οποία δεν προβλήθηκε ποτέ ολόκληρη. Έχουν προβληθεί αποσπάσματά της από τους σταθμούς στους οποίους εργάστηκε κατά καιρούς ο κ. Νικόλιζας (Antenna και Alpha) και ίσως κάποια αποσπάσματα προβληθούν και από το Έχει γούστο. Συντονιστείτε λοιπόν στη ΝΕΤ, τη Δευτέρα 27 Οκτωβρίου, 4-6μμ.

Μην ξεχνάτε επίσης ότι τη Δευτέρα στις 5μμ (όπως και κάθε μέρα) η Ρένα Βλαχοπούλου διαβάζει το Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή στο Τρίτο Πρόγραμμα. Εδώ και δυο εβδομάδες ακούγονται τα κεφάλαια του βιβλίου που αναφέρονται στον πόλεμο του '40 και την Κατοχή. Πιστέψτε με, είναι η καλύτερη συντροφιά για αυτές τις επετειακές μέρες!

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

"Έφυγε" η Νίτσα Μόλλυ...

Πριν από μια εβδομάδα, στις 14 Οκτωβρίου, πέθανε μια από τις τελευταίες εκπροσώπους του ελαφρού τραγουδιού: η μεγάλη ερμηνεύτρια Νίτσα Μόλλυ. Ελάχιστοι/ες ανέφεραν τον θάνατό της (προσωπικά το πληροφορήθηκα με πολύ μεγάλη καθυστέρηση από την εκπομπή του Σιδερή Πρίντεζη στο Δεύτερο) και μια πρόχειρη αναζήτηση στο ίντερνετ δείχνει ότι η σπουδαία αυτή τραγουδίστρια ήταν ήδη ξεχασμένη προτού αποχωρήσει από τον κόσμο μας.

Η Νίτσα Μόλλυ (Άννα Μολυβάδα το πραγματικό της όνομα) γεννήθηκε το 1921. Άρχισε να τραγουδά το 1937, χάρη στον γνωστό συνθέτη Γιάννη Βέλλα που την άκουσε τυχαία στο σπίτι μιας ξαδέλφης της. Συνόδευε η ίδια το τραγούδι της με την κιθάρα της και γνώριζε ιδιαίτερη επιτυχία σε ισπανικά τραγούδια του Μεσοπολέμου. Ήταν ένα από τα αστέρια της «Μάντρας» του Αττίκ. Εμφανίστηκε επίσης στην «Όαση» και σε άλλα βαριετέ μαζί με μεγάλα ονόματα: τη Δανάη, τους Γιώργο Οικονομίδη, Αρία, Τώνη Μαρούδα και άλλους/ες. Στη δισκογραφία εμφανίστηκε με το τραγούδι «Καμιά δεν θα αγαπήσω σαν εσένα» του Λεό Ραπίτη (το τραγουδούσε μαζί με την Ελένη Ντε Ροζέ). Ηχογράφησε περίπου 40 τραγούδια στις 78 στροφές, αρκετά από τα οποία έχουν ευτυχώς επανεκδοθεί στις 33 στροφές και σε CD.



Στα χρόνια του ’50 και του ’60 συμμετείχε σε πολλές εκπομές στο ΕΙΡ και για καλή μας τύχη έχουν σωθεί αρκετά από τα τραγούδια που ηχογράφησε είτε με την ορχήστρα του ΕΙΡ είτε με τη συνοδεία του Κώστα Γιαννίδη στο πιάνο (ιδιαίτερα γοητευτική η συνύπαρξή τους στις «Χάντρες» των Μίμη Πλέσσα-Κώστα Πρετεντέρη) είτε απλώς με την κιθάρα της (συχνά σε απρόβλετες ερμηνείες, πχ σε τραγούδια του Νέου Κύματος). Ελπίζουμε ότι το μεράκι του Σιδερή Πρίντεζη θα μας επιτρέψει να ακούσουμε αυτές τις ηχογραφήσεις από το Δεύτερο Πρόγραμμα στο μέλλον...

