Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2008

Από την "Οδό Πανός" στην "Οδό Ονείρων"...

Στο τεύχος 148 του περιοδικού Οδός Πανός του Γιώργου Χρονά που μόλις κυκλοφόρησε κεντρικό θέμα είναι η Οδός Ονείρων του Μάνου Χατζιδάκι. Το περιοδικό αναγγέλει επίσημα αυτό που μας είχε ανακοινώσει τον Ιούνιο ο εκλεκτός φίλος και συν-blogger bosko, ότι δηλαδή τον Οκτώβριο κυκλοφορεί μια νέα συλλεκτική έκδοση της Οδού Ονείρων: το CD με τη μουσική της παράστασης μαζί με ένα DVD που περιέχει το ολιγόλεπτο φιλμάκι που προβαλλόταν στη διάρκεια της παράστασης, ως αποκορύφωμα του βασικού νούμερου της Ρένας Βλαχοπούλου με τίτλο «Το όνειρο της οθόνης».

Βλαχοπούλου-Χατζιδάκις στο σουρρεαλιστικό φιλμ του Αλέξη Σολομού Αμάρτησα για το αρνί μου. Σε λίγες μέρες στις οθόνες μας! (φωτογραφία από το βιβλίο του Μάκη Δελαπόρτα Βίβα Ρένα, εκδ. Άγκυρα)


Υπενθυμίζω ότι στο νούμερο αυτό γινόταν σάτιρα των πρωταγωνιστριών του κινηματογράφου και η Ρένα από απλή γυναίκα της γειτονιάς μεταμορφωνόταν σε ιδιότροπη σταρ του σινεμά με το ψευδώνυμο Ρένα Βόλβο. Ο κόσμος παρακολουθούσε επί σκηνής το γύρισμα της ταινίας με σκηνοθέτη τον Γιώργο Κωνσταντίνου και σε λίγο έβλεπε και το ίδιο το φιλμ με τίτλο «Αμάρτησα για το αρνί μου» ή αλλιώς «Η ναυμαχία της Σαλαμίνας»: πρωταγωνιστούσαν εκτός από τη Ρένα, ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις στον ρόλο του λήσταχου Μπαρμπούλα και ο Μίνωας Αργυράκης στον ρόλο του πατέρα της ατιμασμένης νέας... Σε λίγες μέρες, 46 χρόνια μετά την Οδό Ονείρων, θα έχουμε τη σπάνια τύχη να απολαύσουμε τους τρεις καλλιτέχνες σε αυτό το σουρρεαλιστικό φιλμάκι που σκηνοθέτησε ο Αλέξης Σολομός. Μου φαίνεται σαν ψέματα!

Η επανακυκλοφορία της Οδού Ονείρων γίνεται από την ΕΜΙ σε τριπλή μορφή: CD, αριθμημένο LP και Special Edition CD + DVD με το φιλμάκι της παράστασης (δεξιά βλέπετε τη διαφήμιση που βρίσκεται στο οπισθώφυλλο του τελευταίου τεύχους της Οδού Πανός). Συλλέκτες και συλλέκτριες, ετοιμαστείτε! Όσοι/ες θέλετε να θυμηθείτε περισσότερα για τον ρόλο της Ρένας Βλαχοπούλου στη «γέννηση» της Οδού Ονείρων αλλά και για την παρουσία της στην παράσταση, διαβάστε τις σχετικές αναρτήσεις του Απριλίου και του Ιουνίου.

Ας επιστρέψουμε όμως στο νέο τεύχος της Οδού Πανός: σ’ αυτό μπορείτε να διαβάσετε ένα κείμενο του Γιώργου Χρονά για την Οδό Ονείρων, το κείμενο του σκηνοθέτη Βασίλη Νικολαϊδη που συνόδευε την τελευταία επανέκδοση του έργου σε CD και αποτελεί μια περιγραφή της παράστασης και, τέλος, ένα απόσπασμα από το βιβλίο Ο Μίνωας-Μινώταυρος και η Δαίδαλα της Άμυ Μιμς-Σιλβερίδη (εκδ. Οδός Πανός): στο κείμενο αυτό έχουμε μια σπάνια, γλαφυρή περιγραφή των παρασκηνίων της Οδού Ονείρων από τη σύντροφο του Μίνου Αργυράκη που μας μεταφέρει το κλίμα της προετοιμασίας του έργου και των παραστάσεων.

Εκτός από το αφιέρωμα στην Οδό Ονείρων, στο 142ο τεύχος της Οδού Πανός, που συμπληρώνει τον 28ο χρόνο κυκλοφορίας της, μπορείτε να διαβάσετε ένα αφιέρωμα στον Κάρλο Γκολντόνι που επιμελήθηκε ο Γιάννης Στάμος, ένα κείμενο του Ντίνου Χριστιανόπουλου «για τρία βιβλία», ενδιαφέροντα κείμενα των Φώτη Θαλασσινού και Γιάννη Γκούμα, καθώς και κριτικές για παραστάσεις του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών.

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008

Τώρα βρέξε όσο θες...

Μια φθινοπωρινή ιστορία από τα παλιά η σημερινή ανάρτηση. Ένα από εκείνα τα θεατρικά «ανέκδοτα» που διασώθηκαν από τους θεατρίνους και τις θεατρίνες του χτες. Βρισκόμαστε στο θέατρο «Περοκέ». Σεπτέμβρης του 1953. Μεγάλος μουσικός θίασος: Καίτη Ντιριντάουα, Μίμης Κοκκίνης, Μπέμπα Δόξα, Κυριάκος Μαυρέας, Κώστας Δούκας. Έκτακτη εμφάνιση: Κούλα Νικολαϊδου. Συνεργασία: Πόπη Άλβα, Γεωργία Βασιλειάδου και ο Γιάννης Γκιωνάκης. Χορεύουν Γιάννης Φλερύ-Λίντα Άλμα. Τραγούδι Ρένα Βλαχοπούλου.


θέατρο Περοκέ, 1953, τρεις σπουδαίες κυρίες της μουσικής σκηνής: Κούλα Νικολαϊδου, Μπέμπα Δόξα, Ρένα Βλαχοπούλου

Ο θίασος είχε ανεβάσει από το τέλος του Μαϊου την επιθεώρηση Πουλιά στον αέρα, η οποία όμως δεν πήγε πολύ καλά. Έτσι στις 17 Ιουλίου ανεβαίνει το δεύτερο έργο με τίτλο Και ο μήνας έχει εννιά, επιθεώρηση των Ασημάκη Γιαλαμά-Γιώργου Θίσβιου και Γιώργου Οικονομίδη-Κώστα Πρετεντέρη. Μουσική: Μίμης Κατριβάνος και Λεβ. Σκηνικά: Γιώργος Ανεμογιάννης. Το έργο γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Σ’ αυτό η Ρένα Βλαχοπούλου, μεταξύ άλλων, ερμηνεύει δυο τραγούδια. Το πρώτο λέγεται «Στου Μπαγιώ την τρέλα». Μουσική: Λυκούργος Μαρκέας, στίχοι: Γιώρογς Οικονομίδης-Κώστας Πρετεντέρης. Το μπαγιώ είναι της μόδας εκείνα τα χρόνια (οι ίδιοι συντελεστές έχουν γράψει το «μπαγιώ» που ακούγεται στην ταινία Χαρούμενο ξεκίνημα του Ντίνου Δημόπουλου με τον Γιώργο Οικονομίδη). Το τραγούδι δυστυχώς δεν δισκογραφείται...

Το δεύτερο τραγούδι της Ρένας Βλαχοπούλου έχει τίτλο «Τώρα βρέξε όσο θες». Τη μουσική του γράφει ο Μίμης Κατριβάνος (ο συνθέτης του κλασικού βαλς «Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες») και τους στίχους ο Κώστας Κιούσης. Μοιάζει αψυχολόγητη η κίνηση των δημιουργών της παράστασης να εντάξουν ένα τόσο «φθινοπωρινό» τραγούδι σε μια καλοκαιρινή επιθεώρηση ενός θερινού θεάτρου και, από ό,τι φαίνεται, δεν τους βγήκε σε καλό. Προσέξτε τους στίχους:

ΤΩΡΑ ΒΡΕΞΕ ΟΣΟ ΘΕΣ
Ο καιρός θα το γυρίσει στη βροχή

και σε λίγο η πρώτη στάλα της θα στάξει.

Και δεν θα ‘ρθεις για να κάνουμε αρχή

για το ραντεβού που χρόνια μου ‘χεις τάξει.

Αλλά ξάφνου, τι ανέλπιστη χαρά,

κάποια βήματα ακούγονται στις σκάλες.
Είσαι εσύ που η καρδιά μου λαχταρά
και που σ’ έφεραν οι πρώτες οι ψιχάλες.


Τώρα βρέξε όσο θες
είναι τόσο συμπαθές
ν’ αγαπάς με της βροχούλας το σιγόντο.

Και την όμορφη σιωπή

να την κόβει μι’ αστραπή

κάπου-κάπου στ’ ουρανού το γκρίζο φόντο.

Αν με νιώθεις, ουρανέ,

σε ικετεύω, μα το ναι,
το γαλάζιο σου το χρώμα μην ξανοίγεις,

αλλά βρέξε δυνατά
και η μπόρα ας κρατά

για να μην μπορείς, αγάπη μου, να φύγεις.

Κάποιο βράδυ λοιπόν, αρχές Σεπτέμβρη, η Ρένα Βλαχοπούλου ξεκινάει να τραγουδάει τους πρώτους στίχους του τραγουδιού της: «Ο καιρός θα το γυρίσει στη βροχή και σε λίγο η πρώτη στάλα της θα στάξει». Προς έκπληξη όλων, θιάσου και κοινού, ο ουρανός του Μεταξουργείου συννεφιάζει. Η Ρένα συνεχίζει το τραγούδι και τα σύννεφα συνεχίζουν να συγκεντρώνονται, και μάλιστα πέφτουν και κάποιες ψιχάλες. Ώσπου φτάνει το ρεφρέν: «Τώρα βρέξε όσο θες, είναι τόσο συμπαθές...» οπότε αρχίζει μια καταρρακτώδης βροχή, ο κόσμος τρέχει όπως-όπως να προφυλαχτεί και η παράσταση διακόπτεται. Το επόμενο βράδυ επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό. Οι πρώτες ψιχάλες πέφτουν στο κουπλέ του τραγουδιού της Ρένας, ενώ στο ρεφρέν αρχίζει η δυνατή βροχή. Το μεθεπόμενο βράδυ ο θίασος συγκεντρώνεται στις κουίντες για να δει αν θα συμβεί το ίδιο. Και συμβαίνει! Με το που λέει η Ρένα τις λέξεις «Τώρα βρέξε όσο θες», ο ουρανός υπακούει και η βροχή πέφτει αλύπητα...

