Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2008

Τον Ιούλιο του 1943...

Κρατώ στα χέρια μου ένα περιοδικό από τα χρόνια της Κατοχής... Το Ραδιόφωνον, τεύχος 8. Ένας πρόδρομος των σημερινών τηλεοπτικών περιοδικών, Το Ραδιόφωνον παρουσιάζει αναλυτικότατα το πρόγραμμα του ραδιοφώνου για την εβδομάδα 18-24 Ιουλίου 1943. Εκτός από το πρόγραμμα, το περιοδικό περιλαμβάνει πολλά καλλιτεχνικά νέα: την κίνηση των θεάτρων, κείμενα για την κλασική μουσική και παρουσιάσεις καλλιτεχνών.

Καμία αναφορά σαφώς δεν γίνεται σε δυνάμεις κατοχής και σε πολεμικά νέα. Απλώς, παρατηρεί κανείς ότι στο πρόγραμμα υπάρχουν εκπομπές όπως «Κρατική εκπομπή: μάθημα Γερμανικής», «Ιταλικό θέατρο», «Ιταλικαί ειδήσεις», «Γερμανικαί ειδήσεις»...


Σε μια από τις σελίδες διαβάζουμε το πρώτο μέρος μια «έρευνας» του περιοδικού: «Πώς Πρωτοπαρουσιάσθηκα στο μικρόφωνο του σταθμού μας. Η δις Παπαδάκη, η κ. Ρ. Βλαχοπούλου και ο κ. Μακρής, αφηγούνται τας πρώτας εντυπώσεις των από το θάλαμο των εκπομπών»

Πρόκειται πραγματικά για ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο που μας μεταφέρει στο καλλιτεχνικό κλίμα της εποχής. Διαβάζουμε στην εισαγωγή του:

Πόσες αλήθεια ευχάριστες ώρες δεν μας έχουν χαρίσει από το ραδιόφωνο οι «άσσοι» τόσο του ελαφρού μουσικού θεάτρου όσο και του δραματικού... Δεν κάνουμε τίποτ’ άλλο: Ύστερα από ένα καλό γεύμα ή όταν έχουμε μια φιλική συντροφιά στο σπίτι μας, γυρίζουμε το κουμπί του ραδιοφώνου κι αμέσως έχουμε το θέατρο στο δωμάτιό μας. Όλος ο θίασος επί σκηνής. Αρχίζουμε! Σαν τι θέλετε να ακούσετε; Τον Μαυρέα στις μεγαλύτερες επιτυχίες του, τον Μακρή πάντοτε μεθυσμένο; Τη Ρένα Βλαχοπούλου στα μοντέρνα τραγουδάκια της; Τον Βεάκη σε διαλεχτούς ρόλους του; Την Παπαδάκη, τον Κυριακό, την Νέζερ, τον Κοκκίνη, τον Φιλιππίδη, τον Ιατρίδη, την Αρώνη και τόσους άλλους σε χαριτωμένα σκετς;

Κι εμείς βέβαια τους ακούμε καθισμένοι στις αναπαυτικές πολυθρόνες μας. Αυτοί όμως οι ηθοποιοί που μπαίνουν στην ειδική αίθουσα των εκπομπών για ν’ αρχίσουν την μετάδοσι του προγράμματός των, τι αισθάνονται; Τους συγκινεί το γεγονός το εκείνη τη στιγμή πρόκειται να τους ακούσουν χιλιάδες και χιλιάδες ακροατών; Παθαίνουν τρακ μπροστά στο μικρόφωνο; Κι ακόμη ποια άρα γε να ήτανε η πρώτη τους ραδιοφωνική εκπομπή; Την θυμούνται με συγκίνησι;

Φυσικά δεν μπορεί κανείς να μη χαμογελάσει πικρά όταν διαβάζει σήμερα τη φράση «μετά από ένα καλό γεύμα», αναλογιζόμενος τις συνθήκες της ζωής στα χρόνια της Κατοχής. Ωστόσο όσο αφορά την καλλιτεχνική ζωή της Αθήνας, παίρνουμε μια καλή εικόνα για τα ονόματα που κυριαρχούσαν εκείνα τα χρόνια.

Στο κείμενο παρουσιάζονται αρχικά οι αναμνήσεις της Ελένης Παπαδάκη, της μεγάλης ηθοποιού που χάθηκε αμέσως μετά τον πόλεμο, στα Δεκεμβριανά. Δίνεται ελφρώς μεγαλύτερη έκταση στα δικά της λόγια, ίσως επειδή είναι εκπρόσωπος του «σοβαρού» δραματικού θεάτρου, ίσως επειδή έλεγαν τότε ότι ήταν ευνοούμενη των αρχών Κατοχής. Η Ελένη Παπαδάκη «[σ]αν να περίμενε ότι θα ερχότανε κάποτε η στιγμή να εκφράση τα περίεργα αισθήματα πουνιωσε στην πρώτη της γνωριμία με το μικρόφωνο του ραδιοφωνικού μας σταθμού. Γι’ αυτό και οι ερωτήσεις μας την ενθουσιάζουν». Θυμάται ότι η πρώτη της εκπομπή ήταν πάντως ένα αφιέρωμα στο ελαφρό μουσικό θέατρο, στην αναβίωση της παλιάς επιθεώρησης μαζί με τον Μήτσο Μυράτ και τον Ορέστη Μακρή. Λέει ότι το τρακ στο ραδιόφωνο είναι μεγαλύτερο από ό,τι στο θέατρο, γιατί στο θέατρο «οι θεαταί είναι μπροστά σου, τους βλέπεις, παρακολουθείς στην έφρασί τους το πώς δέχονται την προσπάθειά σου, τους ψυχολογείς, έρχεσαι σε μια ψυχική επαφή μαζί τους, ο ενθουσιασμός τους σ’ εμψυχώνει, η πιθανή πάλι αδιαφορία τους σου δίνει μια καμτσικιά στα νεύρα και εντείνοντας τις δυνάμεις σου προσπαθείς να τους κερδίσης. Ενώ στο ραδιόφωνο δεν βλέπεις τίποτε». Η Παπαδάκη αναφέρει ακόμα ότι γνώρισε και την εμπειρία της τηλεόρασης μαζί με την Κατίνα Παξινού σε μια περιοδεία του Εθνικού Θεάτρου στην Ευρώπη. Εκεί το τρακ ήταν σαφώς μεγαλύτερο.