Η Νίτσα Μόλλυ και η Ρένα Βλαχοπούλου δεν συνεργάστηκαν ποτέ (εκτός ίσως από κάποιες έκτακτες εμφανίσεις σε συναυλίες ή τιμητικές παραστάσεις άλλων καλλιτεχνών). Ωστόσο, τις συνέδεε το ρεπερτόριό τους, καθώς η Νίτσα Μόλλυ διακρίθηκε σε ερμηνείες τραγουδιών slow και swing που έγραφαν ο Ηρακλής Θεοφανίδης («Θα ‘θελα να ‘μουνα εκείνη που αγαπάς»), ο Νίκυ Γιάκοβλεφ («Μοίρες»), ο Γιώργος Μουζάκης («Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει») και άλλοι συνθέτες. Μπορούμε να πούμε ότι κάλυψε το κενό που δημιούργησε στη δισκογραφία η Ρένα Βλαχοπούλου φεύγοντας στο εξωτερικό το 1946. Πολύ όμορφα τζαζ τραγούδια που θα μπορούσε να έχει τραγουδήσει και η Ρένα πέρασαν στην αθανασία με τη φωνή της Νίτσας Μόλλυ. Μάλιστα, τις δυο ερμηνεύτριες συνδέει ένα εξαιρετικό τραγούδι του Κώστα Γιαννίδη, το οποίο ηχογράφησαν σε δίσκο ταυτόχρονα, η καθεμιά στην εταιρία της. Πρόκειται για το «Τι σου λένε τα λουλούδια» που ηχογράφησε το 1946 η Ρένα Βλαχοπούλου στην Odeon και η Νίτσα Μόλλυ στην Columbia. Δυστυχώς η ηχογράφηση της Βλαχοπούλου αγνοείται (κάνω έκκληση στους συλλέκτες που την έχουν να μας τη... δανείσουν!). Ευτυχώς όμως η ηχογράφηση της Μόλλυ υπάρχει: μπορείτε να την ακούσετε στο CD Το ελληνικό σλόου (όπως και το «Θα ‘θελα να ‘μουνα εκείνη που αγαπάς») και να απολαύσετε τη γοητεία της φωνής και της ερμηνείας της (για την ιστορία να αναφέρω ότι αυτά τα δυο τραγούδια έγιναν γνωστά στα νεότερα χρόνια και από τη φωνή της Μαργαρίτας Ζορμπαλά, στους δίσκους Ο εξαίρετος κύριος Γιαννίδης και Πάμε σαν άλλοτε.)

Η Νίτσα Μόλλυ, μια κομψή, ευγενική κυρία, εμφανίστηκε αρκετές φορές στην τηλεόραση, κυρίως σε εκπομπές του Αρτέμη Μάτσα, και τραγουδούσε πάντα με την κιθάρα της. Η τελευταία της εμφάνιση ήταν σε μια εκπομπή του Κώστα Χαρδαβέλλα το 1995. Ένα χρόνο πριν, την είχε βραβεύσει για την προσφορά της το Δημοτικό Θέατρο Βόλου. Εκτός από πολύ καλή τραγουδίστρια ήταν και πολύ καλή ζωγράφος (είχε παρουσιάσει έργα της και σε κάποιες εκθέσεις). Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο φιλοξενούνταν σε ένα γηροκομείο στη Γαστούνη. Έφυγε αθόρυβα, όπως ζούσε. Το blog αυτό την αποχαιρετά με τη γλυκόπικρη αίσθηση που αφήνει η φωνή της στο άκουσμα των στίχων του Κώστα Κοφινιώτη:
Θα ‘θελα να ‘μουνα εκείνη που αγαπάς,
αυτή που σ’ έκανε στ’ αλήθεια να πονέσεις,
να ‘ξερα πάντοτε τι σκέφτεσαι, πού πας,
γιατί όσο κανείς εσύ μ’ αρέσεις.
Μέσα στα μάτια σου διαβάζω την αλήθεια,
δεν είμαι τίποτα για σένα στη ζωή,
κοντά μου σ' έφερε το πείσμα κι η συνήθεια
και όπως ήρθες, θα χαθείς ένα πρωί»...

ΥΓ. Την ανάρτηση συνοδεύει το τραγούδι "Τι σου λένε τα λουλούδια" με τη Νίτσα Μόλλυ. Την ηχογράφηση μου χάρισε ο καλός φίλος και συν-blogger desmich8.

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

Μουσική επικαιρότητα(?): Μιχάλης Σουγιούλ και Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης

Δυο μουσικά γεγονότα αυτών των ημερών είναι σχετικά με τα ενδιαφέροντα αυτού του blog. Η συναυλία στη μνήμη του Μιχάλη Σουγιούλ που πραγματοποιήθηκε χτες το βράδυ στο Ηρώδειο και το Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού που πραγματοποιείται απόψε στη Θεσσαλονίκη.


Μιχάλης Σουγιούλ

Ο Μιχάλης Σουγιούλ, κορυφαίος συνθέτης του ελαφρού τραγουδιού, πέθανε πριν από 50 χρόνια ακριβώς, τον Οκτώβριο του 1958. Ο ξανφικός χαμός του ήταν και πρόωρος: στα 52 του χρόνια και ενώ είναι σχεδόν βέβαιο ότι είχε πολλά ακόμα να δώσει στο ελληνικό τραγούδι. Μπορεί το ελαφρό τραγούδι να βρισκόταν στη δύση του, όπως και το αρχοντορεμπέτικο (δημιουργός και κορυφαίος εκπρόσωπός του ήταν ο Μιχάλης Σουγιούλ), ωστόσο η συνθετική του δεινότητα και η ευκολία με την οποία κινούνταν ανάμεσα στα είδη του τραγουδιού μας κάνει να πιστεύουμε ότι όχι απλώς θα είχε επιβιώσει στη νέα μουσική πραγματικότητα της δεκαετίας του ’60, αλλά θα μπορούσε και να προσαμοστεί στη νέα εποχή.