Μετά από αυτό λοιπόν, και για να... σωθεί η σεζόν, το τραγούδι κόβεται! Ο Μίμης Κοκκίνης, ο θρυλικός αυτός κωμικός της επιθεώρησης που ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής του Περοκέ εκείνο το καλοκαίρι το ανακοινώνει στη Ρένα Βλαχοπούλου λέγοντάς της: «Εσένα να σε στείλουμε στην Αφρική να τραγουδάς εκεί που δεν βρέχει, να σε χρυσώσουνε...»

Το τραγούδι κόπηκε λοιπόν και η σεζόν σώθηκε. Οι παραστάσεις της επιθεώρησης Και ο μήνας έχει εννιά συνεχίστηκαν ως τις 8 Οκτωβρίου του 1953. Το τραγούδι αυτό δισκογραφήθηκε μεν, αλλά δυστυχώς για μας όχι με τη φωνή της Ρένας Βλαχοπούλου αλλά με τη φωνή μιας άλλης τραγουδίστριας, της Μάριον Σίβα. Δεν ξέρουμε αν αυτό έγινε για... προληπτικούς λόγους ή απλώς για να βοηθηθεί η νεαρή τραγουδίστρια που τότε ξεκινούσε την καριέρα της, σήμερα πάντως ακούμε στο blog αυτή την ηχογράφηση. Θα ήταν όμως τόσο ωραίο να μπορούμε σήμερα να... αξιολογήσουμε την πειθώ της Ρένας ακούγοντάς τη να λέει αυτούς τους στίχους...

Η Ρένα όμως έχει το βροχερό της τραγούδι στη δισκογραφία της. Πέρα από το θλιβερό «Πρωτοβρόχι» (που περιμένει τη βροχή, την αποζητά, δεν την περιγράφει) υπάρχει η μεγάλη κατοχική της επιτυχία «Βρέχει, πόσο μ’ αρέσει όταν βρέχει», το ιταλικό τραγούδι «Piove» που διασκεύασε ο Γιάννης Σπάρτακος και ελληνοποίησαν οι Αλέκος Σακελλάριος και Χρήστος Γιαννακόπουλος. Φυσικα (και δυστυχώς) δεν έχουμε κάποια κατοχική ηχογράφηση του τραγουδιού, αλλά την πολύ μεταγενέστερη εκδοχή από τον τελευταίο δίσκο της Βλαχοπούλου Η Ρένα τραγουδάει jazz, (σε ενορχήστρωση του Γιώργου Θεοδοσιάδη). Μια μεγάλη φωνή στη δύση της, αλλά και μια εκφραστική ερμηνεία που είναι πάντα γοητευτική. Ίσως τελικά μόνο η Ρένα Βλαχοπούλου μπορεί τόσο πειστικά να τραγουδάει τη θλίψη της φθινοπωρινής βροχής σε έναν τόσο εύθυμο τόνο (έστω και στον... χειμώνα της δικής της ζωής).

ΒΡΕΧΕΙ
Τώρα σαν μονότονο τραγούδι αντηχεί

του φθινοπώρου η βροχή.
Πέφτουνε τα κίτρινα τα φύλλα τ’ απαλά,
όλα κλαίνε σιωπηλά.


Βρέχει,
πόσο μ’ αρέσει όταν βρέχει.
Και τι μελαγχολία έχει
του φθινοπώρου η εποχή.
Βρέχει κι όλο τον ουρανό τον γκρίζο
πίσω απ’ τα τζάμια μου αντικρύζω

που τα χτυπάει ψιλή βροχή.


Βρέχει κι όλο βρέχει στη θλιμμένη μου οδό

είν’ δακρυσμένα όλα γύρω μου εδώ.

Με τη βροχούλα συντροφιά τραγουδώ...

Βρέχει, πόσο μ’ αρέσει όταν βρέχει.
Και τι μελαγχολία έχει

του φθινοπώρου η εποχή.



Η Ρένα Βλαχοπούλου στο video clip του τραγουδιού "Βρέχει" (1997)

Καλό χειμώνα!


Την ιστορία του "Τώρα βρέξε όσο θες", όπως τη διηγήθηκε η ίδια η Ρένα, μπορείτε να τη βρείτε στο βιβλίο της Σπεράντζας Βρανά Επιθεώρηση καψούρα μου (εκδ. Γλάρος, 1985). Η φωτογραφία από το θέατρο Περοκέ προέρχεται από το βιβλίο του Μάκη Δελαπόρτα Βίβα Ρένα (εκδ. Άγκυρα, 2002).

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2008

Ο Γιώργος Παυριανός γράφει για το ραδιοφωνικό "Τρίτο στεφάνι"...

Στο τεύχος της Athens Voice που κυκλοφορεί από χτες ο Γιώργος Παυριανός που διασκεύασε και σκηνοθέτησε το Τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή για το Γ΄Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας μοιράζεται μαζί μας τις αναμνήσεις του από την εποχή εκείνη. Αναδημοσιεύω ολόκληρο το απολαυστικό αυτό κείμενο. Τα δικά μου σχόλια περιττεύουν.

ΦΩΝΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ: ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ ΣΤΟ ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Του Γιώργου Παυριανού

Την εποχή που το Τρίτο Πρόγραμμα της Κρατικής Ραδιοφωνίας ήταν το αγαπημένο ραδιόφωνο της πόλης, μεταξύ των άλλων «εθιστικών» του εκπομπών, μετέδιδε σε συνέχειες και τη ραδιοφωνική απόδοση από το βιβλίο ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ του Κώστα Ταχτσή σε επιμέλεια και σκηνοθεσία Γιώργου Παυριανού, με τη Ρένα Βλαχοπούλου και τη Σμάρω Στεφανίδου στους δύο ιστορικούς ρόλους της Νίνας και της Εκάβης.

Φέτος, οι «χαμένες μπομπίνες» αυτής της σημαδιακής ραδιοφωνικής επιτυχίας βρέθηκαν και από τις 25 Αυγούστου (20 χρόνια ακριβώς από τη δολοφονία του Κώστα Ταχτσή) το Τρίτο Πρόγραμμα άρχισε να μεταδίδει καθημερινά, τα απογεύματα, το «Τρίτο στεφάνι». Φωνές που ξύπνησαν αναμνήσεις, γλώσσα γερά ριζωμένη στο παρελθόν όλων μας, εξαιρετικό ραδιόφωνο για να θυμηθούν οι παλαιότεροι και να ξαφνιαστούν οι νεότεροι. Ο Γιώργος Παυριανός γράφει μερικές σελίδες από τα ημερολόγια εκείνων των ηχογραφήσεων.

Ο Χατζιδάκις ισορροπεί ένα μεγάλο κομμάτι σοκολατίνας πάνω σε ένα μικρό κουταλάκι του εσπρέσο. Το κρατάει για λίγο στον αέρα και έπειτα το εξαφανίζει μέσα στο στόμα του. «Αριστούργημα» μου λέει. «Δεν θα δοκιμάσεις;»

Είμαστε στο 1978, ο Χατζιδάκις είναι διευθυντής του Τρίτου, καθόμαστε στον Μαγεμένο Αυλό, είμαι 23 χρονών και νιώθω ένα κόμπο στο στομάχι, τα χέρια μου να ιδρώνουν και την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. «Το Τγίτο Στεφάνι από το Τγίτο πρόγραμμα» λέει στοχαστικά. «Δεν είναι άσχημη ιδέα. Και ποιος θα κάνει τη Νίνα και την Εκάβη;» «Η Μελίνα Μερκούρη και η Δέσπω Διαμαντίδου». Ο Μάνος σκοτεινιάζει. «Με τη Μελίνα δεν μιλιόμαστε και με τον Ταχτσή ο Θεός να σε φυλάει. Τέλος πάντων, θα το κάνουμε με έναν όρο: Δεν θα με μπλέξεις στις συνεννοήσεις. Ό,τι κάνεις θα το κάνεις μόνος σου» είπε και ξανάρχισε τα ταχυδακτυλουργικά με τη σοκολατίνα και το κουταλάκι του εσπρέσο…

Οδός Σαρανταπήχου στον περιφερειακό του Λυκαβηττού. Μου ανοίγει ο ίδιος ο Ταχτσής. Φοράει μια ρομπ ντε σαμπρ, είναι αξύριστος, στα βλέφαρά του υπάρχουν σημάδια αποτυχημένης πλαστικής, είναι πολύ φιλικός, σχεδόν γλυκός, καμία σχέση με την τρελή που μου έλεγαν ότι θα συναντήσω. Μόνο η φωνή, στριγκή και πνιγμένη, σα να τον έχει πιάσει κάποιος από το λαιμό, φανερώνει έναν άνθρωπο γεμάτο πάθος και πάθη. «Βρε αγόρι μου, είσαι τόσο νέος, τόσο αθώος, πώς θα τα βγάλεις πέρα με όλα αυτά τα τέρατα; Η Μελίνα νομίζεις ότι θα δεχτεί; Είμαστε τσακωμένοι από τη Νέα Υόρκη και δεν μιλιόμαστε. Άσε που έχει αξάν στη φωνή που δεν ταιριάζει στη Νίνα. Αυτούς τους ρόλους θα έπρεπε να τους είχαν παίξει η Κοτοπούλη και η Παξινού. Τέλος πάντων, εγώ σου δίνω την άδεια και κάνε ό,τι νομίζεις».