Στη συνέχεια παρουσιάζονται οι αναμνήσεις του Ορέστη Μακρή. Θυμάται κι εκείνος την αναβίωση των παλιών επιθεωρήσεων στην οποία αναφέρεται και η Παπαδάκη: «Στην αρχή συγκινήθηκα λίγο, αλλά βλέπεις είμαστε πολλοί μαζί και παίρναμε θάρρος με τα μάτια...» Ωστόσο, λέει πως δεν ένιωθε πρωτάρης γιατί αρκετά χρόνια πριν γίνει δημοφιλής ως μεθύστακας, ηχογραφούσε τραγούδια για τη δισκογραφία ως τενόρος (και είναι πραγματικά υπέροχος σε αυτές τις ηχογραφήσεις που σώζονται: "Μικρή μου Ρεζεντά", "Λεϊλά" και άλλες!).


Τελευταία μιλάει η Ρένα Βλαχοπούλου. Ας διαβάσουμε ολόκληρο το σχετικό κομμάτι:

Η ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΙΧΟΥΡΓΕΙ

Κομψή, ροδομάγουλη, χαριτωμένη η βασίλισσα της τζαζ, η κ. Ρένα Βλαχοπούλου, πηγαίνει στο «Λυρικό» για βραδυνή παράστασι. Τραγουδάει στα διαλείμματα του «Στραβόξυλου» μέσα σε θύελλα χειροκροτημάτων τα ιδιότυπα τραγούδια της. Τη σταματάμε για λίγο και της ζητάμε να μας απαντήση στα ερωτήματά μας... Χαμογελάει σαν να της θυμίζουμε κάτι διασκεδαστικό.

—Ναι βέβαια, είχα τρακ, με΄γαλη συγκίνησι στο πρώτο τραγούδι που τραγούδησα τον Ιούλιο του 1941 στο ραδιόφωνο. Φοβήθηκα λίγο, άρχισα να τρέμω. Θυμάμαι μάλιστα ότι ξέχασα τα λόγια του και άρχισα να προχωρώ με δικά μου λόγια... Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα, πάντως ενώ το τραγούδι έλεγε στην αρχή για καλοκαιρινή νύχτα και φεγγάρι στο τέλος τοβγαλα να βρέχη, να βρέχη, πολύ... Δεν θυμάμαι τι έλεγα. Τα είχα τόσο χαμένα...

—Και σας συμβαίνει μήπως και στο θέατρο αυτό;

—Βέβαια. Ξεχνάω πολλές φορές τα λόγια, θυμάμαι όμως το σκοπό και συνεχίζω το τραγούδι μου σε δικούς μου στίχους!

Το τι ακριβώς έκανε η Ρένα Βλαχοπούλου στο θέατρο «Λυρικόν» του Βασίλη Αργυρόπουλου το καλοκαίρι του 1943 είναι σίγουρα θέμα μιας μελλοντικής ανάρτησης. Πάντως, αν όντως αυτά τα λόγια δημοσιεύονται όπως τα είπε η ίδια, διακρίνουμε από τότε, τα πρώτα χρόνια της καριέρας της, κέφι και χαρούμενη διάθεση, καθώς και διάθεση... αυτοσχεδιασμού, κάτι που τη χαρακτήριζε ως το τέλος (όπως και την αδυναμία της να θυμάται τα λόγια της, κάτι που επίσης τη χαρακτήριζε ως το τέλος!). Επίσης, σε άλλα περιοδικά που έχω από εκείνα τα χρόνια, αναφέρεται ότι η Ρένα τραγουδύσε στο ραδιόφωνο ήδη από το φθινόπωρο του '40. Ίσως λοιπόν κάτι ακόμα που τη χαρακτήριζε από τότε ήταν να... ξεχνά το παρελθόν, ακόμα και το τόσο πρόσφατο (και να παιδεύει σήμερα εμάς που προσπαθούμε να καταγράψουμε την πορεία της)...

Αυτό που σίγουρα σκέφτομαι όμως σήμερα, 65 χρόνια μετά από το δημοσίευμα αυτό, είναι πόσοι θησαυροί μουσικοί και θεατρικοί που μεταδόθηκαν από το ραδιόφωνο εκείνα τα χρόνια χάθηκαν για πάντα. Πόσο πιο πλούσιοι θα ήμασταν αν υπήρχε η δυνατότητα να ηχογραφηθούν (και αν τυχόν ηχογραφήθηκαν, να διασωθούν) παραστάσεις με την Ελένη Παπαδάκη ή τον Ορέστη Μακρή ή τα «ιδιότυπα» τραγούδια της Ρένας Βλαχοπούλου...