Το πραγματικό του όνομα ήταν Σουγιουλτζόγλου. Γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας, μάλλον το 1906. Στη Σμύρνη πήρε τα πρώτα του μαθήματα πιάνου. Βρέθηκαν οικογενειακώς στην Αθήνα το 1922 αλλά η μουσική του καριέρα ξεκίνησε στην Τρίπολη, το 1924, όπου παραθέριζε με την οικογένειά του. Αφού κάμφθηκαν οι αντιρρήσεις της οικογένειάς του, άρχισε να εργάζεται αρχικά ως ακορντεονίστας σε μεγάλες ορχήστρες (όπως του Θεόδωρου Παπαδόπουλου αλλά και του Εντουάρντο Μπιάνκο στις κατά καιρούς επισκέψεις του στην Ελλάδα) και αργότερα και ως συνθέτης. Τα τραγούδια του δισκογραφούνται και γίνονται μεγάλες επιτυχίες από τη Σοφία Βέμπο («Άσε τον παλιόκοσμο να λέει», «Ζεχρά», «Θα καθόμουνα πλάι σου»), τη Δανάη («Ας ερχόσουν για λίγο»), τον Φώτη Πολυμέρη («Άστα τα μαλλάκια σου»), τον Τώνη Μαρούδα («Λίγες καρδιές αγαπούνε»), τη Στέλλα Γκρέκα («Πού να ‘σαι τώρα») και άλλους και άλλες...


Στον πόλεμο του '40 ο ίδιος θα πολεμήσει στο αλβανικό μέτωπο, ενώ τα τραγούδια του, πρωτότυπα και παρωδίες, θα δίνουν τη δική τους μάχη στα αθηναϊκά θέατρα και στο ραδιόφωνο: η Σοφία Βέμπο θα συγκλονίζει τον κόσμο τραγουδώντας «Μας χωρίζει ο πόλεμος» και κυρίως «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά» (πάνω στη μελωδία της «Ζεχρά»). Μετά τον πόλεμο, ο Μιχάλης Σουγιούλ θα γίνει (μαζί με τον Αλέκο Σακελλάριο και τον Χρήστο Γιαννακόπουλο) ο πατέρας του αρχοντορεμπέτικου, γράφοντας το θρυλικό «Το τραμ το τελευταίο» για την επιθεώρηση Άνθρωποι άνθρωποι του θεάτρου «Μετροπόλιταν». Ο κόσμος του ελαφρού τραγουδιού «συμφιλιώνεται» με τις λαϊκές φόρμες (έστω και χωρίς τη συνοδεία του μπουζουκιού) και το κοινό λατρεύει το νέο είδος. Μέχρι τον θάνατό του, ο Σουγιούλ θα συνεχίζει να εργάζεται ακούραστα σε κέντρα, θέατρα, κινηματογραφικές ταινίες αλλά και στη δισκογραφία και να χαρίζει με απίστευτη ευκολία σπουδαία τραγούδια στον κόσμο. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Αλέκος Σακελλάριος, ο Σουγιούλ μπορούσε να μελοποιήσει ό,τι στίχο του έδινε, μπορούσε να μελοποιήσει ακόμα και την Αγία Γραφή!


Ο Μιχάλης Σουγιούλ συναντήθηκε κάποιες φορές και με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Αρχικά, στην πρώτη της θεατρική εμφάνιση στο θέατρο «Μοντιάλ» όπου τον χειμώνα του ελληνοϊταλικού πολέμου (1940-41) η Ρένα ήταν η νεαρή τραγουδίστρια των τριών πολεμικών επιθεωρήσεων που ανέβηκαν εκεί (αν και σαφώς τον πρώτο ρόλο εκεί είχε η επιβλητική παρουσία της Σοφίας Βέμπο) και περιείχαν και κάποια τραγούδια του Μιχάλη Σουγιούλ. Αργότερα, στην Κατοχή, αρχικά στο θέατρο Πάνθεον (1942-43) και μετά στο θέατρο Λυρικόν (καλοκαίρι του 1943), ο Μιχάλης Σουγιούλ εμφανίζεται ως ακορντεονίστας στις επιθεωρήσεις που ανεβαίνουν εκεί και καθιερώνουν τη Ρένα ως «Βασίλισσα της Τζαζ». Οι δυο καλλιτέχνες θα πραγματοποιήσουν κάποιες ακόμα έκτακτες εμφανίσεις στα μέσα της δεκαετίας του ’50 (υπάρχει ένα φωτογραφικό ντοκουμέντο από αυτές στο βιβλίο του Γιώργου Τσάμπρα Μιχάλης Σουγιούλ: Ας ερχόσουν για λίγο που εκδόθηκε από την «Άγκυρα»). Δυστυχώς δεν υπάρχει κανένα δισκογραφημένο τραγούδι του Σουγιούλ με τη φωνή της Ρένας Βλαχοπούλου, αλλά δεν γνωρίζουμε τι υπάρχει (ή υπήρξε...) σχετικό στο αρχείο του ΕΙΡ.