Έχει μαγειρέψει ιμάμ, καθόμαστε και τρώμε. Μιλάει με άνεση σα να γνωριζόμαστε χρόνια. Εκείνη την εποχή είχε ιδρυθεί το ΑΚΟΕ (Απελευθερωτικό Κίνημα Ομοφυλοφίλων Ελλάδας). Ο Ταχτσής είναι έξαλλος: «Θέλουν να τις μαντρώσουν τις αδελφές. Θέλουν να τις βάλουν σε γκέτο. Όπως στην Αμερική που οι αδελφές έχουν τα δικά τους μπαρ, τα δικά τους εστιατόρια. Πες μου, βρε Γιώργο, είναι ωραίο αυτό;». Συμφώνησα πως όχι, δεν είναι ωραίο και πως οι αδελφές θα πρέπει να είναι ελευθέρας βοσκής. Γελάμε. Με ρωτάει αν έχω ακούσει ότι ντύνεται τραβεστί και βγαίνει στην πιάτσα. «Κάτι έχω ακούσει» απαντάω επιφυλακτικά. «Ε, ναι λοιπόν, εκδίδομαι. Την ημέρα εκδίδομαι σαν συγγραφέας και τη νύχτα εκδίδομαι σαν τραβεστί. Δεν ντύνομαι κραυγαλέα. Ντύνομαι σαν τη θεία τους, τη μάνα τους. Και σε πληροφορώ πως έχω μεγάλη επιτυχία. Μα τι στο διάολο, όλοι οι Έλληνες έχουν Οιδιπόδειο και θέλουν να κοιμηθούν με τη μάνα τους;» Σηκώνεται, πάει στην κρεβατοκάμαρα και έρχεται κρατώντας κάτι μίζερα ταγιεράκια και κάτι ξεφτισμένες περούκες. «Με αυτά βγάζω χίλιες φορές περισσότερα λεφτά από εκείνα που παίρνω από τα ποσοστά των βιβλίων» λέει σαρκαστικά. Έχει πάει αργά, του δίνω το τηλέφωνό μου, του δίνω και του Χατζιδάκι, με πάει ως την έξοδο, έχει πιει, έχει γλυκάνει, τα μάτια του είναι συννεφιασμένα, «θα βγεις τώρα να διασκεδάσεις;» με ρωτάει μ’ αγωνία. «Όχι, πάω σπίτι να κοιμηθώ» του λέω ψέματα. «Αχ, αν ήμουνα στην ηλικία σου, κώλο δεν θα έβαζα κάτω» λέει αναστενάζοντας. Βγαίνω και πηγαίνω στη Διάπλαση των Παίδων, ένα μπαρ της εποχής. Με περιμένει ο Δημήτρης Λέκκας, που θα κάνει τη μουσική επιμέλεια. Του λέω τα ευχάριστα νέα, πίνουμε και γυρίζουμε σπίτι μεθυσμένοι.

«Να, εδώ η χούντα και η CIA είχαν βάλει κοριούς και μικρόφωνα και με παρακολουθούσαν. Τα βρήκαμε όμως και τα ξεριζώσαμε όλα» μου λέει η Μελίνα Μερκούρη και μου δείχνει τις πλαφονιέρες στο ταβάνι. «Όπως θα ξεριζώσουμε και τον καραμανλισμό» συμπληρώνει και κουλουριάζεται στον καναπέ. Μου δείχνει να κάτσω απέναντί της. Ανάβει τσιγάρο και με παρακολουθεί προσηλωμένη. Της λέω ότι έχει χαιρετίσματα από τον Χατζιδάκι (ψέματα), από τον Ταχτσή (ψέματα) και πως και οι δυο συμφωνούν πως είναι η ιδανική Νίνα (ψέματα). «Ο Μάααανος! Τον λατρεεεεύω για τη μουσική του και τον σιχαιαιαιαίνομαι για τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Όσο για το «Τρίτο στεφάνι», ο Κώστας έχει γράψει ένα αριστούουουουργημα, ο ρόλος μού πάει πάαααρα πολύ, αλλά αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να τον παίξω». Μου εξηγεί ότι έχει ξεκινήσει αγώνα να μην πληρώνουμε το τέλος της ΕΡΤ στο λογαριασμό της ΔΕΗ και πως θα ήταν ανάρμοστο, όσο κρατούσε ο αγώνας, να παίζει συγχρόνως σε ένα κρατικό ραδιόφωνο. «Κι εσύ, νέος άνθρωπος, τι κάθεσαι και συνεργάζεσαι με την αντίδραση;» μου λέει αυστηρά. «Έλα μαζί μας και θα το κάνουμε το “Τρίτο στεφάνι” μια υπέροχη ταινία με τον Τζούλι». Προσπαθώ να τη μεταπείσω αλλά το βλέπω, η θεά έχει πάρει την απόφασή της. Θέλω να πεθάνω. Η βασική πρωταγωνίστρια δεν θέλει να παίξει. «Τουλάχιστον έχω τη Δέσπω Διαμαντίδου για την Εκάβη» σκέφτομαι. Σα να μάντεψε τη σκέψη μου, η Μελίνα γυρνάει και μου λέει: «Μιλάγαμε και με τη Δέσπω πριν από λίγο και μου έλεγε πως αν δεν το κάνω εγώ δεν θα το κάνει ούτε κι αυτή. Γι’ αυτό σου λέω, περίμενε λίγο».

Δεν μπορώ να περιμένω ούτε λεπτό. Φιλάω τα χέρια της θεάς και βγαίνω ντουβρουτζιασμένος στην Αναγνωστοπούλου. Παίρνω την Πανεπιστημίου και αρχινάω να κατεβαίνω προς Ομόνοια. Έξω από το Rex βλέπω μια επιγραφή με τεράστια γράμματα: Ρένα Βλαχοπούλου…

«Τι περίεργο, και ο Μιχάλης Κακογιάννης μου είχε μιλήσει για το “Τρίτο στεφάνι”. Ήθελε να το κάνουμε ταινία. Μα τόσο ωραίο βιβλίο είναι;» με ρωτάει η Ρένα Βλαχοπούλου. «Δεν το έχετε διαβάσει;» Η Ρένα γελάει. «Εδώ δεν διαβάζω τους ρόλους μου, αγάπη μου. Θα κάθομαι να διαβάζω βιβλία; Ο Ταχτσής τι κάνει; Είναι πάντα αδελφή προϊσταμένη;» «Πάντα, πάντα. Και θέλει πολύ να παίξετε τη Νίνα (ψέματα), το ίδιο και ο Χατζιδάκις (ψέματα). Περισσότερο απ’ όλους όμως το θέλω εγώ (ψέματα και αλήθεια), γιατί πιστεύω ότι μπορείτε να παίξετε τέλεια ένα δραματικό ρόλο. «Σοβαρά; Άι στο διάολο, δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Τέλος πάντων, αφού είναι να το διαβάζω και για το χατήρι του Μάνου, θα το κάνω!» Της αφήνω το βιβλίο και φεύγω πανευτυχής που δέχτηκε και προβληματισμένος για το ποια θα κάνει την Εκάβη…

Σκέφτηκα τη Γεωργία Βασιλειάδου. «Μα, βρε Γιώργο, δυο κωμικές να κάνουν αυτούς τους ρόλους. Είναι υπερβολικό, γαμώτο» γκρινιάζει ο Ταχτσής. Εγώ ωστόσο πάω και τη βρίσκω στο σπίτι της στο Μαρούσι. «Είμαι άρρωστη» μου λέει. «Ήμουνα μέσα σε ένα ταξί και κράταγα ένα ρολόι τοίχου. Τρακάραμε με ένα άλλο αμάξι και από τη σύγκρουση το ρολόι τοίχου έγινε ρολόι χειρός». Γελάω και της λέω για το «Τρίτο στεφάνι». «Το έχω διαβάσει» μου απαντάει σκεπτική. «Έχει μέσα πολλές ανωμαλίες και προστυχόλογα, δεν ξέρω αν μπορώ να τα πω». Τελικά την πείθω να κάνουμε ένα δοκιμαστικό. Την ημέρα του δοκιμαστικού έρχεται ντυμένη με χοντρά ρούχα. «Με χτίσανε, αγόρι μου, για να έρθω. Εφτά πουλόβερ μου φορέσανε» λέει και μπαίνει με τη Ρένα μέσα στο στούντιο. Το δοκιμαστικό είναι καταστροφή. Η Βασιλειάδου χάνει τις σειρές, μπερδεύεται, μπαίνει απότομα στα κολλήματα, χάλια, χάλια. Έχει έρθει και ο Ταχτσής και μόλις φεύγει η Βασιλειάδου ξεσπάει, βάζει τις φωνές και μου λέει ξεκάθαρα πως αν παίξει αυτή το ρόλο δεν θα μου δώσει την άδεια. Η Ρένα, κουρέλι: «Μην την ξαναφέρεις, βρε πουλάκι μου, τη βλέπω και ραγίζει η καρδιά μου». Συμφωνώ και γω μαζί τους. Την επομένη με παίρνει και η ίδια και μου λέει πως δεν θα παίξει…

«Θα έπρεπε να έρθετε κατευθείαν σε μένα και όχι να ψάχνετε δεξιά και αριστερά. Εγώ είμαι η ιδανική Εκάβη». Η Σμάρω Στεφανίδου, στο σπίτι της, σκύβει ναζιάρικα και μου ρίχνει παγάκια-καρδούλες μέσα στο ουίσκι μου. Πριν από λίγο καιρό έχει παίξει συγκλονιστικά την Εκάβη στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Τσαρούχη. Πώς δεν την είχα σκεφτεί από την αρχή; Είχα κολλήσει στο δίδυμο Μελίνα-Δέσπω. Την άκουγα να μου μιλάει και τη φανταζόμουν σαν Εκάβη. Θα ήταν καταπληκτική!

Στις ηχογραφήσεις η Ρένα έρχεται πάντα αδιάβαστη. Συνηθισμένη να αυτοσχεδιάζει, όπου μπερδεύεται ή χάνει τη σειρά χώνει ένα «μάλιστα, μάλιστα!» ή ένα «κατάλαβες δηλαδή;», για να το σώσει. Πρέπει να την κόψω και να το ξαναπεί. Για να μην τη διακόψω εγώ που είμαι πιτσιρικάς, βάζω τον τεχνικό: «Να το πάμε άλλη μια φορά, κυρία Ρένα; Κάτι θέλει να διορθώσει ο σκηνοθέτης». Και η Ρένα: «Σκηνοθέτης είναι αυτός ή σκατά;». Στα διαλείμματα των ηχογραφήσεων κεντάει ένα παγώνι. Κάποια στιγμή το σηκώνει ψηλά, το κοιτάει και αποφαίνεται: «Έβαλα πάρα πολλά χρώματα. Πούστης μού βγήκε το παγώνι!».

Η Σμάρω έρχεται πάντα διαβασμένη, στην ώρα της, και παίζει την Εκάβη εκπληκτικά. Σε κάποια σκηνή που θρηνεί για το γιο της, όλοι μέσα στο στούντιο κλαίμε με μαύρο δάκρυ. Είναι συνταρακτική. Έχει βέβαια κι αυτή τα παράπονά της! Η Ρένα στους μονολόγους της δεν την αφήνει να τελειώσει τη φράση της και αρχίζει τα «μμμμ… μάλιστα» ή «τι λες, βρε παιδί μου!», με αποτέλεσμα να μην ακούγονται καθαρά όλα τα λόγια της. «Ρένα, μην καβαλάς τη Σμάρω γιατί δεν ακούγεται» της επισημαίνω. «Εμ, αφού δεν την καβαλάς εσύ, αναγκάζομαι να την καβαλήσω εγώ!» μου ρίχνει το υπονοούμενο. Πάντως μεταξύ τους τα πάνε μια χαρά, να χτυπήσω ξύλο…

Ο Ταχτσής στην αρχή είναι έξαλλος. Κάθε πρωί στις 9.45 μεταδίδεται το «Τρίτο στεφάνι». Μόλις τελειώνει, είναι σίγουρο ότι θα με πάρει τηλέφωνο: «Γιώργο, αυτό το τραγούδι που έβαλε ο Λέκκας δεν ταιριάζει με την εποχή. Τότε τραγουδούσαν το “Αν παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι…”» και αρχίζει να τραγουδάει από το τηλέφωνο. «Και η Ρένα, τι λέει συνέχεια η κυρά Εκάβη; Η κυρα-Εκάβη είναι μια λέξη, όπως λέμε κυρα-Λένη, κυρα-Άννα. Κινδυνεύει το έργο μου, γαμώτο. Δεν το καταλαβαίνεις;».

Σιγά-σιγά το έργο στρώνει. Το «Τρίτο στεφάνι» αποκτά φανατικούς φίλους. Πολλοί μαθητές παίρνουν τρανζίστορ μέσα στις τάξεις για να μη χάσουν επεισόδιο. Ακροατές ζητούν να παίζεται και το απόγευμα για εκείνους που το έχασαν το πρωί. Από ένα σουηδικό πανεπιστήμιο μου ζητάνε αντίγραφα για το μάθημα στην έδρα των Νέων Ελληνικών. Ο Χατζιδάκις είναι ευχαριστημένος από την επιτυχία και νευριασμένος με τον Ταχτσή. «Με πήρε τηλέφωνο και ξέρετε τι μου ζήτησε; Να πω στον Καραμανλή να βάλει δυο αστυνομικούς να τον φυλάνε όταν κάνει πιάτσα, γιατί έρχεται κάποια Αλόμα και τον δέρνει. Μα είναι δυνατόν να πω τέτοιο πράγμα στον Καραμανλή;»

Συναντιόμαστε με τη Μελίνα στη διάσκεψη της ΠΑΠΟΚ (Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης). Με καρφώνει με το βλέμμα που σκοτώνει. Πλησιάζω, τη χαιρετώ. «Δεν είχες υπομονή» μου λέει απογοητευμένη. «Πήγες και έδωσες το ρόλο σ’ αυτή τη χουντιάρα!» Σε μια επιθεώρηση επί χούντας, η Ρένα έπαιζε μία που επέστρεφε από το Παρίσι και τη ρωτούσαν τι είδε. Και αυτή έλεγε: «Είδα εκείνο, είδα το άλλο και πάνω σε μια φοράδα είδα τη Μελίνα Μερκουράδα!». Το είχε μάθει η Μελίνα και όταν κάποια στιγμή συναντήθηκαν την άρπαξε από το μαλλί φωνάζοντας: «Ποιον είπες Μερκουράδα, μωρή χουντιάρα;». Έγινε της τρελής.

Τα επεισόδια τελείωσαν, η Σμάρω με φίλησε και μου είπε να ξανασυνεργαστούμε, η Ρένα μού ζήτησε να διασκευάσω το μυθιστόρημα σε θεατρικό και θα μου έδινε 1.000.000 δραχμές, και ο Ταχτσής με πήγε να με κεράσει σε μια ταβέρνα στο Κουκάκι. Περνώντας από τη Βεΐκου, θυμήθηκε μια ιστορία που είχε συμβεί στον ίδιο: Έρχονται προς το μέρος του δυο φαντάροι, σε διαφορετική απόσταση ο καθένας. Όταν τον πλησιάζει ο πρώτος, τον ρωτάει: «Μήπως έχεις ώρα;». «Μόλις γάμησα» απαντάει ο φαντάρος και απομακρύνεται. Ο Ταχτσής απογοητευμένος ετοιμάζεται να φύγει, οπότε ο δεύτερος φαντάρος που έχει ακούσει τη συνομιλία, έρχεται κοντά του, σκύβει και του λέει: «Φίλε, λέμε κι εμείς την ώρα».

(Το «Τρίτο στεφάνι» μεταδίδεται σε συνέχειες κάθε μέρα στις 5 το απόγευμα από το Τρίτο Πρόγραμμα, στους 95,6 και 90,9 Mhz, σε επιμέλεια της Αιμιλίας Κτενά.)

Υστερόγραφο του Rena Fan: Για να συμπληρώσω το παζλ, σας υπενθυμίζω το ιδιόχειρο σχόλιο του Ταχτσή για τη Ρένα Βλαχοπούλου (διαβάστε τη σχετική ανάρτηση εδώ). Το κείμενο του Παυριανού δίνει κάποιες εξηγήσεις για αυτό! Και συμπληρώνω επίσης ότι στη Θεσσαλονίκη μπορείτε να ακούτε το Τρίτο Πρόγραμμα στους 92Mhz και στην Τρίπολη και τη Μεγαλόπολη στους 90,3Mhz...

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2008

Σταύρος Παράβας


Πριν από λίγες ώρες κηδεύτηκε ο Σταύρος Παράβας, ένας σπουδαίος ηθοποιός που καθιερώθηκε στο μουσικό θέατρο και έγινε ιδιαίτερα γνωστός στο πλατύ κοινό από τον εμπορικό κινηματογράφο (παίζοντας άλλοτε τον ομοφυλόφιλο Φίφη και άλλοτε τον σκληρό μάγκα της γειτονιάς). Αλλά ο Παράβας δεν σταμάτησε εκεί. Δοκιμάστηκε με επιτυχία στον Αριστοφάνη: εμφανίστηκε στον Πλούτο (στον ρόλο του Χρεμύλου), στο Αρχαίο Θεάτρο της Επιδαύρου, αλλά και στους Ιππής, στην Ειρήνη και στις Εκκλησιάζουσες. Επίσης έπαιξε σε έργα του διεθνούς κλασικού ρεπερτορίου: Βολπόνε του Μπεν Τζόνσον, Ο κύκλος με την κιμωλία του Μπ. Μπρεχτ και άλλα.
Ο Παράβας συνεργάστηκε πολλές φορές με τη Ρένα Βλαχοπούλου, στα χρόνια του «Ακροπόλ» και του «Θεάτρου του Εθνικού Κήπου» και αργότερα στο «Ρεξ». Η συνεργασία τους ξεκίνησε με την επιθεώρηση Αρχοντορεμπέτισσα που παρουσίασε το 1963 στο «Ακροπόλ» ο θίασος Γιώργου Οικονομίδη-Ρένας Βλαχοπούλου-Καίτης Μπελίντα-Θανάση Βέγγου και Γιώργου Δάνη: ο Παράβας ήταν τότε ένας από τους νέους ηθοποιούς του θιάσου. Τέσσερα χρόνια αργότερα όμως θα μπει στη «φίρμα» του θιάσου: τη σεζόν 1967-68 ο θίασος Ρένας Βλαχοπούλου-Νίκου Σταυρίδη-Σταύρου Παράβα και Νινής Τζάνετ παρουσιάζει στο «Ακροπόλ» τις επιθεωρήσεις Αθήνα Χαρτοπαίχτρα και Ψιθυρίσματα.


Στα καμαρίνια του "Θεάτρου Εθνικού Κήπου", καλοκαίρι του 1970: Παράβας-Βλαχοπούλου-Γκιζέλα Ντάλι-Γιώργος Νταλάρας (ναι, τραγουδούσε στην επιθεώρηση!) και Γιώργος Ντουνιάς (φωτογραφία από το βιβλίο Βίβα Ρένα, εκδ. Άγκυρα, 2002.

Η πιο σημαντική συνεργασία Βλαχοπούλου-Παράβα ήταν μάλλον το καλοκαίρι του 1970 στο «Θέατρο Εθνικού Κήπου». Εκεί ο θίασος Βλαχοπούλου-Παράβα-Τζάνετ παρουσιάζει τη θρυλική επιθεώρηση των Κώστα Νικολαϊδη-Ηλία Λυμπερόπουλου Έρχονται δεν έρχονται. Τα αντιδικτατορικά μηνύματα που στέλνει ο Παράβας μέσα από το θρυλικό του νούμερο «Ο Ντιρλαντά» αλλά και από το ντουέτο του με τη Ρένα «Τα μωρά του Δήμου Αθηναίων» ενοχλούν τους συνταγματάρχες που θα κάνουν ό,τι μπορούν για να τιμωρήσουν τον θίασο. Σε λίγο καιρό ο Παράβας διώκεται ενώ το επόμενο καλοκαίρι ο Παττακός αποφασίζει να κλείσει το «Θέατρο Εθνικού Κήπου» επειδή, δήθεν, δεν τηρούσε τις προδιαγραφές ασφάλειας του χώρου. Παρά τις προσπάθειες των Ρένας Βλαχοπούλου, Γιώργου Μουζάκη και Κώστα Νικολαϊδη που ζητούν ακρόαση από τον Παττακό, άδεια επαναλειτουργίας δεν δίνεται και το ανέβασμα της επιθεώρησης Καυτά-καυτά να καίνε ματαιώνεται.