Τα τελευταία χρόνια οι τρεις κόρες του, Ηρώ, Αλίκη και Μαρία, τρεις εξαιρετικές κυρίες και μουσικοί, ακούραστα φροντίζουν για τη διάσωση και τη διάδοση του έργου του πατέρα τους. Οι τρεις τους ήταν άλλωστε η βασική πηγή πληροφοριών για το βιβλίο του Τσάμπρα και ήταν σαφώς βασικές συνεργάτιδες των συντελεστών της προχθεσινής συναυλίας το Ηρώδειο. Ψυχή της συναυλίας αυτής ήταν ο Μπάμπης Τσέρτος, ο οποίος είχε την πρωτοβουλία για την κυκλοφορία ενός διπλού CD αφιερωμένου στον Μιχάλη Σουγιούλ που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες. Τόσο στο CD (όσο και στη συναυλία, υποθέτω), ο Τσέρτος δεν περιορίστηκε στα αρχοντορεμπέτικα τραγούδια του συνθέτη που ταιριάζουν στο ρεπερτόριο του γνωστού τραγουδιστή. Απεναντίας, ο Τσέρτος (έπειτα και από παρότρυνση των κορών του Σουγιούλ) δοκιμάζεται, με εξαιρετικά αποτελέσματα, και στα «ελαφρά» τραγούδια. Εκτός από τον Τσέρτο, συμμετέχουν στο CD οι Λουκιανός Κηλαηδόνης, Σπύρος Παπαδόπουλος, Σταμάτης Φασουλής, Χρήστος Νικολόπουλος, Νίνα Λοτσάρη, Νάντια Καραγιάννη, Χρυσούλα Στεφανάκη, Θάνος Πολύδωρας, Ανδρέας Μαζαράκης και Γρηγόρης Ψαριανός.


Στη χθεσινοβραδυνή συναυλία που είχε τον ταιριαστό τίτλο «Και ο μήνας έχει εννιά», εκτός από τον Μπάμπη Τσέρτο εμφανίστηκαν και οι Ελένη Δήμου, Μάρα Θρασυβουλίδου, Νάντια Καραγιάννη, Λουκιανός Κηλαηδόνης, Ηλίας Λογοθέτης, Μανώλης Μητσιάς, Νατάσσα Μποφίλου, Δαυίδ Ναχμίας, Σπύρος Παπαδόπουλος, Θάνος Πολύδωρας, Χρυσούλα Στεφανάκη και η Ελίζα Μαρέλλι. Ωστόσο, η έκπληξη της βραδιάς ήταν η συμμετοχή της σπουδαίας Στέλλας Γκρέκα. Η Στέλλα Γκρέκα, μια κορυφαία ερμηνεύτρια του ελαφρού του τραγουδιού που ουσιαστικά μεσουράνησε μόνο για 2 χρόνια στον καλλιτεχνικό χώρο και στη συνέχεια αποσύρθηκε. Άφησε όμως το στίγμα της και αρκετές ηχογραφήσεις καθώς και δυο ταινίες (από τις οποίες, νομίζω, σώζεται μόνο μία αλλά δυστυχώς προβάλλεται πολύ σπάνια: η Μαρίνα του Αλέκου Σακελλάριου). Διαβάστε το πολύ ωραίο αφιέρωμα του blogger Θράσου εδώ. Η παρουσία της σεμηνής και αθόρυβης κυρίας Στέλλας Γκρέκα αποτελεί για μένα μέγα καλλιτεχνικό γεγονός, αλλά δυστυχώς δεν μπορούσα να βρίσκομαι στο Ηρώδειο. Ελπίζω κάποιος/α να σκέφτηκε να μαγνητοσκοπηθεί η βραδιά για να χαρούμε αυτή την υπέροχη φωνή και παρουσία (η τελευταία φορά που εμφανίστηκε στην τηλεόραση ήταν πριν από 13 χρόνια για να μιλήσει με αγάπη και θαυμασμό για τον Γιάννη Σπάρτακο και τη Ρένα Βλαχοπούλου σε μια εκπομπή της ΕΤ-1).


Φεστιβάλ Τραγουδιού

Την ίδια στιγμή που το κοινό του Ηρωδείου τραγουδούσε Μιχάλη Σουγιούλ, το κοινό της Θεσσαλονίκης αλλά και το τηλεοπτικό κοινό της ΝΕΤ παρακολουθούσε τον προκριματικό διαγωνισμό του Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού. Με αρκετές συμπαθητικές παρουσίες αλλά με κομμάτια που τα περισσότερα δεν δίνουν, νομίζω, τις καλύτερες εγγυήσεις για το μέλλον του τραγουδιού μας, αλλά και με ένα αφιέρωμα στον Μίμη Πλέσσα που θαρρώ του έλειπε ψυχή, ο θεσμός αυτός παλεύει να σταθεί στα πόδια του. Είναι ένας θεσμός αναμφίβολα σημαντικός, αλλά πραγματικά δεν ξέρω γιατί δεν μπορεί να αναδείξει νέες σημαντικές μουσικές παρουσίες. Κάθε φορά που τον παρακολουθώ (φέτος από την τηλεόραση, δυστυχώς, αλλιώς ενθουσιάζεσαι, ακόμα και με πιο μέτριες παρουσίες, όταν βρίσκεσαι εκεί...), προβληματίζομαι και ο νους μου πάει σε εκείνα τα παλιά φεστιβάλ, στα οποία βέβαια συμμετείχαν και νέοι/ες αλλά και καταξιωμένοι/ες δημιουργοί/ερμηνευτές/ερμηνεύτριες... Φυσικά εγώ θα σας θυμίσω την παρουσία της Ρένας Βλαχοπούλου σε εκείνα τα παλιά φεστιβάλ.