Από την αφίσα της ταινίας Η βουλευτίνα: Γκεστ Σταρ: Σταύρος Παράβας

Παράβας-Βλαχοπούλου θα συναντηθούν και πάλι στο «Κοτοπούλη-Ρεξ» τον τελευταίο χειμώνα της χούντας παρουσιάζοντας την επιθεώρηση Εφτά χρόνια φαγούρα—Όλοι θα ζήσουμε και η τελευταία τους συνεργασία καταγράφεται το καλοκαίρι του 1980, στο «Δελφινάριο», στην επιθεώρηση Κάνε τους λιγάκι... πρρρ. Υπάρχει όμως και δυο σύντομες κινηματογραφικές συναντήσεις των δυο ηθοποιών. Πρώτα το 1962, στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου Όταν λείπει η γάτα, όπου ο Παράβας υποδύεται ένα από τους μουσικούς στο κοσμικό κέντρο όπου διασκεδάζει το υπηρετικό προσωπικό της ιστορίας (Αυλωνίτης-Βλαχοπούλου-Μπ. Κούλα) και έπειτα, το 1966, στη Βουλευτίνα του Κώστα Καραγιάννη, όπου ο Σταύρος Παράβας εμφανίζεται ως γκεστ σταρ στον ρόλο του γκέι κομμωτή με μια μόνο ατάκα.
Ο Σταύρος Παράβας, ευγενικός και αγωνιστικός συνάμα, χτυπήθηκε σκληρά από τη ζωή πριν από λίγα χρόνια όταν έχασε τον γιο του. Πριν από λίγες μέρες πίκρανε όλον τον καλλιτεχνικό κόσμο με την ξαφνική φυγή του. Θα τον θυμόμαστε πάντα, ειδικά σε έναν από τους τελευταίους του κινηματογραφικούς ρόλους, στο Ακροπόλ του Παντελή Βούλγαρη όπου ενσάρκωσε μοναδικά τον «Πρίγκιπα», τον επιχειρηματία ενός μεγάλου μουσικού θεάτρου του ’50, φέροντας μνήμες από το παλιό του αφεντικό στο «Ακροπόλ», τον Βασίλη Μπουρνέλλη, αλλά και από όλους τους επιχειρηματίες της θεατρικής ζωής του χτες...

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2008

Μάνος Κατράκης - Λίντα Άλμα

Μετά από την ανάρτηση για τη Βέρα Ζαβιτσιάνου, θα ήθελα να ασχοληθούμε με έναν ακόμα κουρφαίο ηθοποιό της πρόζας (με τον οποίο συμπρωταγωνίστησε και η Ζαβιτσιάνου), τον Μάνο Κατράκη. Η Ρένα Βλαχοπούλου δεν συνεργάστηκε ποτέ μαζί του, αλλά τους συνέδεε μια προσωπική σχέση, μακριά από τα φώτα του θεάτρου και του κινηματογράφου. Ο Κατράκης υπήρξε για 30 περίπου χρόνια ο σύντροφος της Λίντας Άλμα, της περίφημης χορεύτριας που υπήρξε μια από τις πιο στενές φίλες της Ρένας Βλαχοπούλου.

54 χρόνια στο θέατρο, η Ρένα φρόντιζε να επισημάνει πάντα ότι σπάνια είχε φίλες από τον καλλιτεχνικό χώρο. Πάντα συνεργαζόταν αρμονικά με όλους και όλες (εκτός από μια, το πολύ δυο, περιπτώσεις...) αλλά μετά το κλείσιμο της αυλαίας προτιμούσε να κάνει παρέα με άτομα άσχετα με τον χώρο. Ελάχιστες οι εξαιρέσεις σ’ αυτόν τον κανόνα. Μια από αυτές η Φίτσα Ντάβου, ηθοποιός της επιθεώρησης, «δεύτερο» όνομα, με την οποία η Ρένα δούλεψε αρκετές φορές στα χρόνια του ’50 και του ’60 (μπορεί κανείς να τη δει σε μικρούς ρόλους στο Φωνάζει ο κλέφτης, τη Ζηλιάρα και την Παριζιάνα). Επίσης κάποια διαστήματα (κυρίως τις 3 σεζόν που δούλεψαν μαζί) η Ρένα έκανε παρέα με τη Μάρω Κοντού. Η Λίντα Άλμα ήταν όμως εκείνη με την οποία φαίνεται να συνδέθηκε περισσότερο στον καλλιτεχνικό χώρο και για την οποία η Ρένα δήλωνε μέχρι το τέλος πως οι δυο τους ήταν σαν αδελφές. Λίγες μέρες λοιπόν μετά την επέτειο του θανάτου του Μάνου Κατράκη (πέθανε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1984), ας θυμηθούμε λίγα πράγματα για αυτούς τους δυο καλλιτέχνες.

Ο Μάνος Κατράκης γεννήθηκε το 1909 στο Καστέλι Κισσάμου, στην Κρήτη. Η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα το 1919 ενώ οκτώ χρόνια μετά ο Κατράκης έπαιξε για πρώτη φορά στο θέατρο, με τον «Θίασο των Νέων», στο έργο Για την αγάπη της. Την επόμενη χρονιά, το 1928, εμφανίζεται για πρώτη φορά στο σινεμά, στην ταινία Το λάβαρο του ’21 που δυστυχώς δεν έχει σωθεί. Σώζεται όμως ο Αγαπητικός της βοσκοπούλας που γυρίστηκε το 1931 και θεωρείται η πρώτη ομιλούσα ταινία του ελληνικού κινηματογράφου (ντουμπλαρίστηκε στη Γερμανία): εκεί ένας αγνώριστος Κατράκης παίζει τον ρόλο του Μήτρου σε νεαρή ηλικία, όταν ερωτεύεται τη Στάθαινα (τότε Μάρω...). Στη δεκαετία του ’30 ο Κατράκης καταξιώνεται στο ελληνικό θέατρο, συνεργαζόμενος με σπουδαίους θιάσους όπως της Μαρίκας Κοτοπούλη και του Βασίλη Αργυρόπουλου αλλά και με το Εθνικό Θέατρο. Θα παντρευτεί επίσης την ηθοποιό Άννα Λώρη αλλά ο γάμος τους θα διαλυθεί πριν από τον πόλεμο.

Θα πολεμήσει στο αλβανικό μέτωπο και στη συνέχεια θα ενταχθεί στο ΕΑΜ. Στη διάρκεια της Κατοχής ο Μάνος Κατράκης πρωτοστατεί στην ίδρυση του Κρατικού Θέατρου Θεσσαλονίκης, φροντίζοντας για τη θεατρική παιδεία των Θεσσαλονικιών σε χρόνια πολύ δύσκολα. Μετά την Απελευθέρωση όμως αρχίζει μια ακόμα δυσκολότερη περίοδο για τον Κατράκη, αφού πλέον διώκεται για τις ιδέες του: απολύεται από το Εθνικό Θέατρο και εξορίζεται στη Μακρόνησο, στην Ικαρία και τον Άη Στράτη. Επιστρέφει στην Αθήνα το 1952 και συνεργάζεται με μεγάλους θιάσους ώσπου, το 1955, ιδρύει το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» με το οποίο παρουσιάζει στο Πεδίο του Άρεως πολλές σημαντικές παραστάσεις ελληνικών έργων. Τους χειμώνες το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» είτε περιοδεύει είτε φιλοξενείται σε χειμερινά θεάτρα της Αθήνας. Το φθινόπωρο του 1961 εγκαινιάζει το θέατρο «Άννα-Μαρία Καλουτά» της οδού Πατησίων με την Οδύσσεια του Νίκου Καζαντζάκη (στη φωτογραφία τον βλέπουμε στα εγκαίνια του θεάρου μαζί με τις αδελφές Καλουτά).

Εδώ μπρούμε να σημειώσουμε μια... παράξενη συνάντηση Κατράκη-Βλαχοπούλου: παράλληλα με την Οδύσσεια, στο θέατρο «Καλουτά» παρουσιάζεται από αποκλειστικά «Θίασο Γυναικών» η μουσική κωμωδία του Γιώργου Γιαννακόπουλου Της Φυλακής τα σίδερα με επικεφαλής τις Άννα και Μαρία Καλουτά, Ρένα Βλαχοπούλου, Καίτη Μπελίντα και Μπέτυ Μοσχονά. Το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» δίνει κανονικά δυο παραστάσεις τη μέρα με την Οδύσσεια, ενώ ο «Θίασος Γυναικών» παίζει τις μεσημεριανές ώρες, πριν την Οδύσσεια, αλλά και τις μέρες που ο θίασος του Κατράκη αργεί. Αυτό το πρωτότυπο για τα αθηναϊκά δεδομένα σχήμα και σύστημα δυστυχώς δεν έχει επιτυχία και πολύ σύντομα ο «Θίασος Γυναικών» διακόπτει τις παραστάσεις του ενώ το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» θα αλλάξει έργο.

Πάντως η γνωριμία Κατράκη-Βλαχοπούλου έγινε έξι χρόνια νωρίτερα, το 1955, όταν ο Κατράκης, μετά από μια μακροχρόνια σχέση με την Αλίκη Γεωργούλη, γνώρισε και αγάπησε την επιστήθια φίλη της Ρένας, τη σπουδαία χορεύτρια Λίντα Άλμα.


Ο Μάνος Κατράκης, η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Ορέστης Μακρής καλεσμένοι σε μια πανηγυρική παράσταση της επιθεώρησης 'Αλλος για το Καστρί στο θέατρο "Βέμπο". Οικοδεσπότες (από αριστερά) η Μπέτυ Μοσχονά, ο Κούλης Στολίγκας, η Σοφία Βέμπο, ο Αλέκος Λειβαδίτης και η Ρένα Ντορ (φωτογραφία από το βιβλίο της Σπεράντζας Βρανά Επιθεώρηση καψούρα μου, εκδ. Γλάρος, 1985)



Η Λίντα Άλμα (το πραγματικό της όνομα ήταν Ελένη Θεοφίλου) γεννήθηκε στην Αθήνα το 1926 και σπούδασε χορό στη σχολή Μοριάνοφ. Η αδελφή της, Κίττυ Άλμα, ξεκίνησε πρώτη ως ηθοποιός στη Μάντρα του Αττίκ (ο οποίος της έδωσε και το ψευδώνυμο Άλμα) αλλά εγκατέλειψε το επάγγελμα νωρίς. Αντίθετα, η καριέρα της Λίντας κράτησε πολλά χρόνια: ξεκίνησε τις εμφανίσεις της το 1942 (στο βαριετέ «Πεύκα» όπου συνάντησε για πρώτη φορά και τη Ρένα Βλαχοπούλου) και χόρευε ως το 1978. Το 1942 την επέλεξε για παρτενέρ του ο περίφημος χορευτής και χορογράφος Γιάννης Φλερύ και υπήρξαν ένα αχώριστο ντουέτο ως το 1975 που σταμάτησε εκείνος να χορεύει.


Λίντα Άλμα, Γιάννης Φλερύ, Ρένα Βλαχοπούλου: την παρέα συμπλήρωνε ο Γιώργος Οικονομίδης και το κουαρτέτο ήταν περιζήτητο στα νυχτερινά κέντρα του '50.


Ο Φλερύ την πήγε στην ομάδα του Νίκολς για να συνεχίσει τις σπουδές της και παράλληλα άρχισαν να χορεύουν στα μουσικά θέατρα και τα βαριετέ της εποχής και αργότερα, μετά τον πόλεμο, στα κοσμικά κέντρα της πρωτεύουσας. Το 1945 συναντιούνται με τη Ρένα Βλαχοπούλου στο θέατρο «Ακροπόλ», στις θρυλικές επιθεωρήσεις Μπλε και άσπρο και Ελεύθερες Νύχτες. Το 1946 το ζεύγος Φλερύ-Άλμα εμφανίζεται στο κέντρο «Μαϊάμι». Εκεί θα τους συναντήσει το 1946 η Edith Piaf που πραγματοποιεί έκτακτες εμφανίσεις στην Αθήνα. Εντυπωσιάζεται από τις χορευτικές τους επιδόσεις και τους προτείνει να την ακολουθήσουν στην περιοδεία της ανά την Ευρώπη. Πραγματικά την ακολουθούν και εμφανίζονται σε μεγάλα θέατρα, πότε με την Piaf και πότε μόνοι τους.

Επιστρέφουν στην Ελλάδα το 1952 και το 1953 συναντούν και πάλι τη Ρένα Βλαχοπούλου στο θεάτρο «Περοκέ». Από τότε και ως το 1967 συνεργάζονται σχεδόν κάθε χρονιά, είτε σε θέατρα είτε σε βαριετέ και νυχτερινά κέντρα. Θρυλική ήταν η τετράδα Γιώργος Οικονομίδης-Ρένα Βλαχοπούλου-Γιάννης Φλερύ-Λίντα Άλμα που δέσποζε στα νυχτερινά κέντρα στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50. Οι δυο γυναίκες συνδέονται με μια βαθιά φιλία που θα κρατήσει πολλά χρόνια και μετά το τέλος της συνεργασίας τους. Ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας θα κρατήσει τη Λίνταμακριά από το θέατρο για δύο χρόνια και το ’69 θα επιστρέψει, νικήτρια, στο θέατρο «Ακροπόλ» στο πλευρό της στενής της φίλης Ρένας, στην επιθεώρηση Γυναίκα του ’69.


Μάνος Κατράκης-Λίντα Άλμα σε μια από τις τελευταίες τους φωτογραφίες (1984)


Από το 1955 που γνωρίζονται η Λίντα Άλμα και ο Μάνος Κατράκης θα δεθούν ως το τέλος της ζωής του. Εκείνη τον στηρίζει σε όλες τις δυσκολίες που περνάει με τις θιασαρχικές του ταλαιπωρίες αλλά και τις κατά καιρούς διώξεις του. Το 1968 του γίνεται έξωση από το Πεδίον του Άρεως και ο Κατράκης συνεργάζεται πλέον με άλλους θιάσους (Ε. Λαμπέτη, Α. Βουγιουκλάκη, Μ. Μερκούρη) αλλά και με το Εθνικό Θέατρο.

Η Άλμα και ο Κατράκης συζούν από τον πρώτο καιρό της γνωριμίας τους χωρίς να έχουν παντρευτεί. Το 1979 όμως εκείνος θα την αιφνιδιάσει οργανώνοντας κρυφά τον γάμο τους. Παρούσα φυσικά και η φίλη της, η «αδελφή» της Ρένα Βλαχοπούλου που μοιράζεται τη χαρά τους.

Ο μεγάλος ηθοποιός δήλωσε στον συγγραφέα της βιογραφίας του Αλέξη Κομνηνό (Κατράκης, εκδ. Κάκτος): «Η Λίντα αντικατέστησε ό,τι είναι δυνατόν να υπάρξει αγαπημένο σ’ έναν άνθρωπο. Μάνα. Πατέρα. Ερωμένη. Σύζυγο. Φιλενάδα. Θύμα. Τι να σου πω. Υπηρέτη. Αφέντη. Τι να σου πω. Δηλαδή δε νομίζω ότι βρίσκονται εύκολα τέτοιοι άνθρωποι. Είναι ένα πλάσμα άλλου κόσμου! [...] Εγώ της έδωσα μάλλον πίκρες. Όμως την λατρεύω. Και τελικα πέρα από τη Λίντα δεν υπάρχει τίποτα άλλο πια. Ούτε υπήρξε ούτε υπάρχει. Κι αυτό από τον πρώτο καιρό που την γνώρισα».

Η Λίντα Άλμα, η χορεύτρια με το θεϊκό κορμί, άφησε ευτυχώς πίσω της αρκετές ταινίες, στις περισσότερες από τις οποίες εμφανίζεται μαζί με τον Γιάννη Φλερύ και αποδεικνύει αυτό που δήλωνε ο παρτενέρ της στη Σπεράντζα Βρανά (Επιθεώρηση Καψούρα μου, εκδόσεις Γλάρος): «Πάνω στη σκηνή η Λίντα μετουσιωνότανε, έπαιρνε μια έκφραση το πρόσωπό της ανάλογα με το ρόλο, που ήταν έκτακτη. Σε κείνους τους ρόλους δε, που έπρεπε να προβάλλεται ο παράγων γυναίκα, ήταν ανυπέρβλητη. Το περίεργο της Λίντας ήταν ότι ενώ είχε αυτή την τρομερή ακτινοβολία της θηλυκάδας, δεν προκαλούσε πόθους. Ήταν ένα μπιμπελό, προκαλούσε θαυμασμό». Ακόμα περισσότερες ταινίες άφησε ευτυχώς ο Μάνος Κατράκης. Σε πολλές από αυτές δεν είναι πρωταγωνιστής. Παίζει δεύτερους ρόλους, «στηρίζοντας» σημαντικές και λιγότερο σημαντικές πρωταγωνίστριες σε ταινίες σημαντικών και λιγότερο σημαντικών εταιριών. Αναγκαζόταν να συμμετάσχει και σε μέτριες ταινίες γιατί χρειαζόταν τα χρήματα για το θέατρό του, για να αντιμετωπίσει τα χρέη του αλλά και τις διώξεις του. Την τελευταία του ταινία, το Ταξίδι στα Κύθηρα του Θόδωρου Αγγελόπουλου, την ολοκλήρωσε λίγο καιρό πριν τον νικήσει ο καρκίνος τον Σεπτέμβρη του 1984 (ήταν αμετανόητος καπνιστής ως το τέλος).

Μετά τον θάνατο του Κατράκη η Λίντα Άλμα θα οργανώσει το αρχείο του και θα φροντίσει για την αξιοποίηση του υλικού που άφησε πίσω του (σκοντάφτοντας συνήθως στην αδιαφορία της πολιτείας και άλλων επίσημων φορέων). Τα τελευταία χρόνια ζούσε στο ξενοδοχείο του ανιψιού της και εκεί πέθανε στις 2 Αυγούστου 1999, χτυπημένη κι εκείνη από τον καρκίνο.

Λίγοι θυμήθηκαν αυτό τον Σεπτέμβρη τον Κατράκη. Πολύ λιγότεροι θυμήθηκαν τον περασμένο μήνα τη Λίντα Άλμα. Το blog αυτό έκανε το καθήκον του και τίμησε αυτές τις δυο σημαντικές προσωπικότητες με τις οποίες η Ρένα Βλαχοπούλου συνδέθηκε για πολλά χρόνια...


Πηγές φωτογραφιών: Οι φωτογραφίες της Ρένας με τη Λίντα Άλμα προέρχονται από τα βιβλία του Μάκη Δελαπόρτα Βίβα Ρένα (εκδ. Άγκυρα, 2002) και Φρέντυ Γερμανός: Μέρες Τηλεόρασης (εκδ. Ορφέας 2007). Η φωτογραφία των Άλμα-Φλερύ-Βλαχοπούλου από τον δίσκο της Ρένας Θα σε πάρω να φύγουμε (εκδ. Athenaum 1985). Οι φωτογραφίες του θεάτρου "Καλουτά" από το βιβλίο του Μάκη Δελαπόρτα Άννα Καλουτά: Η κυρία Επιθεώρηση (εκδ. Ορφέας 2008) Οι φωτογραφίες του Μάνου Κατράκη από αφιέρωμα της ιστοσελίδας www.alicecafe.gr. Οι φωτογραφίες του Κατράκη με τη Λίντα Άλμα από το βιβλίου του Αλέξη Κομνηνού Κατράκης (εκδ. Κάκτος, 1984). Η φωτογραφία από τον γάμο του ζεύγους με τη Ρένα από αφιέρωμα της εφημερίδας Αδέσμευτος Τύπος

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2008

Βέρα Ζαβιτσιάνου

Επιτρέψτε μου σήμερα να είμαι εκτός θέματος, με τη στενή έννοια της λέξης «θέμα». Η σημερινή ανάρτηση δεν έχει καμία σχέση με τη Ρένα Βλαχοπούλου, αφορά όμως μια άλλη σπουδαία κυρία του ελληνικού θεάτρου που αγαπούσα πολύ και που μόλις έμαθα ότι πέθανε χτες: τη Βέρα Ζαβιτσιάνου, μια καταπληκτική ηθοποιό με ευαισθησία, λεπτότητα και μια υποκριτική σαν χάδι.

Η Βέρα Ζαβιτσιάνου στο Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς "Μελίνα Μερκούρη" στις 14 Οκτωβρίου 2003:η τελευταία της εμφάνιση σε θεατρικό σανίδι.