Η Ρένα Βλαχοπούλου τραγούδησε μόνο δυο φορές και μάλιστα στα δύο πρώτα φεστιβάλ που είχε διοργανώσει το ΕΙΡ στην Αθήνα. Στο πρώτο φεστιβάλ, στις 3 Οκτωβρίου του 1959, η Ρένα Βλαχοπούλου τραγούδησε το «Είσαι η άνοιξη κι είμαι ο χειμώνας» σε μουσική Κώστα Καπνίση και στίχους Θάνου Σοφού. Το τραγούδι ήταν ιδιαίτερα γοητευτικό, αλλά μάλλον «δύσκολο» ακόμα και για το κοινό του «ελαφρού» τραγουδιού. Δεν διακρίθηκε και δεν δισκογραφήθηκε. Στις μέρες μας έφτασε μόνο χάρη στην ηχογράφηση που έγινε εκείνη τη χρονιά στους ραδιοθαλάμους του ΕΙΡ. Τα βραβεία του 1ου φεστιβάλ κέρδισαν κατά σειρά το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου» του Μάνου Χατζιδάκι με τη Νάνα Μούσχουρη, το «Ξέρω κάποιο αστέρι» των Μίμη Πλέσσα-Γιώργου Οικονομίδη, πάλι με τη Νάνα Μούσχουρη και το «Εσένα» των Γιάννη Σπάρτακου-Αλέκου Λιδωρίκη με τον Γιάννη Βογιατζή.


Αξίζει να αναφέρουμε ότι η βράβευση του Χατζιδάκι προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στο «κατεστημένο» ελαφρό τραγούδι, ο Μίμης Πλέσσας ισχυρίζεται ότι το 1ο βραβείο του δόθηκε έπειτα από παρασκήνιο συνεννοήσεων και όχι επειδή το άξιζε, αλλά όλα αυτά είναι απλώς ενδεικτικά της αμηχανίας των παλιών μπροστά στο επερχόμενο, δυναμικό καινούριο που χάραζε μια νέα εποχή στη μουσική του τόπου. Αυτό το καινούριο θα κυριαρχούσε και στο φεστιβάλ της επόμενης χρονιάς.

Πριν περάσουμε όμως στο 2οΦεστιβάλ, να αναφέρω δυο ακόμα λεπτομέρειες που αφορούν το 1ο και τη Ρένα Βλαχοπούλου. Εκτός από το «Είσαι η άνοιξη κι είμαι ο χειμώνας», έχει επιβιώσει μια ηχογράφηση με τη φωνή της ενός ακόμα τραγουδιού του 1ου φεστιβάλ: «Σε είδα κάποιο μεσημέρι» του Λυκούργου Μαρκέα που τραγούδησε στο φεστιβάλ ο Τώνης Μαρούδας, αλλά δεν είχε καλύτερη τύχη από το τραγούδι της Ρένας. Μεγαλύτερη όμως επιτυχία με τη φωνή της Ρένας είχε ένα τραγούδι που είχε υποβληθεί στην επιτροπή του Φεστιβάλ αλλά απορρίφθηκε: το «Τι κρίμα αγάπη μου» του Γιάννη Σπάρτακου σε στίχους Αιμίλιου Σαββίδη. Τελικά δισκογραφήθηκε και αγαπήθηκε πολύ.


Στις 3 Ιουλίου του 1960 πραγματοποιείται λοιπόν το 2ο Φεστιβάλ Τραγουδιού του ΕΙΡ και το κλίμα είναι παρόμοιο με το 1ο: και πάλι θα θριαμβεύσουν Χατζιδάκις και Μούσχουρη, και μάλιστα με δυο τραγούδια που ισοψηφούν: «Το κυπαρισσάκι» και «Η τιμωρία». Στη δεύτερη θέση ο Σπήλιος Μεντής με το γλυκύτατο «Κι όμως υπάρχει χαρά» που τραγουδά η Γιοβάννα και στην τρίτη θέση, δυο καθαρόαιμοι εκπρόσωποι του ελαφρού, ο Νίκυ Γιάκοβλεφ και η Μαίρη Λω με το «Καλή αντάμωση». Η Ρένα Βλαχοπούλου θα... πλησιάσει στην κορυφή καθώς τραγουδάει με τη συνοδεία του Γιάννη Βογιατζή το «Πρώτο χελιδόνι» των Γεράσιμου Λαβράνου-Γιώργου Οικονομίδη που θα τιμηθεί με βραβείο στίχων (το οποίο συνοδευόταν από 3.000 δραχμές—το 1ο βραβείο ήταν 42.500 δραχμές, για να καταλάβετε τη διαφορά!). Το «Πρώτο χελιδόνι», ένα πολύ όμορφο βαλσάκι, κυκλοφόρησε σε δίσκο 45 στοφών. Ωστόσο στο αρχείο του ΕΙΡ υπάρχει μια διαφορετική εκδοχή, με πιο αργό ρυθμό. Πιθανόν αυτή ήταν η πρώτη του μορφή, όπως ακούστηκε στο φεστιβάλ, αλλά να προτιμήθηκε για το δίσκο ένας πιο γρήγορος ρυθμός που προσφέρεται και για χορό (τη βερσιόν του δίσκου ακούμε εδώ, στο blog).