Τη Βέρα Ζαβιτσιάνου είχα τη χαρά να τη δω αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια της καριέρας της και με θεωρώ προνομιούχο για αυτό. Δυστυχώς οι νέες γενιές δεν θα γνωρίσουν αυτή την υπέροχη ηθοποιό που η υποκριτική της ήταν σαν κέντημα. Δεν έκανε σινεμά, έκανε μόνο μια τηλεταινία στην κρατική τηλεόραση, την Κυρία Κούλα, βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλλα του Μένη Κουμανταρέα. Έκανε όμως πολύ ραδιόφωνο και θεατρικά έργα με τη φωνή της έχουν δοθεί αρκετές φορές σε CD από τη Ραδιοτηλεόραση. Πέρα από αυτά τα CD, η φωνή της υπάρχει και σε μερικούς ακόμα δίσκους που μπορεί να βρει κανείς στο εμπόριο. Στο Τραγούδι του νεκρού αδελφού του Μίκη Θεοδωράκη, στον Έρωτόκριτο του Νίκου Μαμαγκάκη και σε έναν καταπληκτικό μονόλογο του Γιώργου Μανιώτη με τίτλο Ο μικρός επιτάφιος, τον οποίο ερμηνεύει σπαρακτικά η Βέρα Ζαβιτσιάνου με τη συνοδεία της μουσικής του Σταμάτη Κραουνάκη και του τραγουδιού της Δήμητρας Γαλάνη. Υπάρχει όμως η φωνή της και σε κάποια ελαφρά τραγούδια, γιατί—μοιάζει απίστευτο—η Βέρα Ζαβιτσιάνου ξεκίνησε την καριέρα της ως τραγουδίστρια του ελαφρού τραγουδιού καθώς ήταν ένα από τα τρία μέλη του Τρίο Σταρ (μαζί με την αδελφή της και την Τζέλα Βανάκου, μετέπειτα κυρία Φίνου!), ένα από τα γυναικεία τρίο που συνόδευαν άλλους/ες τραγουδιστές/τριες στη δισκογραφία της εποχής (μπορείτε να ακούσετε το Τρίο Σταρ να τραγουδά το «Ρούμι και κόκα κόλα», την ελληνική εκδοχή της επιτυχίας “Rum and Coca Cola” των Andrews Sisters στο CD Τραγούδια ελαφρά σε άσπρο μαύρο που επιμελήθηκε ο Γιώργος Παπαστεφάνου).

Η Βέρα Ζαβιτσιάνου σπούδασε θέατρο στη δραματική σχολή του «Θεάτρου Τέχνης». Δούλεψε αρκετά χρόνια με τον Κάρολο Κουν και στη συνέχεια συνεργάστηκε με θιάσους του ελεύθερου θεάτρου (όπως το «Λαϊκό Θέατρο» του Μάνου Κατράκη), πριν περάσει στο Εθνικό Θέατρο: εκεί έπαιξε αρχικά με το ζεύγος Παξινού-Μινωτή (θυμόταν ιδιαίτερα τη γενναιοδωρία της Παξινού όταν έπαιξε την κόρη της, την «Αντέλα» στο Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα) και εκεί επέστρεφε ως το τέλος της καριέρας της, έπειτα από συνεργασίες με το ελεύθερο θέατρο, και εκεί είχα τη χαρά να την απολαύσω εγώ στις τελευταίες της εμφανίσεις.

Τη θυμάμαι σε μια από αυτές, τον Δεκέμβριο του 2001, να με καθηλώνει, στον ρόλο της ιδιότροπης ηλικιωμένης τυφλής Λίμπι στις Φάλαινες του Αυγούστου του Ντ. Μπέρι: η πρώτη πράξη τελείωνε με έναν δυνατό μονόλογό της, όταν έλεγε στην αδελφή της (που την έπαιζε επίσης καταπληκτικά η Αντιγόνη Βαλάκου, αν και νομίζω ότι την παράσταση έκλεβε η Ζαβιτσιάνου): «Τώρα πια το μόνο που ονειρεύομαι είναι ο θάνατος. Κι αυτός ονειρεύεται εμένα. Σάρα, είμαστε γερά κόκκαλα. Είμαστε όμως τόσο κοντά στο τέλος. Μια ανάσα» και έσβηναν τα φώτα με ένα απότομο κρεσέντο της υπέροχης μουσικής που είχε γράψει η Ευανθία Ρεμπούτσικα για την παράσταση του Κοραή Δαμάτη. Στη δεύτερη πράξη, λίγο πριν αγαπήσει ξανά τη ζωή, τραγουδούσε με την τρεμάμενη φωνή της ένα υπέροχο τραγούδι, που στο τέλος του έργου ακουγόταν από τη φωνή της Έλλης Πασπαλά (και απορώ γιατί δεν έχει ακόμα κυκλοφορήσει σε δίσκο): «Μικρό μου παιδί, ανάσα μου εσύ που χάθηκες μέσα στον χρόνο... Κοιμήθηκες με το φεγγάρι, με την αγάπη πάνω σε σύννεφα βροχής»...

Ίσως η πιο σπουδαία ερμηνεία της τα τελευταία χρόνια να ήταν ο μονόλογος της Λούλας Αναγνωστάκη Ο ουρανός κατακόκκινος τον οποίο ερμήνευσε αρχικά στο Εθνικό Θέατρο, την περίοδο 1998-99, στην παράσταση Εμείς οι άλλοι που σκηνοθέτησε ο Βίκτωρας Αρδίττης. Τη συνέδεε προσωπική φιλία με τη συγγραφέα και ο ρόλος της Σοφίας Αποστόλου της ταίριαζε γάντι (παρόλο που ήταν μεγαλύτερη στην ηλικία από ό,τι προβλέπεται στο έργο). Στο τέλος του έργου απογειωνόταν και έπαιρνε κι εμάς μαζί της όταν έλεγε τη φράση «Εγώ κάνω τη δική μου επανάσταση» και σιγοτραγουδούσε τη Διεθνή: «Εμπρός της γης οι κολασμένοι...» Η ερμηνεία της αυτή υπάρχει στο αρχείο της ΕΡΤ, καθώς ολόκληρος ο μονόλογος, προβλήθηκε από τη ΝΕΤ τον Ιανουάριο του 1999 στην εκπομπή του Γιώργου Βέλτσου Το μάτι του κυκλώνα, μαζί με μια συζήτηση του Βέλτσου με τη Ζαβιτσιάνου. Υπάρχει επίσης μια ηχογράφηση του έργου στο αρχείο της ΕΡΑ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Ιορδανίδη. Η Βέρα Ζαβιτσιάνου αγάπησε τόσο πολύ αυτόν τον ρόλο που τον έπαιξε ξανά στο Φεστιβάλ Μονολόγων της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας τον Σεπτέμβριο του 2003, σε σκηνοθεσία Γιάννη Ιορδανίδη και πάλι. Λίγες μέρες αργότερα, στις 14 Οκτωβρίου του 2003 ερμήνευσε τον ρόλο για τελευταία φορά στο Δημοτικό Θέατρο της Καλαμαριάς «Μελίνα Μερκούρη» (από αυτή τη βραδια είναι και οι φωτογραφίες που συνοδεύουν την ανάρτηση). Έμελλε να είναι η τελευταία της εμφάνιση στο θέατρο. Τη θυμάμαι ελαφρώς τρακαρισμένη στην αρχή. Γρήγορα όμως απογειώθηκε και συγκλόνισε το κοινό της Θεσσαλονίκης που τη χειροκρότησε ενθουσιασμένο στο τέλος. Η Ζαβιτσιάνου ήταν από τις ελάχιστες ηθοποιούς που με «ανάγκασαν» με το παίξιμό τους να τολμήσω να τις ενοχλήσω στο καμαρίνι τους μετά το έργο: τη θυμάμαι ακόμα, ανακουφισμένη, συγκινημένη, με ένα τσιγάρο στο χέρι, να μας ευχαριστεί που ήμασταν εκεί εκείνο το βράδυ.

Σχεδίαζε να παίξει και πάλι αυτόν τον ρόλο πέρσι, αλλά, γράφει ο Γιώργος Σαρηγιάννης, τελικά δεν το αποφάσισε. Ίσως έφταιγε ο καρκίνος που την ταλαιπώρησε στο τέλος και τελικά την πήρε από κοντά μας. Τον Ιούνιο όμως ερμήνευσε τον ρόλο η Ρένη Πιττακή στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Δεν είδα την παράσταση δυστυχώς, αλλά διάβασα ότι η Πιττακή την αφιέρωσε στη Βέρα Ζαβιτσιάνου.

Θυμάμαι τη Ζαβιτσιάνου να αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της ζωής της σε δυο εξαιρετικές συντεντεύξεις της στον Βασίλη Αγγελικόπουλο (στο ένθετο περιοδικό της Καθημερινής) και στον Κοσμά Βίδο (στο περιοδικό Echo Artis που δεν κυκλοφορεί πια). Πέρα από την ευαισθησία της, ανακάλυπτε κανείς το χιούμορ της αλλά και το τσαγανό της.

Διάλεξα να αποχαιρετίσω τη Βέρα Ζαβιτσιάνου με το «Πρωτοβρόχι» της Ρένας Βλαχοπούλου. Νιώθω πως έχει μια συγγένεια με εκείνο το τραγούδι που ψιθύριζε στις Φάλαινες του Αυγούστου: «...κοιμήθηκες με το φεγγάρι, με την αγάπη, πάνω σε σύννεφα βροχής».


ΥΓ: Εάν τα κρατικά κανάλια κάνουν την έκπληξη αυτές τις μέρες και τιμήσουν τη Ζαβιτσιάνου προβάλλοντας είτε την εκπομπή του Βέλτσου είτε την Κυρία Κούλα, παρακαλώ τους/τις αγαπητούς/ές συν-bloggers να τα μαγνητοσκοπήσουν, γιατί εξακολουθώ να είμαι εκτός βάσης...

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

Μέρες Θεσσαλονίκης και ΔΕΘ!

Κάτι το άσχημο κλίμα και τα κακά μαντάτα από τη ΔΕΘ αυτές τις μέρες, κάτι η νοσταλγία που με έπιασε καθώς βρίσκομαι μακριά από τη Θεσσαλονίκη λόγω του διορισμού μου, σκέφτηκα να αφιερώσω μια ανάρτηση στη ΔΕΘ και τη Θεσσαλονίκη. Υπάρχει, βλέπετε, μια τουλάχιστον ταινία της Ρένας Βλαχοπούλου που έχει να κάνει με τη Διεθνή Έκθεση, το μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη και της Φίνος Φιλμ Κάτι να καίει που προβλήθηκε την περίοδο 1963-64, έστω κι αν η Ρένα δεν εμφανίζεται στους χώρους της ΔΕΘ.