Την επόμενη χρονιά πραγματοποιήθηκε το 3ο Φεστιβάλ του ΕΙΡ, στο οποίο ο Χατζιδάκις πήρε το 2ο βραβείο ενώ το 1ο δόθηκε στην «Απαγωγή» του Μίκη Θεοδωράκη με τη Μαίρη Λίντα. Την επόμενη χρονιά το φεστιβάλ αποκτά νέο όνομα και καινούρια αρίθμηση, «Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού», και μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη. Για την ιστορία αναφέρω ότι οι νικητές ήταν (παραδόξως!) δυο κλασικοί εκπρόσωποι του ελαφρού τραγουδιού, και παλιοί συνεργάτες της Ρένας Βλαχοπούλου, ο Κώστας Γιαννίδης και η Καίτη Μπελίντα, με τις «Αλυσίδες». Η Ρένα Βλαχοπούλου δεν τραγούδησε ξανά στο Φεστιβάλ, ωστόσο το 1979 προσκλήθηκε από τους διοργανωτές για να συμμετάσχει στην κριτική επιτροπή του 18ου Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού (όπως είχε μετονομαστεί τότε). Μεταξύ άλλων στην κριτική επιτροπχή συμμετείχε και ο γνωστός Θεσσαλονικιός συνθέτης και πιανίστας (μέλος του θρυλικού συγκροτήματος Olympians και δημιουργός της μεγάλης επιτυχίας "Συγνώμη") ο οποίος μου διηγήθηκε κάποτε ότι σ' όλη τη διάρκεια της βραδιάς η Ρένα Βλαχοπούλου έπλεκε και, όταν ακουγόταν κάποιο τραγούδι σε στυλ... Χατζηαποστόλου, σταματούσε το πλέξιμο και έκανε νόημα: "Αυτό!" Η Ρένα Βλαχοπούλου πάντα χαλαρή, πάντα άνετη, πάντα... εργατική, ακόμα και ως μέλος κριτικής επιτροπής!


Το Φεστιβάλ ακολούθησε μια φθίνουσα πορεία στα χρόνια του ’80 και του ’90 με αποτέλεσμα το 1997 να... κλείσει αυλαία. Το 2005 αποφασίστηκε η αναβίωσή του, η οποία ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς και υποστηρίχτηκε από εκλεκτούς/ές καλλιτέχνες/ιδες του σύγχρονου τραγουδιού. Δυστυχώς το επίπεδο των τραγουδιών που υποβλήθηκαν από τότε μάλλον μας προβληματίζει. Ωστόσο, ας ευχηθούμε απόψε καλή επιτυχία στα νέα παιδιά που διαγωνίζονται στον Τελικό και ας ελπίσουμε ότι στο μέλλον θα μας δώσουν ακόμα καλύτερα τραγούδια...


ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Λόγω των νέων μου επαγγελματικών υποχρεώσων και της διαμονής μου στην Τρίπολη, δεν μπορώ δυστυχώς να έχω πρόσβαση στο αρχείο μου. Έτσι θα σας... χρωστάω για λίγες μέρες τη φωτογραφία της Ρένας Βλαχοπούλου με τον Μιχάλη Σουγιούλ καθώς και τις φωτογραφίες από εκείνα τα πρώτα φεστιβάλ του ΕΙΡ και από τη συμμετοχή της στην κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ Τραγουδιού του 1979... Επιστρέψτε στην ανάρτηση αυτήν μετά από ένα μήνα για να τις δείτε...


Φεστιβάλ UPDATE: Μόλις βραβευτηκε με το 1ο βραβείο ο Αλέξανδρος Γούδας για το "Φανταστικό τανγκό" του. Ήταν ένα από τα ελάχιστα τραγούδια που εγώ ξεχώρισα σ' αυτό το φεστιβάλ και χαίρομαι πάρα πολύ για τη βράβευσή του. Πέρα από το πολύ όμορφο τραγούδι του και την εξαιρετική σκηνική του παρουσία, τον χάρηκα πολύ τώρα στο τέλος που προτίμησε να τραγουδήσει το κομμάτι του ανάμεσα στον κόσμο και τους δικούς του ανθρώπους και όχι στη σκηνή. Καλή συνέχεια από εδώ και πέρα...


Σουγιούλ στο Ηρώδειο UPDATE: Μόλις κατάφερα και εντόπισα ένα ρεπορτάζ από τη βραδιά Σουγιούλ στο Ηρώδειο. Τελικά η κυρία Στέλλα Γκρέκα δεν τραγούδησε στη συναυλία. Ωστόσο η βραδιά πρέπει να ήταν πολύ ωραία αν κρίνω από το κείμενο του Χάρη Συμβουλίδη που μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Ελπίζω η Κυρία Στέλλα Γκρέκα να είναι καλά και να μας τιμήσει με μια εμφάνισή της με κάποια άλλη αφορμή πολύ σύντομα.

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2008

Η "παρουσία" της Ρένας Βλαχοπούλου στη διημερίδα "Ο ηθοποιός και η τέχνη της υποκριτικής: Θεωρία και Πράξη, Ιστορία και Παρόν".