Βέβαια, η σχέση της Ρένας Βλαχοπούλου με τη Θεσσαλονίκη και τη ΔΕΘ ξεκινάει λίγα χρόνια νωρίτερα, στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Εκείνα τα χρόνια η ΔΕΘ διαρκούσε γύρω στις τρεις εβδομάδες και, από ό,τι μου λένε οι μεγαλύτεροι/ες, ήταν πραγματικά γιορτή για την πόλη. Ήταν φυσικό εκτός από τον κόσμο που την επισκεπτόταν, να την επισκέπτονται και καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες από την Αθήνα για να πραγματοποιήσουν εμφανίσεις σε θέατρα και κέντρα της εποχής, καθώς η κίνηση ήταν προφανώς αυξημένη και οι επιχειρηματίες έτριβαν τα χέρια τους... Το 1955 λοιπόν, στη διάρκεια της Έκθεσης, στο κοσμικό κέντρο «Χαβάη» εμφανίζεται ένα «εκλεκτό συγκρότημα»: η Άννα και η Μαρία Καλουτά, η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Γιώργος Οικονομίδης και το χορευτικό ζευγάρι Γιάννης Φλερύ-Λίντα Άλμα. Ο τύπος και της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης μιλάει για θρίαμβο. Ανάλογη επιτυχία η Βλαχοπούλου θα γνωρίσει και τον Σεπτέμβρη του 1959 όταν θα εμφανιστεί και πάλι στη «Χαβάη», αυτή τη φορά με τον Γιάννη Σπάρτακο.

Ρένα Βλαχοπούλου, Μαρία
και Άννα Καλουτά στο κέντρο
"Χαβάη" (φωτογραφία από το
βιβλίο
Βίβα Ρένα του Μ. Δελαπόρτα)

Λίγα χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1963, ο Γιάννης Δαλιανίδης γυρίζει το δεύτερο μιούζικαλ της καριέρας του. Μετά τη θερμή υποδοχή που γνώρισε η πρώτη του απόπειρα στο είδος, το Μερικοί το προτιμούν κρύο που προβλήθηκε την προηγούμενη σεζόν, ο σκηνοθέτης «αφήνεται» περισσότερο στους όρους του μιούζικαλ και αποφασίζει να προβάλει μέσα από την έγχρωμη σινεμασκοπική εικόνα (που πρώτη φορά χρησιμοποιείται σε ελληνική ταινία) την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Θεσσαλονίκη (το είχε ξανακάνει σε μια ασπρόμαυρη ταινία δύο χρόνια πριν). Ολόκληρος ο θίασός του λοιπόν (Ντίνος Ηλιόπουλος, Ρένα Βλαχοπούλου, Κώστας Βουτσάς, Μάρθα Καραγιάννη, Χλόη Λιάσκου, Χρήστος Νέγκας, Τόλης Βοσκόπουλος και η πρωτοεμφανιζόμενη Έλενα Ναθαναήλ) μετακομίζει στο τέλος του Αυγούστου στη συμπρωτεύουσα και ξεκινά γυρίσματα στην παραλία της Αγίας Τριάδας.


Μια εντελώς Βλαχοπουλική πόζα (τσαντιά!)
στην πλαζ της Αγίας Τριάδας

Λίγες μέρες μετά αρχίζει και η ΔΕΘ και ο Δαλιανίδης δεν χάνει ευκαιρία: βάζει τους πρωταγωνιστές και τις πρωταγωνίστριές του (πλην της Ρένας Βλαχοπούλου!) στον χώρο της Έκθεσης και γυρίζει αρκετές σκηνές και εκεί, τόσο τη μέρα, στα περίπτερα, όσο και τη νύχτα, με τα παραδοσιακά πυροτεχνήματα (τα οποία θαυμάζουν η Ναθαναήλ και ο Νέγκας και τραγουδούν, με τις φωνές της Νέλλης Μάνου και του Ανδρέα Ζαχαράκου αντίστοιχα, το τραγούδι του Μίμη Πλέσσα «Αυτή τη νύχτα η καρδιά»).


Και η Ρένα Βλαχοπούλου όμως έχει το θεσσαλονικιώτικο τραγούδι της—αν και οι στίχοι του δεν έχουν καμία σχέση με τη Θεσσαλονίκη. Ο Δαλιανίδης τη βάζει να τραγουδά το «Γλυκιά ζωή» στον Νέο (τότε...) Σιδηροδρομικό Σταθμό της πόλης (έχει μόλις φτάσει, υποτίθεται από την Αθήνα μαζί με την «αδελφή» της Χλόη Λιάσκου) καθώς και επάνω σε ένα αμαξάκι διασχίζοντας δυο κεντρικούς δρόμους της την Εγνατία και τη Λεωφόρο Νίκης (τότε διπλής κατεύθυνσης) . Η διαδρομή βέβαια που ακολουθεί το αμάξι δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, αφού μετά τον σταθμό βρίσκεται στην Εγνατία και μετά στη Λεωφόρο Νίκης (η κάμερα το παρακαλουθεί από τον Λευκό Πύργο) για να καταλήξει σε ένα ξενοδοχείο που υποτίθεται βρίσκεται απέναντι από την Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών (και που φυσικά δεν υπάρχει!). Παρόλα αυτά, πρόκειται για ένα πολύ ωραίο... βίντεο κλιπ της εποχής με το οποίο ο σκηνοθέτης προσπαθεί άλλη μια φορά να αναδείξει τις ομορφιές της πατρίδας του.

Έτσι έχουμε αυτό το ωραίο πλάνο με τη Βλαχοπούλου να τραγουδά και πίσω της να φαίνεται η Καμάρα (πολύ κοντά στο σπίτι μου!!)—αν και στις σημερινές τηλεοράσεις η σινεμασκοπική εικόνα «κόβεται» και από τις δυο πλευρές (είναι κρίμα που ακόμα και στα DVD που κυκλοφόρησαν πρόσφατα οι σινεμασκόπ ταινίες δεν έχουν περαστεί σε φορμάτ full screen, αλλά στο κλασικό 4:3) με αποτέλεσμα να αδικείται η αρχική σκηνοθεσία.
Τα επόμενα χρόνια, από ό,τι φαίνεται, η Ρένα Βλαχοπούλου δεν εμφανίστηκε ξανά στη Θεσσαλονίκη στην περίοδο της Έκθεσης. Πλέον επισκεπτόταν με τις θεατρικές της παραστάσεις τη συμπρωτεύουσα είτε την περίοδο του Πάσχα είτε την περίοδο των Χριστουγέννων. Για την ακρίβεια η πρώτη φορά που επισκέφτηκε τη Θεσσαλονίκη με θίασο ήταν τον Απρίλιο του 1958: στο θέατρο «Παλλάς», μαζί με τους Νίκο Σταυρίδη, Αλέκο Λειβαδίτη, Μενέλαο Θεοφανίδη, παρουσίασε τα έργα Άλλος για το φεγγάρι και Καζανόβας με το ζόρι. Η τελευταία φορά ήταν τον Απρίλιο του 1993: στο θέατρο «Ράδιο Σίτυ» έπαιξε, με τους Σωτήρη Μουστάκα, Νίκο Ρίζο, Μαρία Μπονέλου (όλοι φευγάτοι πια...), στην επιθεώρηση Για την Ελλάδα ρε γαμώτο—100 χρόνια επιθεώρηση. Φυσικά όποτε βρίσκεται στην πόλη, τα σπάει κάθε βράδυ σε εστιατόρια, κέντρα, κλαμπ... και δημιουργεί επεισόδια!
Η πιο επεισοδιακή της όμως επίσκεψη στην πόλη μας ήταν τα Χριστούγεννα του 1987, όταν ξεκίνησε στο τότε θεάτρο «Χατζώκου» (εκεί που βρίσκεται σήμερα η αίθουσα «Παύλος Ζάννας» αλλά και το καφέ «Ολύμπιον») με μεγάλη επιτυχία τις παραστάσεις της επιθεώρησης Μας τελείωσες (με τον Ντίνο Ηλιόπουλο και τη Μάρω Κοντού), αλλά την Πρωτοχρονιά μια κρίση γαστρορραγίας την οδήγησε σε ράντζο σε διάδρομο του Κεντρικού Νοσοκομείου της πόλης (σημερινό νοσοκομείο Γ. Γεννηματάς, επίσης λίγα μέτρα από το σπίτι μου, αν και τότε δεν ζούσα στη Θεσσαλονίκη!). Ο τύπος της εποχής μετέφερε τότε το εξής σκηνικό: ένας γιατρός του νοσοκομείου διαμαρτυρήθηκε όταν συνειδητοποίησε ότι η Βλαχοπούλου νοσηλεύεται σε ράντζο, αλλά εκείνη του απάντησε: «Δεν πειράζει, γιατρέ, καλύτερα σε ράντζο με γαστρορραγία παρά σε σουίτα με καρκίνο!»
Παρασύρθηκα όμως. Ας επιστρέψουμε στη ΔΕΘ, στη Θεσσαλονίκη του ’63 και στο Κάτι να καίει και ας χαρούμε τη Ρένα Βλαχοπούλου να τραγουδά «Γλυκιά ζωή» (των Μίμη Πλέσσα και Κώστα Κινδύνη) στους δρόμους της πόλης. Όπως γράφει κι ο Σάκης Σερέφας στο βιβλίο του για τις ταινίες που γυρίστηκαν στη Θεσσαλονίκη, ένα τραγούδι της Βλαχοπούλου στον σταθμό των τρένων μπορεί να μας πείσει ότι μπορεί τα πράγματα να πάνε τελικά καλύτερα! Να αημειώσω οτι εκτός από αυτήν την εκτέλεση από την ταινία, θα βρείτε επίσης στο youtube, στο κανάλι του ανεξάντλητου desmich8, μια σπάνια ηχογράφηση του τραγουδιού που έγινε στους ραδιοθαλάμους του ΕΙΡ με την ορχήστρα του ΕΙΡ υπό τη διεύθυνση του Μίμη Πλέσσα...

ΥΓ περί ΔΕΘ (13 Σεπτεμβρίου 2008): Σήμερα ο Γιάννης Ξανθούλης δημοσίευσε ένα υπέροχο κείμενο για τη ΔΕΘ στα χρόνια του '50. Διαβάστε εδώ.