Με μεγάλη επιτυχία διεξήχθη στις 6 και 7 Οκτωβρίου η επιστημονική διημερίδα «Ο ηθοποιός και η τέχνη της υποκριτικής: Θεωρία και Πράξη, Ιστορία και Παρόν» που διοργάνωσε το Τμήνα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών για να τιμήσει την Αγνή Μουζενίδου, η οποία χάθηκε πρόωρα τον Δεκέμβριο του 2007. Παρουσιάστηκαν περισσότερες από 35 ανακοινώσεις που κάλυψαν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων και εποχών του ελληνικού θεάτρου. Θα αναφερθώ εδώ μόνο σε εκείνες που είχαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σχέση με τη Ρένα Βλαχοπούλου.


Θα ξεκινήσω από την ανακοίνωση της Αθηνάς Καρτάλου με τίτλο «Η παρουσία της Ρένας Βλαχοπούλου μέσα από την οπτική των Star Studies». Η κ. Καρτάλου, διδάσκουσα στο Τμήμα Κινηματογράφου του Α.Π.Θ., παρουσίασε με έναν ενδιαφέροντα τρόπο τη σταδιοδρομία της Ρένας Βλαχοπούλου εφαρμόζοντας ένα θεωρητικό μοντέλο που έχει ήδη χρησιμοποιήσει για να αναλύσει την περίπτωση του Λάμπρου Κωνσταντάρα και που μάλλον σχεδιάζει να εφαρμόσει και σε άλλους/ες ηθοποιούς του εμπορικού κινηματογράφου. Η κ. Καρτάλου επιχείρησε να εξηγήσει τη διαχρονική απήχηση της Ρένας Βλαχοπούλου παρουσιάζοντας την πορεία της και ερμηνεύοντας διάφορες πτυχές της καριέρας της. Αν και υπήρξαν κάποιες ανακρίβειες—όπως πχ ότι οι Πρωτευουσιάνικες Περιπέτειες έχουν χαθεί ή ο αριθμός των παραστάσεων στις οποίες εμφανίστηκε η Βλαχοπούλου (ανακρίβειες που οφείλονται σε ελλιπή ενημέρωση της κ. Καρτάλου ή στο γεγονός ότι άντλησε στοιχεία μόνο από το βιβλίο του Μ. Δελαπόρτα Βίβα Ρένα)—αλλά και σημεία στα οποία διαφωνώ με την προσέγγιση της κ. Καρτάλου (πχ τα συμπεράσματά της από τη σύγκριση φωτογραφιών της Ρένας με φωτογραφίες των σταρ του διεθνούς σινεμά), θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι σύγχρονοι/ες μελετητές/τριες του κινηματογράφου μας ασχολούνται με το φαινόμενο Ρένα Βλαχοπούλου και προτείνουν ερμηνείες του (αναφέρω εδώ ότι για τη Βλαχοπούλου έχουν επίσης γράψει στο παρελθόν η Ελίζα-Άννα Δελβερούδη—διδάσκουσα στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης—και κυρίως η Λυδία Παπαδημητρίου—διδάσκουσα στο Liverpool John Moores University—η οποία έχει αφιερώσει ένα κεφάλαιο του εξαιρετικού βιβλίου της The Greek Film Musical σε μια συγκριτική παρουσίαση της πορείας της Ρένας και της Αλίκης Βουγιουκλάκη στο ελληνικό μιούζικαλ).


Η ανακοίνωση του Απόστολου Πούλιου με τίτλο «Ελληνίδες ηθοποιοί και ηλικία: η κατασκευή και τροφοδότηση μύθων μέσα από τηλεοπτικές συνεντεύξεις» παρουσίασε, από τη σκοπιά της Εθνομεθοδολογικής Ανάλυσης Συνομιλίας, τρόπους με τους οποίους τέσσερις δημοφιλείς ηθοποιοί του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου (Αλίκη Βουγιουκλάκη, Ρένα Βλαχοπούλου, Άννα Καλουτά και Μάρθα Βούρτση) συγκροτούν την ηλικιακή τους ταυτότητα στη διάρκεια τηλεοπτικών συνεντεύξεων. Μια πολύ σύντομη αναφορά στη Ρένα Βλαχοπούλου ως βασικό στελέχος του μουσικού θεάτρου έγινε και από τον Γρηγόρη Ιωαννίδη, λέκτορα στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην ανακοίνωσή του με τίτλο «Η ώρα των δεξιοτεχνών: η επιβολή των Ελλήνων πρωταγωνιστών στη δεκαετία του ’60» παρουσιάζοντας το θεατρικό τοπίο της δεκαετίας του ’60 (και πριν αναφερθεί αναλυτικά στον Βασίλη Διαμαντόπουλο, την Έλλη Λαμπέτη και τον Δημήτρη Χορν).


Ωστόσο η «παρουσία» της Ρένας Βλαχοπούλου έγινε αισθητή και μέσα από τα λόγια μιας γυναίκας που τη γνώρισε καλά. Η Έλντα Πανοπούλου ήταν η προτελευταία ομιλήτρια της διημερίδας (σε ένα στρογγυλό τραπέζι με τίτλο «Η τέχνη του ηθοποιού σήμερα» στο οποίο επρόκειτο να συμμετάσχουν τέσσερις ηθοποιοί αλλά τελικά εμφανίστηκαν μόνο η Έλντα και η Κατερίνα Παυλάκη). Η εισήγηση της Έλντας είχε τίτλο «Ο ηθοποιός στη σύγχρονη επιθεώρηση» και άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Δίχως σημειώσεις ή «εμφανή» προετοιμασία, η τελευταία σπουδαία πρωταγωνίστρια της επιθεώρησης παρουσίασε, με αγάπη αλλά και αυτοκριτική διάθεση, τη μαγεία και τις δυσκολίες της επιθεωρησιακής τέχνης και τεχνικής, εντυπωσιάζοντας το κοινό με την ευφράδεια και την άνεσή της και δίνοντας ερεθίσματα για μια ημίωρη περίπου συζήτηση που, αν και δεν αφορούσε τελικά την τέχνη του επιθεωρησιακού ηθοποιού αλλά την κατάσταση της επιθεώρησης σήμερα και το μέλλον της, έδειξε ότι το είδος αυτό αφορά ακόμα τον κόσμο. Η αλήθεια είναι όμως ότι στη συζήτηση πρωτοστάτησαν η Λίλα Μαράκα (που έχει δημοσιεύσει σημαντικές μελέτες για την επιθεώρηση των πρώτων δεκαετικών του ‘20ού αιώνα), ο γνωστός συγγραφέας-σκηνοθέτης Κώστας Ασημακόπουλος και ο ιστορικός Νεοκλής Σαρρής και όχι νεότεροι/ες θεατρολόγοι που βρίσκονταν εκεί, γεγονός που ίσως δείχνει ότι η επιθεώρηση δεν έχει κερδίσει ακόμα την προσοχή των νέων μελετητών και επιστημόνων του θεάτρου. Φυσικά η Έλντα αναφέρθηκε, στη διάρκεια της εισήγησής της αλλά και της συζήτησης που ακολούθησε, παραπάνω από μία φορά στη μεγάλη δασκάλα της (αλλά και κουμπάρα της!), τη σπουδαία Ρένα Βλαχοπούλου, την κορυφαία επιθεωρησιακή ηθοποιό του 20ου αιώνα. Έτσι η παρουσία της Έλντας Πανοπούλου (που ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για μένα) έκανε πιο ζωντανή την παρουσία της Ρένας Βλαχοπούλου που, για τα μέτρα της... περίστασης, ήταν τελικά αρκετά σημαντική!


Βέβαια η μεγάλη απούσα πρωταγωνίστρια αυτής της ημερίδας ήταν η Αγνή Μουζενίδου, μια σπουδαία γυναίκα και δασκάλα, όπως μαρτυρούν όσοι/ες τη γνώρισαν από κοντά. Ήταν συγκινητική η παρουσία της μητέρας της Μόσχας Μουζενίδου σε όλη τη διάρκεια της διημερίδας: καθισμένη στην πρώτη σειρά των καθισμάτων, άκουγε με προσοχή τις ανακοινώσεις των συνέδρων αλλά και τις αναμνήσεις κάποιων από αυτούς που είχαν την τύχη να ζήσουν την Αγνή Μουζενίδου. Στους συνέδρους μοιράστηκε ένα λεύκωμα με τίτλο Της Αγνής: υστερόγραφο που επιμελήθηκαν η Κωνστάντζα Γεωργακάκη και η Εύα Στεφανή (πρόκειται για τον 6ο τόμο της σειράς Παράβασις που εκδίδει το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ergo). Στο λεύκωμα περιλαμβάνονται αναμνήσεις φίλων, συναδέλφων και μαθητών/τριών της Αγνής Μουζενίδου, μια λεπτομερής καταγραφή των παραστάσεων και της επιστημονικής της δραστηριότητας και, τέλος, η πολυτιμότατη «Ελληνική βιβλιογραφία για την υποκριτική τέχνη και τους ηθοποιούς στον 20ο αιώνα», ένας κατάλογος τον οποίον συνέταξαν η Αγνή Μουζενίδου και η θεατρολόγος Σμαράγδα Μεγαλοπούλου και στον οποίο θα ανατρέχουν σίγουρα όσοι/ες ενδιαφέρονται να εντοπίσουν κείμενα για ηθοποιούς του προηγούμενου αιώνα (και φυσικά θα εντοπίσουν και το όνομα της Ρένας Βλαχοπούλου μέσα!).


Η διημερίδα στέφθηκε με επιτυχία και αξίζουν συγχαρητήρια και ευχαριστίες στην οργανωτική επιτροπή: τον Βάλτερ Πούχνερ, τον Νάσο Βαγενά, την Άννα Καρακατσούλη και, κυρίως, την Ευανθία Στιβανάκη και τον Γρηγόρη Ιωαννίδη που ακούραστα δούλεψαν για αυτή την εκδήλωση από το καλοκαίρι και με τη συνεχή τους παρουσία εξασφάλισαν την ομαλή διεξαγωγή και την επιτυχία της.